Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού και των συν αυτώ.                                                                                                                     

Κωνσταντίνος ο Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Μάρτυρες κατήγοντο από διάφορα μέρη, εις δε τον αριθμόν ήσαν τριακόσιοι. Απήλθον δε εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ δια να προσκυνήσουν, και αφ’ ου επροσκύνησαν όλα τα αγιάσματα εξήλθον από την Ιερουσαλήμ, και ανεχώρησαν εις την έρημον του Ιορδάνου, και εκεί διέτριβον. Ελθόντες δε μια των ημερών όλοι εις το επίνειον Ιόππην, εύρον πλοίον, εις το οποίον επεβιβάσθησαν και πλέοντες έφθασαν εις την περίφημον νήσον Κύπρον, εις τον λιμένα της Πάφου. Όμως το πλοίον, κλυδωνιζόμενον από δυνατόν και μεγάλον άνεμον, συνετρίβη, οι δε Άγιοι θεί χάριτι διεσώθησαν όλοι αβλαβείς, και διεμοιράσθησαν εις όλην την νήσον της Κύπρου. Ο δε Άγιος Κωνσταντίνος, μετ’ άλλων τριών, ήλθον εις μέρος τι, λεγόμενον της Τραχειάδος, και περιήρχοντο αποστολικώς την χώραν, κηρύσσοντες τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ακούσας τούτο ο ηγεμών της Κύπρου, Σαβίνος ονόματι, διέταξε να προσαχθώσιν ενώπιόν του, οι δε Άγιοι εξετασθέντες ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Επειδή δε ηρνήθησαν να υποταχθώσιν εις τα κελεύσματα του ηγεμόνος και να αρνηθώσι τον Χριστόν, δέρονται με ωμά βούνευρα, έπειτα εγκλείονται εις φυλακήν. Την άλλην ημέραν ο ηγεμών διέταξε να τους παρουσιάσουν και πάλιν προ αυτού. Επειδή δε και πάλιν δεν επείθοντο να θυσιάσουν εις θεόν αλλότριον, προστάσσει να τους κρεμάσουν κατακέφαλα, και να καταξέουν τας σάρκας αυτών μέχρις ότου εκοκκίνισεν όλη η γη από το χυθέν αίμα των. Έπειτα πάλιν απλώνονται εις πυρακτωμένας σιδηράς πλάκας, και τούτου γενομένου έμεινν με την χάριν του ζωοδότου Χριστού αβλαβείς. Μετά δε ταύτα ενεκλείσθησαν και πάλιν εν φυλακή και μετά παρέλευσιν ημερών τινων, προστάξει του ηγεμόνος, ήγαγον αυτούς επί του βήματος· ακριβώς δε εξετάσας ο ηγεμών και ευρών αυτούς αμετασαλεύτους, μάλλον δε σταθερωτέρους εις την του Χριστού πίστιν, έδωκε την απόφασιν, και απέκοψαν τας τιμίας κεφαλάς αυτών. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί δια νυκτός παρέλαβον τα σώματα των Αγίων και τα ενεταφίασαν εντίμως εις εν χωρίον λεγόμενον Ορμήδιαν. Μετά χρόνους ικανούς εφανερώθησαν τα άγια αυτών λείψανα ως πηγή βρύουσα άφθονα ιάματα, ώστε καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα ετέλουν και διαφόρους νόσους και πάθη εθεράπευον, και κωφοί παραυτίκα την ιατρείαν ελάμβανον δι’ ενεργείας των αγίων λειψάνων· προς τούτοις ο ηγεμών της Κύπρου του τότε καιρού, πάσχων εκ δυσεντερίας και κωφότητος, προήλθε με πόθον εις τα των γίων λείψανα, και ω του θαύματος! εν τω άμα έλαβε την υγείαν του και εδόξαζε τον Θεόν, τον δοξάζοντα τους αυτόν αντιδοξάζοντας, και εκχέοντας το αίμα αυτών δι’ αυτόν, ο οποίος άρχων, επειδή ιατρεύθη και από τας δύο νόσους, εξ ων έπασχεν, την δυσεντερίν, λέγω, και την κωφότητα, έκτισεν Εκκλησίαν μεγάλην εκ θεμελίων εις το όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου του θαυματουργού, καθώς το μαρτυρεί και ο τάφος του, όστις ευρίσκεται εις το δεξιόν μέρος του αγίου Βήματος της Εκκλησίας, εις δόξαν και ύμνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· γινώσκετε προσέτι, φιλευσεβείς Χριστιανοί, ότι όσοι ασθενείς προσέρχονται με πολλήν και μεγάλην ευλάβειαν ιατρεύονται από κάθε είδους ασθένειαν, δια πρεσβειών και ικεσιών του Αγίου ενδόξου και μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου. 

