Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Αλλοίμονον εις τον πιστόν, ο οποίος θα ανέμενε κρίσιν Συνόδου.

Η διακοπή του μνημοσύνου του αιρετικού Βαρθολομαίου είναι επιταγή Θεού και καθήκον παντός Ορθοδόξου. Αλλοίμονον εις τον πιστόν, ο οποίος θα ανέμενε κρίσιν Συνόδου. Πότε άραγε θα καταστή δυνατή η σύγκλησις ταύτης; Και όταν ποτέ ήθελε συγκληθή, τι Σύνοδος θα είναι άραγε; Θα είναι γνησία ή ληστρική; Όταν οι Ορθόδοξοι Ιερείς της Κωνσταντινουπόλεως έκοψαν το μνημόσυνον του Επισκόπου Νεστορίου, ανέμενον την κρίσιν Συνόδου; Ευτυχώς όχι. Η Σύνοδος πράγματι συνεκλήθη εις την Κων/πολιν. Ποία όμως ήτο η κρίσις αυτής; Εδικαίωσεν τον Νεστόριον και ανεθεμάτισε τους Ορθοδόξους!... «Ο κοινωνών Βαρθολομαίω αιρέσει κοινωνεί. Ο μνημονεύων Βαρθολομαίον συνεπάγεται μετά τούτου τη αιρετική απωλεία. Ο μη μνημονεύων Βαρθολομαίον και τους συν αυτώ, αποτειχίζει εαυτόν εκ «Ψευδεπισκόπων και Ψευδοδιδασκάλων», λέγει το Πνεύμα το Άγιον εν τη Εκκλησία (ΙΕ Κανών ΑΒ Συνόδου). Οι μη κοινωνούντες Βαρθολομαίω και τοις συν αυτώ είναι «τιμής και αποδοχής άξιοι, ως οι Ορθόδοξοι» παραγγέλουσιν οι Άγιοι δια του αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων (Αγ. Σωφρονίου Ιεροσολύμων, P.G. 87,  3372A) και του ΙΕ΄Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου». Η μετά της αιρέσεως  κοινωνία, πως είναι δυνατόν να διατηρήση την ορθόδοξον ιδιότητα του Πληρώματος της Εκκλησίας και την υπόστασιν Αυτής;

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος

Ἡ ψυχρότητα στὴν προσευχὴ ὀφείλεται εἴτε σὲ ψυχικὴ κόπωση εἴτε σὲ πνευματικὸ κορεσμὸ εἴτε σὲ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀναπαύσεις εἴτε σὲ πάθη, ποὺ κυριεύουν τὴν ψυχή, προπαντὸς στὴν ἔπαρση. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνάντια στὴν πνευματικὴ ζωή, μέσα στὴν ὁποία κεντρικὴ θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καὶ κύρια προκαλοῦν τὸ στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας. Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νὰ oφείλεται καὶ σὲ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, ποὺ συμβαίνει μὲ θεία παραχώρηση. Και να γιατί:Καὶ νὰ γιατί:Καὶ νὰ γιατί:

Ὅταν ἡ ψυχὴ μας φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιὰ μας ξεχύνεται ὁλόθερμη προσευχή, δὲν ἔχουμε παρὰ ἐλεητικὴ ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτὴ κατάσταση παρατείνεται γιὰ πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μὲ τὸ δικό μας ἀγώνα καὶ κυριευόμαστε ἀπὸ τὴν κενοδοξία.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ -- ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Πως εις εις την σωτήριον ταπεινοφροσύνην καταβησόμεθα, τον ολέθριον όγκον της υπερηφανείας καταλιπόντες; Εάν δια πάντων ασκώμεν το τοιούτο και μηδέν παρορώμεν ως ου παρά τούτο βλαβησόμενοι. Τοις γαρ επιτηδεύμασιν ομοιούται η ψυχή και, προς α πράττει, τυπούται και προς ταύτα σχηματίζεται. Έστω σοι και σχήμα, και ιμάτιον, και βάδισμα, και καθέδρα, και τροφής κατάστασις, και στρωμνής Παρασκευή, και οίκος, και τα εν οίκω σκεύη πάντα προς ευτέλειαν ησκημένα· και λόγος, και ωδή, και η του πλησίον έντευξις, και ταύτα προς μετριότητα μάλλον, ή προς όγκον οράτω. Μη μοι κόμπους εν λόγω σοφιστικούς, μηδέ εν ωδαίς ηδυφωνίας υπερβαλλούσας, μηδέ διαλέξεις υπερηφάνους και βαρείας· αλλ΄ εν άπασιν υφαίρει του μεγέθους· χρηστός προς τον φίλον, ήπιος προς τον οικέτην, ανεξίκακος προς τους θρασείς, φιλάνθρωπος προς τους ταπεινούς, παρηγορών κακουμένους, επισκεπτόμενος τους εν οδύναις, μηδένα καθ΄ άπαξ υπερορών, γλυκύς εν προσηγορία, φαιδρός εν αποκρίσει, δεξιός, ευπρόσιτος άπασι, μήτε σεαυτού διεξιών εγκώμια, μηδέ ετέρους λέγειν παρασκευάζων, μηδέ λόγον άσεμνον αποδεχόμενος, επικαλύπτων όσα δυνατόν των σεαυτού πλεονεκτημάτων· επί δε τοις αμαρτήμασι κατηγορών σεαυτού και μη τους ετέρων ελέγχους αναμένων, ίνα γένη κατά τον δίκαιον τον εαυτού κατήγορον εν πρωτολογία, ίνα ης, κατά τον Ιώβ, ος ου διετράπη πολυοχλίαν πόλεως, επ΄ αυτών εξαγορεύσαι το ίδιον πταίσμα. Μη βαρύς εν επιτημήσεσι γίνου, μηδέ ταχέως, μηδέ εμπαθώς εξελέγχων (αύθαδες γαρ το τοιούτον), μηδέ επί μικροίς καταδικάζων, ως ακριβοδίκαιος αυτός υπάρχων.


Συ δε ου πλεονέκτης; Συ δε ουκ αποστερητής, α προς οικονομίαν εδέξω ταύτα ίδια σεαυτού ποιούμενος; Ή ο μεν ενδεδυμένον απογυμνών λωποδύτης ονομασθήσεται, ο δε τον γυμνόν μη ενδύων, δυνάμενος τούτο ποιείν, άλλης τινός έστι προσηγορίας άξιος; Του πεινώντός εστιν ο άρτος, ον συ κατέχεις· του γυμνητεύοντος το ιμάτιον, ο συ φυλάσσεις εν αποθήκαις· του ανυποδέτου το υπόδημα, ο παρά σοι κατασήπεται· του χρήζοντος το αργύριον, ο κατορύξας έχεις. Ώστε τοσούτους αδικείς, όσοις παρέχειν εδύνασο. «Είτε γαρ εσθίετε, φησίν, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε. Καθεζόμενος επί τραπάζης, προσεύχου· προσφερόμενος τον άρτον, τω δεδωκότι την χάριν αποπλήρου· οίνω το ασθενές του σώματος υπερείδων, μέμνησο του παρεχομένου σοι το δώρον εις ευφροσύνην καρδίας και παραμυθίαν αρρωστημάτων. Παρήλθεν η χρεία των βρωμάτων; Η μέντοι μνήμη του ευεργέτου μη παρερχέσθω. Τον χιτώνα ενδυόμενος, ευχαρίστει τω δεδωκότι· το ιμάτιον περιβαλλόμενος, αύξησον την εις Θεόν αγάπην, ος και χειμώνι και θέρει επιτήδεια ημίν σκεπάσματα εχαρίσατο, την τε ζωήν ημών συντηρούντα και το άσχημον περιστέλλοντα. Επληρώθη η ημέρα; Ευχαρίστει τω τον ήλιον μεν εις υπηρεσίαν των ημερινών έργων χαρισαμένω ημίν, πυρ δε παρασχομένω του φωτίζειν την νύκτα και ταις λοιπαίς χρείαις ταις κατά τον βίον υπηρετείν. Η νυξ άλλας υποθέσεις προσευχής προξενείτω. Όταν αναβλέψης εις τον ουρανόν, και προς τα των άστρων ενατενίσης κάλλη προσεύχου τω Δεσπότη των ορωμένων, και προσκύνει τον αριστοτέχνην των όλων Θεόν, ος εν σοφία τα πάντα εποίησεν. Όταν ίδης πάσαν φύσιν ζώων ύπνω κατεχομένην, πάλιν προσκύνει τον και ακουσίως ημάς δια του ύπνου της συνεχείας των πόνων λύοντα, και εκ μικράς αναπαύσεως πάλιν προς την ακμήν της δυνάμεως επανάγοντα.

Υπέρ αμαρτίας κλαίε. Αύτη αρρωστία ψυχής· αύτη θάνατός εστι της αθανάτου· αύτη πένθους αξία και οδυρμών ασιγήτων. Επί ταύτη παν δάκρυον ρέοι, και μη διαλείποι στεναγμός εκ βάθους καρδίας αναπεμπόμενος.

Τι αν γένοιτο της νόσου ταύτης (του φθόνου) ολεθριώτερον; Φθορά της ζωής, λύμη της φύσεως, έχθρα των παρά Θεού δεδομένων ημίν, εναντίωσις προς Θεόν. Τι τον αρχέκακον δαίμονα εις τον κατά ανθρώπων εξέμηνε πόλεμον; Ουχ ο φθόνος; Δι΄ ου και θεομάχος φανερώς απηλέγχθη, αχθόμενος μεν Θεώ επί τη μεγαλοδωρεά τη εις τον άνθρωπον, τον άνθρωπον δε αμυνόμενος, επειδή Θεόν ουκ ηδύνατο. Τα αυτά δε ταύτα ποιών και ο Κάϊν δείκνυται, ο πρώτος μαθητής του διαβόλου, και φθόνον και φόνον παρ΄ αυτού διδαχθείς, τας αδελφάς ανομίας, ας και Παύλος συνέζευξεν, ειπών· Μεστούς φθόνου, φόνου. Τι ουν ην ο εποίησεν; Είδε την παρά του Θεού τιμήν, και εξεκαύθη προς ζήλον, και ανείλε τον τιμηθέντα, ίνα καθάψηται του τιμήσαντος. Προς γαρ την θεομαχίαν αδυνατών, εις αδελφοκτονίαν μετέπεσε. Φύγωμεν, αδελφοί, νόσον θεομαχίας διδάσκαλον, ανδροφονίας μητέρα, σύγχυσιν φύσεως, οικειότητος άγνοιαν, συμφοράν αλογωτάτην.


