Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ε΄  Περί Χρύσου του Πολιτάρχου.                                                                                               

Υπήρχεν εκεί εις την Φλωράν άνθρωπος τις ονόματι Χρύσος, έχων γυναίκα ονομαζομένην Σελήνην και υιόν μονογενή, όστις ηνωχλείτο υπό ακαθάρτου πνεύματος· ήτο δε ο Χρύσος ούτος πολιτάρχης (πρώτος της πόλεως). Ακούσας λοιπόν ο Χρύσος, ότι ο Ιωάννης μεγάλα σημεία ποιεί, παραλαβών τον υιόν αυτού έρχεται εις την οικίαν του Μύρωνος· ο δε Ιωάννης, ευθύς ως είδεν αυτόν, είπε: «Χρύσε, αι αμαρτίαι σου κατακρατούσι και τυραννούσι τον υιόν σου· μίσησον λοιπόν την δωροληψίαν και την προσωποληψίαν κατά τας δίκας, δια να εύρης έλεος παρά του Θεού· αλλά δια ποίον λόγον ήλθες προς ημάς»; Απεκρίθη ο Χρύσος: «Κύριε, λάβε όσα πράγματα έχω εις τον οίκον μου, και δίωξον το πονηρόν πνεύμα από τον υιόν μου δια να μη αποθάνη κακώς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ημείς δεν έχομεν ανάγκην εκ των πραγμάτων στο, αλλά χρειαζόμεθα σε και τον υιόν σου». Αποκριθείς ο Χρύσος είπε: «Κύριε, τι πρέπει να πράξω δια να καθαρισθή ο υιός μου»; Είπεν αυτώ ο Ιωάννης: «Πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον Ιησούν και θα ίδης την δύναμιν Αυτού». Απεκρίθη ο Χρύσος: «Πιστεύω, Κύριε· μόνον να θεραπευθή ο υιός μου». Τότε κρατήσας ο Ιωάννης της δεξιάς χειρός του παιδός, και σφραγίσας αυτόν τρεις φοράς, εποίησεν ευχήν και αμέσως εδίωξεν απ’ αυτού το πονηρόν πνεύμα· ιδών δε ο Χρύσος το γενόμενον σημείον, εξέστη και έπεσεν επί πρόσωπον προσκυνήσας αυτόν, και είπεν: «Αληθώς, Πάτερ, μετά σου είναι ο Θεός». Την άλλην λοιπόν ημέραν, λαβών ο Χρύσος την γυναίκα και τον υιόν αυτού και χρήματα ικανά, ήλθε προς τον Ιωάννην, λέγων: «Κύριε, λάβε ταύτα και δος εις ημάς την εν Χριστώ σφραγίδα». Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Δια την σφραγίδα του Χριστού δεν χρειάζονται χρήματα, αλλά μόνον πίστις αγαθή· ταύτα δε τα χρήματα, αφού διαμοιράσητε εις τους έχοντας ανάγκην, λάβετε δωρεάν την Χάριν του Χριστού». Και αφού εδίδαξεν αυτούς αρκούντως, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και απέστειλε τούτους μετ’ ειρήνης εις τον οίκον αυτών. Εμείναμεν λοιπόν αρκετόν χρόνον εις τον οίκον του Μύρωνος μη εξερχόμενοι, αλλά πάντας τους πιστεύοντας εντός του οίκου εδίδασκε και εβάπτιζεν.


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

δ΄  Περί του Βασιλείου και της γυναικός αυτού.                                                                      

Εις την πόλιν εκείνην ήτο έτερος τις πλούσιος ονόματι Βασίλειος, έχων γυναίκα, η οποία ωνομάζετο Χάρις, και η οποία ήτο στείρα. Ούτος λοιπόν ο Βασίλειος, ελθών προς Ρόδωνα τον ανεψιόν του Μύρωνος, άνδρα ευγενή και κατά πάντα λαμπρόν, πλην Έλληνα κατά την θρησκείαν υπάρχοντα, είπε προς αυτόν: «Τι συμβαίνει εις τον οίκον του Μύρωνος του συγγενούς σου, και διατί ούτος περιωρίσθη εις την οικίαν του μετά των ιδικών του και του ξένου εκείνου, και ούτε συναναστρέφεται με ημάς πλέον, ούτε δέχεται ημάς εις συνομιλίαν; Ποία είναι η διδαχή του ανθρώπου εκείνου; Ειπέ μοι, σε παρακαλώ». Είπε προς αυτόν ο Ρόδων: «Πολλοί θαυμάζουσι τον άνδρα τούτον και λέγουσιν ότι εις όσα λέγει δεν αποτυγχάνει ποτέ». Λέγει ο Βασίλειος προς τον Ρόδωνα: «Άραγε δύναται δια των λόγων του, ίνα ποιήση την γυναίκα μου να τεκνοποιήση»; Απεκρίθη ο Ρόδων: «Λέγουσι περί αυτού, ότι και τούτο δύναται να ποιήση». Ταύτα ακούσας ο Βασίλειος, ελθών εις την οικίαν του Μύρωνος, είπεν ότι επιθυμεί να συνομολήση μετά του Ιωάννου· ακούσας δε παρά του Μύρωνος τούτο ο Ιωάννης εδέχθη ευχαρίστως τον Βασίλειον, ο οποίος εισελθών προσεκύνησεν αυτόν· είπε δε προς τον Βασίλειον ο Ιωάννης: «Είθε να πληρώση ο Κύριος πάντα τα ζητήματά σου, και μακάριος ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος δεν επείρασε τον Θεόν εν τη καρδία αυτού. Όμως, ω Βασίλειε, εις τους Ισραηλίτας, οίτινες επείραζον τον Θεόν, ο απείραστος από τον πειρασμών αυτών, ως αγαθός όπου είναι, έδιδε την ευλογίαν αυτού, άλλοτε μεν σχίζων την πέτραν και εξάγων εκείθεν ποταμόν ύδατος δια να πίωσιν οι απειθείς, άλλοτε δε άρτον αποστέλλων προς αυτούς εκ του ουρανού δια να φάγωσιν ακοπιάστως οι αχάριστοί· και άλλοτε τα κρέατα επλήθυνεν εις αυτούς, τόσον ώστε εξήρχοντο από την ρίνα αυτών· αλλά δεν επίστευσαν εις τον τα τοιαύτα θαυματουργήσαντα Θεόν οι αγνώμονες και σκληροί. Και συ λοιπόν, Βασίλειε, μη πειράζης τον Θεόν, δια να μη πάθης κακόν· πίστευε δε εις αυτόν, και πάντα τα αιτήματά σου Αυτός θέλει πληρώσει». Iδών ο Βασίλειος ότι πάντα όσα είχεν εις την καρδίαν του εγνώρισε και του είπεν ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς αυτόν: «Και επίστευσα και πιστεύω, διδάσκαλε· όμως παρακαλώ σε, όπως δεηθής του Θεού σου και τεκνοποιήση η γυνή μου». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν πιστεύσης, θα ίδης του Θεού μου την δύναμιν»· και πολλά κατηχηθείς ο Βασίλειος παρά του Ιωάννου, εξήλθε του οίκου του Μύρωνος πορευθείς εις τον οίκον αυτού· την δε επομένην ημέραν επανέρχεται μετά της γυναικός του εις την οικίαν του Μύρωνος, και εισελθόντες προσεκύνησαν αυτόν· είπε δε ο Απόστολος προς την γυναίκα του Βασιλείου: «Χαίροις, Χάρις· η Χάρις του Θεού να φωτίση την καρδίαν σού και του ανδρός σου, και να δώση εις σε καρπόν κοιλίας αγαθόν». Και αφού εδίδαξεν αυτούς ικανώς, ήλθεν επ’ αυτούς η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα τους βαπτίση. Αφού λοιπόν εβαπτίσθησαν, παρεκάλουν τον Ιωάννην όπως μεταβή και ευλογήση τον οίκον αυτών· όθεν απελθών και προσευξάμενος, ηυλόγησεν αυτούς και τον οίκον αυτών, και υπέστρεψεν εις τον οίκον του Μύρωνος. Συνέλαβε δε εν γαστρί η