Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ -- Υπεύθυνος ύλης Μάριος Ι. Πηλαβάκης. Τόπος εκδόσεως: Θεσσαλονίκη

Αποδέχεσθε την επιβολή από την Πανορθόδοξη Σύνοδο των 14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών – μελών της (και όχι των 336 συμμετεχόντων Επισκόπων που, ενώ θα έπρεπε κατά την Παράδοση της Εκκλησίας να είναι, εν τούτοις δεν είναι μέλη της) του Ιουνίου 2016 του Εωσφορικού συγκρητιστικού διαχριστιανικού και διαθρησκευτικού Οικουμενισμού και, δι΄ αυτού, την άρνηση του  Θεανθρωπίνου προσώπου του Χριστού και την υποταγή σας στο Σατανά και στο άμεσο όργανό του, τον Αντίχριστο, μέσω της – θεολογικά αδύνατης – υποκριτικά αγαπολογικής συνύπαρξης του Χριστού των Οικουμενικών Συνόδων και του Βελίαρ – Εωσφόρου του Οικουμενισμού που αναγνωρίζεται από το προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» που υιοθετήθηκε ήδη από την Σύναξη των Προκαθημένων;

«Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς: Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση… Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται…»  (Ματθ. ΚΔ΄. 4, 13, 24-27).
Ως γνωστόν, ο Διαχριστιανικός και ο Διαθρησκειακός Οικουμενισμός, αποτελεί διαχρονική θρησκευτική διδασκαλία του Σατανισμού και της Θεοσοφίας, που είναι παρακλάδι του. Δηλ. δεν αποτελεί νέο προϊόν της εποχής μας, αλλά αποτελεί διαχρονικό προϊόν του Σατανισμού, του Γνωστικισμού και της Μαγείας, δηλ. του Αποκρυφισμού, με γνωστότερο εκπρόσωπο τον Σίμωνα τον Μάγο. Μάλιστα ο γνωστικός Μάνης είχε χρησιμοποιήσει τον συγκρητιστικό διαθρησκειακό οικουμενισμό στην ανάμειξη του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Βουδισμού (βλέπετε Παν. Χρήστου, Ο Γνωστικισμός, Σίμων ο Μάγος, και Μανιχαϊσμός, σε: Ελληνική Πατρολογία, τομ. Β΄, σελ. 105-115, 136-137 και 188-194). Ο Διαχριστιανικός Οικουμενισμός είναι η κίνηση που έχει σκοπό την ένωση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τον Αιρετικό Παπισμό και τον Αιρετικό Προτεσταντισμό σε ενιαίο θρησκευτικό οργανισμό, τη Χριστιανική Θρησκεία, με αρχηγό του τον Αιρεσιάρχη Πάπα. Ο Διαθρησκειακός Οικουμενισμός είναι η κίνηση που έχει σκοπό την ένωση του ενιαίου Χριστιανισμού με τις άλλες θρησκείες, Ιουδαϊσμό, Ισλάμ, Βουδισμό, Ινδουϊσμό κλπ., σε ενιαίο θρησκευτικό οργανισμό, την Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία, της οποίας τα δόγματα είναι ο Σατανισμός, η Νεο-ειδωλολατρεία (ή λατρεία της λεγόμενης θεάς γης) και ο Αντίχριστος, ο οποίος, κατά τον Απόστολο Παύλο, μετά την εωσφορική αυτή ένωση των θρησκειών, θα επιβάλει παγκοσμίως τη δική του λατρεία ως θεού πάνω από τους λατρευόμενους από τους ανθρώπους θεούς ή σεβάσματα (Β΄ Θεσσ. Β΄, 4). Ο Οικουμενισμός αλλιώς λέγεται θρησκευτική παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί μια από τις τρεις μορφές της παγκοσμιοποίησης. Οι άλλες δύο μορφές της είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η πολιτική παγκοσμιοποίηση, οι οποίες επιβάλλονται από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων.

O Μητροπολίτης Κορίνθου Διονύσιος για το Ισλάμ και το αντιρατσιστικό...


Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Οι Άγιοι Προπάτορες

Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ.                                                      
Αβραάμ του μακαρίου Προπάτορος αι υποθέσεις είναι γνωσταί τόσον εις τους σοφούς, όσον και εις τους ιδιώτας Χριστιανούς, καθ΄ ότι η Βίβλος της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Προφήτης Μωϋσής και ήτις περιέχει ταύτας αναγινώσκεται εις επήκοον πάντων των Χριστιανών εις την Εκκλησίαν, κατά τας νηστευσίμους ημέρας της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής. Όθεν εκ της Βίβλου εκείνης μανθάνουσιν όλοι, ότι ο Προπάτωρ ημών Αβραάμ κατήγετο από την χώραν των Χαλδαίων και ήτο εθνικός (του έθνους των Χαλδαίων όντος προγενεστέρου του των Ιουδαίων), έχων πατέρα ειδωλολάτρην, τον Θάρραν. Πλην καίτοι εκ τοιούτου ειδωλολάτρου καταγόμενος ο θείος Αβραάμ, δεν έλαβεν όμως εκ τούτου κανέν εμπόδιον εις διάγνωσιν του αληθούς Θεού· αλλ΄ εάν είναι πρέπον να είπωμεν και κάτι το παράδοξον, ο μέγας Αβραάμ και εξ αυτής ακόμη της ειδωλολατρίας ωδηγήθη εις το να γνωρίση τον αληθή Θεόν. Κατανοήσας ο αοίδιμος, ότι ουδέν κτίσμα είναι Θεός και επομένως δεν πρέπει να προσκυνήται ως Θεός και συλλογισθείς την ευταξίαν των όντων, εκ των ορωμένων τούτων ποιημάτων εγνώρισε τον αόρατον αυτών Ποιητήν· και τούτον γνωρίσας, προσεκύνησεν ως διορίσαντα εις αυτά την πασιφανή παγκόσμιον τάξιν και ευαρμοστίαν. Ούτος λοιπόν ο Πατριάρχης Αβραάμ προσταχθείς παρά Θεού να αφήση την πατρίδα και την συγγένειάν του και να υπάγη εις την γην Χαναάν, ήτις είναι η Παλαιστίνη και τα Ιεροσόλυμα, πάραυτα υπήκουσε, χωρίς να διστάση η καρδία του, ένεκα της μεγάλης αυτού πίστεως προς τον Θεόν· όθεν και μισθόν της πίστεώς του λαμβάνει, το να γεννήση εν βαθεί γήρατι τον Ισαάκ και να γίνη πατήρ πολλών εθνών, διότι από τον Αβραάμ εγεννήθη ο Ισαάκ και από τον Ισαάκ εγεννήθη ο Ιακώβ και από τον Ιακώβ ο Ιούδας και οι λοιποί αδελφοί αυτού Πατριάρχαι, από δε της φυλής του Ιούδα εγεννήθη ο Χριστός.                                         
Δια τούτο λοιπόν οι Θεοφόροι Πατέρες ημών και Διδάσκαλοι προσέταξαν, ίνα μνήμην ποιούμεν σήμερον του θείου Αβραάμ, ως Προπάτορος γενομένου του Χριστού· ταύτην δε παρέδωκαν και εις ημάς να τελώμεν ολίγον προ της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτο δε εποίησαν όχι απλώς και ως έτυχεν, αλλά κατά θείαν έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, επειδή ο υπεράγαθος και φιλάνθρωπος Υιός του Θεού κατεδέχθη να καταστήση τον Πατριάρχην Αβραάμ και τους απογόνους εκείνου Προπάτοράς του κατά το ανθρώπινον. Όθεν τούτου ένεκα και οι θειότατοι Πατέρες έκριναν δίκαιον να εορτάζωμεν την μνήμην αυτού και των λοιπών Αγίων Προπατόρων, όχι μακράν από την κατά Σάρκα Γέννησιν του Κυρίου.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Ο Όσιος Λεόντιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΛΕΟΝΤΙΟΥ του εν τη Αχαϊα.                    

Λεόντιος ο Όσιος Πατήρ ημών έζη κατά τους χρόνους των τελευταίων Παλαιολόγων (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ 1449-1453) και τους μετέπειτα χρόνους, ήτο δε από την Πελοπόννησον, εκ της πόλεως Μονεμβασίας. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι, θεοφιλείς και επίσημοι της πατρίδος των, μάλιστα δε ο πατήρ αυτού, Ανδρέας ονόματι, ήτο εξουσιαστής όλης της Πελοποννήσου, της οποίας την εξουσίαν είχεν εμπιστευθή εις αυτόν ο ευσεβής βασιλεύς Ανδρόνικος· ήτο δε και εις την πατρίδα του λαμπρός και εις τους βασιλείς αγαπητός. Εκ τοιούτων λοιπόν ευγενών γονέων γεννηθείς ο ευλογημένος Λέων (τούτο ήτο το κοσμικόν του όνομα) και τοιαύτας καλάς αρχάς έχων, ανετρέφετο από τας πρώτας αρχάς της ηλικίας του με ευγενικά και χρηστά ήθη· και πρώτον μεν ελθών εις ηλικίαν δεκτικήν μαθημάτων, εδόθη εις την μάθησιν και γνωρίσας το καλόν της μαθήσεως και την γλυκύτητα αυτής αισθανθείς, επεθύμησεν όχι απλώς να μάθη, αλλά να φθάση εις το άκρον και εις την τελειότητα των επιστημών· όθεν εις ολίγα έτη όχι μόνον τας επιστήμας έμαθεν, αλλά και πολλάς διαλέκτους, δια την οξύτητα του νοός του και την καθαρότητα της ζωής του. Έπειτα πέμπεται παρά του πατρός του εις την Κωνσταντινούπολιν, αφ΄ ενός μεν δια να συναναστραφή με τους εκεί φιλοσόφους, προς περισσοτέραν του άσκησιν και εκπαίδευσιν, αφ΄ ετέρου δε δια να συνειθίση τας βασιλικάς υποθέσεις και να λάβη την απαιτουμένην προκοπήν εις αυτάς, διατριβών μέσα εις τα βασίλεια· ο και εγένετο. Διότι εις την φιλοσοφίαν εστάθη πολύς και εις την φρόνησιν επαινετός και εις την αρετήν θαυμαστός, τόσον ώστε και ο ίδιος ο βασιλεύς υπερβολικά τον ηγάπα και κατά πολλά τον ετίμα.                                                     
Αφού ο πατήρ του απέθανεν, επέστρεψεν εις την πατρίδα του, την Μονεμβάσιαν, και ο τοσούτον μέγας φιλόσοφος και θαυμαστός εις όλους και παρά των βασιλέων τιμώμενος, έρχεται και υποτάσσεται χριστομιμήτως με όλην την ταπείνωσιν εις την μητέρα του Θεοδώραν· έπειτα θέλουσα εκείνη να αποσπασθή από τον κόσμον και να εξέλθη από των βιοτικών πραγμάτων την μέριμναν, δια να υπάγη εις Μοναστήριον, να σιέλθη θεαρέστως το υπόλοιπον της ζωής της, παρεκίνησε τον υιόν της να νυμφευθή και να αναλάβη εκείνος την φροντίδα των πραγμάτων των και να μένη κληρονόμος του πατρικού πλούτου· όθεν, αν και δεν ήτο φιλόκοσμος, ως φιλόσοφος και φρόνιμος και ενάρετος όπου ήτο, όμως πείθεται εις την μητέρα ως υιός, δια τα δικαιολογήματα, άτινα εκείνη του παρέστησε. Και ούτως αυτός μεν έμεινε κληρονόμος και κύριος των πατρικών και μητρικών πραγμάτων, η δε μήτηρ, απελθούσα εις Μοναστήριον κατά τον πόθον της, έζησε καλώς και θεαρέστως τόσον, ώστε ηξιώθη να προγνωρίση θεόθεν και το τέλος της ζωής της και την προς Θεόν εκδημίαν της, δια την προς Αυτόν ευαρέστησιν. Ο δε υιός αυτής Λέων έμεινεν εις τον κόσμον υπανδρευμένος, καθώς είπομεν ανωτέρω, πλην όχι με κοσμικά αλλά με ουράνια φρονήματα, θεαρέστως πολιτευόμενος και φυλάττων όσον ήτο δυνατόν τας θείας εντολάς ως ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος.                                                                                                                         
Κατέφλεγεν όμως την καρδίαν του Οσίου ο θείος πόθος και δεν ηυχαριστείτο εις την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκετο, αλλ΄ ηθέλησε να δοθή όλος εις τον Θεόν και εις την Εκείνου λατρείαν. Όθεν αν και πάντοτε είχε κατά νουν το ευαγγελικόν εκείνο «ο ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω» (Ματθ. ιθ: 6, Μάρκ. ι: 9), πλην όμως τον εβίαζε και ήναπτε καθ΄ υπερβολήν τον πόθον του η άλλη εκείνη εξαγγελία του Χριστού, η λέγουσα· «και πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ: 29). Ταύτα πολλάκις και καλώς μελετήσας, αφού απέκτησε τρία τέκνα, καταπείθει την σύζυγόν του και έμεινεν εκείνη εις τον οίκον του και εις όλα τα υπάρχοντά του με τα τέκνα του και αυτός επήγε να πληρώση τον πόθον, τον οποίον είχε παιδιόθεν προς τον Χριστόν· ευρών δε ιερόν τινα άνδρα, Μνίδην επονομαζόμενον, Ασκητήν ακριβέστατον και της μοναδικής πολιτείας διδάσκαλον άριστον, υποτάσσεται εις αυτόν και συναριθμείται με άλλους υποτακτικούς του ο μακάριος· λαβών δε το Αγγελικόν Σχήμα, από Λέων μετωνομάσθη Λεόντιος και τόσον προθύμως ήρχισε τους ασκητικούς αγώνας και τόσον πολύ ηγωνίζετο, ώστε εις ολίγον διάστημα καιρού υπερέβη εις τας αρετάς όλους τους άλλους παραδελφούς και συναγωνιατάς του και παρά πάντων εθαυμάζετο.                                                         
Πλην ο πόθος τον οποίον είχε δια να ίδη και να μιμηθή και άλλων εναρέτων έργα και κατορθώματα δεν τον άφησε να μένη έως τέλους εις την συνοδείαν εκείνην, αλλ΄ αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις το Άγιον Όρος του Άθωνος και ευρών εκεί κατά τον πόθον του εναρέτους Μοναχούς, συνηγωνίζετο μετ΄ αυτών και πολλούς ιδρώτας έχυνεν εις τους υπέρ της αρετής κόπους και αγώνας· πλην καίτοι είχεν αυτός εαυτόν κατώτερον πάντων και εις πάντας υπετάσσετο και εις όλους εδείκνυεν άκραν ταπείνωσιν, μ΄ όλον τούτο όλοι τον είχον και τον εθεώρουν ανώτερόν των και όλοι μεγάλην τιμήν του απέδιδον. Όθεν και εκ της αιτίας ταύτης, ήτοι δια την εξ ανθρώπων τιμήν, ανεχώρησε πάλιν εκείθεν και ήλθεν εις τους ερήμους τότε τόπους της Πελοποννήσου και ήτο εκεί μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος· δεν έλειπεν όμως ούτε έπαυεν από του να παρακαλή τον Θεόν να του δείξη τόπον, εις τον οποίον να υπάγη να αγωνισθή και να ευαρεστήση αυτόν· διο και του απεκαλύφθη θεόθεν να υπάγη εις τα βόρεια μέρη, εις το άνωθεν του Αιγίου όρος το λεγόμενον Κλωκός.                            
Διελθών λοιπόν εις τον τόπον εκείνον τον περισσότερον καιρόν της ζωής του, πηγνύμενος από το ψύχος και τον παγετόν του χειμώνος, φλεγόμενος από την φλόγα και τον καύσωνα του θέρους και με πάσαν άλλην κακοπάθειαν ταλαιπωρούμενος, κατεσίγησε και παντελώς ηφάνισε τας εναντίας δυνάμεις των δαιμόνων με την θείαν δύναμιν του Χριστού, φθάσας εις τελείαν απάθειαν ο αοίδιμος. Ανεβίβασε δε και τον νουν αυτού εις ύψος ένθεον, δηλαδή εις θεωρίας υψηλάς και την ενέργειαν των θαυμάτων επλούτησε, χωλούς και κυλλούς και πάσαν ασθένειαν θεραπεύων. Όθεν και οι βασιλόπαιδες Θωμάς και Δημήτριος, οι αυτάδελφοι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου του τελευταίου βασιλέως των Χριστιανών, δεσπόται όντες της Πελοποννήσου, υπερθαυμάζοντες την αρετήν αυτού και ευλαβούμενοι αυτόν ως άνθρωπον Θεού και Άγιον, έκτισαν εις αυτόν τον τόπον εις τον οποίον ησκήτευσεν ο Όσιος Ναόν ιερόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλα πολλά και μεγάλα οικοδομήματα εκ θεμελίων οικοδομήσαντες, κατέστησαν Μοναστήριον, το οποίον μέχρι και σήμερον ευρίσκεται. Προς αγιασμόν δε των εικείσε ασκουμένων Μοναχών, αφιέρωσαν μέρη τινά εκ των Τιμίων Οργάνων του Πάθους του Σωτήρος Χριστού, ήτοι μέρος του Ακανθίνου Στεφάνου του Χριστού, μέρος του Τιμίου Ξύλου του ζωηφόρου Σταυρού και μέρος του Σπόγγου, δι΄ ου εποτίσθη το όξος ο Χριστός, ως και μέρος από την κοκκίνην Χλαμύδα, την οποίαν ενέδυσαν αυτόν προς χλεύην και εμπαιγμόν· προς τούτοις αφιέρωσαν και πλόκαμον τινά από τας τρίχας του Τιμίου Προδρόμου, την χείρα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Αρέθα και την αγίαν Κάραν του Ομολογητού Στεφάνου του Νέου, τα οποία φέροντες απέθεντο επάνω εις την Αγίαν  Τράπεζαν.                                                                                                                    
Ο δε Όσιος Λεόντιος, αφού έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς με την σοφίαν των θείων λόγων του και με την συνεργείαν της θείας Χάριτος και τους διήγειρε προς ζήλον και μίμησιν της ασκητικής πολιτείας και αγίας ζωής του, προεγνώρισε το τέλος του, διότι είδε φωτοειδείς Αγίους γγέλους, προσκαλούντας αυτόν από την γην εις τον ουρανόν και τότε το πνεύμα αυτού εν ειρήνη παρέθετο εις χείρας Θεού, ζήσας εβδομήκοντα και πέντε έτη. Το δε τίμιον αυτού και άγιον Λείψανον κατετέθη εντός του ιδίου σπηλαίου, εις το οποίον ζων ηγωνίζετο και βρύει ιάματα εις τους μετά Πίστεως προστρέχοντας προς αυτόν. Μετά καιρόν δε ο μαθητής αυτού και μιμητής κατά πάντα, ο πρόεδρος Παλαιών Πατρών Ιωακείμ, ηθέλησε να ποιήση ανακομιδήν του αγίου Λειψάνου, όταν όμως επεχείρησαν τούτο έγινε σεισμός και εσχίσθη το σπήλαιον, όθεν φοβηθέντες δεν επλησίασαν παντελώς, αλλ΄ έμεινε και μένει εκεί το άγιον Λείψανον, έως της σήμερον, κρίμασιν οις οίδε μόνον ο Κύριος. Ου τω απείρω ελέει ρυσθείημεν και ημείς των αιωνίων κολάσεων, δια πρεσβειών του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Λεοντίου και αξιωθείημεν της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Μείραξ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΜΕΙΡΑΚΟΣ και διήγησις πάνυ ωφέλιμος.                                                                                                                                    
Μείραξ ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού ήτο Αιγύπτιος, γεννηθείς εκ γονέων Χριστιανών εις πόλιν ονομαζομένην Τενεσή, βαπτισθείς δε ανετρέφετο και εξεπαιδεύετο υπό των γονέων του με την αμώμητον και καθαράν πίστιν του Χριστού. Ύστερον όμως, από μικρόνοιαν και κουφότητα, ηπατήθη υπό του διαβόλου και προσελθών εις τον εκεί Αμιράν, ηρνήθη, φεύ! την πίστιν του Χριστού· και όχι μόνον τούτο, αλλά και την ζώνην του κόψας και τον Σταυρόν πατήσας, έλαβε την μάχαιραν εις τας χείρας και ηλάλαζε την ελεεινήν εκείνην φωνήν· «Από σήμερον είμαι πλέον Αγαρηνός και όχι Χριστιανός». Όθεν επί έτη τινά έχαιρε τιμάς και δόξαν, πλησίον εις τον Αμιράν και τους μετ΄ αυτού, χωρίς να φροντίζη τελείως δια την σωτηρίαν του. Οι δε γονείς του, τούτο μαθόντες, δεν έπαυον παρακαλούντες τον Θεόν ίνα μεταβάλη την γνώμην του υιού των. Όθεν βλέπων ο Θεός την αγαθήν προαίρεσιν και επίμονον αυτών παράκλησιν, εκίνησε την καρδίαν του υιού αυτών εις μετάνοιαν. Δια τούτο αυτός ο ίδιος ο Μείραξ παρουσιασθείς εις τους γονείς του, λέγει· «Ιδού, κύριοι και γλυκύτατοι γονείς μου, ότι ήλθον, διότι ηννόησα ο ταλαίπωρος ότι εσκοτίσθην τον νουν και εποίησα τοιαύτην παραφροσύνην. Τώρα δε παρακαλώ να γίνω πάλιν Χριστιανός και να είμαι ομού με σας». Οι δε γονείς του απεκρίθησαν· «Ημείς, τέκνον, όταν έπραξας το κακόν αυτό, εχύσαμεν πολλά δάκρυα και ποτέ δεν επαύσαμεν παρακαλούντες τον Θεόν, δια να σε φωτίση να γνωρίσης την αλήθειαν και να επιστρέψης πάλιν προς τον Χριστόν τον σωτήρα σου· δια τούτο τώρα ευχαριστούμεν την αγαθότητά Του, διότι δεν παρέβλεψε την ταπεινήν ημών δέησιν. Πλην, τέκνον, καθώς και συ γνωρίζεις, δεν είναι δυνατόν να σε έχωμεν μαζί μας, διότι φοβούμεθα τον Αμιράν μήπως εκ τούτου κινδυνεύσωμεν, παρέχοντες υποψίαν, ότι ημείς σε μετεβάλαμεν. Αλλ΄ εάν θέλης να απαλλαγής από το μέγα αμάρτημα της αρνήσεως και να εύρης τον Θεόν ίλεων, να μη περιπέσωμεν δε και ημείς εξ αιτίας σου εις κατηγορίας, να γίνης δε και τόσον οικείος και φίλος του Χριστού, ώστε να καταστής και πρεσβευτής εις αυτόν δι΄ όλον το γένος σου, ύπαγε εις τον Αμιράν και καθώς παρρησία ηρνήθης τον Χριστόν, ούτω παρρησία ομολόγησον πάλιν αυτόν, ως να μη γνωρίζωμεν ημείς ουδέν περί τούτου. Και βεβαίως ο Θεός, τέκνον, θέλει ευοδώσει την οδόν σου ταύτην καθώς βούλεται».      
Τότε ο Μείραξ λαβών την συμβουλήν αυτήν παρά των γονέων του, ως επίσης και την ευλογίαν των, λαβών δε και εις την χείρα του ζώνην, επορεύθη εις την συναγωγήν των Αγαρηνών. Ζωσθείς λοιπόν τότε την ζώνην, την οποίαν εκράτει, έμπροσθεν εις τον Αμιράν, ετύπωσε τον Τίμιον Σταυρόν εις εν ξύλον και ασπασάμενος αυτόν ήρχισε να φωνάζη, με όσην δύναμιν είχε, το «Κύριε ελέησον». Ο δε Αμιράς, κρατήσας αυτόν, λέγει· «Τι έπαθες»; Ο δε Μείραξ απεκρίθη·  «Μόλις τώρα ήλθον εις τον εαυτόν μου από την γενομένην εις εμέ σκότωσιν του διαβόλου και προσέπεσον εις τον Χριστόν μου και πάλιν έγινα Χριστιανός, καθώς ήμην και πρότερον. Όθεν ήλθον να φανερώσω τούτο εις σε και εις όλην την ιδικήν σου συναγωγήν και να ομολογήσω μεν έμπροσθεν εις όλους τον Χριστόν, να αναθεματίσω δε την θρησκείαν σας». Ταύτα ακούσας ο Αμιράς έρριψεν αυτόν εις την φυλακήν και προσέταξε να μείνη εκεί τρεις ημέρας, χωρίς να του δώσωσι φαγητόν ή ποτόν. Μετά ταύτα εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής και τον έκρινε πάλιν· και επειδή εύρεν αυτόν ομολογητήν του Χριστού, τον έδειρε μετρίως και πάλιν έκλεισεν αυτόν εις την φυλακήν. Μετά τρεις δε άλλας ημέρας πάλιν ανέκρινεν αυτόν· και ευρών επιμένοντα και ομολογούντα τον Χριστόν, έδειρεν αυτόν με βούνευρα και πάλιν τον έκλεισεν εις την φυλακήν. Μετά δε τρεις ημέρας πάλιν παρέστησεν αυτόν έμπροσθέν του και βλέπων, ότι στερεώς και αμεταθέτως ωμολόγει τον Χριστόν, έδειρεν αυτόν ανηλεώς επί των πληγών του σώματος και έδωκε κατ΄ αυτού την τελευταίαν απόφασιν της εις θάνατον καταδίκης. Όθεν λαβόντες τούτον οι υπηρέται επεβιβάσθησαν πλοιαρίου, καθώς προσετάχθησαν, και προχωρήσαντες εις την θάλασσαν έως τέσσαρα στάδια, ήτοι έως ήμισυ μίλιον, τον αφήκαν και προσηυχήθη, είτα αποκόψαντες την κεφαλήν του, έρριψαν αυτήν εις τον βυθόν της θαλάσσης. Και το μεν σώμα αυτού είτε εξήλθε της θαλάσσης, είτε όχι, τούτο δεν εφανερώθη· η δε τιμία αυτού κεφαλή εξήλθεν εις την ξηράν. Ταύτην γνωρίσαντες Χριστιανοί τινες έλαβον αυτήν ως πολύτιμον δώρον· διαβληθέντες δε εις τον Αμιράν δια τούτο, έδωκαν εις αυτόν εκατόν φλωρία και ούτως επετράπη εις αυτούς να έχωσι το ποθούμενον ακωλύτως. Τότε λοιπόν ποιήσαντες αργυράν θήκην, εναπέθεσαν την μαρτυρικήν κεφαλήν με την πρέπουσαν τιμήν και ευλάβειαν και έκτοτε μέχρι σήμερον αναβλύζει πάντοτε μύρον ευώδες και επιτελεί πολλάς και διαφόρους ιατρείας εις δόξαν μεν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις πληροφορίαν δε των σκανδαλιζομένων και δισταζόντων περί της εν ουρανοίς δόξης αυτού και των ομοίων του. 