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Του Οσίου ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου, του γενομένου εν τοις Ευάνδρου.                                                                                             

Πέτρος ο Όσιος πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου και Ειρήνης της ευσεβεστάτης Αυγούστης εν έτει ψπ΄ (780), υιός γονέων μεγαλοπρεπών και ενδόξων. Επειδή ο πατήρ του ήτο Πατρίκιος του Βασιλέως και στρατηγός, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος. Εκ νεαράς ηλικίας φοιτών ο Άγιος εις τα σχολεία, εσύναξεν εις την ψυχήν του ως μέλισσα όλα τα κάλλιστα μαθήματα της Γραμματικής και Φιλοσοφίας. Έπειτα συζευχθείς γυναίκα νόμιμον, ετιμήθη και έγινε Δομέστικος των σχολών και Πατρίκιος, αφού ο πατήρ του απέθανεν. Όταν δε ο Νικηφόρος Πατρίκιος έγινε Βασιλεύς εν έτει ωβ΄ (802), κατέστησε τον Όσιον τούτον Δομέστικον των Κανάτων, και παρέλαβεν αυτόν μεθ’ εαυτού εις Βουλγαρίαν, όπου επολέμει κατά των Βουλγάρων. Συγκροτηθέντος λοιπόν του πολέμου, ενίκησαν μεν οι Ρωμαίοι, συνελήφθη όμως ούτος ο Όσιος υπό των Βουλγάρων μετά πεντήκοντα αρχόντων και ερρίφθη εν τη φυλακή, ίνα τιμωρηθή· εφάνη όμως ο Άγιος Ιωάννης, ο επιστήθιος και Ευαγγελιστής, και ηλευθέρωσε αυτόν από τα δεσμά και τον συνώδευσε μέχρι της γης των Ρωμαίων. Έκτοτε λοιπόν, καταφρονήσας ο μακάριος ως σκύβαλα όλα τα του κόσμου, ανέβη εις το όρος του Ολύμπου, και ενδυθείς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών μετά του Οσίου και μεγάλου Ιωαννικίου, εγυμνάσθη εις πάσαν αρετήν. Αφού δε εκεί διήλθε τριάκοντα τέσσαρα έτη, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και έπειτα απήλθεν εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα Ναόν τον καλούμενον του Ευάνδρου· επειδή δε η γυνή του και ο υιός του είχον αποθάνει, αυτός έκτισε μικράν καλύβην και διήλθεν εν αυτή οκτώ έτη. Ούτος ο Όσιος εφόρει τρίχινα φορέματα εις σκέπην του σώματος, υποδήματα δε εις τους πόδας δεν εφόρεσεν ο αοίδιμος καθ’ όλον τον χρόνον της ασκήσεώς του και εξήρανε το σώμα του με νηστείας και αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας. Καλώς λοιπόν και θεαρέστως πολιτευσάμενος ανεπαύθη εν Κυρίω· λέγουσι δε, ότι ο Όσιος ούτος, υπό το τρίχινον φόρεμα, ήτο ενδυμένος άλλο πεπλεγμένον εκ ψάθης, μετά του οποίου και ενεταφιάσθη. 

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων

Τη Α΄ (1η) του μηνός Ιουλίου μνήμη των Αγίων και θαυματουργών Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων.                                                                                   

Κοσμάς και Δαμιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους Καρίνου και Νουμεριανού των αυταδέλφων Βασιλέων εν έτει σπδ΄ (284), κατήγοντο δε εκ της μεγαλουπόλεως Ρώμης. Αυτάδελφοι όντες μετήρχοντο και οι δύο την ιατρική και εθεράπευον όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και τα κτήνη και άλογα ζώα· δι’ αντιμισθίαν δε της ιατρείας εζήτουν το να πιστεύωσιν εις τον Χριστόν οι ιατρευόμενοι, χωρίς να λαμβάνωσι παρ’ αυτών ουδεμίαν υλικήν αμοιβήν. Διαβληθέντες δε εις τον βασιλέα Καρίνον, ότι ενεργούσι τας ιατρείας και τα θαύματα με μαγικήν τέχνην, και μη θέλοντες να παραδοθώσιν άλλοι αντί αυτών, προσήλθον αυτόκλητοι και παρεδόθησαν εις χείρας του βασιλέως. Όχι δε μόνον αυτοί δεν επείσθησαν να αρνηθώσι τον Χριστόν, αλλά και τον βασιλέα Καρίνον κατέπεισαν να αρνηθή την ασέβειαν, διότι έτυχε και αυτός της παρά των Αγίων ιατρείας. Όταν δηλαδή ήρχισεν ο βασιλεύς να ερωτά τους Αγίους και να απειλή αυτούς, ότι θα τους θανατώση, εάν δεν αρνηθώσι τον Χριστόν, τότε, ω της θείας δίκης! Μετετοπίσθη η θέσις του προσώπου του, και εστράφη οπίσω προς την ράχιν του· ιατρεύθη δε υπό των Αγίων εκ της ασθενείας ταύτης. Όθεν δια το θαύμα τούτο επίστευσαν εις τον Χριστόν και οι εκεί παρεστώτες και ο ιατρευθείς βασιλεύς με τους οικείους του, και μετά τιμών απέστειλε τους Αγίους εις τους συγγενείς και οικείους των. Ύστερον δε ο της ιατρικής τέχνης των Αγίων διδάσκαλος, φθονήσας αυτούς δια την δόξαν και προκοπήν των, τους ανεβίβασεν εις εν όρος, ίνα συλλέξωσι δήθεν ιατρικά βότανα, εκεί δε εξαναστάς ο δόλιος κατά των Αγίων εθανάτωσεν αυτούς με πέτρας ως ο Κάϊν τον Άβελ. Τελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτών Ναόν τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον του Παυλίνου. 

