Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Η Αγία Μεγαλομάρτυς ΚΥΡΙΑΚΗ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΚΥΡΙΑΚΗΣ.                                                             

Από δύο αιτίας παρακινείται ο άνθρωπος να κάμνη εις άλλον άνθρωπον το αγαθόν. Ή εκ φύσεως, ή εκτελών την εντολήν του Θεού. Και εκ φύσεως μεν πράττει το κλόν, όταν επί παραδείγματι ο πατήρ αγαθοποιή τον υιόν του, και ο υιός τον πατέρα, και ο αδελφός τον αδελφόν, ή συγγενής τον συγγενή. Διότι ούτοι ουχί τόσον δια την εντολήν του Θεού αγαθοποιούσιν αλλήλους, όσον κινούμενοι από την αγάπην της φύσεως. Τούτον τον φυσικόν τρόπον όχι μόνον οι άνθρωποι έχουσιν, αλλά και τα άλογα ζώα, διότι και αυτά, αναγκαζόμενα υπό της φύσεως, αγαπώσι τα όμοιά των, καθώς λέγει και ο σοφός Σειράχ (Κεφ. ιγ: 15). «Παν ζώον αγαπά το όμοιον αυτώ και πας άνθρωπος τον πλησίον αυτού». Δια την εντολήν του Θεού πράττει το καλόν ο άνθρωπος, αν και δεν έχει συγγενή, όμως δια την παραγγελίαν του Χριστού, την οποίαν αναφέρει εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον «Παντί τω αιτούντί σε δίδου», προσφέρει προς τον πλησίον ελεημοσύνην ή άλλην τινά συνδρομήν. Εξ αυτής λοιπόν της δευτέρας αιτίας παρεκινήθην και εγώ σήμερον, αγαπητοί μου αδελφοί, να προσφέρω προς υμάς την διδασκαλίαν μου ταύτην (ήτις υπερβαίνει πάσαν άλλην σωματικήν δωρεάν αγαθού). Διότι ακούω τι είπεν ο Άγγελος Ραφαήλ προς τον Τωβίτ (Κεφ. ιβ: 7) «Μυστήριον βασιλέως καλόν κρύψαι, τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως». Δια τούτο παρεκινήθην ίνα διηγηθώ προς την γάπην υμών, καθ’ όσον μοι είναι δυνατόν, περί της σήμερον εορταζομένης Αγίας Κυριακής, ίνα από την διήγησιν ταύτην γνωρίσητε τα θυμάσια έργα του Θεού και την άπειρον Αυτού δύναμιν. Διότι πως δεν είναι θαυμαστόν έργον Θεού, γυνή, γένος ασθενέστερον, να νικήση τον νοητόν εχθρόν, τον διάβολον; Ή πως δεν ήτο τούτο έργον παραδόξου δυνάμεως, σώμα γυναικείον, φύσει ασθενές, να υπομένη τοσαύτας τιμωρίας; Επειδή εάν ανήρ τις υπομείνη τας τοσαύτας βασάνους δεν είναι θαυμαστόν, αφού εκ φύσεως έχει την ανδρείαν του σώματος. Αλλά δια να τύχη γυνή να υπομείνη θεληματικώς τιμωρίας και βάσανα, φανερόν είναι ότι ουχί εκ φύσεως ηδυνήθη να υπομείνη ταύτα, αλλ’ εκ της απείρου δυνάμεως του Θεού. Ίνα λοιπόν εννοήσητε τα του Θεού θαυμάσια και την δύνμιν Αυτού, ακούσατε μετά πάσης προθυμίας την περί της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής διήγησιν, ίνα και Εκείνον δοξάσητε και την Αγίαν Αυτού επαινέσητε. Μετά την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά τα τ΄ (300) έτη ήσαν δύο βασιλείς πολύ ασεβείς και χριστομάχοι, ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, το ζεύγος του διαβόλου. Και ο μεν Διοκλητιανός εβασίλευεν εις πάσαν την Ανατολήν, ο δε Μαξιμιανός, όστις είχε γυναίκα την θυγατέρα του Διοκλητιανού τούτου, εις την Δύσιν. Οι ασεβέστατοι λοιπόν ούτοι βασιλείς φρικτήν βουλήν ηβουλήθησαν, ήτοι να σβέσωσι παντελώς το όνομα του Χριστού, και να αφανίσωσι το γένος των Χριστιανών από προσώπου της γης. Διότι ούτε πόλεις είχον εις τον νουν των να προσθέσωσιν εις την εξουσίαν των, ούτε έθνη ήθελον να υποτάξωσιν εις την βασιλείαν των, αλλά μόνον ένα σκοπόν ασεβέστατον είχον και εν έργον παρανομώτατον, να τυραννώσι τους Χριστιανούς. Ποίον κακόν δεν εγένετο τότε εις τους αγαπώντας τον Χριστόν! Επληρούντο αι φυλακαί από του πλήθους των καθ’ εκάστην τιμωρουμένων Χριστιανών! Αι οικίαι, όσαι είχον κυρίους Χριστιανούς, ηρημώνοντο. Αι ερημίαι και τα όρη μετεβάλλοντο εις πόλεις εκ του πλήθους των Χριστιανών, οίτινες έφευγον εκεί. Οι πτωχοί Χριστιανοί και οι της αληθείας φίλοι επαιδεύοντο ως οι μεγαλύτεροι κακούργοι. Τα χρήματα των Χριστιανών διηρπάζοντο υπό των ειδωλολατρών. Οι νόμοι της ανθρωπίνης φύσεως ηλλοιούντο, διότι οι πατέρες ειδωλολάτραι παρέδιδον τους υιούς των εις θάνατον, επειδή επίστευον εις τον Χριστόν. Οι παίδες κατηγόρουν τους πατέρας των ως Χριστιανούς, και, ίνα δι’ ολίγων είπω, σκότος και σύγχυσις μεγάλη υπήρχεν εις όλον τον κόσμον. Διότι οι μεν εχθροί του Χριστού είχον ελευθερίαν να τιμούν τους δαίμονας, οι δε φίλοι της αληθείας Χριστιανοί εδιώκοντο, και ο αληθής Θεός, ο Χριστός, υβρίζετο ως πλάνος. Τότε τινές μεν εφοβούντο και ηρνούντο τον Χριστόν, και εθυσίαζον εις τα είδωλα. Όσοι δε δεν ηδύναντο ούτε να μαρτυρήσωσιν, ούτε ήθελον να γίνωσιν ειδωλολάτραι, έφευγον εις τα όρη και σπήλαια και εκεί εκρύπτοντο, αναμένοντες τον καιρόν, κατά τον οποίον θα εγνώριζον ότι είναι θέλημα Θεού να παρουσιασθώσι. Κατ’ εκείνον λοιπόν τον καιρόν εις τα μέρη της Ανατολής έζη Χριστιανός τις, Δωρόθεος ονόματι, όστις είχε σύζυγον Χριστιανήν καλουμένην Ευσεβίαν. Ο άνθρωπος ούτος ήτο πλούσιος και ελεήμων, πλην τέκνον δεν είχεν, ούτε άρρεν ούτε θήλυ, και δια τούτο πάντοτε μετά της συζύγου του ήσαν λυπημένοι. Όσοι έχουσι πλούτον και δεν γεννώσι τέκνον, αυτοί γνωρίζουσιν οποία θλίψις είναι η έλλειψις τέκνου. Τι λοιπόν συνέβη; Παρεκάλουν και οι δύο τον Θεόν να δώση εις αυτούς τέκνον, ουχί μόνον προς κληρονομίαν του πλούτου των, αλλά μάλλον προς παρηγορίαν των θλίψεων αυτών. Όθεν ο Θεός, ο ευλογήσας την στείραν Σάρραν να γεννήση τον Ισαάκ, την Ελισάβετ να γεννήση τον Πρόδρομον και την Άνναν να γεννήση την Παρθένον Μαριάμ, επήκουσε και της δεήσεως αυτών και μετ’ ολίγας ημέρας, συλλαβούσα η Ευσεβία, εγέννησε εις τον διωρισμένον καιρόν την Αγίαν ταύτην εν ημέρα Κυριακή. Δια τούτο, όταν την εβάπτισαν, έδωσαν εις αυτήν το όνομα Κυριακή. Εκ μικράς ακόμη ηλικίας, η σεμνή αύτη κόρη εδείκνυεν οποία ήθελε καταστή αργότερον. Διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, καθώς τα άλλα κοράσια, ούτε ησχολείτο εις απρεπή παιχνίδια, ούτε εις αργολογίας, καθώς σήμερον πράττουσι πολλά κοράσια, ούτε τους περιπάτους ηγάπα, αλλά καθημένη εις την οικίαν των γονέων της, μετά πολλής ευλαβείας και προσοχής ηκροάτο τας νουθεσίας αυτών. Ότε δε έφθασεν εις ώριμον ηλικίαν, τότε περισσότερον εφάνη η σωφροσύνη της, την οποίαν είχεν εις την ψυχήν της. Διότι όσον ηύξανε το σώμα της, τοσούτον και η γνώσις αυτής επλήθυνε και το κάλλος έλαμπεν. Ουδόλως ηκούετο εκ του στόματος αυτής αργολογία ή κατάκρισις ή ψεύδος, καθώς συμβαίνει σήμερον με πολλάς γυναίκας, αι οποίαι, ενώ πρέπει να ίστανται μετά πολλής ευλαβείας εις την Εκκλησίαν, συνομιλούσι και κατακρίνουσιν η μία την άλλην. Εις τους γάμους, ενώ πρέπει να κάθηνται σωφρόνως και ευτάκτως, άδουσι και χορεύουσιν. Εις τας εορτάς, ενώ πρέπει να ακροάζωνται μετά πάσης ησυχίας την ψαλμωδίαν και τους βίους των Αγίων, συναθροίζονται και χορεύουσι. Το παράδοξον είναι ότι έχουσι προς έπαινόν των το ποία θα στολισθή και θα χορεύση καλλίτερον. Ουαί της απωλείας! Αλλ’ η Αγία δεν έπραττε τοιουτοτρόπως, ουδέ μετεχειρίζετο το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, δηλαδή να στολίζεται ή να ψιμυθιούται δια να αρέση εις τους νέους, ούτε παρέκυπτεν από τα παράθυρα δια να αγρεύη τας ψυχάς των ανδρών. Και πάντοτε εν έργον είχεν ως απαραίτητον, να στολίζη την ψυχήν αυτής με νηστείας, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσευχήν, με την φύλαξιν των οφθαλμών, και με το να συγκρατή την γλώσσαν. Πολλοί άρχοντες εκείνου του καιρού επεθύμησαν να δώσωσιν αυτήν ως νύμφην εις τους υιούς των, αλλ’ αύτη, αγαπώσα την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν ήθελεν ούτε καν να ακούση λόγον περί γάμου. Πολλάκις, όταν οι γονείς αυτής ωμίλουν περί γάμου, διότι την είχον μονογενή και ήθελον να ίδωσιν εξ αυτής κληρονομίαν του γένους, αύτη έλεγε προς αυτούς τοιούτους λόγους, μετά πάσης ευλαβείας και συνέσεως· «Ω τιμιώτατοι γονείς! Όχι διότι η παρακοή των παίδων προς τους γονείς είναι καλή, δια τούτο δεν σας ακούω να λάβω σύζυγον, αλλά διότι εγώ προτιμώ καλλίτερον την παρθενίαν και θέλω να γίνω νύμφη του Χριστού και Θεού μου. Εξ άλλου εις τι θα ωφελήση ο γάμος; Ποία γυνή υπανδρεύθη και δεν μετενόησε; Ποία έγινε μήτηρ και δεν ελυπήθη; Διότι ή το παιδίον αυτής αποθνήσκει, ή ο σύζυγος αυτής ή ο συγγενής του και αναγκαίως θα έχη θλίψιν. Η παρθενία όμως δεν έχει λύπην, ούτε φροντίδας πολλάς. Διότι γυνή, ήτις νυμφεύεται, προσέχει πώς να αρέση εις τον σύζυγόν της, καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος. Έχει φροντίδα πώς να ενδύση τα τέκνα της, και πώς να τα διαθρέψη. Εάν δε μείνη χήρα, αλλοίμονον εις την συμφοράν της! Τότε έχει περισσοτέραν θλίψιν και μέριμναν. Εκείνη δε ήτις παρθενεύει, άλλην φροντίδα δεν έχει, ει μη μόνον πώς να είναι αρεστή εις τον Χριστόν. Διατί λοιπόν θέλετε, γονείς μου, να με υποβάλετε εις τοσαύτας φροντίδας; Η Κυρία Θεοτόκος δεν ήτο παρθένος; Αφήτε λοιπόν και εμέ να γίνω δούλη Εκείνης. Αρκεί η χάρις Αυτής να με διαφυλάξη· διότι δυνατή είναι η βοήθεια Αυτής, ίνα και εμέ ενισχύση. Έχω θάρρος εις τον μονογενή Αυτής Υιόν, όστις αγαπά την παρθενίαν». Τοιούτους λόγους ακούοντες οι γονείς της Αγίας εκ του στόματος αυτής ηυχαρίστουν και εδόξαζον τον Θεόν, τον δωρήσαντα εις αυτούς τοιούτον ευλογημένον τέκνον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας άνθρωπός τις, ειδωλολάτρης μεν κατά την θρησκείαν, πλούσιος δε πολύ, ευρίσκετο εις την πόλιν εκείνην, εις την οποίαν ευρίσκοντο και οι γονείς της Αγίας. Ούτος λοιπόν ο άρχων, ακούων περί της Κυριακής ότι είναι νέα και ωραιοτάτη, και ότι ουδεμία άλλη κόρη υπερέχει αυτής κατά το κάλλος και την γνώσιν, απεφάσισε να την δώση ως νύμφην εις τον υιόν του, αφ’ ενός μεν δια το κάλλος και την γνώσιν της, αφ’ ετέρου δε διότι ήτο μονογενής και έμελλεν ο πολύς πλούτος των γονέων αυτής να περιέλθη εις τας χείρας του. Έχων λοιπόν τον τοιούτον σκοπόν ο άρχων εκείνος εμήνυσεν εις τους γονείς της Αγίας, ίνα στέρξωσι και αυτοί εις το συνοικέσιον. Αλλ’ η Αγία, επειδή ήτο αφιερωμένη εις τον Θεόν ψυχή τε και σώματι, δεν ηθέλησεν ουδόλως να ακούση τον τοιούτον λόγον. Μόνον είπεν: «Εγώ είμαι νύμφη καθαρά του Χριστού μου και επιθυμώ να αποθάνω παρθένος». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθυμώθη σφόδρα, κι αμέσως μετέβη εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν και είπεν εις αυτόν. «Βασιλεύ, ζήθι εις τον αιώνα. Ο κόσμος όλος είναι υποτεταγμένος εις το θέλημα της βασιλείας σου και προσκυνεί τους μεγάλους θεούς. Μία όμως κόρη ενντιούται εις το πρόσταγμά σου και υβρίζει τα είδωλα, λέγουσα ότι ο Χριστός είναι Θεός. Όχι μόνον δε αυτή καταφρονεί τον ορισμόν της βασιλείας σου, αλλά και οι γονείς αυτής είναι Χριστιανοί, και ούτε εις τα είδωλα θυσιάζουσιν, ούτε υποτάσσονται εις την βασιλείαν σου». Ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ακούσας ταύτα, επλήσθη θυμού και αμέσως, αποστείλας στρατιώτας, έφερε την Αγίαν και τους γονείς αυτής έμπροσθεν αυτού και είπεν εις αυτούς: «Διατί δεν τιμάτε τους μεγάλους θεούς, τους οποίους τιμά και η βασιλεία μου, αλλά κηρύττετε άλλον θεόν, τον Χριστόν, ον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον»; Απεκρίθη ο Δωρόθεος· «Ημείς, βασιλεύ, δεν εμάθομεν εκ των προγόνων ημών να προσκυνώμεν ψευδωνύμους θεούς, αλλ’ ένα Θεόν αληθή, τον Χριστόν, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς. Όστις δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη ως άνθρωπος, και ανελήφθη, και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα, και αποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττομεν, Αυτόν ομολογούμεν αληθινόν Θεόν. Οι δε θεοί, οίτινες τον ουρανόν και την γην δεν εποίησαν, απολέσθωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ο βασιλεύς τότε διέταξε τους στρατιώτας, μετ’ οργής, να απλώσωσι κατά γης τον Δωρόθεον και να τον δείρωσι τοσούτον, ώστε ή να θυσιάση εις τους θεούς ή να αποθάνη από τον δαρμόν. Τότε οι στρατιώται, εκτελούντες την διαταγήν του βασιλέως, ήπλωσαν αυτόν και τον έτυπτον ανηλεώς, έως ότου απέκαμον. Ο δε Άγιος, έχων τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτόν, ουδέ το παράπαν ελογίζετο τας βασάνους αυτών, μάλιστα δε εμυκτήριζε και περιεγέλα τα είδωλα ως κωφά και αναίσθητα. Τότε ιδών ο βασιλεύς ότι δεν νικάται ο πατήρ της Αγίας ούτε υπό των πληγών, ούτε υπό της κολακείας, αυτόν μεν και την σύζυγον αυτού Ευσεβίαν, την μητέρα της Αγίας Κυριακής, απέστειλεν εις τον άρχοντα της πόλεως Μελιτηνής, Ιούστον καλούμενον, ίνα εκείνος τιμωρήση αυτούς, ως ανηλεής και ανήμερος. Την δε Αγίαν Κυριακήν, βλέπων ωραίαν, απέστειλεν εις τον γαμβρόν αυτού, τον Μαξιμιανόν, όστις ευρίσκετο τότε εις την Νικομήδειαν, ίνα εκείνος ανακρίνη αυτήν. Και ο μεν άρχων Ιούστος, δις και τρις εξετάσας τους γονείς της Αγίας και μη δυνηθείς ούτε με τιμωρίας, ούτε με κολακείας, ούτε με άλλον τινά τρόπον να αποστρέψη αυτούς από της εις Χριστόν πίστεως, απέκοψε τας κεφαλάς αυτών δια ξίφους και ούτως έλαβε τέλος η ζωή αυτών. Ο δε Μαξιμιανός, δεξάμενος παρά των υπηρετών του πενθερού αυτού Διοκλητιανού την Αγίαν Κυριακήν, πρώτον μεν εθαύμασε το κάλλος αυτής, έπειτα δε, παρουσιάσας αυτήν επί του κριτηρίου αυτού, ήρξατο να λέγη προς αυτήν τοιαύτα : «Τούτο πρέπει να ηξεύρης, ω κόρη, ότι ο μέγας βασιλεύς Διοκλητιανός, διότι ελυπήθη το κάλλος σου, δεν ηθέλησε να σε τιμωρήση ως Χριστιανήν, αλλά σε απέστειλεν εδώ προς με· μη λοιπόν θελήσης μόνη σου να γίνης εχθρά του εαυτού σου και να παραδώσης τοιούτον σώμα εις τιμωρίας και βάσανα, αλλά προσκύνησον τους θεούς, να έχης την ζωήν σου και τότε όχι μόνον θα σου χαρίσω και άλλον πλούτον πλέον του πατρικού, αλλά και νύμφη θα γίνης του βασιλέως εις ένα συγγενή του». Και ο μεν βασιλεύς Μαξιμιανός τοιαύτα και άλλα περισσότερα είπε κολακεύων την Αγίαν, εκείνη δε απεκρίθη· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τους τοιούτους φοβερισμούς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος, ούτε τιμωρία, ούτε παίδευσις, η οποία να με χωρίση από την αγάπην αυτού· όχι ο πατρικός μου πλούτος ή άλλος, τους οποίους θέλετε να μοι δώσητε, αλλά και αυτήν την επίγειον βασιλείαν σας εάν μου δώσητε δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ εγώ την ευσέβειαν των πατέρων μου· αλλ’ ουδέ άλλον νυμφίον θέλω στέρξει να προτιμήσω εκτός του Χριστού μου, εις τον Οποίον εχάρισα τον εαυτόν μου, ίνα ζήσω και αποθάνω παρθένος». Ταύτα ως ήκουσεν ο Μαξιμιανός επλήσθη όλος θυμού, και παρευθύς διέταξε να τανύσωσι την Αγίαν εις τέσσαρα μέρη εκ των χειρών και των ποδών και να την δείρωσι με ωμά βούνευρα, έως ου ή να αρνηθή τον Χριστόν ή να αποθάνη εκ των βασάνων. Ταύτα ειπών ο βασιλεύς εκάθητο αναμένων το τέλος, διότι ήλπιζεν ότι ως ασθενεστάτη γυνή θέλει δειλιάσει εις τας βασάνους· η δε Αγία, ποιήσασα το σημείον του Σταυρού επί του σώματός της, οικειοθελώς μετά πάσης ευκοσμίας κατέπεσεν εις την γην. Τότε οι στρατιώται του βασιλέως, λαβόντες τα νεύρα εκείνα των βοών, τοσούτον ανηλεώς έτυπτον την Αγίαν, ώστε και δύο και τρεις φοράς ενηλλάχθησαν· και οι μεν στρατιώται ηγανάκτουν τύπτοντες αυτήν, η δε Αγία, έχουσα τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτήν, ουδόλως εφαίνετο ότι εδάρη, αλλά τουναντίον τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής, ως εάν ήτο εις τερπνόν και ωραίον περιβόλιον. Βλέπων ταύτα ο βασιλεύς και νομίζων ότι οι στρατιώται λυπούνται αυτήν και δεν την δέρουσι με όλην αυτών την δύναμιν, εβόησε προς αυτούς μετά μεγάλου θυμού· «Διατί, ω κάλιστοι στρατιώται λυπείσθε την υβρίστριαν των θεών»; Απεκρίθη η Αγία· «Μη πλανάσαι, Μαξιμιανέ, μηδέ νόμιζε ότι θέλεις με νικήσει με τας τοιαύτας τιμωρίας, διότι ο Χριστός μου ίσταται αόρατος και μοι δίδει δύναμιν, ώστε να μη συλλογίζωμαι τας βασάνους σου». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, εντραπείς τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν νέαν κόρην, καθώς εκείνην, εσκέφθη να στείλη αυτήν εις τον διοικητήν της Βιθυνίας, Ιλαρίωνα λεγόμενον. Η δε Βιθυνία είναι επαρχία της Χαλκηδόνος και των άλλων πέριξ πόλεων. Ήτο δε ο Ιλαρίων ούτος άνθρωπος θηριωδέστερος παντός αγρίου θηρίου, διότι τούτο πάντοτε εσκέπτετο, πώς να φανή πλέον φοβερώτερος εις τους Χριστιανούς από τους άλλους ηγεμόνας της Ανατολής. Αφ’ ενός μεν ενόμιζεν ότι τιμωρών τους Χριστιανούς, θέλει αρέσει εις τους θεούς των Ελλήνων, αφ’ ετέρου δε ότι θέλει ακουσθή και το όνομα αυτού εις τους άλλους βασιλείς και εις τους άλλους άρχοντας ως μέγα και πολύ. Εις αυτόν λοιπόν τον Ιλαρίωνα έστειλε την Αγίαν, έγραψε δε και γράμμα προς αυτόν, παραγγέλλων να φροντίση παντοιοτρόπως, όπως αποστρέψη την Αγίαν από της πίστεως των Χριστιανών· εάν δε κατορθώση τούτο, να αποστείλη αυτήν οπίσω προς αυτόν, αυτός δε θέλει τιμήσει και υψώσει αυτόν εις μεγαλύτερα αξιώματα. Αφού ο έπαρχος Ιλαρίων έλαβε το γράμμα του βασιλέως, εκάθισεν επί θρόνου φοβερού και διέταξε να φέρωσι την Αγίαν έμπροσθεν αυτού, εις την οποίαν είπεν· «Άρά γε γνωρίζεις, ω Κυριακή, διατί ο πολυχρονημένος βασιλεύς Μαξιμιανός σε έστειλεν εδώ προς ημάς; Βεβαίως δια την πολλήν ημερότητα και πραότητα, την οποίαν έχει· διότι λυπούμενος να βλέπη τιμωρούμενον τοιούτον ωραιότατον σώμα, σε απέστειλε προς ημάς τους πιστούς δούλους του· αλλά και ημείς αυτήν την γνώμην έχομεν, μάρτυρας δε έχω τους μεγάλους θεούς και τους περιεστώτας άρχοντας, ότι και εγώ εις πάντας τους υπακούοντας εις τους ορισμούς των βασιλέων είμαι φιλάνθρωπος. Μη λοιπόν θελήσης συ σήμερον να μετατρέψης την καλήν μου γνώμην, και να με δείξης ανήμερον και απάνθρωπον· διότι, εάν μείνης π΄λιν εις την προτέραν σου πλάνην, είναι ανάγκη να γίνω εχθρός σου και να σε τιμωρήσω με βασανιστήρια, τα οποία και μόνον ακουόμενα και θεωρούμενα καταπλήττουσι τον άνθρωπον, πολλώ μάλλον και να υποστή ταύτα». Ταύτα ως ήκουσεν η Αγία απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νόμιζε, Ιλαρίων, ότι θέλω αλλάξει εγώ την προτέραν μου γνώμην και την ευσέβειαν, διότι ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μεταβάλης τον σκοπόν μου· τούτο δε γνώριζε, ότι, εάν ο βασιλεύς Διοκλητιανός και Μαξιμιανός δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την δύναμιν του Χριστού, πως θέλεις δυνηθή συ να με νικήσης; Δια τούτο μη ματαιοπονής λέγων τοιούτους λόγους, αλλά δοκίμασε και με το έργον να ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Τότε ο έπαρχος, ακούσας τούτους τους λόγους, διέταξε τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν από τας τρίχας της κεφαλής, ούτω δε να μείνη κρεμαμένη πολλάς ώρας όχι δε μόνον να έχη ταύτην την βάσανον, αλλά και να κατακαίωσι το σώμα αυτής με ανημμένας λαμπάδας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τιμωρουμένη η Αγία υπέμεινε πάντα γενναίως υπέρ της αγάπης του Χριστού και ως αν έβλεπεν αυτήν μακρόθεν. Βλέπων δε ο Ιλαρίων ότι δεν κατορθώνει τίποτε, μάλλον δε ότι εγίνετο γενναιοτέρα η Αγία με τας τοιαύτας βασάνους, καθώς ο καλός σίδηρος εις το ύδωρ, διέταξε να καταβιβάσωσιν αυτήν και να την οδηγήσωσιν εις την φυλακήν. Κατά δε την νύκτα εις την φυλακήν φαίνεται ο Χριστός εις την Αγίαν, λέγων εις αυτήν· «Μη φοβού, Κυριακή, τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επαύριον, αποστείλας ο Ιλαρίων στρατιώτας, έφερε την Αγίαν εις το κριτήριον. Ως δε είδεν αυτήν όλως υγιά, εθαύμασε και είπε προς αυτήν. «Μοι φαίνεται, ότι όλοι οι περιεστώτες εννοούσι το ότι οι μεγάλοι θεοί πολύ σε αγαπώσι, διότι ιδού. Δια  να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης ασχημίαν τινά. Μη λοιπόν φανής αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών και προσκύνησον αυτούς». Ως ήκουσε ταύτα, απεκρίθη η Αγία· «Δεν είναι οι θεοί σου, Ιλαρίων, εκείνοι οι οποίοι έδωκαν εις εμέ την υγείαν μου, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, τον οποίον πιστεύω και προσκυνώ. Αλλ’ επειδή θέλεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους θεούς λέγεις να προσκυνήσω». Ταύτα ακούσας ο Ιλαρίων εχάρη, διότι ενόμισεν ότι η Αγία μετενόησεν. Αφ’ ου δε εισήλθον εις τον ναόν, η Αγία έκλινε τα γόνατα και είπε προσευχομένη· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, ο μόνος έχων την εξουσίαν του ουρανού και της γης, επάκουσόν μου της δούλης Σου και ας κρημνισθώσι τα είδωλα ταύτα, τα άψυχα, ίνα γνωρίσωσιν οι περιεστώτες ότι Συ ει μόνος αληθινός Θεός». Ταύτα της Αγίας ειπούσης, ευθύς σεισμός μέγας εγένετο και εκρημνίσθησαν πάντα τα είδωλα, και συνετρίβησαν εις τεμάχια, οπότε ελθών ισχυρός ανεμοστρόβιλος διεσκόρπισε ταύτα. Τότε οι μεν άλλοι Έλληνες εφοβήθησαν και φεύγοντες εξήλθον του ναού. Μόνον ο έπαρχος Ιλαρίων, αντί να πιστεύση εις τον Χριστόν, ίστατο και εβλασφήμει κατ’ υτού ως αφανίσαντος τους θεούς του. Αλλ’ επήλθεν εις αυτόν σύντομος η θεία δίκη, διότι, αστραπή εκ του ουρανού πεσούσα, κατέκαυσε το πρόσωπον αυτού και ευθύς, πεσών κατά γης, απέθανεν. Ούτω κακώς αποθανών ο κάκιστος Ιλαρίων, απήλθεν εις την αιώνιον κόλασιν. Μετά τον θάνατον του Ιλαρίωνος ήλθεν άλλος έπαρχος εις την Βιθυνίαν, Απολλώνιος ονόματι, όστις, ακούσας περί της Αγίας Κυριακής, ότι κηρύττει παρρησία τον Χριστόν και ότι διδάσκει τους ανθρώπους να επιστρέφωσιν εις Αυτόν, απέστειλε στρατιώτας, οίτινες συνέλαβον αυτήν. Ως δε ωδηγήθη προ αυτού, αυτός, πότε με κολακείας και πότε με απειλάς, ήρχισε να συζητή μετ’ αυτής. Αλλ’ η Αγία, εις ουδέν λογιζομένη τους τοιούτους λόγους, τον μεν Χριστόν ωμολόγει Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εμυκτήριζε. Τότε, θυμωθείς ο Απολλώνιος, διέταξε να ανάψωσι πυράν μεγάλην και να ρίψωσιν εντός αυτής την Αγίαν. Τι όμως συνέβη μετά ταύτα; Ο Θεός, ο διαφυλάξας τους τρεις παίδας εν τη καμίνω, ίνα μη κατακαώσιν, εθαυματούργησε και τώρα εις την Αγίαν. Διότι, ενώ η Αγία προσηύχετο, βροχή μεγάλη καταπεσούσα, χωρίς να είναι πρότερον ουδέν νέφος εις τον ουρανόν, έσβεσεν ευθύς την φλόγα εκείνην. Ως είδεν ο Απολλώνιος ότι η Αγία ουδέν έπαθεν εκ του πυρός, διέταξε να φέρωσι δύο λέοντας και να απολύσωσιν αυτούς κατ’ αυτής εν τω μέσω του συνεδρίου. Αλλ’ ο Θεός, ο ημερώσας ποτέ τους λέοντας εν τω λάκκω της Βαβυλώνος, ώστε να μη καταφάγωσι τον Δανιήλ, Αυτός και τότε διεφύλαξε την Αγίαν. Διότι οι λέοντες εκείνοι, κατ’ αρχάς μεν ώρμησαν μετ’ αγρίας λύσσης, κατόπιν δε, όταν επλησίασαν την Αγίαν, ευθύς εξημερώθησαν ως αρνία και πεσόντες παρά τους πόδας αυτής, εκυλίοντο παίζοντες. Όθεν πολλοί των περιεστώτων, ιδόντες το παράδοξον τούτο θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους απαξάπαντας ο έπαρχος Απολλώνιος εθανάτωσεν, άλλους μεν φονεύσας δια του ξίφους, άλλους ρίψας εις την θάλασσαν, την δε Αγίαν διέταξε να κλείσωσιν εις την φυλακήν, έως ότου συλλογισθή ο μιαρώτατος με ποίαν βάσανον να θανατώση αυτήν. Την επαύριον, αφού εκάθισεν ο Απολλώνιος επί του βήματος, είπε και ωδήγησαν προ αυτού την Αγίαν, και πρώτον ήρχισεν να κολακεύη ταύτην, λέγων· «Εγώ, ω Κυριακή, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, και την νεότητά σου λυπούμαι, και το κάλλος σου θαυμάζω, και δια τούτο έως της στιγμής αυτής ελπίζω πάντοτε να επιστρέψης από την ματαίαν θρησκείαν των Χριστιανών. Λοιπόν μη προτιμήσης να χάσης ταύτην την γλυκυτάτην ζωήν δια της επιμονής σου, αλλά γενού υπήκοος εις τους βασιλικούς ορισμούς και θυσίασε εις τους μεγάλους και αθανάτους θεούς, οι οποίοι σοι έδωκαν την καλλονήν ταύτην, ίνα και οι βασιλείς, όταν πληροφορηθώσι την επιστροφήν σου, ευφρανθώσι μεγάλως και σε ανταμείψωσι με πλουσίας δωρεάς». Ταύτα και άλλα πλείονα λέγων ο έπαρχος, ενόμιζεν ότι δια τούτων θέλει καταπείσει την Αγίαν. Όμως η μακαρία Κυριακή, ατενίσασα εις αυτόν και μεγάλως στενάξασα, απεκρίθη· «Υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, με τοιαύτας κολακείας θέλεις να μεταστρέψης την ιδικήν μου γνώμην; Με τοιαύτας ψευδολογίας θέλεις να με χωρίσης του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού; Γνώρισε, ασεβέστατε, ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε τιμωρία, ούτε πλούτος, ούτε πτωχεία, ούτε άλλο τι δύναται να με χωρίση της αγάπης Αυτού. Μη λοιπόν κοπιάς ματαίως, έχων τοιαύτην ελπίδα να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου και να επιστρέψω εις την πεπλανημένην θρησκείαν σου· διότι και εις το πυρ αν με βάλης και εις θηρία αν με παραδώσης, ή εις θάλασσαν με ρίψης, ή δια ξίφους με φονεύσης, δεν θέλεις δυνηθή να μεταστρέψης την γνώμην μου. Διότι, εάν μεν εις το πυρ με ρίψης, έχω τους τρεις παίδας παράδειγμα και δεν θέλω φοβηθή· εάν με παραδώσης εις τα θηρία, έχω τον Προφήτην Δανιήλ εις παρηγορίαν· εάν εις την θάλασσαν με ρίψης, ενθυμουμένη τον Προφήτην Ιωνάν, τον οποίον εφύλαξεν ο Θεός, δεν θέλω δειλιάσει· εάν με ξίφος με φονεύσης, θέλω μιμηθή τον τίμιον Πρόδρομον. Τι λοιπόν με φοβερίζεις με τον πρόσκαιρον θάνατον, ο οποίος είναι ζωή ιδική μου; Τι μου υπόσχεσαι τιμήν, η οποία είναι ατιμία δι’ εμέ; Εγώ μίαν ζωήν έχω, μίαν τιμήν, μίαν ανάπαυσιν, μίαν χαράν, τον υπέρ Χριστού θάνατον· τας δε ιδικάς σου τιμάς και αναπαύσεις και τον μάταιον πλούτον ακόμη λογίζομαι όσον κι τον πηλόν της γης». Ταύτα ως ήκουσεν ο έπαρχος Απολλώνιος, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας, ούτε με απειλάς, ούτε με άλλον τινά τρόπον να καταπείση αυτήν, απεφάσισε κατ’ αυτής τον δια ξίφους θάνατον. Λαβόντες λοιπόν αυτήν οι δήμιοι εξήγαγον έξω της πόλεως, ίνα αποκεφαλίσωσιν αυτήν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, παρεκάλεσεν η Αγία ίνα αφήσωσιν αυτήν ολίγην ώραν ίνα προσευχηθή εις τον Θεόν· εκείνοι δε υπακούσαντες άφησαν αυτήν. Τότε η Αγία, κλίνασα τα γόνατα αυτής, και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο υπό των ουρανίων δυνάμεων συν Πατρί τε και Πνεύματι ανυμνούμενος, Ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται κατά την Θεότητα, ο ευδοκήσας κατελθείν επί της γης, και φανήναι τοις ανθρώποις κατά σάρκα, ο και εμέ την ταπεινήν και αναξίαν δούλην σου ενδυναμώσας βαστάσαι σου το άγιον όνομα ενώπιον βασιλέων και τυράννων, ο διαφυλάξας με παρθένον αγνήν μέχρι της ημέρας ταύτης. Συ δεσπόζεις του ουρανού και της γης, συ υπάρχεις ζωής και θανάτου εξουσιαστής, συ είσαι των ψυχών και σωμάτων δημιουργός, συ παράλαβε και την ιδικήν μου ψυχήν, και κατάταξον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων· ου γαρ έσβεσα τον λύχνον της παρθενίας, ως αι μωραί παρθένοι, ουκ ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας εις την οδόν του κόσμου τούτου· οπίσω σου έδραμον και Σοι ηκολούθησα· εν τη οδώ των μαρτυρίων σου επορεύθην. Λοιπόν δέξαι το πνεύμα μου εις τας χείρας Σου, και ανάπαυσον αυτό ένθα εστίν η των ευφραινομένων πάντων κατοικία εν Σοι. Σύνταξόν με εν τη αθανάτω Σου τρυφή μετά των γονέων μου, των προαθλησάντων υπέρ του Ονόματός Σου. Μνήσθητι και των επικαλουμένων το Όνομά Σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης Σου εν καιρώ θλίψεως. Μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως. Αντάμειψον αυτούς με τα πλούσιά σου χαρίσματα. Επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως. Πλήρωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα και εν τούτοις δοξασθή το Όνομά Σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, Άγγελοι φωτεινοί παρέλαβον την αγίαν αυτής ψυχήν. Ιδόντες δε οι δήμιοι και οι περιεστώτες ότι ομού με την φωνήν παρέδωκε και την ψυχήν της εκουσίως, εξεπλάγησαν λέγοντες· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, ότι έχει την εξουσίαν της ζωής και του θανάτου· διότι, εάν δεν ήθελεν αύτη με το θέλημά της να αποθάνη, εξ άπαντος ήθελε νικήσει και το ξίφος, καθώς και πρότερον ενίκησε το πυρ και τους λέοντας». Ως δε έμελλον ούτοι να επιστρέψουν εις τον έπαρχον Απολλώνιον, ίνα είπωσιν εις αυτόν τα συμβάντα, φωνή ηκούσθη αοράτως λέγουσα· «Πορεύεσθε, αδελφοί, και διηγείσθε πάσι του Θεού τα μεγαλεία». Και οι μεν υπηρέται πορευθέντες απήγγειλαν τω Απολλωνίω πάντα καταλεπτώς. Χριστιανοί δε τινες, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, έλαβον το λείψανον της Αγίας και ενεταφίασαν εις επίσημον τόπον, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Κυριακής, ευλογημένοι Χριστανοί· ούτως ηγωνίσθη, ούτως ετελειώθη, ούτως έτυχε και της αδιαδόχου βασιλείας των ουρανών. Λοιπόν και ημείς, οίτινες εορτάζομεν την μνήμην αυτής και θέλομεν να δεχθή ο Θεός την πανήγυρίν μας, ας μη καμνωμεν πράγματα, τα οποία έκαμνον οι Έλληνες εις τας πανηγύρεις αυτών, δηλαδή χορούς, παιγνίδια, άσματα και άλλα δαιμονικά έργα, αλλά μετά συντετριμμένης καρδίας, μετά καθαρού συνειδότος ας πανηγυρίσωμεν και ας εορτάσωμεν την μνήμην της Αγίας. Μη στολιζώμεθα άνδρες τε και γυναίκες, ότι γη είμεθα και εις την γην θα υπάγη το σώμα μας· μη υπερηφανευώμεθα δια ενδύματα και κοσμήματα, διότι ο θάνατος μάς περιμένει· μη πορνεύωμεν και μιαινώμεθα, διότι το πυρ το αιώνιον ετοιμάζεται δια τους τοιούτους· μη πολυπίνωμεν και μεθύωμεν, διότι θέλομεν διψήσει εις το πυρ το άσβεστον μετά του πλουσίου. Τι κερδαίνομεν από την μέθην; Τι καλόν αποκτά η ψυχή μας, εάν πολυφάγωμεν και κακώς εξοδεύωμεν; Πόσοι επέρασαν τοιαύτας ημέρας, ως την σήμερον, με παιχνίδια, με χορούς, μεθυσμένοι, εξωδιασμένοι; Αλλά τώρα είναι χώμα και κόνις εις την γην· δια τούτο καλότυχοι είναι όσοι έκαμον καλόν εις την ψυχήν των. Τους γυμνούς ας ενδύσωμεν, τους πεινώντας ας χορτάσωμεν, τους διψώντας ας ποτίσωμεν, τους ασθενείς ας επισκεπτώμεθα, τους φυλκισμένους ας οικονομώμεν, και τους ξένους ας δεχώμεθα, και τότε θα δεχθή ο Θεός την εορτήν μας, τότε θα χαρώσιν οι Άγγελοι και θα λυπηθώσιν οι δαίμονες. Διότι τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πολυφάγωμεν ημείς και οι πτωχοί πεινώσι; Τι το κέρδος, εάν πολυπίνωμεν ημείς και οι αδελφοί του Χριστού διψώσι; Μία είναι η καθολική ανάπαυσις, η Βασιλεία των ουρανών, η αιώνιος ζωή, η απόλαυσις των μελλόντων αγαθών· τα δε άλλα είναι ως σκιά, ως καπνός και ως όνειρον. Λοιπόν, αδελφοί, ας εργασθώμεν καλώς τα πρόσκαιρα, δια να κληρονομήσωμεν τα αθάνατα· ας ποιήσωμεν τα ολιγοχρόνια, δια να κληρονομήσωμεν τα αιώνια. Η αρετή είναι ολιγοχρόνιος, αλλ’ η Βασιλεία των ουρανών είναι αιώνιος· η ζωή μας είναι πρόσκαιρος, αλλ’ η μέλλουσα ανάπαυσις είναι αθάνατος. Έκαστος Χριστιανός ας κτίση τον οίκον της ψυχής του, καθώς δύναται, και καθώς προαιρείται, ας σπουδάση να ποιήση το αγαθόν, ας βάλη θεμέλιον την εξομολόγησιν, ας κτίση τοίχον με τας αρετάς, ας το σκεπάση με την χάριν του Θεού· προθυμίαν μόνον θέλει ο Θεός από τον άνθρωπον και αυτός το τελειώνει. Μη θαρρώμεν, ότι χωρίς το θέλημα του Θεού κατορθώνομεν τίποτε· διότι, εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν  οι οικοδομούντες. Ημείς ας επιχειρήσωμεν· ημείς, επικαλεσθέντες την βοήθειαν του Θεού, ας αρχίσωμεν, και Αυτός είναι βοηθός, Αυτός κτίστης, Αυτός δημιουργός, Αυτός και τελειωτής. Ταύτα ας έχωμεν κατά νουν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ταύτα ας συλλογιζώμεθα νύκτα και ημέραν, και ταύτα ο εις τον άλλον ας διδάσκωμεν. Ταύτα ας διδάσκη ο ανήρ την εαυτού γυναίκα· οι γέροντες τους παίδας· οι πατέρες τους υιούς· αι μητέρες τας θυγατέρας· οι ιερείς τους εαυτών ενορίτας· οι Επίσκοποι τους ιερείς· ο εις τον άλλον ας παρακινώμεν εις το αγαθόν· ο εις τον άλλον ας προτρέπωμεν εις την αρετήν, διότι αυτόν τον δρόμον περιεπάτησαν οι Άγιοι, αυτά εσπούδασαν να κατορθώσωσι. Δια τούτο και εκ Θεού ετιμήθησαν και εξ ανθρώπων· δια τούτο απέλαβον και τα άρρητα και αιώνια αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν, ως λέγει ο Απ. Παύλος. Και ημείς λοιπόν, δια να ευφράνωμεν τον Θεόν, και να τιμήσωμεν τους Αγίους, αυτά ας σπουδάσωμεν να κατορθώσωμεν, ίνα, ούτω πολιτευόμενοι, εδώ μεν περάσωμεν ζωήν ειρηνικήν, ασκανδάλιστον και απείραστον από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε καταξιωθώμεν της Βασιλείας των ουρανών μετά πάντων των Αγίων· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Θωμάς

