Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Τη Α΄ (1η) του μηνός Αυγούστου μνήμη των Αγίων επτά Μαρτύρων Μακκαβαίων ΑΒΕΙΜ, ΑΝΤΟΝΙΟΥ, ΓΟΥΡΙΟΥ, ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ, ΕΥΣΕΒΩΝΑ, ΑΧΕΙΜ και ΜΑΡΚΕΛΟΥ, της μητρός αυτών ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ και του διδασκάλου αυτών ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ.

Ελεάζαρος ο ευσεβέστατος διδάσκαλος  και οι επτά Μακκαβαίοι μαθηταί αυτού Αβείρ, Αντώνιος, Γουρίας, Ελεάζαρος, Ευσεβωνάς, Αχείμ (Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται Ευλάλου· εν άλλω δε Συναξαριστή γράφεται Μάρκου.) και Μάρκελλος και η μήτηρ αυτών Σολομονή ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Αντιόχου, υιού Σελεύκου, εν έτει από μεν κτίσεως κόσμου ετκη΄ (5328), προ Χριστού δε ρογ΄ (173). Αναγκασθέντες δε οι Άγιοι ούτοι υπό του βασιλέως Αντιόχου (όστις εξώντωσε και ηχμαλώτισεν άπαν το γένος των Εβραίων) να αρνηθώσι τας συνηθείας και διατάξεις τας παραδεδομένας υπό του νόμου και των προγόνων των, τρώγοντες χοιρινά κρέατα, δεν επείσυησαν εις τούτο, φυλάττοντες την παραγγελίαν του θείου νόμου την λέγουσαν· «Τον υν, ότι διχηλεί οπλήν τούτο, και ονυχίζει όνυχας οπλής, και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν, ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεάτων αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε, ακάθαρτα ταύτα υμίν» (Λευϊτ. ια: 7- 8). Τουτέστι, μη φάγητε τον χοίρον, διότι αυτός έχει μεν τους όνυχας εσχισμένους εις δύο, δεν μηρυκάζει δε, ήτοι δεν αναμασά την τροφήν του· διο εκ των κρεάτων του χοίρου μη φάγητε, και το νεκρόν σώμα αυτού μη εγγίσετε, διότι είναι ακάθαρτα. Τούτου ένεκα του μεν Ελεαζάρου έδεσαν οπίσω τας χείρας, και αφού εμαστίγωσαν αυτόν ισχυρώς, έχυσαν εντός της ρινός του υγρά τινα δυσώδη και δριμέα· είτα έρριψαν αυτόν εις πυράν, εις την οποίαν προσευχηθείς να γίνη το αίμα και ο θάνατός του λύτρωσις και ελευθερία όλου του γένους του, ούτω παρέδωκεν ο αοίδιμος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τους δε Αγίους επτά Παίδας έφερεν ενώπιόν του ο τύραννος και ετιμώρησεν αυτούς, έκαστον κατά τους χρόνους της ηλικίας του, με τροχούς, με ακόντια, με πυρ και με άλλα όργανα τιμωρητικά, τα οποία ενεπήγοντο εις τας αρθρώσεις του σώματος. Όθεν οι μακάριοι Παίδες, αποθανόντες εν μέσω των τοιούτων βασάνων, απέδειξαν, ότι ο λογισμός είναι κύριος και αυτοκράτωρ των παθών, και δεν νικάται υπ’ αυτών χωρίς να θέλη· (Ως τούτο αποδεικνύει ο Εβραίος Ιώσηπος εις τον ολόκληρον λόγον ον συνέγραψε περί αυτοκράτορος λογισμού, ός τις άρχεται ούτω: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδεικνύεσθαι μέλλων»)· ούτω δε έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. Μετά ταύτα η μήτηρ αυτών Σολομονή, βλέπουσα τους επτά υιούς της ανδρείως τελειωθέντας, εχάρη και χωρίς ουδείς να επιθέση χείρα επ’ αυτής, προσήλθε μόνη και ερρίφθη εντός της ανημμένης πυράς, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτών σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Ναόν, τον ευρισκόμενον εις το έμβασμα το λεγόμενον του Δομινίκου και πέραν εις την Ελαίαν. (Σημείωσε, ότι ο μεν Θεολόγος Γρηγόριος ένα εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει εις τας μαρτυρικάς κεφαλάς των Αγίων τούτων Μακκαβαίων, ου η αρχή: «Τι δε οι Μακκαβαίοι;» ο δε Χρυσόστομος τρεις λόγους συνέγραψε, περιεχομένους εν τω πέμπτω τόμω της εν Ετώνη εκδόσεως και πεντηκοστώ της εκδόσεως Migne, ων του μεν πρώτου η αρχή: «Ως φαιδρά και περιχαρής ημίν», του δευτέρου: «Άπαντας μεν ουν εγκωμιάσαι», ον και παραθέτομεν ανωτέρω· του δε τρίτου· «Και τοις Μάρτυσιν ορών». Αξιόλογον δε είναι εκείνο, το οποίον γράφει περί αυτών ο ρηθείς Γρηγόριος· «Οι προ των Χριστού παθών μαρτυρήσαντες, τι ποτε δράσειν έμελλον μετά Χριστόν διωκόμενοι, και τον εκείνου υπέρ ημών μιμούμενοι θάνατον. Ει γαρ χωρίς υποδείγματος τοιούτοι και τοσούτοι την αρετήν, πως ουκ αν ώφθησαν γενναιότεροι μετά του υποδείγματος κινδυνεύοντες; Και άμα μυστικός τις και απόρρητος ούτος ο λόγος, σφόδρα πιθανός εμοί γουν και πάσι τοις φιλοθέοις, μηδένα των προ της Χριστού παρουσίας τελειωθέντων δίχα της εις Χριστόν πίστεως τούτου τυχείν· ο γαρ Λόγος επαρρησιάσθη μεν ύστερον καιροίς ιδίοις, εγνωρίσθη δε και πρότερον τοις καθαροίς την διάνοιαν». Σημείωσαι, ότι το λείψανον της Αγίας Σολομονής σώζεται ολόκληρον εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως. Εις το Μαρτύριον τούτων  λόγων συνέγραψεν ο Ιώσηπος, ου η αρχή: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων». Ευρίσκεται δε εν τη Μεγίστη Λαύρα και έτερος λόγος συντομώτερος προς αυτούς, ου η αρχή· «Ότι των παθών αυτοκράτωρ ο λογισμός»).

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ του Ρωμαίου.

Κασσιανός ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της παλαιάς Ρώμης, υιός ων γονέων ευσεβών και ενδόξων, υπό των οποίων παρεδόθη εις διδάσκαλον και εξεπαιδεύθη εις το άκρον την εξωτερικήν φιλοσοφίαν. Διότι εκτός του ότι είχεν ευφυϊαν οξυτάτην, είχε και φιλομάθειαν θερμοτάτην και επιμέλειαν. Είτα επεδόθη εις τα ιερά και θεία μαθήματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής· όθεν και εις την πατρίδα του Ρώμην έτι ευρισκόμενος έφθασεν εις το άκρον της θείας γνώσεως και εστόλισε την ζωήν του με αγνείαν και καθαρότητα. Αναχωρήσας είτα εκ της πατρίδος του και αφήσας γένος και στρατείαν, διότι ήτο πρότερον συγκατηριθμένος εις τους στρατιωτικούς καταλόγους, ως και πάσαν υπερηφάνειαν της ζωής ταύτης, έλαβε τον σταυρόν εις τους ώμους του και ηκολούθησε τον Χριστόν· διότι, εισελθών εν τινι Μοναστηρίω της Βηθλεέμ, έγινε Μοναχός και έδωκεν εαυτόν εις πάσαν υπακοήν και σκληραγωγίαν του σώματος, προσέχων πάντοτε εις τον Θεόν δια της προσευχής. Φθάσας δε εις άκραν υπακοήν και ταπείνωσιν και εις το άκρον της διακρίσεως, επήγεν εις την ησυχίαν και ηγωνίζετο κατά μόνας. Μετά ταύτα επήγεν ο Όσιος εις διαφόρους τόπους, όπου συνήντησε γνωστικωτάτους Οσίους και τας αρετάς όλων συνήθροισεν εις τον εαυτόν του, ως άλλη φιλόπονος μέλισσα, ώστε να καταστή δια τους άλλους τύπος και παράδειγμα παντός είδους αρετής εν λόγω τε και έργω, παρακινών εκείνους να μιμηθώσι τον ιδικόν του ζήλον. Διότι πάντα τα Μοναστήρια και Ασκητήρια περιήλθεν ο αοίδιμος, όσα ευρίσκοντο εις άπασαν την Αίγυπτον, την Θηβαϊδα, την Νιτρίαν, την Ασίαν, τον Πόντον και την Καππαδοκίαν. Όθεν, ανώτερος των παθών γενόμενος και τον νουν καθαρίσας, εγνώρισεν ακριβώς, τόσον δια της πείρας, όσον και δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την της Μοναδικής Πολιτείας ακρίβειαν και την τελείαν κατά των παθών νίκην· δια τούτο, σαφώς άγαν και υψηλώς, συνέγραψε περί των οκτώ λογισμών και περί της τάξεως των εν Αιγύπτω και Ασία Κοινοβίων, δια των οποίων συγγραμμάτων προσέφερε και προσφέρει μεγάλην ωφέλειαν και εις τους Ησυχαστάς και εις τους Κοινοβιάτας. Ήτο δε ο μακάριος ούτος, από μόνην την θεωρίαν του, πρόξενος πολλής ωφελείας και πνευματικής ηδονής, απλώς δε ειπείν, ή σιωπών ή λαλών, ήτο διδασκαλία και συμβουλή. Αλλά και απλούστατος και διακριτικώτατος ήτο, μέχρι σημείου, ώστε ο τρισμακάριος Ιωάννης της Κλίμακος επαινεί τούτον εις τον «Περί Υπακοής» λόγον του. Απελθών μετά ταύτα ο Άγιος εις Κωνσταντινούπολιν, εν έτει υδ΄ (404), εγνωρίσθη με τον θείον Χρυσόστομον Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως. Εκείθεν επέστρεψεν εις Ρώμην, όπου εχειροτονήθη Πρεσβύτερος από τον τότε Πάπαν Ιννοκέντιον Α΄ . Μετά δύο έτη μετέβη εις Μασσαλίαν της Γαλλίας όπου έκτισεν ανδρικήν Μονήν επ’ ονόματι του Αγίου Μάρτυρος Βίκτωρος. Ακολούθως έκτισε και γυναικείαν Μονήν, και εντός ολίγου κατέστη ο εισηγητής και αρχηγός του μοναχικού βίου εις Γαλλίαν αρχικώς και εις την Ισπανίαν κατόπιν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν βιώσας οσίως, και φθάσας εις το άκρον της απαθείας, με προφητικόν δε χάρισμα διαλάμψας και μέγας αναφανείς πανταχού, εξεδήμησεν εν ειρήνη προς Κύριον, περί το έτος υλε΄ (435), Φεβρουαρίου κθ΄ (29η), το τίμιον δε τούτου λείψανον χορηγεί πλουσιοπαρόχως ποκίλας ιατρείας εις τους μετά πίστεως προσερχομένους εις αυτό και επικαλουμένους την Χάριν του. Τούτου του εν Οσίοις Πατρός ημών Κασσιανού πρεσβείαις, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. 

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, η Αγία Νεομάρτυς ΚΥΡΑΝΝΑ η σωφρονεστάτη, κατά την Θεσσαλονίκην εν βασάνοις τελειούται, εν έτει αψνα΄ (1751).

Κυράννα η κυριώνυμος και πάγκαλος νύμφη του Χριστού κατήγετο από εν χωρίον της Θεσσαλονίκης καλούμενον Αβυσσώκα. Ήτο δε τέκνον Χριστιανών γονέων, ωραιοτάτη και διήγε ζωήν σεμνήν και σώφρονα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος την εφθόνησε δια τας αρετάς της και μη δυνάμενος να την μολύνη με αισχρούς λογισμούς και ατόπους πράξεις κρυφίως, εύρεν όργανον της κακίας του ένα Αγαρηνόν Γενίτσαρον, όστις ήτο εις το χωρίον εισπράκτωρ των αυθεντικών εισοδημάτων. Ούτος ετρώθη από σατανικόν έρωτα προς την κόρην και ήρχισεν, ο μιαρός, να την κολακεύη με διαφόρους τρόπους, δια να την φέρη εις τον σκοπόν του· αλλ’ η παρθένος δεν τον εδέχετο ουδόλως, εκείνος δε της υπέσχετο να της δώση όσα χρήματα θέλει και να της κάμη πολύτιμα φορέματα, εάν δεχθή, ει δε μη, απειλούσε να την βασανίση σκληρώς και τελευταίον να την θανατώση. Η δε κόρη, έχουσα όλον της τον πόθον εις τον Χριστόν, δεν εφρόντιζεν ουδόλως ούτε δια τα χαρίσματα και τας υποσχέσεις του, ούτε δια τας απειλάς του. Ιδών λοιπόν εκείνος ότι δεν επιτυγχάνει τον σκοπόν του, συμφωνεί με άλλους Γενιτσάρους του ιδίου τάγματος, και αρπάσαντες έξαφνα την κόρην την έφεραν εις τον κριτήν της Θεσσαλονίκης, ψευδομαρτυρούντες, ότι είπε δήθεν εκείνη, ότι θα τον πάρη δι’ άνδρα και θα έλθη εις την πίστιν των. Παρηκολούθουν δε τα γενόμενα και οι