Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Η κοινωνία μεταξύ κακοδοξούντων και ορθοδοξούντων επισκόπων, θεωρείται λίαν απαράδεκτος και κατάκριτος πράξις, όσω και αύτη να καλύπτεται με το αιτιολογικόν της προσωρινότητος και «οικονομίας».

Το Ορθόδοξον Πλήρωμα, δια να κατορθώση να διασφαλίση και διατηρήση την ακαινοτομήτως ορθόδοξον ιδιότητα και υπόστασίν του εις τα της Πίστεως, υποχρεούται να διακόψη πάσαν εκκλησιαστικήν κοινωνίαν και μετά των κοινωνούντων τω κακοδοξούντι επισκόπω αυτού, διότι οι κοινωνούντες τω κακοδόξω επισκόπω, γνωρίζοντες καλώς ότι ούτος κακοδοξεί, αντί να προβώσιν εις τας ενδεικνυομένας κανονικάς κατ’ αυτού κυρώσεις προς συνέτησίν του, όλως αντιθέτως αποθρασύνουν και εδραιώνουν αυτόν εις την κακοδοξίαν του, δια της προς αυτόν κοινωνίας αυτών. Ουδόλως δε ωφελεί αυτούς και ουδένα δύναται ενσυνειδήτως να πληροφορήση οιαδήποτε δήλωσις και ομολογία αυτών ότι δεν τυγχάνουν ομόφρονες τω μεθ’ ου κοινωνούν κακοδοξούντι επισκόπω, καθότι η επιτελουμένη αύτη πράξις (της κοινωνίας), Κανονικώς κρινομένη, μαρτυρεί καταφανέστατα πλήρη ενότητα πίστεως, δυνάμει της οποίας δεν δύναται να υποκινηθή το ενδιαφέρον της Εκκλησίας όπως εκφέρη την εν προκειμένω «Κρίσιν» και «Συνοδικήν» Αυτής «Διαγνώμην». Η κοινωνία μεταξύ κακοδοξούντων και ορθοδοξούντων επισκόπων, θεωρείται λίαν απαράδεκτος και κατάκριτος πράξις, όσω και αύτη να καλύπτεται με το αιτιολογικόν της προσωρινότητος και «οικονομίας». Αι Κανονικαί Διατάξεις της Εκκλησίας, τελείως αποκλείουν τοιούτον δικαίωμα, διότι εάν ο εν γνώσει απλούς πιστός έχει υποχρέωσιν, ως Ορθόδοξος κατά την Κανονικήν Κρίσιν, να αποτειχισθή του οικείου κακοδοξούντος επισκόπου  του και να υπαχθή εις ορθοφρονούντα (ομοχώριον—εάν υπάρχη) επίσκοπον, εν τίνι δικαιώματι ο επίσκοπος ούτος δύναται να επικοινωνή μετά του κακοδοξούντος συνεπισκόπου του και δια ποίον, τότε, λόγον το Πλήρωμα των πιστών υποχρεούται, καθ’ ον, εκ παραλλήλου, τρόπον υποχρεούται να παραμένη Ορθόδοξον, να χωρήση εις την αποτείχισιν, την έννοιαν και τον σκοπόν της οποίας εκ βάθρων καταλύει εν προκειμένω ο «ορθοφρονών» επίσκοπος δια της προς τον κακοδοξούντα συνεπίσκοπον αυτού κοινωνίας του, όστις, σημειωτέον, σκοπός, ουδείς άλλος τυγχάνει, ειμή η διασφάλισις της (ακαινοτομήτου) ορθοδόξου ιδιότητος και υποστάσεως του αποτειχιζομένου; Η προκαλουμένη εν προκειμένω ζημία είναι καταφανεστάτη, δια τε την Εκκλησίαν και το Πλήρωμα Αυτής. Διότι, ο μεν κακοδόξως φρονών και κηρύσσων επίσκοπος, δυσκόλως δύναται να ζημιώση και βλάψη τούτο, ένεκα της απ’ αυτού αποτειχίσεώς του, ενώ απεναντίας, ο κοινωνών μετ’ αυτού «ορθοφρονών» τοιούτος ευκόλως δύναται να παραπλανήση και παρασύρη το υγειώς σκεπτόμενον Πλήρωμα τούτο, επειδή ο κοινωνών μετά του κακοδόξου επισκόπου, γίνεται αιτία και ο συνδετικός κρίκος όπως το ορθοφρονούν Πλήρωμα επικοινωνεί, ενδιαμέσως, μετά του εξ ου απετειχίσθη κακοδόξου επισκόπου του! Εντεύθεν όθεν και η μεγάλη βλάβη δια την Εκκλησίαν, του αποκλεισμού, δηλονότι, της διασώσεως και διατηρήσεως της ακαινοτομήτου γραμμής και πορείας εν τω ορθοδόξω βίω του ευσεβούς Πληρώματος Αυτής! Τούτου ένεκα λόγου, άλλωστε, η αγία Πρωτο-Δευτέρα Σύνοδος σαφώς αποφαίνεται ότι ο αποτειχιζόμενος «ερύσατο την Εκκλησίαν μερισμών και σχισμάτων».

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ο Οικουμενισμός είναι Αίρεσις! Είναι εντελώς ξεκάθαρο. Επί πλέον είναι αίρεσις των αιρέσεων.

Από όλες τις πλάνες που περιλαμβάνει ο ονομαζόμενος  «οικουμενισμός» η πλέον βασική και εμβριθής είναι η πλάνη του, όσον αφορά αυτήν ταύτην την φύσιν της Εκκλησίας. Είναι εκκλησιολογική αίρεσις. Αντίκειται στην ομολογιακή πίστι του συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, διότι ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Το ονομαζόμενο  «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ήδη αυτό τούτο το όνομά του, περιλαμβάνει αυτή την αντιλογία του Ορθοδόξου Χριστιανικού Δόγματος όσον αφορά την Μία Εκκλησία. Στην δε Θεωρία των Κλάδων ( ο Οικουμενισμός) ολοκληρωτικά απορρίπτει αυτό το Δόγμα της Μίας Εκκλησίας. Το  «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» προσπαθεί να εκπληρώση αυτή τη βασική απόρριψη δια της πολεμικής τακτικής του «Θρησκευτικού πλουραλισμού».
Η «Ορθόδοξος Εκκλησία» λαμβάνοντας μέρος στις δραστηριότητες του ως άνω αναφερομένου  «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» διακηρύσσει την συμφωνία της με όλες τις διδασκαλίες και δραστηριότητές του. Δι αυτού τούτου του τρόπου γίνεται (η Ορθόδοξος Εκκλησία) μέρος των ψευδών και πλανών του Π.Σ. «Εκκλησιών»  Γίνεται αιρετική στο βαθμό που είναι αυτό τούτο το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών».