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Oι Άγιοι Μάρτυρες Αειθαλάς και Ακεψεής

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΑΕΙΘΑΛΑΣ και ΑΚΕΨΕΗΣ ξίφει τελειούνται.          

Αειθαλάς και Ακεψεής οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ της Περσίας εκ πόλεως καλουμένης Αρβήλ. Και ο μεν Αειθαλάς ήτο ιερεύς των ειδώλων, εγένετο δε κοινωνός της εις Χριστόν πίστεως δια τον λόγον ότι και μόνον ως εσκέφθη να υπάγη εις τον Επίσκοπον των Χριστιανών, ευθύς ιατρεύθη εκ της ασθενείας, από την οποίαν έπασχεν, ήτις ήτο ρύσις αίματος. Μαθών λοιπόν και κατηχηθείς υπό του Επισκόπου την εις Χριστόν πίστιν, επανήλθεν εις την ιδικήν του πόλιν, ίνα γίνη και εις τους άλλους διδάσκαλος της ευσεβείας. Επειδή δε διεβλήθη ως Χριστιανός εις τον της πόλεως άρχοντα και ωμολόγησε τον Χριστόν, έκοψαν το ωτίον του και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Ο δε Άγιος Ακεψεής ήτο Διάκονος και συλληφθείς ωμολόγησε την ευσέβειαν. Όθεν δέρεται ανηλεώς και στέλλεται ομού με τον Αειθαλάν εις τον αρχιμάγειρον του βασιλέως (ήτο δε ο αρχιμάγειρος αξίωμα μέγα παρά Πέρσαις)· ο δε αρχιμάγειρος παρουσιάζει αυτούς εις τον βασιλέα, έμπροσθεν του οποίου, κηρύξαντες τον Χριστόν, αμφότεροι απεκεφαλίσθησαν και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Εις τον Θείον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θετόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

«Ιδού συλλήψη εν γαστρί, και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31).

