Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Ισαπόστολος Βλαδίμηρος

Τη αυτή ημέρα του Αγίου και Ισαποστόλου βασιλέως των Ρώσων ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ του εκχριστιανίσαντος την Ρωσίαν εν ειρήνη τελειωθέντος.                                                                        

Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος Άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας και ηγεμών της Ρωσίας ήτο υιός του ηγεμόνος του Κιέβου Σβιατοσλάβ, γεννηθείς κατά το έτος 949. Η μήτηρ του εκαλείτο Μαλούσα, ήτο δε πρότερον οικονόμος της μητρός του Σβιατοσλάβ Αγίας βασιλίσης Όλγας, ήτις ησπάσθη πρώτη τον Χριστιανισμόν εν Ρωσία και ωδήγησε πολλούς ειε την ευσέβειαν. Ο Βλαδίμηρος μετά τον θάνατον του πατρός του κατεδιώχθη υπό των αδελφών του Γιαροπόλσκ και Ολιέγ και κατέφυγεν εις Σουηδίαν, βραδύτερον όμως κατανικήσας αυτούς κατέλαβε τον θρόνον του Κιέβου. Κατά την εποχήν εκείνην ο Βλαδίμηρος ήτο ακόμη ειδωλολάτρης, διότι και ο πατήρ του ελάτρευεν έως τέλους τα είδωλα, μη ακολουθήσας εις την πίστιν του Χριστού την μητέρα του Όλγαν, έλαβε δε πολλάς συζύγους, εκ των οποίων απέκτησε δώδεκα υιούς και ένδεκα θυγατέρας. Ούτος προτού να γίνη ακόμη Χριστιανός ανήγειρεν επί του λόφου του Κιέβου παρά την όχθην του Δνειπέρου μέγα είδωλον του Περούν, τον οποίον ελάτρευον ως θεόν της βροντής και αστραπής, όστις ήτο και ο κύριος θεός των Σλαύων, εις τον οποίον, όπως αναφέρουν τα αρχαία Ρωσικά χρονικά, εγίνοντο ανθρώπιναι θυσίαι. Κατά την εποχήν εκείνην υπήρχον εν Κιέβω δύο Ναοί, ο του Προφήτου Ηλιού και εις μικρός ξύλινος Ναός της Αγίας Σοφίας, οίτινες είχον ιδρυθή υπό της μάμμης του Αγίου βασιλίσσης Όλγας και των υπ’ αυτής οδηγηθέντων εις την πίστιν του Χριστού πρώτων Ρώσων Χριστιανών. Ο Βλαδίμηρος ήτο τότε πολύ μαχητικός και δραστήριος βασιλεύς. Επολέμησε κατά των χωριστών σλαυικών εθνών, του Λιθουανικού έθνους και των Βουλγάρων. Κατόπιν όμως φωτισθείς υπό της θείας χάριτος και δια των πρεσβειών και ικεσιών της μάμμης του Αγίας βασιλίσσης Όλγας επίστευσεν εις τον αληθινόν Θεόν. Τα αρχαία χρονικά αναφέρουν πολλά θαυμαστά γεγονότα περί της προσελεύσεως εις την αληθή πίστιν του Χριστού του Αγίου τούτου βασιλέως Βλαδιμήρου. Πολλοί τότε Χριστιανικοί λαοί, Έλληνες, Λατίνοι και άλλοι, έστειλαν προς αυτόν εις το Κίεβον Ιεραποστόλους, αλλ’ ούτος τους απέπεμψε και έστειλεν ιδικούς του απεσταλμένους εις τα Χριστιανικά κράτη, ίνα εκλέξουν τον λαόν εκ του οποίου θα εδέχετο ούτος το Χριστιανικόν Βάπτισμα. Ελθόντες τότε οι απεσταλμένοι του Βλαδιμήρου εις την Κωνσταντινούπολιν παρηκολούθησαν την θείαν λειτουργίαν και τας διαφόρους τελετάς εις την Αγίαν Σοφίαν. Τόσον δε βαθείαν εντύπωσιν έκαμον εις αυτούς, ώστε έμειναν κατάπληκτοι και έλεγον κατόπιν εις τον Βλαδίμηρον· «Ουκ ίσμεν ει εσμέν εν ουρανώ ή επί της γης». Δεν ημπορούσαμεν δηλαδή να ξεχωρίσωμεν αν ευρισκόμεθα εις τον ουρανόν ή επί της γης. Και προσέθετον: «Εάν η Ελληνική πίστις δεν ήτο αρίστη, η μάμμη σου, η οποία ήτο σοφωτάτη γυνή, δεν θα ησπάζετο αυτήν». Τότε ο Βλαδίμηρος πιστεύσας εις τον Χριστόν εβαπτίσθη εν Κιέβω το έτος 987. Ενυμφεύθη δε και την αδελφήν των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η΄ Άνναν. Κατεκρήμνισε τότε όλα τα είδωλα και εβάπτισεν εν πρώτοις τους κατοίκους του Κιέβου, εις τας εκβολάς του παραποτάμου του Δνειπέρου Βορυσθένους· εις το σημείον δε αυτό ηγέρθη και μνημείον εις ανάμνησιν του μεγάλου αυτού γεγονότος. Κατόπιν εβάπτισε και τους λοιπούς Ρώσους, μόνον δε εις την ηγεμονίαν του Νοβογορόδ συνήντησεν αντίστασιν εκ μέρους των ιερέων των ειδώλων. Ο Βλαδίμηρος έκτισεν εν Κιέβω και δύο ωραίας Εκκλησίας Δεσατίναϊα και Σπας-να-Μπερέτσοβε καλουμένας από τους επιχωρίους, αίτινες είναι αι αρχαιότεραι Εκκλησίαι που διετηρήθησαν μέχρι σήμερον. Ο Βλαδίμηρος μετά την βάπτισίν του μετέβαλεν εντελώς χαρακτήρα και έγινεν αληθινός Χριστιανός. Ο χρονογράφος Νέστωρ αναφέρει περί αυτού ότι εις την επικράτειάν του κατήργησε την θανατικήν ποινήν, επειδή τούτο απηγορεύετο υπό του Χριστιανισμού. Ο μακάριος Βλαδίμηρος εξετιμήθη πολύ υπό του Ρωσικού λαού, και τα Ρωσικά επικά άσματα «Μπιλίναι»τοποθετούν τούτον εις το κέντρον του έπους του Κιέβου. Ούτω θεαρέστως πολιτευόμενος ο Άγιος εκοιμήθη τη ιε΄ (15) Ιουλίου του έτους 1015. Και ο μεν μισθαποδότης Κύριος κατέταξε την μακαρίαν αυτού ψυχήν μετά των Αγίων, η δε Εκκλησία ονομάσασα αυτόν Ισαπόστολον Άγιον γεραίρει την μνήμην αυτού την 15ην Ιουλίου καθ’ ην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. 

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

O Αγιος Μάρτυς Αβουδίμος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΒΟΥΔΙΜΟΥ,                                                                  

Αβουδίμος ο Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 299, συλληφθείς δε ως Χριστιανός, και μη πεισθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, εδέθη εις τέσσαρας πασσάλους και εξηπλώθη· είτα εδάρη υπό εννέα στρατιωτών, και επειδή δεν ηθέλησεν ούτε καν να γευθή από τας ειδωλοθύτους θυσίας, εξεσχίσθη με όνυχας σιδηρούς και τελευταίον απεκεφαλίσθη και ανέβη νικηφόρος εις τα ουράνια. 

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η Αγία Μάρτυς Ιουλίττα

Τη ΙΕ΄ (15η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΚΗΡΥΚΟΥ και ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ της μητρός αυτού.                                                                                                                                                      

Ιουλίττα η Αγία Μάρτυς έζη κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκληριανού εν έτει 296 και κατήγετο μεν εξ Ικονίου, φεύγουσα δε τον τότε επικρατούντα διωγμόν κατά των Χριστιανών κατέφυγε μετά του υιού της Κηρύκου εις την Σελεύκειαν, ένθα ευρούσα τον αυτόν διωγμόν, μετέβη εις την Ταρσόν της Κιλικίας, εις την οποίαν ήτο ηγεμών θηριώδης τις και απάνθρωπος, Αλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος ετιμώρει τους Χριστιανούς. Ούτος συλλαβών την Αγίαν έδειρεν αυτήν, τον δε Άγιον Κήρυκον, νήπιον όντα, χωρίσας από της μητρός του, προσεπάθει δια θωπειών να τον ελκύση εις εαυτόν, αλλά δε ηδύνατο, επειδή το νήπιον, ενατενίζον ακλινώς εις την μητέρα του, με φωνήν υποψελλίζουσαν επεκαλείτο το όνομα του Χριστού. Ο δε Άγιος Κήρυκος, παρά την νηπιακήν ηλικίαν του, εκ Θεού βεβαίως κινούμενος, ελάκτισεν όσον ηδύνατο την κοιλίαν του ηγεμόνος τόσον, ώστε τον έκαμε να πονέση, είπε δε εις αυτόν· «Εγώ τον Χριστόν αγαπώ». Τούτου ένεκα ο ηγεμών θυμωθείς έρριψε το νήπιον από των βαθμίδων του κριτηρίου· όθεν κτυπηθέν εις την κεφαλήν, παρέδωκε το μακάριον την αγίαν του ψυχήν εις τον Δεσπότην Χριστόν, παρ’ ου και εστεφανώθη με αθλητικόν στέφανον. Η δε μακαρία Ιουλίττα, δοκιμάσασα πολλούς βασάνους και μη πεισθείσα να αρνηθή τον Χριστόν, απεκεφαλίσθη και έλαβεν η αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Τελείται δε η αυτών σύναξις και εορτή εις τον ευκτήριον Ναόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, εις τόπον λεγόμενον Αδδώ. 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ του Αγιορείτου και σοφωτάτου της Εκκλησίας διδασκάλου.                                                                                            