Η αίρεσις του Οικουμενισμού εισάγεται ακόμη βαθύτερα εις το σώμα της «Εκκλησίας» δια της συμμετοχής των Ιεραρχών Της, δια των διαφόρων μορφών των λειτουργικών συνεορτασμών, που πραγματοποιούνται υπό των ιδρυμάτων του  «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» εις την πορεία των συνηθησμένων δραστηριοτήτων.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) : Ο Πάπας αυτοανεκηρύχθη εις την πραγματικότητα Εκκλησία εν τη Παπική εκκλησία, και έγινεν εν αυτή τα πάντα εν πάσι. Ιδιόμορφος παντοκράτωρ.

Μεταξύ ενός τοιούτου κόσμου, ο οποίος εκουσίως «εν τω πονηρώ κείται», και του ανθρώπου που ακολουθεί τον Θεάνθρωπον Χριστόν δεν υπάρχει συμβιβασμός. Εκείνος που ακολουθεί τον Θεάνθρωπον δεν δύναται εις βάρος της Ευαγγελικής Αληθείας να κάμνη συμβιβασμούς με τον ουμανιστικόν άνθρωπον, που όλα αυτά τα δικαιολογεί και ανάγει εις δόγμα. Εδώ πάντοτε πρόκειται περί αποφασιστικού και κρισιμωτάτου διλήμματος και εκλογής: ή ο Θεάνθρωπος ή ο άνθρωπος. Διότι ο ουμανιστικός άνθρωπος δι’ όλων των ενεργειών του εμφανίζεται και φέρεται ως δρων με αυτάρκειαν, ως υπερτάτη αξία και ανώτατον κριτήριον. Εδώ δεν υπάρχει θέσις δια τον Θεάνθρωπον. Δι’ αυτό εις το ουμανιστικόν βασίλειον την θέσιν του Θεανθρώπου την κατέχει οVicarius Christi, ο δε Θεάνθρωπος έχει εξορισθή εις τον ουρανόν. Τούτο αποτελεί ασφαλώς ιδιόμορφον αποσάρκωσιν του Θεανθρώπου Χριστού. Δεν είναι έτσι; Δια του δόγματος περί του αλαθήτου, σφετερισθείς υπέρ εαυτού, δηλαδή υπέρ του ανθρώπου, όλην την εξουσίαν και όλα τα δικαιώματα, που ανήκουν μόνον εις τον Θεάνθρωπον Κύριον, ο Πάπας αυτοανεκηρύχθη εις την πραγματικότητα Εκκλησία εν τη Παπική εκκλησία, και έγινεν εν αυτή τα πάντα εν πάσι. Ιδιόμορφος παντοκράτωρ. Δια τούτο το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα απέβη το κεντρικόν δόγμα του παπισμού. Και ο πάπας δεν δύναται να το αποκηρύξη με κανένα τρόπον, έως ότου θα είναι πάπας του ουμανιστικού παπισμού.

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Το αποκαλυπτικό «ντοκουμέντο», το οποίο είναι σχεδόν άγνωστο στους Ορθοδόξους, είναι η ομολογία του ίδιου του Αθηναγόρα, ότι μνημονεύει τον αιρετικό πάπα, τόσο στην αγία Πρόθεση, κατά την Προσκομιδή των αγίων Δώρων, όσο και στο άγιο Θυσιαστήριο.

Σε γράμμα, που έστειλε ο Αθηναγόρας το 1968 στον πάπα Παύλο Στ΄, για τη γιορτή των Χριστουγέννων, γράφει: 


«Εν τη κοινωνία ταύτη (της αγάπης του Χριστού) ιερουργούντες μετά της χορείας των περί ημάς Ιερωτάτων Μητροπολιτών και υπερτίμων, μνησθησόμεθα από των διπτύχων της καρδίας ημών του τιμίου ονόματός Σου. αδελφέ, Αγιώτατε της Πρεσβυτέρας Ρώμης Επίσκοπε, ενώπιον της αγίας αναφοράς αυτού τούτου του τιμίου Σώματος και αυτού τούτου του τιμίου αίματος του Σωτήρος εν τη θεία του Αγιωτάτου προκατόχου ημών, Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Και ερούμεν τη αγία ημέρα των Χριστουγέννων ενώπιον του αγίου θυσιαστηρίου και λέγομεν σοι: της Αρχιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ο Θεός, πάντοτε, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων» !!!

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ποια είναι λοιπόν η σημερινή εορτή; Είναι μεγάλη και αξιοσέβαστη και 
υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική, και είναι αντάξια της γενναιοδωρίας 
του Θεού που την καθιέρωσε. Γιατί σήμερα συμφιλιώθηκε το ανθρώπινο
 
γένος με το Θεό. Σήμερα διαλύθηκε η παλιά εχθρότητα και τερματίστηκε ο
 
μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα επανήλθε στους ανθρώπους μια
 
αξιοθαύμαστη ειρήνη, την οποία ποτέ στο παρελθόν δεν περίμεναν οι
 
άνθρωποι.
 

Γιατί ποιος ήλπιζε πως επρόκειτο να συμφιλιωθεί ο Θεός με τον
 
άνθρωπο, όχι γιατί θα ήταν ποτέ δυνατόν ο Κύριος να μισήσει τον
 
άνθρωπο, αλλά γιατί ο άνθρωπος, ο δούλος, ήταν απρόθυμος. Όχι γιατί ο
 
Κύριος ήταν άσπλαχνος, αλλά γιατί ο δούλος ήταν αχάριστος. Θέλεις να
 
μάθεις με ποιον τρόπο εξοργίσαμε τον φιλάνθρωπο και αγαθό Κύριό μας;
 
Γιατί είναι σωστό να μάθεις την αιτία της παλιάς έχθρας μας, για να
 
θαυμάσεις τη φιλανθρωπία του Θεού, όταν δεις πως μάς τίμησε ενώ
 
ήμασταν εχθροί και αντίπαλοί Του, και για να μη νομίσεις πως η αλλαγή
 
αυτή οφείλεται σε δικά μας κατορθώματα, και για να μάθεις το μέγεθος
 
της χάρης και της ευεργεσίας Του και να μην πάψεις ποτέ να Τον
 
ευχαριστείς για τις άπειρες δωρεές Του.
 

Και για να καταλάβεις πως δεν μισούσε το ανθρώπινο γένος, αλλά
 
απεχθανόταν την ανθρώπινη κακία. Εκείνος που είπε: «Θα εξαφανίσω τον
 
άνθρωπο που έπλασα, απ΄ το πρόσωπο τη γης», λέει στον άνθρωπο: «Είναι
 
καιρός ο κάθε άνθρωπος να έλθει σε Μένα». Εάν μισούσε τον άνθρωπο, δε
 
θα συζητούσε μαζί του. Τώρα όμως βλέπεις ότι ο Κύριος όχι μόνο δεν
 
θέλει να κάνει εκείνο που απείλησε να κάνει, αλλά και ότι δίνει
 
εξηγήσεις στον δούλο Του και συζητά μαζί του σα να είναι ισότιμος
 
φίλος Του και του λέει ποιες είναι οι αιτίες της καταστροφής που
 
πρόκειται να γίνει, όχι για να μάθει ο άνθρωπος τις αιτίες, αλλά για
 
να τις κάνεις γνωστές στους συνανθρώπους του κι έτσι να τους κάνει
 
πιο προσεκτικούς. Αλλά όπως είπαμε και προηγουμένως, τόσο κακή
 
διαγωγή δείξαμε οι άνθρωποι από παλιά, ώστε λίγο έλειψε να μάς
 
εκδιώξει ο Θεός κι απ΄ τη γη.
 