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ, τον αριθμόν τριάκοντα δύο.  

                                                    
Ριψιμία, Γαϊανή και αι συν αυταίς αθλήσασαι Άγιαι Παρθένοι και μονάζουσαι Γυναίκες ήσαν κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, εν έτει 292. Προεστώσα δε τούτων και Καθηγουμένη ήτο η Γαϊανή. Όταν δε έμελλεν ο Διοκλητιανός να συζευχθή, μαθών ότι η Ριψιμία ήτο ωραιοτάτη και περικαλλεστάτη, πέμψας ανθρώπους έκαμεν εις αυτήν λόγους περί γάμων. Η δε Αγία, αγαπώσα θερμώς την παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζί με την Καθηγουμένην Γαϊανήν και με άλλας παρθένους, τον αριθμόν εβδομήκοντα, αίτινες φθάσασαι εις την πόλιν της Αρμενίας Αραράτ, εκεί εκρύπτοντο μέσα εις τινας ληνούς. Ο Διοκλητιανός λοιπόν, μη δυνάμενος να ησυχάση από τον έρωτα της Ριψιμίας, και μαθών περί αυτής ότι έφυγε, γράφει εις τον βασιλέα της Αρμενίας Τιριδάτην, ζητών από αυτόν να στείλη την Ριψιδίαν ή, αν θέλη, να την λάβη αυτός εις γυναίκα του. Ο δε Τιριδάτης ερευνήσας και μαθών από εκείνους, οι οποίοι είδον αυτήν, πόσον ήτο ωραία και εύμορφος, παρευθύς και αυτός ηχμαλωτίσθη από τον προς αυτήν έρωτα. Όθεν έστειλεν εις αυτήν φορέματα βασιλικά, ίνα φορέσασα ταύτα έλθη προς αυτόν. Η δε Αγία ουδέ να ακούση ήθελε το τοιούτον, αλλά μόνον κατεγίνετο εις την προς τον Θεόν προσευχήν. Όθεν εις τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκοντο αι παρθένοι αιφνιδίως έγινε μία φοβερά βροντή. Και μετά της βροντής ηκούσθη και μία θεϊκή φωνή, η οποία ενεδυνάμωσε τας παρθένους τόσον, ώστε αυταί μεν έλαβον εκ ταύτης μεγάλον θάρρος, πολλοί δε από τους απίστους, τους απεσταλμένους δηλαδή υπό του Τριδάτου, έμειναν άφωνοι, εκπλαγέντες δια το αιφνίδιον της βροντής· άλλοι δε πεσόντες από τους ίππους, και υπ’ αυτών καταπατηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δε Τιριδάτης, ταύτα μαθών, δεν ήλθεν εις συναίσθησιν, μεθύων από τον έρωτα. Δια τούτο και βιαστικώς έφερεν εις τα βασίλεια την παρθένον, εμβάς δε εις τον κοιτώνα, με παντοίους τρόπους εκολάκευε και παρεκίνει την Οσίαν να κλίνη εις τον σκοπόν του· η δε γία κατήσχυνεν αυτόν και άφθορος έμεινε με την του Χριστού δύναμιν. Αλλ’ ο Τιριδάτης, μη υποφέρων τον σατανικόν έρωτα, επρόσταξε να έλθη η Καθηγουμένη Γαϊανή και να συμβουλεύση