Η αρετή είναι όντως μέγα και ουράνιον πράγμα, ως έχον πηγήν και αρχήν τον Θεόν, και ως τιμώσα και δοξάζουσα τους φίλους και εργάτας αυτής. Δι’ αυτής ετιμήθησαν οι Άγιοι Προφήται, εμεγαλύνθησαν οι θεηγόροι Απόστολοι, ηνδραγάθησαν οι καλλίνικοι Μάρτυρες, ελαμπρύνθησαν οι θεοειδείς Ιεράρχαι και ωκειώθησαν τω Θεώ οι απ’ αιώνος θεοφόροι Πατέρες. Δια της αρετής ειργάσαντο «ξένα και παράδοξα» εν τω κόσμω οι αγαπήσαντες ολοψύχως τον Θεόν Άγιοι και ανεδείχθησαν πολύφωτοι φωστήρες, «λόγον ζωής επέχοντες» και φαίνοντες «από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών», προς φωτισμόν «των εν σκότει και σκιά θανάτου» κατά την θείαν ρήσιν και προς σωτηρίαν ψυχών αιώνιον. Η αρετή αναδεικνύει τον άνθρωπον μακάριον, Άγγελον επίγειον, πλήρη θείου φωτός, σιωπώντα και λαλούντα και ορώμενον, έμψυχον στηλογραφίαν παντός καλού και λυσιτελούς, κληρονόμον Θεού, συγκληρονόμον Χριστού. Της αρετής φίλος γνήσιος και αληθής εργάτης και μυσταγωγός και υποφήτης «έργω και λόγω» υπήρξε και ο θεοφόρος Νικόδημος, ο μέγας της Εκκλησίας και πολύσοφος διδάσκαλος, το θαύμα των εν Άθω μοναστών, ο φαεινός εωσφόρος της ουρανίου σοφίας και της εν Χριστώ ζωής, ο εν εσχάτοις λάμψας καιροίς και καταφωτίζων της οικουμένης τα πέρατα δια των θεοσόφων αυτού συγγραμμάτων· η εύηχος σάλπιξ του Αγίου Πνεύματος· η μελίρρυτος και σοφωτάτη γλώσσα, η εν «δυνάμει λόγου» διατρανούσα και αναπτύσσουσα τα ρήματα της αιωνίου ζωής και τα των Πατέρων συνεπτυγμένα νοήματα· της ασκητικής ζωής ο πρακτικώτατος υφηγητής· των πνευματικών αναβάσεων ο θεοειδής μυστογράφος και των εν αυταίς ελλάμψεων ο θείος εκφάντωρ· της Ορθοδόξου Εκκλησίας «ο στύλος και το εδραίωμα» και το εξαίρετον καύχημα, και πάσης αιρετικής και κακοφώνου διδαχής ο ισχυρότατος καθαιρέτης· ο πολυειδώς και πολυτρόπως δοξάσας τον Θεόν, και επαξίως παρά Θεού δοξασθείς. «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ούτος ο πολύς εν σοφία και μέγας εν αρετή, ο περιφανής της Εκκλησίας φωστήρ και διδάσκαλος, το στόμα των πάλαι Οσίων διδασκάλων θείος Νικόδημος, εγεννήθη εν τη νήσω των Κυκλάδων Νάξω, κατά το σωτήριον έτος 1749, εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων, Αντωνίου και Αναστασίας, το επίθετον Καλλιβούρση. Δια του αγίου Βαπτίσματος ωνόμασαν αυτόν Νικόλαον, και πρώτοι ούτοι εγαλούχησαν τον υιόν των δια των ζωηφόρων της πίστεως ναμάτων, εκ βρεφικής ηλικίας. Τρανή απόδειξις της θερμής των γονέων του Οσίου ευσεβείας, και μάλιστα της μητρός αυτού, είναι το γεγονός, ότι βραδύτερον αύτη εγένετο Μοναχή, άρασα τον ελαφρόν του Κυρίου ζυγόν, μετονομασθείσα Αγάθη. Εξ απαλών ονύχων εφαίνετο ο Όσιος οποίος έμελλε να αποβή μετά ταύτα· διότι ήτο λίαν προσεκτικός και φρόνιμος, καίτοι εν παιδική ηλικία, αποφεύγων τας ματαίας συναναστροφάς, και παν δυνάμενον να επιφέρη βλάβην εις τον έσω άνθρωπον. Επιμέλεια ηθών, αγχίνοια έξοχος, τρόπων ευκοσμία, ζήλος περί τα καλά και ωφέλιμα, αγάπη προς την θύραθεν και την κατά Θεόν παιδείαν, ήσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νεαρού Νικολάου. Αλλά πλέον πάντων διεκρίνετο δια την μεγάλην οξύτητα του νοός, την ακριβή διορατικότητα, την λαμπράν ευφυϊαν και την απέραντον μνήμην, δι’ ων κατέπληττεν όχι μόνον τους συνομήλικας, αλλά και πάντας τους ορώντας τοσαύτα εξαίρετα προσόντα και αγλαά προτερήματα εν τοιαύτη νεαρά έτι ηλικία. Τα πρώτα γράμματα εδιδάχθη εν τη Νάξω, εν τη ιδιαιτέρα αυτού πατρίδι Χώρα, παρά του ιερέως της ενορίας του, παρά του οποίου και εδιδάσκετο συγχρόνως την προς τον Χριστόν αγάπην και προς την αγίαν αυτού Εκκλησίαν, και παν ωφέλιμον και λυσιτελές, και τον οποίον ιερέα μετ’ ευλαβείας και προθυμίας εξυπηρέτει, διακονών κατά την τέλεσιν της θείας Λειτουργίας και τας λοιπάς ιεροπραξίας. Καταρτισθείς ούτω καταλλήλως ο μακάριος παρά του ευλαβούς ιερέως της ενορίας, εφοίτησεν ύστερον εις την εν Νάξω σχολήν, εν τη οποία εδιδάχθη τα θύραθεν και τα ιερά γράμματα παρά του εναρέτου και σοφού διδασκάλου του γένους Αρχιμανδρίτου Χρυσάνθου, αδελφού του θαυμαστού και περιβοήτου «εν λόγω και έργω και ανατροφή» ισαποστόλου και ιερομάρτυρος Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Είναι δε γνωστόν, ότι εις την Νάξον, τη μερίμνη των λογίων Αρχιερέων Θεωνά, Αθανασίου, Ιωάσαφ και άλλων, είχεν ιδρυθή σχολή, η οποία από του 1770 και εντεύθεν ανεκαινίσθη. Από δε του 1781 εγκατεστάθη εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου, ένθα ελειτούργει μέχρι του 1821. Εις την σχολήν ταύτην εχρημάτισε διευθυντής ο ρηθείς Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος ο Αιτωλός, και εδίδαξεν εν συνεχεία μέχρι του θανάτου αυτού, επισυμβάντος εν έτει αψπε΄ (1785). Τοιούτου διδασκάλου τυχών ο νεαρός Νικόλαος εξεπαιδεύθη θαυμασίως ως έδει και εξεκαύθη η φιλόθεος αυτού καρδία προς πλείονα παιδείαν και εκμάθησιν ανωτέρων γνώσεων. Άγων δε το 16ον  έτος της ηλικίας, ωδηγήθη υπό του πατρός αυτού εις Σμύρνην, εις την λαμπράν Ελληνικήν σχολήν της πόλεως ταύτης, την ονομασθείσαν αργότερον και γενομένην περιάκουστον ως Ευαγγελικήν Σχολήν, και εισήχθη ως οικότροφος εν τω μαθητικώ αυτής κοινοβίω. Ενταύθα έσχε σπουδαιότερον διδάσκαλον, τον επιφανή κατά την εποχήν εκείνην δια την παιδείαν και ονομαστόν δια την αρετήν Ιερόθεον Βουλισμάν τον Ιθακήσιον, και παρέμεινεν εν τη σχολή επί 5 έτη. Προκόπτων ο μακάριος εις τα μαθήματα κατέπληττε τους πάντας δια τας θαυμασίας αυτού επιδόσεις, την πλουσιωτάτην μνήμην, την φωτεινήν κρίσιν, αλλά και δια την άκραν επιμέλειαν των ηθών και την χρηστότητα των τρόπων. Δι’ αυτόν θα ηδύνατο να λεχθή ό,τι ο Θεολόγος Άγιος Γρηγόριος είπε δια τον Μέγαν Βασίλειον. «Ποίον είδος ουκ επήλθε παιδεύσεως; Μάλλον δε ποίον ου μεθ’ υπερβολής ως μόνον; Ούτω μεν άπαντα διελθών, ως ουδείς εν· ούτω δε εις άκρον έκαστον, ως των άλλων ουδείς». Μαθητεύων εν τη σχολή ταύτη ο νεαρός Νικόλαος εγίνετο διδάσκαλος των συμμαθητών αυτού, αναλύων, αποσαφηνίζων και εκμανθάνων εις αυτούς όσα δεν κατώρθωναν κατά τας ώρας της διδασκαλίας να αντιληφθώσι και εννοήσωσι σαφώς. Δια την προθυμίαν του αυτήν, αλλά και δια την όλην καλωσύνην του και τα λοιπά περικοσμούντα αυτόν χαρίσματα, ετύγχανε κατ’ εξοχήν αγαπητός εκ μέρους των συμμαθητών του, ώστε να προθυμοποιούνται και επιδιώκουν ούτοι να τον αντικαθιστούν εις τας διαφόρους υπηρεσίας του οικοτροφείου, παρά τας διαμαρτυρίας και αντιρρήσεις του. Αυτός ούτος ο διδάσκαλος Ιερόθεος, εκτιμών την λαμπράν θεολογικήν και λοιπήν βαθείαν μόρφωσιν και αρετήν του Νικολάου, έγραφε βραδύτερον προς αυτόν, αναχωρήσαντα πλέον εκ της σχολής. «Ελθέ, υιέ μου, καν τώρα εις το γήρας μου, να σε αφήσω μετά θάνατον εις το σχολείον διδάσκαλον, ότι δεν έχω πλέον άλλον ωσάν σε όμοιον εις την προκοπήν». Εν τη σχολή ταύτη εδιδάχθη και εξέμαθε, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, των θεολογικών γραμμάτων και των αρχαίων Ελληνικών, την Λατινικήν, την Ιταλικήν και την Γαλλικήν γλώσσαν. Η δε επίδοσίς του και η γνώσις της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης είναι τω όντι σπανία, ήτις θαυμασίως διαλάμπει εις πάντα τα έργα αυτού. Εγένετο βαθύς κάτοχος αυτής, δυνάμενος να γράφη και να εκφράζηται εις οιανδήποτε μορφήν των ιστορικών φάσεων και παραλλαγών της γλώσσης ημών. Μετά της ιδίας ευχερείας, δια της οποίας εξήγει εις την απλοελληνικήν τα ιερά κείμενα προς κατανόησιν αυτών υπό του λαού, συνέτασσε και τα αρχαιοπρεπέστατα επιγράμματα εις την Ομηρικήν διάλεκτον. Κατά το 1770 εξ αιτίας των υπό των Τούρκων κατά των Χριστιανών εν Σμύρνη διωγμών και σφαγών, εξαγριωθέντων δια την πυρπόλησιν του στόλου αυτών υπό των Ρώσων παρά τον Τσεσμέν, ανεχώρησεν εκείθεν και επανήλθεν εις την πατρίδα αυτού Νάξον, ένθα ο τότε Μητροπολίτης Παροναξίας Άνθιμος Βαρδής προσέλαβεν αυτόν ως γραμματέα και ακόλουθόν του, έχων σκοπόν να προπαρασκευάση αυτόν αρμοδιώτερον «επί τα τελεώτερα της χάριτος» και εισαγάγη κατόπιν εις το ιερατικόν στάδιον, «εις διακονίαν Κυρίου». Επί 5 έτη έμεινε πλησίον του Ανθίμου εν Νάξω, όπου και τω εδόθη ευκαιρία να γνωρισθή μετά των οσιωτάτων και εναρέτων Αγιορειτών Ιερομονάχων Γρηγορίου και Νήφωνος και του Μοναχού Αρσενίου, ανδρών τη αληθεία τους πλείστους υπερεχόντων τη αρετή και σεμνότητι. Ούτοι αφηγήθησαν αυτώ τα της μαναχικής ζωής και αγγελικής πολιτείας των ασκητών εν Αγίω Όρει, και εμύησαν τα της νοεράς προσευχής, γνωρίσαντες τούτον κατάλληλον και επιδεκτικόν των μυστηρίων της μακαρίας ταύτης εργασίας. Εκ της συναναστροφής και συνομιλίας μετά των Οσίων τούτων ανδρών ηχμαλωτίσθη η καρδία του μακαρίου προς ένθεον ζήλον και ανεφλέγη προς πόθον της αγγελικής ζωής των μοναστών του Άθωνος. Επειδή δε πολλά είχεν ακούσει περί της αρετής και σοφίας του Μητροπολίτου Κορίνθου Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, ήλθε και συνήντησεν αυτόν εις Ύδραν, διατρίβοντα εκεί, δια να ενισχυθή και φωτισθή παρ’ αυτού έτι περισσότερον εις την κατά Χριστόν ασκητικήν ζωήν, προς την οποίαν είχεν ήδη κατευθύνει όλην την ροπήν της ψυχής του. Εκ της αγίας αυτής συναντήσεως ανεπτύχθη στενός και ισόβιος εν Πνεύματι Αγίω σύνδεσμος και βαθεία αγάπη και εκτίμησις μεταξύ των δύο τούτων αγίων και θεοφόρων ανδρών. Εκεί εγνώρισεν επίσης τον περιβόητον δια την αρετήν αυτού Μοναχόν Σίλβεστρον τον Καισαρέα, έξω της νήσου εν κελλίω ερημικώ ασκούμενον, «τον υψίνουν και πλατύνουν, το μέλι της ησυχίας και θεωρίας τρεφόμενον», παρά του οποίου επί πλέον εξεκαύθη και ανεπτερώθη εις την αγγελικήν των Μοναχών πολιτείαν και διαγωγήν. Καιομένην έχων ήδη την καρδίαν προς την εν πνεύματι μακαρίαν ζωήν και τα τελειότερα του Πνεύματος χαρίσματα, λαβών συστατικά παρά του ρηθέντος Γέροντος Σιλβέστρου γράμματα, ανεχώρησεν εκ της Νάξου κατά το 1775 δια το Άγιον Όρος αρνησάμενος κόσμον και εαυτόν, κατά την του Κυρίου φωνήν, επιθυμών να άρη τον γλυκύν και χρηστόν του Σωτήρος Σταυρόν. Κατά την αναχώρησίν του εκ Νάξου συνέβη το εξής περιστατικόν, δεικνύον τον διάπυρον ζήλον του Νικολάου προς την μοναχικήν ζωήν. Κατελθών εις τον αιγιαλόν εύρεν ιστιοφόρον ετοιμαζόμενον προς αναχώρησιν δι’ Άγιον Όρος, και μεγάλως εδόξασε τον Θεόν επί τη εκπληρώσει του πόθου του. Παρεκάλεσε τότε τον πλοίαρχον να παραλάβη και αυτόν, όστις τω υπεσχέθη ότι την στιγμήν της αναχωρήσεως θα τον ειδοποιήση. Αλλά τις οίδε διατί, ανεχώρησε χωρίς να ειδοποιηθή ο Όσιος, όστις ιδών παρ’ ελπίδα το πλοίον αναχωρούν, ήρχισε να φωνάζη και να θρηνή διατί τον εγκατέλειψαν, και συγχρόνως έρριψεν εαυτόν εις την θάλασσαν, σκοπόν έχων να φθάση κολυμβών το αναχωρούν πλοίον. Ιδόντες τούτο οι ναύται επέστρεψαν και τον παρέλαβον και αποπλεύσαντες εκείθεν έφθασαν αισίως εις Άγιον Όρος. Aποβιβασθείς εν Αγίω Όρει ο Νικόλαος εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα, και ελθών κατά τας οδηγίας του ρηθέντος γέροντος Σιλβέστρου εις την Ιεράν και ευαγή Μονήν του Αγίου Διονυσίου, τιμωμένην επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, εύρεν εκεί πλείστους οσίους άνδρας, κεκοσμημένους πάση αρετή και σεμνότητι και ασκητικοίς χαρίσμασι, μεταξύ των οποίων τους Γέροντας Μακάριον μετά του πατρός αυτού, Αβράμιον και άλλους εν ευλαβεία και οσιότητι ασκουμένους τον πνευματικόν αγώνα, θαυμάσας δε την αρετήν αυτών, εκοινοβίασεν εν τη Ιερά και σεβασμία ταύτη Μονή. Ενταύθα πνέων θείου ζήλου προς την κατά Χριστόν οσίαν ζωήν, και αποβαλών πλήρως παν κοσμικόν φρόνημα και νόημα, εκάρη Μοναχός, λαβών το μικρόν σχήμα, και μετωνομάσθη από Νικολάου, όπου ωνομάζετο πρότερον Νικόδημος. Γνωρίσαντες οι αδελφοί της Μονής τα εξαίρετα χαρίσματα και την βαθείαν παιδείαν και γνώσιν του, έτι δε εκτιμήσαντες την θερμήν αυτού ευλάβειαν και την λοιπήν σπουδήν και προθυμίαν προς τους κανόνας και τας τάξεις της οσίας και σεμνής κοινοβιακής ζωής και το υποδειγματικόν αυτού ήθος, διώρισαν αυτόν αναγνώστην και γραμματέα της Μονής. Εν τη Ιερά ταύτη Μονή ο Όσιος Νικόδημος υπήρξε τύπος εν πάσιν απαράμιλλος, τόσον εν τη ανατεθείσα αυτώ διακονία, όσον και εν ταις πνευματικαίς πράξεσι, δια των οποίων ημέραν εξ ημέρας προήγετο «τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενος», υποτάσσων την σάρκα τω πνεύματι και λαμπρύνων τον νουν δια της μελέτης του κρείττονος, και προετοιμάζων εαυτόν δια τους τελειοτάτους αγώνας της θεοποιού ησυχίας και της άκρας κατά Χριστόν φιλοσοφίας, εν οις ανεδείχθη δοκιμώτατος και μέγας εν έργω και λόγω επί τοσούτον, ώστε πάντες έχαιρον και εθαύμαζον. Κατά το 1777 επεσκέψατο το Άγιον Όρος ο Κορίνθου Άγιος Μακάριος, ο γνωρίσας τον ιερόν Νικόδημον εν Ύδρα, και αφού προσεκύνησε τας Ιεράς Μονάς, ήλθεν εις Καρυάς και κατέλυσεν εις το κελλίον «Άγιος Αντώνιος» του συμπολίτου αυτού Δαβίδ. Ενταύθα εκάλεσε τον μακάριον Νικόδημον και προέτρεψεν αυτόν να επιθεωρήση προς έκδοσιν τα ογκωδέστατα πνευματικά βιβλία «Φιλοκαλίαν» και «Ευεργετινόν», και το περί «Θείας και ιεράς Μεταλήψεως» πονημάτιον αυτού, δώσας τας αφορμάς εις τον Όσιον άνδρα να επιδοθή εις τους υψηλούς πνευματικούς αγώνας, οίτινες ανέδειξαν αυτόν φωστήρα της Εκκλησίας αειλαμπέστατον και οικουμενικόν της ευσεβείας διδάσκαλον. Και ήρχισεν από της «Φιλοκαλίας», την οποίαν αφού διεξήλθε, τακτοποιήσας όπου ήτο ανάγκη τας εν αυτή περιεχομένας πνευματικάς και υψηλάς διδασκαλίας, συνέταξε γλαφυρώς εκάστου Οσίου συγγραφέως εν συνόψει τον βίον και της όλης βίβλου το λαμπρόν προοίμιον. Ακολούθως διώρθωσε τον «Ευεργετινόν», συντάξας και αυτού το θαυμάσιον προοίμιον, και εν τέλει διώρθωσε και επλάτυνε το «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», άτινα παραλαβών ο Άγιος Μακάριος απήλθε προς εκτύπωσιν εις Σμύρνην. Μετά την αναχώρησιν του Αγίου Μακαρίου, ο θείος Νικόδημος παρέμεινεν εις Καρυάς, φιλοξενούμενος εις το εκεί κελλίον της Μεγίστης Λαύρας, τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου και κοινώς επονομαζόμενον των «Σκουρταίων», μετά των οποίων και συνεδέθη δι’ αρρήκτου εν Χριστώ φιλίας και αγάπης, ένθα επί εν έτος αντέγραψε την «Αλφαβηταλφάβητον», βιβλίον συγγραφέν υπό του Οσίου Μελετίου του Γαλησιώτου και Ομολογητού, και περιέχον πνευματικά διδάγματα στιχηδόν, και είτα επανήλθεν εις την Μονήν αυτού. Αγωνιζόμενος ο θείος Πατήρ εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου τον καλόν της κατά Χριστόν ζωής και ασκήσεως αγώνα, και αναβάσεις καθ΄ εκάστην ημέραν εν τη καρδία αυτού ποιούμενος, ήκουσε την φήμην των αρετών του Κοινοβιάρχου Παϋσίου του Ρώσου, ευρισκομένου εις Μπογδανίαν (σημερινήν Ρουμανίαν), και έχοντος υπό τας πνευματικάς αυτού οδηγίας υπέρ τους χιλίους αδελφούς, τους οποίους συν τοις άλλοις εδίδασκε και την νοεράν πρσευχήν, απεφάσισε να μεταβή εκεί, ως άκρος εραστής της θεοποιού ταύτης νοεράς προσευχής. Αλλ’ αποπλεύσαντες του Άθωνος κατελήφθησαν υπό σφοδράς εν πελάγει τρικυμίας, κινδυνεύσαντες να πνιγώσι, και ηναγκάσθησαν να αλλάξουν κατεύθυνσιν, μετά πολλού δε κόπου προσήραξαν εις Θάσον, ένθα μετέβαλε σκοπόν. Επανελθών εις Άγιον Όρος, δεν μετέβη εις την Μονήν του Αγίου Διονυσίου, αλλά καταφλεγόμενος υπό του έρωτος της ησυχίας προς απερίσπαστον μελέτην των θείων Γραφών