Τη  Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και εν θαύμασι μεγίστου ΘΩΜΑ του εν τω Μαλεώ.                                                                                                                       

Θωμάς ο Όσιος και εν θαύμασι μέγιστος κατά μεν την προτέραν ζωήν του εγένετο περιφανής ένεκα του πλούτου και της δυναστείας, την οποίαν είχεν, ότε και κατά των βαρβ΄ρων έστησε πολλά και μέγιστα τρόπαια και νίκας. Κατόπιν δε ποθήσας τον Χριστόν, εγκατέλειψε την πικράν θάλασσαν του βίου και υπέβαλεν εαυτόν υπό τον γλυκύν και ελαφρόν ζυγόν του Χριστού, ενδυθείς το σχήμα των Μοναχών, μιμούμενος την πτωχείαν του Δεσπότου Χριστού. Δια τούτο ηξιώθη να οδηγηθή νύκτωρ υπό στύλου πυρός παρά του Προφήτου Ηλιού, του οποίου ήτο μιμητής και ακόλουθος, και δια της οδηγίας εκείνου ανήλθεν επί τινος όρους, Μαλεού ονομαζομένου, από του οποίου εφάνη ως αστήρ λαμπρός φωτίζων την περίγειον δια των προσευχών και αγρυπνιών αυτού διαλύων το σκότος της αμαρτίας και των δαιμόνων. Ηξιώθη δε ο αοίδιμος να λάβη παρά Θεού και χάριν θαυμάτων, διότι και πηγήν ύδατος δια προσευχής ηξιώθη να κάμη να αναβλύση, το φως των οφθαλμών των εις τυφλούς εχάρισε, χωλούς ανώρθωσε, και όταν προσηύχετο εφαίνετο μακρόθεν εις τους καθαρούς την διάνοιαν ως στύλος πυρός. Ταύτα και άλλα θαύματα εργασάμενος ο μακάριος απήλθε προς Κύριον. Αλλά και μετά θάνατον δεν παύει καθ’ εκάστην να λυτρώνη από διάφορα πάθη και ασθενείας τους μετά πίστεως προστρέχοντας προς το άγιον και σεπτόν αυτού λείψανον. 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

O Όσιος Αστείος, Επίσκοπος Δυρραχίου

 Τη αυτή ημέρα ο Όσιος πατήρ ημών ΑΣΤΕΙΟΣ, Επίσκοπος Δυρραχίου, μέλιτι χρισθείς και υπό μελισσών κεντούμενος, τελειούται.                                                                                             

Αστείος ο Όσιος πατήρ ημών, Επίσκοπος Δυρραχίου, ήκμασεν επί Τραϊανού βασιλέως και Αγρικόλα ηγεμόνος εν έτει 98. Συλληφθείς δε υπό των πρώτων της πόλεως Δυρραχίου και μη πεισθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, ωδηγήθη εις τον ηγεμόνα Αγρικόλαν και εδάρη δια χειρών μολυβδίνων και νεύρων βοών. Επειδή δε επέμενεν εις την πίστιν του Χριστού, εχρίσθη δια μέλιτος και εσταυρώθη επί ξύλου παρά το τείχος της πόλεως, κατά τον καιρόν του θέρους, όταν φλέγη ο ήλιος, ότε και παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον του μαρτυρίου. 