Μέθη, ο αυθαίρετος δαίμων, εξ ηδονής ταις ψυχαίς εμβαλλόμενος, μέθη, κακίας μήτηρ, αρετής εναντίωσις, τον ανδρείον δειλόν αποδείκνυσι, τον σώφρονα ασελγή· δικαιοσύνην ουκ οίδε, φρόνησιν αναιρεί. Ώσπερ γαρ ύδωρ πολέμιόν εστι πυρί, ούτως αμετρία οίνου λογισμόν κατασβέννυσι. Διόπερ ώκνουν τι λέγειν κατά μέθης, ουχ ως περί μικρού τινος κακού ή παροφθήναι αξίου, αλλ΄ ως ουδέν όφελος παρεχομένου του λόγου. Ει γαρ ο μεθύων παραφρονεί και εσκότωται, εική ραψωδεί ο επιπλήττων τω μη ακούοντι.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Το Νηπτικό Έλεος του Καλού Σαμαρείτη: του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Ας αρχίσουμε από την γνωστή σε όλους παραβολή του καλού Σαμαρείτου (Λουκ. 10, 33-37).
Σε κάποιο σημείο του δρόμου από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, κάποιος άνθρωπος έγινε στόχος σκληρόκαρδων ληστών, οι οποίοι αφού τον λήστευσαν, τον άφησαν ημιθανή τυγχάνοντα, μισοπεθαμένο! Καταπληγωμένο και εμφανώς θανάσιμα κακοποιημένο.
Ο πρώτος περαστικός που έτυχε να ιδεί το τραγικό για τον συνάνθρωπό του αυτό γεγονός, ήταν ένας ιερέας. Τον είδε, ποιος ξέρει τι σκέφθηκε και συναισθάνθηκε. Πάντως τον είδε και αντιπαρήλθεν! Έφυγε. Τακτοποιημένος ίσως με τον εαυτό του, αφού η συνείδησή του δεν λειτούργησε ιερατικά, για να αντιμετωπίσει φιλάνθρωπα τον τραγικό αυτόν άνθρωπο!
Το ίδιο έκανε κι ένας ακόμα άνθρωπος, λευΐτης, υπηρέτης και λειτουργός του ναού του Θεού. Ελθών και ιδών αντιπαρήλθεν. Δηλαδή ο δεύτερος αυτός περαστικός άνθρωπος, μπροστά από τον μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, δεν πέρασε βιαστικός όπως ο ιερέας, αλλά πλησίασε, είδε την τραγική του κατάσταση και συνέχισε ήσυχος και αδιάφορος τον δρόμο του προς τον προορισμό του.
Αλλά αμέσως έφθασε κοντά στο τραγικό θύμα των ληστών ένας Σαμαρείτης. Ένας ξένος, από άλλη περιοχή, στην οποία οι Ιουδαίοι δεν ήταν συμπαθείς και αποδεκτοί, αφού τους χώριζαν θρησκευτικές διαφορές με τους Σαμαρείτες. Κι όμως αυτός ο ξένος και αλλόθρησκος, ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη! Τον λυπήθηκε, τον περιέθαλψε πρόχειρα και τον μετέφερε στο πιο κοντινό πανδοχείο. Φρόντισε να μη του λείψει τίποτε και πλήρωσε χρήματα για τη φιλοξενία του στο πανδοχείο.
Εάν ο Σαμαρείτης, ο ευεργέτης του Ιουδαίου ο οποίος κακοποιήθηκε θανάσιμα από ληστές συμπατριώτες του, έδειχνε την ίδια συμπεριφορά ασπλαγχνίας και ψυχρότητος που έδειξαν οι συμπατριώτες τού θύματος ιερείς, θα ήταν πλήρως δικαιολογημένος. Γιατί άραγε;
Όταν ο Ιησούς σε κάποια οδοιπορία του προχώρησε, πέρα από τα όρια της Ιουδαίας και μπήκε στην περιοχή της Σαμάρειας, κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας αυτής, κάθισε να ξεκουραστεί κοντά στο φρέαρ του Ιακώβ και να πιει νερό από την πηγή αυτή. Αλλά εκείνη την στιγμή είχε πλησιάσει την πηγή και μία γυναίκα Σαμαρείτιδα, για να αντλήσει νερό από το πηγάδι της πηγής αυτής. Έτσι ο Ιησούς, διψασμένος, ζητάει από τη γυναίκα αυτή να του δώσει νερό να πιει.
Αντί όμως ύδατος πηγαίου και δροσερού, η Σαμαρείτιδα εκείνη συμπεριφέρθηκε επιθετικά στον Ιουδαίο οδοιπόρο! Με περιφρονητικό ύφος του είπε:
- Πώς εσύ Ιουδαίος ζητάς από μια γυναίκα Σαμαρείτιδα νερό; Δεν ξέρεις ότι οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους;
Πράγματι μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών δεν υπήρχε καμία σχέση. Αντίθετα, ο ένας λαός περιφρονούσε και εχθρεύετο τον άλλο.
Η Σαμάρεια, η οποία παλαιότερα αποτελούσε το βόρειο Ισραηλιτικό κράτος, ήδη πολύ προ της εποχής του Χριστού είχε προσχωρήσει στην ειδωλολατρεία και είχε “εθνικώς” αλλοιωθεί από μεγάλες επιμιξίες με ξένους λαούς. Στην εποχή δε του Ιησού το όνομα Σαμαρείτης ισοδυναμούσε με ύβρη.
Ο Σαμαρείτης επομένως ο οποίος περνούσε μέσα από την Ιουδαία, ήταν δικαιολογημένα φορτισμένος με εμπάθεια και εχθρικά αισθήματα εναντίον των κατοίκων της. Αλλά ο Σαμαρείτης της παραβολής του Ιησού δεν είχε ούτε την ψυχολογία ούτε τα εχθρικά αισθήματα των συμπατριωτών του εναντίον των Ιουδαίων. Διαφορετικά θα αισθανόταν χαρά μπροστά στο τραγικό θέαμα του εμπεσόντος στους ληστές Ιουδαίου.
Ο Σαμαρείτης της παραβολής του Κυρίου εντυπωσιάζει για την καθαρότητα του νου του και της καρδίας του από παθογόνες – εχθρικές αντιστάσεις στο έλεος και την έκφραση της αγάπης. Ό,τι δεν έκαναν οι ιερείς της πατρίδος του τραγικού θύματος των ληστών το έκανε ένας εξ ορισμού εχθρός των Ιουδαίων.
Ήταν εξ ορισμού εχθρός όχι όμως από την φύση του και την καρδία του. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι ως ιερέας της αγάπης, τελετούργησε το μυστήριο του ελέους και της ευσπλαγχνίας στη θέση των εξ ορισμού ιερέων του Θεού!
Ο νους του καλού Σαμαρείτη, στην πράξη της αγάπης του, εκπέμπει πράγματι ανταύγειες φωτιστικές μιας εντελώς ευαγγελικής νήψεως. Επειδή χρειάζεται, αλήθεια, πολλή νήψη, φωτιστική διάκριση, για να υπερβεί κάποιος και να δαμάσει τραυματικά αισθήματα εχθρικών συμπεριφορών από φίλους και εχθρούς και να τα μεταποιήσει σε φίλτρο αγάπης και θυσίας για τους πρωταγωνιστές των τραυμάτων αυτών.
Ο Κύριος με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη εικονογράφησε και προσδιόρισε την οδό της νήψεως ως μέσο έκφρασης της αγάπης προς τους εχθρούς μας. Ο κορυφαίος λόγος του “αγαπάτε τους εχθρούς υμών”, στην πραγμάτωσή του προϋποθέτει νήψη πολλή. Νήψη φωτιστική και αναιρετική της κακίας.


Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.

Τέρας νεουργόν ευλογώ της Παρθένου,
Έσφιγξε και γαρ νυν μέλη παρειμένα.