Αλλά εμείς που τότε αποδειχθήκαμε ανάξιοι να κατοικούμε στη γη,
 
σήμερα ανεβήκαμε στους ουρανούς. Εμείς που αποδειχθήκαμε ανάξιοι να
 
εξουσιάσουμε τη γη, ανεβήκαμε στην ουράνια Βασιλεία, περάσαμε πάνω
 
από τους ουρανούς, αγγίξαμε το θρόνο του Θεού. Και το γένος εκείνο,
 
που φύλαγαν τα Χερουβίμ τον παράδεισο για να μην μπει μέσα, αυτό το
 
γένος σήμερα βρίσκεται πιο ψηλά από τα Χερουβίμ. Αλλά πώς έγινε αυτό
 
το αξιοθαύμαστο και μεγαλειώδες γεγονός; Πώς ανεβήκαμε τόσο ψηλά
 
εμείς που ήμασταν τόσο αμαρτωλοί, εμείς που αποδειχθήκαμε ανάξιοι για
 
να κατοικούμε τη γη και να την εξουσιάζουμε; Πώς σταμάτησε ο πόλεμος;
 
Πώς έπαψε η οργή του Θεού; Πώς; Γιατί αυτό είναι το πλέον
 
αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή δεν ζητήσαμε την ειρήνη εμείς που
 
περιφρονούσαμε άδικα τον Θεό, αλλά μάς κάλεσε ο ίδιος ο Θεός που
 
δίκαια ήταν αγανακτισμένος εναντίον μας, και έτσι μάς έφερε την
 
ειρήνη. «Είμαστε αντιπρόσωποι του Χριστού, και ο Θεός μ΄ εμάς ως
 
αντιπροσώπους Του σάς παρακαλεί». Και γιατί αυτό; Εκείνος
 
περιφρονήθηκε άδικα από εμάς, και ο Ίδιος μάς παρακαλεί; Ναι, γιατί
 
είναι Θεός και παρακαλεί ως φιλόστοργος Πατέρας που είναι.
 

Και πρόσεξε τι γίνεται, Μεσίτης είναι ο Υιός του Θεού, που μάς
 
παρακαλεί, κι όχι ένας απλός άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος,
 
ούτε κάποιος από τους υπηρέτες Του. Και τι κάνει ο Μεσίτης; Αυτό που
 
κάνει κάθε μεσίτης. Όπως ακριβώς όταν δύο άνθρωποι μισούνται μεταξύ
 
τους και δε θέλουν να συμφιλιωθούν, πηγαίνει κάποιος και μπαίνει στη
 
μέση και δίνει τέλος στην έχθρα τους, έτσι ενήργησε και ο Χριστός. Ο
 
Θεός ήταν θυμωμένος εναντίον μας, εμείς αποστρεφόμασταν τον Θεό, τον
 
φιλάνθρωπο Κύριό μας, και ο Χριστός μπήκε στη μέση και μάς
 
συμφιλίωσε. Αλλά με ποιον τρόπο μπήκε στη μέση ο Χριστός; Πήρε επάνω
 
του Εκείνος την τιμωρία που μάς επέβαλε ο Πατέρας και υπόμεινε και
 
την τιμωρία και τις προσβολές που του έκαναν οι άνθρωποι στη γη.
 
Θέλεις να μάθεις με ποιον τρόπο τα δέχτηκε και τα δύο; «Ο Χριστός -
 
λέει ο Παύλος- μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου με το να γίνει
 
ο Ίδιος κατάρα, για τη σωτηρία μας». Είδες πώς δέχτηκε την τιμωρία
 
που επιβλήθηκε από τον ουρανό, δες και πώς υπέμεινε τις προσβολές των
 
ανθρώπων, «Οι βρισιές εκείνων που σε βρίζαμε - λέει- έπεσαν σ΄
 
εμένα». Είδες με ποιον τρόπο διέλυσε την έχθρα, πώς δεν έπαψε να
 
κάνει τα πάντα, και να πάσχει και να ενδιαφέρεται πριν ανεβάσει τον
 
εχθρό και αντίπαλο (τον άνθρωπο) κοντά στον Θεό και να τον καταστήσει
 
φίλο Του; Για όλα αυτά τα αγαθά αφετηρία είναι η σημερινή ημέρα.
 

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ομολογία πίστεως “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές, αλλά απουσίαζε ο Θωμάς. Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Ιδιαίτερα μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως, ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος.
Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως οι μαθητές ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν. Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο. Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί και αυθεντικοί μάρτυρες, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει λοιπόν στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του προκειμένου να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Παρών και ο Θωμάς
“Μεθ’ ημέρας οκτώ” στον ίδιο χώρο του υπερώου ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί
νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά, η οποίος έμελλε να διαδραματίσει σημαντικά ρόλο στη μαρτυρία του γεγονότος της Ανάστασης του Κυρίου. Όταν είχε έλθει στο χώρο, του διηγήθηκαν οι άλλοι μαθητές τα όσα συνέβησαν. Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω”. 
Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου. Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του. Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: “Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευράν μου και μήν μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός”.
Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του. Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που σε δίκην μουσικής μελωδίας απέδωσαν στην πιο ωραία αρμονία τη σωτήρια ομολογία: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.
Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκπέμπεται σαν πράξη καθημερινής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να εκφράζεται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι΄ εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Αγαπητοί αδελφοί, η ομολογία αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ανθρώπου που αγωνίζεται για να ενωθεί με το Θεό. Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου μας γίνεται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο, το οποίο μας προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο, το κτιστό με το άκτιστο. Γι΄ αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε με βεβαιότητα ότι “είδομεν το Φως το αληθινόν” στη βάση της εμπειρικής διακήρυξης του Θωμά “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Μητρ. Πειραιώς κ. Σεραφείμ:

 Παναγιώτατος, ἀκολουθώντας κατά γράμμα τήν οἰκουμενιστική τακτική τοῦ προκατόχου του κυροῦ Ἀθηναγόρα, ἀναφέρθηκε στην ὁμιλία του σ’ αὐτόν, χαρακτηρίζοντάς τον «ὁραματιστή» καί παράλληλα ἐξέφρασε τήν ἀπογοήτευσή του γιά τήν μή συμμετοχή τῶν Πατριαρχείων Γεωργίας καί Βουλγαρίας στούς διαχριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους. Ἡ οἰκουμενιστική αὐτή αἰχμαλωσία ἀποδεικνύεται ἐν τοῖς πράγμασι ἀπό τίς ἀνιστόρητες, πρωτοφανεῖς καί καινοφανεῖς οἰκουμενιστικές πράξεις καί ἐνέργειες, ὅπως  urbi et orbi υἱοθέτηση καί ἐφαρμογή τῶν κακοδόξων θεωριῶν περί «τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, τῆς Μιᾶς και συγχρόνως Διηρημένης Ἐκκλησίας, τῆς Διευρημένης Ἐκκλησίας, τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας, τῆς Παγκοσμίου ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καί μαξιμαλισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς καί συναφειακῆς αἱρέσεως, τῆς εὐχαριστηριακῆς θεολογίας, τῆς μετασυνοδικῆς θεολογίας, τῶν ἐλλειματικῶν καί μή πλήρων «Ἐκκλησιῶν», τῆς περιεκτικότητος, τῆς ἐλλειματικῆς καί μή πλήρους μυστηριολογίας, τῆς μετατροπῆς τῆς οἰκονομίας σέ ἀκρίβεια καί δόγμα», οἱ ὁποῖες, βεβαίως, τυγχάνουν ξένες καί ἀλλότριες τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας καί θεολογίας.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

+Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης : Ο Παπισμός.

…Τάσσομεν ως έκτην κεφαλήν τον Παπισμόν, ενώ εις κακότητα κατέχει την πρώτην θέσιν μεταξύ των εχθρών της αγιωτάτης ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Αλλά το μίσος του Παπισμού καθ΄ ημών, ουδέν άλλο σημαίνει ή ότι αναγνωρίζει την υπεροχήν μας. Ο Παπισμός υπήρξε μοιραία ιστορική μορφή εις τον κόσμον. Το υποταγέν εις τον χριστιανισμόν στρατοκρατικόν και κοσμοκρατορικόν πνεύμα της ειδολολατρικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, διετήρησεν εν τούτοις τους χαρακτήρας αυτού, τους οποίους βλέπομεν από τους πρώτους εισέτι χριστιανικούς αιώνας να διακρίνουν την ρωμαϊκήν Εκκλησίαν, με προϊούσαν τάσιν επιβολής επί των άλλων Εκκλησιών, ης αποκορύφωμα υπάρχει η σκανδαλώδης ιδέα του Πρωτείου, μεθ’ όλων των συνεπειών αυτού, δια να προαχθή εις το φρενιτιώδες αλάνθαστον του Πάπα. Εις την διαμόρφωσιν της ζωής της Δυτικής Εκκλησίας, αποφασιστικόν ρόλον διεδραμάτισαν τα επιδραμόντα γερμανικά φύλα, άτινα επηρέασαν, αναμφιβόλως, την στάσιν αυτής έναντι των θεολογικών αυτής προβλημάτων. Λαοί παχυλοί, ανανάπτυκτοι δια να εγκεντρισθούν εις τον Χριστιανισμόν, εχρειάσθησαν ένα όργανον ανάλογον προς την διανοητικότητα αυτών. Και ευρέθη εις την αριστοτελικήν φιλοσοφίαν, την ικανοποιούσαν τας αξιώσεις του «λόγου», ον θέτει ως απόλυτον κριτήριον. Ούτω συν τω χρόνω διεμορφούτο θεολογία νοησιαρχική, ορθολογιστική, φυσιοκρατική, ήτις ωδήγει κατ’ ολίγον εις την αποξένωσιν από την μάλλον μυστικιστικήν, «εσωτερικήν» θεολογίαν των ανατολικών λαών, υπέρ ης απελογείτο αυθεντικώς, το άγιον Βυζάντιόν μας. Η ούτω λανθάνουσα κατ΄ αρχάς αντίθεσις μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, και ύστερον αισθητότερον αποκαλυφθείσα, ως ήτο επόμενον, προεκάλεσε την διάσπασιν της ψυχολογικής ενότητος των Εκκλησιών. Και υποθέτομεν, ότι η κυριωτέρα αιτία του χωρισμού των Εκκλησιών, δεν ήτο ούτε το σκανδαλίζον και αντορθόδοξον Filioque, ούτε και αι περί Πρωτείου προκλητικαί αξιώσεις του Πάπα, όσον ο διάφορος τρόπος διανοητικότητος, όστις ολογλύφως, θα ελέγομεν παρουσιάσθη εν τω προσώπω Θωμά του Ακινάτου, γενομένου του επισημοτέρου εκπροσώπου της Θεολογίας της Ρώμης. Τούτο άλλωστε απεδείχθη, αφ’ ενός μεν δια του οδυνηρού τρόπου βιώσεώς των, όστις εντονώτερον κατεφάνη εις τους μυστικιστάς των, αφ’ ετέρου δε, κατά τας έριδας των Ησυχαστών του ΙΔ’ αιώνος, τους οποίους η δυτική Θεολογία, δια του Βαρλαάμ του Καλαβρού, κατεπολέμησε μετ’ απαραδειγματίστου σφοδρότητος. Η κακοδοξία της Παπικής Εκκλησίας και η ορθολογιστική νοοτροπία αυτής, κατεφόβιζον τόσον τους βυζαντινούς, ώστε κατά τας αγωνιώδεις τελευταίας ημέρας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, να προτιμούν την επικειμένην κυριαρχίαν της ερυθράς ημισελήνου ή των Παπικών, του φόβου μεταδιδομένου από των χειλέων του ενός προς τον άλλον, δια της μνημειώδους φράσεως: «κάλλιον σαρίκιον τουρκικόν ή τιάραν Παπικήν». Είναι δε περιττόν να είπωμεν, πόσον το νοησιαρχικόν στοιχείον καλλιεργηθέν επιμελώς υπό της πρεσβυτέρας Ρώμης, συνετέλεσεν εις την γέννησιν του Προτεσταντισμού, όστις πάλιν, επί το χείρον προκόψας, έτεκεν, εντελώς ανυπόπτως, τας υλιστικάς φιλοσοφίας του Μαρξ και Έγκελς, καθ’ όσον με κατάπληξιν αναγινώσκομεν θεωρίας, Θωμά του Ακινάτου, περί των σχέσεων κεφαλαίου και εργασίας. Ημάς τους ορθοδόξους ουδείς τόσον επεβουλεύθη και επίκρανεν, όσον η «αδελφή» Καθολική Εκκλησία, ήτις εάν ήθελε θα ηδύνατο και την πτώσιν της Πόλεως να αποτρέψη. Εν τούτοις πάντοτε επεδίωκεν οφέλη εξ ημών, και ότε «η δρυς πέπτωκεν» αυτή εκ των πρώτων ήρξατο «ξυλεύουσα». Εις δε την εποχήν της 400ετούς δουλείας, ουκ επαύσατο μηχανορραφούσα εις βάρος της διαστίκτου εκ των τραυμάτων και ημιθνήτου αδελφής της, και ανταγωνιζομένη εις την αρπαγήν των προβάτων με τον Ισλαμισμόν. Και ότε ανέτρεψε τον υπό της α΄ Οικ. Συνόδου θεσπισθέντα Πασχάλιον κανόνα, ο Πάπας «περιήγε ξηράν και θάλασσαν» δια να μας επιβάλη ένα νέον, αμαρτωλόν ημερολόγιον, όπερ σήμερον διχάζει το πλήρωμα της Εκκλησίας μας, και όπερ ευτυχώς απεδοκιμάσθη εν τω συνόλω του υπό του ευσεβούς λαού μας. Εν πάση περιπτώσει ο Παπισμός, όστις παρ’ ενίοις ερμηνευταίς της Αποκαλύψεως θεωρείται «η πόρνη η μεθύουσα μετά των βασιλέων της γης», βλέπει την ορθοδοξίαν μας ως άκανθαν εις τον οφθαλμόν του, διότι δεν απεμακρύνθη της ιεράς παραδόσεως, ως αυτός, διο και ελέγχεται. Δια τούτο μετέρχεται παν μέσον όπως εισδύση εις την Εκκλησίαν μας, δια να την υποτάξη υπό τους πόδας του Πάπα. Η ασκουμένη από ετών προσηλυτιστική προπαγάνδα, ο Ιησουϊτισμός, οι Ελληνόρρυθμοι, οι Ουνίται, προς τον σκοπόν αυτόν αγωνίζονται. Τελευταίως είχομεν επίθεσιν δια του Κογκορδάτου, όπερ μεταφράζεται, εις διασφάλισιν περισσοτέρων προϋποθέσεων δράσεως του Καθολικισμού εν Ελλάδι. Ευτυχώς ότι η Εκκλησία έχει ποιμένας και εξεδίωξε τους λύκους. Η Ιεραρχία είναι αξία παντός επαίνου, αναδειχθείσα ανταξία των αγίων Πατέρων μας, και των πεπρωμένων της Ορθοδοξίας. 