και αδιάλειπτον και αρρέμβαστον προσευχήν, ήλθε προσωρινώς εις το κελλίον των Σκουρταίων, μετά δε ταύτα εγκατεστάθη εν τινι δωματίω ησύχω και μεμονωμένω του κελλίου «Άγιος Αθανάσιος», όπου και ησύχασεν, επιδιδόμενος εις πνευματικάς μελέτας και αδιαλείπτους προσευχάς, δι ων ελαμπρύνετο ο νους του και ετρέφετο η ψυχή του, και εφαίνετο όλος θεοειδής και πλήρης ουρανίου γαλήνης και χάριτος. Ησχολείτο δε και εις αντιγραφήν κωδίκων προς πορισμόν των απαραιτήτως χρειωδών της ζωής. Εκεί συνέταξε τα ιδιόμελα και προσόμοια τροπάρια προς πλουτισμόν της ακολουθίας των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, επ’ ονόματι των οποίων ετιμάτο ο Ναός του κελλίου. Μετά παρέλευσιν ολίγου καιρού ήλθεν εκ Νάξου και εγκατεστάθη εις την Σκήτην της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος (νυν Καψάλαν) ο λίαν ενάρετος Μοναχός Γέρων Αρσένιος ο Πελοποννήσιος, τον οποίον εγνώρισεν εν Νάξω ο θείος Νικόδημος, και εκ του στόματος του οποίου ήκουσε τα ουράνια και γλυκύτατα ρήματα περί της ασκητικής ζωής, και όλος ετρώθη εξ αυτών προς τα κρείττονα χαρίσματα. Μαθών την έλευσιν τούτου ο θείος Πατήρ, ήλθεν εις την Σκήτην του Παντοκράτορος, ευρών δε τούτον εγένετο υποτακτικός αυτού. Ενταύθα, εν τη Ιερά ταύτη Σκήτη, έστησεν ο αοίδιμος την παλαίστραν των ασκητικών αγώνων, αποδυθείς εις το μέγα στάδιον της ησυχίας, την οποίαν τοσούτον επόθει και ως διψώσα έλαφος επεδίωκε να εύρη. Ενταύθα, εν τη ποθητή ησυχία, ο θείος Πατήρ επεδόθη εξ ολοκλήρου εις τους μεγάλους πνευματικούς αγώνας της κατά Χριστόν ιεράς φιλοσοφίας, και «νυκτός και ημέρας μελετών εν τω νόμω του Θεού», και τας θεοπνεύστους Αγίας Γραφάς, και τους θεοσόφους Πατέρας της Εκκλησίας, επληρώθη θείας αγαλλιάσεως, και έγνω μυστήρια Θεού, ζων υπέρ τα ορώμενα. Τις να διηγηθή τους ενταύθα και απ’ εντεύθεν θείους αγώνας και καμάτους του μακαρίου Πατρός; Αρνησάμενος τελείως εαυτόν, και λιπών πάσαν φροντίδα περί τα υλικά, ενέκρωσεν ολικώς το φρόνημα της σαρκός δια της συντόμου νηστείας, της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, και των λοιπών κακουχιών της επιπόνου ασκητικής ζωής, δι’ ης όλος ελαμπρύνθη και ηγιάσθη. Εντεύθεν ως άλλος θεόπτης Μωϋσής ανήλθεν εις το όρος των αρετών, και εισήλθεν εις το υπέρφωτον γνόφον της εν Πνεύματι θεωρίας, και είδεν, ως ην ανθρώπω δυνατόν, τον αόρατον Θεόν, και ήκουσεν άρρητα ρήματα, και εδέχθη τον ενυπόστατον της χάριτος φωτισμόν και τας αϋλους ελλάμψεις και επιπνοίας του Παρακλήτου. Και εθεώθη κατά μέθεξιν, και εγένετο μακάριος και θεοειδέστατος, και Άγγελος μετά σώματος, και ένθους μύστης της ουρανίου γνώσεως, και εκφάντωρ ακριβέστατος της εν πνεύματι ζωής, διαπορθμεύων και σαφηνίζων ημίν δια «του λόγου της χάριτος» τους καρπούς και τα αγαθά αυτής, των οποίων ήτο πλήρης. Πληρωθείς εντεύθεν ο θείος Νικόδημος «χάριτος και σοφίας», και λαβών ουρανόθεν χάρισμα της διδασκαλίας, ανεδείχθη φαεινότατος φωστήρ της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μέγας διδάσκαλος του Χριστιανικού πληρώματος και κράτιστος αντίπαλος πάσης αιρέσεως και ετεροδόξου διδαχής. Ως ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον  και τρυφής, κατά τον Δαβίδ, χειμάρρους ανέβλυσεν εκ του μακαρίου του στόματος ο λόγος της χάριτος και οι ποταμοί της διδασκαλίας, καταδροσίζοντες και καταρδεύοντες τόσον τους εν Αγίω Όρει Μοναχούς, όσον και την λοιπήν του Χριστού αγίαν Εκκλησίαν. Η δε αγία του χειρ ανεδείχθη «κάλαμος γραμματέως οξυγράφου», συγγράψασα πλήθος ιερών συγγραμμάτων και αγίων βίβλων, και πλείστους πνευματικούς και γλυκείς ύμνους και ασματικάς ακολουθίας εις διαφόρους Αγίους. Ολόκληρον βιβλιοθήκην αποτελούσι τα ιερά αυτού συγγράμματα, θεολογικά, δογματικά, ερμηνευτικά και ηθικά, εν οις διαφαίνεται το ύψος και το βάθος της παντοδαπού θείας και ανθρωπίνης γνώσεως, και το χύμα της ουρανίου σοφίας. Μυρίους κόπους και ιδρώτας κατέβαλεν ο θεοφόρος Νικόδημος, συγγράφων νύκτα και ημέραν τας ιεράς του διδαχάς, προς ωφέλειαν του πλησίον και πλουτισμόν της Αγίας ημών Εκκλησίας, την οποίαν τοσούτον κατελάμπρυνε και κατεκόσμησεν εν εσχάτοις χρόνοις. Κατά το 1782 ο Γέρων Αρσένιος εκ της Σκήτης του Παντοκράτορος απήλθεν εις την απέναντι του Άθω νησίδα Σκυροπούλαν, τον οποίον ηκολούθησεν ο θείος Νικόδημος. Η διαβίωσις εκεί υπήρξε πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών. Εξ επιστολής την οποίαν έστειλεν εκείθεν εις τον εξάδελφόν του και Επίσκοπον Ευρίπου Ιερόθεον, πληροφορούμεθα δια το άγονον της νήσου, όπου μόνον «όρνεα, αι γρήες, ιχθυοφάγα, αιγιαλοίς και παραλίοις πέτραις ενδιαιτώμενα, νυκτινόμα και φωνήν απηχή αφιέντα, τοις κλαυθμηρισμοίς των νηπίων προσεοικυίαν» ήσαν οι μόνοι σύντροφοι. Και εκεί η ζωή του ήτο αγγελική και ουράνιος. Έζη ως άσαρκος και μόλις επήρκει, εργαζόμενος σκληρώς, εις τας στοιχειώδεις βιοτικάς ανάγκας. Και τούτο διότι προετίμησεν, όπως γράφει ο ίδιος, «τον εργατικόν και χειρωνακτικόν βίον, δικελλίτης γεγονώς και σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων, και καθ’ εκάστην αλέθων και τάλλα πάντα ποιών, οις η πολύμοχθος χαρακτηρίζεται των ερημονήσων ζωή και πολυειδής περιπέτεια». Επί πλέον δε εκεί εστερείτο βιβλίων, αλλ’ έχαιρε «χαράν ανεκλάλητον και δεδοξασμένην», επιδιδόμενος εις την αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν, δι’ ης κατενελάμπετο ο νους του και εδέχετο τας ουρανίους αποκαλύψεις και θείας μυήσεις της υπερκοσμίου σοφίας. Αλλά καίτοι εστερείτο πάντων, ζων ως Άγγελος, καίτοι αποφεύγων πάσαν επικοινωνίαν και φροντίδα μετά των έξω, δηλονότι του κόσμου, υπήκουσεν όμως εις την παράκλησιν του εξαδέλφου του Ιεροθέου, αποβλέπων εις την εκ τούτου ωφέλειαν, και έγραψε, κατά μικρά διαλείμματα «από της σκαφής και του χειρομύλωνος» θαυμάσιον πολυσέλιδον βιβλίον, πλήρες σοφίας θείας και ανθρωπίνης, κατωχυρωμένον δια πολλών μαρτυριών τόσον εκ των θείων Πατέρων, όσον και εκ των έξω σοφών, υπό τον τίτλον «Συμβουλευτικόν», καθό περιέχον συμβουλάς προς Αρχιερείς μεν ειδικώτερον, και προς πάντας τους πιστούς γενικώτερον. Το σοφόν τούτο σύγραμμα, εν ω διαπραγματεύεται παρί φυλακής αισθήσεων και του κατά τον έσω άνθρωπον αγώνος προς τελειοποίησιν, δεικνύει εξαιρετικώς την πλουσίαν εκ Θεού χάριν και την απέραντον μνήμην του μεγάλου τούτου πατρός, γράψαντος εν ερημονήσω, στερουμένου και αυτών των στοιχειωδών. Ο ίδιος θείος Πατήρ, χαριτολογών κάπως, έγραφε προς τον Ιερόθεον, ότι « κατά την εικόνα των αναμηρυκαζόντων ζώων… πάνθ’ όσα δι’ αναγνώσεως έφθη εντυπωθέντα τω, κατ’ Αριστοτέλη, αγράφω αβακίω της εμής φαντασίας, και κατά Πρόκλον, τοις ιεροίς σηκοίς του εμού νοός, ή μάλλον ειπείν το του θείου Δαβίδ, «άπερ εν τη καρδία μου έκρυψα θεία λόγια, όπως αν μη αμάρτω», ταύτα φημί (όσα δηλονότι τω προκειμένω σκοπώ συνετέλουν) αναπεμπάσας και μνημονεύσας, κατά την υπό των Πλατωνικών καλουμένην αναζωγράφησιν, τω ρυπώδει τουτωϊ Συμβουλευτικώ ενεχάραξα». Δια να τον ανακουφίση ολίγον εκ των στερήσεων της ερημικής ζωής ο Ιερόθεος του έστειλεν εις Σκυροπούλαν τροφάς, ενδύματα και σκεπάσματα, άτινα ευχαρίστων εδέχθη ο θείος Πατήρ. Κατά το 1783 επανήλθεν εις Άγιον Όρος και έλαβε το μέγα και αγγελικόν σχήμα παρά του οσιωτάτου Γέροντος Δαμασκηνού Σταυρουδά. Μετά πάροδον ολίγου καιρού εγκατεστάθη οριστικώς εις αγορασθείσαν καλύβην, ευρισκομένην άνωθεν του Κυριακού της Σκήτης του Παντοκράτορος, την λεγομένην του Θεωνά. Εν αυτή μετά εν έτος προσέλαβεν ως υποτακτικόν τον συμπολίτην αυτού Ιωάννην, μετονομασθέντα δια του αγγελικού σχήματος Ιερόθεον, όστις και υπηρέτησεν αυτόν επί έξ έτη. Ησυχάζων και εργαζόμενος εκεί το μέλι της αρετής, και καταλαμπόμενος υπό του φωτός του Αγίου Πνεύματος, συνέγραφε συνεχώς και εδίδασκε δια των σοφών και μελισταγών λόγων και πνευματικών νουθεσιών τους προσερχομένους αδελφούς, εκ των οποίων πλείστοι κατώκησαν εις τας πέριξ Καλύβας, δια να βλέπουν το χάριεν αυτού πρόσωπον και ακούουν την ουράνιον διδασκαλίαν του, διότι ως ελκύει ο μαγνήτης τον σίδηρον, ούτως είλκυε τους πάντας η επανθούσα χάρις εν τω Αγίω Νικοδήμω. Εκεί τη προτροπή του δια δευτέραν φοράν ελθόντος εις Άγιον Όρος, εν έτει αψπδ΄ (1784), αγαπητού του Μητροπολίτου Κορίνθου Αγίου Μακαρίου διώρθωσε και ητοίμασε προς έκδοσιν τα συγγράμματα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Επίσης συνέθεσε το «Εξομολογητάριον», συνέλεξε και εκαλλώπισε το «Θεοτοκάριον», ομοίως τον «Αόρατον πόλεμον», το «Νέον Μαρτυρολόγιον» και τα «Πνευματικά Γυμνάσματα». Βιβλία πλήρη χάριτος θείας και ουρανίου σοφίας, διδάσκοντα αποχήν αμαρτίας και ειλικρινή μετάνοιαν, τους ποικίλους τρόπους προς απόκρουσιν των καθ’ ημών επιθέσεων του μισοκάκου εχθρού και τας ιεράς γυμνασίας της κατ’ ευσέβειαν πολιτείας. Κατ’ αυτόν τον καιρόν, τη προτροπή του σοφού διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου, διδάσκοντος τότε εν Θεσσαλονίκη, και του Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως Λεοντίου, περισυνέλεξεν εκ των βιβλιοθηκών του Αγίου Όρους και ητοίμασε προς έκδοσιν τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «μετά πολλού κόπου και εν τρισίν όλοις τεύχεσιν απαρτίσας, και πλείσταις σημειώσεσιν, ως έθος αυτώ, προσεπαυξήσας και κατακαλλύνας απέστειλεν εις Βιέννην δια να τυπωθώσιν εις το τυπογραφείον των αδελφών Μαρκίδου Πουλίου». Δυστυχώς όμως τα πολύτιμα αυτά χειρόγραφα απωλέσθησαν. Διότι το τυπογραφείον αυτό κατεστράφη και διηρπάγη υπό των Αυστριακών, εξ αιτίας μερικών επαναστατικών προκηρύξεων, κατ’ άλλους μεν του Ρήγα του Φεραίου, κατ’ άλλους δε του Ναπολέοντος, προς Έλληνας, αι οποίαι είχον τυπωθή εκεί. Μεταξύ των διαρπαγέντων υπό της εξουσίας και κατακρατηθέντων αντικειμένων ήσαν και τα χειρόγραφα του Οσίου Νικοδήμου. Όταν δε ο εν Θεσσαλονίκη πρόκριτος Νάνος Καυτάτζογλου έμαθε παρά των εν Βιέννη ομογενών την απώλειαν των ιερών αυτών συγγραμμάτων, την κατέστησε γνωστήν εις τον θείον Νικόδημον, ο οποίος «κλαίων και οδυρόμενος», ως λέγει ο «παράδελφός» του Ευθύμιος, «δεν ηθέλησε να σταθή μίαν ώραν εις την καλύβαν του». Απήλθε δε εις το κελλίον των λίαν αγαπητών του αδελφών Σκουρταίων, δια να εύρη παρ’ αυτών παρηγορίαν. Τοσούτον ελυπήθη ο μακάριος δια την απώλειαν των εν λόγω θαυμαστών αυτών συγγραμμάτων, αναλογιζόμενος οίου καλού θα εστερούντο οι ευσεβείς Χριστιανοί. Μετά ταύτα ήλθεν εις Άγιον Όρος ο διδάσκαλος Ιερομόναχος Αγάπιος εκ Δημητσάνης Πελοποννήσου, μετά του οποίου συμφωνήσας ο θείος Νικόδημος, αποβλέπων εξ ολοκλήρου εις την ωφέλειαν του πλησίον, ήρχισε την εργασίαν δια την συστηματικήν κατάταξιν και ερμηνείαν των ιερών της Εκκλησίας Κανόνων, απαραίτητον προς οδηγίαν και φωτισμόν των ιερωμένων αλλά και παντός ευσεβούς. Το πολύτιμον αυτό σύγγραμμα, το οποίον, βοηθούμενος και υπό του ανωτέρω ιεροδιδασκάλου Αγαπίου, μετά πολλών κόπων έφερεν εις πέρας, το ωνόμασε «Πηδάλιον», ως κυβερνών και κατευθύνον την Εκκλησίαν του Χριστού, είναι δε πεπλουτισμένον, πλην της ερμηνείας εκάστου κανόνος, δια πλήθους σχολίων και σημειώσεων, προς ακριβή γνώσιν του κανονικού δικαίου και του πνεύματος των ιερών Κανόνων. Αμέσως μετά το πέρας του έργου τούτου το απέστειλεν ο θείος πατήρ δια του Αγαπίου εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να εγκριθή υπό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μετά εν έτος ο Πατριάρχης Νεόφυτος, λαβών «την καλήν περί του βιβλίου μαρτυρίαν» και παρά των εν Χίω ευρισκομένων Αγίου Μακαρίου Κορίνθου και Αθανασίου του Παρίου, προς ους είχε στείλει το βιβλίον, ζητών και εκείνων την έγκρισιν, έδωσε την Συνοδικήν έγκρισιν και δια του Αγίου Μακαρίου το επέστρεψεν εις τον θείον Νικόδημον. Αλλ’ ούτος ο μακάριος, πάμπτωχος καθώς ήτο, δεν ηδύνατο ποτέ να εκδώση το Πηδάλιον, όπως άλλωστε και τα άλλα βιβλία του. Δια τούτο έγινεν έρανος μεταξύ των Μοναχών του Αγίου Όρους, τα δε συλλεγέντα χρήματα μετά των χειρογράφων εδόθησαν εις τον αρχιμανδρίτην Θεοδώρητον τον εξ Ιωαννίνων, παρακληθέντα να φροντίση δια την εκτύπωσιν του Πηδαλίου εν Βενετία. Αλλ’ εδώ νέα πικρία επεφυλάσσετο δια τον ιερώτατον άνδρα Όσιον Νικόδημον. Ο Θεοδώρητος απεδείχθη, κατά τον χαρακτηριαμόν του Ευθυμίου, «δόλιος» και «ψευδάδελφος». Διότι εκ των επεξηγηματικών σημειωμάτων και σχολίων του θείου Πατρός εν αυτώ προς τους Κανόνας, άλλα μεν αυθαιρέτως αφήρεσεν, άλλα ηλλοίωσε και τινα ιδικά του προσέθεσεν, εις υποστήριξιν πεπλανημένων δοξασιών και ξένων και οθνείων προς το πνεύμα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας φρονημάτων, παραποιήσας και καταστρέψας το έργον εις δεκαοκτώ και πλέον σημεία. Όταν ο ιερός Νικόδημος είδε την παραποίησιν και διαστρέβλωσιν ταύτην, προς βλάβην των ευσεβών Χριστιανών, κατεθλίβη και επικράνθη μεγάλως. Δεν ηδύνατο εκ τούτου να εύρη ησυχίαν, και έλεγε μετά δακρύων εις τους αδελφικούς του φίλους Σκουρταίους, ότι «το είχε κάλλιον πολλάκις να τον εκτύπα (ο Θεοδώρητος) εις την καρδίαν με μάχαιραν, παρά να προσθέση ή αφαιρέση εις το βιβλίον του». Ελυπείτο ο μακάριος βαθύτατα, αναλογιζόμενος την βλάβην και τον σκανδαλισμόν ον θα προεξένουν εις τας ευσεβείς ψυχάς αι ετεροδιδασκαλίαι αύται εις εν τοιούτον Κανονικόν βιβλίον. Μετά το συμβάν τούτο παρέμεινεν εις το κελλίον των Σκουρταίων επί δύο μήνας, μετέπειτα δε εκοινοβίασεν εις τον γέροντα Σίλβεστρον Καισαρέα, έχοντα το Παντοκρατορινόν κελλίον «Άγιος Βασίλειος», ένθα και συνέχισε τους πνευματικούς αυτού αγώνας και την γονιμωτάτην συγγραφικήν εργασίαν. Εκεί συνέγραψε την «Χρηστοήθειαν», βιβλίον διδακτικώτατον, διορθούν τα ήθη των ευσεβών Χριστιανών και διδάσκον αποχήν εκ πάσης πλάνης και μαγείας και γοητείας. Επίσης διώρθωσε τα «εγκώμια του επιταφίου». Μετ’ ολίγον καιρόν απεχώρησεν εκ του κελλίου του Αγίου Βασιλείου, λόγω δυσφορίας του υποτακτικού του Γέροντος Σιλβέστρου, και εισήλθεν εις την ΙεράνΜονήν του Παντοκράτορος. Αλλ’ ο έρως της ησυχίας και της ερημικής ζωής, δι’ ης ηξιούτο υψηλών θεωριών, δεν τον αφήκεν ενταύθα επί πολύ. Απεχώρησε της Μονής Παντοκράτορος και εγκατεστάθη εις μικράν ησυχαστικήν καλύβην, απέναντι του κελλίου του Αγίου Βασιλείου, όπου έζη ασκητικώτατα, ως ξένος και πάροικος επί της γης και σαρκοφόρος άγγελος, μη έχων ουδέ τον επιούσιον άρτον, συνετηρείτο δε υπό των πνευματικών και αγαπητών αυτού αδελφών Σκουρταίων. Η ασκητική και ισάγγελος αύτη ζωή του Οσίου διδασκάλου και μεγάλου πατρός Νικοδήμου κατέπληττε τους πάντας. «Η ζωοτροφία του, λέγει ο παράδελφός του Ευθύμιος, ποτέ μεν ήτο ορύζιον νερόβραστον, ποτέ δε νερόμελον· τον δε περισσότερον καιρόν ελαίαι και μουσκεμμένα κουκκιά ήτο το προσφάγιόν του. Οπότε δε του ετύγχανον οψάρια, τα έδιδε κανενός γειτόνου του και τα εμαγείρευε και έτρωγον μαζί. Ομοίως και οι γείτονές του, ηξεύροντες ότι δεν μαγειρεύει, πολλάκις του επήγαινον μαγείρευμα». Οι αδελφοί Σκουρταίοι, βλέποντες την σκληροτάτην ζωήν του, εν τη οποία κατεπονείτο αγωνιζόμενος και συγγράφων, συχνάκις τον εκάλουν να συντρώγη μετ’ αυτών, προς ανακούφισιν του καταπεπονημένου σώματός του. Αλλά και κατά την ώραν του φαγητού, οσάκις ηρωτάτο επί πνευματικών ζητημάτων, «ήρχιζε να λέγη, από