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ΄ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός, έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ΄ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο ευλαβής εκείνος Χριστιανός, και στρεφόμενος ένθεν κακείθεν δια να ίδη ποίος του ωμίλησεν, ουδένα έβλεπεν· όθεν φοβηθείς εποίησε το σημείον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λέγων συγχρόνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι· και συ Κυρία μου και Δέσποινα, ήτις έχεις πολλήν την παρρησίαν προς τον Μονογενή Σου Υιόν, μη βραδύνης να φανερώσης εις εμέ, εάν είναι θέλημά σου, την σημασίαν της φωνής, την οποίαν ήκουσα». Και ταύτα ειπών προσευχόμενος, ήρχισεν είτα ερευνών εντός του δάσους δια να εύρη το ποθούμενον· και ούτως ερευνών μετά πόθου, βλέπει αίφνης εντός των κλάδων μιας μυρσίνης (μυρτιάς) μίαν εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· ιδών δε ταύτην έλαβε μεγάλην ψυχικήν χαράν, και εγνώρισεν ότι η φωνή, την οποίαν ήκουσεν, ήτο της Υπεραγίας Θεοτόκου, και τον ωδήγησεν εκεί δια να εύρη την αγίαν Εικόνα Της. Πεσών λοιπόν ο ευλαβής και καλός εκείνος Χριστιανός προσεκύνησε μετά δακρύων και ευχαριστιών την θεομητορικήν αγίαν Εικόνα και μετ΄ ευλαβείας ησπάσθη αυτήν· ησθάνετο δε και πολλήν ευωδίαν θυμιαμάτων εις τον τόπον εκείνον. Επεδόθη όθεν μετά προθυμίας βοηθούμενος και από την θεομητορικήν δύναμιν εις το να κόπτη τα δένδρα και να καθαρίζη το μέρος εκείνο, κτίσας δε εκεί κατά το δυνατόν εις αυτόν μικρόν Ναόν της Θεοτόκου, έθεσεν εντός αυτού την ρηθείσαν αγίαν Εικόνα, την οποίαν επωνόμασε «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», επειδή εύρεν αυτήν εντός των μυρτιών· όθεν και ο τόπος εκείνος ονομάζεται Μυρτίδια δια την αφορμήν του παλαιού εκείνου δάσους των μυρτιών. Έκτισε δε ο καλός εκείνος Χριστιανός και μικρόν κελλίον πλησίον της Εκκλησίας, και γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εκεί, υπηρετών εις τον θείον της Θεοτόκου Ναόν και προσκυνών μετά πάσης ευλαβείας την αγίαν και θαυμασίαν Εικόνα Της· αποθανόντος δε αυτού, έμεινεν εκεί ύστερον εις ευλαβής Μοναχός, ονομαζόμενος Λεόντιος, όστις εμεγάλωσε τον Ναόν, κτίσας και κελλία πέριξ αυτού, και ούτω κατέστησεν εκεί τέλειον Μοναστήριον.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Εάν εις την πνευματικήν αυτήν ευωχίαν πρέπει να προσφέρω κι΄ εγώ κάτι ευφραντικόν, θα είπω εις τους καλούς δαιτρυμόνας δι΄ ολίγων, πόση ηδονή και χάρις υπάρχει εις τα συγγράμματα αυτά, δια να ερεθίσω την επιθυμίαν σας εις την ανάγνωσίν των. Όταν διαβάσω τα ηθικά του μεγάλου Γρηγορίου, αποτάσσομαι την σάρκα και τον κόσμον, μισώ τα πάθη και ασπάζομαι την κεκρυμμένην εν Χριστώ ζωήν των Μοναχών. Με τας εντολάς καθαρίζομαι, ποθώ να συμβιώσω με τας αρετάς και, ανυψούμενος προς τα τελειότερα, γίνομαι ναός του Θεού και κατοικητήριον του Πνεύματος. Όταν διαβάζω τα Νηπτικά, μυούμαι εις αυτά τα μυστικά όργια της ιεράς νήψεως και της ευκτικής αρετής και μαθαίνω την ολικήν επιστροφήν του νοός, προς τον εντός άνθρωπον, ως και την απλανή του νου κυκλικήν κίνησιν και ανάτασίν του προς το θείον. Και τότε εισέρχομαι εις τους όρους της αληθούς ησυχίας, κατά την οποίαν νοώ αυτός εμαυτόν, μάλλον δε δι΄ εμαυτού νοών τον Θεόν και πλησιάζων προς αυτόν, δια καρδιακής ευχής και συνεπτυγμένης και δι΄ εμπύρου κατανύξεως από την ευχήν γεννωμένης. Και μυσταγωγούμαι, ποία είναι η μονιμωτάτη καθαρότης του νου, ποία της καρδίας. Και όχι μόνον αυτά, αλλά διδάσομαι και τους λόγους της νοεράς αυτής επιστροφής εν τη καρδία, ως και τας θεωρητικάς αποδείξεις από την Γραφήν, από την φύσιν και από αυτήν την πείραν, δια την ορθότητα της εργασίας αυτής. Και εις τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πειθόμενος, καταγελώ ως ασόφους και αμυήτους τους αντιλέγοντας, είτε παλαιούς είτε συγχρόνους. Όταν πάλι εντύχω εις τα συγγράμματα, που πραγματεύονται περί της φυσικής θεολογίας και της ερμηνείας των Γραφών, ευρίσκω κάποιας νέας πρωτοτύπους ερμηνείας, συγκριτικώς με όσα έχουν ειπή παλαιότεροι Άγιοι, δια των οποίων, με την ερμηνευτικήν επεξεργασίαν, το γράμμα αποκτά απροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ο άγιος Πατήρ έσπασε τον φλοιόν των εξωτερικών εκφράσεων και απεκάλυψεν το μυστικόν κάλλος των λόγων της ενσωμάτου ή ασωμάτου  φύσεως, είτε των νοημάτων του Πνεύματος, το οποίον βλέπων εγώ, που ήτο κρυμμένον ωσάν το μαργαριτάρι μέσα εις το όστρακον, πληρούμαι από χαράν και γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, από βάθους σε βάθος βυθιζόμενος και από αβύσσου εις άβυσσον κατερχόμενος. Και δια να είπω όλην την αλήθειαν, ευρίσκω εις τα φυσικά και εις τας ερμηνείας του λόγους ασφαλείς και σπουδαίους και τετραγώνους· αυτόν τον μυελόν και το βάθος παντός εξεταζομένου θέματος εξακριβούμενον. Αλλά προκειμένου δια τα θαυμαστά θεολογικά και αντιρρητικά συγγράμματα του μεγάλου Γρηγορίου, ο λόγος μου αγαπά να πλησιάση, αλλά να προσπελάση εις αυτά ιλιγγιά ενώπιον του ύψους και του βάθους, του μήκους και του πλάτους των, που είναι αληθινά ανέκφραστα. Διότι όχι μόνον συνέλεξεν εις μίαν ενότητα όσα εγράφησαν σποράδην από τους άλλους θεολόγους Πατέρας, και απάνθισεν ό,τι θεολογικώτερον υπήρχεν, ο θεολογικώτατος εκείνος και όχι απλώς δυνάμει, αλλ΄ ενεργεία γενόμενος νους, λόγω της καθαρότητός του, αλλά και ό,τι εφαίνετο ως αμφιβόλου ορθοδοξίας ή ως επιλήψιμον εις τους κακοδόξους, «προς την ευσεβεστέραν διάνοιαν μεθηρμήνευσε θεοσόφως» και διέσωσεν ούτω το κύρος των θεολόγων Πατέρων. Πλην αυτών, ο θείος Γρηγόριος, προσέθεσεν όσα του απεκαλύφθησαν υπερφυώς «δια μακαρίου πάθους εν τω της υπεραγνώστου εκείνης αρπαγής καιρώ, κατά τον υπέρφωτον γνόφον». Όλα αυτά λοιπόν επεξειργάσθη και ενσωμάτωσεν εις μίαν ενότητα, ώστε να αποτελούν ένα πραγματικόν καλλίστευμα θεολογίας, ένα τέλειον οικοδόμημα, το οποίον προκαλεί όντως τον θαυμασμόν σε κάθε ακοήν και διάνοιαν.                                      
Ευγνωμονώ τον γλυκύτατον άγιον Πατέρα μας Νικόδημον τον Αγιορείτην, -- τον άλλοτε υπ΄ εμού κατά δύναμιν υμνηθέντα – που με την θεοσοφίαν του και το κύρος του μας ηρμήνευσε τον μεγάλον Γρηγόριον τον Παλαμάν και μας ανέπτυξε την σημασίαν της προβληθείσης δυναμικώς υπ΄ αυτού Πατερικής Θεολογίας, ως «των θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος».         
Ευγνωμονούμεν τον θεοειδή βυζαντινόν θεολόγον, «των μοναστών την καλλονήν», «της Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλον», τον «θαυματουργόν Γρηγόριον», το πανεύοσμον άνθος του «παραδείσου» της Θεοτόκου Μαρίας, του ιερού Άθωνος, αλλά πρώτα απ΄ όλους ευγνωμονούμεν τον Κύριον, που εχάρισεν εις την Εκκλησίαν Του την μυστικήν θεολογίαν, την οποίαν «δι΄ εαυτού εν πλαξί καρδίας (του θείου Γρηγορίου) απεγράψατο». Πράγματι, χάρις εις τον θεοφώτιστον Παλαμικόν νουν, εγνωρίσαμεν τους θησαυρούς του αγίου Πνεύματος, οίτινες υπάρχουν ως θείαι δωρεαί εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ως άκτιστος χάρις, ως θείον φως, ως ουσιώδεις ενέργειαι του Θεού και ως άμεσος κοινωνία με τον υπερούσιον ήλιον της δικαιοσύνης δια των μεθεκτών ακτίνων του. Πρέπει να κατανοώμεν κατά βάθος και εις τας εσχάτας συνεπείας του το ψυχρόν, αντιπαλαμικόν, αντορθόδοξον, και απάνθρωπον Actus Purus, δια να εκτιμήσωμεν κατ΄ αξίαν τον επανευαγγελισμόν προς την Εκκλησίαν των ακτίστων ενεργειών, της θεοποιού χάριτος, που μας εκόμισεν εκ Θεού υποφητικώς ο μέγας Πατήρ Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η Ορθοδοξία εάν αισθάνεται εαυτήν ως πλέουσαν μέσα εις το άκτιστον φως, δηλαδή μέσα εις την πραγματικήν αδιάλειπτον σχέσιν της μετά του Θεού, αυτό οφείλεται εις τας μετεχομένας ακτίστους ενεργείας Του, τας οποίας απεκάλυψεν ο θεοφόρος Γρηγόριος με τόσην ενάργειαν, δια της θεμελιώδους διακρίσεως της ουσίας του Θεού από τας ουσιώδεις ενεργείας του. Εκ τούτου δε συνάγεται οποίον «χάσμα εστήρικται» μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, αρνουμένου την «θεοπρεπή διάκρισιν» εν τω Θεώ και ούτω μη αποδεχομένου την πραγματικήν σχέσιν του Κτίστου με την λογικήν και άλογον κτίσιν. Το πόσον πτωχεύει το Actus Purus την ζωήν, το πόσον απομακρύνει τον Θεόν από τον άνθρωπον και πόσον βυθίζει εις απελπισίαν τα λογικά όντα, που δεν αισθάνονται επάνω των την ενεργούσαν Πατρικήν αγάπην, καταφαίνεται και μόνον από την ακοινωνησίαν του Θεού προς παν το κτιστόν, εις την οποίαν τον καταδικάζει. Ο Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων είναι τόσον απρόσιτος και αμέθεκτος, ώστε να θεωρήται ως τελείως αδιανόητος κάθε πραγματική επαφή του με τα πλάσματά του. Η εξώθησις του Θεού πέραν από πάσαν δυνατότητα ουσιώδους ενεργείας εις τον κόσμον, αναγκάζει τον Θεόν να χρησιμοποιή τας μη θείας, αλλά κτιστάς χάριτας «μακρόθεν».                                                         
Ενώ ο Ορθόδοξος αρκεί να θέλη να καταλαμφθή από τας θεοποιούς ακτίνας, που μονίμως εκπέμπει ο Θεός επί των καθαρών ψυχών, δια να ευρεθή μέσα στο άκτιστον φάος, τεθεωμένος ολόκληρος, ψυχή και σώματι· αντιθέτως ο αρνούμενος την θεοποιόν δωρεάν μένει ψυχρός, ως «υπό νόμον», ανέραστος και κατηφής, αισθανόμενος τον Θεόν του ως απόντα από την ζωήν του, καταδικασμένος να ζη μέσα σε φυσικούς όρους, εκτάκτως διασπωμένους, προκειμένου να του μεταφερθή η χάρις. Δύναται κανείς να αποτολμήση μίαν εικονικήν σύγκρισιν. Ο Θεός των Ορθοδόξων, ομοιάζει με πάμφωτον ήλιον, εις του οποίου το φως και τας ακτίνας αναπαύονται εν μακαριότητι οι ποικίλης δεκτικότητος πιστοί. Ο δε Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων, ομοιάζει με τον διαφαινόμενον δίσκον του μέσα από τα νέφη, όστις επειδή είναι, κατ΄ αυτούς, ουσία, ευρίσκεται έξω της κτίσεως και επομένως αφήνεται αφώτιστος η κτίσις. Και ακριβώς αυτό είναι μία αληθής τραγωδία, η οποία εφόβιζε τον θείον Παλαμάν· «Αν δε συ, λέγει, άρης το μεταξύ της αμεθέκτου ουσίας του Θεού και των μετεχόντων πιστών, (δηλαδή τας ακτίστους ενεργείας) ω πόση συμφορά, μας εχώρισες από τον Θεόν· εξετόπισες τας συνδεούσας τον Θεόν με τους πιστούς ακτίστους ενεργείας και ούτω εδημιούργησες «χάσμα μέγα και αδιάβατον», μεταξύ του Θεού, της δημιουργίας και προνοίας υπέρ των ανθρώπων». Ιδού η συνέπεια της απουσίας του Θεού από την ζωήν των πιστών. Δι΄ αυτό, μέσα στο πένθιμον κλίμα της ορφανίας, μέσα εις τον παγετόν εκ της απουσίας της θείας αγάπης, μέσα εις την αίσθησιν, ότι ο Θεός ευρίσκεται έξω από την ζωήν, η Δύσις εχρειάσθη κάποιον «παράκλητον», δια να καλύψη το κενόν. Μήπως η καθιέρωσις του πάπα, -- εκ του οποίου απορρέει πάσα χάρις – δύναται να ερμηνευθή εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων; Και μήπως η Ορθόδοξος Ανατολή ουδέποτε εχρειάσθη ένα ανθρώπινον ον ως μεσάζοντα, επειδή ευρίσκεται εις αδιάλειπτον και άμεσον σχέσιν μετά του Θεού, δια των ακτίστων ακτίνων του, και «ως τέκνα φωτόμορφα της Εκκλησίας», ευρισκόμεθα εν αυταρκεία από την «θεόρρυτον χάριν», «λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι»; Και εντεύθεν καθιστάμεθα θεοί κατά χάριν και μέθεξιν, κατά τον ιεροψάλτην Δαβίδ· «εγώ είπα θεοί εστε και υιοί υψίστου πάντες…»; (Ψαλμ. πα΄ , β).

  Αθωνικά άνθη




Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας, τον τε βασιλέα Μιχαήλ και τον Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται.

Ως πυρίκαυστοι θυσίαι τω Κυρίω,
Οι εικοσιέξ ωράθησαν εικότως.


Επειδή το Άγιον Όρος πάντοτε και ήτο και είναι ο πρόβολος και το στήριγμα της πασχούσης εν τη Ανατολή Εκκλησίας, δια τούτο οι Λατίνοι, ίνα καταστρέψωσι το θεμελιώδες τούτο στήριγμα της Ορθοδοξίας, εισεπήδησάν ποτε και εις αυτό, πείθοντες δια λόγων, εξαπατώντες δια χρημάτων και υποσχέσεων, και καταναγκάζοντες δια των απειλών και της τυραννικής μέχρι μαρτυρίου βίας, όπως αναγνωρισθή και εν τω Αγίω Όρει η εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Πλην όμως ολίγοι τινές δειλοκάρδιοι επείθοντο εις τούτο· οι δε πλείονες αυτών επεσφράγισαν δια του ιδίου αίματος την εαυτών ομολογίαν, και δια της σταθερότητος αυτών εξήλεγξαν την ιερόσυλον του Πάπα οικειοποίησιν της εξουσίας και του πεπλασμένου ονόματος ως τοποτηρητού του Χριστού, όστις εις και μόνος και ήτο και είναι και θα είναι εις τους αιώνας, η κεφαλή της Αγίας αυτού Εκκλησίας. Ίνα δε παρεκκλίνωσι οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εις τα της Ρώμης και του Πάπα σαθρά δόγματα, συνήργει δυστυχώς και ο τότε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, και ο Πατριάρχης αυτής Ιωάννης Βέκκος. Ούτοι λοιπόν ήλθον εις το Άγιον Όρος μετά στρατιωτικής δυνάμεως, και αφού έπραξαν εκείνα τα οποία έπραξαν εις τας άλλας Μονάς, ήλθον τελευταίον και εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, πυρ και μανίαν πνέοντες κατά των οικούντων αυτήν Μοναχών. Κατ΄ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν δια το Άγιον Όρος καιρόν, πλησίον της Μονής Ζωγράφου ηγωνίζετο κατά μόνας εις Μοναχός, έχων συνήθειαν ιεράν να αναγινώσκη πολλάκις καθ΄ εκάστην τον Ακάθιστον Ύμνον της Θεοτόκου ενώπιον της θείας Εικόνος αυτής. Εν μια λοιπόν των ημερών, ότε εις τα χείλη του Γέροντος αντηχούσεν ο Αρχαγγελικός ασπασμός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το «Χαίρε», ακούει αίφνης ο Γέρων εκ της αγίας αυτής Εικόνος τους εξής λόγους· «Χαίρε και συ, Γέρον του Θεού!»· ο δε Γέρων εγένετο έντρομος. «Μη φοβού», εξηκολούθησεν ησύχως η εκ της Εικόνος θεομητορική φωνή, «αλλ΄ απελθών ταχέως εις την Μονήν, ανάγγειλον εις τους αδελφούς και εις τον Καθηγούμενον ότι οι εχθροί εμού τε και του Υιού μου επλησίασαν. Όστις λοιπόν υπάρχει ασθενής τω πνεύματι, εν υπομονή ας κρυφθή, έως ότου παρέλθη ο πειρασμός· οι δε επιθυμούντες μαρτυρικούς στεφάνους ας παραμείνωσιν εν τη Μονή· άπελθε λοιπόν ταχέως». Υπακούσας ο Γέρων εις τε την φωνήν και την θέλησιν της Πανάγνου Δεσποίνης ημών, και καταλιπών την κέλλαν αυτού, έδραμεν όσον ηδύνατο ταχύτερον εις την Μονήν, ίνα παράσχη εις τους αδελφούς τρόπον και καιρόν να εμψυχωθώσι και να σκεφθώσιν ωρίμως έκαστος αυτών περί του προκειμένου κινδύνου· αλλά μόλις ο Γέρων έφθασεν εις την πύλην της Μονής, και ιδού βλέπει την εις το κελλίον αυτού αγίαν Εικόνα της Θεομήτορος, ενώπιον της οποίας ανεγίνωσκε προ ολίγου τον Ακάθιστον Ύμνον, και παρ΄ αυτής ήκουσε την ανωτέρω φωνήν, ισταμένην επί των πυλών της Μονής. Όθεν μετά κατανύξεως και ευλαβείας πεσών ενώπιον αυτής και προσκυνήσας έλαβεν αυτήν· και ούτω ομού με την αγίαν Εικόνα παρουσιάσθη προς τον Καθηγούμενον. Ακούσαντες δε οι αδελφοί τον επικείμενον κίνδυνον εταράχθησαν μεγάλως· και οι μεν ασθενέστεροι αυτών ταχέως εκρύβησαν εις τα όρη και σπήλαια· είκοσι δε και εξ Μοναχοί, μετά των οποίων και ο Καθηγούμενος, έμειναν εις την Μονήν και εισήλθον εντός του Πύργου, αναμένοντες τους εχθρούς αυτών και προσδοκώντες τους μαρτυρικούς στεφάνους. Μετ΄ ολίγον έφθασαν και οι Λατίνοι μετά των λατινοφρόνων, οίτινες κατ΄ αρχάς δι΄ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης των Δυτικών παρεκίνουν τους Μοναχούς, ίνα ανοίξωσιν εις αυτούς τας πύλας της Μονής και αναγνωρίσωσι τον Πάπαν κεφαλήν της οικουμενικής Εκκλησίας, υποσχόμενοι το έλεος αυτού του Πάπα και πλήθος χρυσίου· οι δε Μοναχοί ηρώτησαν από τον Πύργον τους Λατίνους, λέγοντες: «Και τις είπεν εις υμάς ότι ο ιδικός σας Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας; πόθεν η τοιαύτη παρ΄ υμίν διδασκαλία; 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΝΔΟΣΤΡΕΦΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Διονύσιος Αρεοπαγίτης.