(σ.σ. To κείμενο το έγραψε το 1956).

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Εάν δεν θλιβώμεν δια τον Χριστόν, θα θλιβώμεν από τον σατανάν και από τα πάθη μας.

Είναι απαραίτητον να αντιληφθώμεν ότι η αγία Εκκλησία μας, είναι Εκκλησία πιστών του Σταυρού. Ο Σταυρός, ως σταύρωσίς μας εν τω κόσμω, είναι η μόνη οδός σωτηρίας μας. Σταυρός  είναι θλίψις δια Χριστόν, είναι πόνοι και δάκρυα. Εάν δεν θλιβώμεν δια τον Χριστόν, θα θλιβώμεν από τον σατανάν και από τα πάθη μας. Είναι και αυτός ένας άλλος σταυρός, με την διαφοράν, ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γλυκύς, πνευματικός, αγιαστικός, ζωοποιός. Με συνέπειαν την αιωνίαν ζωήν και την άληκτον χαράν. Ο άλλος σταυρός είναι φρικτός, άπελπις, νεκροποιός και με συνέπειαν τον αιώνιον θάνατον και τον «ακοίμητον σκώληκα». Θα είμεθα απείρως δυστυχείς, απείρως ελεεινοί, εάν δεν αγαπήσωμεν τον Σταυρωθέντα Χριστόν, εάν δεν άρωμεν με χαράν τον Σταυρόν μας και αν δεν ζήσωμεν ως εσταυρωμένοι.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Τό Φανάρι έταράχθη. Οί άτακτοι παραδίδουν μαθήματα Κανονικής τάξεως!

Ταραχή καί άντιδράσεις προκά­λεσε στο Φανάρι ή θεάρεστη ένέργεια τοϋ Σεβασμιωτάτου Μη­τροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ νά άναγνωρίση τις κατά τά έτη 830 καί 1351 έν Κωνσταντινουπόλει συνελθοϋσες Συνόδους επί Μ. Φωτίου καί άγ. Γρηγορίου τοϋ Παλαμά άντιστοίχως ώς οικουμε­νικές, καί νά θέσπιση τόν ετήσιο πανηγυρικό εορτασμό τους στήν μητροπολιτική του περιφέρεια. Ή πρωτοβουλία αύτή τοϋ Πειραιώς θεωρήθηκε άντικανονική καί άντιλειτουργική καί ώς άπόπειρα ύπονομεύσεως τών σχέσεων τής 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας μέ τήν Ρώμη καί τερματισμού του θεο­λογικού διαλόγου μαζί της!