γυνή του Βασιλείου, και δια της Χάριτος του Χριστού έτεκεν υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Ιωάννην. Ο δε Βασίλειος, λαβών χρυσίον αρκετόν, έφερεν αυτό εις τον Απόστολον προς διάδοσιν εις τους πτωχούς· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ύπαγε, τέκνον μου, και διαμοίρασον τα ιδικά σου υπάρχοντα με τας ιδικάς σου χείρας, και θα έχης θησαυρόν εις τον ουρανόν». Μετά ταύτα, αφού παρήλθον δύο έτη, έληξεν η προθεσμία της ηγεμονίας Λαυρεντίου του ανδρός της Χρυσίππης, όστις αντικατεστάθη υπ’ άλλου· και εισελθών ούτος εις τον οίκον Μύρωνος του πενθερού αυτού, ησπάσατο τον Ιωάννην και είπε προς αυτόν: «Διδάσκαλε, η σύγχυσις των βιοτικών πραγμάτων εσκότισε τον νουν μου και με υστέρησε μέχρι σήμερον της εκ της διδασκαλίας σου ωφελείας· όμως τώρα παρακαλώ την αγίαν σου ψυχήν, όπως δια του φωτισμού του Θεού σου καθαρίσης και την ιδικήν μου συνείδησιν εκ των προτέρων μου αμαρτημάτων». Κατηχήσας λοιπόν τούτον ο Απόστολος του Χριστού, εβάπτισεν αυτόν, και απέλυσεν εις τον οίκον αυτού μετ’ ειρήνης εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

γ΄  Περί της θυγατρός του Μύρωνος.                                                                                     

Η γυνή του ηγεμόνος καθώς προείπομεν, ήτο θυγάτηρ του Μύρωνος· αύτη δε ιδούσα τους γονείς και τους αδελφούς της πιστεύσαντας εις τον Χριστόν, εζήλωσεν επί καλώ και λέγει προς τον άνδρα αυτής: «Ιδού όλος ο οίκος του πατρός μου επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, τον οποίον κηρύττει ο Ιωάννης· αποφάσισον λοιπόν να πιστεύσωμεν και ημείς δια να δοξασθή ο οίκος ημών μαζί με τον οίκον του πατρός μου». Είπε δε ο ηγεμών Λαυρέντιος προς Χρυσίππην την γυναίκα αυτού: «Ω γύναι· έως ότου είμαι εις την αρχήν και εξουσίαν ταύτην, δεν δύναμαι να πράξω αυτό το οποίον λέγεις και να γίνω Χριστιανός». Λέγει προς αυτόν η γυνή: «Τώρα μάλιστα, όπου έχεις εξουσίαν, πολύ καλλίτερον δύνασαι να πράξης τούτο· διότι θα είσαι συγχρόνως φρουρός και βοηθός των πιστών». Απεκρίθη ο ηγεμών λέγων: «Γνώριζε, ω γύναι, ότι την θρησκείαν των Χριστιανών πάντες αποστρέφονται και καταδιώκουσιν. Εάν λοιπόν γίνη αυτό, το οποίον λέγεις, αμέσως θα δημιουργηθώσι διαιρέσεις και σχίσματα, και συναχθέντες άπαντες θα κατακαύσωσιν ημάς, ή και μεταβαίνοντες εις τον βασιλέα θα καταγγείλωσιν ημάς προς βλάβην ημών. Προτιμότερον λοιπόν να μένω προσποιούμενος τον ειδωλολάτρην, και κρυφίως να υποστηρίζω και βοηθώ τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν, και μετά την συμπλήρωσιν του χρόνου της ηγεμονίας, τότε γίνομαι και εις το φανερόν Χριστιανός λαμβάνων το άγιον Βάπτισμα. Συ λοιπόν λάβε τον υιόν μας και ύπαγε εις τον οίκον του πατρός σου· και αφού διδαχθής ακριβώς υπό του Ιωάννου τα δόγματα της Χριστιανικής πίστεως, βαπτίσθητι μετά του τέκνου ημών. Πρόσεχε όμως, ω γύναι, να μη καταφρονήσης κανενός εκ των όσων ακούσης παρά του Ιωάννου, μηδέ εις εμέ να λέγης εκείνα τα οποία παρ’ αυτού μανθάνεις μυστήρια, αλλά φύλαττε ταύτα μυστικά δια τον εαυτόν σου, έως ότου έλθη ο κατάλληλος καιρός». Ταύτα ακούσασα η Χρυσίππη παρά του ανδρός αυτής, και παραλαβούσα τον υιόν της, ήλθεν εις τον οίκον του Μύρωνος· και εισελθούσα προσεκύνησε πρώτον τον Ιωάννην και είτα τους γονείς και τους αδελφούς αυτής· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Δια ποίαν αιτίαν ήλθες προς ημάς, τέκνον»; Απεκρίθη εκείνη προς αυτόν: «Πιστεύω, Πάτερ τίμιε, ότι ο Θεός θα εγνώρισεν εις σε την αιτίαν δια την οποίαν ήλθον· πλην και εγώ αναγγέλλω προς σε, ότι από ζήλον θεοσεβείας ήλθον, δια να φωτισθώ υπό σου και συνδοξασθή ο οίκος μου μετά του οίκου του πατρός μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Είθε να φωτίση ο Κύριος την καρδίαν σού, του ανδρός σου, του υιού σου και όλου του οίκου σου». Εκείνη δε πεσούσα επί της γης, προσεκύνησεν αυτόν, και είπε: «Παρακαλώ σε, διδάσκαλε αγαθέ, δος εις εμέ την εν Χριστώ σφραγίδα δια να συναριθμηθώ με τον οίκον του πατρός μου». Είπε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τέκνον, τούτο πρέπει να γίνη με την γνώμην του ανδρός σου». Απήντησεν η Χρυσίππη εξηγηθείσα πάντας τους λόγους του ανδρός της. Και ακούσας ο Ιωάννης ότι κατά διαταγήν και με την άδειαν του ηγεμόνος η γυνή αυτού ζητεί το Βάπτισμα, εχάρη χαράν μεγάλην· και κατηχήσας και διδάξας αυτήν, και παραγγείλας προς αυτήν ίνα κατά τας εντολάς του Χριστού πολιτεύεται, εβάπτισεν αυτήν μαζί με τον υιόν της. Τότε ο Μύρων έφερε χρήματα πολλά και έδιδε προς την θυγατέρα αυτού λέγων: «Τέκνον, ιδού χρήματα όσα θέλεις, ιδού και η τράπεζά μου εις την διάθεσίν σου, ίνα τρώγητε εξ αυτής συ και ο υιός σου, και μηκέτι απομακρυνθήτε εκ της οικίας μου, μηδέ μεταβήτε πλέον εις τον ηγεμόνα, μήποτε καταφρονήσητε καμμίαν εκ των εντολών του Χριστού». Η δε Χρυσίππη συνεφώνησεν ειπούσα προς τον πατέρα της: «Τα μεν χρήματά σου ας μένωσιν· εγώ δε μετά του υιού μου, μεταβαίνουσα μίαν φοράν εις τον οίκον μου, ευθύς θα μεταφέρω εκείθεν πάντα όσα προς διατροφήν μας χρειάζονται, και θα είμεθα πλέον πάντοτε μαζί σας». Ταύτα ακούσας ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς τον Μύρωνα: «Δεν δέχομαι ουδέ συμφωνώ με τους λόγους σού και της θυγατρός σου· διότι ο Χριστός δεν με απέστειλε δια να χωρίζω γυναίκας από των νδρών ή άνδρας από των γυναικών αυτών, και μάλιστα ότι η θυγάτηρ σου μετά γνώμης και συμφωνίας του ανδρός αυτής επίστευσαν εις τον Χριστόν. Ας πορευθή λοιπόν εν ειρήνη εις τον οίκον της· διότι εγώ πιστεύω εις τον αποστείλαντά με Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, ότι και ο ανήρ αυτής συντόμως θα γίνη Χριστιανός· τα δε χρήματα, δια τα οποία είπατε, δανείσατε εις τον