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η Αγία Παρθενομάρτυς Λουκία

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΛΟΥΚΙΑΣ της παρθένου και ΡΗΞΟΥ Βικαρίου, και ετέρων πλείστων εν Καμπανία μαρτυρησάντων.                                                           

Λουκία η Αγία Παρθενομάρτυς δεν είναι η αυτή με την Λουκίαν την εκ Σικελίας καταγομένην, ήτις εορτάζεται κατά την ιγ’ (13ην) του μηνός Δεκεμβρίου. Αύτη συλληφθείσα υπό του Ρήξου Βικαρίου και αναγκασθείσα να θυσιάση εις τα είδωλα και να αρνηθή τον Χριστόν, όχι μόνον δεν επείσθη, αλλ’ ωδήγησε μάλιστα εις την πίστιν του Χριστού τον Βικάριον, παρά του οποίου, μεγάλων τιμών αξιωθείσα και εγκατασταθείσα εις ήσυχον οίκημα, εκεί κατεγίνετο εις προσευχήν και νηστείαν. Παρεκάλεσε δε τον Βικάριον να μεταβή εις την εν Ιταλία Καμπανίαν και να μαρτυρήση εκεί δια τον Χριστόν. Ο δε Βικάριος, εγκαταλείψας σύζυγον, τέκνα, πλούτον και άπασαν την κοσμικήν δόξαν, ανεχώρησε μετά της Αγίας. Συλληφθέντες λοιπόν αμφότεροι επεκαλούντο τον Χριστόν ενώπιον του ηγεμόνος και ωμολόγουν Αυτόν Θεόν αληθινόν. Διο απεκεφαλίσθησαν. Μετ’ αυτών δε απεκεφαλίσθησαν και πολλοί άλλοι Άγιοι Μάρτυρες, ήτοι ο Ανατόλιος, ο Αντωνίνος, ο Λυκίας, ο Νέας, ο Σερίνος, ο Διόδωρος, ο Δίων, ο Απολλώνιος, ο Άπαμος, ο Παππιανός, ο Κοττύϊος, ο Όρωνος, ο Πάπικος, ο Σάτυρος, ο Βίκτωρ και άλλοι εννέα. 

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Σισώης

Τη στ’  (6η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΣΙΣΩΗ του Μεγάλου.                           