Προβαίνει από την λαμπράν πύλην της ωραιοτάτης ανατολής εκείνη η λευκόμορφος μηνύτρια του Ηλίου, η ροδοδάκτυλος και φωσφόρος αυγή. Και ευθύς, όταν αρχίση εις το αργυροχρυσοσύνθετον πρόσωπον του ουρανού να ζωγραφίζεται η έλευσις του παμφαούς φωστήρος της ημέρας, τότε ο πολύμορφος χορός των αστέρων βιάζεται να φύγη το ταχύτερον, μετ΄ αυτών δε ολοσχερώς αφανίζεται το ζοφερώτατον σκότος της σκοτεινής νυκτός. Εναρμόνιος μουσική, με τα μελωδικά όργανα των πτηνών συντεθειμένη, αντηχεί εις τα χρυσοπράσινα δάση΄ οι άνθρωποι, βυθισμένοι εις βαθύτατον ύπνον, εγείρονται δια τας ποικίλας των ασχολίας. Και ήδη, ως χαριέστατος μηνυτής, εις όλον τον απέραντον Κόσμον ευαγγελίζεται΄ «Ιδού ημέρα ήγγικεν, ιδού εξέλαμψεν». Ομοίως κατά την σημερινήν ημέραν προβαίνει από εκείνην την ηλιοστάλακτον πύλην του ουρανού ο αγλαοπυρσόμορφος του Θεού Αρχάγγελος, ο λαμπρός και καθαρός Γαβριήλ. Και ευθύς ως με τον χαιρετισμόν «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου» (Λουκ. 1: 28), ζωγραφίζει εις την άμωμον γαστέρα της Θεομήτορος Μαριάμ την έλευσιν του αδύτου της δικαιοσύνης Ηλίου, τότε αρχίζει το ταχύτερον να φεύγη η αντίθετος πολυθεϊα των δολίων ειδώλων. Αφανίζονται ολοσχερώς τα σκοτεινότατα σύμβολα του παλαιού νόμου. Η ασύστατος χορεία των απίστων, μη υποφέρουσα το τηλαυγέστατον της αληθείας φως, κρύπτει με την σιωπήν το ασεβέστατον πρόσωπον. Τα στόματα των ιερών Διδασκάλων δεν παύουσι να ψάλλωσι μίαν ακατάπαυστον δοξολογίαν. Το ανθρώπινον γένος, βυθισμένον εις τον ύπνον της αγνωσίας, εγείρεται προς την χριστώνυμον πολιτείαν της Ορθοδόξου Πίστεως΄ και ήδη, με την θεόπνευστον σάλπιγγα ενός χαριεστάτου Ευαγγελισμού του θείου τούτου Αρχαγγέλου προς τον Κόσμον όλον, ευαγγελίζεται προς την Παρθένον΄ «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν (αυτόθι 31). Ω χαρά ανεκδιήγητος! Ω άφρατον θαύμα! Χαρά, επειδή σήμερον ο προαιώνιος Πατήρ ανοίγει τα σπλάγχνα Του και μας χαρίζει τον μονογενή του Υιόν΄ ο Υιός σαρκούται τη συνεργεία του Παναγίου Πνεύματος΄ το Πνεύμα εισέρχεται εις την Παρθένον και η Παρθένος συλλαμβάνει δι΄ ασπόρου συλλήψεως. Θαύμα, επειδή το αθάνατον ενούται με το θνητόν΄ το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος παραλαμβάνει την ανθρώπινον φύσιν και όχι η φύσις το πρόσωπον΄ το αϊδιον και το προσωρινόν εις την αυτήν υπόστασιν διαμένει. Χαρά, επειδή λύεται το κατάκριμα του πρωτοπλάστου Αδάμ και μας χαρίζεται η χάρις, δια την απόκτησιν εκείνου του Παραδείσου, από τον οποίον η παρακοή μας εξώρισε. Θαύμα, επειδή ο ασώματος, ο άσαρκος και άϋλος Θεός, σώμα, σάρκα και ύλην κατεδέχθη να λάβη, φυλάττων εις το αυτό υποκείμενον τελείαν ανθρωπότητα και τελείαν Θεότητα, άνευ μεταβολής της φύσεως, άνευ τροπής των ουσιών, άνευ συγχύσεως των προσώπων. Συ λοιπόν, ω άναρχε Υιέ και Λόγε του προανάρχου Πατρός, ο χαρακτήρ της αϊτητος αυτού και ζώσα πηγή της Σοφίας, Συ τώρα, με την θαυμαστήν σου παντοδυναμίαν, χάρισαι δύναμιν του νοός μου, νουν της ψυχής μου, ψυχήν εις τον λόγον μου και λόγους τω στόματί μου, δια να φανερώσω το σημερινόν μέγα μυστήριον. Συ, όστις εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτίζεις τους αίνους Σου, σόφισόν μου την αγύμναστον γλώσσαν και χύσον την χάριν της ευλογίας Σου εις τα χείλη μου, δια να ασπασθώ και εγώ με τον Γαβριήλ την Παρθένον, λέγων΄ «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου...  Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν» (αυτ. 28-31). Ο σοφός εκείνος Δημιουργός των απάντων Θεός, αφ΄ ου έπλασε τα άϋλα εκείνα τάγματα της ουρανίου Ιεραρχίας, αφ΄ ου εκύκλωσε με διαφόρους σφαίρας τον ουρανόν και ήναψε τους παμφαεστάτους αστέρας εις το γαληνότατον πρόσωπον, αφ΄ ου εθεμελίωσε την ασάλευτον γην, την εζωγράφησε με ευωδέστατα άνθη, την επλούτισε με γλυκυτάτους καρπούς και την επότισε με κρυσταλλίνας πηγάς καλλιρρόων υδάτων, αφ΄ ου εξαπέλυσεν εις τον αέρα τους ζεφύρους και τας αύρας, ελεύκανε με το φως την ημέραν και έβαλε με το σκότος την νύκτα, τέλος δε, αφ΄ ου με τόσον κάλλος και τάξιν εδημιούργησε του ουρανού και της Γης το ωραιότατον σύστημα, κατόπιν, χουν λαβών από της γης, έπλασε και εμόρφωσε τον πρώτον άνθρωπον, τον Αδάμ. Κατ΄ ιδίαν εικόνα τον εμόρφωσε τον πρώτον άνθρωπον, τον Αδάμ. Κατ΄ ιδίαν εικόνα τον ενεψύχωσε με την ζωοποιόν του πνοήν και τον έβαλεν εις τον Παράδεισον της τρυφής, δια να έχη εις όλον τον απέραντον Κόσμον, ως βασιλεύς, το σκήπτρον και το βασίλειον. Αλλ΄ επειδή «τω Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ, επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ΄ αυτής και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα» (Γεν.  2: 20—22). Τοιουτοτρόπως πλασθέν τούτο το αγιώτατον ζεύγος, έλαμπεν ως Ήλιος και Σελήνη μέσα εις εκείνα τα αμάραντα κάλλη του Παραδείσου. Αλλά δεν παρήλθε πολύς καιρός και, κατά συνβουλήν της διαβολικής πλάνης, έπαθεν εκείνη την ζοφεράν και πανώλεθρον έλλειψιν΄ και ενώ εγνώριζεν όλα, δια να θελήση να μάθη περισσότερα, εις τοιαύτην αμάθειαν κατήντησεν, ώστε «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. μη 13, 21). Λοιπόν ο Αδάμ, αφ΄ ότου εδιώχθη από τον Παράδεισον της τρυφής και έπεσεν από την αθανασίαν εις τον θάνατον, έπρεπε να λάβη από την Εύαν το οστούν εκείνο, το οποίον κατά την πλάσιν της έδωκεν΄ αλλ΄ επειδή υπέπεσε και αυτή εις το ίδιον παράπτωμα και κατεδικάσθη εις την ιδίαν φθοράν δεν ηδύνατο να το δώση, ώστε έμεινεν εις την γυναίκα το χρέος. Τι όμως οικονόμησεν η άπειρος του Θεού ευσπλαγχνία, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα; Ηυδόκησεν ο Θεός να πέμψη τον μονογενή Του Υιόν, ο οποίος, από το σκεύος της εκλογής νέος Αδάμ ονομάζεται, «ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α΄ Κορ. ιε: 47), του οποίου η μυστκή Εύα, η θεόπαις Μαριάμ, αποπληρώνει το δάνειον της Προμήτορος, δίδουσα την καθαράν Της σάρκα΄ «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1: 14). Τούτο ψάλλει και η θεόφθογγος Μούσα της Εκκλησίας, ο ιερός Θεοφάνης, εις τους ύμνους της Παρθένου, ως εκ προσώπου Αυτής, λέγων΄ «Της Εύας νυν, δι΄ εμού καταργείσθω κατάκριμα, αποδότω δι΄ εμού το οφείλημα σήμερον΄ δι΄ εμού το χρέος, το αρχαίον δοθήτω πληρέστατον» (Ωδή στ της εορτής). Θαυμαστή υπήρξεν η πλάσις της Προμήτορος, θαυμασιωτέρα όμως και μάλιστα χαριεστέρα είναι η παρούσα ανάπλασις του Υιού και Λόγου. Εκεί ο Αδάμ, αφ΄ ου από την πλευράν του ωκοδομήθη η Εύα, έμεινε σώος ως και πρότερον΄ εδώ η Παρθένος, αφ΄ ότου εξ Αυτής έλαβε σάρκα ο Υιός του Θεού, προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον Παρθένος έμεινεν. Εκεί ο ψυχοφθόρος διάβολος με το δηλητήριον της απάτης, «έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3: 5), όλον το ανθρώπινον γένος εθανάτωσεν΄ εδώ ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, με τον Ευαγγελισμόν «χαίρε», εκήρυξε την σωτηρίαν. Εκεί η Εύα, δια την μεγάλην της υπερηφάνειαν, προελθούσαν από το ξύλον της γνώσεως, έχασε την θείαν Χάριν΄ εδώ η Παρθένος, δια την βαθείαν Της ταπεινότητα, «Ιδού η δούλη Κυρίου» (Λουκ. 1: 38), έγινε Μήτηρ Θεού. Εκεί η Εύα ήκουσε το «Εν λύπαις τέξη τέκνα» (Γεν. 3: 16)΄ εδώ η Παρθένος, «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31). Ω θεία ανάπλασις! Ω αγία αποπλήρωσις! Ω ψυχωφελής Ευαγγελισμός! Θαυμάσατε, άνθρωποι, την άπειρον ευσπλαγχνίαν, την εύσπλαγχνον συγκατάβασιν του Θεού, όστις δεν ηρκέσθη να στολίση τον άνθρωπον με τόσας χάριτας, να τον πλουτίση με τόσας δόξας, να υποτάξη «υποκάτω των ποδών αυτού, πρόβατα και βόας απάσας, έτι δε και τα κτήνη του πεδίου, τα πετεινά του ουρανού και τους ιχθύας της θαλάσσης, τα διαπορευόμενα τρίβους θαλασών» (Ψαλμ. 8: 7—9). Αλλ΄ επειδή, με την απατηλήν συμβουλήν του διαβόλου έπεσεν από την μακαριότητα εις τας δυστυχίας, από την αθανασίαν εις τον θάνατον, από τα χρυσανθέστατα κάλλη του Παραδείσου εις τας ακάνθας και τριβόλους της γης, απεφάσισεν ακόμη να πέμψη τον Μονογενή Του Υιόν, να πάρη φύσιν ανθρώπινον από μίαν γυναίκα, δια να τον αναβιβάση εις την προτέραν κατάστασιν, δια να τον υψώση εις την προτέραν τιμήν, δια να τω χαρίση την προτέραν αθανασίαν. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν» (Ιωάν. 3: 16). Λοιπόν, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, έπρεπε να λάβη τέλος η προ αιώνων βουλή και να πληρωθή αύτη η Θεία απόφασις. Αλλ΄ επειδή το μυστήριον ήτο τόσον υψηλόν, τόσον απόκρυφον, τόσον δυσκατανόητον, ώστε αν τυχόν η Παρθένος ήθελε συλλάβει απλώς και ως έτυχε τον Υιόν του Θεού, δίχως να φανερωθή πρότερον εις αυτήν ο τρόπος, δίχως να ετοιμασθή με τους λόγους Αγγέλου τινός δια την τοιαύτην άσπορον σύλληψιν, ήθελεν ευρεθή εις μέγαν φόβον και ταραχήν, δια τούτο, εις τοιούτον έργον, ως τοιούτος εξελέγει ο μέγας Στρατηγός των ουρανίων Δυνάμεων, ο αστραπόμορφος Γαβριήλ΄ «Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο Άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού» (Λουκ. 1: 26). Εισελθών δε με ευλάβειαν εις την οικίαν της Παρθένου, την ασπάζεται λέγων΄ «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου» (αυτόθι 28). Ως να έλεγε΄ Προς Σε την καθαράν και αμόλυντον Παρθένον έρχομαι από τον ουρανόν ευαγγελιστής Άγγελος΄ εγώ είμαι εκείνος όστις, ομού με τα άϋλα τάγματα, παρίσταμαι εμπρός εις τον φοβερόν θρόνον του Θεού και με ακατάπαυστον δοξολογίαν υμνολογώ την Αγίαν Τριάδα΄ εγώ είμαι εκείνος όστις, εις τους γονείς Σου, τον Ιωακείμ και την Άνναν, εκήρυξα την σύλληψίν Σου και αφ΄ ότου Συ, ανατεθραμμένη όχι τόσον με επίγειον τροφήν, όσον με την χάριν του Πνεύματος, αφιερώθης εις τον Ναόν του Θεού, σε έτρεφα με ουράνιον άρτον΄ εγώ και τώρα πέμπτομαι από τον Ύψιστον Δημιουργόν μας και Πλάστην, δια να σου ευαγγελίσω εκείνην την προαιώνιον βουλήν, την οποίαν η άπειρός Του ευσπλαγχνία απεφάσισεν εις κοινήν ωφέλειαν του ανθρωπίνου γένους. Χαίρε λοιπόν, καθαρώτατον έσοπτρον της παρθενίας΄ χαίρε, έμψυχε εικών του Θεού΄ χαίρε, θεότευκτον άγαλμα της καθαρότητος και θρόνε ηλιοστάλακτε, όπου μέλλει να καθίση ο Βασιλεύς των αιώνων΄ κεχαριτωμένη, έμψυχον πολυσύνθετον των αρετών και θαυμαστή ανακεφαλαίωσις όλων των χαρίτων». «Εις Σε, Παρθένε, βλέπω παρθενίαν τόσον καθαράν, όσον ούτε η γη έχει κρίνους, ούτε η θάλασσα μαργαρίτας, ούτε ο ουρανός καθαρούς τους αστέρας΄ εις Σε σοφίαν τόσον υπέρμετρον, ώστε με αυτήν φωτίζεται ο χορός όλος των ουρανίων ταγμάτων. Εις Σε ταπείνωσιν τόσον βαθείαν, ώστε εις τοιαύτην άβυσσον βυθίζεται πας νους΄ εις Σε αγάπην τόσον θερμήν, ώστε όσαι φλόγες ανάπτουσιν εις τας ψυχάς των άλλων δικαίων, όλαι φαίνονται μικροί σπινθήρε, παραβαλλόμεναι προς την φλόγα της ιεράς σου καρδίας. Εις Σε αγιότητα τόσον άκραν, ώστε κατά το ύψος υπερβαίνει τους ουρανούς΄  τι περισσότερον; «Ο Κύριος μετά Σου». Μετά Σου βλέπω συνδεδεμένον όλον το πλήρωμα της Θεότητος και εις Σε περιησφαλισμένα όλα τα χαρίσματα της Αγίας Τριάδος. «Ευλογημένη Συ εν γυναιξί» (Λουκ. 1: 28). Σε μόνην ηυλόγησε΄ Σε ηγίασε΄ Σε ηγάπησε΄ Σε από όλας τας γυναίκας εξέλεξεν ο Θεός, ως ιδικόν Του κατοικητήριον». «Όθεν, προσφέρων ο πανάγαθος Θεός εις Σε, κοσμοπόθητε Δέσποινα, όλους τους θησαυρούς της θείας Αυτού παντοδυναμίας, Σε έδειξεν εις τον Κόσμον ως το θαυμαστότατον και εξαισιώτατον πλάσμα της παντοκρατορικής Του χειρός. Δια τούτο και εγώ περιχαρώς Σου λέγω΄ «ιδού συλλήψη εν γαστρί» (Λουκ. 1: 31). Μολονότι Παρθένος είσαι καθαρά και δεν εγνώρισας άνδρα, όμως δίχως σποράν, δίχως συνουσίαν τινός, θέλεις συλλάβει εις την αγίαν σου γαστέρα τον Υιόν του Θεού΄ και εις τον κύκλον της ιεράς σου κοιλίας θέλεις χωρέσει εκείνον, τον οποίον δεν χωρούσιν οι ουρανοί. Και τέξη Υιόν! Όταν δε έλθη ο διατεταγμένος καιρός της γεννήσεως, δίχως βλάβην της γαστρός, δίχως φθοράν της παρθενίας σου, ανάμεσα εις τα σκότη της νυκτός, θέλει γεννηθή από Σε απάτωρ, Εκείνος, όστις γεννάται αμήτωρ από τον Θεόν εν ταις λαμπρότησι των Αγίων. Εις την υπόστασιν και διπλούς την φύσιν΄ όλος εις τον ουρανόν εν δεξιά του Πατρός, όλος και εις την γην εις τας ιεράς σου αγκάλας. «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν» (αυτόθι 31). Κατόπιν δε από οκτώ ημέρας, δια να πληρώση τον νόμον ο αρχηγός του νόμου, θέλει περιτμηθή ως Βρέφος΄ και επειδή μέλλει να είναι ο Σωτήρ του ανθρωπίνου γένους, θέλει ονομασθή Ιησούς, όπερ ερμηνεύεται «σωτηρία» «Ούτος έσται μέγας» (αυτόθι 32). «Αφ΄ ου θέλει αρχίσει να εξαπλώνη ούτος ο άδυτος Ήλιος τας ακτίνας της Θείας Του παντοδυναμίας, ούτος διώκων την ψευδώνυμον των ειδώλων πολυθεϊαν, θέλει κάμει να λάμωη εις τας ημαυρωμένας ψυχάς των ανθρώπων το ζωηφόρον φως της αληθινής Πίστεως. Καίτι δε μικρόν Βρέφος, όμως ως κραταιότατος λέων, με βροντόφωνον διδασκαλίαν μέλλει να ελέγξη την μωράν σοφίαν των Ιουδαίων΄ να φυγαδεύση την ασέβειαν και να απειλήση όλον τον Άδην. Και όταν θέλει ανοίξει τους θησαυρούς της ουρανίου δυνάμεως, τότε θέλει μεταβάλει τα ύδατα εις νέκταρα΄ θέλει χαρίσει εις τους τυφλούς το φως, εις τους χωλούς την ανόρθωσιν, εις τους αρρώστους την υγείαν και εις τους νεκρούς την ζωήν. Το όνομά Του θέλουσι τρέμει οι δαίμονες΄ εις τους λόγους Του θέλουν υπακούει τα στοιχεία και η φύσις θέλει βάλει άνω κάτω τους νόμους της εις παν Του πρόσταγμα. «Και Υιός Υψίστου κληθήσεται» (Λουκ. 1: 32). Αν δε παρά τα τόσα θαύματα, το δυσκολόπιστον γένος των Ιουδαίων δεν θέλει Τον πιστεύσει ως Θεόν αληθινόν, θέλει καταβή το Πνεύμα το Άγιον εις τον Ιορδάνην και παρρησία εις όλους θέλει Τον κηρύξει Υιόν Θεού, συναϊδιον, σύνθρονον και συνάναρχον με τον Πατέρα». «Και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυϊδ του Πατρός Αυτού» (αυτόθι). «Τέλος πάντων, επάνω εις ένα σταυρόν, ως εις βασιλικόν θρόνον καθεζόμενος ακανθοστεφανωμένος Βασιλεύς, θέλει δώσει την φοβεράν απόφασιν εναντίον του ψυχοφθόρου διαβόλου και με την τελευταίαν του αναπνοήν, εμψυχώνων τον τεθαμμένον Αδάμ, θέλει τον εγείρει από τον θάνατον εις την προτέραν αθανασίαν. «Και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος» (αυτόθι 33). Δεν θέλει δε παρέλθει πολύς χρόνος και ως εξουσιαστής ζωής και θανάτου, συντρίβων τας σιδηράς πύλας του Άδου και θανατώνων τον ίδιον τον θάνατον, θέλει αναστηθή τροπαιοφόρος και θέλει πετάξει ένδοξος εις τους ουρανούς, όπου, καθεζόμενος εν δεξιά του Πατρός, θέλει βασιλεύσει εις τους αιώνας και της Βασιλείας του δεν θέλει υπάρξει τέλος. Τοιούτον αγιώτατον καρπόν θέλει βλαστήσει η άσπορος και καθαρωτάτη κοιλία Σου΄ τοιούτον ευλογημένον Υιόν θέλεις γεννήσει Συ η ευλογημένη Μήτηρ΄ και θέλεις τον γεννήσει μένουσα παρθένος, ως πρότερον. Και μη θαυμάζης εις τούτο, διότι εκείνος ο ίδιος Θεός, ο οποίος έκαμε και εβλάστησε, δίχως να ποτισθή, η ράβδος του Ααρών, όστις έκαμε και ανέβλυσε δροσερόν ύδωρ από την ξηράν πέτραν εις την έρημον και ευρέθησαν γεγραμμέναι, άνευ χειρός ανθρώπου, αι πλάκες της Διαθήκης, Εκείνος θέλει Σε φυλάξει παρθένον καθαράν μετά την γέννησιν». Ούτοι οι λόγοι του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, αν και εμήνυον χαράς ευαγγέλια, εν τούτοις εις την καρδίαν της Παρθένου επροξένησαν μεγάλην ταραχήν. Όμως, ως σοφή και συνετή, πρώτον καταστέλλει την καρδίαν αυτής από του φόβου, ως λέγει ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, «Ως εν αταραξία γενομένη δέξηται την θείαν απόκρισιν΄ και ως ουκ απιστήσασα, αλλ΄ επιζητούσα να μάθη τον τρόπον του πράγματος, είπε προς τον Άγγελον΄ «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» (Λουκ. 1: 34). Συ, ω θεοειδέστατον πνεύμα, όπερ φέρον μορφήν ανθρώπου μοι ομιλείς λόγους υπέρ άνθρωπον, ειπέ μοι πως είναι δυνατόν να γεννήση παρθένος; Πως είναι δυνατόν να υπάρχη μετ΄ εμού ο Κύριος; Ο Κύριος μετ΄ εμού; Ο Θεός εκείνος ο ύψιστος και απερίγραπτος, όστις ποτέ δεν ήρχισε και ποτέ δεν θέλει τελειώσει, ο άναρχος και ατελεύτητος΄ εκείνη η καθαρωτάτη ουσία, η οποία ποτέ δεν εγεννήθη και πάντοτε ζη και ποτέ δεν γηράσκει ούτε αποθνήσκει΄ εκείνος, λέγω, θέλει ενωθή μετ΄ εμού της ταπεινής γυναικός, ήτις άλλο δεν είμαι, παρά μία ψυχή ριζωμένη εις θνητόν σώμα, γυμνόν όνομα, σκιά ενός σώματος, το οποίον ολίγον ζη και πολύ πάσχει; «Πως έσται μοι τούτο», να είναι μετ΄ εμού του φθαρτού χορταρίου σμιγμένον το πυρ της Θεότητος; Με το πλάσμα ο Πλάστης; Με μίαν παρθένον ο Υιός του Θεού; Και εκείνο το οποίον περισσότερον συγχύζει τον νουν μου και ρίπτει εις άβυσσον τον λογισμόν μου, είναι αυτό το οποίον μοι λέγεις, ότι μέλλω να γεννήσω παρθένος. Και τις είδε ποτέ καρπόν δίχως ρίζαν; Γέννημα δίχως σπόρον; Ποταμόν δίχως πηγήν; Υιόν δίχως πατέρα; Μητέρα δίχως άνδρα; Πως έσται τούτο; Επεί άνδρα ου γινώσκω. Εξήγησέ μου, ω Άγγελε, το μυστήριον΄ ειπέ μοι ταύτης της ασπόρου συλλήψεως τον τρόπον. Πως έσται τούτο; Απεκρίθη ο Άγγελος΄ «Μη εξετάζης, ω Παρθένε, του μυστηρίου τον τρόπον. Όσον ούτος κατανοείται, τόσον διαμένει απόρρητος΄ και όσον πολυπραγμονείται, τόσον συγχύζει τον νουν. Τούτο μόνον σοι λέγω, ότι «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Λουκ. 1: 35). Το Πνεύμα το Άγιον, το αγαθόν, το ηγεμονεύον, η νοερά πηγή της σοφίας, ο των χαρισμάτων θησαυρός, όστις κάμνει τους Προφήτας, όστις τελειοί τους Διδασκάλους, εκείνος θέλει εισέλθει εις την ιεράν σου γαστέρα με θαυμαστήν ενέργειαν και από τα παρθενικά σου σπλάγχνα θέλει θρέψει το πανάχραντον Σώμα του θεανθρώπου Λόγου΄ «και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (αυτόθι)΄ η δύναμις του Θεού θέλει σε ενδυναμώσει, θέλει σε αγιάσει, δια να γίνης δοχείον χωρητικόν της Θεότητος. Ούτως είναι διατεταγμένον εις το μέγα συμβούλιον του ουρανού, εις την γερουσίαν των μακαρίων Αγγέλων. Ούτως ο προαιώνιος Πατήρ προώρισεν, από Σε την Παρθένον να λάβη ομοίωμα ανθρώπου ο Θεός, δια να αποκαταστήση την χαμένην εικόνα της ανθρωπότητος». Με τοιούτους και ομοίους θείους λογισμούς καταπειθομένη η Παρθένος, ήνοιξε, τέλος πάντων, εκείνα τα νεκταρώδη χείλη και με τοιαύτην ταπείνωσιν απεκρίθη προς τον Γαβριήλ. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1: 38). Ωσάν να ήθελεν είπει΄ «Ω Αρχάγγελε, επειδή είσαι αγγελιοφόρος του αληθινού Θεού, εξ ανάγκης και οι λόγοι σου είναι αληθινοί΄ εις την γαλακτομελιρρέουσαν γλώσσαν σου δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται πικρόν δηλητήριον απάτης. Όθεν, αν και δεν είμαι αξία να βαστάσω τον τα πάντα βαστάζοντα, να γεννήσω τον Ποιητήν μου και να γίνω μήτηρ του Πλάστου, όμωςμε πάσαν ταπείνωσιν προσπίπτω και ας γραφή εις εμέ ο θείος Λόγος. Πόκος είμαι κενός, ας καταβή εις εμέ η δρόσος του Παναγίου Πνεύματος. Παρθένος είμαι καθαρά, ας πάρη από εμέ σάρκα ανθρώπινον ο προαιώνιος Θεός΄ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι). Ω βάθος ταπεινώσεως, όπερ μας αναβιβάζει εις τους ουρανούς! Ω θαυμαστή δύναμις μιας παρθένου Κόρης, ήτις με εν «γένοιτο» κάμνει τον Θεόν και ανταλλάσσει με την γην τους αστέρας! Αλλά δια ποίαν αφορμήν, πανακήρατε Κόρη, θεόσοφε Μαριάμ, τώρα, ότε υψώθης εις τόσην μεγαλειότητα και τιμήν, ρίπτεσαι εις τόσην ταπείνωσιν; Τάχα δεν έπρεπε να δοξασθής, αφού έγινες δοχείον χωρητικόν της Θεότητος και θρόνος ηλιοστάλακτος του Βασιλέως της δόξης; Συ τώρα είσαι Μήτηρ Θεού και πως καλείσαι δούλη Κυρίου; «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι). Αλλά φαίνεταί μοι ευλόγως να μοι αποκρίνεται η Παρθένος΄ ότι επειδή με αυτήν κατώκει ο Κύριος, όστις υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσιν χάριν, πρεπόντως εταπεινώθη΄ και γνωρίζουσα, ότι εγγύς ο Κύριος τοις συντετριμμένοις τη καρδία, έπρεπε να ετοιμασθή με πάσαν ταπείνωσιν, δια να δεχθή τον θείον Λόγον. Απελλής ελέγετο εκείνος ο περίφημος ζωγράφος, όστις όσας εικόνας έκαμε, τόσα θαύματα αφήκε. Μέσα δε εις τα άλλα, τα οποία με τόσον κάλλος και επιμέλειαν εζωγράφησεν, εζωγράφησε και ένα στάχυν και επάνω εις αυτόν μίαν περιστεράν τόσον πιστά, ώστε η ιδία φύσις εκοκκίνησε νικημένη από την τέχνην. Όμως περισσότερον κατηγορίαν παρά τιμήν επροξένησεν εις τον Απελλήν αυτή η θαυμαστή ζωγραφία. Επειδή, όσοι την έβλεπον, αν και εθαύμαζον την ωραιότητα των χρωμάτων, την συμμετρίαν των γραμμών, όμως το είδος μόνον εμέμφοντο λέγοντες΄ «Δεν είναι δυνατόν εις μικρός στάχυς ορθός να βαστάζη μίαν περιστεράν, δίχως να κλίνη από το βάρος΄ «Ουχ οίόν τε άσταχυν ακλινή βαστάζειν περιστεράν». Στάχυς φθαρτός, χορτάρι της γης είναι ο άνθρωπος΄ «Άνθρωπος ωσεί χόρτος» (Ψαλμ. ρβ  15), περιστερά είναι το Πανάγιον Πνεύμα΄ «και (είδε) το Πνεύμα ωσεί περιστεράν καταβαίνον επ΄ αυτόν» (Μάρκ. 1: 10). Όταν ο άνθρωπος ίσταται ορθός και σοβαρός με την υπερηφάνειαν, δεν ημπορεί ποτέ να ευρίσκεται μετ΄ αυτού η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος, επειδή «Ακάθαρτος παρά Θεώ παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος»(Παρ. ιστ: 5). Δια τούτο λοιπόν η παναμώμητος Κόρη, ακούσασα από τον Άγγελον, το Πνεύμα το Άγιον΄ «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Λουκ. 1: 35), πρεπόντως, με πάσαν ταπείνωσιν, απεκρίθη΄ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι 38) και μετά τούτους τους γλυκείς λόγους, ως με χρυσήν άλυσον, έσυρεν από τον ουρανόν εις την γην τον Υιόν του Θεού και με μεταφοράν όχι πλέον ακουστήν, τον μετέφερεν από τον κόλπον του Πατρός εις τα παρθενικά και αμόλυντα αυτής σπλάγχνα. Όθεν, ο ίδιος ο Θεός, δια στόματος του Προφητάνακτος, λέγει΄ «Τα λόγια σου υπέρ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. ριη: 103) «αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου» (Ψαλμ. μβ: 3)΄ όπου όρος άλλο δεν είναι παρά η ηγιασμένη γαστήρ της Θεομήτορος΄ το μαρτυρεί ο ίδιος ο Δαυϊδ΄ «Το όρος ο ηυδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ» (Ψαλμ. ξζ: 17), και ο Αββακούμ « Ο Θεός από Θαιμάν ήξει και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος» (Αβ. 3: 3). Τούτο το απόκρυφον μυστήριον της θείας οικονομίας προεικόνιζον οι τύποι και τα αινίγματα και αι ρήσεις των πνευματοφόρων Πατέρων και Προφητών΄ τούτο προεμήνυεν η βάτος, ην είδεν ο Μωϋσής΄ «Παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο» (Εξ. 3:3). Τι; Ότι η βάτος καίεται και «ου κατακαίεται» (αυτόθι). Επειδή η Παρθένος έλαβεν εν εαυτή το πυρ της Θεότητος, δίχως βλάβην της καθαράς της παρθενίας. Τούτο η κλίμαξ του Ιακώβ, «ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν και οι Άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ΄ αυτήν» (Γεν. Κη:12)΄  επειδή, δια μέσου της Μαρίας, ο Θεός κατήλθεν εις την γην και έγινεν άνθρωπος θνητός και ο άνθρωπος ανήλθεν εις τους ουρανούς και απέκτησε την προτέραν αθανασίαν. Τούτο ο αχειρότμητος λίθος του Δανιήλ΄ «Εθεώρεις, Βασιλεύ, έως απεσχίσθη λίθος εξ όρους άνευ χειρός» (Δαν. 2: 34), επειδή, από τας καθαράς σάρκας της Παρθένου εγεννήθη η μυστική πέτρα, ήτοι ο Χριστός, δίχως συνουσίαν ανθρώπου. Τούτο είδε καθαρά ο Προφήτης Ιερεμίας εις τον οίκον εκείνου του τεχνίτου, όστις επάνω εις ένα τροχόν έκαμνε διάφορα αγγεία και επειδή συνετρίβη εν εκ τούτων, πάλιν το έπλασεν ωραιότερον΄ «και κατέβην εις τον οίκον του κεραμέως και ιδού αυτός εποίει έργον επί των λίθων΄ και έπεσε το αγγείον ο αυτός εποίει εν ταις χερσίν αυτού, και πάλιν αυτός εποίησεν αυτό αγγείον έτερον, καθώς ήρεσεν ενώπιον αυτού ποιήσαι» (Ιερ. 18: 3- 4). Ποίος άλλος είναι ο τεχνίτης, ει μη ο Παντοκράτωρ Θεός και Πατήρ; «ης τεχνίτης και δημιουργός, ο Θεός» (Εβρ. 11: 10). Ποίος άλλος τροχός ει μη ο προαιώνιος Λόγος δια του οποίου εδημιούργησεν ο Πατήρ όλα τα κτίσματα; «Πάντα δι΄ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδ΄ εν, ο γέγονεν» (Ιωάν. 1: 3). Λοιπόν επειδή εν από ταύτα τα αγγεία, τα οποία είναι ο προπάτωρ Αδάμ, με την παρακοήν συνετρίβη και αθλίως απημαύρωσε την θείαν Εικόνα, δια τούτο σήμερον πάλιν ανακαινίζει αυτό ο Κύριος ωραιότερον με την ανάπλασιν του νέου Αδάμ, «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α  Κορ, 15: 47), κηρύττει η θεόπνευστος σάλπιγξ της Εκκλησίας. Τούτο εσήμαινε το τόξον εκείνο, περί ου ο Θεός εις τον Νώε, ότι αφ΄ ότου θέλει φανή εις τα νέφη, τότε μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου θέλει υπάρξει σύμβασις και αγάπη΄ «το τόξον μου τίθημι εν τη νεφέλη και έσται εις σημείον διαθήκης αναμέσον εμού και της γης» (Γεν. 9: 13). Όθεν, σήμερον, ότε εφάνη το μυστικόν τόξον, ότε εσαρκώθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, σήμερον εβεβαιώθη η αγάπη μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου΄ «αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας» (Εφ. 2: 14). Τούτο και ο Γαβριήλ εις την Παρθένον ευαγγελίζεται λέγων΄ «ιδού συλλήψη εν γαστρί, και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31). Τώρα εννοώ εκείνο το θαυμαστόν τέρας, το οποίον, δια να ιατρευθή ο αρρωστημένος βασιλεύς, έδειξεν ο Θεός εις τον Προφήτην Ησαϊαν εις το ηλιακόν ωρολόγιον. Έκειτο εις βασιλικήν κλίνην βεβαρημένος από θανατηφόρον ασθένειαν ο βασιλεύς Εζεκίας και ακούων από τον Προφήτην την φοβεράν απόφασιν του θανάτου του, «έκλαυσε κλαυθμώ μεγάλω» λέγει η Αγία Γραφή, ή διότι δεν εγνώριζεν άλλην ιατρείαν από τα ίδια του δάκρυα, ή τάχα ήλπιζε με εκείνα τα πικρά ύδατα των οφθαλμών του, να σβήση την φλόγα του πυρετού, όστις του έτηκε την καρδίαν. Αλλά εν μέσω τούτων των σκοτεινών νεφών της λύπης, έλαμψε το χαριέστατον σημείον της θεραπείας του΄ και τούτο ήτο ο Ήλιος, ο οποίος, στρέψας προς τα οπίσω εννέα γραμμάς εις μίαν μεγίστην σκιάν, από ταύτην πάλιν ανέτειλε και με την νέαν ανατολήν εχάρισε την υγείαν του Εζεκίου (Δ΄ Βασ. κ: 1-11,  Ησ. λη 1-8). Εζεκίας άρρωστος είναι το ανθρώπινον γένος το οποίον, ησθενημένον από την απιστίαν προς τον Θεόν, έκειτο εις βαθύτατον λήθαργον μιας πεισματικής αμαρτίας΄ πλην θεωρούν την ελεεινήν κατάστασιν εις την οποίαν κατήντησεν, ήγειρε τέλος πάντων τα όμματα προς τον ουρανόν και ολοψύχως έκραξεν΄ «Έως πότε, Κύριε, επιλήση μου εις τέλος, έως πότε αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ΄ εμού;» (Ψαλμ. 12: 1). Και πάλιν΄ «ίασαί με, Κύριε, και ιαθήσομαι» (Ιερ. 17: 14). Ελθέ, Κύριε, εις το σώσαι ημάς. Και τότε ο προαιώνιος Πατήρ, όστις δεν ηδύνατο να βλέπη την ιδίαν εικόνα και ομοιότητα εις τας χείρας του Διαβόλου, έδειξε το χαριέστατον σημείον της ανθρωπίνης σωτηρίας και είναι τούτο ο μυστικός Ήλιος της δικαιοσύνης, ο μονογενής Του Υιός, ο οποίος, στρέφων προς τα οπίσω εννέα γραμμάς, ήτοι κατερχόμενος από τα εννέα τάγματα των μακαρίων Αγγέλων, ήλθεν εις την μεγάλην σκιάν, εις την γαστέρα της Αειπαρθένου Μαρίας, καθώς το μαρτυρούσιν οι αγγελικοί εκείνοι λόγοι΄ «και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. 1: 35). Από ταύτην μετ΄ ολίγον χρόνον μέλλει να ανατείλη ως Ήλιος και με την νέαν του ανατολήν θέλει μας θεραπεύσει παντός είδους ασθένειαν και θέλει ζωοποιήσει ημάς νεκρούς όντας τη αμαρτία, κατά το σκεύος της εκλογής «νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία» (Ρωμ. 6: 11) «εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον Υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον Κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι΄ αυτού» (Καθ. Επιστ. Ιωάν. 4: 9). Και ο Αρχάγγελος΄ «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη Υιόν» (Λουκ. 1: 31). Χαίρε, χαίρε λοιπόν, φύσις ανθρώπινος, επειδή σήμερον άρχεται το κεφάλαιον της σωτηρίας σου΄ σήμερον δίδεται το τέλος των παθών σου΄ σήμερον σοι ανοίγεται εκείνη η λαμπρά πύλη του Παραδείσου, την οποίαν σου έκλεισεν η παρακοή΄ σήμερον απολαμβάνεις την ατελεύτητον εκείνην μακαριότητα, την οποίαν σε εστέρησεν η απάτη του διαβόλου. Πάλιν το σκότος λύεται΄πάλιν το φως φανερώνεται΄πάλιν η Αίγυπτος με τα νέφη σκοτίζεται΄ πάλιν ο Ισραήλ με τον στύλον φωτίζεται. Που τώρα η αντίθεος των ειδώλων πολυθεϊα; Που των εθνικών τα μιαρά θυσιάσματα; Που του διαβόλου η παγκόσμιος καταδυναστεία; «Τα αρχαία παρήλθεν ιδού γέγονε τα πάντα καινά»΄ το γράμμα παραχωρεί, το πνεύμα πλεονάζει, η σκιά παρέρχεται, η αλήθεια έρχεται. Χαίρε, επειδή τώρα του πρωτοπλάστου Αδάμ λύεται το αμάρτημα΄ των αμαρτημάτων το σκότος διώκεται΄ ο διωγμός των μακαρίων ψυχών από τον επίγειον Παράδεισον τελειώνει΄ το τέλος των παθών, μας χαρίζεται και η χάρις προς την απόκτησιν της αιωνίου μακαριότητος, μας αποδίδεται. Τώρα η Θεότης ενούται με την ανθρωπότητα, ο άνθρωπος με τον Θεόν, η πίστις με την καρδίαν΄ και Συ, μυριοχαριτωμένη Κόρη, ήτις μας επλούτισας με τόσας δόξας, μας εδόξασας με τόσας τιμάς, μας ετίνησας με τόσας χάριτας, επίστρεψε, παρακαλούμεν Σε, τους ευσπλάγχνους σου οφθαλμούς προς ημάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους Σου, οίτινες, ως ποτε οι Έλληνες του Απόλλωνος, Σοι προσφέρομεν αντί εκατόμβης τον εαυτόν μας. Γνωρίζομεν, ναι, ότι κανέν πράγμα δεν σου συγχύζει την παναγίαν ψυχήν, ει μη η μελωδία των ιδίων σου επαίνων΄ όμως δια να μη φανώμεν τελείως αχάριστοι εις τας απείρους χάριτας, δια των οποίων το γένος μας όλον επλούτισας, δέχθητι τουλάχιστον να Σε ασπασθώμεν και ημείς με εκείνον τον Αγγελικόν ασπασμόν, το, χαίρε το πάσης χαράς προοίμιον. Χαίρε λοιπόν, θεόνυμφε Μαριάμ, πορφυρογέννητε Βασίλισσα των Αγγέλων. Χαίρε, αργυροχρυσόχοε κρίνε της καθαρότητος. Χαίρε, ευανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ηδονών. Χαίρε, παστάς χρυσοπόρφυρε του Ουρανίου Νυμφίου. Χαίρε Συ, ήτις ως βασιλικόν βλάστημα εκ της ρίζης του Ιεσσαί γεννημένη από άκαρπον κοιλίαν, πρώτον είδες το φως της μακαριότητος, από το του Ηλίου΄ πρώτον εστάθης πολίτισσα του ουρανού με την ψυχήν, παρά της γης με το σώμα΄πρώτον θυγάτηρ του προαιωνίου Πατρός, παρά του Ιωακείμ και της Άννης΄ και πριν να πατήσης την γην, κατεπάτησες την κεφαλήν του ιοβόλου δράκοντος. Χαίρε Συ, ήτις με θαυμάσιον τρόπον συλληφθείσα από άγονον μήτραν, έλαμψας εις την κοιλίαν της Μητρός, ως μαργαρίτης εις κόχλον. Εγεννήθης ως όρθρος, στολισμένη με άνθη ουρανίων αρετών, ηύξανες ως Ήλιος, στεφανωμένη με τας ακτίνας της θείας Χάριτος΄ και έζησες ως φοίνιξ, μονοφυές θαύμα της φύσεως εν γεννητοίς γυναικών. Χαίρε Συ, ήτις μόνη από όλας τας γυναίκας κατηξιώθης να γίνης Μήτηρ του Θεού και να βαστάσης εις τον κύκλον της καθαράς Σου γαστρός Εκείνον, ο οποίος εις την παντοδύναμον παλάμην Του βαστάζει όλον τούτον τον οικουμενικόν κύκλον. Χαίρε...  Αλλά τι να είπω περισσότερον;  Και ποίος ρήτωρ, έστω και αν έχη εις το στόμα του όλον τον χρυσόροουν ποταμόν της ευγλωττίας, δύναται ποτέ να διηγηθή τας δόξας εις τας οποίας Σε ύψωσεν ο Θεός; Ή τας χάριτας με τας οποίας ο ουρανός σε επλούτισε; Ποία ανθρωπίνη γλώσσα ημπορεί να εξηγήση τα μεγαλεία με τα οποία εστόλισε την ιεράν σου ψυχήν το Πανάγιον Πνεύμα; Τόσον είναι βαθύ και άπλευστον των απείρων Σου επαίνων το πέλαγος, ώστε εις αυτό και ο νους των μακαρίων Αγγέλων βυθίζεται. Δια τούτο και εγώ, Κεχαριτωμένη Παρθένε, αντιπαρέρχομαι με σιωπήν τας θαυμαστάς Σου αρετάς, θαυμάζων αυτάς μόνον με την διάνοιαν. Και πίπτων εις τους παναχράντους Σου πόδας, άλλο δεν επιθυμώ από Σε, παρά την άμαχόν Σου προστασίαν, προς βοήθειαν του φιλοχρίστου στρατού, προς διωγμόν και εξολόθρευσιν του αντιθέου τυράννου. Έως πότε, πανάμωμε και πανακήρατε Κόρη, το δύστηνον γένος των Ελλήνων θέλει ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφόρου δουλείας; Έως πότε να του πατή τον ευγενικόν λαιμόν ο βάρβαρος Θραξ; Έως πότε έχουσι να βασιλεύωνται από την ημισέληνον αι χώραι εκείναι, εις τας οποίας ανέτειλεν εις ανθρωπίνην μορφήν, από την ηγιασμένην Σου γαστέρα, ο μυστικός της δικαιοσύνης Ήλιος; Ω Παρθένε! Ενθυμήσου, πως εις την Ελλάδα πρότερον, παρά εις άλλον τόπον, έλαμψε το ζωηφόρον φως της αληθινής Πίστεως. Το ελληνικόν γένος εστάθη το πρώτον, όπου ήνοιξε τας αγκάλας, και εδέχθη το θείον Ευαγγέλιον του μονογενούς Σου Υιού΄ το πρώτον, όπου Σε εγνώρισε δι΄ αληθινήν Μητέρα του θεανθρώπου Λόγου΄ το πρώτον, οπού αντεστάθη εις τους τυράννους, οι οποίοι με μύρια βάσανα εγύρευαν να εκριζώσωσιν από τας καρδίας των πιστών το σεβάσμιόν Σου όνομα. Τούτο έδωσεν εις τον Κόσμον τους Διδασκάλους, οι οποίοι με το φως της διδασκαλίας των εφώτισαν τας ημαυρωμένας διανοίας των ανθρώπων. Τούτο έδωσε τους Ποιμένας, οι οποίοι με την ποιμαντικήν ράβδον εξώρισαν τους αιμοβόρους λύκους από το Εκκλησιαστικόν ποίμνιον. Τούτο έδωσε τους γεωργούς, οι οποίοι με το άροτρον του Σταυρού, και με τον ιδρώτα του προσώπου εγεώργησαν τας καρδίας, και σπέρνοντες τον Ευαγγελικόν σπόρον, εθέρισαν τας ψυχάς δια την ουράνιον αποθήκην. Τούτο τους Μάρτυρας έδωσε, οι οποίοι με το ίδιον αίμα των έβαψαν την πορφύραν της Εκκλησίας. Λοιπόν, εύσπλαγχνε Μαριάμ, παρακαλούμέν Σε, δια το Χαίρε εκείνο το οποίον επροξένησεν εις ημάς την χαράν΄ δια τον Αγγελικόν εκείνον Ευαγγελισμόν, όστις εστάθη της σωτηρίας ημών το προοίμιον΄ χάρισαι εις αυτό την προτέραν τιμήν΄ ανάσυρε αυτό από την κοπρίαν της δουλείας εις τον θρόνον του βασιλικού αξιώματος΄ από τα δεσμά εις το σκήπτρον, από την αιχμαλωσίαν εις το βασίλειον. Και αν αυταί αι φωναί μας δεν Σε παρακινούν εις ευσπλαγχνίαν, ας Σε παρακινήσωσιν αυτά τα πικρά δάκρυα, τα οποία τρέχουν από τους οφθαλμούς μας. Αλλ΄ ανίσως και αυτά δεν φθάνωσι, ας Σε παρακινήσωσιν αι φωναί και αι παρακλήσεις των Αγίων Σου, οι οποίοι ακαταπαύστως φωνάζουσιν από όλα τα μέρη της δυστήνου Ελλάδος. Φωνάζει ο Ανδρέας από την Κρήτην΄ φωνάζει ο Σπυρίδων από την Κύπρον΄ φωνάζει ο Ιγνάτιος από την Αντιόχειαν΄ φωνάζει ο Διονύσιος από τας Αθήνας΄ φωνάζει ο Πολύκαρπος από την Σμύρνην΄ φωνάζει η Αικατερίνη από την Αλεξάνδρειαν΄ φωνάζει ο Χρυσόστομος από την βασιλεύουσαν Πόλιν΄ και δεικνύοντές Σου την σκληροτάτην τυραννίδα των αθέων Αγαρηνών, ελπίζουσιν από την άκραν Σου ευσπλαγχνίαν του Ελληνικού Γένους την απολύτρωσιν. Αποδέξου λοιπόν, Παναγία Παρθένε, τα δάκτυά μας, τα οποία συνοδεύουσι το μυστήριον, το οποίον ετελειώθη εις Σε. Διότι καθώς τα δάκρυα τρέχουν χωρίς να βλάψουν τους οφθαλμούς, ούτω και ο θείος Λόγος προήλθεν από την καθαράν Σου μήτραν, δίχως φθοράν της Παρθενίας Σου. Δώσε τόσην δύναμιν εις τους ευσεβείς, εναντίον των ανθρωποκτόνων και αιμοβόρων βαρβάρων, ώστε να σβυσθή τελείως το φως της ημισελήνου, όπως λάμψη έτι περισσότερον του μυστκού Ηλίου η ζωοποιός ακτίς και δοξασθή από όλους το Άγιόν Σου όνομα, συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Ο πανηγυρικός ούτος λόγος εξεφωνήθη παρά του Ηλία Μηνιάτου εν Βενετία τω 1688, όντος έτι τούτου τροφίμου του εκεί περιφήμου Ελληνικού Φροντιστηρίου του εκ Κερκύρας Θωμά Φλαγγίνη, εξ ου πολλοί ένδοξοι άνδρες εξήλθον, μεγάλως συνεργήσαντες εις την ηθικήν αναγέννησιν της Ελλάδος. Ο Μηνιάτης ήγε τότε μόλις το 19ον έτος της ηλικίας του. Βραδύτερον εγένετο Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων, εκοιμήθη δε εν έτει 1714 εις ηλικίαν 45 ετών. Αι υπ΄ αυτού εκφωνηθείσαι κατά καιρούς ομιλίαι περισυλλεγείσαι εξεδόθησαν πλειστάκις εις τύπον υπό τον τίτλον "Διδαχαί", εξ ων παραληφθείς ο πανηγυρικός ούτος παρατίθεται ενταύθα ελαφρώς διασκευασμένος.


"Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ"

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Όλα τα τάγματα, των απ’ αιώνος Αγίων, Προφητών, Αποστόλων, Πατριαρχών, Μαρτύρων, Οσίων, έλαβον Χάριτας και δόξας από τον επουράνιον Θεόν, διά τας αρετάς τας οποίας είχον, ποτέ όμως δεν έφθασαν να λάβουν εκείνας τας Χάριτας τας οποίας έλαβεν η Θεοτόκος από τον Υιόν της και Θεόν. Η Παναγία Παρθένος έλαβεν όχι μόνον όλας τας Χάριτας τας οποίας όλοι ομού οι Άγιοι έλαβον και τας οποίας ουδείς εξ όλων των άλλων Αγίων ηξιώθη να λάβη, αλλ’ επί πλέον έλαβε και έν ακόμη πρωτάκουστον χάρισμα, το να υψωθή επάνω από όλην την υπεξούσιον κτίσιν του Βασιλέως των βασιλέων, να γίνη δηλαδή Βασίλισσα πάσης της κτίσεως και Μήτηρ του μονογενούς Υιού του Θεού.
Χαίρε λοιπόν, Θεόνυμφε Μαριάμ, πορφυρογέννητε Βασίλισσα των Αγγέλων. Χαίρε, αργυροχρυσόχοε κρίνε της καθαρότητος. Χαίρε, ευανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ηδονών. Χαίρε, παστάς χρυσοπόρφυρε του Ουρανίου Νυμφίου. Χαίρε Σύ, ήτις ως βασιλικόν βλάστημα εκ της ρίζης του Ιεσσαί γεννημένη από άκαρπον κοιλίαν, πρώτον είδες το φως της μακαριότητος, από το φως του Ηλίου, πρώτον εστάθης πολίτισσα του ουρανού με την ψυχήν, παρά πολίτισσα της γης με το σώμα, πρώτον θυγάτηρ του προαιωνίου Πατρός, παρά του Ιωακείμ και της Άννης, και πρίν να πατήσης την γην, κατεπάτησες την κεφαλήν του ιοβόλου δράκοντος. Χαίρε Σύ, ήτις με θαυμάσιον τρόπον συλληφθείσα από άγονον μήτραν, έλαμψας εις την κοιλίαν της Μητρός, ως μαργαρίτης εις κόχλον. Εγεννήθης ως όρθρος, στολισμένη με άνθη ουρανίων αρετών, ηύξανες ως Ήλιος, στεφανωμένη με τας ακτίνας της θείας Χάριτος, και έζησες ως φοίνιξ, μονοφυές θαύμα της φύσεως εν γεννητοίς γυναικών. Χαίρε Σύ, ήτις μόνη από όλας τας γυναίκας κατηξιώθης να γίνης Μήτηρ του Θεού και να βαστάσης εις τον κύκλον της καθαράς Σου γαστρός Εκείνον, ο Οποίος εις την παντοδύναμον παλάμην Του βαστάζει όλον τούτον τον οικουμενικόν κύκλον.


Κηρύττομεν λοιπόν, ω ευλογημένη Παρθένε, όλη ψυχή και καρδία τα μεγαλεία Σου ταύτα τα μεγάλα και ασύγκριτα. Κηρύττομεν τας απείρους Σου αρετάς και τας ανεκλαλήτους χάριτας, τας οποίας εχαρίσατο εις Σε το Πνεύμα το Άγιον. Κηρύττομεν την ταπείνωσιν και την υπακοήν, με την οποίαν ελάλησας σήμερον προς τον Γαβριήλ το « Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρημά σου» ( Λουκ.Α:38), και δια την οποίαν ταπείνωσιν, βλέποντές Σε σήμερον νοερώς αναβιβαζομένην επάνω εις τον υψηλότατον θρόνον του Υιού Σου, στεφανωμένην Βασίλισσαν Αγγέλων τε και ανθρώπων, τρέχομεν όλοι με ευλάβειαν και πόθον και προσκυνούντες την Βασιλείαν Σου, δοξολογούμεν και λέγομεν: «Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν». 

Του Οσίου ΛΟΥΚΑ του Νέου Στυλίτου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΛΟΥΚΑ του Νέου Στυλίτου                            
Λουκάς ο θαυμάσιος ούτος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους των βασιλέων Ρωμανού Α΄ του Λεκαπηνού (920-944) και Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου (913-959), υιού Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, γαμβρού δε του Ρωμανού. Επατριάρχευε δε τότε ο Θεοφύλακτος (931-956), υιός γνήσιος του αυτού βασιλέως Ρωμανού. Κατήγετο δε ο Όσιος εκ της Ανατολής υιός ων Χριστοφόρου και Καλής. Ότε λοιπόν εκινήθη κατά τον καιρόν εκείνον ο κατά των Βουλγάρων πόλεμος, τότε η προσταγή των βασιλέων εβίασε και τον Όσιον τούτον να υπάγη εις τον πόλεμον· όθεν συγκροτηθέντος του πολέμου και πολλών μυριάδων ανθρώπων πεσόντων, ούτος ελυτρώθη υπό της θείας Προνοίας. Μετά την θαυμαστήν εκείνην σωτηρίαν του έγινεν ο Όσιος Μοναχός· επειδή δε προέκοψεν εις την άσκησιν, εχειροτονήθη Πρεσβύτερος, εφόρεσε δε και σίδηρα βαρέα δια να καταδαμάζη το σώμα του. Κατά τας εξ ημέρας της εβδομάδος ενήστευε και άλλο δεν έτρωγε, ειμή μόνον την προσφοράν, την οποίαν του έφερον, και λάχανα ωμά. Έπειτα ανέβη επάνω εις στύλον και εις αυτόν διήνυσεν έτη τρία. Επειδή δε ήκουσε θείας φωνής καλούσης αυτόν, πειθόμενος εις τον καλούντα Θεόν, ανέβη εις τον Όλυμπον, έβαλε δε εις το στόμα του λίθον τινά εν είδει χαλινού, δια να μη δύναται να ομιλή. Κατόπιν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν και εκείθεν πάλιν μετέβη εις Χαλκηδόνα, όπου και αναβαίνει επί ετέρου στύλου, μυρία θαύματα ενεργήσας. Ούτω λοιπόν διελθών επί του στύλου έτη τεσσαράκοντα πέντε, προς Κύριον εξεδήμησεν.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Tου Οσίου ΔΑΝΙΗΛ του Στυλίτου.

Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΔΑΝΙΗΛ του Στυλίτου.                                                                                                                           

Δανιήλ ο Όσιος Πατήρ ημών ούτος έζη κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Α΄ του μεγάλου του επικαλουμένου Μακέλλη του βασιλεύσαντος κατά τα έτη (457- 474), κατήγετο δε από την Μεσοποταμίαν της Συρίας, εκ της περιφερείας Σαμοσάτων. Τούτου τον θαυμάσιον και μελίρρυτον Βίον θέλομεν διηγηθή ενταύθα, ελπίζοντες ότι μεγάλως εκ τούτου θέλετε ωφεληθή. Διότι καθώς όταν ομιλή τις προς ανδρείους στρατιώτας περί των διακριθέντων εις πολεμικούς άθλους και τρόπαια διεγείρεται η ψυχή αυτών προς τους πολέμους και γίνονται προθυμότεροι και όσον μάλλον τας ανδραγαθίας των αηττήτων και ισχυρών εκείνων ακούουσι, τοσούτον και αυτοί προθυμοποιούνται και επιθυμούσι να δείξουν ομοίαν ανδρείαν και δύναμιν, τοιουτοτρόπως και όταν διδάσκαλος τις διηγήται τους ασκητικούς Βίους, τους θαυμαστούς αγώνας και τα ένθεα κατορθώματα των εναρέτων ανδρών, προθυμοποιούνται οι ευλαβείς και φιλόχριστοι ακροαταί και παρακινούνται να μιμηθώσι τον επαινούμενον. Ο δε Βίος του θαυμασίου τούτου Δανιήλ είναι ικανός και μόνος αυτός να εγείρη εις πλείονα ζήλον πάσαν ψυχήν ενάρετον και να την παρακινήση εις αγώνας πνευματικούς, να ποθήση με πολλήν ηδονήν τους γλυκυτάτους πόνους της ασκήσεως. Διότι όσον είναι ούτος ο Βίος θαυμασιώτατος, τοσούτον υπάρχει και ωφελιμώτατος, όστις δε αναλόγως της δυνάμεως αυτού θέλει τον μιμηθή, ούτος θέλει κατορθώσει πολλήν αρετήν εις ολίγον διάστημα και θέλει εξασφαλίσει παρά Θεού εις την ουράνιον και αιώνιον αυτού Βασιλείαν αντάμειψιν άπειρον. Προσέχετε λοιπόν εις ταύτην την θαυμάσιον διήγησιν.                         
Ούτος ο θαυμάσιος Πατήρ ημών Δανιήλ ήτο υιός πατρός μεν Ηλία καλουμένου, μητρός δε Μάρθας, οίτινες ήσαν πρότερον άτεκνοι και είχον δια τούτο θλίψιν άμετρον. Μη δυναμένη δε η γυνή να ακούη τους ονειδισμούς του ανδρός δια την πολυχρόνιον αυτής στείρωσιν, εξήλθε κρυφίως από την οικίαν της το μεσονύκτιον και υψώσασα τας χείρας προς ουρανόν, εδέετο μετά δακρύων τοιαύτα προς Κύριον λέγουσα· «Δέσποτα και Βασιλεύ απάσης της κτίσεως, όστις έπλασας εξ αρχής άρσεν και θήλυ τον άνθρωπον, προστάσσων αυτόν να αυξάνωνται και να πληθύνωνται, δέομαι της ευσπλαγχνίας σου, παντοδύναμε, να με λυπηθής την αναξίαν και να λύσης την στείρωσιν της κοιλίας μου, δίδων και εις εμέ τεκνογονίαν, καθώς εχάρισες εις την Σάρραν κατά το γήρας αυτής τον Ισαάκ, εις την Άνναν τον Σαμουήλ και εις την Ελισάβετ τον μέγαν Πρόδρομον, και σου υπόσχομαι να σου αφιερώσω το τέκνον, το οποίον θα γεννήσω, καθώς και η Άννα εποίησεν». Ούτω προσευχομένη εισήλθεν εις την οικίαν της και ως απεκοιμήθη, βλέπει εις το όραμά της ότι κατέβησαν δύο μεγάλοι φωστήρες ως δίσκοι στρογγυλοί εκ των ουρανών και ίσταντο άνωθεν της κεφαλής αυτής. Τούτο ίσως να εσήμαινε την αρετήν του παιδός, όστις έμελλε να γεννηθή εξ αυτής· διότι μετά την όρασιν αυτήν συνέλαβε και έτεκε τον μακάριον Δανιήλ.                                                                                                                
Όταν το παιδίον έφθασεν εις το πέμπτον έτος της ηλικίας του, επήγαν οι γονείς του εις το Μοναστήριον και το αφιέρωσαν εις τον Θεόν κατά την υπόσχεσιν. Ο δε Ηγούμενος δεν το εκράτησε τότε εις την Μονήν έως ου μεγαλώση και γίνη η αναχώρησις με την γνώμην του παιδίου. Όταν λοιπόν έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, καταφρονήσας συγγενείς και φίλους, πλούτον και δόξαν και όλα τα του κόσμου τούτου θέλγητρα δια την αγάπην του Κτίστου, επήγεν εις τι Κοινόβιον και πεσών εις τους πόδας του Προεστώτος παρεκάλει αυτόν να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος, βλέπων αυτόν πολύ νέον, εδίσταζε, μήπως δεν δυνηθή να υποφέρη την κακοπάθειαν και προσεπάθει να τον εμποδίση, επειδή ήτο τότε ετών δώδεκα· τον παρεκίνει λοιπόν να μείνη ολίγον ακόμη καιρόν εις τον οίκον των, έως ότου να συνειθίση νηστείαν, αγρυπνίαν και πάσαν άλλην σκληραγωγίαν της ασκήσεως. Ο δε Δανιήλ σαφώς και θαυμαστώς απεκρίνατο, λέγων προς αυτόν· «Και εγώ, Πάτερ μου, δια την αυτήν αιτίαν ποθώ να γίνω Μοναχός, δια να ζήσω με τον Χριστόν και να αποθάνω δια τον κόσμον σωματικώς». Αφ΄ ου λοιπόν ο Ηγούμενος με διαφόρους λόγους προσεπάθησε να τον εμποδίση και δεν ηδυνήθη, συνεβουλεύθη περί αυτού και τους αδελφούς, οίτινες ιδόντες την πολλήν προθυμίαν του παιδός εθαύμαζον και ηννόησαν ότι ο Θεός τον εφώτισεν· όθεν συγκατένευσαν και έμεινεν εις την συνοδείαν των ο Δανιήλ, όστις και εις τους αγώνας υπερτέρησεν άπαντας, διάγων από όλους τους άλλους εναρετώτερα. Τούτο μαθόντες και οι γονείς του εχάρησαν και απελθόντες εις την Μονήν παρεκάλεσαν τον Προεστώτα να τον κάμη έμπροσθέν των Μοναχόν· και ούτως εποίησε, παρήγγειλε δε εις αυτούς ίνα μη έρχωνται συχνά εις το Μοναστήριον. Έμεινε λοιπόν ο μακάριος αυξάνων και προκόπτων ψυχικώς.                                     
Αφού δε εχρημάτισεν αρκετά έτη εις το Κοινόβιον, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, εις τους οποίους ο Κύριος έπαθεν, έτι δε να ίδη και τον θαυμάσιον Συμεών τον Στυλίτην, να λάβη την ευλογίαν του. Όθεν εζήτησεν από τον Προεστώτα συγχώρησιν, εκείνος όμως ουδόλως ήθελε να τον αφήση. Αλλ΄ ύστερον και παρά την θέλησίν του τού έδωσε την συγχώρησιν. Επειδή έχων ανάγκην να υπάγη δι΄ εκκλησιαστικάς φροντίδας εις Αντιόχειαν, έλαβε μετ΄ άλλων τινών αδελφών και τον Δανιήλ εις την συνοδείαν του· όταν δε διήρχοντο από το χωρίον Τελλαδάν, εις το οποίον ησκήτευεν ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης, πλησιάσαντες εις τον στύλον, εθαύμαζον το ύψος αυτού και την τραχύτητα του τόπου και ότι υπέμεινεν ο γενναίος εκείνος την ψυχρότητα του χειμώνος, την καύσιν του θέρους, την των ανέμων βίαν και των χιόνων και όμβρων την δριμύτητα. Ταύτα συλλογιζόμενοι, οι μεν άλλοι ενόμιζον τοιούτον αγώνα μάταιον και άκαιρον. Ο δε μακάριος Δανιήλ όχι μόνον εθαύμαζεν, αλλά παρεκινείτο προς ζήλον εκείνου και μίμησιν. Όταν λοιπόν ωμίλησαν αυτοί προς τον Όσιον και τον εχαιρέτησαν, έκυψεν εκείνος από το ύψος του στύλου και τους είπε να βάλουν την κλίμακα να αναβούν· αλλά οι άλλοι δεν ηθέλησαν, ο μεν ασθένειαν, ο δε γήρας και άλλας αιτίας προφασιζόμενοι· ο δε θαυμάσιος Δανιήλ έδραμε προθύμως και ασπασάμενος αυτόν, απέλαβε τον μισθόν του κόπου του πλούσιον, διότι ο μέγας Συμεών τον ηυλόγησε και του προεφήτευσε την μέλλουσαν αρετήν αυτού, ταύτα λέγων· «Ανδρίζου, τέκνον, διότι πολλούς πόνους μέλλεις να υπομείνης δια τον Κύριον, όστις θέλει σου δώσει δύναμιν και βοήθειαν να νικήσης έως τέλους τον δαίμονα».                                                                                     
Λαβών λοιπόν την ευχήν του Συμεών ο Δανιήλ κατέβη και επήγε με τον Ηγούμενον, ο οποίος εις ολίγον καιρόν ετελεύτησεν. Οι δε Μοναχοί παρεκάλουν όλοι τον Δανιήλ να τον ψηφίσουν Προεστώτα, αλλά δεν ηθέλησεν ο αείμνηστος, δια να μη έχη φροντίδα και μέριμναν, επειδή όμως τον ηνάγκαζον να δεχθή έφυγε κρυφίως και επήγε πάλιν εις τον ηγαπημένον του Συμεών, μετά του οποίου παρέμεινεν ολίγας ημέρας και του εζήτησε συγχώρησιν, να υπάγη να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα, έπειτα δε να μείνη εις την ενδοτέραν έρημον. Ο Συμεών όμως τον ημπόδιζε, λέγων ότι ήσαν κίνδυνοι εκ των πολέμων των βαρβάρων. Ο νέος όμως δεν υπήκουσεν, αλλ΄ εκίνησεν εις οδοιπορίαν προθύμως, έχων προς Κύριον τας ελπίδας του και περιπατήσας ολίγην οδόν, συνήντησεν αυτόν λευκογένης τις Μοναχός, παρομοιάζων με τον Στυλίτην, όστις τον ηρώτησε που επορεύετο. Ο δε απεκρίνατο· «Εάν θέλη ο Θεός προς Ιεροσόλυμα». Λέγει ο Γέρων προς αυτόν· «Καλά είπες, εάν θέλη ο Κύριος· γνώριζε λοιπόν ότι δεν είναι θέλημα Θεού να θέσης την ζωήν σου εις κίνδυνον· δεν ήκουσες την ταραχήν και την σύγχυσιν η οποία υπάρχει εκεί»; Ο δε απεκρίνατο· «Ήκουσα τούτο, αλλ΄ έχων τον Θεόν βοηθόν μου ελπίζω να μη μου τύχη καμμία κάκωσις· εάν δε και με εύρη ο θάνατος, δεν βλάπτεται η ψυχή μου εκ της αιτίας ταύτης».                                                           
Τότε ο Γέρων έδειξε σχήμα σοβαρόν, επειδή ο Δανιήλ δεν ήθελεν να υπακούση και λέγει προς αυτόν· «Ποίησον τον λόγον μου, τέκνον, προς το συμφέρον σου. Κατά το παρόν μη υπάγης, μόνον άπελθε εις το Βυζάντιον να προσκυνήσης πολλάς Εκκλησίας και να ίδης ιερά και άξια πράγματα· εάν δε ποθής να ησυχάσης, ύπαγε εις την Θράκην ή εις το στόμα του Πόντου και μη νομίζης ότι μόνον εις τα Ιεροσόλυμα ευρίσκεται ο απερίγραπτος Θεός, αλλ΄ εις πάντα τόπον». Ταύτα συνομιλούντες εις την οδόν έφθασαν εις εν Μοναστήριον και ηρώτησεν ο νέος τον Γέροντα, εάν ήθελε να παραμείνωσιν εκεί έως την επομένην. Λέγει δε προς αυτόν ο Γέρων· «Ύπαγε πρότερον συ, έπειτα έρχομαι και εγώ κατόπιν σου». Εισελθών λοιπόν ο Δανιήλ ανέμενεν επί ώραν πολλήν τον φανέντα γηραιόν, αλλ΄ εκείνος δεν εφάνη καθόλου. Όθεν ασπασάμενος τους αδελφούς εδείπνησε και την νύκτα φαίνεται ο γηραιός εις τον ύπνον του και του είπε να υπάγη ταχέως εις το Βυζάντιον, καθώς και έξυπνον τον συνεβούλευσεν. Ο δε εγερθείς το πρωϊ διελογίζετο, τις να ήτο εκείνος, ο οποίος εφάνη εις αυτόν, άνθρωπος ή Άγγελος; Τότε, θεία Χάριτι, εγνώρισεν ότι ο μέγας Συμεών ο φίλος του τον ενουθέτησε να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να ωφεληθώσι πολλοί εξ αυτού.                                                   
Λαβών λοιπόν συγχώρησιν από τον Προεστώτα του Μοναστηρίου εκείνου ανεχώρησε και φθάσας εις το Βυζάντιον έμεινεν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όστις είναι εις τα μέρη της Προποντίδος, ακούσας δε ότι εις άλλον τινά τόπον υψηλόν εκεί πλησίον, καλούμενον Ανάπλουν, ήτο ναός ειδωλικός, εις τον οποίον κατώκουν πονηρά πνεύματα και έπνιγον τους πλέοντας εις εκείνα τα μέρη και όλους τους οδοιπόρους εκακοποίουν και εζημίωνον, ηθέλησε να μιμηθή τον μέγαν Αντώνιον· όθεν απήλθεν εις τον ρηθέντα ναόν κρατών τον Σταυρόν του Χριστού ως όπλον αήττητον και ψάλλων ταύτα· «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι»; (Ψαλμ. κστ: 1). Εσφράγισε λοιπόν τας τέσσαρας γωνίας του Ναού με το σημείον του Τιμίου Σταυρού, ποιήσας και μετανοίας όσας ηδύνατο· το δε εσπέρας ήλθεν ο άρχων του σκότους και ποιών σύγχυσιν και θόρυβον άμετρον έρριπτε λίθους να τον φονεύση ο τρισκατάρατος. Ο δε Άγιος ίστατο αφόβως προσευχόμενος. Παρήλθον λοιπόν η πρώτη και η Δευτέρα νύκτες ούτως αοράτως υπ΄ αυτών πολεμούμενος και την τρίτην είδε μεγάλους τινάς και γιγαντιαίους ανθρώπους, μαύρους την όψιν και φοβερούς, οι οποίοι τον ηπείλουν λέγοντες· «Ποίος σου έδωκε την εξουσίαν ταύτην, άθλιε, να έλθης εδώ, να μας διώκης από τον οίκον μας»; Ταύτα λέγοντες οι δαίμονες εποίουν σχήματα, ότι ήθελον να τον πνίξωσιν εις την θάλασσαν και του έρριπτον λίθους φωνάζοντες, αλλ΄ ουδείς ετόλμα να τον πλησιάση. Ο δε Άγιος πρώτον μεν και ούτος τους ηπείλει έχων εις τον Θεόν το θάρρος του· έπειτα βλέπων ότι ήσαν αναίσχυντοι και του έδιδον περισσοτέραν ενόχλησιν, έκλεισεν όλας τας πύλας του ναού και τα παράθυρα, δια να δείξη ότι δεν τους φοβείται, μόνον μίαν θυρίδα αφήκε, δια να ομιλή με εκείνους, οίτινες θα ήρχοντο να τον ίδωσι και να λαμβάνη και ολίγην τροφήν του σώματος. Ούτω λοιπόν με νηστείας και προσευχάς ενίκησε τον πειράζοντα, καταργήσας όλας τας μηχανουργίας αυτού με του Εσταυρωμένου την δύναμιν και έμεινεν ο τόπος εκείνος όλος εις το εξής απείρακτος και δεν έβλαπτον πλέον οι δαίμονες ως έπρατον πρότερον· όθεν ηκούσθη η φήμη του Οσίου πανταχού και συνήγοντο άπειρα πλήθη ανδρών τε και γυναικών να τον βλέπωσι και εδόξαζον τον Θεόν θαυμάζοντες, ότι εκεί όπου οι δαίμονες, κατώκουν το πρότερον ελατρεύετο ο Δεσπότης Χριστός εις το ύστερον. Ο δε φθονερός και μισάνθρωπος, όταν είδε την ωφέλειαν του λαού, ηγριώθη και μη δυνάμενος να διώξη αυτός τον Όσιον, έσπειρε ζιζάνια και κακούς λογισμούς εις τους εξουσιάζοντας τον ναόν και τα περίχωρα, να τον διώξουν από τον τόπον των. Επήγαν λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι εις τον Επίσκοπον του Βυζαντίου, παρακαλούντες αυτόν να διώξη τον Όσιον. Αλλ΄ ο Αρχιερεύς (όστις ήτο ο Ανατόλιος), ως φρόνιμος και ενάρετος, δεν τους ήκουσεν, αλλ΄ έστειλεν εντίμως και ευλαβώς να τον φέρωσι, δια να γνωρίση την γνώμην του· ερωτήσας δε αυτόν τις ήτο και διατί ήλθεν εις εκείνα τα όρια, απεκρίθη ότι ο Κύριος τον απέστειλε. Τότε ο Επίσκοπος, ταύτα ακούσας, ετίμησε τον Άγιον καθώς έπρεπεν,ευφρανθείς εις τα θεία του λόγια. Μετά καιρόν ησθένησεν ο άνωθεν Ανατόλιος και προσκαλεσάμενος πάλιν τον Όσιον, παρεκάλεσεν αυτόν να ποιήση δέησιν προς τον Θεόν δι΄ αυτόν. Τότε ο Δανιήλ ως υπήκοος δεν ημέλησεν, αλλά κλίνας τα γόνατα προσηύξατο, ο δε Θεός επακούσας της δεήσεως τού δούλου του εθεράπευσε τον Πατριάρχην και πάντες εθαύμασαν. Ο δε θαυματουργός δεν εζήτησεν άλλο χάρισμα, ειμή μόνον να συγχωρήση εκείνους, οι οποίοι τον εσυκοφάντησαν αδίκως· τότε ο Αρχιερεύς απεκρίνατο· «Όχι μόνον να τους συγχωρήσω, αλλά και να τους ευχαριστήσω είναι πρέπον, διότι ήσαν η αιτία και εγνώρισα σε τον σωτήρα και ευεργέτην μου». Μετά ταύτα έλεγεν ο Αρχιερεύς εις τον Όσιον να του χαρίση Μοναστήριον και δωρήματα και να τον έχη εις την συνοδείαν του πάντοτε. Ο δε Όσιος δεν ηθέλησεν τίποτε από αυτά, μόνον επιστρέψας πάλιν εις τον ναόν ενεκλείσθη ως πρότερον και εποίησεν εν αυτώ έτη εννέα, μετά τα οποία τον προσεκάλεσεν εις τελειοτέραν πολιτείαν η θεία Πρόνοια και του εφανέρωσε προδήλως τα μέλοντα· ελθών δηλαδή εις έκστασιν, είδε στύλον νεφέλης πολύ υψηλόν, εις την κορυφήν του οποίου ίστατο ο θαυμαστός Συμεών, με δύο αστραπηφόρους νέους λέγων προς αυτόν· «Ανάβα, Δανιήλ, προς με». Ο δε απεκρίνατο· «Πώς να δυνηθώ να αναβώ τοσούτον ύψος, Κύριε»; Τότε ο Συμεών προστάσσει τους νεανίσκους και τον ανεβίβασαν, εναγκαλισθείς δε αυτόν τον έλαβε και τον ανεβίβαζεν εις τον ουρανόν αγαλλόμενος και τότε πάλιν του εφώνησε λέγων· «Ανδρίζου, Δανιήλ, και ίστασο γενναίως». Από την φωνήν αυτήν ήλθεν ο Δανιήλ εις εαυτόν και ηννόησεν ότι η όρασις ήτο από τον Θεόν, όστις τον προσεκάλει να αναβή εις τον στύλον, όπως και έγινεν εις ολίγον καιρόν και έλαβεν ο Δανιήλ εκ Θεού την χάριν διπλήν ως ο Ελισσαίος από τον διδάσκαλον αυτού· και προσέχετε ακριβώς ίνα λάβητε ψυχικήν αγαλλίασιν.                                                                                                                             
Κατά τον καιρόν εκείνον ο Στυλίτης Συμεών ετελεύτησεν, ο δε μαθητής αυτού Σέργιος έλαβε το κουκούλιον αυτού και το επήγαινεν εις τον βασιλέα ως δώρον πολύτιμον. Αλλά κατ΄ οικονομίαν Θεού δεν εύρεν εύκαιρον τον βασιλέα, διότι ήτο απησχολημένος με τας φροντίδας του πολέμου και τας άλλας μερίμνας. Όθεν εκίνησεν ο Σέργιος να υπάγη εις την Μονήν των Ακοιμήτων χάριν προσκυνήσεως. Αφού λοιπόν επλησίασεν εις τον τόπον του Δανιήλ, ήκουσε την φήμην αυτού, διότι διηγούντο την θαυμάσιον πολιτείαν του εις όλα εκείνα τα περίχωρα. Όθεν έχων πόθον να τον ίδη, επήγεν εκεί με την συνοδείαν του και χαιρετήσαντες αλλήλους, είπεν ο Σέργιος προς τον Δανιήλ την του μακαρίου Συμεών αποβίωσιν. Ο δε Όσιος πάλιν διηγήθη εις τον Σέργιον την ρηθείσαν όρασιν, εκείνος δε γνωρίσας ότι ήτο Θεού θέλημα να γίνη ο Δανιήλ διάδοχος του Στυλίτου Συμεών, έδωκεν εις αυτόν το κουκούλιον. Ο δε Θεός έδειξε πάλιν οπτασίαν εις τον Σέργιον δια τον Δανιήλ, δια να φανερώση ότι ήτο και αυτός σκεύος εκλογής, κατά τον Παύλον, και έμελλε να επιχειρισθή πολιτείαν υψηλοτέραν και θαυμάσιον. Είδε λοιπόν τρεις νέους ωραίους, λέγοντας προς αυτόν· «Σέργιε, ειπέ εις τον Δανιήλ να εξέλθη από το ειδωλείον και να ετοιμασθή προς αγώνα μεγαλύτερον».                                                                   
Ταύτα ακούσας από τον Σέργιον ο Όσιος και ενθυμούμενος την προτέραν όρασιν, εβεβαιώθη ότι ήτο εκ Θεού να αναβή όπως και ο Συμεών εις τον κίονα· όθεν έστειλεν αυτόν να ερευνήση εις όλην εκείνην την περιοχήν δια να εύρη τόπον ήσυχον και κατάλληλον. Ο δε  Σέργιος, ερευνήσας εις όλας τας κορυφάς των ορέων του τόπου εκείνου, έφθασεν εκεί όπου ήτο θέλημα του Κυρίου να κατοικήση ο δούλος του, και τότε είδε το εξής θαυμάσιον· είδε περιστεράν λευκήν, ήτις επέτα πυκνά και πάλιν εκαθέζετο εις τον αυτόν τόπον. Ιδών δε αυτήν ότι ούτω πολλάκις κατέπιπτεν, ενόμισεν ότι ήτο περιπεπλεγμένη εις δίκτυα· όθεν πλησιάσας δια να ίδη καλλίτερον, επέταξεν αύτη υψηλά και πλέον ποσώς δεν εφάνη καθόλου. Εννοήσας λοιπόν την σημασίαν του πράγματος και βλέπων τον τόπον επιτήδειον, έδραμεν εις τον Όσιον και διηγήθη εις αυτόν λεπτομερώς άπαντα τα γενόμενα. Ταύτα ακούσας ο Όσιος εχάρη και προστάσσει να οικοδομήσωσι μετά σπουδής τον στύλον. Αφού δε έκτισαν την κεφαλήν, ήτοι το άνωθεν μέρος του κίονος, εξήλθεν ο Όσιος νύκτα τινά κρυφίως από τον Ναόν και ανελθών εις τον κίονα προσηύξατο λέγων· «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, όστις με ηξίωσας τοιούτων αγαθών. Γνωρίζεις, Κύριέ μου, ότι αναβαίνω εις τούτον τον κίονα έχων εις Σε τας ελπίδας μου· λοιπόν προσδέχου την πρόθεσίν μου και δος μοι δύναμιν να τελέσω τον αγώνα τούτον τον πολυώδυνον».                                                                                                             
Έμεινε λοιπόν ο Όσιος εις τον στύλον υπομένων με καρτερίαν θαυμάσιον τον καύσωνα της ημέρας και την ψυχρότητα της νυκτός. Μη υποφέρων δε ταύτα ο μισόκαλος και πατήρ του φθόνου, εδοκίμασε να του εμποδίση την πρόθεσιν και έσπειρε ζιζάνια εις τον αυθέντην του τόπου, όστις ωργίζετο κατά του Οσίου, ότι έκτισε τον στύλον χωρίς να λάβη την άδειάν του. Απελθών λοιπόν ανέφερεν εις τον βασιλέα και εις τον Πατριάρχην Γεννάδιον, όστις ή από φθόνον ή δια την αγάπην του άρχοντος, όχι μόνον προσέταξε να καταβιβάσουν τον Όσιον από τον στύλον, αλλά και επετίμησεν αυτόν ως ανήκοον. Απελθών λοιπόν ο εξουσιαστής του τόπου, Γελάνιος ονόματι, με άλλους τινάς εις την συνοδείαν του, εμελέτα να καταστρέψη τον στύλον ομού με τον Όσιον. Αλλ΄ ο παντοδύναμος Θεός, ο δοξάζων τους αυτόν δοξάζοντας, προσέταξε τα στοιχεία της φύσεως και ενώ ήτο γαλήνη μεγάλη και ουρανός ανέφελος ήλθον αίφνης βροχή δυνατή και χάλαζα μεγάλη, ήτις κατέκαυσεν όχι μόνον τας σταφυλάς των αμπελώνων, αλλ΄ έπεσον και τα φύλλα αυτών και δεν έμεινε να τρυγήσουν τίποτε. Παρ΄ όλον όμως αυτό το θαυμάσιον, δεν έπαυσε την οργήν ο Γελάνιος, αλλά προσέταξε τον Όσιον να καταβή ταχέως από τον κίονα. Ο δε Όσιος κατέβαινε με ταπείνωσιν· και όταν ήτο εις το έκτον σκαλίον της κλίμακος, βλέπων τους πόδας αυτού τον ηυλαβήθη ο Γελάνιος, διότι ήσαν καταπληγωμένοι από το στάσιμον και τον παρεκάλεσε να αναβή πάλιν επάνω ως πρότερον και να τον συγχωρήση δια το πταίσιμον. Ύστερον μάλιστα του έκαμε τον στύλον υψηλότερον, παχύτερον και στερεώτερον και ανέφερε προς τον βασιλέα δια την υπομονήν και την γενναιότητα του Οσίου.                                   
Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθε γηραιός τις νομικός, βαστάζων τον υιόν του, όστις είχε δεινόν δαιμόνιον και αποθέσας αυτόν πλησίον του στύλου, παρεκάλει τον Όσιον μετά δακρύων να σπλαγχνισθή τον πάσχοντα. Ο δε είπε προς αυτόν· «Εάν πιστεύης ότι δύναμαι να τον θεραπεύσω, να γίνη κατά την πίστιν σου». Ταύτα λέγων ο Όσιος προσέταξε τους μαθητάς του να δώσουν εις τον ασθενή να πίη έλαιον. Τότε έρριψε και ετάραξεν αυτόν το δαιμόνιον και εφώναζε λέγον· «Εξέρχομαι»· και ούτως ο ασθενής εξήμεσεν αίμα μαύρον πυκνόν και ελυτρώθη του δαίμονος. Ο δε πατήρ του παιδός έκλαιεν από την χαράν του, ευχαριστών τον ιατρόν· ο δε ιαθείς έμεινε πλησίον του Αγίου και εγένετο Μοναχός, καταφρονών πάσαν κοσμικήν ματαιότητα και σαρκικήν ηδυπάθειαν.           
Άλλος δε τις, Κύρος το όνομα, έπαρχος το αξίωμα, όστις έγινε μετά ταύτα Επίσκοπος Κοτυαείου, είχε θυγατέρα δαιμονιζομένην, Αλεξανδρείαν ονόματι, την οποίαν έφερεν εις τον Άγιον με άλλην τινά ομοίως δαιμονιώσαν, ήτις ήτο γυνή του συγγάμβρου του, τας οποίας ο Όσιος με την προσευχήν εθεράπευσεν. Όθεν ο Κύρος ευχαριστήσας τον Όσιον, ως εγγράμματος όπου ήτο, συνέθεσεν εν επίγραμμα, το οποίον και εχάραξε πελεκητόν εις τον κίονα, έλεγε δε τούτο τα εξής: «Μεσσηγύς γαίης τε και ουρανού ίσταται ανήρ, πάντοθεν ορνύμενος και ου τρομέων ανέμους. Τροφή δ΄ αμβροσίη τρέφεται και ανέμονι δίψη. Ίχνια ριζώσας κίονι διχθαδίω Δανιήλ δε ρύζει, Υιέα κηρύττων μητρός απειρογάμου». Δηλαδή· εν τω μέσω της γης και του ουρανού ίσταται άνθρωπος τις, από τους ανέμους όλους σειόμενος και πολεμούμενος, μηδόλως δ΄ αυτούς φοβούμενος. Τρέφεται δε με τροφήν ουράνιον και πίνει άνεμον εις την δίψαν του, στερεώσας δε τους πόδας του εις στύλον δίχαλον, βοά Δανιήλ ο θαυμάσιος, κηρύττων τον Υιόν της απειρογάμου Μητρός, Θεόν  αληθέστατον.                                                                                                                              
Κατ΄ εκείνον τον καιρόν εβασίλευε και ο Λέων Α΄ ο Μακέλλης (457-474). Ούτος είχε πόθον πολύν να γεννήση η θυγάτηρ του Αριάδνη παιδίον αρσενικόν, δια να γίνη κληρονόμος της βασιλείας του. Απήλθε λοιπόν εις τον στύλον και βάζει μεσίτην προς τον Θεόν τον Δανιήλ, να παρακαλέση τον Κύριον να της δώση τέκνον κατά τον πόθον του. Ο δε Όσιος του λέγει· «Το ερχόμενον έτος θέλει γεννήσει παιδίον η θυγάτηρ σου, την δείνα ημέραν και μη λυπείσαι». Και, ω του θαύματος! την ορισθείσαν ημέραν εγέννησεν άρρεν η βασιλίς κατά την προφητείαν του Οσίου και πάντες εξέστησαν. Τότε ο βασιλεύς δι΄ ανταμοιβήν διέταξε και του έκτισαν και έτερον στύλον. Επήγε λοιπόν παντού η φήμη του Οσίου· όθεν και η βασίλισσα Ευδοκία, όταν ηλευθερώθη από την Αφρικήν, επήγε να τον ίδη και με πολλήν ευλάβειαν τον ετίμησε και πολύ τον παρεκάλεσε να υπάγη να κατοικήση εις τους τόπους αυτής, αλλά δεν ηθέλησεν· ευχαριστήσας δε την καλήν της γνώμην, απεκρίθη ότι δεν πρέπει να μεταβαίνη τις από τόπου εις τόπον, ως ακατάστατος. Ταύτα ειπών ηυλόγησεν αυτήν, αφού δε εκείνη ανεχώρησεν ανέβη εις τον στύλον του Γελανίου, όστις ήτο ο υψηλότερος και διήγε διαγωγήν θαυμασιωτέραν, τόσον ώστε ο δαίμων εφθόνησε και του έπλεξε πάλιν άλλους δόλους. Παρεκίνησε δηλαδή τους αιρετικούς, οι οποίοι ήσαν εις το Βυζάντιον, να του δώσουν ενόχλησιν, εκείνοι δε ευρόντες γυναίκα του έρωτος άσεμνον, ονόματι Βασιανήν, από την Ασίαν, την κατέπεισαν με χρήματα να δοκιμάση, εάν δυνηθή, να μολύνη τον Όσιον ή άλλον τινά από τους μαθητάς του.                                                                                            
Απήλθε λοιπόν η άσωτος προς τον σώφρονα, ενδεδυμένη λαμπρά ιμάτια και κοσμήματα πολύτιμα· και πλησιάσασα εις τον στύλον, έμεινε πολλάς ημέρας εις τι χωράφιον, προφασιζομένη ότι είχεν ασθένειαν και με διαφόρους πανουργίας και ερωτικά σχήματα, ως επιτηδεία όπου ήτο εις την πορνείαν, επεδίωκε να αιχμαλωτίση πάση θυσία την καθαράν του ψυχήν η ακάθαρτος· αλλά δεν ηδυνήθη παρ΄ όλας τας πονηρίας της όχι μόνον τον Άγιον να νικήση, αλλ΄ ουδέ καν ένα εκ των μαθητών του. Όθεν επέστρεψεν η πάντολμος άπρακτος· και δια να λάβη τα χρήματα, τα οποία της υπεσχέθησαν, είπε ψεύματα, ότι την ωρέχθη ο Δανιήλ και είπεν εις τους μαθητάς του να βάλουν κλίμακα να αναβή εις τον στύλον, αλλ΄ αυτή δεν κατεδέχθη και έφυγεν. Ούτως η βέβηλος εδυσφήμησε τον αμόλυντον, αλλ΄ η θεία δίκη δεν υπέφερε την συκοφαντίαν· όθεν εισήλθεν εντός αυτής δαίμων, εκ του οποίου και μη θέλουσα ωμολόγησεν εις όλους το ψεύδος και τον δόλον των αιρετικών. Οι μεν λοιπόν άνθρωποι της Πόλεως επήγαν αυτήν εις τον Όσιον, ο οποίος ως δούλος Χριστού και μιμητής αμνησίκακος την ιάτρευσε και συνεχώρησε το πταίσιμόν της. Αύτη δε θαυμάζουσα την φιλανθρωπίαν του Οσίου κατεφίλει τον στύλον ραίνουσα αυτόν με δάκρυα και κατανυγείσα δια της θείας Χάριτος υπεσχέθη να διορθώση την πολιτείαν της και ούτως εποίησε και ετέλεσε τον υπόλοιπον αυτής βίον η πρώην άσωτος σωφρονέστατα.                                                       
Εγνώριζε δε ο Όσιος και τα μέλλοντα· όθεν προβλέπων μεγάλην απειλήν και οργήν Κυρίου, ήτις έμελλε να έλθη εις το Βυζάντιον, διεμήνυσεν εις τον βασιλέα, καθώς και εις τον Πατριάρχην, να ποιώσι δύο λιτανείας την εβδομάδα μεθ΄ όλου του λαού, δια να εξιλεώσουν τον Θεόν και να τους παιδεύση ολιγώτερον. Αλλ΄ αυτοί αμελήσαντες, εδοκίμασαν πόσον μέγα κακόν προξενούν τα αμαρτήματα, καθώς θέλομεν γράψει κατωτέρω. Θα είπωμεν όμως πρότερον πως ο Όσιος εχειροτονήθη Ιερεύς, επειδή ήτο τούτο θέλημα Θεού. Ο βασιλεύς, υπό του Παναγίου Πνεύματος φωτιζόμενος, εζήτησεν από τον τότε Πατριάρχην Γεννάδιον να χειροτονήση τον Άγιον Ιερέα, εκείνος δε λαβών πολλούς εκκλησιαστικούς, επήγεν εις τον στύλον χαίρων. Ο Όσιος όμως ως προορατικός εγνώρισεν όσα ο βασιλεύς και ο Αρχιερεύς είπον. Όταν δε έφθασεν εις τον στύλον, είπεν ο Πατριάρχης προς τον Όσιον· «Από πολλού καιρού είχον πόθον να απολαύσω την αγιωσύνην σου, αλλ΄ αι πολλαί φροντίδες της Εκκλησίας δεν με άφηνον· τώρα λοιπόν όπου εύρων ολίγην ευκαιρίαν, ήλθον να σε απολαύσω και σε παρακαλώ βάλε την κλίμακα να αναβώ, ίνα συνομιλήσωμεν». Ο δε είπε προς αυτόν ως προφητικώτατος· «Ματαίως σε έβαλεν εις κόπον εκείνος όστις σε έστειλε». Ταύτα ακούσας εθαύμασεν ο Επίσκοπος, ότι προεγνώρισε τα πάντα ο Όσιος.                                      
Αφού λοιπόν επί ώραν πολλήν προσεπάθει ο Πατριάρχης να πείση τον Όσιον να βάλη την κλίμακα και εκείνος δεν εδέχετο, προσέταξε τον Αρχιδιάκονον να είπη τα ειρηνικά, αυτός δε είπε τας ευχάς και εχειροτόνησε και μη θέλοντα τον Άγιον Πρεσβύτερον δια του ασυνήθους τούτου τρόπου·(Ο ασυνήθης ούτος τρόπος χειροτονίας ουδόλως δύναται να θεμελιώση δικαίωμα μιμήσεως, διότι «το παρά Κανόνας ουχ έλκεται προς υπόδειγμα». Ουχί  δε μόνον ούτος, αλλά και πας άλλος τρόπος χειροτονίας λαβών χώραν εις σπανίας περιπτώσεις προ της θεσπίσεως του κανονικού δικαίου της Εκκλησίας, έστω και υπό Αγίων ανδρών ενεργηθείς, απορρίπτεται εφ΄ όσον δεν είναι σύμφωνος προς τους θείους και Ιερούς Κανόνας)· ο δε λαός εφώνησε το «άξιος». Έπειτα, αφού ετελείωσε την λειτουργίαν ο Γεννάδιος, είπε προς αυτόν· «Ιδού έλαβες της Ιερωσύνης τα σύμβολα, διότι όταν ο λαός εφώνησε το «άξιος», τότε ο Θεός αντί εμού σε εχειροτόνησε· λοιπόν μη φανής παρήκοος του θείου βουλήματος, αλλά βάλε την κλίμακα, να σε κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια. Τότε γνωρίσας ο Άγιος, ότι δεν εγένετο η πράξις αύτη άνευ της θελήσεως του Θεού, εδέχθη και αναβάς ο Αρχιερεύς τον εκοινώνησεν. Έπειτα ευξάμενος υπέρ του λαού, απέλυσεν άπαντας εν ειρήνη.                                                                                                     
Ταύτα όλα ακούσας ο βασιλεύς εθαύμασε· και γνωρίζων πόσον η αρετή είναι τιμιωτέρα της βασιλείας, απήλθεν εις αυτόν και πίπτει με πολλήν ταπείνωσιν εις τους καταπληγωμένους πόδας του, και τούτους ούτως ιδών ο βασιλεύς εθαύμασεν, έκτισε δε και έτερον στύλον, άνωθεν εις δύο κίονας θεμελιωμένον και τον ωνόμασε Διχθάδιον, εις το οποίον ο Δανιήλ αναβαίνων έχαιρε και εδίδετο εις περισσοτέραν άσκησιν· και το μεν θέρος υπό του ηλίου κατεφλέγετο, τον δε χειμώνα τού έδιδον πάλιν οι άνεμοι και αι θύελλαι μεγάλην στενοχωρίαν και άμετρον βάσανον. Αλλ΄ αυτός ο αδαμάντινος εκαρτέρει ως ανδριάς και στήλη μάλλον ή άνθρωπος. Μάλλον δε ειπείν και αυτών των μετάλλων εφάνη όντως δυνατώτερός τε και ισχυρότερος, επειδή παν πράγμα με την πολυκαιρίαν δαπανάται και αφανίζεται, ενώ ο Όσιος ουδόλως εδειλίασε τοσαύτην των ανέμων και χιόνων σφοδρότητα. Όθεν ηξιώθη παρά Θεού και ετέλεσε μεγάλα σημεία και τέρατα, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά, εις πίστωσιν και των άλλων, κατά την υπόσχεσιν.                                                            
Εις την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν ετέλουν οι φιλόθεοι την εορτήν του Αγίου Μάμαντος, ήλθε μέγας εμπρησμός αιφνιδίως εις το Βυζάντιον, καθώς ο Δανιήλ προεφήτευσε, και τοσούτον ηύξανεν η φλοξ, ώστε περιεκύκλωσαν όλην την πόλιν και κατέκαυσεν οίκους και Εκκλησίας πολλάς και πολλοί άνθρωποι κατεκάησαν· έτεροι πάλιν έμειναν ημικεκαυμένοι, ούτοι δε ήσαν δυστυχέστεροι εκείνων οι οποίοι απέθανον. Ήτο λοιπόν φοβερόν το θέαμα και μέγας ο κίνδυνος να βλέπη κανείς την Βασιλίδα των πόλεων τοιουτοτρόπως πυρπολουμένην, όπως τα Σόδομα. Μετά βίας τότε και μη θέλοντες οι άνθρωποι της Πόλεως ενεθυμήθησαν την πρόρρησιν του Οσίου και πιστεύοντες ότι μόνον εκείνος ηδύνατο να τους βοηθήση με την προσευχήν του, έστειλαν μεσίτας δεόμενοι να τους σπλαγχνισθή ως φιλάνθρωπος· ο δε Όσιος ακούσας την δεινήν εκείνην συμφοράν εδάκρυσε· και πρώτον μεν τους ώκτειρε, ότι ημέλησαν και δεν εποίησαν δεήσεις και παρακλήσεις προς Κύριον πρότερον, καθώς τους είχε παραγγείλει· έπειτα τους προσέταξε να προσεύχωνται νήστεις και ούτως εποίησε και ο Άγιος δια την σωτηρίαν αυτών δεόμενος· και μετά την προσευχήν προεφήτευσεν εις αυτούς ταύτα λέγων· «Υπάγετε και εις επτά ημέρας σβύνει το πυρ και μη δειλιάσητε». Ούτως είπε και έργον ο λόγος εγένετο. Ώστε πάντες εθαύμασαν και εξόχως ο βασιλεύς και η βασίλισσα, οίτινες επήγαν εις τον Όσιον και εζήτουν συγχώρησιν δια τα σφάλματα του παρελθόντος, υποσχόμενοι διόρθωσιν δια το μέλλον.                                   
Έγινε δε κατά το έτος εκείνο χειμών δριμύτατος, χιόνες συχνάκις και άνεμοι βιαιότατοι και τοσούτον άγριοι, ώστε εκινδύνευον να πέσουν οι στύλοι, επάνω εις τους οποίους ήτο ο Όσιος, όστις εσείετο μετά των στύλων από του ενός μέρους εις το έτερον ως κλάδος δένδρου. Ίσταντο δε οι μαθηταί του Οσίου δακρυρροούντες και έντρομοι· ο δε Όσιος έμενεν άφοβος, έχων τον νουν εις τον ουρανόν, προσευχόμενος και αναμένων εκείθεν βοήθειαν. Επειδή δε, κατά το γραφικόν λόγιον, «εκέκραξεν ο δίκαιος και ο Κύριος εισήκουσεν αυτού» (Ψαλμ. λγ: 18) έγινε παρευθύς γαλήνη μεγάλη θαυμασιώτατα. Ακούσας δε ο βασιλεύς ότι εσαλεύθησαν οι στύλοι εκ του ανέμου, εκίνησεν έφιππος να υπάγη δια να τους ίδη και να τους στερεώση καλλίτερα· καθώς όμως κατέβαινεν από το όρος, εφοβήθη ο ίππος του και πεσών πρηνής επλάκωσεν τον βασιλέα. Ο δε Δανιήλ προέφθασε με την προσευχήν και τον ελύτρωσεν εκ του κινδύνου και τόσον ηυλαβείτο από την ώραν εκείνην τον Όσιον ο βασιλεύς, ώστε τον εκήρυττεν εις όλους και τον εφήμιζε.                                                          
Μετά ταύτα ήλθε προς τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου ο βασιλεύς των Λαζών δια να συνάψουν μεταξύ των συνθήκας· λαβών δε τούτον ο βασιλεύς επήγαν αμφότεροι εις τον Όσιον, δια να θαυμάση και εκείνος την καρτερίαν του, τόσον δε τον ηυλαβήθη εκείνος, ώστε όχι μόνον τον Όσιον, αλλά και τον στύλον προσεκύνησε λέγων· «Ευχαριστώ σοι, επουράνιε Βασιλεύ, ότι με ηξίωσας να απολαύσω ουράνιον άνθρωπον». Και τόσον τον ετίμησαν και οι δύο βασιλείς, ώστε τον έβαλαν κριτήν εις τας υποθέσεις των και τους συνεβίβαζεν· επιστρέψας δε ο βασιλεύς των Λαζών εις το κράτος του, διηγείτο πανταχού το τοιούτον θαυμάσιον και οσάκις έστελλε προς τον βασιλέα επιστολήν, έγραφε χαιρετισμούς και εις τον Όσιον. Ώστε λοιπόν όλος ο κόσμος, ιδιώται και βασιλείς, Έλληνες και βάρβαροι, τον ετίμων ως Άγγελον· αρκούν όσα εγράψαμεν να φανερώσουν την καρτερίαν αυτού και τους υπέρ άνθρωπον αγώνας του· αλλ΄ επειδή αμαρτίαν θα έχω, εάν σιωπήσω έως εδώ, θέλω γράψει εν εισέτι θαυμάσιον, δια να δοξασθή ο Θεός, όστις του εχάρισε τοσαύτην δύναμιν.                                                                                                                      
Έτος τι έγινε μέγας και φοβερός χειμών, άνεμοι σφοδροί και χιόνες σφοδρόταται· ο δε Όσιος υπέμεινεν όλην την βίαν εκείνην της χιόνος γυμνός καθ΄ όλον το σώμα και άστεγος· διότι και το δερμάτινον κουκούλιον, το οποίον είχε, του το επήραν οι άνεμοι και το έρριψαν μακράν από τον στύλον εις φάραγγα. Εδέχετο λοιπόν όλην την νύκτα την χάλαζαν εις την σάρκα του (ω της καρτερίας και γενναιότητος!) βασανιζόμενος από την βίαν των ανέμων, την της χιόνος σφοδρότητα και της νυκτός την δεινήν ψυχρότητα. Πρωϊας δε γενομένης επληθύνετο η βροχή καθώς επίσης και η χιών, οι δε μαθηταί αυτού δεν ηδύναντο καν να εξέλθουν έξω της θύρας, επί τρεις ημέρας. Κατά δε την τρίτην ημέραν, καθ΄ ην έπαυσεν ολίγον η σύγχυσις των ανέμων, έβαλον κλίμακα οι μαθηταί και ανέβησαν, ιδόντες δε αυτόν (θέαμα ξένον και φρικωδέστατον) πεπαγωμένον και κρυσταλλωμένον, εξέστησαν, διότι όλον το σώμα του ήτο απονενεκρωμένον και ανενέργητον, ως να ήτο τεμάχιον πάγου ή κρύσταλλος. Θερμάναντες λοιπόν ύδωρ, ερράντισαν αυτόν και εις ολίγην ώραν συνήλθεν εις εαυτόν λέγων· «Διατί με επειράξετε, εν ω εκοιμώμην γλυκύτατα; Ολίγη ώρα είναι αφ΄ ότου επεκαλέσθην τον Κύριον εις βοήθειαν και απεκοιμήθην». Ούτως ειπών, εζήτησε να τον ενδύσουν ιμάτιόν τι δια να μη τον βλέπουν γυμνόν.                                                                                                                
Ταύτα μαθών ο βασιλεύς επήγε προς τον Όσιον και πεσών εις τους πόδας αυτού μετά δακρύων εδέετο λέγων· «Εάν και δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, όμως δια να μη υστερήσης ημάς της ποθεινής παρουσίας σου, ποίησον αγάπην δια τον Χριστόν και μη θελήσης να αποθάνης παράκαιρα από τόσην σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν». Μετά βίας λοιπόν εδέχθη, ευλαβηθείς τα δάκρυα του βασιλέως και του εποίησαν μικράν στέγην, εκ της οποίας είχεν ολίγην άνεσιν. Όσοι λοιπόν ηγεμόνες και μεγιστάνες, πρέσβεις και βασιλείς και άλλοι μεγάλοι και σπουδαίοι άρχοντες ήρχοντο προς τον βασιλέα, τους έστελλε χάριν ευλογίας έως τον Όσιον. Οι δε βλέποντες αυτόν και ακούοντες τα σοφά εκείνα και φρόνιμα λόγια, επέστρεφον θαυμάζοντες.                                     
Τον καιρόν εκείνον ηκούσθη φήμη, ότι ο Γιζέριχος, ο βασιλεύς των Βανδάλων, έκαμε στρατόν πολύν και επήγαινε να πολεμήση την Αλεξάνδρειαν. Έχων δε ο βασιλεύς μεγάλην εκ τούτου αγωνίαν, έδραμεν εις τον Άγιον και του λέγει την υπόθεσιν. Ο δε, προβλέπων προδήλως τα μέλλοντα, είπε ταύτα· «Δεν πρόκειται να υπάγη καθόλου εις την Αλεξάνδρειαν ο Γιζέριχος, αλλά θέλει επιστρέψει εις τα οπίσω κατησχυμμένος και άπρακτος»· όντως δε ούτω και εγένετο, καθώς ο Δανιήλ προεφήτευσεν.                                                                               
Ο δε βασιλεύς δια να ανταμείψη τον Όσιον ηθέλησε να κάμη κελλία κάτωθεν του στύλου, δια να έχουν τουλάχιστον οι μαθηταί του ανάπαυσιν· αλλ΄ ο Όσιος δεν εδέχθη, μόνον τον παρεκάλεσε να στείλη ανθρώπους, να φέρουν το λείψανον του Αγίου Συμεών. Ο δε βασιλεύς, έχων πόθον μεγάλον να ευαρεστήση τον Όσιον, έστειλε παρευθύς ανθρώπους εις την Αντιόχειαν, να φέρουν το άγιον Λείψανον, ωκοδόμησε δε και Εκκλησίαν εις το βόρειον μέρος του στύλου δια να τοποθετηθή εις αυτήν το άγιον Λείψανον και κελλία δια να αναπαύονται οι ξένοι, οίτινες ήρχοντο εις επίσκεψιν αυτού. Αφού δε έφεραν το άγιον Λείψανον του Συμεών εναπέθεσαν αυτό εις τον οικοδομηθέντα Ναόν, ο δε Όσιος χαίρων ηυχαρίστει τον βασιλέα και τους λοιπούς, οίτινες εκοπίασαν, τους έκαμε δε και διδαχήν σοφωτάτην περί φιλαδελφίας και αγάπης και περί κρίσεως· και τόσον κατενύχθησαν, ώστε έκλαυσαν άπαντες.                                        
Όσοι δε ετόλμων να είπωσι κακόν κατά του Οσίου, τους επαίδευεν ευθύς η θεία δίκη ως αδίκους δικαίως, προς παραδειγματισμόν και των επιλοίπων. Μίαν δε φοράν αιρετικός τις έλεγε λοιδορίας κατά του Οσίου. Επειδή δε οι παρόντες τον απεστόμωσαν, αυτός κρατών έσωθεν του ενδύματός του οψάριον ψητόν και δεικνύων αυτό εις τους ανθρώπους έλεγεν· «Ο εγκρατής Δανιήλ μεταξύ των πολλών φαγητών έτρωγε και τούτο το οψάριον». Αφού είπε ταύτα εις ολίγην ώραν έφαγε με την γυναίκα και τα τέκνα του το οψάριον και παρευθύς εδαιμονίσθησαν όλοι όσοι έφαγον. Οι δε παρόντες, γνωρίσαντες την αιτίαν, επήγαν αυτούς εις τον Όσιον, ο οποίος ως αμνησίκακος εποίησεν ευχήν δι΄ αυτούς και τους ελύτρωσεν όχι μόνον από τον ένα δαίμονα της μανίας, αλλά και από τον άλλον της κακοδοξίας, τον φοβερώτερον, αυτοί δε τοσούτον ευγνώμονες εφέρθησαν προς τον Όσιον, ώστε έκαμον την εικόνα του αργυράν και αυτούς ιστόρησαν εις τους πόδας του επιγράφοντες το θαυμάσιον, δια να μείνη αλησμόνητον πάντοτε. Τοσούτον δε ήτο ο Όσιος εις το λέγειν λόγιος, ώστε ωφελούντο πολύ οι ακούοντες όχι μόνον οι πραείς, αλλά και οι άγριοι και εταπεινούντο· μετανοούντες δε δια τας αμαρτίας αυτών εσώζοντο, καθώς και με το ακόλουθον παράδειγμα φαίνεται.                                                                                                                  
Ανδρείος τις Γαλάτης, Εδρανός ονομαζόμενος, έχων και άλλους πολλούς συντρόφους, ενίκησεν ως δυνατός πολλούς εις τον πόλεμον. Ο δε βασιλεύς προσκαλέσας αυτόν τον ετίμησε κατά πολλά δια να τον έχη εις τους πολέμους· καταστήσας δε αυτόν κόμητα εις τους ιππείς τον εφιλοδώρησεν ικανώς. Έπειτα τον έπεμψε χάριν ευλογίας εις τον Άγιον, όστις τον εδίδαξε τόσον επιτηδείως, ώστε έγινεν ο λύκος ήμερον πρόβατον και ο πρώην φονεύς και βάρβαρος Χριστού μαθητής και φιλόσοφος και γίνεται υποτακτικός του Δανιήλ θαυμάσιος, απαρνηθείς πάσαν κοσμικήν ματαιότητα, όχι δε μόνον αυτός, αλλά και τους φίλους του όλους παρεκίνει πολλάκις και τους εδίδασκε να μιμηθώσι την πράξιν του δια να κερδήσουν και αυτοί Βασιλείαν ουράνιον. Εξ αυτών τον εμιμήθησαν δύο άλλοι και έγιναν Μοναχοί από τον Άγιον. Μετωνομάσθη δε Τίτος ο Εδρανός και προέκοπτεν κατά πολλά εις την άσκησιν, ο δε βασιλεύς ελυπήθη και προσεπάθησε να τους απομακρύνη από την γνώμην αυτήν, δια να τους έχη βοηθούς εις την ανάγκην, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν και μη θέλων αφήκεν αυτούς, κατά τον πόθον των, δια να μη λυπήση τον Άγιον.                                    