Χριστόν καθώς είναι γεγραμμένον: «Ο ελεών πτωχών δανείζει Θεώ». Προς τους ερχομένους λοιπόν και ζητούντας και έχοντας ανάγκην χρημάτων, δίδετε εξ αυτών· διότι είπεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ότι «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»· κι πάλιν αλλαχού είπεν: «Ελεήσατε ίνα ελεηθήτε· δότε και δοθήσεται». Ταύτα και περισσότερα τούτων ειπών ο Ιωάννης, απέστειλε την Χρυσίππην και τον υιόν αυτής εις την οικίαν των· την δε επομένην ημέραν έφερεν ο Μύρων προς τον Ιωάννην χρήματα πολλά, λέγων προς αυτόν· «Λάβε ταύτα, διδάσκαλε, και διαμοίρασον εις τους πτωχούς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ιδού εδέχθην την προαίρεσίν σου, διότι γνωρίζω ότι είναι αύτη κατά Θεόν· εις δε την ιδικήν σου γνώμην αφήνω τα ιδικά σου, όπως με τας ιδίας σου χείρας δίδης εις εκείνους οι οποίοι έχουσιν ανάγκην». Ο δε Μύρων λοιπόν εις πάντας έδιδε τους έχοντας ανάγκην. Ο δε Θεός επλήθυνε τα αγαθά του εις την οικίαν αυτού, η οποία ήτο ως μία πηγή τρέχουσα αφθόνως δια της Χάριτος του Κυρίου· πάντες δε οι εν τω οίκω του Μύρωνος έχαιρον δια την μετάδοσιν προς τους έχοντας ανάγκην, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

β΄  Περί του Μύρωνος και του υιού αυτού Απολλωνίδου.                                                          

Εις την πόλιν Φλωράν υπήρχεν άνθρωπός τις πλούσιος, ονόματι Μύρων, έχων γυναίκα ονομαζομένην Φωνήν και τρεις υιούς ρήτορας, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος είχε δαιμόνιον πνεύμα πύθωνος. Ούτος λοιπόν ο Μύρων, ιδών ημάς, έλαβεν εις τον οίκον αυτού· ως δε εγνώρισεν ο δαίμων την έλευσιν ημών, φοβούμενος ίνα μη διωχθή υπό του Ιωάννου, παρέσυρε και απεμάκρυνε τον νέον μακράν της πόλεως. Ιδών δε ο Μύρων ότι έφυγεν ο υιός αυτού μόλις εισήλθομεν ημείς εις την οικίαν, λέγει προς την γυναίκα αυτού: «Ούτοι οι άνθρωποι, εάν ήσαν καλοί, δεν θα συνέβαινεν εις ημάς το δυστύχημα τούτο, μόλις εισήλθον αυτοί εις τον οίκον μας· πλην ως φαίνεται και καθώς πολλοί λέγουσιν, είναι μάγοι, και μαγεύσαντες τον οίκον ημών, εδίωξαν εξ αυτού τον υιόν μας». Απεκρίθη η γυνή αυτού: «Και αφού οι άνθρωποι ούτοι είναι καθώς λέγεις, διατί δεν διώκεις αυτούς εκ του οίκου ημών, μήποτε διώξωσι και τους άλλους υιούς μας»; Ο δε Μύρων είπε: «Δεν διώκω αυτούς τώρα όπου έπραξαν το κακόν, αλλά θα τους φοβερίσω και θα τους βάλω εις θλίψιν δια να αναγκασθώσι να επαναφέρωσι ζώντα τον υιόν μας, και τότε θα τιμωρήσω αυτούς πικρώς», ήτο δε ο Μύρων πενθερός του ηγεμόνος της Πάτμου. Εγνώρισε δε ο Ιωάννης δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος πάντα όσα είπεν ο Μύρων προς την γυναίκα αυτού, και λέγει προς με: «Τέκνον Πρόχορε, γνώριζε ότι ο Μύρων σκέπτεται κακά εναντίον ημών· ας υποφέρωμεν λοιπόν τους πειρασμούς· διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον εις ημάς μεν ο μισθός θα πλεονάση, εις δε τους ανθρώπους τούτους ο φωτισμός του Χριστού θα αναλάμψη». Ενώ λοιπόν ταύτα ημείς συνωμιλούμεν προς αλλήλους, ήλθεν επιστολή προς τον Μύρωνα, αποσταλείσα παρά του έχοντος το δαιμόνιον μεγαλυτέρου υιού αυτού, η οποία έγραφεν ούτω: «Προς τον ιδικόν μου κύριον και πατέρα Μύρωνα, Απολλωνίδης ο ρήτωρ. Γνώριζε, πάτερ μου, ότι Ιωάννης ο μάγος, τον οποίον εδέχθης εις τον οίκον σου, μαγείας κακάς μεταχειρισθείς, αντί της καλλίστης φιλοξενίας, στέρησιν του τέκνου σας ο άθλιος σας προυξένησε· διότι το πονηρόν πνεύμα, όπου εκείνος έστειλεν εις εμέ, μεγάλως με ετάραξε και μέχρι της πόλεως ταύτης με κατεδίωξε· ενταύθα δε συναντήσας τον καθαρώτατον Κύνωπα, και διηγηθείς εις αυτόν την συμφοράν μου, μοι είπεν ούτος, ότι αδύνατον αλλέως να επανέλθω εις τον οίκον μου ή να γίνω κύριος της πατρικής κληρονομίας ή να απολαύσω της αγάπης των αδελφών μου, εάν δεν παραδώσητε πρώτον εις τα θηρία να φάγωσι τον Ιωάννην τον εξόριστον, τον μάγον και διδάσκαλον των Χριστιανών. Σπεύσον λοιπόν, πάτερ μου, προς τον θάνατον του Ιωάννου, δεικνύων ούτω προς εμέ το τέκνον σου αγάπην και ενδιαφέρον. Υγίαινε». Ταύτην την επιστολήν λαβών και αναγνώσας ο Μύρων, έκλεισεν ημάς αμέσως εις ασφαλές μέρος της οικίας του· αυτός δε μεταβάς εις τον ηγεμόνα ενεχείρισε προς αυτόν την επιστολήν, την οποίαν αναγνώσας εκείνος εταράχθη μεγάλως και εθύμωσεν εναντίον ημών· περισσότερον δε διότι εντός της επιστολής περιείχετο και το όνομα του Κύνωπος, τον οποίον πάντες οι κάτοικοι της Πάτμου είχον ως θεόν δια τα μαγικά αυτού κατορθώματα και εμπαίγματα. Πιστεύσας λοιπόν εις ταύτα ο ηγεμών, διέταξεν ίνα ρίψωσιν ημάς εις τα θηρία· και αποστείλας στρατιώτας, παρέλαβεν ημάς εκ της κατοικίας του Μύρωνος και μας έκλεισεν εις την φυλακήν. Μετά τρεις ημέρας παρουσιάσας ημάς εις το κριτήριον αυτού ο ηγεμών, είπε προς τον Ιωάννην: «Ο μεν μεγαλειότατος και ενδοξότατος βασιλεύς ημών, αν και υπήρχες ένοχος και άξιος καταδίκης, όμως φιλανθρωπίαν άκραν μεταχειρισθείς, εις εξορίαν σε έστειλεν εδώ, δια σωφρονισμόν και αλλαγήν των κακών σου τρόπων· καθώς όμως πάντες βλέπουσι τώρα, συ εις πολύ μεγαλυτέραν κακίαν ανέβης, ώστε και τους ευεργέτας σου να επιβουλεύης. Ποίαν λοιπόν τέχνην μετεχείσθης και εδίωξας εκ της οικίας του τον γυναικάδελφόν μου; Ομολόγησον προ του σε βασανίσω· ειπέ δε εις ημάς και ποίας θρησκείας υπάρχεις». Αποκριθείς δε ο Ιωάννης είπεν: «Εξ Ιεροσολύμων κατάγομαι, και είμαι δούλος του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του σταυρωθέντος δια τας αμαρτίας των ανθρώπων, και αναστάντος τη Τρίτη ημέρα, και αποστείλαντος εμέ ίνα ευαγγελίζωμαι πανταχού την δόξαν και το φως της αυτού επιγνώσεως». Λέγει προς αυτόν ο ηγεμών: «Δια την ψυχρολογίαν σου ταύτην εστάλης εδώ εξορίαν, και ακόμη επιμένεις εις την πλάνην αυτήν; Παύσον, μιαρώτατε, την