Ίσως να μη είναι ανωφελές να λεχθή, ότι κακώς απεδόθη εις τον άγιον Γρηγόριον η ενδοστρεφής προσευχή, και ότι κάκιστα συνεδέθησαν μετά του ονόματός του, ως «παλαμισμός», τα ειρωνικά παρωνύμια «ομφαλοσκοπία –ομφαλοψυχία». Ηγνόησαν οι τοιαύτα φρονήσαντες ορθολογισταί, ότι εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν υφίσταται συνεχής εσωτερική ενότης. Τοιαύτη δ’ ενότης, οίαν οφείλομεν να ανακαλύπτωμεν πανταχού των επί μέρους ιερών κειμένων της Καινής Διαθήκης. Διότι το Πνεύμα το Άγιον, όπερ εσόφισε τους αμέσους μαθητάς του Κυρίου, αυτό το ίδιον Πνεύμα εφώτισε και τους Πατέρας. Η υφισταμένη ποικιλία εν τη διδασκαλία των Πατέρων ουδόλως αίρει την εσωτερικήν ταυτότητα αυτής. Διότι το Πνεύμα όχι μόνον «όπου θέλει πνει» αλλά και «όπως θέλει πνει», «λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Μόνον εφ’ όσον αναγνωρίζομεν το αλληλένδετον και το ομόφωνον της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, ως έκφανσιν του Αγίου Πνεύματος εν τη ανελίξει της ιστορίας, ευρισκόμεθα εντός των όρων της Ορθοδόξου πίστεως. Υπό το πνεύμα αυτό, αίρονται πάσαι αι φαινομενικαί αντιφάσεις, αίτινες παρατηρούνται μεταξύ των Πατέρων. Θεός φυλάξοι από την πλάνην να υποθέσωμεν, ότι, πέραν του ιδιάζοντος τονισμού εν τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων, υφίσταται οιαδήποτε διαφωνία, ή ότι ο εις Πατήρ, ανατρέπει τον έτερον. Ο Θεός ημών «δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά Θεός τάξεως». O Παλαμάς, ως και οι προ αυτού άγιοι Πατέρες, τιμά ιδιαζόντως τον άγιον Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην. Πάντες σχεδόν οι Μυστικοί της Ανατολικής Εκκλησίας εστηρίχθησαν επί των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, τα οποία πραγματεύονται θέματα Μυστικά. Εν των θεμάτων είναι και το περί των «τριών τρόπων προσευχής». Δηλαδή της «ευθείας», «ελικοειδούς» και «κυκλικής». Εις μίαν επιστολήν του ο Παλαμάς προς Βαρλαάμ, αναπτύσσει περί των τριών τρόπων της προσευχής, συνιστών ως «απλανή» μόνον την «κυκλικήν». Ευθεία κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους από των έξωθεν αισθητών, ως από εικόνων τινών (πεποικιλμένων και πεπληθυσμένων) αναβιβάζηται εις την απλήν νοητήν αυτών θεωρίαν. Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους ελλάμπηται τας θείας γνώσεις όχι όλως διόλου νοερώς και αμεταβάτως, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς και κατά τρόπον τινά, κινούμενος μεταξύ της κυκλικής και ευθείας. Περί δε της κυκλικής του νοός κινήσεως γράφει τα εξής, «ο των θεολόγων εξοχώτατος Διονύσιος»: «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Ο θείος Παλαμάς, ποριζόμενος την μυστικήν γνώσιν εκ της ησυχαστικής του εμπειρίας και των εν τη ψυχή του θείων ελλάμψεων, χαρακτηρίζει την προς εαυτόν στροφήν του νου, ως «εαυτού τήρησιν». Είναι διάχυτος εις τα συγγράμματα των Πατέρων η διδασκαλία, ότι η μακαριότης των Πρωτοπλάστων συνίστατο εις την αδιάλειπτον θέαν ( μυστική άκτιστος ενέργεια) του Θεού. Η συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος συν τοις άλλοις, ήτο και η πλάνησις του νου επί την κτίσιν, και η αγάπη αυτής παρά τον κτίσαντα. Είναι πολύ ωραία τα εξής του αγίου Αυγουστίνου: «Η ανθρωπίνη καρδία εις τούτο έκτισται· όπως βλέπη τον εαυτής κτίστην. Αμαρτία εστίν αποστροφή του κτίστου και επιστροφή προς το κτίσμα. Μετάνοιά εστιν αποστροφή του κτίσματος και επιστροφή προς τον κτίστην». Ο άγιος Γρηγόριος παραδέχεται ότι, η προς τον Θεόν άνοδος του νοός ενεργείται δι’ «ευχής συνεπτυγμένης» -- δηλαδή δια του «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς» -- έστι δ’ ότε και διεξοδικωτέρας, το οποίον είναι και εργωδέστερον. Η αντίληψις αυτή απαντά εις όλους τους Πατέρας σχεδόν, «Κοινωνικούς» και «Μυστικούς», αλλά παρά τω Παλαμά, προκληθέντι υπό των αντιπάλων του, επανέρχεται μοναδικώς ανεπτυγμένη. Εκκινών, ως ανεφέραμεν, από της αρχής, καθ’ ην άπασαι αι δυνάμεις της ψυχής είναι εσκορπισμέναι δια των αισθητηρίων, ως κατάλοιπον του προπατορικού αμαρτήματος, διδάσκει ότι μόνον δια της προς εαυτόν στροφής του νου είναι δυνατή η προς Θεόν αναβίβασίς του. «Αν διακαρτερή τις, λέγει, εν τη του νου ταύτη συνελίξει και τη προς το θείον ανατάσει, βία ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας άγχον της οικείας, νοερώς πλησιάζει τω Θεώ και τυγχάνει των αρρήτων, και γεύεται του μέλλοντος αιώνος, και αισθήσει νοερά γινώσκει, ότι χρηστός ο Κύριος…». Η εργασία αυτή της ενδοστρεφούς κινήσεως, κατά την οποίαν ο νους γίνεται «τρισσός», ανευρίσκων τας εαυτού εσκορπισμένας εις τον κόσμον δυνάνεις, ίσως να μη είναι και τόσον δυσχερής. Διότι ο νους απαλλασσόμενος εκ των έξωθι περισπασμών και τηρών και τηρούμενος και ευχόμενος εν τη εαυτού τηρήσει, «ου λίαν ίσως δυσχερές». «Το δε μακρόν χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει καρτερήσαι, τη γεννητική των απορρήτων, δυσχερέστατον ως μάλιστα». Τούτο οφείλεται, ως λέγει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, εις «το άγαν εστενωμένον της ευκτικής αρετής», του νοός αγαλλομένου εις μετεωρισμούς και ελευθέρας κινήσεις. Είναι τόσον επίπονος η δια μακρού χρόνου «συνέλιξις» του νου εις εαυτόν και η «μονολόγιστος» αυτή ευχή, ώστε είναι «πας πόνος άλλης αρετής, μικρός και φορητότατος συγκρινόμενος προς τούτον». Δια τούτο οι πλείστοι εργάται της νοεράς προσευχής, στενοχωρούμενοι από «το εστενωμένον της ευκτικής αρετής», αφήκαν την «ευχήν» και απέτυχον του πλατυσμού των χαρισμάτων. Ο άγιος Γρηγόριος διαβεβαιοί, ότι όσοι υπομένουν τον κάματον της καρδιακής ευχής τυγχάνουν θείων αντιλήψεων και αξιούνται υπερφυσικών αποκαλύψεων.

Η εποχή μας ίσως να μη είναι δεκτική διδασκαλίας μυστικής, περί καθάρσεως νοός και καρδίας και περί των επηγγελμένων υπό του Κυρίου υπέρ φύσιν δωρεών. Ως και αυτή η σύγχρονος Θεολογία πάσχει από κορεσμόν ορθολογιστικής επιστημοσύνης, μη δυναμένη, ως «ψυχική» να δεχθή τα «πνευματικά». Εν τούτοις υπάρχουν ψυχαί αδιάφθοροι από το πνεύμα της εποχής, το οποίον άγει εις την απώλειαν της «υπάρξεως», αι οποίαι επιποθούν τα «τελειώτερα» και την γνησίως ορθόδοξον πνευματικότητα, δια τας οποίας γράφομεν τα ανωτέρω. Ας ευχηθώμεν ότι θα εξαποστείλη εις τους καιρούς μας τους «περιπεζίους» άνδρας πνευματικούς, οι οποίοι θα καταγγείλουν την υποκρισίαν και κενότητα των συγχρόνων των και μας οδηγήσουν εις το μυστικόν ταμιείον της ψυχής, δια να εύρωμεν εαυτούς, την «ύπαρξίν» μας. 

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ --- του αειμνήστου Ανδρέου Θεοδώρου Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών

Το μεγαλείον της Παρθένου είναι αρρήκτως συνδεδεμένον προς το άρρητον μεγαλείον του θείου Χριστολογικού μυστηρίου. Το θαύμα της συνέχεται στενώτατα προς το άπειρον θαύμα της επί γης αρρήτου επιδημίας του Λόγου του Θεού. Εκτός του μυστηρίου του Υιού της, το μυστήριον της Παρθένου μένει μετέωρον, ουδέν απολύτως ουσιαστικόν νόημα ενέχον. Εν τω Υιώ καταξιούται η Μήτηρ. Η θεία αυτής Μητρότης συνέχεται αδιαστάτως μετά του μυστηρίου του απειράνδρου Τόκου της. Το αξίωμα της Θεοτόκου αποκενούται, αν και προς ώραν έστω αποχωρισθή του μυστηρίου της εν Χριστώ οικονομίας. Το δόγμα της Θεοτόκου εισάγει την Χριστολογίαν, συμπλέκεται και συνυφαίνεται μετά της Χριστολογίας. Τας δύο ταύτας αλληλενδέτους του δόγματος στιγμάς ουδείς δύναται ν΄ αποχωρίση, άνευ ουσιαστικής ρήξεως συνόλου του χριστολογικού θαύματος. Η ορθόδοξος θεολογία το αξίωμα της Παρθένου βλέπει πάντοτε εκ της οπτικής γωνίας του Χριστολογικού δόγματος. Βλέπει την Θεοτόκον ως την εισιτήριον θύραν την εισάγουσαν εις το πεδίον της εν μυστηρίω αφράστου οικονομίας του Λόγου. Ασφαλώς δεν γνωρίζομεν τι θα συνέβαινεν, αν δεν ανεδεικνύετο εν τω κόσμω ο άνθρωπος, δια του οποίου θα καθίστατο δυνατή η εν τη σκηνή του κόσμου τούτου είσοδος του απείρου Λόγου της ζωής. Γνωρίζομεν όμως βεβαίως ότι η παρουσία της Πανάγνου ήτο συνθήκη απαραίτητος, όρος sine qua non, της επί γης ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκ της επόψεως ταύτης μελετωμένης της υψίστης περιωπής της Παρθένου, κατανοούμεν και την κεντρικωτάτην  θέσιν αυτής εν τε τη ορθοδόξω σωτηριολογία και τη εκκλησιολογία. Ιδία εν τη ευσεβεία και τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας – όλως δ΄ ιδιαιτέρως εν τω Ακαθίστω  Ύμνω – η Θεοτόκος Μαρία προσαγορεύεται ως ιλασμός και σωτηρία των ανθρώπων. Οι επιπολαίως κρίνοντες τα πράγματα θα εύρουν ασφαλώς εις τας εν λόγω εκφράσεις παρακεκινδυνευμένας εξάρσεις ή και κακοδοξίαν σωτηριολογικήν. Το πράγμα όμως δεν έχει ούτως. Εις μόνον σώζει τον κόσμον εκ της αμαρτίας και λυτρούται τον άνθρωπον εκ του κράτους του αιωνίου πνευματικού θανάτου: Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Η Μήτηρ αυτού ουδεμίαν ουσιαστικήν και πραγματικήν θέσιν κατέχει εν τω μυστηρίω της σωτηρίας των ανθρώπων. Η συνεργία αυτής περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον εις την υπ΄ αυτής παροχήν της δυνατότητος ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Είναι η Μήτηρ του Λυτρωτού. Δι΄ αυτής εισήλθεν εις τον κόσμον ο Σωτήρ του κόσμου. Το αξίωμα τούτο ασφαλώς είναι μέγα, δεν είναι όμως αξίωμα ουσία λυτρωτικόν. Άλλωστε και αυτή αύτη η Θεοτόκος εσώθη δια του λυτρωτικού έργου του Υιού της. Πως ήτο λοιπόν, δυνατόν η σωθείσα να παράσχη και πόρρωθεν έστω σωτηρίαν; Αι φράσεις έχουσαι προφανώς ανάχρωσιν ηθικήν, δέον όπως μελετηθώσιν επί του πεδίου της σωτηρίου οικονομίας της χάριτος και δη και εν τω μυστηριακώ χώρω της Εκκλησίας. Η Μήτηρ του Θεού έχει χάριν και μητρικήν παρρησίαν προς τον άχραντον Τόκον της. Δούσα την ζωήν εις την πηγήν της Ζωής είναι αρρήκτως συνδεδεμένη μετά της γεννητρίας της ζωής. Ζήσασα εν τω αδύτω της καρδίας αυτής όλας τας περιπετείας του παναχράντου Τόκου της μέχρι και αυτής της εις ουρανούς αναλήψεως αυτού, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη απαθής προς την χριστοειδή σάρκα του, προς το μυστικόν και άχραντον Σώμα του. Μήτηρ φυσική του Υιού, είναι και μήτηρ πνευματική της Εκκλησίας. Η Μήτηρ αγαπώσα τον Υιόν, αγαπά εν ίσω μέτρω και την Εκκλησίαν του. Εις την σωτηρίαν των πιστών παρεμβαίνει εμμέσως και δη και μόνον δια της πρεσβείας και των δεήσεων αυτής. Ισχύει δε πολύ δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου. Ομοίως η Παρθένος, λόγω του υψίστου αξιώματος αυτής ως Μητρός του Θεού, δύναται να χορηγήση την σωτήριον χάριν του Υιού της. Ασφαλώς η διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι πάσα χάρις διαβιβάζεται υπό του Κυρίου εις την Εκκλησίαν δια μέσου  της Θεοτόκου, είναι υπερβολική. Ουχ ήττον όμως η Παρθένος Μαρία, η κεχαριτωμένη Νύμφη της Βασιλείας, είναι πράγματι χορηγός της σωτηρίου Χάριτος του Υιού της. Η σωτήριος χάρις δεν προέρχεται ουσία εκ της Παρθένου· είναι απόρροια της ηδίστης βουλής του Θεού της συνιστώσης την σωτήριον οικονομίαν του Λόγου. Η Χάρις προέρχεται εκ της καρδίας του χριστολογικού μυστηρίου, ιδία εκ της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού. Η Θεοτόκος, ως συνεχομένη αρρήκτως μετά του αυτού χριστολογικού μυστηρίου, είναι ευδοκία Υιού οικονόμος της σωτηρίου χάριτος αυτού. Είναι διάκονος του λυτρωτικού μυστηρίου εν τε τη συστάσει αυτού και τη σωτηρίω οικονομία της χάριτός του. Ο Υιός ευδοκεί εν τοις αγίοις αυτού, όλως δ΄ ιδιατέρως εν τη παναγία αυτού Μητρί. Επομένως η Θεοτόκος κατέχει κεντρικήν θέσιν εν τη σωτηρίω οικονομία της χάριτος. Δεν είναι πρώτη και κυρία πηγή της σωτηρίας· τούτο ανήκει αποκλειστικώς εις τον Κύριον ημών. Είναι απλή διάκονος της χάριτος, απλή οικονόμος του μυστηρίου της σωτηρίας εν ονόματι πάντοτε του Υιού της, διότι επαναλαμβάνομεν, η χάρις ανίσχει μόνον από της τριαδικής βουλής και ενεργείας και δραστηριοποιείται εν τη σωτηριώδει οικονομία του ενσάρκου Λόγου του Θεού. Επομένως όταν λέγωμεν: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», η δέησις ουδέν το αντορθόδοξον ή απηχές εμπερικλείει, εξαίρουσα την ενάργειαν τούτο μεν της δραστικωτάτης πρεσβείας και των δεήσεων της Θεομήτορος, τούτο δε την εν ονόματι του Υιού της σωτήριον διακονίαν αυτής εν τη οικονομία της χάριτος. Ούτω δε δεν κατανοούμεν και τον φόβον τινών, οίτινες δια να περισώσουν δήθεν το δόγμα της πίστεως αντικαθιστούν το «σώσον» δια του «πρέσβευε» υπέρ ημών. Αμφότεραι αι προστακτικαί εκφέρουν την αυτήν της πίστεως αλήθειαν. Η περί αιρέσεως καχυποψία δεν ευρίσκεται εν τη δεήσει της Εκκλησίας, αλλ΄ εν τω νω των αστηρίκτων την πίστιν πνευμάτων των αδαώς εχόντων ως προς την βαθυτέραν ουσίαν της πίστεως και της ευσεβείας της Εκκλησίας. Υπό την έννοιαν ταύτην, τέλος, πρέπει να νοηθή και η προς Θεόν μεσιτεία της Παρθένου. Η Θεοτόκος είναι όντως προς Θεόν μεσίτρια των ανθρώπων. Η μεσιτεία αύτη, πλην του εξαιρέτου βαθμού αυτής, δεν διαφέρει της λοιπής προς Θεόν μεσιτείας των Αγίων. Δεν είναι μεσιτεία Δευτέρα και δη και παράλληλος προς την μοναδικήν και εξαίρετον μεσιτείαν του Κυρίου, διότι «εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός»1. Η μεσιτεία της είναι μεσιτεία δεήσεως και πρεσβείας, απότοκος της μητρικής χάριτος και παρρησίας της Υπερευλογημένης. Η Μήτηρ μεσιτεύει παρά τω Υιώ δια την σωτηρίαν του σώματος της Εκκλησίας του, της σωτηρίας των πιστών των εν ταπεινώσει καταφευγόντων εις την κραταιάν σκέπην και προστασίαν της. Η Δέσποινα της Εκκλησίας, η πνευματική Μήτηρ του σώματος των πιστευόντων, είναι εν ταυτώ και πρέσβειρα αυτών παρά τω αρχηγώ της Εκκλησίας. Η εν πρεσβείαις μεσιτεία αυτής είναι απότοκος της υψηλής της περιωπής εν τω χριστολογικώ καθόλου θαύματι. Δεν είναι μεσιτεία θυτήριος και λυτρωτική, αλλά μεσιτεία δεήσεως και ικεσίας υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του υπερφυούς Τόκου της. Ούτω δε μελετωμένη η μεσιτεία της Παρθένου εντάσσεται άριστα εν τη περί μεσιτείας των Αγίων γενική διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεως. Μεθ΄ όσα μέχρι τούδε είπομεν, κατανοούνται πλήρως και οι ποικίλοι χαρακτηρισμοί, τους οποίους η ευσεβούσα καρδία της Ορθοδοξίας αποδίδει εις την υπέραγνον Μητέρα του Θεού, ως σκέπη, προστασία, καταφυγή, τείχος, οχύρωμα, λιμήν, βοήθεια κλπ. Δια τούτων απάντων εκφράζεται η βαθυτάτη πίστις της Ορθοδοξίας εις το άμεσον ενδιαφέρον της Παρθένου υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του Υιού της, και η σωτήριος παρέμβασις αυτής υπέρ των πολυειδώς δεινοπαθούντων εν τω αγώνι αυτών κατά του διαβόλου και της αμαρτίας μελών της Εκκλησίας του Υιού της. Η πεποίθησις αύτη είναι βαθύτατα ερριζωμένη εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας, καλύπτουσα ασφυκτικώς ολόκληρον την ευσέβειαν και την λατρεία αυτής 2. Η Θεοτόκος είναι η στοργική Μήτηρ της Εκκλησίας, η αγωνιζομένη παρά τω Υιώ της υπέρ της σωτηρίας και αποκαταστάσεως αυτής. Είναι η κραταιά και απροσμάχητος πρόσβασις της Ορθοδοξίας εις το κράτος του θείου ελέους και των οικτιρμών του ουρανίου Δομήτορος αυτής. Η αγάπη της Παρθένου αναλυομένη εν τη αγάπη του Υιού της διαφλέγει τα θεμέλια της Εκκλησίας, πυρπολεί την θεοχώρητον σάρκα της, αναχωνεύει αυτήν εν τω κρατήρι της χάριτος του θείου χριστολογικού μυστηρίου. Η Θεοτόκος Μαρία είναι τοσούτον συνδεδεμένη μετά της Ορθοδοξίας, ώστε δεν θα ήτο υπερβολή να ελέγομεν, ότι οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος Εκείνης θα επέφερε αυτόχρημα κατάρρευσιν συνόλου του πνευματικού οικοδομήματος της τελευταίας ταύτης. Tέλος το υπερφυές αξίωμα της Παρθένου ενέχει και μεγίστην εσχατολογικήν σημασίαν. Ως φυσική θυγάτηρ του Αδάμ η Παναγία υπέκυψεν εις τον θάνατον, καθολικόν της φύσεως νόμον, ρυέντα από της αμαρτίας του Αδάμ. Ενώ δε τους φυσικούς νόμους υπερέβη εν τω αχράντω τόκω αυτής, ως προς τον θάνατον τας πατρικάς ευθύνας υπέρχεται. Κι΄ η μεν αγία αυτής ψυχή αποχωρίζεται δια του θανάτου του ακηράτου σώματος αυτής, όπερ και νομίμω ταφή παραδίδεται. Το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου, το εκ γης συντεθέν, παλινοστεί και αύθις προς γην, ίνα, εν τάφω αποκείμενον, αποτινάξη την θνητότητα και ενδυθή την αφθαρσίαν. Ως γνωστόν όμως, η φυσική νέκρωσις και ο θάνατος, ως το κατ΄ εξοχήν κέντρον και το οψώνιον της αμαρτίας, κατεπόθησαν οριστικώς δια της ζωηφόρου εκ νεκρών Αναστάσεως του ανάρχου Λόγου της ζωής. Δια της Αναστάσεως του Κυρίου κατεπόθη εις τέλος ο Άδης, εσυλήθη το Κράτος της φθοράς, απεγυμνώθη το ειδεχθές βασίλειον του θανάτου. Αν όμως ο θάνατος κατεπόθη γενικώς δι΄ όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, τούτο ισχύει κατ΄ εξοχήν δια το λελυτρωμένον σώμα των Αγίων του, των οποίων ο θάνατος αποτελεί καλλίστην εκδημίαν, ήτις την προς Θεόν ενδημίαν χαρίζεται. Υπέρ πάντα όμως άλλον, ο θάνατος της ζωαρχικωτάτης Μητρός του Θεού υπερβαίνει πάσαν έννοιαν θανάτου, είναι θάνατος ζωηφόρος, αρχή δευτέρας αιωνίας υπάρξεως, ενδημία προς Θεόν, κοίμησις, θεία μετάστασις. Η Υπεραγία Θεοτόκος, η πλατυτέρα των ουρανών και ο απαστράπτων χερουβικός θρόνος, η αξιόθεος Μήτηρ του Βασιλέως και η κεχαριτωμένη Κόρη της Βασιλείας, έχει τι το περισσόν εν αναφορά προς όλους τους άλλους Αγίους. Ενώ δηλαδή δια του θανάτου αι ψυχαί των Αγίων, αποχωριζόμεναι των οικείων σωμάτων, ίπτανται εις τα φωτεινά σκηνώματα του ουρανού (εν τη μέση καταστάσει των ψυχών) προγευόμεναι της θείας μακαριότητος των ουρανών και μεσιτεύουσαι παρά τω Κυρίω υπέρ των επί γης στρατευομένων αδελφών αυτών, τα δε σώματά των φθείρονται εν τω τάφω άχρι της κοινής αναστάσεως, ότε ένδοξα και αφθαρτοποιημένα θα ενωθούν και πάλιν μετά των οικείων ψυχών, ο θάνατος της Υπερευλογημένης Μητρός του Θεού, σημαίνει καθολικήν μετάστασιν αυτής εις τους ουρανούς. Η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου αποτελεί παράδοσιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας. Σημαίνει δ΄ η Μετάστασις δύο τινα· ένθεν μεν την ανάστασιν του σώματος της Παρθένου και την συνέσωσιν αυτού μετά της οικείας ψυχής, μεθ΄ ο η πανάχραντος Μήτηρ ανελήφθη τελειωτικώς εις τους ουρανούς, εισδύσασα εις την άφθιτον δόξαν της Βασιλείας· ένθεν δε την αφαρπαγήν του σώματος της Απειρογάμου εκ του μνημείου της φθοράς εις τους ουρανούς. Πιθανωτέρα φαίνεται η πρώτη εκδοχή. Η ανάστασις της Παρθένου, ακολουθούσα εις την ζωοφόρον Ανάστασιν του Χριστού, πρόκειται ως φωτοειδής και λαμπροτάτη απαρχή της δια της Αναστάσεως του Κυρίου εγκαθιδρυθείσης αφθαρσίας και θεώσεως της φύσεως. Προ της καθολικής αναστάσεως, η ανάστασις της Παρθένου, προοιμιάζουσα την επί τω τέλει των αιώνων γενικήν εκείνην ανάστασιν, πληροί τα φωτοειδή σκηνώματα της Βασιλείας. Η γη ενυπάρχει εις τον ουρανόν, ο χρόνος μεταπτίπτει εις την αιωνιότητα, η αφθαρσία πληροί το κτιστόν και πεπερασμένον. Η εσχατολογία βιούται εν προλήψει εν τη θεοχωρήτω υποστάσει της Ευλογημένης. Η Μετάστασις της Παρθένου αποτελεί ειδικόν προνόμιον αυτής, οφειλόμενον εις το άφθιτον χριστολογικόν μεγαλείον της. Ωραιότατα περιγράφει τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Ταύτην δε την αληθώς παμμακάριστον, τω του Θεού λόγω την ακοήν υποκλίνασαν και της ενεργείας πλησθείσαν του Πνεύματος και δι΄ αρχαγγέλου την πατρικήν ευδοκίαν εγκυμονήσασαν και ηδονής πάρεξ και συναφείας (ανδρός) συνειληφυίαν του Θεού Λόγου την πάντα πληρούσαν υπόστασιν, και προσφυώς ωδίνων άνευ γεννήσασαν, και όλην Θεώ ενωθείσαν, πως καταπίη ο θάνατος; Πως ο άδης εισδέξεται; Πως διαφθορά του ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Αλλότρια ταύτα, και πάντη ξένα της θεοφόρου ψυχής τε και σώματος» 3. Ως ήδη ετονίσθη, η Μετάστασις της Θεοτόκου αποτελεί πίστιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη ορθοδόξω παραδόσει, βιουμένην δε εν τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η Μετάστασις της Παρθένου εορτάζεται εν συναφεία και εν συνεχεία προς την Κοίμησιν αυτής. Η Κοίμησις οδηγεί εις την μετάστασιν της Μητρός της Ζωής. Ο τάφος δεν δύναται να κρατήση εις την σκοτεινότητα αυτού το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου. Κοίμησις και μετάστασις συνθέτουν την αλήθειαν του Χριστολογικού θαύματος της Παρθένου. Η κοίμησις μεν ως όφλημα του καθολικού νόμου της φύσεως, ως ανάδειξις της ιστορικής συνεχείας και πραγματικότητος της Απειρογάμου. Η μετάστασις δε ως σημείον του αφθάρτου θαύματος, ως κατακλείς των χαρίτων της Απειρογάμου. Φύσις και υπέρφυσις, αθανασία και θάνατος, φθορά (ουχί διαφθορά) και αφθαρσία, φως φυσικόν και φως επουράνιον, το διάδημα της δόξης επί της τετελειωμένης φύσεως, σφραγίζουν την θεοχώρητον υπόστασιν της Παρθένου, επί της οποίας ο Υιός εγκολάπτει ανεξιτήλως την σωτήριον σφραγίδα του. Ενώ όμως, η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου γίνεται αποδεκτή εις το μέγιστον μέρος της Ορθοδοξίας (Σλαβικήν Ορθοδοξίαν) εν τη ορθοδόξω ελλαδική θεολογία παρατηρούνται σχετικώς διχογνωμίαι. Ελλείψει μαρτυριών περί της Μεταστάσεως της Παρθένου εν τη αρχαία αποστολική και εκκλησιαστική παραδόσει, αύτη καθίσταται ύποπτος ή και απορρίπτεται υπό πλειάδος ελλήνων ορθοδόξων θεολόγων. Δεν είναι του παρόντος βεβαίως να υπεισέλθωμεν εις λεπτομερή εξέτασιν των αμφιλογιών και αντιρρήσεων. Εκείνο το οποίον εκπλήσσει ημάς εν προκειμένω είναι η διάστασις της θεολογίας (θεολόγων μάλλον) προς την λατρείαν και την ευσέβειαν της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Χριστιανός ως πιστός μεν θα εορτάζη την Κοίμησιν – Μετάστασιν της Θεοτόκου, ως θεολόγος δε ο αυτός θα έχη ενδεχομένως αντιρρήσεις και επιφυλάξεις! Είναι δε ενδεχόμενον η διάστασις αύτη να οδηγήση και εις κρίσιν συνειδήσεως, εις την ιδέαν ότι η Εκκλησία πανηγυρίζουσα την μεγίστην θεομητορικήν εορτήν αυτής κατά βάθος δογματικώς πλανάται! Βεβαίως δεν δυνάμεθα να παραθεωρήσωμεν την εκ της πολιάς αρχαιότητος έλλειψιν επαρκών μαρτυριών ως προς το υπό συζήτησιν θέμα· αλλ΄ ούτε και δυνάμεθα να παραβλέψωμεν πλήθος άλλων, μεταγενεστέρων έστω, μαρτυριών εκ της Πατερικής γραμματείας, σχετικών προς το περιμάχητον θέμα. Ούτε είναι κατά πάντα ορθόν να χωρίζωμεν τους Πατέρας εις αρχαίους και μη, πρωτεύοντας και επουσιώδεις, αντιστοίχως δε να διακρίνωμεν και την ορθόδοξον παράδοσιν! Η μαρτυρία τουλάχιστον Ιωάννου του Δαμασκηνού δέον οπωσδήποτε να καθιστά ημάς προσεκτικωτέρους. Ομοίως και το επιχείρημα ότι πολλά εν τοις ύμνοις, «ποιητική αδεία» λεγόμενα, δεν δύνανται να στηρίξουν το ορθόδοξον δόγμα, συνεπώς δε ούτε και την Μετάστασιν της Θεοτόκου, δεν νομίζομεν ότι είναι πάντοτε ισχυρόν, ιδία εις περιπτώσεις ένθα οι ύμνοι εκφράζουν βαθυτάτην λατρευτικήν και δογματικήν παράδοσιν της Εκκλησίας, ως τούτο συμβαἰνει εν προκειμένω. Το να χαρακτηρίζωμεν δε τους ύμνους άλλοτε μεν ως στηρίζοντας το ορθόδοξον δόγμα, άλλοτε δε ως μη στηρίζοντας αυτό, ασφαλώς δεν είναι πράγμα σοβαρόν. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι εις τους ύμνους δεν έχομεν δογματικάς ασαφείας και κενά. Το να μεταποιώμεν όμως αυτούς εις Προκρούστειον κλίνην, δια να καλύπτωμεν δι΄ αυτών τας ιδικάς μας εκάστοτε προτιμήσεις, τούτο ασφαλώς δεν είναι επιτρεπτόν. Το θεολογικόν αισθητήριον εν προκειμένω πρέπει να είναι νηφάλιον, να εξετάζη δε τα πράγματα εν τω γενικωτέρω πλαισίω της ορθοδόξου ευσεβείας και παραδόσεως. Προσωπικώς δεν νομίζομεν, ότι η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου απάδει προς το ορθόδοξον δόγμα. Ούτως αν λάβωμεν την μετάστασιν εν τη εννοία της μεταθέσεως του σεπτού σκήνους της Θεομήτορος, ουδέν το άπορον, τοσούτω μάλλον όσω ολικαί μεταθέσεις δικαίων (σώματος και ψυχής άνευ μεσολαβήσεως του θανάτου) μνημονεύονται ήδη εν τη Π. Διαθήκη (Ενώχ, Ηλία), ως τις αμοιβή δια την δικαιοσύνην και θεάρεστον βιοτήν αυτών. Αν δε νοήσωμεν ταύτην ως ζωηφόρον εκ νεκρών εξανάστασιν της Παρθένου (κατά το πρότυπον του Υιού της), πάλιν ουδέν το άπορον, πρώτον διότι η εκ νεκρών εξανάστασις θα είναι ο, δυνάμει του σωτηρίου έργου του Χριστού, καθολικός κλήρος πάντων ανεξαιρέτως των τεθνεώτων άμα τη Δευτέρα επί γης επιφανεία του Κυρίου4, δεύτερον δε οι ζώντες κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν ουδόλως καν θα αποθάνουν, αλλά μεταλλαγέντες δια της δυνάμεως του Παναγίου Πνεύματος θα απαντήσουν εις τον αέρα τον Κύριον5 και μετά την κρίσιν θα εισέλθουν εις την χαράν και την λαμπρότητα του ουρανού.Το γεγονός επομένως της μεταστάσεως καθ΄ εαυτό ουδεμίαν δυσχέρειαν δογματικήν παρουσιάζει. Μόνον εξ επόψεως χρονικής η ιδέα της μεταστάσεως δημιουργεί πως δυσκολίας. Ούτω δια της Μεταστάσεως η Παρθένος, υπερβαίνουσα την μέσην κατάστασιν των ψυχών, εις ην αύται εισέρχονται μετά θάνατον, φαίνεται οιονεί αποκοπτομένη του κοινού σώματος των πιστευόντων και αποχωριζομένη της Εκκλησίας. Αλλά και η δυσκολία αύτη δεν νομίζομεν, ότι είναι ανυπέρβλητος. Δια της Μεταστάσεως όχι μόνον δεν χωρίζεται της Εκκλησίας η Θεοτόκος, αλλά τουναντίον εν αυτή, ως τη κυριωτάτη εκπροσώπω αυτής, η Εκκλησία εκτείνεται πλήρως εν τη Βασιλεία των ουρανών, φαιδρύνεται και αναλάμπει εν τη πληρεστάτη δόξη της μυστικής και αοράτου αυτής κεφαλής, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Μετάστασις ου μόνον δεν καταπατεί το περί μέσης καταστάσεως των ψυχών δόγμα της Εκκλησίας, αλλά τουναντίον ενδυναμοί και εξαίρει αυτό, προβάλλουσα ανάγλυφον την πλήρη μακαριότητα και δόξαν και την οριστικήν τελείωσιν εις ην αποβλέπουν αι εν τη μέση καταστάσει ευρισκόμεναι ψυχαί των δικαίων και αγίων. Ασφαλώς δε το γεγονός τούτο – εκ του οποίου δέον να απαλειφθή παντελώς πάσα έννοια τοπικού και πνευματικού αποχωρισμού – θα πληροί τας ψυχάς των δικαίων αφάτου αγαλλιάσεως και χαράς και θα επιτείνη επί μάλλον τον αίνον και την δοξολογίαν του Θεανθρώπου Λυτρωτού, όστις δια του σωτηρίου έργου αυτού και της απείρου χάριτός του τοιαύτης τιμής ηξίωσε την παναγίαν Μητέρα αυτού και συν αυτή ολόκληρον το σώμα των δεδικαιωμένων! Και πάλιν επαναλαμβάνομεν, το προνόμιον τούτο της Παρθένου οφείλεται εις την περίοπτον θέσιν αυτής εν τω όλω σωτηρίω έργω του Υιού της. Εφ΄ όσον εν τη ανθρωπίνη φύσει του Χριστού ρέει το άγιον αίμα της Παρθένου, εφ΄ όσον εξ αυτής ελήφθη το άφθορον σώμα του Χριστού, το αείποτε συνηνωμένον μετά της απείρου Θεότητος του Λόγου, το σώμα το τεθεωμένον και ένδοξον, το αδιστάκτως εισελθόν εις το κράτος της μακαρίας δόξης της Τριάδος, τι το παράδοξον, αν και η Μήτηρ, η δούσα το σώμα τούτο, η Μήτηρ η ευκλεής και πάνσεπτος, υψώθη κατά χάριν ήδη από του παρόντος αιώνος εις την άπειρον λαμπρότητα και δόξαν του Υιού της; Τι το παράδοξον, αν ο Υιός εκάλεσε παρ΄ εαυτώ μετά θάνατον την υπόστασιν της κυησάσης αυτόν Μητρός; Μήπως η κλήσις αύτη, ως έγχρονος πρόληψις του εσχατολογικού κλήρου πάντων των δεδικαιωμένων, δεν είναι έργον της σωστικής και αγιαστικής δυνάμεως του Δεσπότου; Η εξαίρεσις αύτη της Παρθένου, οφειλομένη ασφαλώς εις την εξαίρετον θέσιν αυτής εν τη σωτηρίω οικονομία του Λόγου, ου μόνον δεν καταργεί τον κανόνα (μερικής κρίσεως και ανταποδόσεως), αλλ΄ επί μάλλον στερεοί και εξαίρει αυτόν. Διότι πρόκειται περί εξαιρέσεως αφορώσης αποκλειστικώς και μόνον εις την Μητέρα του παναγίου Λόγου του Θεού! Και ταύτα μεν εν γενικαίς γραμμαίς τα πορίσματα του μετά χείρας μελετήματος ημών. Το δόγμα της Θεοτόκου συνέχει και πληροί σύνολον την ζωήν και την υπόστασιν της Ορθοδοξίας. Προς την μορφήν της σεπτής Θεομήτορος ανέρχεται αύτη δια του δόγματος και της πίστεως αυτής, δια της μυστηριακής της διαισθήσεως, της λατρείας και της πνευματικότητος αυτής. Προ των φωτοειδών πυλώνων της Παρθένου κρούει αύτη την Πύλην της Βασιλείας. Εν τη χάριτι αυτής πληρούται χαρίτων και θείων δωρεών και ευλογιών. Εν τω θαύματι της Παρθένου βλέπει το θαύμα της ενσάρκου οικονομίας του Θεού, βλέπει το ιδικόν της θαύμα, την θείαν μεταμόρφωσιν και θέωσιν αυτής. Εν τη Μητρί του Θεού βλέπει την ιδικήν της Μητέρα, την χαράν και παρρησίαν αυτής, το καύχημα και το αγλάϊσμά της. Βλέπει την κραταιάν προστασίαν και την ακοίμητον βοήθειαν αυτής. Βλέπει την Δέσποιναν της Βασιλείας και την σεμνήν Οικονόμον της σωτηρίου Χάριτος του Χριστού. Δια τούτο η Ορθοδοξία μεγάλως τιμά την Μητέρα της, διότι μεγάλως τιμά τον Σωτήρα και πλαστουργόν της. Γεραίρει και ανυμνεί την Προστάτιν της, διότι γεραίρει και ανυμνεί τον ανερμήνευτον Τόκον της. Το δόγμα της Θεομήτορος διαφυλάττει και σκέπει ως κόρην οφθαλμού, διότι εν τω δόγματι τούτω συνοψίζεται η θεοϋπόστατος πνευματικότης και πίστις της. Οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος τούτου συνεπιφέρει παραχάραξιν συνόλου του δογματικού συστήματος αυτής, ιδία της χριστολογίας και σωτηρολογίας της. Η Ορθοδοξία βιοί εν μυστηρίω την Θεοτόκον της, ζη εν τω αδύτω της καρδίας της το άφραστον θαύμα και τα ανεξιχνίαστα μεγαλεία της. Η δόξα της την επισκιάζει, η χάρις της την συνέχει, το μεγαλείον της την συμπνίγει, το θαύμα της την αναφλέγει. Η Θεοτόκος ευλογεί και αγιάζει την Ορθοδοξίαν, διότι η Ορθοδοξία είναι η αμόλυντος και απαράφθορος σάρξ του ανεκφράστου Τόκου της!