Έμεινε λοιπόν ο μακάριος Τίτος μιμούμενος εις τας αρετάς τον διδάσκαλον και εξόχως εις την νηστείαν και θέλων να γνωρίση κατ΄ αλήθειαν τι και πόσον έτρωγεν ο Άγιος, παρεφύλαττεν όλην την νύκτα όπισθεν του στύλου περιεργαζόμενος. Και ποιήσας τούτο επί επτά ημερονύκτια, δεν είδε τον Όσιον να φάγη τίποτε και θαυμάζων εξωμολογήθη τον λογισμόν αυτόν, ερωτήσας τον Άγιον να του είπη κατά Θεόν πνευματικά την αλήθειαν. Ο δε απεκρίνατο· «Τόσον μόνον τρώγω και πίνω, όσον να μη αποθάνω από την πολλήν ασιτίαν και κακοπάθειαν· διότι δεν ζώμεν δια να τρυφώμεν, αλλά τρώγομεν δια να ζώμεν». Νουθετηθείς λοιπόν ο μακάριος Τίτος από τον Όσιον, διήρχετο διαγωγήν θαυμάσιον και έτρωγε μόνον όσον να ζη, ύπνον δε ελάμβανε πολύ ολίγον και αυτόν όχι κοιτόμενος, αλλ΄ εδένετο από τας μασχάλας και εκρέματο. Εις δε το στήθος είχε βιβλίον επάνω εις εν σανίδιον και ανεγίνωσκεν έως να αποκοιμηθή και τότε ελάμβανεν ολίγον ύπνον κλίνων την κεφαλήν επάνω εις το σανίδιον. Ταύτα μαθών και ο βασιλεύς, οσάκις επήγαινε προς τον Άγιον, έβλεπε και τον μακάριον Τίτον, λαμβάνων παρ΄ αυτού πολλήν ωφέλειαν. Ούτω δε πολιτευόμενος απήλθε προς Κύριον. Όχι δε μόνον αυτός εφύλαξε τόσην αρετήν, αλλά και εις από τους δούλους του ονόματι Ανατόλιος και ζώντος αυτού και μετά την εκείνου μετάστασιν εφύλαττε τόσην αρετήν, ώστε έκαμε και δώδεκα μαθητάς και έγινεν εις όλους θαυμάσιος και περιβόητος. Αλλ΄ επί το προκείμενον επανέλθωμεν.                                                                                                    
Ο βασιλεύς Λέων είχε γαμβρόν από την θυγατέρα του Αριάδνην τον Ίσαυρον Ζήνωνα, τον οποίον έκαμεν ύπατον, έπειτα τον έστειλε κατά των βαρβάρων εις Θράκην. Εκείνος λοιπόν επήγε με τους άρχοντάς του να λάβη ευχήν από τον Δανιήλ· ο δε Όσιος του προεφήτευσεν όσα έμελλε να πάθη έως τέλους· ότι θέλει επιστρέψει νικητής από τον πόλεμον, ύστερον θέλουν τον επιβουλευθή οι ιδικοί του, αλλά δεν θα τον κακοποιήσωσι και ούτως έγιναν όσα προείπεν ο Όσιος. Εγέννησε δε η Αριάδνη παιδίον, ως ανωτέρω είπομεν, και το ωνόμασαν Λέοντα. Μετά καιρόν απέθανε ο βασιλεύς, αφήσας τον έγγονόν του τούτον διάδοχον εις τον θρόνον του. Η σύγκλητος όμως έκαμε βασιλέα τον Ζήνωνα, εις ολίγον δε καιρόν απέθανε το παιδίον Λέων· οι δε συγγενείς τού Ζήνωνος Αρμάτος και Βασιλίσκος εφθόνησαν και τον εμίσουν αδίκως. Ο Ζήνων, γνωρίσας πολλάκις την επιβουλήν, έδραμε προς τον Όσιον ζητών βοήθειαν. Ο δε πάλιν προείπεν εις αυτόν όσα έμελλον να του ακολουθήσωσιν· ότι δηλαδή θέλει φύγει από τον θρόνον, εις τόπον έρημον, και θέλει φάγει από την πείναν ωμά χόρτα· έπειτα πάλιν θα απολαύση το βασίλειον· ύστερον δε θα αποθάνη εις τον θρόνον του καλόν θάνατον, όπως και εγένετο.                                           Βλέπων λοιπόν ο βασιλεύς ότι επληθύνοντο αι επιβουλαί έφυγε κρυφίως με την βασίλισσαν και επήγεν εις την Ισαυρίαν. Τότε ο Βασιλίσκος ήρπασε τα σκήπτρα της βασιλείας και ήγειρε κατά της Εκκλησίας πόλεμον, λέγων λόγια βλάσφημα κατά της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού, εμελέτησε δε και να θανατώση τον Πατριάρχην Ακάκιον, διότι ηναντιούτο μη αφήνων τους πιστούς να συγκοινωνήσουν εις την αίρεσίν του. Συνταχθέντες λοιπόν πλήθος πολύ Μοναχών και λαϊκοί εφύλαττον τον Αρχιερέα, να μη τον φονεύσωσιν. Έστειλαν δε και επιστολάς προς τον Δανιήλ, να βοηθήση την Εκκλησίαν δια της προς τον Θεόν προσευχής του. Ο δε πανούργος Βασιλίσκος έγραψε προς τον Όσιον απολογούμενος, ότι ο Πατριάρχης ήτο αίτιος της ταραχής, διότι διέστρεφε τον στρατόν και εγένετο πρόσκομμα· ο δε Όσιος ως διακριτικός και σοφώτατος εγνώρισε την κακουργίαν του βασιλέως και του ανταπήντησεν ελέγχων αυτόν δριμύτατα και προλέγων ότι ο Θεός θέλει του αφαιρέσει το βασίλειον και άλλα παρόμοια. Τότε ο Πατριάρχης έστειλε τους προκρίτους Αρχιερείς προς τον Όσιον, να τον παρακαλέσουν όπως καταβή από τον στύλον δια τον Κύριον και να βοηθήση την Εκκλησίαν, διότι άλλην ελπίδα δεν είχον. Απελθόντες λοιπόν παρεκάλεσαν τον Άγιον, αλλ΄ εκείνος δεν εδέχθη να καταβή. Όθεν έστειλε πάλιν εκ δευτέρου τους Επισκόπους, προστάσσων αυτούς να κλαύσουν τόσον εις τους πόδας αυτού, έως να τους λυπηθή, να καταβή. Έλεγον λοιπόν προς τον Όσιον ταύτα· «Μιμήσου, Άγιε, τον Διδάσκαλον, όστις έκλινε τους ουρανούς και κατέβη δια την σωτηρίαν μας. Τι άπρεπον είναι λοιπόν, να καταβής και συ από τον στύλον ολίγον, δια να σώσης την κινδυνεύουσαν Εκκλησίαν, δια την οποίαν αυτός ο Δεσπότης Χριστός το πολύτιμον Αυτού και Πανάγιον Αίμα εξέχεεν»;                                                                                                                                     
Αυτά και άλλα όμοια έλεγον οι Επίσκοποι, κλαίοντες κάτωθεν του στύλου γονυπετείς προσευχόμενοι. Ο δε Όσιος πρώτον μεν εβαρύνθη και εσκανδαλίσθη· έπειτα βλέπων αυτούς ότι επληθύνοντο τα δάκρυα, τους ελυπήθη ως συμπαθέστατος και μη γνωρίζων ποίον εκ των δύο να ποιήση, εδεήθη εις τον Θεόν, να του φανερώση πώς να πράξη εις την υπόθεσιν ταύτην. Προσευχόμενος λοιπόν περί τούτου, ήκουσε φωνήν ουρανόθεν, ήτις είπε προς αυτόν να καταβή και πάλιν να επιστρέψη. Λαβόντες λοιπόν τον Όσιον οι Επίσκοποι απήλθον εις τον Πατριάρχην αγαλλιώμενοι. Αδύνατον δε είναι να γράψωμεν επαρκώς πόσην τιμήν του έκαμαν οι Ορθόδοξοι και με πόσην ευφροσύνην τον υπεδέχθησαν. Ευθύς τότε ο του Χριστού στρατιώτης επολέμησε τον αντίπαλον ελέγχων αυτόν και ονομάζων νέον Διοκλητιανόν, ηπείλει δε αυτόν με τιμωρίας τού τε παρόντος αιώνος και του μέλλοντος.                  
Ο δε βασιλεύς, νενικημένος από τον Όσιον, εμάκρυνεν από την Πόλιν παραγγέλλων προς αυτόν· «Ιδού σοι χαρίζω την Πόλιν και τους πολίτας αυτής και κάμε ως βούλεσαι». Ο Άγιος όμως δεν εδέχθη τούτο, αλλ΄ έτρεχεν οπίσω αυτού, δια να τον ελέγξη και κατά πρόσωπον· επειδή δε οι πόδες του ήσαν ησθενημένοι από την άσκησιν και δεν ηδύνατο να περιπατή, τον εσήκωνον οι άνθρωποι και βαδίζοντες συνήντησαν καθ΄ οδόν λεπρόν τινα, όστις εφώναξε λέγων· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, και θεράπευσόν με τον ταλαίπωρον». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Διατί αφήκας τον Παντοδύναμον και ζητείς παρ΄ ανθρώπου ομοιοπαθούς σου την ίασιν; Πλην εάν έχης πίστιν δύνανται και οι δούλοι του να σου δώσουν βοήθειαν». Ταύτα λέγων προσέταξεν αυτόν να λουσθή εις την θάλασσαν. Ο δε υπακούσας εκαθαρίσθη αμέσως και πάντες εξέστησαν, βλέποντες τοιούτον θαυμάσιον και έτρεχον εις τον Άγιον υγιείς τε και ασθενείς, οι μεν να απολαύσουν ψυχής ευφροσύνην βλέποντες αυτόν, οι δε να εύρουν θεραπείαν της μάστιγος εκ της οποίας εμαστίζοντο και κατά την πίστιν εκάστου ηκολούθει η έκβασις.                                                                               
Βλέπων τον Όσιον βασταζόμενον Γότθος τις καθήμενος εις το παράθυρον, είπε ταύτα προς εμπαιγμόν· «Ιδού και ο νέος ύπατος». Ταύτα λέγων έπεσε κατά γης και εξέψυξεν. Οι δε λοιποί εφοβήθησαν ιδόντες τοιούτο θαυμάσιον. Αλλά και αυτός ο βασιλεύς εδειλίασε και όταν έφθασεν ο Άγιος εις τα βασίλεια δεν τον άφησαν να εισέλθη. Τότε αποτινάξας το χώμα των ποδών του, κατά το Ευαγγέλιον, ανεχώρησε. Μετά ταύτα μεταμεληθείς ο βασιλεύς, διότι δεν τον εδέχθη και φοβηθείς μήπως πάθη κακόν τι, έστειλε και τον εκάλεσε να επιστρέψη, ο Όσιος όμως δεν ηθέλησε, και του διεμήνυσεν, ότι εις ολίγον καιρόν θα απολέση την βασιλείαν· έπειτα θέλει λάβει και κακόν θάνατον, διότι υβρίζει τον ουράνιον Βασιλέα, όστις θέλει τον παιδεύσει με κόλασιν αιώνιον. Όταν δε οι απεσταλμένοι είπον ταύτα προς τον βασιλέα, έπεσε πύργος τις, όστις ήτο εις τα βασίλεια, προς σωφρονισμόν και έλεγχον του αλαζόνος. Έγιναν δε και άλλα πολλά θαυμάσια αναρίθμητα, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά με βραχύτητα.                                                                                                   
Πρώτον μεν εθεράπευσεν ο Όσιος δύο νεανίσκους, έχοντας δαιμόνιον, έπειτα θυγατέρα τινά πιστής γυναικός, ήτις έκλαιεν ακαταπαύστως και σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν την ιάτρευσεν. Eίτα και άρχων τις, την αξίαν πατρίκιος, μιμούμενος τον Ζακχαίον, επήρε τον Όσιον εις την οικίαν του μετά θερμής πίστεως. Όθεν έτυχε και αυτός ομοίας ευλογίας με τον Ζακχαίον. Αφού δε ο Όσιος έφθασεν εις το Πατριαρχείον και τον υπεδέχθησαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν, φοβερός τις όφις, άγνωστον πόθεν προερχόμενος, ευρέθη εις τους πόδας του Οσίου, ο δε Όσιος ιδών αυτόν τον προσέταξε να απέλθη χωρίς να βλάψη τινά. Τότε ο όφις, στραφείς προς τον τοίχον, διερράγη ενώπιον πάντων και έμεινεν άπνους. Γυνή δε τις επιφανής, την κλήσιν Ραϊς, την πίστιν Ορθόδοξος, προσελθούσα προσέπεσεν εις τους πόδας του Οσίου κλαίουσα και παρακαλούσα να την ευλογήση να γεννήση υιόν· βλέπουσα δε ότι οι πόδες του ήσαν πληγωμένοι από την άσκησιν, εθαύμασε την υπομονήν του και έδωσε τεμάχιον ράμματος δια να τυλίξουν τους πόδας του, έπειτα δε να το λάβη δι΄ ευλάβειαν. Ο δε Όσιος δεν εδέχετο, τον παρεκάλεσεν όμως ο Επίσκοπος και υπήκουσεν. Όθεν όχι μόνον έδεσε τους πόδας του με το ράμμα και της το έδωκεν, αλλά και της προεφήτευσεν ούτω λέγων· «Ένα υιόν θέλεις γεννήσει και ονόμασον αυτόν Ζήνωνα», ούτω δε κατά την πρόρρησιν εγένετο. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς και φοβηθείς ότι θέλουν επαληθεύσει και εις αυτόν όσα δεινά του προανήγγειλεν ο Όσιος έστειλεν ανθρώπους και τον εκάλεσε να υπάγη προς επίσκεψίν του, αλλ΄ ο Άγιος δεν εδέχετο. Τότε τον εκάλεσε και πάλιν ο βασιλεύς με περισσοτέραν ταπείνωσιν, αλλά και πάλιν απέτυχεν· επειδή δε επανέλαβε τούτο πολλάκις και ο Άγιος δεν ήρχετο προς αυτόν, απήλθεν ο ίδιος ο βασιλεύς μόνος του προς τον Άγιον με σχήμα δούλου και προσκυνήσας αυτόν εζήτει συγχώρησιν. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ως προορατικός το απόκρυφον, δεν τον εδέχθη, αλλά μάλλον ελέγξας αυτόν δια την παρανομίαν και κακοδοξίαν του τον απέπεμψε. Προς δε τους παρόντας εφανέρωσε την πονηράν αυτού γνώμην ειπών· «Πρέπει να γνωρίζετε ότι η ταπείνωσις, την οποίαν έδειξεν ο Βασιλίσκος, ήτο υπόκρισις και πονηρία, με την οποίαν ήθελε να καλύψη την αγριότητα της ψυχής του· γρήγορα όμως θέλετε ίδει ότι θα εύρη η θεία δίκη τον άδικον». Ούτω λοιπόν ο μακάριος τοσαύτα θαυματουργήσας και νικητής αναδειχθείς εις τον υπέρ της ευσεβείας πόλεμον και προφητεύσας τα μέλλοντα, επέστρεψε πάλιν εις τον στύλον του, τον ασκητικόν αγωνιζόμενος αγώνα του. Εις ολίγας δε ημέρας εξεδίωξαν τον Βασιλίσκον από το βασίλειον, καθώς ο Άγιος προεφήτευσε, και εκάθησε πάλιν ο Ζήνων εις τον θρόνον του. Όθεν βλέπων αληθινάς όλας τας προρρήσεις τού Αγίου, τον ηυλαβείτο περισσότερον και επήγε με την βασίλισσαν δια να του αποδώσουν την πρέπουσαν ευχαριστίαν. Αλλά προ του να τελειώσωμεν την διήγησιν, ας γράψωμεν ακόμη δύο ή τρία θαυμάσια, δια να μη υστερήσωμεν τους ευλαβείς από της ψυχικής ταύτης ωφελείας και απολαύσεως.                          
Χρυσοχόος τις είχε παιδίον ετών επτά, το οποίον δεν ηδύνατο να περιπατήση όρθιον, εσύρετο δε μόνον με την κοιλίαν ως ερπετόν. Τούτο οι γονείς λαβόντες επήγαν εις τον στύλον και μετά δακρύων εδέοντο να τους ελεήση ο Άγιος, όστις είπε προς αυτούς να το βάλωσιν εις τον Ναόν του Αγίου Συμεών και να εγγίσουν εις αυτό το άγιον Λείψανον και ούτως εποίησαν. Ο δε Άγιος εποίησεν ευχήν από του στύλου την εβδόμην ημέραν· και παρευθύς, ω του θαύματος! βλέπουσι το παιδίον και εχοροπήδα, αναβαίνον δε τας βαθμίδας ενηγκαλίζετο χαίρον τον στύλον και κατεφίλει αυτόν με ευλάβειαν.                                                       
Άλλος τις από την Ανατολήν πορευόμενος εις οδόν έπεσεν εις ληστάς, οίτινες του επροξένησαν πολλάς πληγάς και λαβόντες παν ό,τι είχε μαζί του δεν ηρκέσθησαν εις αυτά, αλλ΄ έκοψαν και τα νεύρα των γονάτων του και αφέντες αυτόν ημιθανή έφυγον. Ιδόντες δε αυτόν άλλοι τινές οδοιπόροι τον ελυπήθησαν και τον επήγαν βασταζόμενον εις την Άγκυραν, ήτις ήτο εκεί πλησίον και τον παρέδωσαν εις τον Επίσκοπον, όστις τον επεμελήθη με ιατρούς και με ιαματικά βότανα και εθεραπεύθησαν αι πληγαί, αλλά να περιπατήση δεν ηδύνατο, διότι τα νεύρα ήσαν κεκομμένα και ανενέργητα. Παρεκάλεσαν λοιπόν τον Επίσκοπον να τον στείλη εις τον Άγιον Δανιήλ και βαλόντες αυτόν επάνω εις το κτήνος, τον επήγαν εις τον Όσιον και πίπτων εις τον στύλον εβόα μετά δακρύων ελεεινώς. Ο δε Δανιήλ ως ταπεινόφρων έφευγε πανσόφως τον ανθρώπινον έπαινον και ενεργών τα τεράστια, επέγραφεν εις άλλους το κατόρθωμα. Έστειλε λοιπόν αυτόν εις τον Ναόν του Αγίου Συμεών, αυτός δε προσηύχετο κρυφίως επί του στύλου. Χρισθείς δε ο ασθενής από το έλαιον του αγίου Λειψάνου, την έκτην ημέρα εθεραπεύθη και εναγκαλισθείς τον στύλον εδόξαζε τον Κύριον, ευχαριστών τον Όσιον.                                                                    
Ήτο δε και γυνή τις, η οποία είχε παιδίον ετών δώδεκα άλαλον εκ γενετής, απήλθε δε αύτη δια νυκτός και το απέθεσεν έξω της μάνδρας. Οι δε Μοναχοί ευρόντες αυτό το έφεραν εις τον Άγιον, όστις ιδών αυτό προσέταξε να το κρατήσουν εις την Μονήν, να γίνη λειτουργός του Κυρίου. Λέγουσι τότε του Αγίου, ότι ήτο κωφόν και άλαλον· ο Άγιος τους είπε τότε να χρίσουν την γλώσσαν του με έλαιον και ούτως εποίησαν, τινές δε ενόμισαν ότι η μήτηρ του είπε ψεύματα, ότι ήτο άλαλον, δια να τρέφηται εκ του Μοναστηρίου, επειδή ήτο πτωχή και άπορος. Όθεν πολλάκις την νύκτα το εφοβέριζον και όταν εκοιμάτο, το εκέντων με σουβλίον ή βελόνην δια να πονέση, να φωνάξη, να γνωρίσουν την αλήθειαν. Το δε παιδίον ηγωνίζετο να φωνάξη, αλλά δεν ηδύνατο. Όθεν εβεβαιώθη η υπόθεσις και επίστευσαν. Ήλθε λοιπόν η Κυριακή και όταν επρόκειτο να αναγνώση ο Διάκονος το Ευαγγέλιον, και είπε το όνομα του Ευαγγελιστού, ωμίλησε το παιδίον και είπε το «Δόξα σοι, Κύριε» και από της ώρας εκείνης έμεινε τεθεραπευμένον και απεκρίνετο εις τον Ιερέα έως τέλους της θείας Λειτουργίας και πάντες εξέστησαν.                                                                        
Πολλά μεν και άλλα ετέλεσεν ο Θεός δια του δούλου του θαυμαστά και παράδοξα κατορθώματα, τα οποία δια το πλήθος αφήκαμεν αδιήγητα, διότι αρκετά είναι ταύτα να φανερώσουν την προς τον Θεόν παρρησίαν αυτού. Τούτο δε μόνον να είπωμεν δια να σφραγίσωμεν με αυτό τα επίλοιπα· ότι και με όλα τα θαυμάσια, τα οποία εποίησεν, ήτο τόσον ταπεινός, επιεικής και μέτριος, ώστε ενόμιζε εαυτόν πάντων αμαρτωλότερον και ουδέποτε κατέκρινεν άλλον, αλλ΄ εφυλάττετο ακριβώς από τα τοιαύτα. Όταν δε ανέφερον εις αυτόν ατόπους τινάς πράξεις Ιερέων απεκρίνετο λέγων· «Δεν είμεθα ημείς κριταί των άλλων, αλλ΄ εις είναι ο δίκαιος και αλάθητος Κριτής, ημείς δε, αδελφοί, ας κρίνη έκαστος εαυτόν, ίνα μη κατακριθώμεν αιώνια».                                                                    
Εγνώρισε δε ο Όσιος και την προς Θεόν εκδημίαν και αναχώρησιν αυτού. Όθεν έγραψεν εις χάρτην την τελευταίαν αυτού διάταξιν ούτως έχουσαν. «Εγώ τέκνα και αδελφοί μου, πορεύομαι προς τον κοινόν ημών Πατέρα, πλην δεν σας εγκαταλείπω ορφανούς, αλλά την μέριμνάνσας αφήνω εις την πρόνοιαν του ουρανίου Πατρός ημών, όστις εποίησε τα πάντα εκ του μη όντος, δια μόνου του λόγου Αυτού και εσαρκώθη δια την σωτηρίαν ημών. Αυτός λοιπόν ως φιλάνθρωπος θέλει σας φυλάττει από του πονηρού και σας συγχωρεί ως Πατήρ εις παν ό,τι εσφάλατε. Αυτός δε θα σας διαφυλάττη και εις ομόνοιαν πνεύματος. Έχετε ταπεινοφροσύνην, υπακοήν και φιλοξενίαν· μη αμελείτε την νηστείαν, αγρυπνίαν, ακτημοσύνην και υπεράνω όλων την αγάπην και την προς τον Θεόν ευσέβειαν, να φυλάττεσθε δε από τα ζιζάνια των αιρετικών. Εάν ταύτα ποιείτε, θέλετε γίνει τέλειοι εις την αρετήν». Ταύτα γράψας, προσέταξε τους Μοναχούς να τα αναγνώσουν εις την κλίμακα του στύλου, κάτωθεν του οποίου είχον άπαντες συγκεντρωθή και ίσταντο κλαίοντες. Λέγεται δε ότι συνέβη και το εξής θαυμάσιον· τρεις ημέρας προ της αυτού εκδημίας, ήλθον εις τον στύλον προς επίσκεψιν του Αγίου πάντες οι Άγιοι, ήτοι Απόστολοι, Μάρτυρες και Προφήται, Ιεράρχαι, Όσιοι και Δίκαιοι, καθώς και τινες Άγγελοι, οίτινες ησπάζοντο αυτόν φιλοφρόνως και τον προσέταξαν να λειτουργήση. Ούτω δε ποιήσας εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια και μετέδωκεν αυτά και εις εκείνους, οίτινες ήσαν άξιοι. Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις τα έσχατα, ήτο εκεί παρών και ο Πατριάρχης, καθώς και η πιστοτάτη Ραϊς και εις δαιμονιζόμενος, όστις αυτός μόνος έβλεπε τους Αγίους και τους Αγγέλους, οίτινες παρίσταντο εις τον Όσιον και τους εκάλει κατ΄ όνομα. Προείπε δε και ταύτα· «Την τρίτην ώραν της ημέρας υπάγει ο Δανιήλ προς Κύριον και τότε εξέρχεται απ΄ εμού το ακάθαρτον πνεύμα με θείαν βούλησιν». Πράγματι, την τρίτην ώραν της ημέρας ο θείος Δανιήλ απήλθε προς Κύριον και ο πάσχων εθεραπεύθη.                              
Η δε ευλαβεστάτη Ραϊς είχε πολλούς κτίστας εις την συνοδείαν της και υπηρέτησε φιλοτίμως τα προς ταφήν, προσέταξε δε να κατασκευάσωσι παραπλεύρως του στύλου εξέδραν, η οποία έφθανεν έως την κορυφήν αυτού. Επάνω εις την εξέδραν ανήλθον οι Κληρικοί και οι αδελφοί, οι οποίοι έψαλλον τα εξόδια, κρατούντες εις τας χείρας αυτών λαμπάδας. Ακολούθως κατεβίβασαν το άγιον Λείψανον και το έθεσαν εις μολυβδίνην θήκην, καθώς ο Όσιος παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του, ειπών· «Εάν έλθουν βασιλείς ή άρχοντες εις την τελευτήν μου και φιλονικήσωσι να βάλουν το λείψανόν μου εις θήκην πολύτιμον, μη αφήσητε, αλλ΄ ας το ενταφιάση η πιστοτάτη Ραϊς όπου βούλεται». Τούτων ούτω τελουμένων, εσπάραξε δυνατά τον άνθρωπον το δαιμόνιον και έφυγεν. Έγιναν δε και άλλα θαυμάσια, ήτοι ενώ ήτο ημέρα και ο ήλιος έλαμπε λαμπρότατα εις τον ουρανόν, εφάνησαν τρεις σταυροί, συντεθειμένοι εξ αστέρων, οι οποίοι ήσαν ολόφωτοι και ίσταντο επάνω του αγίου Λειψάνου. Ομοίως και μία λευκοτάτη περιστερά ανίπτατο άνωθεν αυτού, δηλούσα την επισκιάζουσαν αυτόν Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Αφού δε ο Πατριάρχης ενεταφίασε το ιερόν σώμα του Δανιήλ, έβαλεν άνωθεν αυτού τα ιερά Λείψανα των εν Βαβυλώνι Αγίων Τριών Παίδων, καθώς είχεν αφήσει παραγγελίαν ο Όσιος· τούτο δε προσέταξεν, ως ταπεινόφρων, δια να προσκυνώσιν οι προσερχόμενοι τους Αγίους αυτούς μάλλον ή εκείνου το Λείψανον, ώστε να φεύγη την ανθρωπίνην δόξαν και μετά την τελευτήν ο μακάριος.                                                                                                                             
Τοιούτος ήτο ο εκ γενετής Βίος και τοιαύτα τα έως της τελευτής κατορθώματα αυτού· και με τοιαύτα έργα διέλαμψε, ζήσας εις τούτον τον κόσμον έτη ογδοήκοντα και μήνας τρεις, εκοιμήθη δε εν έτει (490). Αι τρίχες της κεφαλής του ήσαν πυκνώς χωρισμέναι εις τέσσαρας βοστρύχους, ήτοι πλοκάμους, οίτινες ήσαν αρκετά μακροί· ομοίως και τα γένεια ήσαν μακρά. Αυτός μεν λοιπόν ούτω ζήσας διαγωγήν υπεράνθρωπον ανεπαύθη και αφήκεν εις ημάς τον Βίον αυτού αρχέτυπον, όχι μόνον να τον επαινώμεν και να τον θαυμάζωμεν, αλλά και να τον μιμώμεθα ως δυνάμεθα. Διότι ο έπαινος προς αυτόν μόνον φέρεται, η δε μίμησις αναδεικνύει ημάς συγκληρονόμους αυτού εις εκείνην την αιώνιον Βασιλείαν, της οποίας δεν αξιούνται οι αμελείς και ράθυμοι, οίτινες ακηδιώσι και δεν θέλουν να κοπιάσουν αναλόγως της δυνάμεως αυτών. Μόνον δε όσοι βιάζουν την σάρκα κόπτοντες τα απρεπή θελήματα αυτών και υποτάσσουν αυτήν εις το πνεύμα, φυλάττοντες τας σωτηρίους εντολάς του Κυρίου, αυτοί, δια της προσκαίρου στενοχωρίας και της μικράς θλίψεως, ευρίσκουσιν ευρυχωρίαν αιώνιον και ευφροσύνην ανεκδιήγητον εις την ουράνιον Βασιλείαν, την αδιάδοχον όντως και ατελεύτητον, της οποίας είθε να αξιωθώμεν και ημείς δια πρεσβειών της Αειπαρθένου Θεοτόκου, του Οσίου Πατρός ημών Δανιήλ και πάντων των Αγίων. Αμήν.