ανόητον ταύτην διδαχήν· μάθε να τιμάς τους αθανάτους θεούς και μη θεοποιείς άνθρωπον ο οποίος εθανατώθη δια τας πολλάς του αταξίας. Λοιπόν μη πολυλογής, αλλά συντόμως να επαναφέρης τον συγγενή μου εις την οικίαν του». Απεκρίθη ο Ιωάννης προς τον ηγεμόνα: «Δια να παύσω εγώ από την διδαχήν ταύτην είναι αδύνατον· διότι πάσα η ελπίς της σωτηρίας μου εξ αυτής εξαρτάται. Περί δε του ρήτορος Απολλωνίδου ουδεμίαν ενοχήν γνωρίζω εις τον εαυτόν μου· εάν όμως θέλης αυτόν, ας έλθη προς σε· διότι τώρα θα αποστείλω τον μαθητήν μου δια να φέρη εδώ τον Απολλωνίδην και ό,τι αυτός έχει εναντίον ημών, να είπη ενώπιόν σου». Τότε διέταξεν ο ηγεμών να γίνη ούτω, τον δε Ιωάννην να δέσωσι με αλύσεις και να κλείσωσιν εις την φυλακήν. Είπε δε ο Ιωάννης προς τον ηγεμόνα: «Παρακαλώ, επιτρέψατε πρώτον εις εμέ ίνα γράψω επιστολήν προς τον Απολλωνίδην, και ύστερον δέσατέ με δια των σιδήρων». Ο δε ηγεμών, νομίσας ότι δια της επιστολής ταύτης ο Ιωάννης θέλει να λύση τον Απολλωνίδην εκ της μαγείας, επέτρεψε την γραφήν της επιστολής. Όθεν έγραψεν ο Ιωάννης ούτως: «Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού προς το πνεύμα του πύθωνος, το οποίον κατοικεί εις Απολλωνίδην τον ρήτορα· παραγγέλλω σοι εν ονόματι του Ιησού Χριστού, να εξέλθης από του πλάσματος του Θεού, και να μη εισέλθης πλέον εις αυτόν μήτε εις άλλον άνθρωπον, αλλ’ έξω της νήσου ταύτης εις ερήμους τόπους να είσαι δια παντός». Ταύτην την επιστολήν λαβών εγώ παρά του Ιωάννου μετέβην αμέσως εις τον τόπον εις τον οποίον ήτο ο Απολλωνίδης· ήτο δε το διάστημα έξ μιλίων η απόστασις· ερευνήσας λοιπόν και ευρών αυτόν, μόλις επλησίασα, ευθύς το ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν απ’ αυτού· είπε δε προς με ο Απολλωνίδης: «Διατί εκοπίασας να έλθης μέχρις εδώ, μαθητά του αγαθού διδασκάλου»; Απήντησα εγώ προς αυτόν: «Ήλθον προς αναζήτησίν σου, ω σοφώτατε, δια να επιστρέψης υγιής και καλώς έχων προς τους γονείς και συγγενείς σου». Αφού εξήλθε το δαιμόνιον εκ του Απολλωνίδου, ησύχασεν ούτος κατά την ψυχήν και ήτο πλήρης χαράς· διέταξε δε να ετοιμασθή δι’ εμέ μεν ημίονος, δια τον εαυτόν του δε ίππος· ανελθόντες δε επ’ αυτών επεστρέψαμεν εις την πόλιν Φλωράν. Μόλις εισήλθομεν εις την πόλιν, με ηρώτησεν ο Απολλωνίδης: «Που ευρίσκεται ο διδάσκαλος»; Εγώ δε είπον προς αυτόν, ότι «εις την φυλακήν σιδηροδέσμιον έκλεισεν αυτόν ο ηγεμών δια την ιδικήν σου φυγήν και απουσίαν»· τούτο δε ακούσας εκείνος, δρομαίως ακολουθούντος εμού, έφθασεν εις την φυλακήν· και ιδών αυτόν ο δεσμοφύλαξ προσεκύνησε και ήνοιξε την φυλακήν, εις την οποίαν εισελθόντες και ιδών ο Απολλωνίδης τον Ιωάννην με τας αλύσεις ερριμμένον εις την γην, έπεσε και προσεκύνησεν αυτόν· είτα δε εγερθείς, έλυσεν αυτόν από τα σίδηρα και λαβών τούτον εξήλθεν εκ της φυλακής, ειπών προς τον δεσμοφύλακα: «Εάν σε ερωτήση τις, ειπέ ότι εγώ ο Απολλωνίδης απέλυσα τον άνδρα τούτον». Λαβών δε ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού, όπου ήσαν οι γονείς και οι αδελφοί αυτού πενθούντες και κλαίοντες δια την φυγήν τούτου, και τον οποίον μόλις είδον εχάρησαν χαράν μεγάλην, και εγερθέντες κατεφίλουν αυτόν μετά δακρύων. Ηρώτησεν αυτόν ο πατήρ αυτού ειπών: «Δια ποίαν αιτίαν ανεχώρησας και κατελύπησας ημάς»; Τότε ο Απολλωνίδης διηγήθη προς αυτούς άπαντα καταλεπτώς, και με ποίον τρόπον το πονηρόν πνεύμα του πύθωνος επέπεσεν εις αυτόν, και πως μόλις εισήλθεν ο Ιωάννης εις τον οίκον εδίωξεν αυτόν το πονηρόν πνεύμα, λέγον ότι είναι μάγος και ζητεί να αποκτείνη αυτόν, και ότι δεν επέτρεπεν εις αυτόν ο δαίμων ίνα επιστρέψη εις την οικίαν των, προσθέσας εν τέλει, ότι «μόλις είδον τον μαθητήν του Ιωάννου πλησίον μου, αμέσως έφυγεν απ’ εμού το βάρος του δαίμονος και η ενόχλησις των λογισμών, και μεγάλην ανακούφισιν και ελαφρότητα έλαβεν η ψυχή μου· διότι είδον το πονηρόν πνεύμα να εξέρχηται εκ του στόματός μου κατά τον ίδιον τρόπον με τον οποίον εισήλθεν εις εμέ». Είπε δε ο Ιωάννης προς αυτόν: «Θέλεις, τέκνον, να ίδης την δύναμιν του Εσραυρωμένου; Γνώριζε ότι με την δύναμιν αυτού ημείς όχι μόνον κατά πρόσωπον ελέγχομεν τους ακαθάρτους δαίμονας, αλλά και δι’ επιστολής τούτους αποδιώκομεν». Και λαβών παρ’ εμού την κατά του δαίμονος αποσταλείσαν δι’ εμού επιστολήν, έδειξεν αυτήν προς τον Απολλωνίδην· ούτος δε αναγνώσας εκράτησεν αυτήν· και παραλαβών αυτόν, τον πατέρα και τους αδελφούς αυτού μετέβημεν όλοι ομού εις τον ηγεμόνα, προς τον οποίον ο Απολλωνίδης διηγήθη τα υπό του δαίμονος συμβάντα εις αυτόν πάντα, και ότι δια της βοηθείας του Ιωάννου ηλευθερώθη από του πονηρού πνεύματος· ταύτα δε ακούσας ο ηγεμών εθαύμασε και ηυλαβήθη κατά πολλά τον Ιωάννην, αφήσας ημάς ελευθέρους. ΚΚαθημένων δε ημών εις τον οίκον του Μύρωνος, κατήχησεν ο Ιωάννης πάντας τους εις αυτόν υπάρχοντας, οι οποίοι παρεκάλουν αυτόν ίνα βαπτίση αυτούς· και διδάξας αυτούς ικανώς τα της ευσεβείας μυστήρια, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, και εγένετο μεγάλη χαρά και αγαλλίασις εν Χριστώ εις την οικίαν του Μύρωνος.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

α΄  Τα καθ’ οδόν προς την εξορίαν θαύματα αυτού.                                                                  