Σισώης  ο Όσιος και μέγας εν ασκηταίς εγεννήθη εν Αιγύπτω κατά τας αρχάς της 4ης εκατονταετηρίδος, ότε ήκμαζον εν Αιγύπτω ο μέγιστος των ασκητών θείος Αντώνιος, ο θαυμάσιος Όσιος Ωρ και πλήθος άλλων μεγάλων Αγίων Αναχωρητών. Τούτων τας αρετάς και τα ένθεα κατορθώματα ακούων και ο καλός Σισώης ηγάπησεν εξ αυτής της βρεφικής του ηλικίας τον Κύριον, διο και παιδίον έτι ων έλαβεν εις τους ώμους του τον Σταυρόν του Χριστού και ηκολούθησεν αυτόν εξελθών και αυτός εις την έρημον και αγωνιζόμενος μετά των άλλων ασκητών τον καλόν αγώνα της ασκήσεως. Κατά τας αρχάς της αναχωρήσεώς του ο μακάριος Σισώης ήλθεν εις την ονομαστήν Σκήτην της Νιτρίας, εις την οποίαν ησκούντο τότε περί τους χιλίους Μοναχούς επάνω εις τους οποίους ήτο προεστώς ο Όσιος Ωρ. Εις ολίγον καιρόν τοσούτον προέκοψεν εις την αρετήν και εις τα πολύμοχθα σκάμματα της ασκήσεως, ώστε υπερέβαλε τους μετ’ αυτού συναγωνιζομένους και κατέστη τύπος και υπογραμμός των Μοναχών. Εξαιρέτως ηγωνίζετο δια την απόκτησιν της ταπεινοφροσύνης, εκτελών πάσαν ταπεινήν εργασίαν και εξουθενών εαυτόν ως μηδέν πράττων, διδασκόμενος εις τούτο από τον θαυμάσιον Ωρ. (Εν τω Γεροντικώ γράφονται ταύτα· Ηρώτησεν ο Αββάς Σισώης τον Αββάν Ωρ, λέγων: «ειπέ μοι λόγον»· και είπεν αυτώ: «έχεις πίστιν εις εμέ»; Και είπε: «ναι»· είπεν ουν αυτώ: «ύπαγε και ο εώρακάς με ποιούντα, ποίησον και συ»· και είπεν αυτώ: «τι ορώ, πάτερ, εις σε»; Έφη δε αυτώ ο γέρων: «ότι ο λογισμός μου κατώτερός εστι πάντων ανθρώπων». ) Όσον δε προέβαινεν εις την ηλικίαν, τοσούτον προέκοπτε και εις την αρετήν και υφ’ όλων εθαυμάζετο. Ασκούμενος εις την Σκήτην της Νιτρίας ο Όσιος, ήκουε τα κατορθώματα του Μεγάλου Αντωνίου και εφλογίζετο η καρδία του να μεταβή και εκείνος πλησίον του και να μιμηθή τους αγώνας του. Όμως δεν επρόφθασε, διότι εν τω μεταξύ απήλθε προς Κύριον ο όντως Μέγας Αντώνιος. Ο δε Σισώης, επιθυμών τελειοτέραν και ησυχαστικωτέραν πολιτείαν, θέλων δε έστω και μετά τον θάνατον του Οσίου Αντωνίου να γίνη μέτοχος της ασκήσεως εκείνου, ανεχώρησεν από την Νιτρίαν, επειδή είχεν αύτη καταστή πολυάνθρωπος και ήρχοντο πολλοί προς αυτόν και μετέβη εις το όρος του Οσίου Αντωνίου, το οποίον ήτο ησυχαστικώτερον. Εις το όρος του Οσίου Αντωνίου ο Σισώης διέτριψε χρόνους μακρούς, διερχόμενος πάσαν ασκητικήν σκληραγωγίαν και πολεμών ακαταπαύστως με τους αόρατους δαίμονας, τους οποίους εις το τέλος κατενίκησε. Δια τας αρετάς του αυτάς εγένετο ονομαστός όχι μόνον εις όλην την Αίγυπτον, αλλά και εις χώρας μακρινάς και πολλοί Κληρικοί τε και λαϊκοί αλλά και Μοναχοί περιώνυμοι ήρχοντο προς αυτόν, ίνα της διδασκαλίας του απολαύσωσι και ωφεληθώσι ψυχικώς. Παρά ταύτα όμως ο μακάριος Σισώης διετήρει άκραν ταπείνωσιν κατευτελίζων πάντοτε εαυτόν, δια την ταπείνωσίν του δε ταύτην έλαβε χάριν παρά Κυρίου να ανιστά νεκρούς. Επειδή δε ο Όσιος δεν ήθελε να ποιή θαύματα δια να μη δοξάζεται το όνομά του, ο Πανάγαθος Θεός ο δοξάζων τους Αυτόν αντιδοξάζοντας ωκονόμει, ώστε και χωρίς την θέλησίν του να γίνωνται τοιαύτα και ακούσατε. Ήλθε ποτε προς τον Όσιον εις το όρος του Αββά Αντωνίου κοσμικός τις, έχων μεθ’ εαυτού τον υιόν του. Κατά την οδόν όμως απέθανεν ο υιός εκ της κακουχίας, ο δε πατήρ έχων πίστιν εις τον Όσιον δεν εταράχθη, αλλ’ έλαβε τον νεκρόν υιόν του εις τας αγκάλας του και τον έφερεν εις τον Όσιον. Αφού δε ήλθεν εις το κελλίον του Οσίου προσέπεσε μετά του υιού του εις τους πόδας αυτού ποιήσας μετάνοιαν, χωρίς δε να είπη τι εξήλθε του κελλίου αφήσας εις τους πόδας του Οσίου το παιδίον. Ο δε Όσιος, μη γνωρίζων ότι είχεν αποθάνει και νομίζων ότι μετάνοιαν βάλλει το παιδίον, λέγει προς αυτό: «Ανάστα τέκνον και έξελθε έξω». Τότε παρευθύς, ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ! ανέστη το παιδίον και εξήλθεν έξω. Ιδών τούτο ο πατήρ και θαυμάσας την παρρησίαν του Οσίου εισήλθεν εις το κελλίον και προσκυνήσας τον γέροντα ανήγγειλεν εις αυτόν το γεγονός. ΑΑκούσας δε τούτο ο Όσιος ελυπείτο, διότι δεν ήθελεν, ως είπομεν, να δοξάζεται το όνομά του. Ο δε μαθητής του Οσίου, δια να καθησυχάση τον Όσιον, λέγει προς τον πατέρα του παιδίου· «Ύπαγε εις την ευχήν του Γέροντος, πρόσεχε όμως να μη είπης ουδενός το θαύμα έως ότου ευρίσκεται ο Γέρων εν τη ζωή». Καθώς δε προσετάχθη ο άνθρωπος εποίησε και απήλθε χαίρων και δοξάζων τον Θεόν και τον Όσιον Αυτού. Τόσην δε πίστιν και σεβασμόν είχον προς τον Όσιον οι μαθηταί του, ώστε έσπευδον μετά χαράς να εκτελέσουν την εντολήν του άνευ τινός διακρίσεως. Και ακούσατε την πίστιν ανθρώπου τινός, όστις ήλθε προς τον Όσιον από τας Θήβας της Αιγύπτου ζητών να γίνη Μοναχός. Δεχθείς αυτόν ο Όσιος τον ηρώτησεν αν έχη συγγενή τινα εις τον κόσμον, αυτός δε είπεν ότι έχει ένα υιόν. Θέλων δε ο Όσιος να δοκιμάση αυτόν, του λέγει· «Ύπαγε και ρίψον τον υιόν σου εις τον ποταμόν και τότε να γίνης Μοναχός». Έχων δε εκείνος πίστιν απερίεργον εις τον Όσιον έσπευσε να εκτελέση την εντολήν. Όμως ο Όσιος απέστειλεν οπίσω αυτού τον μαθητήν του, όστις, ως είδεν αυτόν ότι επήρε τον υιόν του δια να τον ρίψη εις τον ποταμόν, τον ημπόδισε και επιστρέψαντες εις τον Όσιον έγινεν ο άνθρωπος εκείνος Μοναχός δοκιμώτατος δια την υπακοήν του. Πόσον ταπεινόφρων ήτο φαίνεται και από τας διδασκαλίας του, τας περιεχομένας εις το Γεροντικόν, όπου μεταξύ των άλλων γράφεται ότι ήλθε ποτε προς αυτόν αδελφός τις, όστις τον ηρώτησε λέγων· «Δεν έφθασες ακόμη εις τα μέτρα του Αββά Αντωνίου, πάτερ»; Ο δε ταπεινόφρων Σισώης με μεγάλην ταπείνωσιν απεκρίθη: «Εάν είχον και έν μόνον εκ των λογισμών του Μεγάλου Αντωνίου θα εγενόμην όλος ως πυρ». Έλεγε δε προς τους προσερχομένους εις αυτόν, ότι η οδός η οδηγούσα εις την ταπεινοφροσύνην είναι πρώτον η εγκράτεια, δεύτερον η προσευχή εις τον Θεόν, και τρίτον το να αγωνίζεται κανείς δι’ όλων αυτού των δυνάμεων, όπως κατορθώση να είναι κατώτερος παντός ανθρώπου. Την ταπεινοφροσύνην δε ταύτην διετήρησε μέχρι τέλους της ζωής του. Έμεινε δε εκεί εις το όρος του Οσίου Αντωνίου εβδομήκοντα δύο χρόνους υπερανθρώπως αγωνιζόμενος. Τόσον όμως ταπεινόν φρόνημα είχεν, ώστε ερωτηθείς ποτε υπό αδελφού επιθυμούντος να μάθη τα κατά τον Όσιον πως ανεχώρησεν από την Σκήτην και ήλθεν εις το όρος και πόσον χρόνον έχει εκεί, απεκρίθη· «Επειδή επληθύνθη η Σκήτη ήλθον εδώ και ευρών ησυχίαν εκάθισα ολίγον χρόνον». Ούτος ο Όσιος, ελθών ποτε εις τον τάφον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος εν δόξη βασιλέως των Ελλήνων, έστη προ αυτού και βλέπων αυτόν έφριττεν, αναλογιζόμενος το άστατον του καιρού και της δόξης το πρόσκαιρον· κλαίων δε και θρηνών έλεγε τους εξής επιγραμματικούς λόγους, τους οποίους ύστερον οι μαθηταί του, ζωγραφούντες την εικόνα του παρά τον τάφον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έγραφον επ’ αυτής· «Ορών σε, τάφε, δειλιώ σου την θέαν και καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω, χρέος το κοινόφλητον εις νουν λαμβάνων· πως ουν μέλλω διελθείν πέρας τοιούτον; Αι, αι, θάνατε, τις δύναται φυγείν σε»; Δηλαδή «βλέπων σε, τάφε, δειλιώ και τρομάζω από την θεωρίαν σου και χύνω δάκρυα εκ καρδίας, φέρων εις τον νουν μου το υπό πάντων των ανθρώπων οφειλόμενον χρέος, δηλαδή τον θάνατον· πως και εγώ μέλλω να διέλθω από τοιούτον τέλος; Αι, αι θάνατε, ποίος είναι εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος δύναται να διαφύγη από των χειρών σου»; Είχε δε ο Όσιος τόσον αγαπήσει την νηστείαν και τόσον αφωσιούτο εις την προσευχήν, ώστε πολλάκις επί ημέρας δεν ησθάνετο την ανάγκην να λάβη τροφήν. Ότε δε του υπενθύμιζε ο μαθητής του το φαγητόν έλεγε πολλάκις με μακαρίαν απλότητα· «δεν εφάγομεν, τέκνον»; Απαντώντος δε του μαθητού ότι δεν έφαγον έλεγεν: «Εάν δεν εφάγομεν, φέρε και τρώγομεν». Ότε δε ο Όσιος ήτο μόνος ηγωνίζετο πολύ περισσότερον εις την νηστείαν, ότε όμως προσήρχοντο προς αυτόν ξένοι ήτο φιλόξενος, επεριποιείτο αυτούς, τους έδιδε τροφήν και εδείκνυεν εξ αγάπης ότι τρώγει μαζί των. Μετά όμως την αναχώρησιν των ξένων επεδίδετο εις μεγαλυτέραν νηστείαν δια κανόνα της τροφής, την οποίαν έλαβε μετά των ξένων. Τούτο καλώς εγνώριζον οι μαθηταί του Οσίου και πολύ τον επρόσεχον. Ήλθε δε ποτε προς αυτόν ο Αββάς Αδέλφιος Επίσκοπος Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου δια να ωφεληθή από τον Όσιον. Ότε δε επρόκειτο να αναχωρήση αν και ήτο πρωϊ έστρωσεν ο Όσιος τράπεζαν με χυλόν σίτου και παξιμάδι δια τον κόπον της οδοιπορίας έτρωγε δε και αυτός μετά του Επισκόπου. Κατ’ εκείνην την ώραν ήλθον και άλλοι ξένοι και ο Όσιος έδωσεν εντολήν εις τον μαθητήν του να δώση και εις αυτούς από την ιδίαν τροφήν, επειδή ήσαν κουρασμένοι. Λέγει δε ο Επίσκοπος· «Μη τους δίδετε τώρα τροφήν δια να μη είπωσιν ότι ο Αββάς Σισώης τρώγει από πρωϊας». Προσέξας δε ο Όσιος τον Επίσκοπον λέγει εις τον μαθητήν· «Ύπαγε και δώσε εις αυτούς». Ότε δε είδον την τροφήν οι ξένοι, αντί να κατακρίνωσιν, ως ενόμισεν ο Επίσκοπος, είπον· «Μήπως έχετε ξένους; Μήπως και ο Γέρων τρώγει μαζί των»; Επιβεβαιώσαντος δε τούτο του αδελφού, ήρχισαν εκείνοι να λυπούνται και να λέγουν· «Ο Θεός να σας συγχωρήση, διότι αφήκατε τον Γέροντα να φάγη απ’ αυτής της ώρας! Δεν γνωρίζετε ότι τώρα επί πολλάς ημέρας έχει να κοπιάση»; Ταύτα ακούσας ο Επίσκοπος εθαύμασε και βαλών μετάνοιαν εις τον Όσιον είπε: «Συγχώρησόν μοι, Αββά, διότι εγώ ανθρωπίνως κρίνων ωμίλησα, συ δε έπραξας το θέλημα του Θεού». Λέγει τότε ο Όσιος· «Εάν μη ο Θεός δοξάση τον άνθρωπον, η δόξα των ανθρώπων ουδέν είναι». Ότε δε πλέον εγήρασε πολύ και εκ της ηλικίας και της ασκήσεως ησθένησεν, έφερον αυτόν οι μαθηταί του πλησίον της πόλεως, ήτις ωνομάζετο Κλύσμα, δια να περιποιηθούν αυτόν δεόντως. Ο Όσιος όμως ελυπείτο δια την αναχώρησιν εκ του όρους και τότε έρχεται προς αυτόν ο Αββάς Αμμούν από την Ραϊθώ και βλέπων τον Όσιον λυπούμενον λέγει προς αυτόν· «Διατί λυπείσαι, Αββά; Τι ηδύνασο ν πράξης τώρα εις την βαθείαν έρημον ούτω γηράσας και ασθενής»; Ο δε μακάριος Σισώης δακρύων είπε· «Τι μου λέγεις, Αμμούν; Και μόνη η ελευθερία του λογισμού μου, ότι ευρίσκομαι εις την έρημον με έφθανεν, ενώ εδώ και μόνος ο λογισμός ότι ευρίσκομαι πλησίον κατοικουμένου τόπου με στενοχωρεί». Kαθημένων δε Γερόντων παρά την κλίνην του Οσίου, είδον ως να ομιλή μετά τινων και λέγουν προς αυτόν· «τι βλέπεις, Αββά»; Λέγει ο Όσιος· «Βλέπω τινάς ελθόντας επ’ εμέ και παρακαλώ αυτούς να με αφήσωσιν ακόμη ολίγον να μετανοήσω». Λέγει τότε εις των Γερόντων· «Και εάν σε αφήσωσι, δύνασαι πλέον να χρησιμεύσης εις μετάνοιαν»; Λέγει τότε ο Όσιος εις αυτόν· «Αν και δεν δύναμαι να πράξω τίποτε, όμως στενάζω επάνω της ψυχής μου ολίγον και αυτό με αρκεί». Ευρισκομένου δε κατ’ άλλην ώραν του Οσίου εις το κελλίον αυτού μόνου μετά του μαθητού του, ηκούσθη κτύπος εις την θύραν. Εννοήσας δε ο Όσιος ότι ήτο ο εχθρός της αληθείας, λέγει εις τον μαθητήν του Αβραάμ· «Ειπέ εις τον κρούσαντα, εγώ Σισώης εις το όρος, Σισώης και εις το στρωμνίδιον», εννοών την πτωχικήν στρωμνήν από ράκη αντί της ψάθης, την οποίαν εχρησιμοποίει εις το Όρος, και επί της οποίας τον είχον ήδη αποθέσει προς ολίγην ανάπαυσιν. Εξελθών τότε ο Αβραάμ ουδένα είδε, διότι με τον λόγον του Οσίου αφανής εγένετο ο εχθρός. Μαθόντες δε και ο λαός ότι ο Όσιος Σισώης ευρίσκεται εις το Κλύσμα, έσπευσαν πολλοί να τον ίδουν. Ομιλήσαντες δε πολλά επερίμεναν να ακούσουν από τον Όσιον λόγον σωτηρίας. Ο Όσιος όμως μη θέλων να μεγαλύνεται το όνομά του και μη αναπαυόμενος εις το μέρος εκείνο, ουδέν απεκρίνετο. Λέγει τότε εις εξ αυτών· «Τι θλίβετε τον Γέροντα; Δεν τρώγει, δι’ αυτό και δεν δύναται να ομιλήση». Τότε απεκρίθη ο Όσιος με απλότητα λέγων· «Εγώ, όταν έχω ανάγκην, τρώγω». Όταν δε έμειναν μόνοι με τον μαθητήν του, λέγει προς αυτόν· «Πάρε με και πάλιν εις το όρος, διότι δεν δύναμαι να μείνω πλέον εδώ». Ούτω δε και εγένετο. Ούτως ασκητικώς και οσίως προβαίνων ο Όσιος ή μάλλον ειπείν αγγελικώς επί της γης πολιτευσάμενος και εν σαρκί ως άσαρκος ζήσας έφθασεν εις την μακαρίαν ώραν να μεταστή από την παρούσαν πρόσκαιρον ζωήν εις την αιώνιον και αθάνατον. Ότε δε έμελλε να τελευτήση, συναχθέντες οι πατέρες ευρίσκοντο παρά την κλίνην του, και τότε έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος και λέγει προς αυτούς ο Όσιος· «ιδού ο Αββάς Αντώνιος ήλθε». Μετά μικρόν λέγει πάλιν· «ιδού ο χορός των Προφητών ήλθε». Και πάλιν το πρόσωπον αυτού περισσώς έλαμψε και είπεν· «Ιδού ο χορός των Αποστόλων ήλθε». Εδιπλασιάσθη τότε το φως του προσώπου του και εφαίνετο ως μετά τινων ομιλών, πάντες δε οι παρεστηκότες εξίσταντο θαυμάζοντες. Παρεκάλεσαν τότε οι Γέροντες τον Όσιον να είπη εις αυτούς μετά τίνος ομιλεί, ο δε Όσιος είπεν εις αυτούς· «Ιδού οι Άγγελοι ήλθον να λάβουν την ψυχήν μου και παρακαλώ αυτούς ίνα με αφήσουν ολίγον δια να μετανοήσω». Λέγουσι τότε οι Γέροντες προς τον Όσιον· «Δεν έχεις, πάτερ, ανάγκην άλλης μετανοίας». Τότε ο μέχρις εσχάτης αναπνοής ταπεινόφρων Σισώης απεκρίθη δακρύων· «Αληθώς σας λέγω, δεν γνωρίζω τον εαυτόν μου ότι έβαλον μέχρι τούδε αρχήν τινα». Εθαύμασαν τότε οι Πατέρες δια την τοσαύτην ταπεινοφροσύνην του Οσίου και εγνώρισαν εξ αυτού, ότι πράγματι έφθασεν εις την τελειότητα. Τότε έλαμψεν έξαφνα και πάλιν το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος και πάντες κατελήφθησαν υπό φόβου. Λέγει τότε εις αυτούς ο Όσιος· «Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέγει· φέρετέ μοι το σκεύος της ερήμου». Παρευθύς δε με τον λόγον τούτον παρέδωκεν ο μακάριος Σισώης το πνεύμα του εις χείρας Θεού· εγένετο δε ως αστραπή και επλήσθη όλος ο οίκος ευωδίας. Δια τοιούτων θαυμαστών σημείων εδόξασεν ο Πανάγαθος Θεός τον Αυτού θεράποντα, τον ταπεινόφρονα Σισώην, παραλαβών Αυτός ο Κύριος της δόξης εις τας παναχράντους χείρας υτού την μακαρίαν ψυχήν του, κατατάξας αυτόν εις τα ουράνια σκηνωματα, εις την άϋλον ζωήν, όπου είναι αι σκηναί των Αγίων και η αϊδιος λαμπρότης, ένθα νυν πρεσβεύει αδιαλείπτως τω Χριστώ και υπέρ ημών Αυτόν δυσωπών. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. 