Στο πλαίσιο αύτής τής άντιδράσεως, ό έκτελών χρέη ύπερασπιστού τής οίκουμενιστικής πο­λιτικής τοϋ Φαναριού Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος τού Οικου­μενικού Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης άνέλαβε νά έλέγξη μέ ειδική άνάλυσι τήν ένέργεια του Πειραιώς, κατηγορώντας αύτόν, ότι δέν είχε τό δικαίωμα «να θε­σπίσει μίαν Εορτή γιά κάποιο γε­γονός, πού άφορα σύμπασα τήν α­νά τήν Οίκουμένην 'Ορθόδοξο Εκκλησία και όχι μόνο τήν επαρ­χία τήν οποίαν ποιμαίνει», καί ότι άποδεχόμενος καί χαρακτηρίζων ώς «οικουμενικές» τις δύο αύτές Συνόδους, άθετεί τήν 'Ομολογία Πίστεως, τήν όποία είχε άπαγγείλει τήν ήμέρα τής εις Έπίσκοπον χειροτονίας του, 'Ομολογία, διά τής όποιας διαβεβαίωσε, ότι άποδέχεται έπτά Οικουμενικές Συνό­δους, δηλώνοντας συγχρόνως, ό­τι δέν προσθέτει, δέν αφαιρεί καί δέν μεταβάλει τίποτε άπό τά δό­γματα καί τις Παραδόσεις τής 'Εκκλησίας!
Στό σοβαρώτατο αύτό κατηγο­ρητήριο άπάντησε βεβαίως έπαρκώς ό «έτοιμος άεί προς άπολογίαν παντί τω αίτούντι αύτώ λόγον» έπίσκοπος. Ώς μέλη όμως τής 'Εκκλησίας έχομε καί έμείς γνώ­μη, τήν όποία και θά έκφράσουμε.
Κατά τήν γνώμη μας, λοιπόν, ή ενέργεια τού μητροπολίτου Πειραιώς δέν είνε καινοφανής, άλλά άπολύτως σύμφωνη μέ τήν Παράδοσι τής 'Εκκλησίας, ή όποία άδιαψευστως μαρτυρεί, ότι ό ε­ορτασμός πολλών γεγονότων τής Χριστιανοσύνης (όπως είνε τά Θεοφάνεια, τά Χριστούγεννα και τό Πάσχα) πρώτα καθιερώθηκε ά­πό κάποιες Εκκλησίες σέ τοπικό επίπεδο και κατόπιν άπό τήν οι­κουμενική 'Εκκλησία σέ πανχριστιανικό έπίπεδο.
Οι μαθητές (πιστοί) τού Χρι­στού ώνομάστηκαν Χριστιανοί πρώτα στήν 'Αντιόχεια καϊ κατό­πιν στόν ύπόλοιπο κόσμο (Πράξ. 11:26). Μήπως έπρεπε νά γίνη ιδι­αιτέρα 'Αποστολική Σύνοδος γιά νά έγκρίνη τήν ονομασία;
Ή Ύψωσι τοϋ Τιμίου Σταυρού πρώτα έωρτάσθηκε στά 'Ιεροσό­λυμα και στήν Κωνσταντίνούπολι και κατόπιν καθιερώθηκε παγκοσμίως. Θά μπορούσαμε νά άναφέρωμε και άλλα παραδείγματα.
Ή άναγνώρισι τών Η' καί Θ' Συνόδων ώς οικουμενικών καί ό εορτασμός τους άπό τήν Ί. Μητρόπολι Πειραιώς δέν ύποχρεώνουν καμμίαν άλλη 'Ορθόδοξη Εκκλησία νά τήν μιμηθή, δέν δη­μιουργούν τετελεσμένα γεγονότα, δέν συνιστούν παράβασι και Κανονική άταξία, άλλ' εκφράζουν τήν συνείδησι τοϋ πληρώματος τής Ιεράς αύτής Μητροπόλεως και όχι μόνο.
Συγχρόνως δημι­ουργούν καί ένα προηγούμενο, προερχόμενο άπό μία πολυπληθή Ί. Μητρόπολι, τό όποιο, σέ συν­δυασμό μέ έμπεριστατωμένες μελέτες πολλών έπιφανών έκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, πού συνηγορούν ύπέρ τής οικουμενι­κότητας τών δύο αύτών Συνόδων, συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο σέ οποιαδήποτε Πανορθόδοξη Σύν­οδο συνέλθη μελλοντικών και προβάλη τήν άξιωσι νά άναγνωρισθή ώς οικουμενική, αγνοώντας και περιφρονώντας τήν ιστορικώς καί θεολογικώς άνεγνωοισμένη άξια των Η' καί Θ' Συνόδων. Και αύτό τό γνωρίζουν οί οίκουμενιστές τού Φαναριού, γι' αύτό καί άντιδρούν.
Αρνούνται, λοιπόν, παπόφιλοι καί λατινόφρονες κληρικοί τού Οίκουμενικού Θρόνου τό δι­καίωμα σ΄έναν όρθοδοξότατο καί άγωνιστή μητροπολίτη «νά θεσπί­σει, μέ μίαν excathedra, Ποντιφίκειου τύπου, άπόφαση», όπως γράφουν, «τόν έορτασμό ένός Ιιστορικού γεγονότος, πού αφορά σύμπασα τήν Μίαν, Άγίαν, Καθολικήν και Άποστολικήν Όρθόδοξον Έκκλησίαν» Έμείς όμως τούς έρωτούμε: Ή άλλαγή τού 'Η­μερολογίου, πού άφοροϋσε σύμ­πασα τήν 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία, έ­γινε Κανονικώ τω τρόπω και μέ Πανορθόδοξη ομοφωνία;
Ή αύθαίρετη καί μέ τυμπανο­κρουσίες άρσι των άναθεμάτων κατά των Παπικών άπό τόν 'Αθή­ναγόρα τό 1965, γεγονός πανορθοδόξου ένδιαφέροντος καί έμβελείας, έγινε μήπως μέ άπόφασι Πανορθόδοξη καί μέ σεβασμό στον Συνοδικό θεσμό τής Εκκλη­σίας; Οί άντορθόδοξες καί προδοτικές Συμφωνίες με τούς άμετανοήτους Μονοφυσίτες καί Πα­πικούς στο Σαμπεζύ τό 1990 καί στό Μπάλαμαντ το 1893 άντιστοίχως, πού άφορούσαν καί αύτές σύμπασα τήν Όρθοδοξία, δέν ύπεγράφησαν καί αύτές άπό κά­ποιους "Ορθοδόξους επισκόπους, δίχως καμμία Πανορθόδοξη ένημέρωσι, έγκρισι καί άποδοχή;
Κόπτονται οί τού Φαναριού γιά τήν κανονικότητα τής πρωτοβου­λίας τού μητροπολίτου Πειραιώς, ή όποία άλωστε εύχαρίστησε καί ικανοποίησε κάθε 'Ορθόδοξο Χριστιανό, πού άγαπά καί σέβεται τήν Ιερά Παράδοσι τής Εκκλησί­ας, ένώ άντιθέτως έπευλόγησαν τις προαναφερθείσες έπισκοπικές αύθαιρεσίες, πού συνετάραξαν τήν 'Εκκλησία, δημιούργησαν σχίσματα καί σκανδαλίζουν μέχρι σήμερα άναρίθμητες ψυχές! Μή­πως στήν περίπτωσί τους έχει έφαρμογή ή παροιμία «δάσκαλε, πού δίδασκες καί νόμο δέν έκράτης»;
Έχετε έπτά Οικουμενικές Συνόδους. Έάν σας λείψη μία, δέν έχετε νά χάσετε πολλά πράγματα», είχε είπή κάποτε ό Κόπτης πατριάρχης Σενοϋντα Γ' στούς 'Ορθο­δόξους εκπροσώπους, άναφερόμενος στην Δ' Οικουμενι­κή Σύνοδο, τήν όποία μέχρι σήμερα οί Μονοφυσίτες άρνούνται νά άποδεχθούν. Παρά τό θράσος όμως των συνο­μιλητών μας, ό διάλογος συνεχίσθηκε καί κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι Μονοφυσίτες καί 'Ορθόδοξοι είχαμε πάντοτε τήν αύτή Χριστολογική πίστι, άλλα άπλώς τήν δι­ατυπώναμε μέ διαφορετικό τρόπο!
Τό ψευδέστατο αύτό συμπέρασμα, πού άκυρώνει το άλάθητο καί θέτει ύπό άμφισβήτησι τήν αύθεντία τών Οι­κουμενικών Συνόδων, αποδέχονται εύχαρίστως ό π. Γε­ώργιος Τσέτσης καί οί όμόφρονές του οίκουμενιστές, καί προωθούν δολίως καί άνευ Πανορθοδόξου άποφάσεως τήν ψευδοένωσι μέ τούς αιρετικούς καί άμετανοήτους Μονοφυσίτες στις έπαρχίες τού Οικουμενικού Θρόνου, παρά τήν σατανική εμμονή τών Άντιχαλκηδονίων που άπορρίπτουν άσυζητητί τέσσαρες Οικουμενικές Συνόδους τής 'Ορθοδοξίας! Ενόχλησε, όμως, τό Φανάρι ή άναγνώρισι καί ό έορτασμός τών Η' καί Θ' Συνόδων άπό μία 'Ορ­θόδοξη ιερά Μητρόπολι! Ή άτιμία τών Οικουμενικών Συν­όδων έκ μέρους τών αιρετικών καί ή βλα­σφημία τοϋ Άγ. Πνεύματος, πού έπεστάτησε, φώτισε καί καθωδήγησε τις Συνό­δους αύτές, δέν ταράσσει τούς Φαναριώτες. Τούς ταράσσει, όμως, ή έκ μέρους πιστών καί εύσεβών 'Ορθοδόξων Χριστια­νών τιμή δύο άγίων Συνόδων καί οι προσπάθειές τους γιά τήν Πανορθόδοξη άναγνώρισί τους! "Ετσι άποδεικνύονται έχθροί καί πολέμιοι τών Οικουμενικών Συν­όδων, φίλοι δέ καί συνεργάτες τών αιρε­τικών, τούς οποίους οί Σύνοδοι καταδικά­ζουν καί άναθεματίζουν! Κύριε, μή στήσης αύτοίς τήν άμαρτίαν ταύτην.
Περιοδικό “Ο ΣΤΑΥΡΟΣ”