Ταύτα μαθών ο Δομετιανός απέστειλε δέκα αξιωματικούς μετά ικανού αριθμού στρατιωτών και διαταγής οριζούσης όπως εξορίσωσιν ημάς εις την νήσον Πάτμον, να εξετάσωσι δε ακριβώς περί της καταστάσεως των της πόλεως Εφέσου ναών και αρχαίων νομοθετημάτων και συνηθειών, και να αναφέρωσι εις αυτόν περί πάντων τούτων. Προφθάσας όμως ο Κύριος δι’ οράματος εγνώρισε πάντα ταύτα προς τον Ιωάννην ειπών: «Πρέπει να πειρασθής και δοκιμασθής πολύ· και θα εξορισθής εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην ανάγκην της παρουσίας σου». Μετ’ ολίγας λοιπόν ημέρας, ελθούσης της βασιλικής διαταγής, συνελήφθημεν υπό των απεσταλμένων αξιωματικών, οι οποίοι προς μεν τον Ιωάννην εφέρθησαν πολύ σκληρώς δέσαντες αυτόν δια σιδήρων και αλύσεων ασφαλώς, και λέγοντες: «Ούτος είναι ο μάγος ο δεινός ο ποιών τας μαγείας», εις εμέ δε πληγάς αρκετάς δώσαντες και φοβερισμούς πολλούς ειπόντες, με άφησαν ελεύθερον. Αφού ανήλθομεν εις το πλοίον, έκαστος εκ των στρατιωτών εξέλεξε το μέρος του, ημάς δε διέταξαν ίνα καθήμεθα εις το μέσον των στρατιωτών χάριν ασφαλείας· έδιδον δε εις ημάς καθ’ ημέραν εξ ουγγίας (225 γραμμάρια) άρτου, μίαν κοτύλην (300 περίπου γραμμάρια) όξους, και ένα ξέστην (900-1000 γραμμάρια) ύδατος, εκ των οποίων ολίγα τινά λαμβάνων ο Ιωάννης, έδιδε τα άλλα εις εμέ. Όμως οι αξιωματικοί ούτοι δεν ήθελον ίνα ταξιδεύση το πλοίον κατ’ ευθείαν προς την Πάτμον δια τινας σκοπούς ιδικούς των, αλλ’ εις έκαστον λιμένα σταθμεύοντες, εξώδευον αρκετόν καιρόν. Την επομένην ημέραν της αναχωρήσεως ημών, ενώ εταξιδεύομεν, εκάθισαν οι αξιωματικοί μετά των στρατιωτών ίνα φάγωσιν, έχοντες πολυτελεστάτην τράπεζαν πλήρη διαφόρων φαγητών· αφού δε έφαγον και έπιον, ήρχισαν να παίζωσι και με φωνάς ατάκτους και κρότους να ανακράζωσι. Κατ’ εκείνην την ώραν εις εκ των στρατιωτών, νέος κατά την ηλικίαν, δραμών προς την πρώραν του πλοίου δια τινα υπηρεσίαν, εξ απροσεξίας έπεσεν εις την θάλασσαν· ήτο δε και ο πατήρ αυτού εντός του πλοίου, ο οποίος ιδών τον υιόν του πεσόντα εις την θάλασσαν, ηθέλησε να ρίψη και αυτός τον εαυτόν του εκ της πολλής του λύπης· όμως ημποδίσθη υπό των εντός του πλοίου συντρόφων του να πράξη τούτο. Ήτο λοιπόν θρήνος μέγας και οδυρμός πολύς εντός του πλοίου δια τον θάνατον του νεανίου· ελθόντες δε μερικοί εξ αυτών εις τον τόπον όπου εκαθήμεθα ημείς ησφαλισμένοι, λέγουσι προς τον Ιωάννην: «Ιδού, άνθρωπε, πάντες ημείς πενθούμεν δια το κακόν όπου έγινεν εις ημάς, και πως μόνον συ αντί να λυπήσαι έγινες πλέον ευθυμότερος»; Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιωάννης: «Και τι θέλετε ίνα ποιήσω»; Λέγουσιν εις αυτόν: «Ό,τι δύνασαι βοήθησον ημίν». Λέγει πάλιν ο Ιωάννης προς τον μεγαλύτερον εξ αυτών: «Ποίον θεόν προσκυνείς»; Εκείνος δε απεκρίθη: «Τον Απόλλωνα, τον Δία και τον Ηρακλέα». Είτα λέγει προς τον δεύτερον: «Συ δε ποίον θεόν σέβεσαι»; Απήντησεν εκείνος: «Τον Ασκληπιόν, τον Ερμήν και την Ήραν», και ούτω καθεξής έκαστος κατά σειράν ωμολόγει την πλάνην του. Λέγει λοιπόν προς αυτούς ο του Κυρίου Απόστολος: «Και οι τοσούτοι θεοί σας δεν δύνανται να παρουσιάσωσι πάλιν ζώντα τον πνιγέντα και σας να διαφυλάξωσι χωρίς λύπην»; Εκείνοι δε απεκρίθησαν: «Επειδή είμεθα αμαρτωλοί και δεν φυλάττομεν καθαρότητα προς αυτούς, δια τούτο μάς τιμωρούσιν οι θεοί». Λυπηθείς ο Ιωάννης δια τον πνιγμόν του στρατιώτου, και δια την πλάνην και την θλίψιν των εν τω πλοίω ευρισκομένων, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, εγείρου και δος εις εμέ την χείρα σου», διότι ένεκα των σιδήρων δια των οποίων ήτο δεδεμένος, δεν ηδύνατο να εγερθή. Δώσας λοιπόν εγώ την χείρα μου προς αυτόν, ηγέρθη και εστάθη εις το χείλος του πλοίου, και κτυπήσας τα σίδηρα και στενάξας μετά δακρύων, είπε: «Ο Θεός των αιώνων, ο των απάντων δημιουργός, ου τω νεύματι πάσα η των κτισμάτων έπεται φύσις, ο μόνος παντοδύναμος και παμβασιλεύς, Ιησού Χριστέ, ο την προς ημάς και δι’ ημάς οικονομίαν πληρών, ο ευδοκήσας περιπατήσαι επί θαλάσσης ως επί εδάφους αβρόχοις ποσίν, ο επαγγειλάμενος ημίν αιτείν παρά σου ολοψύχως και λαμβάνειν μεγαλοδώρως· αυτός, Δέσποτα, παρά του σου Ιωάννου ικετευόμενος, τάχυνον εισακούσαί μου». Μόλις ετελείωσε την προσευχήν ταύτην ο Απόστολος, αίφνης γίνεται βρασμός της θαλάσσης μέγας, ώστε παρ’ ολίγον να κινδυνεύσωμεν πάντες, και εν μέγα κύμα υψωθέν εκ δεξιών του πλοίου έρριψε τον παίδα ζώντα παρά τους πόδας του Ιωάννου· τούτο ιδόντες οι άνθρωποι του πλοίου, πεσόντες επί πρόσωπον προσεκύνησαν αυτόν λέγοντες: «Αληθώς ο Θεός σου είναι Θεός ουρανού και γης και θαλάσσης». Έλυσαν λοιπόν εκ των αλύσεων τον Ιωάννην και είμεθα πλέον ελεύθεροι διάγοντες μετά μεγάλης προς αυτούς παρρησίας. Πλέοντες προς τα εμπρός, εφθάσαμεν εις μίαν χώραν ονομαζομένην Κατοικίον, ένθα αράξαντες το πλοίον, εξήλθον πάντες εις την ξηράν μείναντες μόνον ημείς μετά των φυλάκων εις το πλοίον· περί δε την δύσιν του ηλίου επιστρέψαντες, έκριναν καλόν οι ναύται ίνα αναχωρήσωμεν εκείθεν· όθεν και εξελθόντες επλέομεν. Κατά δε το μεσονύκτιον γίνεται μεγάλη τρικυμία εις την θάλασσαν, ένεκα της οποίας εκινδύνευε το πλοίον, και πάντες ανεμένομεν τον θάνατον. Τούτο βλέποντες οι επί κεφαλής των στρατιωτών αξιωματικοί, είπον προς τον Ιωάννην: «Άνθρωπε του Θεού, τον νεκρόν κατά παράδοξον τρόπον ανεβίβασας ζώντα εκ του βυθού της θαλάσσης δια της προσευχής σου· παρακάλεσον λοιπόν και τώρα τον Θεόν σου δια να παύση την τρικυμίαν, διότι κινδυνεύομεν να καταποντισθώμεν». Είπε δε προς αυτούς ο Ιωάννης: «Ησυχάσατε και καθίσατε έκαστος εις τον τόπον αυτού»· επειδή δε η τρικυμία εγίνετο ακόμη περισσοτέρα, εγερθείς ο Ιωάννης προσηυχήθη, και έπαυσεν αμέσως ο άνεμος και ησύχασεν η θάλασσα. Αφού εφθάσαμεν και εσταθμεύσαμεν εις τον τόπον τον λεγόμενον «Μύρων», ησθένησεν εκεί εις εκ των αξιωματικών παθών από δυσεντερίαν, ένεκα της οποίας ασθενείας εκινδύνευε να αποθάνη, και δια την οποίαν αιτίαν εμείναμεν εκεί επτά ημέρας· την δε ογδόην ημέραν ήρχισαν φιλονικούντες αναμεταξύ των οι επί κεφαλής των στρατιωτών, και άλλοι μεν έλεγον, ότι δεν πρέπει να βραδύνωμεν παραμένοντες εις τον τόπον εκείνον και να αμελώμεν εις την εκτέλεσιν της βασιλικής προσταγής, άλλοι δε