γονείς της κόρης, αλλά δειλιάσαντες από τας απειλάς των τυράννων εκρύβησαν. Εκεί λοιπόν οι Τούρκοι έκαμαν πολλά εις την παρθένον, δια να την φέρουν εις τον σκοπόν των, πότε με κολακείας και υποσχέσεις και πότε με απειλάς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα εστάθη απτόητος, μόνον δε ένα λόγον είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι Χριστιανή και Νυμφίον έχω τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον προσφέρω ως προίκα την παρθενίαν μου, αυτόν επόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου, δια δε την αγάπην του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, ίνα αξιωθώ να τον απολαύσω· ηκούσατε λοιπόν την απόκρισίν μου. Άλλον λόγον μη προσμένετε να σας ειπώ». Ταύτα ειπούσα εσιώπησε και δεν ηθέλησε πλέον να αποκριθή εις όσα κατόπιν την ηρώτων· αλλά κλίνασα κάτω την κεφαλήν ίστατο με πολλήν σεμνότητα ως να εντρέπετο να βλέπη εις τα πρόσωπα των ανδρών, προσηύχετο δε μόνον νοερώς και παρεκάλει τον Νυμφίον της Χριστόν να την ενδυναμώση έως τέλους. Την ώραν εκείνην εγέμισεν η καρδία της από αγαλλίασιν και χαράν πνευματικήν και φανταζομένη νοερώς τον γλυκύτατον Χριστόν, της εφαίνετο ως να ήτο εντός του Παραδείσου, λησμονούσα δε όλα τα λυπηρά της παρούσης ζωής, επεθύμει να λάβη, το συντομώτερον, τον υπέρ Χριστού θάνατον. Ιδόντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης και την φαιδρότητα του προσώπου της, κατησχύνθησαν και την έστειλαν εις την φυλακήν, εγκλείσαντες αυτήν εις τα σίδηρα. Ο δε Γενίτσαρος εκείνος, φλεγόμενος ακόμη από τον δαιμονικόν έρωτα, επήγεν εις ένα μεγάλον αγάν της πόλεως, Αλή εφένδην ονομαζόμενον, έχοντα το αξίωμα του μπέη και τον παρεκάλεσε να προστάξη τον δεσμοφύλακα να τον αφήνη να εισέρχεται εις την φυλακήν, όταν θέλη, όπερ και εγένετο. Επήγαινε λοιπόν ο μιαρός καθ’ εκάστην ώραν και της έκαμνε πολλάς τυραννίας, με πείσμα, ή να την φέρη εις το θέλημά του, ή να την θανατώση. Δεν έφθανε δε μόνον αυτός, αλλά έπαιρνε μαζί του και άλλους ομοίους του Γενιτσάρους, δια να την τιμωρούν σκληρώς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα, όταν τους έβλεπεν, έκυπτε κάτω την κεφαλήν, εσκέπαζε το πρόσωπόν της και σταυρώνουσα τας χείρας της, ούτε ποσώς τους εκύτταζεν, ούτε τους απεκρίνετο· εκείνοι δε οι αλιτήριοι πρώτον ήρχιζαν να παρακινούν την Αγίαν με κολακείας και υποσχέσεις, ύστερον δε βλέποντες, ότι ήτο στερεά και ασάλευτος, ήρχιζαν τας παιδείας. Ο εις την εκτύπα με ξύλον, ο άλλος με μάχαιραν, άλλος με λακτίσματα και άλλος με γρόνθους, έως ότου την άφηναν ως νεκράν, αναχωρούντες κατόπιν, δια να έχη καιρόν να αναζή και πάλιν να την παιδεύουν. Και ταύτα μεν έκαμναν εκείνοι την ημέραν· τας δε νύκτας ο δεσμοφύλαξ την εκρέμα από τας μασχάλας, αν και είχε τας χείρας της αλυσοδεμένας, αρπάζων δε ό,τι ξύλον εύρισκε, την έδερνεν άσπλαγχνα, έως ότου εκουράζετο. Τότε την άφηνε κρεμαμένην και εκτεθειμένην εις το ψύχος του χειμώνος. Εις δε Χριστιανός, όστις ήτο θεατής, εφύλαττε τον καιρόν και όταν αντελαμβάνετο ότι επερνούσεν ο θυμός του δεσμοφύλακος, επήγαινε και τον παρεκάλει ζητών την άδειάν του να την καταβιβάση, όταν δε εκείνος του επέτρεπε την κατεβίβαζεν. Η δε Αγία είχε τόσην υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, ώστε εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη, όλος δε ο νους και η προσοχή της ευρίσκετο εις τους ουρανούς. Κατά την εποχήν εκείνην ήσαν εις την φυλακήν και άλλοι φυλακισμένοι Χριστιανοί, Εβραίοι και μερικαί Τούρκισσαι, δι’ ατίμους πράξεις, αίτινες ήλεγχον τον δεσμοφύλακα ως άσπλαγχνον και ως μη φοβούμενον τον Θεόν, επειδή τυραννεί κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν γυναίκα, η οποία δεν έσφαλεν. Αλλά και ο Χριστιανός εκείνος δεν έπαυε, πότε με το καλόν, πότε επειδή είχε θάρρος, με μετρίους ελέγχους να του ενθυμίζη την κρίσιν του Θεού και να προσπαθή να τον καταπραϋνη λέγων προς αυτόν, να μη παιδεύη την Αγίαν. Αλλ’ ο σατανάς εσκλήρυνε πολύ την καρδίαν του και όσον οι άλλοι τον παρεκάλουν, τόσον περισσότερον την εβασάνιζεν εκείνος. Οι δε Γενίτσαροι, πηγαίνοντες πολλάκις δια να την τιμωρούν, άφηναν τας τιμωρίας και προσεπάθουν να της δώσουν να φάγη, δια να μη αποθάνη και πότε της έδιδαν σταφίδας πότε φοίνικας· της δε Αγίας μη δεχομένης παντελώς φαγητόν, εκείνοι προσεπάθουν δια της βίας να της ανοίξουν το στόμα, χωρίς να το κατορθώνουν. Αλλά και οι εν τη φυλακή Χριστιανοί πολύ την παρεκάλουν να φάγη ολίγον, η δε Μάρτυς ουδόλως επείθετο να γευθή τι· διότι είχεν εντός της καρδίας της την φλόγα της αγάπης του Κυρίου της και Νυμφίου Χριστού, όστις την έτρεφε και την ενεδυνάμωνε. Την εβδόμην ημέραν επήγαν πάλιν οι Γενίτσαροι και την ετυράννουν σφοδρώς·  όθεν, ζήλω κινούμενος ο ρηθείς Χριστιανός, ήρχισε να ελέγχη αυστηρά τον δεσμοφύλακα και να τον απειλή, ότι έχει να τον καταγγείλη εις τον πασάν, πως αφήνει και έρχονται απ’ έξω άνθρωποι και τιμωρούν τους φυλακισμένους, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του νόμου των, άλλην δε φοράν τοιούτον τι δεν έγινεν· αλλά και αι Τούρκισσαι εκείναι πολύ τον ύβρισαν, λέγουσαι αυτόν άπιστον και φονέα και ηθέλησαν να φωνάξουν δυνατά. Εις ολίγην ώραν έφθασαν πάλιν οι Γενίτσαροι δια να την τιμωρήσουν, αλλ’ ο δεσμοφύλαξ δεν τους άφησε. Τότε εκείνοι επήγαν ευθύς και παρεπονέθησαν εις τον Αλήμπεην, όστις εκάλεσε το εσπέρας τον δεσμοφύλακα και τον ύβρισε δια την παρακοήν του εις εκείνο όπου τον επρόσταξεν. Εκείνος τότε επέστρεψε πολύ θυμωμένος και αρπάσας την Αγίαν την εκρέμασε, λαβών δε μίαν σχίζαν ξυλίνην πολύ μεγάλην, η οποία έτυχε να είναι εκεί και κρατών αυτήν με τας δύο χείρας του, εκτύπα επάνω εις την Αγίαν, όπου έφθανε, χωρίς ευσπλαγχνίαν, τόσον, ώστε ήρχισαν οι φυλακισμένοι να φωνάζουν· και αι Τούρκισσαι εκείναι ακόμη εφώναζον μεγαλοφώνως. Βλέπων δε την ταραχήν ο κατάρατος, την άφησε κρεμαμένην και επήγεν εις το δωμάτιόν του πολύ ταραγμένος, με μεγάλην σύγχυσιν και είπεν εις εκείνον τον Χριστιανόν να του βράση καφέ δια να πίη. Ενώ δε έβραζε τον καφέ ο Χριστιανός, ήρχισε πάλιν ήμερα να τον ονειδίζη δια την ασπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε, τόσον ώστε τον έκαμε και έπεσε πρηνής και έκλαιεν, ή από τον έλεγχον της συνειδήσεώς του, ή από εντροπήν. Καθ’ ον δε καιρόν η Αγία ήτο ακόμη κρεμαμένη, ω του θαύματος! Αίφνης έλαμψε φως μέγα εις την φυλακήν, καταβαίνον άνωθεν, από την σκεπήν, ως αστραπή, το οποίον περικυκλώσαν το σώμα της Μάρτυρος εξεχύθη εις όλην την φυλακήν και εφώτιζεν αυτήν, ως να εισήρχετο εντός αυτής όλος ο ήλιος