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸ νόθευση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας

Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκκινώντας ἀπὸ προσπάθειες προσεγγίσεως τῶν «χριστιανῶν» σὲ πρακτικὰ θέματα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἐξελίχθηκε σὲ προσπάθεια ἐξωτερικῆς συγκολλήσεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς λοιπὲς «ὁμολογίες», χωρὶς τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνες τῆς μόνης ἀναλλοίωτης καὶ παραδοσιακῆς, τῆς ὀρθόδοξης, διδασκαλίας, ἀλλὰ μέσῳ ἐλαχιστοποιήσεως τῆς σημασίας («μινιμαλισμοῦ»), τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ παρερμηνείας τῶν ἱ. δογμάτων ἀπὸ ὅλες τὶς διαλεγόμενες πλευρές. Ἐκκινώντας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ αἱρετικοὶ (ἑτερόδοξοι ) ὀνομάστηκαν σὲ ἐπίσημα ὀρθόδοξα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα «Ἐκκλησίες» (τὸ 1903 καὶ κυρίως τὸ 1920), ἡ δογματικὴ παρέκκλιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μεταξὺ ἄλλων φοβερῶν πτώσεων ὁδήγησε σταδιακῶς στὴν ἀπὸ μέρους ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ θεολόγων (α) ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τοὺς παπικούς («ἄρση τῶν ἀναθεμάτων») τὸ 1965, (β) μερικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων τελετῶν βαπτίσματος, εὐχαριστίας καὶ ἱερωσύνης («Κείμενον Β.Ε.Μ.», Λίμα τοῦ Περοῦ 1982, (γ) διαπίστωση δῆθεν χριστολογικῆς συμφωνίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες-μονοθελῆτες (Β΄Κοινή Δήλωση, Chambésy 1990) - ἡ ὁποία σημαίνει τὴν ἀπόρριψη τῆς συμπαγοῦς ὀρθοδόξου χριστολογίας 15 αἰώνων, Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ πληθύος Ἁγίων Πατέρων, (ε) διαπίστωση ὅτι ὁ παπισμὸς εἶναι ὄχι αἵρεση, ἀλλὰ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» μὲ ἔγκυρα μυστήρια (Κείμενον Balamand 1993) κ.ἄ. Χειρότερο ὅλων εἶναι (στ) τὸ ἐκκλησιολογικὸ κείμενο τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (Βραζιλία, 2006) · ἐκεῖ ἡ πλειονότης τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἀρνήθηκε ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὶς ὁποῖες ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἐκεῖνες τῆς «Μιᾶς» (δηλ. σὲ ἑνότητα πίστεως) καὶ τῆς «Καθολικῆς», ἐπειδὴ συμφώνησαν ὅτι κανένα μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία (§6) καὶ ὅτι εἶναι θεμιτὴ ἡ ὕπαρξη ποικιλίας δογμάτων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (§5). Αὐτὸ εἶναι ποὺ λίγο ἀργότερα οἱ οἰκουμενιστὲς ὀνόμασαν «ἑνότητα μέσα στὴ (δογματικὴ) διαφορετικότητα» , “unity in diversity”, ἔνα σύνθημα παρμένο ἀπὸ τὰ βουδιστικὰ κινήματα τῆς New Age, δηλαδὴ μιὰ «περιεκτικότητα» (“comprehensiveness”) ἀντίθετη μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ «ἀποκλειστικότητα» (“exclusiveness”). 

Στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστὲς ἔχουν ἐγγράφως δεσμευθεῖ νὰ μὴ καλοῦν τοὺς ἑτεροδόξους στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι διαψεύδεται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ συμμετοχή μας ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ στὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας· ἀντιθέτως δέ, μὲ τὴν ἐπίσημη ἀποδοχὴ ἑτεροδόξων θέσεων, ἀποπροσανατολίζονται οἱ ἑτερόδοξοι ὡς πρὸς τὸ ἀληθινὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν.

Εις τα ζητήματα της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω. Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους αιώνας. Πρέπει να παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς  μας «δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από τους Ενωτικούς του 13ουαιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν! 

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ -- του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη Καθηγητού Παν. Αθηνών

Στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του των μηνών Μαρτίου-Απριλίου 2005, δημοσιεύεται άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, με θέμα «Ο Επίσκοπος ως προεστώς της Ευχαριστίας».                                                                                                

Πρόκειται, στο κείμενο αυτό, για ανάπτυξη σκέψεων του Σεβασμιωτάτου, που αφορούν στο νόημα του επισκοπικού αξιώματος στον χώρο της λειτουργικής και, γενικώτερα, της εκκλησιαστικής μας ζωής. Κατά τον Σεβασμιώτατο κ. Ιωάννη, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «επισκοποκεντρική». Την βασική αυτή θέση του, σχετικώς με το νόημα και τον ρόλο του επισκοπικού αξιώματος, προσπαθεί να στηρίξει με την παράθεση λειτουργικών και εκκλησιολογικών στοιχείων. Συνοπτικώς, και μάλλον επιγραμματικώς, τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:                                   
1. Η επισκοπική προεδρία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ΄ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητά του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνο η αγιαστική, αλλά και η λεγομένη διοικητική». Έτσι, ο Επίσκοπος «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα» (σ. 5).                                                              
2. Ο Επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκησιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας της οποίας προϊσταται» (σ. 6). «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου» (σ. 6), εφ’  όσον ο Επίσκοπος «είναι ο προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (σ.6).                                                                                                                               
3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, «τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στην Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!                                                    
4. Η Θεία Λειτουργία «είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον την γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).                                                                                                       
5. Πάντως, εφ΄ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο» (σ. 7). «Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στο Χριστό (σημ. σ. απευθείας) αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο το Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 8).                                              
6. «Εάν η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).                                                                         
7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει την Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας» (σ. 10).                                                                                                
8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς, όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία λαμβάνει καιρόν…. Και από τον θρόνον του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 10).

Μία μόνο δυνατότητα έχουμε  να ελέγξουμε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου ότι, ως κύριο έργο και πρωταρχικό του Επισκόπου είναι το να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας και ότι προϊσταται και προεδρεύει αυτής. Να ανατρέξουμε στο κείμενο της Θείας Λειτουργίας, στο Ιερατικόν, για να ιδούμε αν, πράγματι, ο Επίσκοπος είναι «ο προεστώς και το κατεξοχήν κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»!