έλεγον, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψωμεν εκεί τον ασθενούντα σύντροφόν μας· αλλά και να τον λάβωμεν εις το πλοίον εις οποίαν κατάστασιν ευρίσκεται, δεν είναι δίκαιον, διότι θα αποθάνη πάντως εντός αυτού. Τότε λέγει προς με ο Ιωάννης: «Ύπαγε, τέκνον Πρόχορε, και ειπέ εις τον ασθενούντα άνθρωπον, ότι είπεν ο Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού, ίνα έλθης προς αυτόν υγιής». Απήλθον λοιπόν και είπον ταύτα προς τον ασθενούντα, όστις αμέσως εγερθείς ως να μη είχεν ασθένειάν τινα με ηκολούθησε και ήλθε προς τον Ιωάννην, ο οποίος είπε προς αυτόν: «Ομίλησον εις τους συντρόφους σου ίνα αναχωρήσωμεν απ’ εδώ», αμέσως δε ο μη φαγών επτά ημέρας και εις κίνδυνον μέγαν ευρισκόμενος μεταβάς μετά χαράς παρεκίνει τους συντρόφους του δια να αποπλεύσωμεν εκείθεν. Τούτο δε το θαύμα ιδόντες οι αξιωματικοί μετά των στρατιωτών και πάντες οι εν τω πλοίω προσέπεσον εις τους πόδας του Αποστόλου λέγοντες προς αυτόν: «Ιδού πάσα η γη είναι εις την διάθεσίν σου, και πήγαινε όπου θέλεις· διότι εβεβαιώθημεν ότι είσαι υπηρέτης του αληθινού Θεού». Ο δε Ιωάννης είπε προς αυτούς: «Όχι, τέκνα μου, δεν πρέπει να γίνη ούτως, αλλά να με οδηγήσητε εκεί όπου έχετε διαταγήν, δια να μη τιμωρηθήτε παρά του βασιλέως, όστις προς τούτο σας απέστειλεν». Όθεν κατηχηθέντες υπ’ αυτού, εβαπτίσθησαν άπαντες κατ’ εκείνην την ημέραν· και αναχωρήσαντες εκείθεν εφθάσαμεν εις την νήσον Πάτμον και εισήλθομεν εις μίαν πόλιν αυτής ονομαζομένην Φλωράν, εις τας αρχάς της οποίας, κατά την διαταγήν του βασιλέως, παρέδωκαν ημάς οι αξιωματικοί, οι οποίοι δεν ήθελον να αποχωρισθώσιν, αλλ’ ήθελον να μένωσι μεθ’ ημών. Όμως ο Ιωάννης είπε προς αυτούς: «Ω τέκνα, προσέχετε να μη εκπέσητε μόνον από την χάριν την οποίαν ελάβετε, και κανείς τόπος δεν δύναται να σας βλάψη». Μείναντες λοιπόν ομού με ημάς δέκα ημέρας, κατά τας οποίας εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου, ύστερον επευξάμενος και ευλογήσας αυτούς, απέλυσεν εν ειρήνη, παραδώσας αυτούς εις τον Θεόν τον οποίον επίστευσαν· ότι Αυτώ πρέπει δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Β΄. Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.

ζ΄ .  Το  τέχνασμα του εχθρού.                                                                                                          

Επειδή λοιπόν εγίνοντο τα σημεία ταύτα και έτερα περισσότερα υπό του Ιωάννου, και η φήμη των θαυμάτων έτρεχε πανταχού, ιδών ο δαίμων ο κατοικών εις τον βωμόν της Αρτέμιδος πάντα τα γινόμενα υπό του Ιωάννου και ότι μέλλει να κρημνισθή υπ’ αυτού και το ιερόν ακόμη, μετασχηματίζεται ο δαίμων κατά φαντασίαν εις σχήμα δικαστικού υπαλλήλου, και βαστάζων διάφορα χαρτία, εκάθησεν εις ένα τόπον και έκλαιεν· διαβαίνοντες δε απ’ εκεί δύο πραγματικοί δικαστικοί υπάλληλοι της πόλεως Εφέσου και ιδόντες τον φαινόμενον συνάδελφον αυτών κλαίοντα, ελυπήθηκαν αυτόν και τον ηρώτησαν δια ποίαν αιτίαν κάθεται κλαίων· ο δε δαίμων δεν απεκρίθη προς αυτούς. Επειδή όμως εκείνοι παρεκάλουν αυτόν λέγοντες: «Ειπέ εις ημάς δια ποίαν αιτίαν κλαίεις και υποσχόμεθα να σε βοηθήσωμεν εις την συμφοράν σου», ο δαίμων κλαίων και οδυρόμενος είπε προς αυτούς: «Εις πολλήν θλίψιν ευρίσκομαι, αδελφοί, και δεν δύναμαι ο άθλιος να ζήσω πλέον· εάν λοιπόν δύνασθε να με βοηθήσητε, να σας ειπώ την συμφοράν μου· εάν όμως δεν δύνασθε να μου χρησιμεύσητε, διατί να σας είπω και το μυστικόν μου»; Απεκρίθησαν εκείνοι: «Ειπέ εις ημάς την συμφοράν σου και θα ίδης ότι δυνάμεθα να σε βοηθήσωμεν». Λέγει προς αυτούς ο δαίμων: «Ποιήσατε όρκον εις το όνομα της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος, ότι θα αγωνισθήτε έως θανάτου δια τον φίλον σας, και τότε θα σας είπω την υπόθεσιν. Δείξατε λοιπόν αγάπην και διάθεσιν καλήν προς φίλον και ξένον άνθρωπον, και εκτός ότι θα δικαιώσητε την ψυχήν μου, θα λάβητε και τον μισθόν σας»· και ομού με τον λόγον, επέδειξε ποσότητα χρυσίου, την οποίαν υπέσχετο να δώση εις αυτούς. Αφού λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι εποίησαν τον όρκον ότι με όλην την δύναμίν των θα φροντίσωσι δια την υπόθεσιν αυτού ωσάν να επρόκειτο περί ιδικής των υποθέσεως, λέγει προς αυτούς κλαίων ο δαίμων: «από Καισαρείας της Παλαιστίνης είμαι εγώ ο άθλιος βοηθός εις το βασιλικόν δικαστήριον και μοι εδόθησαν προς φύλαξιν δύο άνδρες επίσημοι, μάγοι από Ιερουσαλήμ καταγόμενοι, Ιωάννης και Πρόχορος ονομαζόμενοι, τους οποίους έβαλον εις την φυλακήν· και γενομένης ανακρίσεως αυτών, ευρέθησαν ούτοι ένοχοι πολλών και μεγάλων πονηρών πράξεων, ένεκα των οποίων απέστειλεν αυτούς πάλιν ο άρχων εις την φυλακήν δια να προσαχθώσιν εις δευτέραν εξέτασιν· παραλαβών δε εγώ τούτους ίνα μεταφέρω αυτούς εις την φυλακήν, δια μαγικής κακοτεχνίας εξέφυγον ούτοι εκ των χειρών μου. Τούτο μαθών εις εκατόνταρχος, συμπαθών προς εμέ, μου είπε: «Φύγε, άθλιε, και καταδίωξον αυτούς, διότι κακώς θα αποθάνης· και εάν μεν εύρης αυτούς, επίστρεψον φέρων τούτους· εάν δε δεν τους εύρης, μήτε συ να φανής εδώ· διότι εγώ γνωρίζω τον θυμόν του άρχοντος». Λαβών λοιπόν εγώ τα χρήματα ταύτα, ανεχώρησα εκ της πατρίδος μου εγκαταλείψας την οικίαν και την γυναίκα μετά των τέκνων μου· ιδού δε και η κατάθεσις και καταδίκη αυτών (δεικνύων προς αυτούς φανταστικούς χάρτας)· καθώς δε επληροφορήθην παρά πολλών, εις την πόλιν ταύτην ευρίσκονται ούτοι, και δια τούτο ήλθον εδώ· όθεν παρακαλώ σας ελεήσατέ με και βοηθήσατέ με τον ξένον». Ταύτα ακούσαντες οι βασιλικοί εκείνοι άνθρωποι παρά του φαινομένου συναδέλφου αυτών, απήντησαν: «Μη λυπείσαι, ω φίλε· διότι οι άνθρωποι περί των οποίων λέγεις εδώ ευρίσκονται». Λέγει πάλιν ο δαίμων: «Φοβούμαι πολύ μήπως δια μαγείας φύγωσι πάλιν· αλλά τούτο ποιήσατε, ω