την Ριψιμίαν, ίνα πεισθή εις την κακήν γνώμην του. Παρασταθείσα δε έμπροσθέν του η Γαϊανή, έκαμεν όλως το εναντίον, παρακινούσα την Ριψιμίαν και ενισχύουσα αυτήν εις το να αντισταθή ανδρείως, και να μη κλίνη εις την βίαν του βασιλέως. Τούτου ένεκα προστάττει ο βασιλεύς να κτυπήσωσι με πέτρας τους οδόντας της Γαϊανής και να τους θραύσωσιν, ούτω δε να στείλωσιν αυτήν εξόριστον εις μακρινόν τόπον. Ο βασιλεύς λοιπόν, επειδή απέτυχε του ποθουμένου, εκυλίετο κατά γης από τον ακράτητον έρωτα. Η δε αοίδιμος Ριψιμία, εξελθούσα νικήτρια από το παλάτιον, όταν εγένετο νυξ, επήγεν εις τας άλλας συμπαρθένους. Και παραλαβούσα αυτάς, μεταβαίνει εις άλλον τόπον, εκεί πλησίον ευρισκόμενον, ένθα ισταμένη προσηύχετο. Αφού δε παρήλθεν ολίγη ώρα της νυκτός, ιδού και έρχεται εις τας παρθένους ο του βασιλέως αρχιμάγειρος, ομού με πολλούς δορυφόρους, κρατούντες λαμπάδας πολλάς. Και ευθύς αρπάζουσι την Ριψιμίαν, και δέσαντες οπίσω τας χείρας της κόπτουσι την γλώσσαν της. Έπειτα απλώνουσιν αυτήν επάνω εις ξύλα όρθια και την κατακαίουσι με λαμπάδας. Είτα σχίζουσι την κοιλίαν της με ξύλον οξύτατον, και εκχύνουσι κατά γης τα σπλάγχνα της. Επειδή δε ακόμη ολίγον εσπάραττεν η Αγία, εξορύττουσι και τους οφθαλμούς της. Τέλος όλον το σώμα της κατακόπτουσιν εις λεπτά τεμάχια και ούτως η σωφρονεστάτη Ριψιμία μεταβαίνει παρθένος και άφθορος προς ον επόθησε Νυμφίον Χριστόν. Μετ’ αυτής εφονεύθησαν και άνδρες Χριστιανοί εβδομήκοντα. Επειδή δε τριακονταδύο συμπαρθένοι Μοναχαί επήγαν να συνάξωσι τα λείψανα της Αγίας, δια τούτο γνωρισθείσαι από τους ασεβείς ξίφει τας κεφαλάς απετμήθησαν. Την δε μακαρίαν Γαϊανήν, ομού και άλλας δύο παρθένους, ρίψαντες κατά γης, ετέντωσαν τας χείρας και τους πόδας των και ετρύπησαν τους αστραγάλους των. Έπειτα φουσκώσαντες αυτάς ως ασκούς δια μέσου τινών συρίγγων, εξέδαραν όλον το δέρμα του σώματός των και έκοψαν τας γλώσσας των. Μετά ταύτα έσχισαν τας κοιλίας των με πέτρας και με σιδηρά όργανα, και έδειξαν έμπροσθέν των κεχυμένα όλα των τα εντόσθια. Τελευταίον δε ξίφει τας κεφαλάς των απέκοψαν, και ούτως έλαβον αι μακάριαι της αθλήσεως τους στεφάνους. Εις τιμήν δε των πρθένων τούτων τρεις Ναούς έκτισεν ύστερον ο της μεγάλης Αρμενίας Γρηγόριος και άλλοι δε Ναοί τούτων εκτίσθησαν εφεξής εις διάφορα μέρη της Αρμενίας.   