αν και ήτο Τετάρτη ή Πέμπτη ώρα της νυκτός. Και οι μεν Χριστιανοί εφώναζον «Κύριε, ελέησον», οι δε Εβραίοι έπεσον χαμαί, δια να μη βλέπουν το φως· και αι Τούρκισσαι εφώναζον· «Ωχ! Ωχ! Το κρίμα της πτωχής ρωμαίας μας έφθασε και έπεσεν αστραπή να μας καύση». Τότε ο δεσμοφύλαξ, τρέμων όλος εκ του φόβου του, είπεν εις τον Χριστιανόν να ξεκρεμάση την Αγίαν. Μεταβάς όθεν ο Χριστιανός εύρεν αυτήν τετελειωμένην, το δε φως εχάθη και έμεινε μία άρρητος ευωδία επί ώραν πολλήν. Λαβών λοιπόν ο Χριστιανός εκείνος τα κλειδία από τον δεσμοφύλακα, ήνοιξε τα σίδηρα και λύσας τας χείρας της συνέστειλε με σέβας και ευλάβειαν το άγιον αυτής λείψανον και ανάψας φώτα και θυμιάσας εκάθητο πλησίον, προσμένων με χαράν την ημέραν και δοξάζων τον Θεόν όπου τον ηξίωσε να ιδή τοιαύτα θαυμάσια και να ψηλαφήση και να περιποιηθή μαρτυρικόν λείψανον. Το πρωϊ διεδόθη εις την πόλιν η φήμη της τελειώσεως της Αγίας και η εμφάνισις του αγίου Φωτός. Και οι μεν Αγαρηνοί καταισχυνθέντες εσιώπων και έδωκαν άδειαν εις τους Χριστιανούς να πάρουν το λείψανον και να το κάμουν ως επιθυμούν, οι δε Χριστιανοί ηυφράνθησαν και πολλοί έδραμον εις την φυλακήν, λαβόντες δε το άγιον λείψανον με ευλάβειαν το ενεταφίασαν έξω της πόλεως, εκεί όπου ενεταφιάζοντο και των λοιπών Χριστιανών τα λείψανα· τα δε φορέματα της Αγίας διεμοίρασαν μεταξύ των πολλοί Χριστιανοί δι’ αγιασμόν και σωτηρίαν των.


Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Οσίων Γυναικών ΜΑΡΑΝΑΣ και ΚΥΡΑΣ.

Μαράνα και Κύρα αι Άγιαι γυναίκες είχον πατρίδα την Βέρροιαν της Συρίας, έζων δε κατά τους χρόνους του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393-458), ήσαν δε αμφότεραι περιφανούς και εξόχου καταγωγής, η δε ανατροφή των ήτο ομοία με το γένος των. Αύται όμως αι αοίδιμοι, καταφρονήσασαι την λαμπρότητα του γένους και όλα τα τερπνά και χαροποιά της ζωής ταύτης, έκτισαν έξω της πόλεως μικρόν περιτείχισμα και εισελθούσαι εντός αυτού έφραξαν την θύραν με λίθους και πηλόν. Βλέπουσαι αυτάς τας δύο αι υπηρέτριαι αυτών, ηθέλησαν και αυταί να ζήσωσι παρομοίαν ζωήν. Διέταξαν λοιπόν αυτάς αι τούτων δέσποιναι να κτίσωσιν έξω του ιδικού των περιτειχίσματος μικρόν κελλίον και εκεί να αγωνίζωνται· έβλεπον δε εκ τινος παραθύρου τα υπό των υπηρετριών των τελούμενα και τας παρεκίνουν να προσεύχωνται συχνότερον, θερμαίνουσαι αυτάς εις τον έρωτα του Θεού ακόμη περισσότερον. Αύται αι μακάριαι, η Μαράνα και η Κύρα, δεν είχον οίκον, ούτε καλύβην, αλλ’ ήσαν χωρίς στέγην και σκέπασμα· υπομένουσαι δε βροχάς και χιόνας κατά τον χειμώνα και το καύμα του ηλίου κατά το θέρος, ενόμιζον, ότι απολαμβάνουσι πολλήν ευφροσύνην. Την τροφήν των ελάμβανον εκ τινος μικράς θυρίδος και εκείθεν συνωμίλουν μόνον με γυναίκας, όσας ήρχοντο προς αυτάς, κατά μόνην την Πεντηκοστήν. Κατά δε τον λοιπόν καιρόν ησύχαζον και δεν ωμίλουν. Αλλά και όταν εδέχοντο τας γυναίκας, μόνη η Μαράνα ωμίλει προς αυτάς, της δε Κύρας ουδείς ουδέποτε ήκουσε την φωνήν. Εφόρουν δε και σίδηρα πολλά και βαρέα εις το σώμα των, ώστε η Κύρα, έχουσα σώμα ασθενέστερον, ένεκα του μεγάλου βάρους των σιδήρων έκυπτε χαμαί, χωρίς να δύναται να ανορθώση το σώμα της, τα δε φορέματά των ήσαν τόσον μακρά, ώστε εκάλυπτον καλώς όχι μόνον όλον το σώμα, αλλά και τους πόδας των. Με