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ο Ιερομάρτυς Κυπριανός ο νέος

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Ιερομάρτυς ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ο νέος, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά το έτος αχοθ΄ (1679), ξίφει  τελειούται.                                                                      

Κυπριανός ο νέος Ιερομάρτυς του Χριστού, πατρίδα μεν είχε χωρίον τι Κλητζός κατά τους εγχωρίους καλούμενον, της επαρχίας Λιτζάς και Αγράφων. Εκεί γεννηθείς και ανατραφείς καλώς παρά των γονέων αυτού και εις τα ιερά γράμματα εκπαιδευθείς, ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα και ηξιώθη του της ιερωσύνης χαρίσματος. Απελθών δε εις το αγιώνυμον Όρος του Άθωνος, και αγοράσας κελλίον Κουτλουμουσιανόν, τον Άγιον Γεώργιον, έμενεν εν αυτώ μετ’ άλλων δύο μοναχών, το μέλι της αρετής εργαζόμενος και ως φίλεργος μέλισσα συνάγων άπαντα τα άνθη των αρετών. Ενώ δε εκεί διέμενεν ο μακάριος, ήναψεν ο θείος πόθος εις την καρδίαν αυτού. Όθεν και ηλλοιώθη την καλήν αλλοίωσιν, εντρυφών ακορέστως εις τον θείον έρωτα του Σωτήρος Χριστού, υπό του οποίου καταφλεγόμενος, όσα και αν έπραττε δεν ενόμιζεν ότι ισάξια της αγάπης αυτού πράττει. Ποία δε έργα κι αρετάς εξήσκει; Την περιεκτικήν εγκράτειαν, την εκτεταμένην νηστείαν, τας ολονυκτίους αγρυπνίας, τας γονυκλισίας και τας χαμαικοιτίας, το ανένδοτον εις τας προσευχάς, εις τας οποίας ως στύλος ακλόνητος ίστατο, το πένθος το παντοτεινόν, τα αείρρυτα δάκρυα, την υψοποιόν ταπείνωσιν, την υπέρ άνθρωπον ακτημοσύνην, την της ψυχής και του σώματος καθαρότητα, την πίστιν την ακλινή και ανόθευτον, την κραταιάν ελπίδα, την κορωνίδα των αρετών, την αγάπην και, συντόμως ειπείν, άπαν το πλήθος των αρετών εις εαυτών συνάξας ο τρισόλβιος εγένετο τύπος και παράδειγμα της μοναχικής ζωής δι’ όλους τους Μοναχούς του Αγίου Όρους. Αλλ’ όμως πάντα ταύτα δεν ενόμιζεν αντάξια του υπέρ ημών αποθανόντος Χριστού, λογιζόμενος να προσφέρη και το αίμα αυτού χάριν Εκείνου. Δι’ ο και επεθύμει διαρκώς και εδίψα ως έλαφος το δια Χριστόν μαρτύριον, τόσον δε εκαίετο και επυρπολείτο εκ της θείας αγάπης, ώστε και αυτό το μαρτύριον εφαίνετο εις αυτόν ουχί αρκετόν δια να πληρώση τον πόθον του, κράζων και αυτός ως ο θείος Παύλος· «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού»; Και ψάλλων μετά του Προφήτου Δαβίδ· «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων, ων ανταπέδωκεν ημίν»; Διότι τοιούτος είναι ο θείος έρως. Εις οίαν ψυχήν και αν ενσταλάξη, θερμαίνει ταύτην, ώστε να καταφρονήση τα πάντα και αυτό το ίδιον σώμα, αρκεί να επιτύχη του ποθουμένου. Ούτω λοιπόν κατασταθείς ο μακάριος ούτος Κυπριανός, εφαίνετο μεν όλως ξένος της γης και των γηϊνων, ήτο δε όλως ουράνιος, και άλλος φωτεινός Άγγελος, σπεύδων όσον τάχιον να φέρη εις έργον το ποθούμενον και να ανυψωθή δια του μαρτυρίου από της γης εις τον ουρανόν και από των φθαρτών και ματαίων εις τα άφθαρτα και αιώνια. Αλλ’ οι πατέρες του Όρους, προς τους οποίους εφανέρωσε τον πόθον του, ημπόδιζον αυτόν φοβούμενοι την ασθένειαν της σαρκός και του τέλους το άδηλον. Εκείνος όμως εμελέτα πάντοτε εν τη μακαρία αυτού ψυχή τον υπέρ Χριστού θάνατον, ούτω δε απήλαυσε το περ’ αυτού επιθυμητόν, κατ’ αυτόν τον τρόπον. Πειθόμενος τω Κυρίω λέγοντι: «ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων», και μη υπομένων πλέον τον υπέρ Χριστού διακαή έρωτα, «πυρ γαρ ο Κύριος ήλθε βαλείν εις την γην», τουτέστιν εις τας καρδίας των ανθρώπων, ανεχώρησεν από το Άγιον Όρος και μετέβη εις την Θεσσαλονίκην δια να αγωνισθή. Παρουσιασθείς ο Άγιος εις τον εκεί κριτήν, ήρχισε να λέγη προς αυτόν· «Εγώ ήλθον δια να αποδείξω εις σε και εις τους ομοπίστους σου Αγαρηνούς το μέγα και ολέθριον σκότος, το οποίον έχετε εις τας φρένας σας και δεν δύνασθε να ιδήτε και να εννοήσητε την αλήθειαν. Διότι αληθώς σκότος καταχθόνιον είναι η διδασκαλία του προφήτου σας και φως κατά πάντα λαμπρότερον του ηλίου  είναι η διδασκαλία και το ιερόν Ευαγγέλιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Μία δε είναι η αληθινή πίστις, η των Χριστιανών, ήτις τον μεν Θεόν Τρισυπόστατον γινώσκει, τον δε Σωτήρα Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεάνθρωπον ομολογεί, τέλειον Θεόν κατά την θεότητα, και κατά την ενανθρώπησιν τέλειον άνθρωπον, εις δύο φύσεις και μίαν υπόστασιν γνωριζόμενον, όστις και εγένετο τέλος του νόμου και των προφητών. Όθεν ημείς οι Χριστιανοί εμάθομεν παρ’ Αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι εκείνον, όστις θα έλθη κατόπιν Αυτού και δεν θα φέρη τοιαύτην διδασκαλίαν, να μη τον δεχώμεθα. Είναι λοιπόν φανερόν και ομολογούμενον παρ’ όλων το ότι, επειδή ο ιδικός σας Μωάμεθ ήλθε μετά τον Χριστόν και δεν φέρει ταύτην την διδασκαλίαν, είναι αληθώς πλάνος και απατεών, ήλθε δε εις τον κόσμον δια να πλανήση τους ανθρώπους, καθώς προεφήτευσεν ο Κύριος ημών εν τω ιερώ αυτού Ευαγγελίω, λέγων· «Εγώ ήλθον εν τω ονόματι του πατρός μου, και ουκ εδέξασθέ με, άλλος ελεύσεται εν τω ονόματι τω ιδίω κακείνον λήψεσθε».  Είσθε δε σεις οι Αγαρηνοί, οίτινες εδέχθητε τον Μωάμεθ, όστις ήλθε με διδασκαλίαν ιδικήν του και σας επλάνησεν».  Ο δε κριτής, ταύτα ακούσας, απεδίωξεν τον Άγιον, ειπών εις τους περιεστώτας· «Είναι παράφρων και δεν πρέπει να τον ακούετε ή να οργισθήτε κατ’ αυτού». Επρόσταξε δε τους υπηρέτας του και έδειραν τον ΄γιον και εξέβαλον αυτόν έξω της θύρας. Ιδών λοιπόν ο θαυμάσιος, ότι δεν επέτυχε του ποθουμένου, ελυπείτο υπερβολικώς και εσυλλογίζετο τίνι τρόπω να επιτύχη το αιτούμενον. Εδώ πρέπει να απορήση και να θαυμάση τις αληθώς, διτί οι μεν θείοι Απόστολοι, ως γράφει ο ιερός Λουκάς, επέστρεφον εκ προσώπου του συνεδρίου χαίροντες, διότι ηξιώθησαν να ατιμασθώσιν υπέρ του ονόματος του Κυρίου, ήτοι επειδή ηξιώθησαν να δαρούν και να διωχθούν. Ούτος δε, ο αοίδιμος, ατιμασθείς και όμοια παθών, λυπείται, ουχί απλώς λύπην, αλλά λύπην οδυνηράν. Και οι μεν Απόστολοι έχαιρον λογιζόμενοι τας υπέρ Χριστού ατιμίας ως τιμάς, και ενθυμούμενοι τον λόγον του Κυρίου, ειπόντα προς αυτούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς». Ούτος δε ο γενναίος του Χριστού αγωνιστής δι’ όλως το εναντίον λυπείται. Διότι εδίψα μεν τον υπέρ Χριστού θάνατον, υπέρ την Δαυϊδικήν έλαφον την ποθούσαν τας πηγάς των υδάτων, μη επιτυγχάνων δε αυτόν, ελυπείτο και ηδημόνει και, τρόπον τινά, εφιλονείκει να υπερβή και αυτούς τους Αποστόλους κατά τον προς Χριστόν πόθον. Ιδού εις οποίον ύψος φέρει τον άνθρωπον η αρετή και ο του Χριστού έρως. Τόσον ώστε το πάντων δεινότατον και φευκτόν παρά πάντων, τον θάνατον, να τον διψά και να τον επιδιώκη. Και δικαίως. Επειδή ο νικήσας την αμαρτίαν, ούτος ενίκησε και τον θάνατον. Όθεν δια τον δίκαιον άνθρωπον ο θάνατος δεν λογίζεται θάνατος, αλλά ανάπαυσις και μετάβασις εκ των λυπηρών και ματαίων προς τα χαρμόσυνα και τα αληθή. «Τίμιος γαρ, φησιν, εναντίον Κυρίου ο θάνατος των Οσίων αυτού». Διωχθείς λοιπόν ο μακάριος εκ του κριτηρίου και μη τυχών του ποθουμένου, ανεχώρησεν από την Θεσσαλονίκην και έσπευσεν εις την βασιλεύουσαν, μιμούμενος την ασματικήν νύμφην και λέγων· «Αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει, ενταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις, και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου». Και πάλιν· «εύροσάν με οι τηρούντες, οι κυκλούντες εν τη πόλει· ώρκισα υμάς, θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη ον ηγάπησεν η ψυχή μου ίδετε; Ως μικρόν ότε παρήλθον απ’ αυτών, έως ου εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εκράτησα αυτόν, και ουκ αφήκα αυτόν». Ελθών λοιπόν εις την Κωνσταντινούπολιν με μεγάλην και υπερβάλλουσαν προθυμίαν, ίνα και εκεί ελέγξη τους ματαιόφρονας, «Ελάλουν γαρ, φησιν, εναντίον βασιλέων, και ουκ ησχυνόμην», έγραψεν ευθύς εις επιστολήν ταύτα· «Ω ταλαίπωροι Αγαρηνοί, έως πότε θα είσθε πεπλανημένοι και δεν πιστεύετε εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Υιόν και Λόγον του Θεού, αλλά πιστεύετε εις τον Μωάμεθ και λέγετε αυτόν προφήτην; Ο οποίος δεν ήτο προφήτης, αλλά απατεών και σας κατεγέλασε; Δια τούτο έλθετε εις τον εαυτόν σας, και πιστεύσατε εις τον Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν, και βαπτισθήτε, δια να απολαύσετε την βασιλείαν των Ουρανών». Αυτά και άλλα περισσότερα έγραψε, τον