δε το λέγειν ελησμονούσε την πείναν, τόσον ώστε πολλάς φοράς τον επρόσταζεν ο μακαρίτης ο Γέροντάς μας να σιωπήση, δια να φάγη». Τόσον ήτο θεόληπτος και θεοφορούμενος και τόσον πολύ ηυφραίνετο η καρδία του εις την μελέτην και ανάλυσιν των θείων λόγων. Εν ταύτη τη Καλύβη εκάθηρε και εκαλλώπισε το «Ευχολόγιον», το δεύτερον «Εξομολογητάριον», ηρμήνευσε τας δεκατέσσαρας Επιστολάς του Αγίου Αποστόλου Παύλου και τας επτά «Καθολικάς», μετέφρασε και εσχολίασε την «Ερμηνείαν των Ψαλμών» Ευθυμίου του Ζυγαδηνού, και τας εννέα Ωδάς, ονομάσας το βιβλίον «Κήπον των χαρίτων». Έργα ογκωδέστατα, περιέχοντα θησαυρόν θεολογικών νοημάτων και ηθικών διδαγμάτων και παντοδαπήν διδασκαλίαν  ευσεβείας, τα οποία μελετών πας ευσεβής καρπούται βελτίωσιν ζωής και αληθή φωτισμόν. Αλλά τι να είπωμεν περί των πειρασμών και διωγμών και συκοφαντιών, τας οποίας υπέστη ο μέγας ούτος της Εκκλησίας φωστήρ; Αγωνιζόμενος τον καλόν της αρετής αγώνα και συγγράφων τη οδηγία του Αγίου Πνεύματος τα ιερά του βιβλία, ποικιλοτρόπως εφθονήθη και επειράσθη τόσον υπό απαιδεύτων και αμαθών ανθρώπων, όσον και υπό των νοητών εχθρών. Και περί μεν των απαιδεύτων και αμαθών αδελφών ουδείς λόγος, διότι ο θείος Πατήρ εθεώρει αυτούς ως γνησίους αδελφούς και μεγάλους ευεργέτας, υπομένων τα πάντα και συγχωρών εκ καρδίας. Οι δε νοητοί εχθροί, μη δυνάμενοι να πειράξουν αυτόν κατ’ άλλον τρόπον, όταν ηγρύπνει και έγραφεν ήρχοντο έξωθεν του παραθύρου του κελλίου του και εψιθύριζον και εθορύβουν, αλλ’ ούτος ενδεδυμένος την χάριν του Αγίου Πνεύματος ουδεμίαν σημασίαν έδιδε, πολλάκις δε εγέλα εις τας ανοήτους και αηδείς αυτών πράξεις. Εν μια νυκτί, ευρισκόμενος ακόμη εις Σκυροπούλαν, ήκουσε ψιθυρισμούς έξω της καλύβης του μετά κρότου δυνατού, νομίσας ότι κατέπεσε τοίχος τις ευρισκόμενος πλησίον της καλύβης, αλλά την πρωϊαν εύρεν αυτόν ως ήτο πρότερον. Και ενταύθα πολλάκις τα όμοια τω συνέβαινον. Ποτέ ηθέλησε να ακούση τι λέγουν και ήκουσεν ευκρινώς την φωνήν: «Αυτός ο γράψας». Ενίοτε δε εκτύπων κατ’ επανάληψιν την θύραν της καλύβης. Όταν εξήγει τον 34ον ψαλμόν εις τον στίχον «Γενηθήτω η οδός αυτών σκότος και ολίσθημα, και Άγγελος Κυρίου καταδιώκων αυτούς», προεξένησαν τόσον κρότον και θόρυβον, ώστε ενόμισεν ότι διήλθεν εκ της καλύβης του στρατός πολύς μετά πατάγου, και ότι κατέπεσεν ο εκεί πλησίον ευρισκόμενος τοίχος. Αλλά ταύτα πάντα ήσαν κατά φαντασίαν, προς εκφοβισμόν του θείου και μακαρίου Πατρός. Αλλ’ ούτος, όστις πρότερον ήτο τόσον δειλός, ως λέγει ο ρηθείς Ευθύμιος, ώστε όταν εκοιμάτο εις το κελλίον αυτού άφηνε την θύραν του δωματίου ανοικτήν δια να λαμβάνη ισχύν τρόπον τινα εκ των παρακειμένων αδελφών, όταν εξήλθεν εις την ησυχίαν τόσον ηνδρειώθη και ενεδυναμώθη υπό της χάριτος του Κυρίου, ώστε πάντα ταύτα και πάσαν άλλην μανιώδη του εχθρού επίθεσιν εθεώρει ως αθύρματα και «βέλη νηπίων». Τοιουτοτρόπως διήνυε τον ανάντη αλλά καλλιστέφανον της ασκήσεως αγώνα ο τρισαριστεύς μέγας Νικόδημος, αντιμετωπίζων πλείστας δυσχερείας και ποικίλους πειρασμούς, εν οις εδοκιμάσθη «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» και έλαμψεν υπέρ ήλιον η δικαιοσύνη αυτού. Κατά τα τελευταία έτη της επιγείου ζωής του, ίσως προς περισσότερον άνετον επίδοσιν εις τας συγγραφάς του και μελέτην των εις διαφόρους Μονάς αποκειμένων χειρογράφων κωδίκων, ίσως και δια να μη επιβαρύνη τα αυτά συνεχώς πρόσωπα με την λιτοτάτην ασκητικήν συντήρησίν του, πιθανόν δε και διότι προσεκαλείτο και παρ’ άλλων αδελφών του Αγίου Όρους, ήλλαξεν επανειλημμένως τόπον παραμονής. Αλλά και κατά τα έτη αυτά ηγωνίσθη ως και πρότερον υπερανθρώπως, γράφων και κινούμενος εν τω ενδυναμούντι αυτόν Χριστώ και λέγων μετά Παύλου· «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Επτά έτη προ της μακαρίας μεταστάσεώς του είχεν ως αντιγραφέα των έργων του τον Μοναχόν Κύριλλον, αδελφόν το πρώτον της εν Ευρυτανία Μονής Προυσσού, και επί δέκα εννέα έτη Ιερομόναχον εν Αγίω Όρει. Εις κτηματολόγιον της Ιεράς Μονής Προυσσού, εις την σελίδα 925, ο εν λόγω Ιερομόναχος Κύριλλος γράφει τα εξής: «των δέκα εννέα ετών, όπου κατά το Άγιον Όρος ησύχαζον, επτά έτη εξ αυτών διήλθον υπό την υποταγήν του αοιδίμου τούτου ανδρός, καλλιγραφία χρώμενος, όθεν και των αυτού ποιημάτων τα πλείστα ιδίαις χερσί καλλιέγραψα». Παραθέτει δε κατάλογον δέκα επτά εκδεδομένων έργων του Αγίου Νικοδήμου, και πενήντα οκτώ ανεκδότων,  δια τα οποία λέγει· «ταύτα εισιν άπερ ιδίοις όμμασιν είδον, και δια της επιταγής του ιδίου ανδρός αντέγραψα…. αωιε΄ μαρτ. η΄εν Πυρσώ». Η φήμη των αρετών και της σοφίας του μεγάλου τούτου Πατρός εξήλθε ταχέως και διεδόθη πανταχού, και πλείστοι πανταχόθεν έχοντες πνευματικήν ανάγκην συνέρρεον προς αυτόν, δια να εύρωσι ψυχικήν παρηγορίαν, ως διηγείται ο παράδελφός του Ευθύμιος· «όλοι οι πληγωμένοι εκ των αμαρτιών άφησαν τους Αρχιερείς και πνευματικούς, και όλοι έτρεχον εις τον ρακενδύτην Νικόδημον, δια να εύρουν την ιατρείαν των και παραμυθίαν των θλίψεών των, όχι μόνον από τα Μοναστήρια και Σκήτας και κελλία, αλλά και πολλοί Χριστιανοί ήρχοντο από διαφόρους χώρας, να ιδούν και παρηγορηθούν εις τας θλίψεις των από τον Νικόδημον». Η συνεχής όμως και τόσον γόνιμος αύτη εργασία, η έντονος εξ άλλου προθυμία του να καθοδηγή δια πνευματικών συνομιλιών και συμβουλών και παραινέσεων τόσον τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, όσον και τους έξωθεν πανταχόθεν συρρέοντας Χριστιανούς, και επί τούτοις η σύντονος δια αενάων προσευχών, αγρυπνιών και λοιπών ασκητικών καμάτων επίδοσίς του εν τη μακαρία κατά Χριστόν ζωή, έκαμψαν την αντοχήν του σώματός του και εκλόνισαν την υγείαν του, οπότε ηναγκάσθη να καταφύγη εις το κελλίον του ζωγράφου Κυπριανού. Ενταύθα, παρ’ όλους τους κόπους και τας ασθενείας του σώματός του, εξηκολούθει τους τιμίους αγώνας ως καλός της αληθείας αγωνιστής, άνω έχων το φρόνημα, και τα άνω ποθών και ζητών νύκτα και ημέραν. Κατά δε τα τελευταία έτη της μακαρίας ζωής του συνέταξε τον τρίτομον «Συναξαριστήν», ηρμήνευσε και ανέλυσεν εις ογκώδες θεολογικώτατον βιβλίον, «Εορτοδρόμιον» επικαλούμενον, τους ασματικούς Κανόνας των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, επίσης και εις άλλο βιβλίον επιγραφόμενον «Νέα Κλίμαξ» τους αναβαθμούς της Οκτωήχου. Έργα θαυμαστά και ως ειπείν «θεοπαράδοτα», αποπνέοντα την μυστικήν ευωδίαν της πολυποικίλου σοφίας του Αγίου Πνεύματος, της οποίας έμψυχον θησαυροφυλάκιον υπήρχεν. Εν τέλει συνέταξεν «Ομολογίαν της εαυτού πίστεως» εις αναίρεσιν ανευλαβών και ασυστάτων κατηγοριών, αι οποίαι είχον διατυπωθή υπό τινων φθονερών και κακοβούλων Μοναχών του Αγίου Όρους κατά του μεγίστου τούτου εν αρετή και περιβλέπτου εν σοφία. Αλλ’ τιςνα διηγηθή τας διαβολάς, τας θλίψεις και τους πειρασμούς του μακαρίου Νικοδήμου υπέρ των υγιών και αληθών της Εκκλησίας ημών παραδόσεων; Υπέρ αυτών ηγωνίσθη καρτεροψύχως, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν δια την τήρησιν αυτών και μάλιστα δια την τέλεσιν των μνημοσύνων των τεθνεώτων κατά την ημέραν του Σαββάτου, καθώς ώρισεν απ’ αρχής η Αγία ημών Εκκλησία, και δια την αναζωογόνησιν μιας αληθούς πνευματικής ζωής μεταξύ των Μοναχών του Αγίου Όρους και του λοιπού Ορθοδόξου πληρώματος. Λόγω τούτου κατεδιώχθη αμειλίκτως ο δίκαιος υπό των «ψευδαδέλφων» υποκρινομένων ευλάβειαν, και εσυκοφαντήθη απηνώς «υπό χειλέων αδίκων λαλούντων αδικίαν εν υπερηφανεία και εξουδενώσει», ως οι Μεγάλοι της Εκκλησίας ημών Πατέρες Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Χρυσόστομος, Άγιος Φώτιος, των οποίων μιμητής και ζηλωτής και κατά τον λόγον εφάμιλλος ετύγχανε. Τότε δια την συνείδησιν των απλουστέρων αδελφών ηναγκάσθη να γράψη την, ως ανωτέρω είπομεν, «Ομολογίαν», η δε Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους υπεραμυνομένη της αθωότητος και δικαιοσύνης του μεγάλου διδασκάλου εξέδωκεν εγκύκλιον επιστολήν, σφοδρώς ελέγχουσα και επιτιμώσα τους τα ζιζάνια σπείροντας εν τω νοητώ της Εκκλησίας αγρώ. Όλη η αγία ζωή του Οσίου πατρός ηναλώθη εις υψηλούς πνευματικούς αγώνας και εις συγγραφήν ιερών βιβλίων. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος, η οποία ενώκει εις την καθαράν καρδίαν του, έρρεε και εχύνετο άφθονος εκ του στόματός του, ως από πηγής πλουσίας, ευφραίνουσα πάντας. Μίαν και μόνην φροντίδα και έννοιαν έσχε καθ’ όλην την οσίαν ζωήν του, την εξυπηρέτησιν του θείου θελήματος και την ωφέλειαν του πλησίον. Και εις αμφότερα ανεδείχθη καθ’ όλα απαράμιλλος, και των πάλαι Αγίων ισοστάσιος και χαρακτήρ. Εδέχθη παρά Κυρίου το τάλαντον, και ηύξησεν αυτό μυριοπλασίως, ως ευγνώμων δούλος και πιστός θεράπων. Έζησεν ως Άγγελος, και υπήρξεν Όσιος και Άγιος, και θεόσοφος θεολόγος, ταμείον ακένωτον του Παρακλήτου, θεοειδής και φωτεινός πνευματικός σύμβουλος από του Πατριάρχου μέχρι του απλουστέρου πιστού, ακτινοβολών την χάριν του Χριστού, δόξα της Εκκλησίας και μέγα καύχημα του Αγιωνύμου Όρους. Ήτο τον τρόπον απλούς και ανεξίκακος, το ήθος γλυκύς και χαρίεις, ακτήμων, πράος και ταπεινότατος. Η ταπείνωσίς του ήτο βαθυτάτη έργω και λόγω. Οσάκις ομιλεί περί εαυτού λέγει: «Εγώ ειμι το έκτρωμα». «Εγώ ειμι ο τεθνηκώς κύων», «Εγώ ειμι το ουδέν», «ο κεχριαίος», «ο άσοφος, ο απαίδευτος». Αντί υποδημάτων έφερε πάντοτε «τσαρούχια». Δεν είχε δεύτερον ράσον, αλλ’ ούτε μόνιμον, ως ανωτέρω είδομεν, κατοικίαν. Κατοικία του θεοφόρου διδασκάλου ήτο όλον το Άγιον Όρος, εξ ου έλαβε και την κατ’ εξοχήν επωνυμίαν Αγιορείτης. Διανύων το τελευταίον στάδιον της επιγείου ζωής του, και αισθανόμενος τον εαυτόν του περισσότερον καταβεβλημένον, επανήλθεν εις το κελλίον των αγαπητών του Σκουρταίων, όπου και εδέχθη τας αδελφικάς εκείνων περιποιήσεις. Ήγγιζε πλέον η εκ του κόσμου τούτου αποδημία αυτού, διότι η υγεία του, λόγω των πολλών κόπων, είχε κλονισθή ανεπανορθώτως. Ο οργανισμός είχεν εξαντληθή. Οι οδόντες του είχον πέσει. Η ακοή του είχε γίνει βαρεία. Μετά δυσκολίας εκινείτο. Την 5ην Ιουλίου του 1809 επεσκέφθη, χάριν αναψυχής, την Ιεράν Μονήν Κουτλουμουσίου. Οι Πατέρες περιχαρείς εδέχθησαν τον θείον διδάσκαλον, και περί την εσπέραν απερχόμενον απεχαιρέτησαν αυτόν μετά σεβασμού και πολλής ευλαβείας, προπέμψαντες εις το κελλίον των Σκουρταίων, με την ελπίδα ότι πάλιν θα τον έβλεπον εις την Μονήν των. Αλλά δεν τον επανείδον εκεί. Διότι, κατά την εσπέραν της ημέρας, καθώς κατήρχετο του ημιόνου έξω του κελλίου προσεβλήθη υπό ημιπληγίας. Και όπως διηγείται ο Ευθύμιος, «επιάσθη η δεξιά του χειρ, την δε άλλην ημέραν επιάσθη η γλώσσα του, και βρέχων αυτήν με το νερόν ωμίλει ολίγον και μετ’ ολίγον πάλιν επιάνετο». Προησθάνετο ο θείος Πατήρ ότι εγγίζει πλέον το ποθητόν τέλος και έχαιρε, διότι και αυτός, κατά το παράδειγμα του θεηγόρου Παύλου, «επεθύμει αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Προετοιμαζόμενος δια την εντεύθεν αποδημίαν ο θείος Πατήρ, έκαμε γενικήν εξομολόγησιν, εζήτησε και ετέλεσεν Ευχέλαιον, και καθημερινώς μετείχε των Αχράντων Μυστηρίων. Την 13ην Ιουλίου εβάρυνεν ακόμη περισσότερον η κατάστασίς του. Με μόλις ακουομένην φωνήν απηύθυνε, με μικράς διαλείψεις, θερμήν προσευχήν προς τον Χριστόν, ειπών εις τους παρεστώτας αδελφούς· «Δεν μπορώ, Πατέρες μου, να προσευχηθώ νοερώς, και προσεύχομαι με το στόμα». Ηυχαρίστει συνεχώς τους αδελφούς δια την αγάπην και τους κόπους, εις τους οποίους είχον υποβληθή και υπεβάλλοντο δι’ αυτόν. Κρατών δε εις τας οσίας χείρας του τα τίμια λείψανα του Αγίου Μακαρίου Κορίνθου και του Οσίου Ιερομονάχου Παρθενίου Σκούρτα εψιθύριζε: «Σεις ήλθετε εις τον ουρανόν και αναπαύεσθε δια τας αρετάς όπου εκατορθώσατε εις την γην, και ήδη κατατρυφάτε την δόξαν του Κυρίου μας, και εγώ πάσχω εξ αμαρτιών μου. Διο, παρακαλώ σας, Πατέρες μου, ικετεύσατε τον Κύριόν μας, να ελεήση και εμέ και να με αξιώση αυτού, όπου είσθε σεις». Τοιουτοτρόπως διήλθεν ολόκληρον την ημέραν. Την νύκτα εβάρυνε περισσότερον. Εζήτησε και εκοινώνησε πάλιν. Εσταύρωσε τότε τας χείρας, ήπλωσε τους πόδας, ηρέμησε πλήρως, και συνεχώς προσηύχετο, εις ερώτησιν δε των παρισταμένων αδελφών: «διδάσκαλε, ησυχάζεις»; Εκείνος ηρέμα απήντησε: «Τον Χριστόν έβαλα μέσα μου, και πώς να μη ησυχάσω»; Περιστοιχιζόμενος υπό αγαπητών αδελφών, τον Κύριον ημών και τα ουράνια αγαθά συνεχώς φανταζόμενος, και εν υπερτάτη γαλήνη, τη 14η Ιουλίου, ημέρα Τετάρτη του έτους 1809, εν ηλικία 60 ετών, παρέδωκε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ζώντος, τον Οποίον εκ νεότητος ηγάπησε και Αυτώ εαυτόν αφιέρωσε. Και, όπως πάλιν ιστορεί ο Ευθύμιος, «ανατέλλοντος του ηλίου εις την γην, εβασίλευσεν ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Έλειψεν ο στύλος ο οδηγών τον νέον Ισραήλ εις την ευσέβειαν, εκρύφθη η νεφέλη η δροσίζουσα τους τηκομένους τω καύσωνι των αμαρτιών, επένθησαν οι φίλοι και όλοι οι Χριστιανοί, εκ των οποίων εις Χριστιανός, αν και αγράμματος, είπε τοιούτον λόγον: Πατέρες μου, καλλίτερον ήτο να απέθνησκον σήμερα χίλιοι Χριστιανοί και όχι ο Νικόδημος». Το πανόλβιον σώμα του θεοφόρου Πατρός και Αγίου διδασκάλου ετάφη εις το εν Καρυαίς Λαυριωτικόν Κελλίον των Σκουρταίων, ένθα οσίως εκοιμήθη. Ενταύθα, εν τω αυτώ κελλίω, φυλάσσεται ήδη ευλαβώς η τιμία κάρα του, θείαν ευωδίαν αγιότητος αποπνέουσα και αγιάζουσα τους μετά πίστεως προσκυνούντας αυτήν. Μεγάλως ελύπησε τους πάντας ο θάνατος του Αγίου Νικοδήμου, τόσον τους εν Αγίω Όρει Μοναχούς, όσον και τους εν τω κόσμω ευσεβείς Χριστιανούς, και πάντες εθρήνησαν την μετάστασιν αυτού, διότι ήτο κοινός απάντων διδάσκαλος και παρήγορος, και μάλιστα κατά τους χαλεπούς και ζοφερούς της δουλείας χρόνους. Αλλ’ η μακαρία αυτού ψυχή συνηριθμήθη μετά των Οσίων και θεολόγων και διδασκάλων και πάντων των Αγίων, ως Οσίου και θεολόγου και διδασκάλου και Αγίου. Ήδη δε απολαύων της αιωνίου χαράς, εν τω φωτί της δόξης του Κυρίου, εν τη Εκκλησία των πρωτοτόκων, εν ταις λαμπρότησι των Αγίων, βλέπει ανακεκαλυμμένως, πρόσωπον προς πρόσωπον,  όπερ πρότερον εν εσόπτρω και αινίγμασι και σκιαίς εώρα, και θεούται κατά θείαν μέθεξιν, και πρεσβεύει πάντοτε υπέρ του Αγιωνύμου Όρους και παντός του Ορθοδόξου Χριστιανικού πληρώματος, ως συμπαθέστατος πάντων πατήρ και διδάσκαλος. Aλλ’, ω Πάτερ μου, Πάτερ θεόπνευστε και οικουμενικέ της αληθείας διδάσκαλε, εξαίρετον του Αγιωνύμου Όρους καύχημα, φαεινότατε εωσφόρε της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Πανόσιε και Πανάγιε Νικόδημε· δίδου ημίν φωτισμόν ταις πρεσβείαις σου προς εκπλήρωσιν του θείου θελήματος, κατεύθυνον τα διαβήματα ημών προς τας τρίβους της εναρέτου ζωής, επισκίασον ημάς τη χάριτί σου, και συνέτισον ημών τον νουν του συνιέναι τας θεοσόφους διδαχάς σου, ίνα εν αυταίς εύρωμεν μετάνοιαν, ίασιν, χαράν, ειρήνην, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πραότητα, αγάπην, και ει τι αγαθόν και καλόν και σωτήριον, και εν τέλει ζωήν αιώνιον, οι ειλικρινώς αγαπώντες σε και καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν επικαλούμενοι την πατρικήν σου χάριν και βοήθειαν. Και πρέσβευε πάντοτε προς Κύριον υπέρ πάντων ημών. Αμήν.


Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Ο Άγιος ΙΩΣΗΦ ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος ΙΩΣΗΦ ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και ομολογητής, ο και αδελφός του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, εν ειρήνη τελειούται.                                                      

Ιωσήφ ο μακάριος Πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους Λέοντος Ε΄ του εικονομάχου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωιγ΄ -- ωκ΄ (813 – 820) υιός υπάρχων γονέων ευσεβών, Φωτεινού και Θεοκτίστης ονομαζομένων, αδελφός δε του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Ούτος δια την αξιέπαινον αυτού πολιτείαν, κοινή ψήφω έγινεν Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης· διατρίψας δε εκεί πολύν χρόνον, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά βασιλικήν προσταγήν. Παρασταθείς δε μετά του αδελφού του Αγίου Θεοδώρου ενώπιον του βασιλέως, και μη φοβηθείς αυτόν μηδέ πεισθείς να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, του αυταδέλφου του Αγίου Θεοδώρου εξορισθέντος δια τρίτην φοράν εις την λίμνην της εν Βιθυνία Απολλωνιάδος, ο μακάριος ούτος Ιωσήφ πρώτον μεν εδοκίμασε διαφόρους φυλακίσεις και κακοπαθείας, είτα εξορίσθη εις τινα νήσον. Έπειτα πάλιν αναγκασθείς υπό του μετά ταύτα βασιλεύσαντος δυσσεβούς Θεοφίλου να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, επειδή και πάλιν τα αυτά απελογήθη ως και πρότερον, δια τούτο εδοκίμασε μεγαλυτέρας και δεινοτέρας ή πρότερον κακοπαθείας, και εκλείσθη εις φυλακάς σκοτεινοτέρας των πρώτων, εις τας οποίας πολλάς και ανυποφόρους βασάνους υπέμεινεν ο μακάριος, όστις και την προτέραν ζωήν του είχε διέλθει χωρίς την ελαχίστην άνεσιν. Όθεν ταλαιπωρηθείς με πείναν και δίψαν και πάσαν άλλην θλίψιν, απήλθε προς την αιωνίαν ζωήν και ανάπαυσιν. 