τοιαύτην ζωήν πολιτευόμεναι αι μακάριαι διήλθον τεσσαράκοντα δύο έτη, διαρκούσης δε της ζωής των, τρεις φοράς ενήστευσαν ημέρας τεσσαράκοντα, ως ο θεόπτης Προφήτης Μωϋσής και ο Θεσβίτης Ηλίας και τρεις φοράς ενήστευσαν επί τρεις εβδομάδας καθώς ενήστευσεν ο Προφήτης Δανιήλ. Επιθυμήσασαι δε ποτε να ίδωσι τους Ιερούς Τόπους των σωτηρίων Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου, κατήλθον εις Ιεροσόλυμα και κατά την οδοιπορίαν δεν έφαγον ουδόλως τροφήν, τότε δε μόνον έφαγον, αφ’ ου προσεκύνησαν τους Αγίους Τόπους. Αλλ’ ουδέ κατά την επάνοδόν των έφαγον καθ’ οδόν, αν και, ίνα διανύση τις το μεταξύ Βερροίας της Συρίας και Ιεροσολύμων διάστημα, πρέπει να δαπανήση όχι ολιγώτερον των είκοσι ημερών. Επειδή δε επεθύμησαν να ίδωσι και τον εν Ισαυρία Ναόν της Αγίας Πρωτομάρτυρος Θέκλης, ίνα δια της εκείνου θεωρίας ανάψωσιν εις τας καρδίας αυτών το πυρ της του Θεού αγάπης, μετέβησαν εκεί και επέστρεψαν χωρίς να γευθώσιν ουδέν φαγητόν· τοσούτον κατέφλεξε τας μακαρίας ο έρως του νοητού Νυμφίου Χριστού! Με τοιαύτην λοιπόν ενάρετον πολιτείαν στολίσασαι αι τρισόλβιαι το γένος των γυναικών, γενόμεναι ούτω εις τας άλλας γυναίκας παραδείγματα αρετής και ασκήσεως, εξεδήμησαν προς ον ηγάπησαν Νυμφίον Χριστόν. 

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο Άγιος Μάρτυς ΝΕΣΤΩΡ σταυρωθείς τελειούται.

Νέστωρ ο Άγιος Μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του ηγεμόνος Πουπλίου εν έτει σν΄ (250), κατήγετο δε από την Πέργην της Παμφυλίας. Αλλά επειδή εσέβετο τον Χριστόν, συνελήφθη υπό του άρχοντος Ειρηνάρχου και εφέρθη εις τον ηγεμόνα. Ομολογήσας λοιπόν ενώπιον αυτού την εις Χριστόν Πίστιν, εσταυρώθη· όθεν, ευχαριστών τον Θεόν με πολλάς ευχαριστίας και τους Χριστιανούς στηρίζων εις την Πίστιν, παρέδωκε το πνεύμα και έλαβεν ο αοίδιμος τον στέφανον του Μαρτυρίου. 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΡΟΤΕΡΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, καλάμοις οξέσι σφαγέντος.

Προτέριος ο ένδοξος Ιερομάρτυς ήτο Πρεσβύτερος της εν τη Αλεξανδρεία Εκκλησίας εν έτει υν΄ (450), κατά τους χρόνους των αοιδίμων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας· ότε δε συνεκροτήθη η Τετάρτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος εν έτει υνα΄ (451), ανέβη και αυτός εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των άλλων Αλεξανδρινών Επισκόπων και Πρεσβυτέρων και πολύ ηγωνίσθη κατά της αιρέσεως των Μονοφυσιτών. Αφ’ ου δε απέθανεν ο Αλεξανδρείας Απολινάριος, όστις ανήλθεν εις τον επισκοπικόν θρόνον μετά τον Μονοφυσίτην Διόσκορον τον εν τη Τετάρτη Οικουμενική Συνόδω καθαιρεθέντα, εδέχθη τον θρόνον της Αλεξανδρείας ο θείος ούτος Προτέριος, προβληθείς υπό πάσης της Συνόδου. Επειδή δε οι Μονοφυσίται και ακόλουθοι του Ευτυχούς εποίουν ταραχάς εις την Αλεξάνδρειαν και ηπείλουν ότι θα εμποδίσωσι την μεταφοράν του σίτου εξ Αλεξανδρείας εις Κωνσταντινούπολιν, δια τούτο ο βασιλεύς Μαρκιανός διέταξε να μεταφέρωσι τον σίτον εκ του εσωτερικού της Αιγύπτου δια του Νείλου εις το Πηλούσιον και όχι εις την Αλεξάνδρειαν. Όθεν οι κάτοικοι της Αλεξανδρείας, βασανιζόμενοι υπό της πείνης, έβαλον μεσίτην εις τον βασιλέα τον θείον Προτέριον· ο δε βασιλεύς, πεισθείς εις την μεσιτείαν και παράκλησιν