φίλοι· αποκλείσατε αυτούς εις ένα οίκον χωρίς να γνωρίζη κανείς, και εκεί θανατώσατε αυτούς, και λάβετε τα ολίγα ταύτα χρήματα τα οποία έχω ακόμη». Απεκρίθησαν εκείνοι ειπόντες προς αυτόν: «Συμφέρει καλλίτερον εις σε να συλλάβωμεν αυτούς, και να σου παραδώσωμεν αυτούς ζώντας· διότι εάν θανατωθώσιν εδώ, πως θα επιστρέψης συ χωρίς αυτούς εις την πατρίδα σου»; Απήντησε προς αυτούς ο δαίμων: «Θανατώσατε αυτούς, ω φίλοι, και δεν θέλω να ίδω πλέον την πατρίδα μου». Ούτοι δε υπεσχέθησαν ίνα ποιήσωσι τούτο, δια να λάβωσι παρ’ αυτού του δαίμονος τα κατά φαντασίαν φαινόμενα χρήματα. Γνωρίσας πάντα ταύτα δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, θέλω να γνωρίζης και να ετοιμάζης την ψυχήν σου δια πειρασμούς· διότι πολλήν θλίψιν ετοιμάζει εναντίον ημών ο δαίμων, ο οποίος μένει εις τον βωμόν της Αρτέμιδος. Ιδού ήγειρε καθ’ ημών δύο βασιλικούς ανθρώπους, και ο Κύριος εφανέρωσεν εις εμέ πάντα όσα ωμίλησε προς αυτούς ο δαίμων». Και μετ’ ολίγην ώραν ήλθον οι δύο στρατιωτικοί άνθρωποι και συνέλαβον ημάς κατά την στιγμήν την οποίαν δεν ευρίσκετο μαζί με ημάς ο Διοσκορίδης. Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Δια ποίαν αιτίαν εκρατήσατε ημάς»; Απήντησαν ούτοι: «Δια μαγικήν κακοτεχνίαν». Είπε πάλιν ο Ιωάννης: «Και ποίος είναι ο κατηγορών ημάς περί τούτου»; Απεκρίθησαν οι άνθρωποι εκείνοι: «Θα εισέλθητε πρώτον εις την φυλακήν και εκεί θα ίδητε και τον κατήγορόν σας». Λέγει πάλιν ο Ιωάννης: «Δεν δύνασθε να κλείσητε ημάς εις την φυλακήν, εάν δεν παρουσιάσητε πρώτον τους κατηγόρους ημών». Τούτο ακούσαντες εκείνοι ερράπισαν αυτόν, και σύραντες ημάς μετέφερον όχι εις την κοινήν φυλακήν, αλλ’ εις μίαν ιδιωτικήν οικίαν δια να μας θανατώσωσι κατά την συμβουλήν του δαίμονος. Ακούσασα η Ρωμάνα τα γενόμενα και δραμούσα ανέφερεν εις τον Διοσκορίδην· ούτος δε ευθέως ελθών εκεί όπου είμεθα αποκεκλεισμένοι, ημάς μεν απέλυσεν εκ της φυλακής, προς δε τους φυλακίσαντας ημάς ωμίλησε λόγους σκληρούς και κατηγορητικούς ειπών προς αυτούς, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: «Δεν επιτρέπεται εις σας να φυλακίζητε ανθρώπους ακατακρίτους χωρίς να υπάρχη κατήγορος αυτών και μάλιστα όχι εις φανερόν τόπον και δημοσίαν φυλακήν, αλλ’ εις απόκρυφον οικίαν δια να κακοποιήσετε ή και να θανατώσητε αυτούς. Ιδού οι άνθρωποι ούτοι θα παραμένωσιν εις τον οίκον μου, και όστις έχει δίκην κατ’ αυτών, ας έλθη να λάβη αυτούς και κατά τον νόμον ας κριθώσιν». Ελθόντες οι στρατιώται εις τον τόπον εις τον οποίον εκάθητο προηγουμένως ο δαίμων εις σχήμα δικαστικού υπαλλήλου, καθώς προείπομεν, και μη ευρόντες αυτόν, περιέπεσον εις μεγάλην λύπην και στενοχωρίαν λέγοντες: «Επειδή δεν ευρίσκεται ο κατήγορος, ημείς ως συκοφάνται θα θεωρηθώμεν παρά του Διοσκορίδου· και τούτο δεν θα είναι χωρίς κίνδυνον δι’ ημάς, διότι είναι πολύ αυστηρός ούτος». Επί πολλήν ώραν αναμείναντες εις το μέρος εκείνο οι στρατιώται, ήλθεν ο δαίμων εις το αυτό ως και πρότερον σχήμα και διηγήθησαν εις αυτόν πάντα όσα εποίησαν, και ότι οι ζητούμενοι ευρίσκονται εις την οικίαν του Διοσκορίδου. «Εάν λοιπόν έλθης και συ μεθ’ ημών, είπον, λαμβάνομεν αυτούς». Ο δε δαίμων ηκολούθησεν αυτούς κλαίων και οδυρόμενος δήθεν, και τους χάρτας βαστάζων της καταθέσεως και καταδίκης ημών· συνήχθη δε και λαός πολύς και προς πάντας τούτους εξηγείτο ο δαίμων εκείνα τα οποία προηγουμένως είχεν είπει προς τους στρατιώτας. Ταύτα ακούσας ο λαός και πλησθείς θυμού, έδραμε με ατάκτους φωνάς εις την οικίαν του Διοσκορίδου, και κτυπώντες τας θύρας αυτής ισχυρώς, έκραζον λέγοντες: «Ή παράδος εις ημάς τους μάγους τούτους, ή και σε και τον οίκον σου θα κατακαύσωμεν· διότι αφού είσαι άρχων της πόλεως ταύτης, δεν πρέπει να υποστηρίζης και να ενισχύης τοιούτους μάγους και κακοποιούς ανθρώπους». Βλέπων ο Ιωάννης την ορμήν και μανίαν του πλήθους, είπε προς τον Διοσκορίδην: «Ημείς, αδελφέ, ούτε δια χρήματα, ούτε δια τα σώματα ημών ενδιαφερόμεθα· διότι εδιδάχθημεν να βαστάζωμεν τον Σταυρόν καθ’ ημέραν και να ακολουθώμεν τον Χριστόν». Είπε δε ο Διοσκορίδης: «Ιδού η οικία μου· ας αναφθή το πυρ και ας κατακαή μαζί με εμέ και τον υιόν μου, μόνον τον Χριστόν να κερδήσωμεν». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ούτε συ, ούτε ο οίκος σου ούτε έτερον τι εκ των πραγμάτων σου θα απολεσθή· μόνον παράδος ημάς εις τους ανθρώπους τούτους». Μη θέλοντος δε του Διοσκορίδου, ίνα παραδώση ημάς, είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Η συγκέντρωσις αύτη του λαού εις αγαθόν θα οδηγήση τους περισσοτέρους εξ αυτών· έκβαλε λοιπόν ημάς εκ της οικίας σου και παράδος εις αυτούς· σεις δε ησυχάσατε εις τον οίκον σας, και θα ίδητε την δόξαν του Θεού». Καταβιβάσας λοιπόν ημάς εκ της οικίας του ο Διοσκορίδης, παρέδωκεν εις το πλήθος του λαού· κρατούμενοι δε υπ’ αυτών και συρόμενοι, διήλθομεν και εκ του ναού της Αρτέμιδος, περί του οποίου ηρώτησεν ο Ιωάννης: «Τίνος είναι ο μέγιστος ούτος ναός»; Εκείνοι δε είπον: «Της Αρτέμιδος ιερόν είναι»· παρεκάλεσε δε ο Ιωάννης ίνα σταθώσιν ολίγον εις τον τόπον εκείνον· και υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν παρεκάλει τον Θεόν εκτενώς με στεναγμούς αλαλήτους, όπως καταπέση ο ειδωλικός εκείνος ναός, άνθρωπος όμως κανείς να μη πάθη κακόν· αμέσως δε επληρώθη η δέησις αυτού, και κατέπεσε το περισσότερον μέρος του ναού. Τότε ο Ιωάννης είπε προς τον δαίμονα τον παραμένοντα εις τον ναόν εκείνον της Αρτέμιδος: «Προς σε λέγω, το πνεύμα το ακάθαρτον, το παραμένον εις τον ναόν της Αρτέμιδος», είπε δε ο δαίμων: «Τι είναι»; Λέγει προς αυτόν ο του Κυρίου Απόστολος: «Ειπέ πόσους χρόνους έχεις όπου κατοικείς ενταύθα, και εάν συ τους στρατιώτας τούτους και τον λαόν εξήγειρας εναντίον ημών