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Ονήσιμος ο θαυματουργός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών και θαυματουργού ΟΝΗΣΙΜΟΥ.                                  

Ονήσιμος ο Άγιος πατήρ ημών, άλλος ων από τον Απόστολον Ονήσιμον, τον μαθητήν του Αποστόλου Παύλου, και άλλος από τον Μάρτυρα Ονήσιμον, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει τγ΄ (303), καταγόμενος εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, εκ κώμης Καρυϊνης ονομαζομένης· άδεται δε, ότι οι γονείς τούτου έλαβον παρά θείου Αγγέλου το άγιον Βάπτισμα και ευηγγελίσθησαν περί της γεννήσεως τούτου του Αγίου, και ότι μέλλει να ονομασθή ο υιός των Ονήσιμος. Ούτος εκ νεαράς ηλικίας, καταλιπών τους γονείς του, απήλθεν εις εν Μοναστήριον της Εφέσου, εις το οποίον εμόναζον οκτακόσιοι Μοναχοί, οι δε γονείς του τοσούτον έκλαυσαν και εθρήνησαν δια την στέρησίν του, ώστε εκ των πολλών δακρύων απετυφλώθησαν. Επειδή δε δια τον διωγμόν του Διοκλητιανού εγκατέλιπον οι Μοναχοί το Μοναστήριον εκείνο και ανεχώρησαν, ανεχώρησε και ο Άγιος και διήλθεν από την οικίαν των γονέων του, δεν εγνωρίσθη όμως εις αυτούς, αλλά γράψας εις χαρτίον με συντομίαν τα περί εαυτού, το απέθεσεν εις το παράθυρον της οικίας· αυτός δε απελθών εις την Μαγνησίαν ίδρυσε Μοναστήριον, εκεί δε καλέσας τους γονείς του ιάτρευσε τους οφθαλμούς αυτών. Όθεν διανύσας θεαρέστως το υπόλοιπον της ζωής του, προς Κύριον εξεδήμησε. 

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Ιούστος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΙΟΥΣΤΟΥ.                                                                            

Ιούστος ο Άγιος, Ρωμαίος ων, ήτο στρατιώτης τεταγμένος εν τοις Νουμέροις υπό τον Κλαύδιον Τριβούνον, επανερχόμενος δε ποτε εκ του κατά των βαρβάρων πολέμου, τους οποίους επολέμησε μετά των συστρατιωτών του, και ελθών εις έκστασιν, βλέπει ένα σταυρόν κρυσταλλοειδή, εκ του οποίου εξήλθε φωνή, διδάξασα αυτόν το της ευσεβείας Μυστήριον. Όθεν μεταβάς εις Ρώμην, διεμοίρασε την περιουσίαν του εις τους πτωχούς, κατ’ ιδίαν δε ευρισκόμενος ηυφραίνετο δια την απόκτησιν της πίστεως του Χριστού. Αφού δε έγινε γνωστόν εις τον Τριβούνον Κλαύδιον, ότι ο Άγιος επίστευσεν εις τον Χριστόν, έλαβεν αυτόν εκείνος και τον συνεβούλευε να λυπηθή την νεότητά του και να αρνηθή την πίστιν του Χριστού· επειδή όμως δεν ηδυνήθη να τον πείση, έστειλεν αυτόν με γράμματα εις τον ηγεμόνα Μαγνέντιον. Ο δε ηγεμών, ερωτήσας τον Μάρτυρα και ευρών αυτόν επιμένοντα εις τον Χριστιανισμόν, προσέταξε να τον δείρωσιν ισχυρώς με ωμά βούνευρα, έπειτα να βάλωσιν εις μεν την κεφαλήν του περικεφαλαίαν σιδηράν πεπυρακτωμένην, εις δε τας μασχάλας του σφαίρας σιδηράς διαπύρους και εις τας χείρας του να προσαρμόσωσιν άλλας χείρας σιδηράς και ούτω να απλώσωσιν αυτόν επί πεπυρακτωμένης εσχάρας. Ταύτα πάντα υπέμεινε γενναίως ο Άγιος δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν· ύστερον δε ριφθείς εις κάμινον, εκεί παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, χωρίς να καή ούτε μία των τριχών του. Τελείται δε η αυτού σύναξις και εορτή εν τω Ορφανοτροφείω. 

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Απόστολος Ακύλας

Τη ΙΔ΄ (14η) του αυτού μηνός του Αγίου Αποστόλου ΑΚΥΛΑ.                                                                  

Ακύλας ο Άγιος Απόστολος ήτο κατά τους χρόνους των Αγίων Αποστόλων εις αυτόν δε αναφέρονται οι έπαινοι του Ευαγγελιστού Λουκά εν ταις Πράξεσιν, εν κεφαλαίω ιβ: 2. Φιλοξενήσας δε ούτος τον Απόστολον Παύλον και χρηματίσας μαθητής του εν έτει μθ΄ (49), υπ’ αυτού εδιδάχθη τα θεία, και την πλάνην του διαβόλου αποστραφείς, έγινε κήρυξ και Μάρτυς των του Χριστού παθημάτων, παρ’ ου έλαβε και τον άφθαρτον στέφανον. 

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Η Μάρτυς Μαρία η πρώην ονομαζομένη Γολινδούχ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΓΟΛΙΝΔΟΥΧ της εκ Περσίδος, της μετονομασθείσης ΜΑΡΙΑΣ.                                                                                                                           

Μαρία η ένδοξος Μάρτυς του Χριστού, η πρώην ονομαζομένη Γολινδούχ, κατήγετο εκ της Περσίας, έχουσα άνδρα αρχιμάγον, κατά τους χρόνους Χοσρόου μεν του βασιλέως Περσών, Μαυρικίου δε του βασιλέως Ρωμαίων εν έτει φπδ΄ (584). Ελθούσα δε εις έκτασιν, βλέπει Άγγελον Θεού, όστις έδειξεν εις αυτήν τόπον σκοτεινόν και πλήρη πυρός, εντός του οποίου είδε τους προγόνους της, οι οποίοι ελάτρευσαν τα είδωλα. Έδειξε δε εις αυτήν και άλλον τόπον φωτεινόν, εντός του οποίου ηυφραίνοντο και εχόρευον οι του Χριστού λάτραι· θέλουσα δε και αυτή να εισέλθη εντός του φωτεινού εκείνου τόπου, ημποδίζετο υπό του φαινομένου Αγγέλου, όστις έλεγεν εις αυτήν, ότι εις τον τόπον εκείνον δεν δύνανται να εισέλθουν οι άπιστοι. Ευθύς λοιπόν, μετά την οπτασίαν εκείνην, συνελθούσα εις εαυτήν η μακαρία, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη, μετονομασθείσα Μαρία. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην καταδικασθείσα υπό τε του ανδρός της και του βασιλέως των Περσών, εξωρίσθη εις το φρούριον το καλούμενον της Λήθης. Εις το φρούριον αυτό διήλθεν η αοίδιμος δεκαοκτώ έτη σκληρώς βασανιζομένη· επειδή δε δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, ερρίφθη εις λάκκον εντός του οποίου υπήρχε δράκων, όστις επροξένει μέγαν φόβον εις τους πλησιάζοντας. Εκεί η Αγία διελθούσα τέσσαρας μήνας τοσούτον ημέρωσε τον δράκοντα, ώστε ούτος εστηρίζετο επ’ αυτής και ανεπαύετο· εις το διάστημα δε εκείνο δεν έδωκαν εις την Αγίαν να φάγη. Όθεν έλαβε χάριν παρά Θεού να μη ενοχλήται πλέον εκ της πείνης, μηδέ να χρειάζηται ανθρωπίνην τροφήν. Έπειτα εξήγαγον την Μάρτυρα εκ του λάκκου, και παραστήσαντες αυτήν εις τον υιόν του Χοσρόου, την έδειραν τόσον δυνατά, ώστε εκ του δαρμού εσχίσθη ο μαστός της. μετά ταύτα έβαλον την κεφαλήν της Αγίας εντός σάκκου πλήρους τέφρας εκ καμίνου, ούτω δε κατεκλείσθη μόνη εντός τινος τόπου. Διαφυλαχθείσα δε αβλαβής υπό της θείας χάριτος, ερρίφθη εις πορνοστάσιον, όπου προσετάχθησαν ασελγείς τινες να ατιμάσωσι το σώμα της Αγίας· εκείνοι δε οσάκις εισήρχοντο, δεν εύρισκον αυτήν, διότι εκρύπτετο παραδόξως καθισταμένη αόρατος και δεν την έβλεπον. Σφραγισθείσα δε η Αγία εις το λαιμόν και φερομένη ίνα αποκεφαλισθή, ελυτρώθη αοράτως υπό θείου Αγγέλου, όστις εξήγαγεν εκ του λαιμού της σώαν την σφραγίδα την οποίαν είχε και παρεκίνησε τον δήμιον να την αφήση και να μη την αποκεφαλίση. Επειδή δε η Αγία ελυπείτο διότι δεν έπαθε δια τον Χριστόν, τούτου ένεκα εφάνη εις αυτήν θείος Άγγελος, κρατών ξίφος εις τας χείρας του, δια του οποίου εκτύπησεν αυτήν εις τον λαιμόν, εφάνη δε ότι την έκοψεν· εκ της τομής δε εκείνης εξήλθεν αίμα το οποίον εκοκκίνησε τα ενδύματά της, και ταύτα πολλάς ιατρείας εποίησαν. Τότε η Αγία απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα, προσκυνήσασα δε τους Αγίους Τόπους, ήλθεν εις τινα Μοναστήρια, εντός των οποίων ευρίσκετο η αίρεσις του μονοφυσίτου Σεβήρου. Προσευχηθείσα δε εζήτησε παρά Θεού να της αποκαλύψη, εάν πρέπη να επικοινωνήση μετ’ αυτών· όθεν βλέπει Άγγελον, ο οποίος εκράτει δύο ποτήρια, το μεν σκοτεινόν, το δε άλλο φωτεινόν, εδείκνυε δε εις αυτήν, ότι το μεν φωτεινόν ποτήριον δηλοί την Καθολικήν Εκκλησίαν, το δε σκοτεινόν την συναγωγήν των αιρετικών. Επειδή δε ο τότε Πατριάρχης των Ιεροσολύμων παρεκάλεσεν αυτήν να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα ευχηθή τους ευσεβείς βασιλείς, απεκρίθη εις αυτόν, ότι εγγίζει η προς Θεόν αυτής εκδημία και μετάστασις. Φθάσασα λοιπόν μεταξύ των τόπων Νιτζίβεως και Λαράς εις τον ευκτήριον Ναόν του Αγίου Σεργίου, εκεί δε ευχαριστήσασα τον Θεόν ησθένησεν ολίγον· είτα ζητήσασα παρά Θεού την σωτηρίαν όλου του κόσμου, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Αυτού. Τελείται δε η αυτής σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν Ναόν του Αγίου Τρύφωνος, ο οποίος κείται πλησίον της Αγίας Ειρήνης της παλαιάς και νέας. 