Α. Προ της ενάρξεως της Θείας Λειτουργίας.                                                                                                    
Στην τελευταία ευχή της προετοιμασίας του ιερέως, στον σολέα, προ του τέμπλου, θα ζητήσει την «χείρα» του Δεσπότου Χριστού, για να επιτελέσει την αναίμακτο θυσία, ο λειτουργός ιερεύς:                                                                                                                         
Κύριε, εξαπόστειλόν μοι την χείρα σου εξ αγίου κατοικητηρίου σου και ενίσχυσόν με, εις την προκειμένην διακονίαν σου, ίνα ακατακρίτως παρασταθώ τω φοβερώ σου βήματι, και την αναίμακτον ιερουργίαν επιτελέσω. Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.                                                                                                 
Στην ευχή αυτή ο λειτουργός ιερεύς δεν ζητεί την χείρα του οικείου επισκόπου για να επιτελέσει την «αναίμακτον ιερουργίαν», αλλά του προσφέροντος εαυτόν, για την θυσία αυτή, Κυρίου Ιησού Χριστού!                                                                                    
Β. Κατά την ακολουθίαν της Αναφοράς, της καθαγιάσεως των τιμίων δώρων.                                 
α)  Η πρόσκληση του λαού του Θεού να προσέλθει, προετοιμαζόμενος, στην τράπεζα της αναιμάκτου θυσίας γίνεται δια των λόγων του Κυρίου Ιησού και όχι δια του Επισκόπου!                                                                                                                                   
Λάβετε, φάγετε· τούτό μου εστί το σώμα, το υπέρ κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών.                                    
Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτό εστι το αίμα μου, το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον, εις άφεσιν αμερτιών.                                                                              
β) Για την καθαγίαση των τιμίων δώρων ο ιερεύς λειτουργός απευθύνεται προς τον Κύριο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Και στο σημείο τούτο η παρουσία ή μετοχή του Επισκόπου είναι ανύπαρκτη:                                                                          
Έτι προσφέρομεν την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν και παρακαλούμέν σε και δεόμεθα, και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ΄ ημάς και επί τα προκείμανα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν Άρτον τούτον, τίμιον Σώμα του Χριστού σου. Το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού σου. Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω.                                                                                                 
γ) Προ της Θείας Μεταλήψεως  και πάλι η σχετική ευχή του ιερέως θα απευθυνθεί στον θυσιασθέντα Κύριο και όχι στον Επίσκοπο:                                                                             
Πρόσχες Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, εξ αγίου κατοικητηρίου σου, και από θρόνου δόξης της Βασιλείας σου, και ελθέ εις το αγιάσαι ημάς, ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών. Και καταξίωσον τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι ημίν του αχράντου σώματός σου και του τιμίου αίματός, και δι΄ ημών παντί τω λαώ.                                                                                                                             
Της αναιμάκτου, λοιπόν, θυσίας του Χριστού προεστώς και ηγέτης και πρόεδρος και κέντρο είναι ο ίδιος ο Χριστός και ουδείς άλλος. Στο γίγνεσθαι του φρικτού μυστηρίου της θυσίας αυτής ο Επίσκοπος είναι τελετουργικώς ανύπαρκτος!!! Συνομολογεί και βεβαιώνει το τελευταίο γεγονός και ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, στο έργο του «Εις την Θείαν Λειτουργίαν» : «Διότι δεν μεταλαμβάνουν πραγματικά όλοι αυτοί στους οποίους δίδει ο ιερεύς, αλλά οπωσδήποτε μόνον εκείνοι στους οποίους δίδει μόνον ο Χριστός. Ο ιερεύς δίδει γενικά σε όλους τους προσερχομένους, ο δε Χριστός (μόνον) στους αξίους να μετάσχουν. Από αυτά είναι φανερό ότι μόνον ένας είναι αυτός, που τελεί το μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζωντανούς και αποθανόντας, ο Σωτήρ» (Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979, σ. 208). Από το κείμενο, λοιπόν, της Θείας Λειτουργίας δεν προκύπτει ότι ο Επίσκοπος είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας, με το νόημα που θέλει ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι ηγείται στα εξελικτικά στάδια της μυστηριακής ιερουργίας. Ούτε, επίσης, μαρτυρείται στο κείμενο αυτό ότι «ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού»! Έτσι η Θεία Λειτουργία είναι ακραιφνώς χριστοκεντρική και καθόλου επισκοποκεντρική! Στα δρώμενα της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και όλης της Θείας Λειτουργίας, όπως είναι φυσικό και αυτονόητο, δεσπόζει η εικόνα του Χριστού ως θύτου και θύματος. Κάθε αναφορά, επομένως, στο γεγονός αυτό της Θείας Ευχαριστίας ή γενικώτερα, της Θείας Λειτουργίας έχει αποκλειστικώς χριστοκεντρική λειτουργική νοηματική. Αντιθέτως, η εικόνα του Επισκόπου παρουσιάζεται εξαιρετικώς περιθωριακή στο όλο γίγνεσθαι της Θείας Ευχαριστίας-Θείας Λειτουργίας. Απλώς, ο Επίσκοπος μνημονεύεται ως ο εκκλησιαστικός-διοικητικός προϊστάμενος τέσσερις φορές, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση χαρισματικής ή λειτουργικής υπεροχής. Δίδει ευλογία ως ιερατικός προϊστάμενος και από αυτόν εξαρτώνται όλα τα διοικητικά θέματα της Επισκοπής του. Με το νόημα αυτό, άλλωστε, γίνεται και η μνημόνευσή του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι: «το πλέον κύριον στοιχείο, που αναδεικνύει τη Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας, είναι η μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου».  Η διοικητική εξουσία μπορεί να στηρίζει ευθύνες επισκοπικής μέριμνας για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της όλης επισκοπής, αλλά η έννοια αυτή της εξουσίας δεν σχετίζεται με το γεγονός της Ευχαριστίας. Στο σημείο αυτό λησμονεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης ότι ο Κύριος απέτρεψε τους μαθητές του από αξιώσεις εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής. Ο λόγος Του, εν προκειμένω, είναι σαφής και έχει απόλυτο χαρακτήρα: «… οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ΄ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος,έσται υμών δούλος· ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20: 25-28). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, του Κυρίου ο Απόστολος Παύλος καλεί τον Τιμόθεο «διάκονον του Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ. 4:6). Και ο Επίσκοπος είναι διάκονος και δούλος του Δεσπότου Χριστού και δεν μπορεί να θέλει να είναι ηγέτης και προεστώς του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, εφ΄ όσον «ουκ έστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού» (Ιω. 15: 20)!

Επιπλέον δύο σημεία, από τα πολλά και απαράδεκτα του κειμένου του Μητροπολίτου Περγάμου, βρίσκονται, όχι μόνον έξω από το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, αλλά και πέραν της κοινής λογικής!                                      
Ι. Είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος, απουσιάζοντος του Επισκόπου, κατά την Θεία Λειτουργία, «έστω κι αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»; Και μόνον αυτή η σκέψη του (η εκκλησιολογική) δείχνει την διάθεση της αξιώσεώς του υπεροχικής δεσποτικής θέσεως έναντι του Αρχιερέως Χριστού!!!  Λησμονεί, δυστυχώς, ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος στον οποίο κάθεται κατά την Θεία Λειτουργία είναι θρόνος του Αρχιερέως Χριστού, γεγονός που επισημαίνει η Αρχιερατική Του εικόνα; Και ότι, επίσης, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, και κενός να είναι, είναι πλήρης της Αρχιερατικής παρουσίας του Χριστού; Εξ άλλου, όταν ο λειτουργός ιερέας θυμιά τον κενό δεσποτικό θρόνο, θυμιά την Αρχιερατική εικόνα του Χριστού, βλέπει το πρόσωπο του Χριστού, και είναι φυσικό να μη έχει προ οφθαλμών του την εικόνα του οικείου μητροπολίτου. Πάντως, ούτως ή άλλως, και όταν ακόμη κάθεται ο Επίσκοπος επί του θρόνου αυτού, ο Χριστός είναι πάντοτε ο Μέγας Αρχιερεύς! Δεν χωράει δεύτερος!                                                                                                                                          ΙΙ. Επίσης, είναι δυνατόν να λέγεται και να γράφεται ότι ο πιστός, προσευχόμενος, μόνον μέσω της εικόνας του Επισκόπου μπορεί να φθάσει στο πρωτότυπο, δηλαδή στον Χριστό; Και ότι αν δεν περάσει μέσα από την εικόνα του Επισκόπου, δεν συναντά τον Χριστό, αλλά προσεύχεται με την φαντασία του; Λησμονεί ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας την αξιωματική αρχή του Αποστόλου Παύλου: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπου, άνθρωπος Χριστός Ιησούς»! (Α΄ Τιμ. 2: 5). Υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερος παραλογισμός για την στήριξη μιας αντιεκκλησιολογικής Δεσποτοκρατίας;

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης έχει ήδη κάνει χρήση της εξουσίας του επί της Θείας Ευχαριστίας, ως ηγέτης αυτής και προεστώς και πρόεδρος, και έχει ενεργήσει ανεπίτρεπτη τομή στον μυστηριακό πυρήνα της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την σωτηρία μας δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού!!!  Γράφει, για να δομήσει μια σημαντική αιρετική θέση στην «καρδιά» της Ορθόδοξης χριστολογίας, ότι: «Ο Χριστός είναι Σωτήρ του κόσμου όχι γιατί θυσιάσθηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί «ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Η Δύση (συνεχίζει)-Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική- που είδε το πρόβλημα του κόσμου ως πρόβλημα ηθικό (παράβαση εντολής και τιμωρία) έκαμε το Σταυρό του Χριστού επίκεντρο της πίστεως και της λατρείας. Αλλά η Ορθοδοξία εξακολουθεί να τονίζει την Ανάσταση ως το κέντρο της όλης ζωής της…» («Χριστολογία και ύπαρξη»,  περιοδ. Σύναξη, τ. 2, 1982, σ. 18). Προκειμένου, όμως να στηρίξει την αιρετική αυτή θέση επί καινοδιαθηκικού εδάφους, επικαλείται τον παύλειο λόγο. Αναφέρεται στο χωρίο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του, 15, 14: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών». Αλλά το χωρίο αυτό το παραποιεί (το πλαστογραφεί;) αντικαθιστώντας την προσωπική αντωνυμία «υμών» με την αντωνυμία «ημών» !!! Έτσι το χωρίο αυτό φαίνεται ότι έχει καθολική-υποχρεωτική ισχύ, ενώ, όπως φαίνεται από το ίδιο το κείμενο, αφορά ειδική περίπτωση Κορινθίων συνομιλητών στους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, για να τους δείξει ότι η πίστη τους στον Χριστό χωρίς την πίστη τους στην Ανάστασή Του, είναι ματαία και περιττή! Ο Σεβασμιώτατος, με την κακοδοξία του αυτή, ακυρώνει και μάλλον ακρωτηριάζει την ορθόδοξη σωτηριολογία και χριστολογία και ενεργεί διχοτόμηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού! Οπωσδήποτε, ο πυρήνας της Ορθοδοξίας είναι σταυροαναστάσιμος! Σταυρός και Ανάστασις δεν ξεχωρίζουν, αφού η Ανάσταση ανατέλλει από τον Σταυρό του Κυρίου!

Φαίνεται ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης  Περγάμου ρέπει στην …αιρεσιολογία! Ως «αφεντικό» της Θείας Ευχαριστίας, μπορεί να λέει και να γράφει ό,τι θέλει!  «Έτσι, ακούσαμε από τον Μητροπολίτη Περγάμου, σε ένα θεολογικό συμπόσιο που έγινε στο Boze της Ιταλίας, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει, βέβαια, όλην την αλήθεια, αλλά όχι μόνον αυτή, αλλά και άλλες εκκλησίες μη ορθόδοξες. Είναι η γνωστή εκκλησιολογία των αδελφών εκκλησιών. Σε ένα του άρθρο, που δημοσιεύθηκε στο καθολικό περιοδικό “Regno”, μας αναλύει την γνωστή του εκκλησιολογία και δηλώνει ξεκάθαρα πως η Εκκλησία έχει ανάγκη από το Πρωτείο του Πάπα» (απόσπασμα άρθρου του Γεωργ. Καραλή, Διευθυντού του Ορθοδόξου περιοδ. Italia Ortodossa, ανταποκριτού του «Ο.Τ.» από την Ιταλία, «Ο.Τ.» 16.7.1999).


Την 23.12.2005 ο «Ο.Τ.» δημοσίευσε πληροφορία, σύμφωνα με την οποία, εις το Θ΄ Διαχριστιανικό (διάβαζε: μεταξύ παπικών και ορθοδόξων εξ Αθηνών) Συμπόσιον, μεταξύ άλλων πορισμάτων, «διαπιστώθηκε ότι η «Ευχαριστηριακή εκκλησιολογία» είναι δυνατό να αποτελέσει σημαντική βάση προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών, στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου, για την κατανόηση της λειτουργίας του Επισκοπικού πρωτείου στην τοπική Εκκλησία, στα πλαίσια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας»!  Ιδού η χρήση της περιλάλητης ευχαριστηριακής εκκλησιολογίας στην…. συνάντησή της με το Επισκοπικό πρωτείο! Να περιμένουμε, άραγε, να χρησιμοποιηθεί η «βάση» αυτή και για την από μέρους της Εκκλησίας των Αθηνών αποδοχή του πρωτείου του Πάπα; Ο εισηγητής, πάντως, της εν λόγω εκκλησιολογίας έχει γραπτώς ξεκαθαρίσει την θέση του: η Εκκλησία μας έχει ανάγκη το πρωτείο του Πάπα!  Ιδού ο Πάπας, ιδού και το ορθόδοξο…πήδημα, ενδεχομένως, από το Επισκοπικό πρωτείο στο Παπικό πρωτείο!!!