ομολόγησον»· ο δε δαίμων, βιαζόμενος υπό της θείας δυνάμεως, έκραξε: «Χρόνους μεν έχω ενταύθα διακοσίους τεσσαράκοντα εννέα, πάντας δε τούτους εγώ εξήγειρα εναντίον σας». Είπε πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Παραγγέλλω εις σε, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, να μη κατοικήσης πλέον εις τον τόπον τούτον». Και ευθέως εξήλθεν ο δαίμων από της πόλεως. Ταύτα ως είδε και ήκουσεν ο λαός, έλαβε πάντας αυτούς θάμβος και έκτασις, και οι περισσότεροι εξ αυτών κατ’ αυτήν την ώραν επίστευσαν εις τον Χριστόν όσοι ήσαν άξιοι σωτηρίας· οι δε λοιποί παραλαβόντες ημάς παρέδωκαν εις τον ανθύπατον (διοικητήν της πόλεως), έχοντες συμβοηθούντα αυτούς και Ιουδαίον τινά, Μαρεώνα ονόματι, ο οποίος μεγάλως ηγωνίζετο δια να θανατώσουν ημάς, και όστις εβεβαίωνε τον άρχοντα, ότι πραγματικώς υπάρχομεν μάγοι και ότι από την Καισάρειαν ήλθε βασιλικός άνθρωπος φέρων τας κατηγορίας των μαγειών ημών. Και ταύτα ακούσας ο άρχων, διέταξεν ίνα κλεισθώμεν ημείς εις την φυλακήν, απέστειλε δε ανθρώπους προς ανεύρεσιν του κατηγόρου ημών, τον οποίον μετά κήρυκος (διαλαλητού) επί τρεις ημέρας ναζητήσαντες καθ’ όλην την πόλιν και ουδαμού ευρόντες αυτόν, είπεν ο άρχων: «Εγώ ξένους ανθρώπους, μη υπάρχοντος κατηγόρου ίνα βεβαιώση τας κατηγορίας, δεν δύναμαι ούτε ανέχομαι να τιμωρήσω ή να κρατώ εις την φυλακήν»· και αποστείλας απέλυσεν ημάς. Όμως πολλοί της πόλεως κάτοικοι διετέλουν εν οργή δια την κατάπτωσιν του ναού της Αρτέμιδος και επειδή πολλά σημεία και τέρατα εγένοντο δια του Ιωάννου, ένεκα των οποίων πλήθος άπειρον λαού υπήκουσαν προσελθόντες εις την πίστιν του Χριστού, καταφρονήσαντες την λατρείαν των ειδώλων, δια τούτο δι’ αναφοράς κατοίκων τινών της Εφέσου ανεφέρθησαν πάντα ταύτα εις τον τότε βασιλέα της Ρώμης Δομετιανόν, όστις εβασίλευεν εκεί εν έτει πβ΄ (82) μετά της προσθήκης, ότι εις τας μαγικάς τέχνας των καλουμένων Χριστιανών ακολουθήσαντες οι περισσότεροι των κατοίκων αθετούσι μεν τους νόμους των βασιλέων, καταφρονήσαντες δε και των μεγάλων θεών το σέβας, κατέστρεψαν τους επισημοτέρους και μεγαλυτέρους ναούς και τα ιερά αυτών.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Β΄. Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.

στ΄  Θανάτωσις και αύθις ανάστασις των διακοσίων στρατιωτών και θεραπεία του παραλυτικού.                                                                                                                              

Ταύτα ακούσαντες οι Εφέσιοι και ιδόντες την θεάν των συντριβείσαν, ηγανάκτησαν περισσότερον, και έρριπτον πάλιν λίθους κατά του Ιωάννου. Όμως ουδέ εις εκ των λίθων εκτύπησεν αυτόν, αλλά μόνον αυτοί υπό του θυμού και της οργής κατεξεσχίζοντο και τους χιτώνας των περιέσχιζον, μη δυνάμενοι δια των χειρών των να εκδικηθώσι τον Ιωάννην, επειδή εσκέπετο υπό της θείας Χάριτος. Ο δε Ιωάννης, ιδών αυτούς υπό του δαίμονος εξεγειρομένους και οργιζομένους, είπε προς αυτούς: «Καθησυχάσατε, ω άνδρες Εφέσιοι· διότι δεν είναι λογικών ανθρώπων αυτά τα οποία κάμνετε, αλλά πολλής αλογίας και αγνωσίας γέμοντα, και πρέποντα μόνον εις εκείνους τους ακαθάρτους δαίμονας, οι οποίοι σας παρακινούσιν ίνα κάμνητε τα τοιαύτα. Προσέχετε λοιπόν και έλθετε εις τον εαυτόν σας δια να ίδητε την δύναμιν του ιδικού μου Θεού». Των δε Εφεσίων μύθους νομιζόντων τους λόγους του Ιωάννου, σταθείς ούτος κατά ανατολάς, και τας χείρας αυτού προς τον ουρανόν ανυψώσας, και μεγάλως στενάξας, είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, εν οικτιρμοίς και μέτρω παιδείας πιστοποίησον τους ανθρώπους τούτους, ότι συ είσαι ο Θεός και πλην σου δεν υπάρχει έτερος». Ως ετελείωσεν η προσευχή ευθύς εγένετο σεισμός μέγας και βρασμός της γης, ώστε ει του φόβου πεσόντες απέθανον έως διακόσιοι άνδρες· οι δε λοιποί, άμα συνήλθον εκ του φόβου, έπεσον εις τους πόδας του Ιωάννου, παρακαλούντες αυτόν όπως τύχωσιν ελέους· διότι μέγας τρόμος εκλόνιζεν αυτούς, διο και παρεκάλουν λέγοντες: «Παρακαλούμεν σε, ΄νθρωπε του Θεού, ίνα αναστήσης τους αποθανόντας ανθρώπους δια να πιστεύσωμεν εις τον υπό σου κηρυττόμενον Θεόν». Αναβλέψας δε ο Ιωάννης εις τον ουρανόν παρεκάλεσε τον Θεόν μετά στεναγμών και δακρύων και σιωπηράς φωνής, χωρίς να ακούηται, λέγων ούτως: «Ο ων Θεός προς τον αεί όντα Πατέρα, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ο επιφανείς επί σωτηρία πάντων των ανθρώπων και συγχωρήσας εις ημάς τους πιστεύοντας επί σε τας αμαρτίας ημών, αυτός συγχώρησον και τούτους τους τεθνηκότας, και ανάστησον αυτούς δια της παντοδυνάμου χειρός σου και άνοιξον τας καρδίας αυτών προς φωτισμόν της γνώσεώς σου· δος δε και εις εμέ τον δούλον σου θάρσος του μετά παρρησίας λαλείν τον λόγον σου». Ταύτα προσευχηθέντος του Ιωάννου, πάλιν εγένετο βρασμός της γης μέγας, και ευθύς ανέστησαν πάντες οι αποθανόντες· και προσπεσόντες εις τον Ιωάννην παρεκάλουν αυτόν, ίνα τους αξιώση της ενθέου σωτηρίας δια του θείου Βαπτίσματος. Αφού λοιπόν εδίδαξεν ικανώς και κατήχησε τον λόγον του Θεού, εβάπτισεν αυτούς άπαντας· παραλαβών δε ημάς ο Διοσκορίδης έφερεν εις τον οίκον αυτού και παρέθεσε τράπεζαν· και αφού εφάγομεν και ηυφράνθημεν δια την σωτηρίαν των αδελφών, εξήλθομεν πάλιν προς διδασκαλίαν των ανθρώπων, και ήλθομεν εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Τύχη πόλεως». Εις το μέρος τούτο ευρίσκετο εις άνθρωπος παραλυτικός τελείως, έχων εις την ασθένειαν αυτήν δώδεκα έτη, ο οποίος μόλις είδε τον Ιωάννην έκραξε λέγων προς αυτόν: «Ελέησόν με μαθητά του Θεού», πλησιάσας δε προς αυτόν ο Ιωάννης είπεν: «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, ανάλαβε την υγείαν σου»· και εν τω άμα ηγέρθη ο ασθενής ευχαριστών και δοξάζων τον Θεόν.