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Η Αγία ΒΕΡΟΝΙΚΗ

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΒΕΡΟΝΙΚΗ η αιμορροούσα, ην ιάσατο ο Χριστός, εν ειρήνη τελειούται.                                                                                                                                                       

Βερονίκη η Αγία κατήγετο εκ της Πανεάδος, ιατρευθείσα δε υπό του Κυρίου από το πάθος της αιμορροίας ετεχνούρχησε καλώς, εις ευχαριστίαν της ευεργεσίας, τον ανδριάντα του Κυρίου, στήσασα τούτον προ του οίκου της, ίνα τιμάται σχετικώς και προσκυνήται παρά πάντων· καλώς δε και θεοφιλώς πολιτευσαμένη τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής της, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησεν. 

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο Όσιος ΜΙΧΑΗΛ ο Μαλεϊνος

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΙΧΑΗΛ ο Μαλεϊνος, ο πνευματικός πατήρ του εν Αγίοις Πατρός ημών Αθανασίου του εν τω Άθω, εν ειρήνη τελειούται.                                               

Μιχαήλ ο Όσιος και μακάριος Πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Κωνσταντίνου Ζ΄ μέχρι των χρόνων Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, κατήγετο δε από μίαν χώραν των Καππαδοκών, Χαρσιανόν ονομαζομένην, γεννηθείς από γονείς ευγενείς, ευσεβεστάτους και πλουσίους. Όχι δε μόνον ο πατήρ αυτού, αλλά και ο πάππος του, ο πατήρ του πατρός του, την κλήσιν Ευστάθιος, είχεν αξίωμα και θέσιν λίαν έντιμον και περιφανή, Πατρίκιος το αξίωμα και εις τας στρατηγίας περιφανέστατος. Ομοίως και ο έτερος πάππος του, ο πατήρ της μητρός, την κλήσιν Αδράλεστος, κατείχε το αξίωμα του Πατρικίου πρότερον, έπειτα δ’ έγινε Στρατηλάτης της Ανατολής όλης δια την πολλήν αυτού ανδρείαν και φρόνησιν. Η μάμμη του ήτο συγγενής του βασιλέως Ρωμανού. Ευλαβείς όλοι ούτοι και Ορθόδοξοι, από τους οποίους εγεννήθησαν οι γεννήτορες του Οσίου, Ευδόκιμος και Αναστασώ ονομαζόμενοι, κεκοσμημένοι με πάσαν αρετήν και ευπρέπειαν, εσυγγένευον δε ούτοι με τον βασιλέα Λέοντα, όστις εβασίλευε τότε εις την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά ας έλθωμεν εις την θαυμασίαν του Οσίου γέννησιν, ήτις έγινεν εξ επαγγελίας και προσευχής υιός ωνομάσθη. Ότι δια να γνωρίζη έκαστος από ποίους ανθρώπους εβλάστησεν ο τρισόλβιος, εγράψαμεν ολίγα τινά, αλλ’ όλοι οι συγγενείς του από βασιλικόν αίμα κατήγοντο. Ήτο λοιπόν χρόνους πολλούς η μήτηρ του Οσίου στείρα και άτεκνος. Εκ τούτου ελυπούντο αμφότεροι οι γεννήτορες, ότι παρήλθεν όλη των η νεότης και τέκνον δεν απέκτησαν δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Μετέβαινον πολλάκις εις τας Εκκλησίας και εδέοντο του Θεού να τους δώση τέκνον, αλλά η προσευχή των δεν εισηκούετο. Τέλος μετέβησαν εις ένα Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, όστις ευρίσκεται εις το χωρίον Κουκά, εις του οποίου την εικόνα έχουν οι κάτοικοι πολλήν ευλάβειαν. Ενώπιον ταύτης εδέοντο η Αναστασώ με τον Ευδόκιμον, να τους δώση κληρονομίαν κατά τον πόθον των. Της δεήσεώς των ταύτης επήκουσεν η Θεοτόκος και εφάνη προς τον Εφημέριον της Εκκλησίας, την κλήσιν Μεθόδιον, όταν εκοιμάτο, κρατούσα ωμοφόριον, εις δε την δεξιάν της τρία σουδάρια, τα οποία τον επρόσταξε να δώση της Αναστασούς με ταύτην την συμφωνίαν, να λάβη πάλιν οπίσω η Παναγία από τα τρία εκείνα το εν μανδήλιον. Ευθύς ως εφανέρωσεν ο ιερεύς προς την γυναίκα την όρασιν, έγινεν η πρώην άτεκνος πολύτεκνος και καλλίτεκνος αποκτήσασα κατά την όρασιν τρία τέκνα, το πρώτον δε τέκνον, όπερ εγέννησεν, ωνόμασαν οι γεννήτορες Μανουήλ. Όταν λοιπόν ο Μανουήλ έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, τον ετίμησεν ο βασιλεύς με την αξίαν του Κανδιδάτου. Οι δε γονείς αυτού είχον πόθον πολύν να τον υπανδρεύσουν, κατά την συνήθειαν του κόσμου, να ίδωσιν απογόνους από αυτόν και εζήτουν κόρην πλουσίαν και ωραίαν από βασιλικόν αίμα, ομοίαν αυτού, ίνα υπανδρεύσωσι με γυναίκα τον άσαρκον σχεδόν. Αλλ’ όταν αυτοί συνεφώνουν τους γάμους ως γήϊνοι, τότε ο ουράνιος Πατήρ, όστις ηγίασε τον νέον εκ κοιλίας μητρός, ζηλών εζήλωσε και τον ήρπασε με τούτον τον τρόπον εκ μέσου αυτών. Κατ’ εκείνας τας ημέρας μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν δι’ ανάγκην τινά ο Ευδόκιμος, παραλαβών τον Μανουήλ εις την συνοδείαν του. Έπειτα επέστρεψεν εις τον οίκον του, αφήνων τον νέον εκεί, δια να μάθη ευγενικάς πράξεις εις τα βασίλεια. Μετ’ ολίγον καιρόν απέθανεν ο ευσεβής βασιλεύς Λέων, τον οποίον ο Μανουήλ βλέπων ούτω νεκρόν βασταζόμενον έκλαιε, συλλογιζόμενος του θανάτου το απαραίτητον και έλεγε ταύτα κατά διάνοιαν. Εάν και οι βασιλείς αποθνήσκουν, ποίαν ωφέλειαν λαμβάνω να ευρίσκωμαι εις του κόσμου την ματαιότητα; Κάλλιον να υπάγω εις τόπον ήσυχον, να προσεύχωμαι δια την σωτηρίαν μου. Κλαίων λοιπόν και οδυρόμενος απήλθεν εις μίαν Εκκλησίαν και έκαμε προς τον Κύριον δέησιν, ούτω λέγων: «Δέσποτα, εάν είναι ευάρεστόν Σοι να γίνω Μοναχός, δείξον μοι το θέλημά Σου». Ταύτα είπε κρατών εις τας χείρας το ψαλτήριον. Και ανοίξας αυτό, εύρε τον δέκατον ψαλμόν, εις το σημείον όπου λέγει: «Επί τω Κυρίω πέποιθα· πως ερείτε τη ψυχή μου· μεταναστεύου επί τα όρη ως στρουθίον»; Και τα τούτου συνεχόμενα. Αναγνώσας αυτόν τον στίχον εχάρη, υποσχόμενος εις τον Θεόν να γίνη Μοναχός. Προβάλλων δε πρόφασιν προς τους συγγενείς του, ότι είχεν επιθυμίαν να υπάγη εις τους γονείς του, ανεχώρησε χωρίς να θέλουν από την Κωνσταντινούπολιν, οίτινες, όταν είδον ότι δεν τους ήκουσε να μείνη, του άδωσαν ανθρώπους πολλούς να τον συνοδεύσουν κατά την αξίαν του. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν Γάλλον, όστις ρέει πλησίον του Κυμιναίου όρους, επέρασαν την γέφυραν του Μονοκαμάρου, τότε δε προσέταξε τους ακολουθούντας αυτόν δια υπηρεσίαν του να υπάγουν εις τον πατέρα του, αυτός δε θα ήρχετο βραδύτερον. Κρατήσας δε ολίγους εις την συνοδείαν του, απήλθον εις το χωρίον Κερσίνην, το οποίον κείται εις τους πρόποδας του όρους. Εκεί, καθώς ητοίμαζον οι υπηρέται την τράπεζαν, επήρεν ο Μανουήλ χωρικόν τινα παράμερα και τον ηρώτα, εάν υπήρχεν εκεί πλησίον Μοναχός τις ενάρετος. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Εδώ εις το όρος διαμένει ένας Άγιος Γέρων, Ιωάννης ονομαζόμενος, Ελλαδίτης το επώνυμον, με του οποίου τας νουθεσίας πολλοί σώζονται». Ευθύς ως ήκουσε ταύτα ο Μανουήλ δεν εζήτησε τράπεζαν, αλλά επήρε μόνον ένα, τον πρώτον άνθρωπον του πατρός του, και ανέβησαν εις τον Γέροντα. Πίπτων τότε εις τους πόδας αυτού έκλαιε θερμότατα. Ο δε Όσιος εθαύμασε βλέπων τον στολισμόν των ιματίων, το πλήθος των δακρύων και το νεάζον της ηλικίας του, και τον ηρώτα τις και πόθεν ήτο και την αιτίαν της τοσαύτης θλίψεως. Ο δε απεκρίνατο· «Δεν έχω θλίψιν τινά, πάτερ μου, μόνον ζητώ την σωτηρίαν μου». Λέγει προς αυτόν ο Γέρων· «Μήπως είσαι δούλος τινός, και σου έτυχε συμφορά μεγάλη; Ειπέ την αλήθειαν, ποίος άνθρωπος είσαι και πως και που εύρες αυτά τα πλούσια φορέματα»; Ο δε απεκρίνατο· «Δούλος είμαι του Θεού, υιός δε πλουσίου πατρός, έχων δε πόθον πολύν να μονάσω, ήλθα από τόπον μακρινόν με τούτον τον άνθρωπον, του οποίου υπεσχέθην, εάν επιτύχω του ποθουμένου, να του χαρίσω τον ίππον μου». Ταύτα ειπόντος έστερξεν ο Γέρων να τον κρατήση, βλέπων την ζέσιν και τον πόθον του. Παρεκάλεσε τότε τον άνθρωπόν του να πάρη το άλογον, να επιστρέψη με τους συντρόφους εις τον πατέρα του. Τότε εκείνος και χωρίς να θέλη υπήκουσε και άστρεψε κλαίων· ο δε Μανουήλ, τρωθείς την καρδίαν από θείον έρωτα, εβίαζε καθ’ ημέραν τον Άγιον Γέροντα να τον τελειώση Μοναχόν, διότι εφοβείτο μήπως τον αποσπάση βιαίως ο πατήρ αυτού και τον στερήση του πόθου του. Ιδών λοιπόν ο Γέρων την τοσαύτην δίψαν, την οποίαν είχε, τον εκούρευσε Μοναχόν την τετάρτην ημέραν και τον ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα ονομάσας αυτόν Μιχαήλ, αντί Μανουήλ. Όταν ο Όσιος έτυχε του ποθουμένου, ωμολόγησε φανερά την υπόθεσιν· ο δε Γέρων, ακούσας ότι ήτο από αίμα βασιλικόν υιός τόσον πλουσίου άρχοντος, εθαύμασε μεν του νέου τον ένθεον ζήλον και έρωτα, εδειλίασε δε μικρόν δια τον πατέρα του, μήπως θυμωθή αλόγως και τον θανατώση. Έπειτα έχων εις τον Θεόν τας ελπίδας του είπεν εις αυτόν· «Εάν συ, όστις είσαι νέος, δια την αγάπην του Θεού απηρνήθης τον κόσμον και τους γεννήτορας, πως εγώ ο Γέρων να μη καταφρονήσω δια την εντολήν του Θεού τον θάνατον»; Έμεινε λοιπόν ο θαυμάσιος Μιχαήλ σπουδαίως αγωνιζόμενος, προξενήσας με την άρνησιν ταύτην του κόσμου μεγάλην πληγήν κατά του πονηρού δαίμονος. Όταν έφθασαν οι δούλοι εις τον Ευδόκιμον και του ανήγγειλαν την του παιδός αναχώρησιν, έλαβε τόσον πόνον εις την καρδίαν, ώστε εφώναζεν ως εξεστηκώς και φρενόληπτος, ως να τον εκέντων με τα ξίφη και έλεγεν· «Ω βία! Έχασα το φως μου, απώλεσα την ελπίδα του γήρατος και τον στηριγμόν της οικίας μου· καλά το είδα εις το όνειρον, ότι έπεσεν ο μεγάλος στύλος του οίκου μου». Βλέποντες εκείνον, ότι έκλαιε τόσον γοερώς, ωδύροντο και όλοι οι δούλοι του, εξόχως δε η ομόζυγός του, ως το ήκουσεν, έπεσεν άφωνος και όλοι ενόμιζον ότι απέθανε. Μεθ’ ώραν πολλήν, όταν συνήλθεν, εξέσχιζε τας σάρκας της, ανέσπα την κόμην της ανελεημόνως και έκαμνε τόσον θρήνον και κοπετόν, ώστε ήτο θλιβερόν το θέαμα και δακρύων άξιον. Όλοι οι συγγενείς και οι άνθρωποι της οικίας έκλαιον. Ο δε Ευδόκιμος πρώτον μεν έδειρε σκληρώς εκείνους όλους, όσοι ήσαν εις την συνοδείαν του παιδός, διότι δεν μετέβησαν εις το Μοναστήριον να τον πάρουν βιαίως, αλλά τον άφησαν· έπειτα επήρε λαόν πολύν και έδραμεν εις το όρος εκείνο του Κυμινά, και τους μεν ανθρώπους προσέταξε να σταθούν έξω γύρωθεν του Μοναστηρίου, ίνα μη διαφύγη ο νέος, αυτός δε εισήλθε κρυφίως και πηγαίνων εις την Εκκλησίαν εστάθη εις μίαν γωνίαν του Νάρθηκος, διότι έψαλλον τον όρθρον. Επί σκοπώ άλλωστε μετέβη νύκτα, δια να μη τον εννοήση και κρυφθή. Έτυχε δε την ώραν εκείνην κατ’ οικονομίαν Θεού και έψαλλεν ο υιός του το τροπάριον: «Ψυχή τα ώδε πρόσκαιρα, τα δε εκεί αιώνια». Ήτο δε ο νέος και τόσον γλυκύφωνος, ώστε υπερέβαλλε τας αηδόνας εις την γλυκύτητα. Γνωρίσας λοιπόν αυτόν ο πατήρ από την φωνήν, εστέναξεν εκ βάθους καρδίας και έκλαυσεν. Ο δε Μιχαήλ από τον βαρύν στεναγμόν εγνώρισε τον πατέρα του. Αφήσας δε την ψαλμωδίαν έδραμεν εις τον Γέροντα, όστις ουδόλως εταράχθη, αλλά ετελείωσε τον όρθρον. Έπειτα εξήλθε και επροσκύνησε τον άρχοντα, όστις τον ωνείδισε και ύβρισε λέγων· «Ω αμαθέστατε άνθρωπε, και προ καιρού της ζωής μου θάνατε· διατί έσβυσες το φως μου ούτως ανεξέταστα; Ω πλάνε και απατεών, που έμαθες να χωρίζης από τους γονείς τέκνα φίλτατα; Τάχα δεν ηξεύρεις τις είμαι και την αιτίαν όπου εδώ με έφερεν έξαφνα»; Ο δε Όσιος με πραείαν φωνήν απεκρίνατο· «Εγώ δεν ηξεύρω τις είσαι, ω τιμιώτατε, μόνον ο Δεσπότης Χριστός σε γινώσκει, Όστις ηξεύρει τα κρύφια, τον δε υιόν σου δεν τον εδέχθην εγώ αδιακρίτως, καθώς είπες, περιφανέστατε, αλλά ευαγγελικώς επαιδεύθην να μη διώκω τον προσερχόμενον». Βλέπων ο άρχων το ακέραιον και την ακακίαν του μεγάλου Γέροντος και κατανοήσας των ηθών αυτού την χρηστότητα, δεν του είπεν άλλον λόγον σκληρόν, μόνον επήρε τον υιόν και απήρχετο. Ο δε Μιχαήλ, βλέπων τον Γέροντα ότι έκλαιε την αιφνίδιον και ταχείαν στέρησίν του, παρηγόρησεν αυτόν λέγων· «Εύχου, πάτερ, και μη λυπήσαι ποσώς δι’ εμέ, ότι ουδέν πράγμα του κόσμου θέλει με χωρίσει από την αγάπην του Δεσπότου μου». Όταν έφθασαν εις τον οίκον των και τον είδεν η μήτηρ αυτού ούτω κουρευμένον και μαυροφορεμένον, αντί να χαρή, έκλαιε πικρώς και ωδύρετο, τον παρεκάλουν δε αμφότεροι να εκδυθή τα μέλανα ράσα και να φορέση λαμπρά ιμάτια. Του είπον τέλος πολλά και τον εβασάνισαν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν να τον καταπείσουν εις την γνώμην των. Πάλιν δε να τον εκδύσουν βιαίως εφοβούντο το βάρος του αμαρτήματος, διότι ήσαν θεοσεβείς τε και ευλαβέστατοι. Μόνον με ποικίλας μεθόδους και άπειρα μηχανήματα εδοκίμασαν να τον απατήσουν και δεν ηδυνήθησαν. Ότι επειδή εδοκίμασε το μέλι της ασκήσεως και ήτο όλως μεθυσμένος από τον ένθεον έρωτα, δεν εψήφα τον σαρκικόν, όστις ως άνθος χόρτου μαραίνεται. Όταν οι γονείς είδον, ότι ματαίως εκοπίαζον, τον εδίωξαν οργιζόμενοι. Εκείνος δε, φεύγων ως από πυρός του κόσμου την όχλησιν, έτρεχε προς το Μοναστήριον. Ο δε Γέρων τον υπεδέχθη χαίρων ομού και θαυμάζων και επροφήτευσε δι’ αυτόν ταύτα προς τους άλλους Πατέρας λέγων· «Να ηξεύρετε, αδελφοί, ότι ούτος ο νέος μέλλει να αυξήση το όρος και να το γεμίση λογικά πρόβατα». Κατά την πρόρρησιν δε εκείνου ούτως εγένετο. Επληρώθη το όρος Μοναχών, προς τελείωσιν της προφητείας του Ησαϊου· «Ερράγη εν ερήμω ύδωρ και γη διψώσα εις έλη εγένετο». Ευθύς ως ήλθεν εις την Μονήν, τον έκαμε τραπεζάριον ο Γέρων, και υπηρέτει τους αδελφούς με τόσην σπουδήν και επιμέλειαν, παραστέκων εις αυτούς όσην ώραν έτρωγον, φέρων τας τροφάς με δουλικήν ταπείνωσιν, ώστε εθαύμαζον όλοι πως κατεδέχετο να κάμνη τοιαύτας ευτελείς υπηρεσίας τοιούτος σπουδαίος άνθρωπος, όστις ανετράφη με τόσην χλιδήν υπό άλλων υπηρετούμενος. Αυτός εμαγείρευεν, έπλυνε τα αγγεία, εσάρωνε και άλλας ευτελείς ομοίας πράξεις ετέλει αόκνως και προθύμως. Επειδή από τον ύπνον επειράζετο πολύ, τυραννούμενος από πειρασμόν του δαίμονος και εκοπίαζε και αυτόν να νικήση όσον ηδύνατο, διήρχετο όλην την ημέραν με ένα μόνον χιτώνα και ανυπόδητος. Την νύκτα ανεπαύετο επί σανίδος, όταν ήτο καιρός χειμώνος. Όταν δε παρήλθον δύο χρόνοι ετελειώθη Μοναχός, ευρίσκετο δε εκεί και ο πατήρ του, όστις όταν τον είδε τελειωμένον ηυφράνθη και δακρύσας τον ενουθέτησε λέγων· «Βλέπε, τέκνον μου, να μη ζημιωθής τον Θεόν, τον οποίον περισσότερον από τους γονείς και υπέρ τον κόσμον ηγάπησας». Ασπασθείς δε αυτόν ανεχώρησε κλαίων. Όταν έφθασεν εις την γυναίκα του, είπεν εις αυτήν· «Είδον τον Μανουήλ και η ψυχή μου ηυφράνθη. Φέρω δε εις τον νουν μου, ότι αυτός είναι, βέβαια, εκείνος τον οποίον μας εχάρισεν η Κυρία Θεοτόκος και πάλιν τον επήρε κατά την όρασιν. Λοιπόν μη λυπούμεθα, αλλά μάλλον ας δοξάσωμεν την Δέσποιναν. Ότι ούτος ο υιός μας μέλλει να γίνη καύχημα ημών και στήριγμα και όλου του γένους καλλώπισμα, ψυχών δε πολλών προς αρετήν παρακίνησις και παράκλησις». Έπαυσαν λοιπόν την λύπην και πνευματικώς εχαίροντο. Εις ολίγον καιρόν απέθανεν αιφνιδίως ο Ευδόκιμος. Η δε καλή μήτηρ εκείνη έστειλε και εκάλεσε τον Μιχαήλ, διαμοιράσασα δε όλην την περιουσίαν της εις τα τέκνα της, έγινε Μοναχή και θεαρέστως πολιτευομένη, και βοηθουμένη υπό του Μιχαήλ, ετελείωσε τον βίον θεαρέστως. Είχε δε και μίαν αδελφήν ο Όσιος, ήτις υπανδρεύθη και εγέννησε τον θεοστεφή βασιλέα Νικηφόρον και τον Λέοντα. Ο δε θεοφόρος Μιχαήλ εμοίρασεν εις τους πτωχούς όλα τα κινητά πράγματα, όσα έλαβεν εις το μέρος του. Ο Μιχαήλ είχεν ένα αδελφόν, Κωνσταντίνον ονόματι, με τον οποίον εμοίρασαν όλα τα πράγματα των γονέων των και τα μεν κινητά έδωκεν εις τους πένητας και εις τους δούλους του, τους οποίους ηλευθέρωσε, τα δε ακίνητα αφήκεν εις τον αδελφόν του, έλαβε δε την αξίαν των σωστήν, καθώς τα εξετίμησαν. Έφερε δε τα χρήματα εις την Μονήν και τα έδωκεν εις τον Γέροντα να τα διαθέση ως βούλεται. Εκείνος τότε εμοίρασεν τα ημίση εις πτωχούς Μοναχούς και τα άλλα εδαπάνησεν εις αύξησιν του Μοναστηρίου. Ο δε αδελφός του Οσίου, από πατρίκιος που ήτο, έγινε στρατηγός όλης της Καππαδοκίας περιφανέστατος. Όταν ο Όσιος ελυτρώθη από πάσαν φροντίδα γονέων, δηλαδή μετά τον τρίτον χρόνον της αυτών τελειώσεως, επεθύμησε να αναχωρήση εις τόπον ήσυχον, ευρών δε μίαν μεγάλην πέτραν παράμερα από το Μοναστήριον, ήτις ήτο επιτηδεία δια την άσκησιν, επήρεν από τον Γέροντα συγχώρησιν και αναχωρήσας εκάθητο εις την πέτραν τας πέντε ημέρας της εβδομάδος. Έτρωγε δε μίαν φοράν την ημέραν, κάμνων και εργόχειρον κατά την πρόσταξιν του Γέροντος. Το δε Σάββατον κατέβαινεν εις το Μοναστήριον και έμενε τας δύο ημέρας με τους αδελφούς συναναστρεφόμενος. Αφού έκαμεν εκεί χρόνους τέσσαρας εγλυκάνθη το μέλι της ησυχίας γευσάμενος, και λαμβάνων εις την συνοδείαν του ένα συγγενή του ενάρετον πολλά, την κλήσιν Αγάπιον, επήγαν με την ευχήν του Γέροντος εις την εσωτέραν του όρους έρημον. Εκεί διέμειναν δύο χρόνους με τόσην σκληραγωγίαν, ώστε εκ της πολλής κακοπαθείας μετά βίας εγνωρίζετο εις αυτούς η εικών του