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας.                                                                                            

Γρηγόριος ο της Μεγάλης Αρμενίας λαμπρότατος φωστήρ ήτο από γένος βασιλικόν υιός ων Ανάκ, Πάρθου το γένος, γεννηθείς περί το έτος σμ΄ (240). Ούτος ήτο συγγενής του βασιλέως της Αρμενίας Κουσαρώ, τον οποίον εθανάτωσε δια δόλου ο ίδιος ο Ανάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Αρτασύραν βασιλέα των Περσών. Όθεν δια τον βασιλικόν τούτον φόνον εθανατώθη όλη η γενεά του Ανάκ, μόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος και εις έτερος αδελφός του ελυτρώθη από του θανάτου, πεμφθείς παις μικρός εις την επικράτειαν των Ρωμαίων, δια μέσου συγγενούς των τινός. Ευρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος πατήρ εν Καισαρεία της Καππαδοκίας, εμάνθανε και την άλλην παιδείαν των γραμμάτων και τα των Χριστιανών δόγματα και διδάγματα, και βαπτισθείς έγινε Χριστιανός. Επειδή δε εις των υιών τού φονευθέντος Κουσαρώ, Τιριδάτης ονομαζόμενος, διωχθείς εκ της Αρμενίας υπό του βασιλέως των Περσών, διέτριβεν εκεί συναριθμούμενος εις τους πρώτους άρχοντας των Ρωμαίων, δια τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε μετ’ αυτού προκρίνων θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Τιριδάτην και τον ανέπαυεν, επειδή δε ήτο Χριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον παρώξυνεν. Επειδή δε ο Τιριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Ρωμαίων, δια τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος εκείνης αποκατεστάθη υπ’ αυτών εις την αρχήν και εξουσίαν του πατρός του βασιλέως της Αρμενίας. Ανελθών ο Τιριδάτης εις τον θρόνον της Μεγάλης Αρμενίας, επέδειξε μεγάλον ζήλον προς τα είδωλα και επεθύμει να εύρη τρόπον, ώστε να πιστεύσωσιν εις αυτά όλοι οι υποκείμενοι εις αυτόν και μάλιστα οι επιφανέστεροι και χρησιμώτεροι των αρχόντων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος Γρηγόριος· όθεν καλέσας αυτόν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον να τον καταστήση κοινωνόν της θρησκείας του, αλλ’ ο Άγιος, κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, ωμολόγει παρρησία ότι ποτέ δεν θα την απαρνηθή. Βλέπων δε ο Τιριδάτης, ότι δεν υπετάσσετο, θυμωθείς του λέγει· «Εγώ σε ετίμησα, Γρηγόριε, και σε έχω συγκοινωνόν εις την τιμήν και τον πλούτον μου, και συ γίνεσαι προς τον ευεργέτην αχάριστος»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Ο Δεσπότης Χριστός ο Βασιλεύς πάσης κτίσεως μας προστάσσει να υποτασσώμεθα εις τους επιγείους βασιλείς και άρχοντας (τα του Καίσαρος τω Καίσαρι) ως προς τας σωματικάς υπηρεσίας, αι οποίαι την ψυχήν δεν βλάπτουσι, καθώς είδες ότι σου υπήκουσα έως τώρα προθύμως εις τους πολέμους και τας άλλας χρείας της πόλεως και δεν ημέλησα πώποτε· αλλά τώρα, όπου με προστάσσεις και παρακινείς εις την ασέβειαν, δεν πρέπει να σου υποταχθώ, διότι αν πράξω ούτω, θέλει κατακριθή η ψυχή μου εις την αιώνιον κόλασιν». Ταύτα και έτερα λέγοντος προς αυτόν του Αγίου, εθυμώθη ο Τιριδάτης υπέρ το μέτρον· όθεν έβαλε και έδεσαν οπίσω τους αγκώνας του Αγίου και τεντώσαντες άνω και κάτω το στόμα του δια ξύλου, εφόρτωσαν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους άλατος μεταλλικού, το οποίον εξάγεται εις την Αρμενίαν· έπειτα κρεμάσαντες τον Άγιον υψηλά δια σχοινίου τον ετιμώρουν πικρώς έως ημέρας επτά. Την δε εβδόμην τον κατεβίβασαν, και τον ηρώτησαν εάν