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Μήνυμα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφίλου για το Άγιον Πάσχα 2014---- Αν αυτό το μήνυμα δεν λέγεται θράσος, τι λέγεται;;


ΘΕΟΦΙΛΟΣ  Γ΄
Ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ
καί πάσης Παλαιστίνης
παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, χάριν καί ἔλεος καί εἰρήνην
ἀπό τοῦ Παναγίου καί Ζωoδόχου Τάφου
τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.
«Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον.

Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν Αὐτόν»,


οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν Αὐτόν :

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη! -- Brothers and sisters, glorify our Lord who is Risen from the Dead as we proclaim: Christ is Risen! Truly He is risen!


Ταπεινά ευχόμεθα η Ζωηφόρος Ανάστασις του Χριστού μας να λαμπρύνει τις καρδιές σας με Ουράνιον Χάριν, Φως Κυρίου και ευωδίαν Πνευματικήν, και καταυγάζοντας τα διαβήματά σας εις περιποίησιν των Αγίων Του εντολών, να σας οδηγήση εις την άληκτον και παντευφρόσυνον μακαριότητα της Ουρανίου Βασιλείας Του.


We humbly pray that the Lifegiving Resurrection of our Christ fills your hearts with heavenly grace, the Light of God, and spiritual fragrance, illuminating your path in preserving His holy commandments, thus leading you to the unending and jubilant bliss of His Heavenly Kingdom.


Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία


Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω, ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων, και Κύριος των κυρευόντων, προσέρχεται σφαγιασθήναι, και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς, προηγούνται δε τούτου, οι χοροί των Αγγέλων, μετά πάσης Αρχής και Εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τας όψεις καλύπτοντα, και βοώντα τον ύμνον, Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Ζ΄)

 ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Ζ΄) - Αλεξανδρεύς 
Αναδημοσίευση από το http:// anastasiosk.blogspot.com

Σας ευχαριστούμε  Αναστάσιε και  Αλεξανδρέα. Σας ευχόμεθα Καλή Ανάσταση! 

Ένα σκονισμένο σανδάλι με έσπρωξε για να με ξυπνήσει. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και όσο κι αν είχα μαζευτεί δεν με έκρυβε πια τίποτε. Σήκωσα το βλέμμα και είδα έναν στρατιώτη να με κοιτάζει άγρια. Πιο πέρα ένας άλλος έψαχνε τον τόπο για παρουσίες σαν τη δική μου.
 
Οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι με το βράχο στο άνοιγμα του τάφου. Του περνούσαν κορδέλες και σφράγιζαν με κερί την ένωσή τους.
 
Τι φοβόντουσαν άραγε;
 
Και νεκρό σε φοβούνταν; Ύστερα δυο από αυτούς έμειναν εκεί να φυλάνε. Οι υπόλοιποι με τον επικεφαλής ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν. Το βλέμμα τους έδειχνε ότι κι εγώ έπρεπε να κάνω το ίδιο.
 
Δεν ξέρω ποιος λυπήθηκε περισσότερο: ο Αδάμ με την Εύα όταν τους έδειχναν την πόρτα του Παραδείσου ή εγώ τώρα που έπρεπε να Σε εγκαταλείψω. Τουλάχιστον ο Αδάμ είχε την Εύα.
 
Εγώ ήμουν μόνη σε έναν κόσμο που μου φαινόταν πια τόσο άδειος χωρίς Εσένα.
 
Τόσο τρομακτικός και άχρηστος. Χωρίς νόημα και σκοπό.
 
Περπατούσα χωρίς να σκέφτομαι πού πάω. Μου πήρε ώρα να καταλάβω πως περπατούσα ανάποδα τη διαδρομή που είχες κάνει  Εσύ:
 
Από το Γολγοθά στο λιθόστρωτο, από εκεί στο σπίτι του Καϊάφα, πίσω στη Γεθσημανή όπου έμαθα ότι πέρασες την τελευταία σου νύχτα κι από εκεί κάτω απ΄  το σπίτι που έφαγες με τους μαθητές Σου. Ήταν ένα πολύ καθώς πρέπει σπίτι και φοβόμουν να πλησιάσω. Τι έκανα εκεί; Δεν ξέρω. Ίσως προσπαθούσα να βρω ίχνη της παρουσίας Σου.
 
Δε βρήκα παρά μόνο το ξύλο στην αυλή του Πραιτωρίου, εκεί που Σε είχαν δεμένο και Σε μαστίγωναν. Το πλησίασα και το άγγιξα.
 
Μου φάνηκε ζεστό ακόμη. Ίσως να ήταν ιδέα μου ...
 

Έξω από το σπίτι του τελευταίου Σου δείπνου δέχτηκα την καινούργια επίθεση. Όχι από κανέναν υπηρέτη που ήθελε να με διώξει μη και μαγαρίσω τη φήμη του σπιτιού.
 
Όχι! Η επίθεση ήταν μέσα μου.
 
Κι ήταν η πιο λυσσαλέα που έχω δεχτεί ποτέ.
 
Ξέρεις κάθε φορά που περνάμε μια τέτοια επίθεση, κάθε φορά που νιώθουμε την καρδιά μας να λυγά, τα γόνατά μας να τρέμουν, το μυαλό μας να σταματά, πιστεύουμε πως πιάσαμε πάτο.
 
Πως δεν υπάρχει -δεν είναι δυνατόν να υπάρξει- κάτι χειρότερο.
 
.....................................................................................................
 
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που πάντα έκλεινε το λόγο της σαν αναφερόταν στα βάσανα του κόσμου με τα λόγια: “Και μη χειρότερα”.
 
Στη ζωή της είχε περάσει βάσανα πολλά.
 