μεν Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν ομολογών, ποιητήν ουρανού και γης και πάντων των κτισμάτων ορατών τε και αοράτων, κριτήν ζώντων και νεκρών. Τους δε Αγαρηνούς και τον διδάσκαλον αυτών εκφαυλίζων, εξουθενών και ανυπόστατον την πίστιν αυτών αποδεικνύων, προσεκάλει και τον τότε βεζύρην να έλθη εις την αληθή πίστιν του Χριστού, πάντας δε τους ομοδόξους και ομόφρονάς του ενουθέτει να γίνουν Χριστιανοί. Ταύτα αφού έγραψε μετέβη εις την αυλήν του βεζύρη και παρεκάλει τους γραφείς να γράψουν τας αναφοράς και να μεταγλωττίσουν τα παρ’ αυτού γεγραμμένα. Αλλ’ ούτοι δεν εγνώριζον ελληνικά. Έτυχε δε εκεί εις Τούρκος από Χριστιανούς απιστήσας, όστις, λαβών το γράμμα, ανέγνωσεν αυτό και εξήγησεν εις τους γραφείς την έννοιαν τουρκιστί. Οι δε, ακούσαντες και εκπλαγέντες δια τα γεγραμμένα, ύβρισαν τον Άγιον και εξεδίωξαν αυτόν εκείθεν. Τινές δε Χριστιανοί, τυχόντες εκεί δια ιδικήν των υπόθεσιν και ιδόντες τον Μάρτυρα ούτως ασπλάγχνως υβριζόμενον και απωθούμενον, ηρώτησαν τις είναι η αιτία δια την οποίαν καταδιώκεται τόσον ασπλάγχνως ο Ιερομόναχος. Εις δε των λεγομένων τσαουσάδων, λαβών το γράμμα, το έδωσεν εις τους Χριστιανούς, λέγων εις αυτούς· «Αναγνώσετέ το και ειπέτε εις τον Καλόγηρον να φύγη απ’ εδώ, διότι, αν το μάθη ο βεζύρης, ή θα τον καύση ή θα τον κλείση εις τα κάτεργα». Οι δε Χριστιανοί, ως ήκουσαν, εφοβήθησαν και είπον εις τον Μάρτυρα· «Όσον τάχος, πνευματικέ, φύγε απ’ εδώ δια να μη το μάθη ο βεζύρης και σε θανατώση». Αλλ’ ο Άγιος απεκρίθη· «Και εγώ δια τούτο και μόνον ήλθον εδώ. Δια να κηρύξω τον αληθινόν Θεόν, και να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην Αυτού». Οι δε, τούτο ακούσαντες, ανεχώρησαν ευθύς εκείθεν, δια να μη συλληφθούν και εκείνοι μετ’ αυτού. Ο δε Μάρτυς, λαβών την επιστολήν, έσπευσε να παραδώση ταύτην εις τας χείρας του βεζύρη, εκεί όπου εκάθητο και έκρινε τας διαφοράς των προσερχομένων· όμως, διασχίζων το πλήθος, ημποδίζετο υπό των τσαουσάδων, των μεν τυπτόντων, των δε εξουθενούντων αυτόν ανηλεώς. Αλλ’ ο Άγιος Μάρτυς δεν εδειλίασε και όσον ημποδίζετο, τόσον μάλλον εθάρρει και εισήρχετο· «δίκαιός, φησιν, ως λέων πέποιθε». Βλέπων δε αυτόν ο αρχηγός της φρουράς και μη γινώσκων την αιτίαν δια την οποίαν ετυράννουν αυτόν, είπεν εις τους άλλους· «Τι διαφοράν έχετε με τον πτωχόν τούτον Καλόγηρον και δεν τον αφήνετε να έλθη εις τον δικαστήν, να ειπή τον πόνον του»; Τότε εκραύγαζον πολλοί, λέγοντες· «Υβριστής είναι της πίστεώς μας και του προφήτου μας, και δι’ αυτό τον υβρίζομεν». Ταύτα ακούσας εκείνος εθυμώθη σφόδρα και αρπάσας τον Μάρτυρα έφερεν αυτόν με τρόπον βάρβαρον προς τον βεζύρη. Ο δε βεζύρης με πολλήν ημερότητα, κατ’ αρχάς, ηρώτησεν αυτόν· «Τις είσαι, ω Μοναχέ; Και τι ζητείς και ήλθες εδώ»; Ο δε Μάρτυς με πολλήν παρρησίαν απεκρίθη· «Την ιδικήν σου σωτηρίαν, ενδοξότατε αυθέντα, ζητών ήλθον εδώ, δια να σε οδηγήσω εις την αλήθειαν και να σε πείσω να αφήσης ταύτην την απατηλήν θρησκείαν, την οποίαν πιστεύεις, να προσέλθης δε εις την πίστιν του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού, του όντως αληθινού Θεού, και να βαπτισθής εν τω ονόματι της Αγίας Τριάδος, δια να γίνης Χριστιανός και να κληρονομήσης την αιώνιον βασιλείαν των ουρανών». Ταύτα και άλλα περισσότερα είπεν ο Μάρτυς αφόβως. Ο βεζύρης τότε εξεπλάγη, ιδών την τόσην ανδρείαν και το θάρρος του ανδρός και είπεν προς αυτόν· «Από ποίαν ενορίαν είσαι και εις ποίον Μοναστήριον ανετράφης»; Και ο Μάρτυς απεκρίθη· «Όλαι αι Εκκλησίαι και τα Μοναστήρια, τα οποία είναι κάτωθεν του ουρανού, ιδικά μου είναι». «Μη τυχόν και σε έστειλεν ο Πατριάρχης των Ρωμαίων να με διδάξης»; Ηρώτησε πάλιν ο βεζύρης. Και ο Μάρτυς απήντησεν· «Ούτε είδον αυτόν, αφ’ ου ήλθον ενταύθα». «Μήπως είσαι μεθυσμένος»; Είπεν ο βεζύρης. Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ουδέ άρτον έφαγον σήμερον». Μήπως είσαι τρελλός»; Ηρώτησε τώρα ο βεζύρης οργιζόμενος. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Σώον έχω τον νουν μου και υγιώς φρονώ, ω δικαστά. Δια τούτο ήλθον να σε διδάξω, να αφήσης αυτήν την θρησκείαν, την οποίαν πιστεύεις, δια να μη κολασθής, και να γνωρίσης τον Ποιητήν και Σωτήρα σου, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν· και να πιστεύσης εις Αυτόν, δια να κληρονομήσης την ουράνιον βασιλείαν Αυτού, η οποία δεν έχει τέλος, και να λάβης δόξαν άφθαρτον, αντί ταύτης της προσκαίρου δόξης, την οποίαν έχεις τώρα». Ταύτα ακούσας ο βεζύρης και κατανοήσας του Αγίου Μάρτυρος την σταθερότητα, την παρρησίαν και το ετοιμόλογον εις τας αποκρίσεις, ηπόρησε και ελογίζετο δια τίνος τρόπου να νικήση τον Άγιον και να φέρη αυτόν εις την θρησκείαν του. Μη ευρίσκων δε άλλην μέθοδον, μετεχειρίσθη τας κολακείας, λογιζόμενος ότι ίσως δια τούτων ήθελε δυνηθή να σαλεύση το στερρόν και αδαμάντινον φρόνημα της ψυχής του. Είπε λοιπόν εις τον Μάρτυρα: «Επειδή λοιπόν δεν είσαι ούτε μεθυσμένος, ούτε τρελλός, άφες την πίστιν, την οποίαν πιστεύεις, και πίστευσον εις τον ιδικόν μας προφήτην, διότι πάντα όσα έκτισεν ο Θεός δι’ αυτόν τα έκτισε, αυτόν δε έκτισε μόνον δια τον εαυτόν του. Και αν πιστεύσης εις τον ιδικόν μας προφήτην, εγώ θα σε αξιώσω μεγάλης τιμής, και θα σε καταστήσω ένα εκ των πρώτων του παλατίου μου». Αλλ’ ο Μάρτυς, ταύτα ακούσας, είπε: «Μη γένοιτο τούτο, ω δικαστά! Εγώ τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν πιστεύω και προς Αυτόν προσκαλώ και την ενδοξότητά σου να πιστεύση, δια να γίνης υιός φωτός και ημέρας και να αρνηθής αυτήν την θρησκείαν, την οποίαν πιστεύετε, διότι δεν είναι αληθινή και έχετε να κολασθήτε αν δεν εγκαταλείψετε ταύτην και δεν επιστρέψετε εις το φως της θεογνωσίας, ίνα γνωρίσητε Θεόν τρισυπόστατον και ομοούσιον Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον, εις του οποίου το πανάγιον όνομα, εάν βαπτισθήτε, θέλετε σωθή». Ταύτα ακούσας ο βεζύρης, και πεισθείς δια το αμετάθετον του Αγίου, επρόσταξε τον έπαρχον να οδηγήση τον Μάρτυρα εις τον νομοκράτορά των, τον Μουφτήν. Ηρώτησε τότε και ο Μουφτής τον Μάρτυρα: «Τις είσαι, και τι είνι αυτά τα οποία λέγονται δια σε»; Ο δε γενναίος, και πάλιν θάρρους πλησθείς, ήρχισε να λέγη εις αυτόν όσα είπε και εις τον βεζύρην και ότι πλειότερα. Ταύτα ακούσας ο νομοκράτωρ μετ’ οργής και υπερθερμανθείς εκ του θυμού δεν επερίμενε το τέλος της απολογίας του Μάρτυρος. Αλλ’ ανακόψας τον λόγον, εξέδωκεν απόφασιν να αποκεφαλίσουν τον Μάρτυρα εις το Φανάρι, όπου κατοικούν Χριστιανοί και Μοναχοί πολλοί, δήθεν προς καταισχύνην αυτών. Όταν λοιπόν παρέλαβεν ο έπαρχος τον Άγιον Μάρτυρα δέσμιον και συνώδευεν αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης δια να τον θανατώσουν, θαύμα μέγα παρουσιάσθη εις τους ορώντας τον Ιερομάρτυρα. Διότι ούτος ο Άγιος του Χριστού Ιερομάρτυς έτρεχε πλησίον του δημίου με τόσην χαράν και αγαλλίασιν, ώστε εφαίνετο ως να πετά εις τον αέρα, και το πρόσωπον αυτού ήτο λαμπρόν και χαριέστατον, εξαστράπτον εκ της ένδοθεν χαράς της ψυχής του. Ως δε έφθασεν έξω της θύρας της Πατριαρχικής Εκκλησίας, κλίνας ο Άγιος Μάρτυς τα γόνατα και το σημείον του τιμίου Σταυρού ποιήσας εις το πρόσωπον αυτού, ηυχαρίστησε τον Θεόν τον καταξιώσαντα αυτόν να συναριθμηθή μετά των Μαρτύρων Αυτού. Εκεί δε πάλιν ο έπαρχος επέμενε λέγων: «Πίστευσον εις την πίστιν μας, και μη γίνεσαι αίτιος του θανάτου σου». Ο δε ΄γιος Ιερομάρτυς Κυπριανός, υβρίσας αυτούς και την μακαρίαν αυτού κεφαλήν κλίνας, απετμήθη υπό του δημίου, ούτω δε έλαβε χαίρων και αγαλλόμενος τον στέφανον του μαρτυρίου. Ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς συν αυτώ της βασιλείας των ουρανών. Αμήν.


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Λαμπαδός

 Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΛΑΜΠΑΔΟΥ.                                                           

Λαμπαδός ο Όσιος πατήρ ημών εκ νεαράς ηλικίας παρεδόθη εις την ασκητικήν ζωήν και δια της εγκρατείας και της προσεκτικής προσευχής υπέταξεν εις την ψυχήν το φρόνημα της σαρκός. Όθεν έλαμψεν ως λαμπρός ήλιος και εφώτισε τους εσκοτισμένους υπό των παθών και της απάτης των δαιμόνων. Και όχι μόνον εν τη παρούση ζωή έτι ων εποίησε παράδοξα θαύματα, αλλά και αφού απήλθε προς Κύριον προσφέρει αενάως θαύματα και ιατρείας εις τους μετά πίστεως προς αυτόν προστρέχοντας. Τούθ’ όπερ βεβαιοί το σπήλαιον, εντός του οποίου ευρίσκεται το τίμιον αυτού λείψανον.