έστεργε να θυσιάση εις τα είδωλα· και επειδή ποσώς δεν έστεργε, του έδωσαν δεινότερα κολαστήρια, τα οποία υπέμεινεν ανδρειότατα ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Είτα εκρέμασαν τον Άγιον αντιστρόφως από του ενός ποδός, και τον έδειραν ασπλάγχνως με ραβδία χονδρά ροζάρικα· κάτωθεν δε εκάπνιζον αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην,  ώστε ουδέ να αναπνεύση ηδύνατο, αλλ’ ο τρισμακάριος υπέμενε ταύτα μεγαλοψύχως, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, και διδάσκων τους παρόντες την του Δεσπότου Χριστού ενανθρώπησιν και την δόξαν του Παραδείσου, η οποία αναμένει τους Χριστιανούς, και την αιώνιον κόλασιν της οποίας γίνονται κληρονόμοι όσοι αποθνήσκουσιν αμετανόητοι. Αφού λοιπόν άλλας επτά ημέρας εβασανίσθη ούτω, τον κατεβίβασαν, ελπίζοντες να τον φέρωσιν εις την μιαράν των γνώμην οι μάταιοι· και επειδή δεν έστεργε, πάλιν συνέσφιγξαν τας κνήμας του δια σανίδων και σχοινίων τόσον ισχυρώς, ώστε ένεκα της πολλής συνθλίσεως έσταζε το αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του. Ύστερον εκάρφωσαν εις τα πέλματα των ποδών του σιδηρά καρφία, και τον ηνάγκασαν ούτω να τρέχη όσον ηδύνατο. Εις ταύτην την τιμωρίαν ησθάνετο οδύνην πολλήν ο τρισόλβιος, και εκοκκίνιζεν εκ της ροής των αιμάτων όλον το έδαφος· ο δε Τιριδάτης έβαλε πάλιν και τον έδειραν ωμότερον, απλώσαντες αυτόν υπτίως κατά γης. Έπειτα έθλιψαν την κεφαλήν του δια μηχανικού οργάνου και έβαλον εις τους ρώθωνας αυτού δια μιάς σύριγγος σαπωνόχωμα (σόδαν ή ποτάσσαν) και όξος δριμύ ηνωμένα μεθ’ άλατος και νίτρου, των οποίων εισήλθεν η δριμύτης έως εις αυτά τα βαθύτατα μέρη της κεφαλής και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Είτα κατέκαιον την κεφαλήν του επί εξ ημέρας δια θυλάκου δερματίνου πλήρους θερμοτάτης στάκτης της καμίνου, εντός της οποίας έβαλον τον Άγιον· την δε εβδόμην, αφού τον εξήγαγον, είπεν ο Τιριδάτης προς καταφρόνησιν· «Τάχα επήγες εις τα βασίλεια του Χριστού σου, και απήλαυσας ολίγην από την θαυμασίαν εκείνην μακαριότητα»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ακόμη δεν υπάγομεν εις εκείνην την δόξαν και άρρητον αγαλλίασιν, παρά όταν έλθη ο Δεσπότης Χριστός εν τη Δευτέρα υτού Παρουσία, ίνα κρίνη άπαντας, και τότε οι μεν ευγνώμονες δούλοι του θα λάβωσι πλουσίαν την ανταπόδοσιν, συ δε, άθλιε, θα λάβης την τιμωρίαν, η οποία σου πρέπει κατά τας πράξεις σου». Θυμωθείς όθεν ο Τιριδάτης τα μέγιστα προσέταξε και εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα, και δια του αφεδρώνος έρριπτον άφθονον ύδωρ εντός της κοιλίας του προς καταισχύνην οι αλιτήριοι· μετά ταύτα τον εκολάκευσε πάλιν ο Τιριδάτης, είτα δε τον εφοβέρισε να τον θανατώση με δεινά κολαστήρια· επειδή δε ο Άγιος δεν επείθετο εις το να υπακούση, τον εκρέμασαν πάλιν και με σιδηρούς όνυχας εξέσχιζον τας πλευράς του ασπλάγχνως και έτρεχαν κρουνηδόν τα αίματα· κατόπιν έστρωσαν εις την γην σιδηρούς τριβόλους, επάνω εις τους οποίους σύροντες αυτόν υπτίως ολόγυμνον του έλεγον· «Που είναι τώρα ο Θεός σου, και δεν σε λυτρώνει από τας χείρας μας»; Πάλιν δε τον εφυλάκισαν και την επιούσαν ιδών ο Τιριδάτης αυτόν υγιά εις όλας του τας πληγάς, εθαύμασε και διέταξε να βάλωσι σιδηράς κνημίδας εις τα γόνατά του, σιδηρά υποδήματα εις τους πόδας του και να τον κρεμάσωσιν, Ούτω δε κρεμάμενος διέμενεν ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Εν ω δε πάλιν περιεπαίζετο υπό του Τιριδάτου, διότι δεν του έδιδεν ο Χριστός