Είχε δει παιδιά της να πεθαίνουν, ανθρώπους που αγαπούσε να χάνονται χωρίς λόγο.
 
Είχε πιει το ποτήρι της πίκρας μέχρι τον πάτο κι όμως έλεγε πάντα αυτή την κουβέντα.
 
Με κρατούσε στα γόνατά της μια φορά, όταν πέρασε μπροστά μας ένα αλλόκοτο πλάσμα.
 
Δυο άνθρωποι, δυο παιδιά ενωμένα στη ράχη.
 
Νομίζω πως δεν έχω δει τραγικότερο θέαμα στη ζωή μου.
 

(Ήμουν μικρή τότε και δεν ήξερα πως συχνά κάτι τέτοιο συμβαίνει με όλους μας. Να κουβαλάς συνέχεια μαζί σου έναν άλλο που δεν τον θες που ωστόσο είναι εσύ τόσο όσο και το άλλο μισό).
 

Οι γυναίκες που κάθονταν μαζί με τη γιαγιά κούνησαν το κεφάλι με θλίψη και τα δυο παιδιά βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν τον πόνο τους για το δράμα που πέρναγαν.
 
Όλες οι γυναίκες κάτι είπαν κι η γιαγιά μου έκλεισε την κουβέντα λέγοντας:
 
“Και μη χειρότερα, παιδιά μου”.
 
Τότε, το ένα από τα δυο κολλημένα παιδιά την κοίταξε και είπε:
 
-΄Εχει και χειρότερα, γιαγιά;
 
-΄Εχει παιδάκι μου. Έχει.
 
Την κοίταξα όλο απορία. Λίγο καιρό αργότερα έλαμψε η σοφία της με τον πιο απόλυτο τρόπο.
 
Ένα από τα δυο παιδιά είχε πεθάνει και το άλλο το κουβαλούσε δυο μέρες πεθαμένο στο κορμί του μέχρι να σβήσει κι εκείνο.
 
.................................................................................................................................
 
Ο εχθρός γύρεψε να με συντρίψει χτυπώντας στο κέντρο.
 
Ήξερε πως αν κέρδιζε τούτη τη μάχη, είχε κερδίσει τα πάντα.
 
Ήξερε πως το Κέντρο ήσουν Εσύ.
 
Πως η ζωή μου ήταν μόνο η αγάπη Σου.
 
Εκεί με χτύπησε.
 
Μου ξανάφερε μαστορικά τις σκέψεις της νύχτας.
 
Εκείνο το μεγάλο, το άλυτο ερωτηματικό μου.
 
Εκείνο το γιατί που με τριβέλιζε.
 
Έβαλε στόχο την αγάπη μου για Σένα.
 
Κρατούσε στα χέρια όπλα τρομερά: την γνώμη του κόσμου, τη φωνή της συνείδησής μου, το νόμο του Θεού.
 
Αντάριαζε τις σκέψεις μου και πολέμαε να μου δείξει πως η αγάπη μου για Σένα ήταν ... όχι, όχι μη βιαστείς να πεις ψεύτικη.
 
Αυτό δεν τόλμησε να το ψελλίσει.
 
Θα του γύριζα μια ξανάστροφη με τη δεξιά της ψυχής μου που θα ταν όλη δική του. Θα τού μπηγα στα σωθικά της αμφιβολίας όλα όσα είχα κάνει για Σένα, πώς δε λογάριασα ούτε κόσμο, ούτε ζωή, ούτε χρήμα.
 
Θα του δειχνα τα ματωμένα από το δρόμο πόδια μου, τα πρησμένα από το κλάμα μάτια μου, τα μπερδεμένα και κολλημένα από το υπόλειμμα του μύρου μαλλιά μου.
 
(Δεν τα λουσα ξανά από τότε. Τα άφησα απείραχτα αυτά που είχαν ευλογηθεί να σε αγγίξουν!)
 
Όχι δεν τόλμησε να την πει ψεύτικη την αγάπη μου. Είναι πονηρός!
 
Ξέρει να μας πολεμάει με χιλιάδες τερτίπια, βετεράνος στον πόλεμο αιώνων.
 
Δεν μου την είπε ψεύτικη την αγάπη μου. Την είπε ... αμαρτωλή. Την τσουβάλιασε μαζί με όλες τις μέχρι τώρα αγάπες μου, με όλα τα πάθη μου, με τη ζωή μου.
 
Και μου κλεινε το στόμα κουνώντας μπροστά μου το βίο μου.
 
Ποιος ήσουν για μένα; έτσι φώναζε. Ένας νέος, ξένος άντρας.
 
Κι άρχιζε να μου κατεβάζει χωρία και ρητά του νόμου για να καταδικάσουν την αγάπη μου.
 

Ω! πώς τον ξέρει το Νόμο!
 

Κανένας διδάσκαλός μας δε θα μάθει ποτέ τον Νόμο σαν αυτόν.
 
Ήθελα να του απαντήσω μα μου πέταγε τα χωρία του νόμου σαν άλλες πέτρες του λιθοβολισμού.
 
Για μια στιγμή μονάχα δείλιασα.
 
Για μια στιγμή και μόνη άρχισα να αμφιβάλλω για την αγάπη μου.
 
Να σκέφτομαι μήπως είχε δίκιο. Μήπως ο έρωτας που ένιωθα για Σένα δεν ήταν παρά ένας ακόμα ανθρώπινος έρωτας.
 
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τι είναι ο θάνατος.
 
Ποτέ ως τότε δε με είχε αγγίξει ο θάνατος.
 
Ούτε όταν ένας εξαγριωμένος στρατιώτης είχε ορμήξει στο σπίτι μας όταν ήμουν παιδί ακόμα, ούτε σα νεκροφίλησα τη μάνα μου 10 χρονών κορίτσι, ούτε όταν ένας δυσαρεστημένος πελάτης -ρωμαίος στρατιώτης- τράβηξε το ξίφος του.
 

Η σκέψη πως κι εσύ θα μπορούσες να ήσουν αμαρτία ήταν η αψιά γεύση του θανάτου.
 
Και την ξέρασα μακριά.
 
Δεν παραδόθηκε εύκολα ο αντίπαλος. Δεν παραδόθηκε καθόλου.
 
Συνέχισε τον πόλεμο για ώρα.
 
Δεν του απαντούσα. Έκλαιγα μονάχα.
 
Έκλαιγα και σε παρακαλούσα να του απαντήσεις Εσύ.
 
Και το έκανες.
 
Τον εξαφάνισες μέσα σε μια στιγμή.
 
Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το πήρες από μπροστά μου κι από μέσα μου.
 
Τότε βεβαιώθηκα οριστικά για τη Θεότητά σου.
 
Τότε πίστεψα πως δεν μπορεί παρά να Ζεις.
 
Νύχτωνε κι έτρεχα πάλι να βρεθώ κοντά Σου.
 
Ήμουν βέβαιη πως θα Σε ξαναδώ!
 

Αλεξανδρεύς

Τέλος.