ανθρώπου. Αφού έκαμαν ομού τόσον καιρόν, ηθέλησαν να ησυχάση και έκαστος χωριστά. Και ο μεν Αγάπιος μετέβη εις άλλον τόπον και έκαμε λαμπρά και μεγάλα κατορθώματα. Ο δε Μιχαήλ έμεινε μόνος, υπό Θεού δε οδηγούμενος εύρεν ένα τόπον πολύ ήσυχον, Ξηρολίμνην από τους εγχωρίους ονομαζόμενον, πλησίον του οποίου ήτο και εις ερημίτης ευσεβής και ενάρετος. Εις αυτόν τον τόπον κτίσας μικράν καλύβην ο Μιχαήλ ησύχαζεν αγγελικώς πολιτευόμενος και κατά δαιμόνων ανδρείως αγωνιζόμενος. Τόσας δε αρετάς κατώρθωσεν, ώστε ηκούσθη η φήμη του εις πολύν κόσμον, μετ’ ολίγον δε καιρόν εσυνάζοντο πλήθη λαών, έχοντες πόθον να μιμηθώσι την πολιτείαν του. Ο δε Όσιος κατ’ αρχάς μεν δεν ήθελε να δεχθή τινά και τους εδίωκε. Ύστερον όμως, θεωρών την προθυμίαν των, υπεδέχετο καθ’ ένα διδάσκων να ευχαριστούνται με άρτον μόνον και ύδωρ τρεφόμενοι. Βλέποντες δε εκείνοι την εγκράτειάν του, την ταπεινοφροσύνην, την γλυκύτητα της ομιλίας και τα άλλα ήθη εχαίροντο. Έχοντες δε αυτόν αρχέτυπον, κατηύθυνον την πολιτείαν των άριστα. Οι λυπούμενοι από διαφόρους αιτίας παρηγορούντο ορώντες αυτόν. Οι λιθώδεις και ακατάνυκτοι παρεκινούντο εις θερμότερα δάκρυα, ακούοντες τα κατανυκτικά του διδάγματα. Οι υπνώδεις, βλέποντες το περισσόν της αγρυπνίας του και το επίμονον της ολονυκτίου στάσεως, ηλλοιούντο θείαν αλλοίωσιν· και συντόμως ειπείν όλοι ελάμβανον απ’ εκείνον καλόν παράδειγμα, εσυνάχθησαν δε υπέρ τους πεντήκοντα. Όθεν έστειλε και επήρε τον προειρημένον πατέρα Αγάπιον, τον οποίον έκαμε Προεστώτα, να κυβερνά την Λαύραν εκείνην της Ξηρολίμνης, διότι ήτο τόπος στενόχωρος και δεν ηδύναντο εκεί να διαβιώσωσι πολλοί Μοναχοί. Αφού λοιπόν ετακτοποίησε τον Αγάπιον εις την ηγουμενίαν της Μονής, αυτός επήρε μαθητάς τινας και εγύρισεν όλον το όρος, έως ότου εύρε τόπον τινά επιτήδειον, όστις κλίνει προς την Βιθυνίαν, κατά πολλά ήσυχον, με πηγάς ψυχρών και ηδυτάτων υδάτων. Τον τόπον αυτόν βλέπων εχάρη και τον ηγόρασεν. Έπειτα ευθύς ήρχισε την οικοδομήν της Λαύρας, έκτισε δε τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου μέγαν και κάλλιστον, ζωγραφίσας δε αυτόν επιμελέστατα έδειξεν αυτόν ως άλλον ουρανόν κατάστερον. Όθεν εις ολίγας ημέρας εσυνάχθησαν τόσοι αδελφοί, ώστε έγινεν η έρημος πόλις πολυάνθρωπος. Τους έγραψε τότε τας ιεράς νομοθεσίας της ασκήσεως και πάσαν ακρίβειαν της μοναδικής διαγωγής, νομοθετήσας εις αυτούς ως Μωϋσής δεύτερος. Επρόσφερε δε εις τον Θεόν καθ’ εκάστην λαόν περιούσιον, εξάγων εξ αναξίων αξίους, διαβιβάζων αυτούς αβρόχως εις την γην της επαγγελίας από την ταραχώδη του βίου θάλασσαν, με τα ψυχωφελή και σωτήριά του διηγήματα και συγγράμματα, τόσον ώστε έγινεν εκείνη η πρώην άκοσμος έρημος εξανθούσα ως κρίνον εύοσμον. Πρότερον ουδείς ετόλμα να μείνη εις τοιούτον τόπον καν μίαν ημέραν, και τότε, δια του Μιχαήλ, εσυνάχθησαν πλήθος άπειρον, ώστε δεν έμεινε τόπος εις το όρος εκείνο του Κυμινά, το ζηλευτόν και θαυμάσιον, το οποίον να μη έχη Μοναχούς να δοξολογώσι τον Κύριον. Το έργον τούτο δεν έκαμεν ο Όσιος με ευκολίαν και χωρίς κακοπάθειαν, αλλά με ιδρώτας και δάκρυα και με πόνους πολλούς επόλισεν εκείνην την έρημον. Ότι βλέπων ο πονηρός διάβολος πως εφρόντιζε τοσούτον την σωτηρίαν των αδελφών, υπερεμάχησε πολλά και ηγωνίζετο ο αδύνατος να εμποδίση τον άνθρωπον του Θεού, να μη τελέση τοιούτον έργον θεάρεστον, αλλά έμεινε κατησχυμμένος και άπρακτος, νικηθείς ο μισόκαλος εύκολα με την προσευχήν του Οσίου και τα θερμά αυτού δάκρυα. Ότι δεν ηδύνατο να υποφέρη την φλόγα, ήτις εξήρχετο από το στόμα του, όταν ηύχετο προς Κύριον. Διότι το στόμα εκείνο ήτο ιερώτατον, επειδή ουδέποτε ώμοσεν ή ελοιδόρησεν ή ύβρισέ τινα πώποτε. Αλλά μάλλον ηύχετο τους μισούντας αυτόν και με ευεργεσίας τους αντήμειβεν ο αμνησίκακος, τόσον δε ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος, ώστε δεν ηδύνατο να ίδη τινά τεθλιμμένον και να μη τον συμπονέση και να τον βοηθήση κατά την ανάγκην του, εξόχως δε τους πένητας, τους οποίους ηλέει καθ’ εκάστην πλουσιοπάροχα. Δια την αιτίαν ταύτην έκτισε κάτωθεν του όρους ξενοδοχείον μέγα, ίνα αναπαύωνται οι ξένοι και οδοιπόροι, όσοι διήρχοντο εκείθεν. Εις τούτο είχεν υπηρέτας και όλα τα χρειώδη, ήτοι τροφάς και ιμάτια προς αυτάρκειαν. Ούτος ο μέγας πατήρ ηξιώθη και της ιερωσύνης ως καθαρός και άμωμος, με την οποίαν στολίσας τον βίον του, μελετών ημέρας και νυκτός την θείαν Γραφήν, έδειξεν ότι πρέπει να είναι συνεζευγμένη η ιερωσύνη με την μοναδικήν κατάστασιν· και δια να μη πολυλογώ, έφθασεν εις τόσην απάθειαν και ύψος θεωρίας, ώστε έβλεπε τα μακράν ως πλησίον και προέλεγεν ως προφήτης τα μέλλοντα, αλλά και θαυμάσια πολλά ετέλεσεν, από τα οποία θα είπωμεν ολίγα εις πίστωσιν των πολλών με βραχύτητα. Μοναχός τις, Κυριακός ονόματι, ήτο εκεί εις την Λαύραν του Οσίου, κακότροπος άνθρωπος, όστις έκλεπτε πράγματα τινα των αδελφών και συνετάρασσεν όλους ο ανόσιος. Ο δε Όσιος τον ενουθέτει πολλάκις να διορθώση την πολιτείαν του, ίνα μη κολασθή, αλλά δεν επείθετο και μάλλον εμίσησε τόσον τον Άγιον ο εναγέστατος, διότι τον εδίδασκεν, ώστε ηβουλήθη να τον φονεύση ο πάντολμος. Μίαν νύκτα μετέβη εις το κελλίον του Οσίου, κρατών την μάχαιραν, βλέπων δε από μίαν οπήν της θύρας, είδε τον Όσιον προσευχόμενον και εν τω μέσω πυρός ιστάμενον· όθεν έμεινεν έντρομος και εμαράνθη η χειρ του. Ο δε Όσιος, ηξεύρων από θείαν χάριν τα υπ’ αυτού μελετώμενα, εφώνησεν αυτόν έσωθεν λέγων· «Είσελθε, τέκνον, και άφες την μάχαιραν, την οποίαν κρατείς κρυφίως». Εκείνος δε ρίψας την μάχαιραν, εισήλθε κράζων το, ήμαρτον· πίπτων δε εις τους πόδας του, εξωμολογήθη την αμαρτίαν του. Ο δε ανεξίκακος συνεχώρησεν αυτόν με πραότητα, λέγων· «Ύπαγε, τέκνον, μετανόησον εξ όλης καρδίας δια τας αμαρτίας σου, ότι εις ολίγας ημέρας τελειώνει η εξορία σου». Ούτος έζησεν ημέρας τεσσαράκοντα και τότε ετελειώθη η πρόρρησις του Οσίου. Άλλην ημέραν έστειλεν εις τον ποταμόν Γάλλον δια υπηρεσίαν μαθητήν τινα ησυχαστήν, Ησύχιον καλούμενον, τον οποίον επρόσταξε να επιστρέψη την αυτήν ημέραν εις την Μονήν γρήγορα. Ο δε απήλθε με προθυμίαν και υπακοήν, αλλ’ επειδή έκαμε μεγάλην βροχήν, εισήλθεν εις τόπον τινά κρημνώδη και άβατον, όπου εσχημάτιζεν ως σπήλαιον, δια να μη βρέχεται και εκεί έμεινεν ο Ησύχιος. Όθεν βλέπων ότι ευρίσκετο εις κίνδυνον της ζωής του και παρακοής, διότι δεν έβλεπεν εις το σκότος της νυκτός να εξέλθη χωρίς κίνδυνον απ’ εκείνα τα βάραθρα, εφώναξε ταύτα μετά πίστεως· «Άγιε Μιχαήλ, βοήθει μοι». Και παρευθύς (ω του θαύματος!) εφάνη απέναντι του κρημνού με φώτα ο Όσιος, όστις του έφεγγε να περιπατή, έως ότου έφθασεν εις το Μοναστήριον. Τότε έγινε μεν αφανής ο φανείς, ο δε Ησύχιος εισήλθεν εις την Μονήν· λέγει δε προς αυτόν ο Όσιος, πριν να είπη αυτός τι· «Εις τι εδίστασας, ολιγόπιστε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εάν δεν επρόφθανες να μου βοηθήσης, εκινδύνευα εις θάνατον». Ο δε Όσιος τον επρόσταξε να μη είπη εις κανένα το θαυμάσιον. Άλλην φοράν, τον καιρόν του θέρους, περιπατών ο Άγιος εκάθισεν εις σκιάν δένδρου τινός να αναπαυθή την μεσημβρίαν, του έφερε δε πτωχός τις χωρικός τρία αχλάδια, τα οποία ήσαν μεγάλα και ωραιότατα· ερωτήσας δε αυτόν που ευρέθησαν τόσον εύμορφα απεκρίνατο στενάζων· «Ένα δένδρον είχον από τους γονείς μου, το οποίον ήτο τόσον εύκαρπον, ώστε εκάλυπτον τα έξοδά μου ε αυτό. Αλλά το εβάσκανε φθονερός τις άνθρωπος, και δεν καρπίζει πλέον τελείως· όθεν από την πτωχείαν μου κινδυνεύω ο άθλιος». Ο δε συμπαθέστατος ελυπήθη τον πάνητα και πηγαίνων εις το δένδρον το ηυλόγησε, ποιήσας ευχήν προς τον Θεόν και διώξας τον πονηρόν δαίμονα, όστις ενεφώλευεν εις αυτό, έκτοτε δε έγινε το δένδρον πλέον κάρπιμον ή πρότερον. Όθεν ο πτωχός εκείνος ωκονομείτο με την εσοδείαν του προς αυτάρκειαν, έφερε δε κατ’ έτος τας απαρχάς του δένδρου εις τον Όσιον, δια να μη γίνη προς τον ευεργέτην του αχάριστος. Είχεν ένα μαθητήν ο Όσιος, όστις ήτο ψάλτης, Κωνσταντίνος ονόματι, ασθενής εις το σώμα και την ψυχήν ασθενέστερος, ως ολιγόπιστος, επειδή είχε τρία νομίσματα, και τα εφύλαττεν ακριβά, δια να τα έχη εις χρείαν του. Ο δε Όσιος τον ενουθέτει να μη έχη εις εκείνα το θάρρος του, αλλά να τα δώση εις το κοινόν και να ελπίζη εις τον παντοδύναμον Θεόν και την υπερένδοξον Θεοτόκον· αυτός όμως δεν έστεργε. Μεθ’ ημέρας τινάς έτυχε και είχον χρείαν εις την Λαύραν δια νομίσματα δώδεκα, αλλά δεν ευρέθησαν και τα εδανείσθησαν. Ο δε Κωνσταντίνος κατελάλει τον Όσιον, λέγων· «Αυτός δεν έχει δώδεκα οβολούς, εμέ δε συνεβούλευε να σκορπίσω τα τρία νομίσματα, να μη τα φυλάττω εις την ανάγκην μου». Ταύτα φλυαρών, εκοιμήθη· βλέπει δε εν οράματι ότι ήτο εορτή και εσυνάχθησαν εις το Κυριακόν άπαντες, εκεί δε εφάνη η πανάμωμος Δέσποινα, κρατούσα εις την μίαν χείρα τον Δεσπότην Χριστόν, από δε την άλλην την εκράτει ο Όσιος και επεριπατούσαν εις την Εκκλησίαν. Όταν ήλθον εις τον Νάρθηκα, επρόσταξεν η Παναγία τον Όσιον να εξαπλώση το ράσον του. Τούτου γενομένου, έρριψεν εις αυτό φλωρία αναρίθμητα. Έπειτα εστράφη προς τον Κωνσταντίνον, λέγουσα· «Δεν σε φθάνουσι ταύτα να πορευθής, άπιστε, και τον τρόπον ασυμπαθέστατε»; Ταύτα ακούσας εκείνος ηγέρθη έντρομος· τρέχων δε προς τον Όσιον έρριψε τα τρία φλωρία και βάλλων μετάνοιαν εζήτει συγχώρησιν. Θέλων να οικοδομήση μίαν μεγάλην Εκκλησίαν ο Όσιος εις δόξαν Θεού και της παναχράντου Μητρός Αυτού και προς ανάπαυσιν της εν Χριστώ αδελφότητος, έστειλε μαθητήν τινά, δια να φέρη δοκούς δια το κτίσιμον. Επήρε λοιπόν εκείνος συγχώρησιν το πρωϊ από τον Όσιον, όστις ως προορατικός εγνώρισε το μέλλον και λέγει· «Πρόσεχε, τέκνον, να μη πέσης εις πειρασμόν δια γογγυσμόν ή δι’ απιστίαν σου». Ο δε, απελθών, εκ δαιμονικής ενεργείας ημποδίσθη και γογγύζων τον επλάκωσεν ένα ξύλον μεγάλον δια την απιστίαν του. Όθεν έκειτο ο Λέων (ούτως ο μαθητής ωνομάζετο) δεινώς οδυνώμενος. Ο δε Όσιος, γνωρίσας ταύτα από Πνεύμα Άγιον, εξήλθεν από το κελλίον εν σπουδή και έστειλε Μοναχόν τινα ισχυρόν, λέγων· «Δράμε να λυτρώσης τον Λέοντα, ότι ένα ξύλον τον επλάκωσε και κινδυνεύει εις θάνατον». Ήτο δε μακράν δεκαπέντε στάδια, απελθών δε εκείνος μετά βίας τον ελύτρωσε. Όχι δε μόνον ταύτα τα συμβάντα προεγνώρισεν ο Όσιος, αλλά και έτερα πάμπολλα· μάλιστα δε δια τους πολέμους και συγχύσεις των βασιλέων και τα σκάνδαλα, όσα συνέβησαν εις τον καιρόν του Ρωμανού και Κωνσταντίνου, τα οποία προείπεν ο Άγιος υπό τινων παρακαλούμενος. Έπειτα πάλιν παρηγόρησε τον Κωνσταντίνον λέγων εις αυτόν να μη λυπήται, διότι ταχέως απολαμβάνει πάλιν την προγονικήν βασιλείαν· ούτω δε όσα ο Όσιος επροφήτευσεν έγιναν. Ταύτα δε γράφομεν ενταύθα με συντομίαν, επειδή τα περί τούτων γράφονται σαφέστατα εις την ιστορίαν. Εν μέσω των άλλων μαθητών του Οσίου ήτο και τις καλλιγράφος επιμελής, Θεοφάνης ονομαζόμενος, όστις τον υπηρέτησε χρόνους τεσσαράκοντα από μικρόν παιδίον, έως ου ετελεύτησε, και δεν απεχωρίσθη από αυτόν πώποτε, δια να κληρονομήση τας αρετάς του, καθώς και εγένετο. Τούτον ποτέ επρόσταξε να μεταγράψη εν βιβλίον ωφέλιμον, όστις ως μαθητής ευγνώμων και γνήσιος εβίασε την φύσιν υπέρ την δύναμίν του τόσον, ώστε εις ολίγον χρόνον το ετελείωσεν. Αλλά από τον κόπον επρίσθη το πρόσωπόν του και σχεδόν όλη του η κεφαλή τοσούτον άσχημα και άμετρα, ώστε δεν εφαίνοντο οι οφθαλμοί και τα ώτα του, απεφράχθη δε τελείως η μύτη και το στόμα του, ώστε δεν εφαίνετο εις αυτόν είδος ή σχήμα ανθρωπίνης μορφής, αλλ’ έμεινεν ελεεινόν θέαμα και εκινδύνευεν εις θάνατον· ότι με κόπον πολύν ήνοιγαν το στόμα του και του έχυναν ολίγον ύδωρ, όταν του ήρχετο λιποθυμία. Επειδή λοιπόν έτυχε τότε να ευρίσκεται ο Όσιος εις την Κωνσταντινούπολιν εβασανίσθη ο ασθενής, διότι ανθρωπίνη δύναμις με τέχνην ιατρικής δεν ηδύνατο να τον θεραπεύση. Βλέποντες λοιπόν αυτόν ούτως ελεεινώς και δεινώς οδυνώμενον, ηβουλήθησαν να σχίσουν ριψοκινδύνως το πρόσωπον αυτού και τον τράχηλον, ίνα ιατρευθή ή καν ν’ αποθάνη, να απαλλαγή από την βάσανον. Όταν ταύτα αυτοί εμελέτησαν, φαίνεται ο μέγας Μιχαήλ την νύκτα εις τον ασθενή λέγων· «Μη αφήσης να σε σχίσουν, διότι αποθνήσκεις, μόνον πίστευε». Ομού δε με τον λόγον έλαβε το καλυμμαύχιόν του και το ετοποθέτησεν εις τον ασθενή, παρευθύς δε (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ παντοδύναμε!) εφάνη ο Θεοφάνης χωρίς καμμίαν ασθένειαν, ούτε έξωθεν ούτε έσωθεν· εγερθείς δε από την κλίνην ο πρώην ακίνητος, εφώναζε το μεσονύκτιον· «Εάν δεν ήρχετο ο πατήρ ημών, επ’ αληθείας απέθνησκα. Αλλά δότε μοι να φάγω, και δεν πονώ πλέον». Οι δε αδελφοί, ακούσαντες τας φωνάς, ενόμιζον ότι από τους πόνους παρεφρόνησε και ανάψαντες φως είδον αυτόν όλον υγιά και εδόξασαν τον Κύριον, όστις όχι μόνον παρόντας, αλλά και απόντας δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας δούλους του. Είχον πόθον να επεκταθώ ολίγον από το προκείμενον, δια να στολίσω την ιεράν κεφαλήν του Οσίου με εγκώμια· αλλ’ επειδή αι πράξεις αυτού μόναι φθάνουν προς έπαινον αυτού και προς ημετέραν ωφέλειαν, δεν επιχειρώ πλέον να πολυλογώ, αλλά να είπω την μακαρίαν αυτού μετάστασιν. Ούτος ο θαυμάσιος εκαλογέρευσε και τον Όσιον Αθανάσιον, όστις έκτισε την Λαύραν του Άθωνος. Διότι καθώς ευρίσκετο μίαν φοράν ο Όσιος Μιχαήλ εις το Βυζάντιον, τον είδεν ο Αθανάσιος, ευλαβηθείς δε τας αρετάς του επήγεν εις το όρος του Κυμινά, όπου έμεινε χρόνους πολλούς εις την υπακοήν του. Όταν δε εγνώρισεν ο Αθανάσιος ότι έμελλε να κοιμηθή ο Όσιος Γέρων, έφυγε δια να μη τον κάμουν ηγούμενον, επήρε δε δια ευλάβειαν το κουκούλιον του Οσίου, το οποίον εφόρει πάντοτε εις τας μεγάλας εορτάς, όσον καιρόν έζησεν, έως την τελευταίαν ημέραν, την οποίαν προεγνώρισε. Δια την πολλήν δε ευλάβειαν, όπου είχε προς τούτον τον πνευματικόν Πατέρα του, φορέσας τότε τον μανδύαν και το ιερόν εκείνο κουκούλιον επορεύθη εις προϋπάντησιν του θανάτου, ούτω δε ενδεδυμένος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού. Δεν γράφομεν εδώ περί τούτου περισσότερον, επειδή εκεί εις τον βίον του Αθανασίου εγράφη σαφέστερα πως έκτισε την Λαύραν με τα έξοδα, όπου του έστειλεν ο βασιλεύς Νικηφόρος, όστις ήτο ανεψιός τούτου του Οσίου Μιχαήλ, ως είρηται. Έχων ο Άγιος τοιούτους συγγενείς δεν εκενοδόξησε ποτέ, αλλά μάλλον εταπεινώνετο εις όλους, ώσπερ να ήτο χωρικός τις ευτελέστατος. Απηρνήθη τον κόσμον όταν ήτο δέκα οκτώ, έκαμεν εις την άσκησιν χρόνους πεντήκοντα, αγγελικώς ο αγγελώνυμος πολιτευσάμενος, χωρίς ποσώς να αλλάξη τον κανόνα της εγκρατείας έως εσχάτης αναπνοής, εκτός εάν ήτο βαρέως ασθενής ή ετύγχανε Δεσποτική πανήγυρις, ή ήθελεν έλθει προς αυτόν αξιόλογος τις και μέγας άρχων, όλον δε τον άλλον καιρόν ενήστευε πάντοτε. Και πρώτον μεν όταν έγινε Μοναχός έτρωγε κάθε δύο ημέρας μίαν φοράν, εις τους μέσους χρόνους κάθε πέντε ημέρας· ύστερον δε, και μάλιστα κατά τας αγίας Τεσσαρακοστάς, έτρωγε μόνον κάθε ημέρας δώδεκα. Η δε τροφή του ήτο οπωρικά και λάχανα, μαγειρευμένα ή άψητα, όσπρια, και τίποτε άλλο· το ποτόν του ύδωρ γλυκύτατον· το ένδυμά του πενιχρόν πολλά και τραχύτατον. Εκοιμάτο όταν μεν ήτο υγιής εις σκαμνίον καθεζόμενος, εάν δε ήτο ασθενής, εις την κλίνην, ήτις είχε μίαν ψάθαν και δύο δερμάτια. Ήτο δε κατά πολλά φιλέορτος, εξόχως όταν ήτο του Δεσπότου Χριστού ή της Θεοτόκου πανήγυρις, εις τας οποίας ηγρύπνει ολονυκτίς και έψαλλεν ευφραινόμενος· κατ’ άλλην ημέραν δεν τον έβλεπε τις χαρούμενον, μόνον ότε ήτο πανήγυρις, ταύτην ετέλει με πολλήν ευλάβειαν. Δια την αιτίαν ταύτην κατεδέχετο η πανύμνητος Δέσποινα και ήρχετο ουσιωδώς εις εκείνον τον Ναόν, όπου του έδιδε την ευλογίαν Της, καθώς επιστώθημεν από τούτο το θαυμάσιον. Εις το Βυζάντιον έζη ομοίως εις φιλόχριστος, όστις εώρταζε την Παναγίαν με πολλήν ευλάβειαν, καθώς δε ούτος ηύχετο εις το στασίδιον όπου ήτο εις την αγρυπνίαν Της, Την είδεν εις οπτασίαν να του λέγη· «Είναι ανάγκη να υπάγω εις το όρος του Κυμινά, να συνεορτάσω με τον Μοναχόν Μιχαήλ τον πιστόν μου δούλον, όστις με αναμένει με πόθον πολύν και ευλάβειαν». Ταύτα βλέπων ο ευλαβής εκείνος, όστις Την εώρταζεν, επήγεν εις τον Κυμινάν, συνομιλήσας δε με τον Όσιον, εγνώρισεν ότι δικαίως επρόκρινεν αυτόν η Παντάνασσα και ωμολόγησε το θαυμάσιον. Ούτω πολιτευσάμενος ο ισάγγελος και αγγελώνυμος ούτος Όσιος οσίως και θεαρέστως απήλθε προς την αιώνιον Βασιλείαν, ης τύχοιμεν και ημείς τη θεία φιλανθρωπία και χάριτι. Αμήν.