βοήθειαν, είπεν εις αυτόν· «Εγώ έχω εις χαράν μου τα κολαστήρια ταύτα, διότι είναι ψυχοσωτήρια· αλλά συ επισωρεύεις εις την κεφαλήν σου πυρ καταφλέγον αιωνίως». Διο θυμωθείς σφόδρα ο Τιριδάτης λέγει· «Επειδή απειλείς να με καύσης δια πυρός ασβέστου, εγώ θα σε καύσω τώρα εις το πυρ το σβεννύμενον, ίνα σε διδάξω να μη είσαι τόσον αυθάδης και αναίσχυντος προς εμέ». Ανέλυσαν λοιπόν εντός χαλκώματος μόλυβδον και τον έχυσαν όλον βραστόν εις τον Άγιον, όστις υπέμεινε γενναίως και ταύτην την βάσανον, δοξάζων τον Κύριον. Ιδών ο Τιριδάτης, ότι με κολαστήρια δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, εδοκίμασε πάλιν δια κολακειών να τον διαστρέψη εις την ασέβειαν· αλλά εις από τους σατράπας και άρχοντας αυτού τον συνεβούλευσε λέγων· «Δεν είναι δίκαιον ούτε πρέπον, ω βασιλεύ, να ζήση πλέον ούτος ο άνθρωπος, ούτε να βλέπη τον ήλιον, επειδή είναι υιός του Πάρθου Ανάκ, όστις με δόλον εφόνευσε τον πατέρα σου, και κατέστησε την Αρμενίαν όλην αιχμάλωτον των Περσών». Ταύτα ακούσας ο Τιριδάτης εμίσησεν εξ όλης ψυχής τον Γρηγόριον, και διατάσσει να δέσουν τας χείρας, τους πόδας και τον τράχηλόν του, και να τον ρίψουν εις τον βαθύν βορβορώδη λάκκον (ήτοι εις ξεροπήγαδον) της πόλεως Αρταξά. Ούτος δε ο λάκκος, αδελφοί κι πατέρες, ήτο εν φοβερόν και ελεεινόν θέαμα, ότι τον είχον οι Αρμένιοι επί ταυτού κατεσκευασμένον, δια να ρίπτουν εκεί τους καταδίκους, κι ήτο γεμάτος όφεις θανατηφόρους και σκώληκας, και δυσωδίαν είχε πολλήν από την λάσπην των θηρίων, όπου δεν ήτο δυνατόν να υποφέρη τις εκεί καν μίαν ημέραν από την άμετρον δυσωδίαν. Εις τούτον τον φοβερόν και απαράκλητον λάκκον έκλεισαν τον θαυμάσιον και θείον Γρηγόριον, και έμεινεν εκεί εις τον δυσωδέστατον και σκοτεινόν εκείνον τόπον χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν, την οποίαν προσέταξεν  Άγιος Άγγελος να καταβιβάζη καθ’ εκάστην ημέραν τεμάχιον άρτου, ίνα τρώγη ο Άγιος, δια να μη αποθάνη από την πείναν ούτε από άλλην τινά κάκωσιν, και ούτως ετρέφετο καθ’ όλον εκείνο το διάστημα. Επειδή δε ο βασιλεύς Τιριδάτης έχασε τας φρένας του και δαιμονισθείς έτρωγε τας σάρκας του, μεταβαλών δε την νθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά (ω του παραδόξου τερατουργήματος! ), δια να μαρτυρήται με το έξω σχήμα η έσω της ψυχής σκληρότης και ο βόρβορος αυτής. (Μη δε απιστήση τις εις τούτο, ότι όπου Θεός ενεργεί, το αδύνατον αργεί, ότι ως Παντοδύναμος έκαμε και τούτο το θαυματούργημα καθώς το του Ναβουχοδονόσορος, και άλλα θαυμασιώτερα εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν). Ήτο λοιπόν εις την πόλιν της Αρμενίας θλίψις πολλή και στενοχωρία δια την χοιρείαν μορφήν του βασιλέως, και την άλλην των αρχόντων από την των δαιμόνων μάστιγα (διότι και οι άρχοντές του εδαιμονίσθησαν). Είχε δε ο Τιριδάτης αδελφήν Κουσαροδούκταν ονόματι, ήτις είδεν ενύπνιον και ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Εάν δεν εξέλθη ο Γρηγόριος από τον λάκκον, ούτε ο αδελφός σου ούτε οι άρχοντες θεραπεύονται». Την δε πρωϊαν επήγεν ευθύς εις την αγοράν και ανήγγειλε την οπτασίαν εις τους άρχοντας· οι δε νομίζοντες φαντασίαν το ενύπνιον, την εχλεύαζον λέγοντες, ότι ούτε καν οστούν του Γρηγορίου ευρίσκετο. Αλλά πάλιν και άλλας νύκτας ακούσασα εν οράματι τα όμοια, κατέπεισε τον λαόν, και έστειλαν ένα σατράπην, Αυτάϊαν καλούμενον, ελθών δε ούτος εις τον λάκκον, εφώνησε τον Γρηγόριον, όστις ευθύς απεκρίνατο· όθεν κρεμάσας σχοινία, τον παρεκάλεσεν ο άρχων