του Αγίου, προσέταξε να μεταφέρεται και πάλιν ο σίτος εις την Αλεξάνδρειαν. Αφ’ ου δε απέθανεν ο βασιλεύς Μαρκιανός, ο Τιμόθεος ο επονομαζόμενος Αίλουρος, εκλέξας νύκτα τινά σκοτεινήν και ασέληνον, μετέβη το μεσονύκτιον εις τα κελλία των Μοναχών, φορών ένδυμα μαύρον, λέγων δε προς αυτούς, ότι είναι Άγγελος του Θεού, τους παρήγγελλε να χωρισθώσι της κοινωνίας και υποταγής του Προτερίου. Οι δε Μοναχοί, απλοϊκοί όντες, ηπατήθησαν και επανεστάτησαν κατά του Αρχιερέως των. Ο δε Προτέριος φοβηθείς έφυγεν, ότε βλέπει τον Προφήτην  Ησαϊαν λέγοντα προς αυτόν· «Επίστρεψον και εγώ αναμένω να σε δεχθώ». Ούτος δε ο λόγος εφανέρωνε τον θάνατον του Προτερίου. Επανελθών λοιπόν ο θείος Πατήρ εισήλθε, πιθανώς ίνα κρυβή, εντός της εν Αλεξανδρεία μεγάλης κολυμβήθρας. Μαθόντες δε τούτο οι ως άνω πλανηθέντες Μοναχοί και οι λοιποί Μονοφυσίται, έτρεξαν εκεί και κατέσφαξαν με κοπτερούς καλάμους τον Αρχιερέα του Θεού. (Ο Άγιος Προτέριος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ίνα διασωθή από τον Μονοφυσίτην Αίλουρον κατέφυγεν εις την κολυμβήθραν του Βαπτίσματος. Ο δε Αίλουρος κατώρθωσε να σφάξωσιν αυτόν οι Μονοφυσίται.) Έπειτα, αντ’ αυτού, εχειροτόνησαν Αρχιερέα τον απατήσαντα αυτούς κακόφρονα Τιμόθεον και ανεβίβασαν  τούτον εις τον θρόνον της Αλεξανδρείας. Τούτο μαθών ο μετά τον Μαρκιανόν βασιλεύσας Λέων Α΄ ο Μέγας, ο και Μακέλλης επονομαζόμενος, τον μεν Τιμόθεον υπέβαλεν υπό την εξουσίαν των Αρχιερέων, ίνα κριθή κανονικώς υπ’ αυτών, οι οποίοι αφού καθήρεσαν αυτόν της Αρχιερωσύνης, εξώρισαν εις την Γάγγραν, τους δε λαϊκούς, τους συμμετασχόντας εις τον φόνον του Αγίου Προτερίου, ετιμώρησεν ο βασιλεύς με δαρμούς και με δήμευσιν των κτημάτων των. Διέταξε δε και εχειροτονήθη άλλος Αρχιερεύς Ορθόδοξος εις την Αλεξάνδρειαν, ονομαζόμενος Τιμόθεος Σαλοφακιόλιος, ούτω δε κατέπαυσεν η ταραχή και η επανάστασις αύτη.


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Συναθλητού του Αγίου Προκοπίου του Δεκαπολίτου.

Βασίλειος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του Ισαύρου Λέοντος Γ΄ του Εικονομάχου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ - ψμα΄ (717 – 741), νέος δε την ηλικίαν έγινε Μοναχός και υπεβάλλετο εις αυστηράν άσκησιν. Πρώτον λοιπόν, καλώς αγωνισάμενος, αντέστη ύστερον ανδρείως εις τους Εικονομάχους, δια τον σεβασμόν και την προσκύνησιν των Αγίων Εικόνων. Διο συνελήφθη υπ’ αυτών και ετιμωρήθη πολύ ο αοίδιμος. Αλλά παρά τας τιμωρίας δεν υπεχώρησεν από την καλήν ταύτην αντίστασιν, αλλά εκήρυττε την αλήθειαν της Ορθοδοξίας έως θανάτου, έχων ως συναγωνιστήν και τον θείον Προκόπιον τον Δεκαπολίτην, τον εορταζόμενον κατά την εικοστήν εβδόμην του παρόντος μηνός Φεβρουαρίου. Τούτου ένεκα και ξεσμούς παρά των Εικονομάχων έλαβεν εις όλον το σώμα και μάλιστα τον τράχηλον και εις φυλακήν ερρίφθη. Αφ’ ου δε ο Ίσαυρος Λέων απέθανεν, ηλευθερώθη ο Άγιος εκ της φυλακής και ηκολούθει πάλιν την προτέραν ασκητικήν πολιτείαν, πολλούς μεν αμαρτωλούς παρακινών εις την αρετήν δια του λόγου και του παραδείγματός του, πολλούς δε κακοδόξους επιστρέφων εις την Ορθόδοξον Πίστιν. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον πολιτευσάμενος ο μακάριος, χαίρων και ευχαριστών τον Θεόν απήλθε προς Κύριον, ον εκ βρέφους ηγάπησεν.