να δεθή με ταύτα δια να τον σύρωσιν έξω, επειδή ο Θεός του ούτως επρόσταξεν. Εξελθών ο Άγιος του λάκκου και λουσάμενος ενεδύθη και τον έφεραν εις την πόλιν των· ο δε Τιριδάτης και οι άλλοι άρχοντες έπεσαν όλοι εις τους πόδας του δεόμενοι να τους λυτρώση της δαιμονικής μάστιγος. Αυτός δε ηρώτησεν αυτούς και του έδειξαν τον τόπον εις τον οποίον είχον ρίψει τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, τα οποία εύρον σώα και ακέραια και απείρακτα από τα πετεινά και θηρία και ευωδίαζον, και τα ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπε, μετά πολυτίμων ιματίων, τα οποία τους έδωκεν ο βασιλεύς· και την άλλην ημέραν έκαμεν ευχήν υπέρ αυτών, ίνα τους συνετίση ο Κύριος (και μάλιστα τον βασιλέα) και εννοήσωσι το τηε θείας αυτού οικονομίας μυστήριον, έπειτα τους εδίδαξε και ικανώς ενουθέτησε να μισήσωσι τα πονηρά είδωλα, και να γνωρίσωσι τον μόνον Θεόν, όστις ως ελεήμων και παντοδύναμος τον εφύλαξε τόσα έτη εις τον λάκκον αβλαβή και απήμαντον, και να πιστεύσωσιν εις Αυτόν, ίνα μη κολασθώσιν αιωνίως· και τους υπεσχέθη ότι, εάν βαπτισθώσι, θα λάβωσι της ψυχής και του σώματος ίασιν· διηγήθη δε προς αυτούς και οπτασίαν θαυμάσιον, την οποίαν είδεν εις τον λάκκον, και δια της οποίας του εφανερώθη, πως έμελλον να πιστεύσωσιν εις τον Δεσπότην Χριστόν όλοι οι Αρμένιοι, προς λύτρωσιν από της αιωνίου κολάσεως, την οποίαν χάριν συντομίας παραλείπομεν. Αυτά και έτερα λέγων ο μέγας Γρηγόριος περί της Ορθοδόξου πίστεως, τους έπεισε και επίστευσαν άπαντες. Έκτισαν δε Εκκλησίαν πλουσίαν εις τιμήν της Οσίας Ριψιμίας και των λοιπών Οσιομαρτύρων, και έθεσαν εκεί τα τίμια λείψανα. Ο δε Τιριδάτης παρεκάλει τον Άγιον να τον μεταστρέψη από της φρικτής εκείνης χοιρείας μορφής εις το πρότερον  είδος του· ει δε μη, καν τας χείρας μόνον και τους πόδας του, ίνα υπηρετή και αυτός κατά δύναμιν εις την οικοδομήν της Εκκλησίας, την οποίαν έκτιζον. Ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, και ποιήσας ευχήν υπέρ αυτού προς Κύριον, μετέστρεψεν εις την προτέραν μορφήν τας χείρας και τους πόδας του· όστις, ίνα μη φανή προς την ευεργεσίαν αχάριστος, έτι δε ίνα τύχη της συγχωρήσεως παρά των Αγίων Μαρτύρων, τας οποίας δεινότατα εκόλασεν άλλοτε, έσκαπτε μόνος του τον τόπον βαθύτατα όπου έμελλον να βάλωσι τας σορούς τας εμπεριεχούσας τα άγια των λείψανα και εσήκωνεν εις τον ώμον του τους βαρείς και μεγάλους λίθους, επειδή ήτο ανήρ ισχυρός. Η δε αδελφή του Κουσαροδούκτα και η βασίλισσα, Ασιχήνη ονόματι, ειργάζοντο και αυταί και εξήγον το χώμα δια των κρασπέδων των ιματίων των μετά πολλής ταπεινώσεως. Ο δε Άγιος, βλέπων την πολλήν αυτών ευλάβειαν, συνήγαγεν όλον το πλήθος της πόλεως, και έκαμαν κοινήν λιτανείαν προς Κύριον μετά δακρύων δεόμενοι, ίνα θεραπεύση τον βασιλέα, μεταστρέφων αυτόν εις την προτέραν μορφήν, και απολυτρών των δαιμόνων αυτόν τε και τους άλλους. Επακούσας δε αυτών ο Θεός, ο παντελεήμων και πανάγαθος, εξήγαγεν από του Τιριδάτου τον έξωθεν επικείμενον χοίρον και απεδίωξε τον ένδοθεν δαίμονα· και όχι μόνον έως εδώ έδειξε την φιλανθρωπίαν Αυτού ο πανοικτίρμων Θεός και πανάγαθος, αλλά και όλους τους άρχοντας και σατράπας ιάτρευσε και ηλευθέρωσεν από τους πονηρούς δαίμονας· και όσοι άλλοι ήσαν λεπροί, λωβοί και παράλυτοι ή άλλην ασθένειαν είχον, εθεραπεύθησαν άπαντες, όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς, όπερ το συμφερώτατον· διότι ιδόντες τοιαύτα θαυμάσια, έδραμεν όλον το πλήθος του λαού, μυριάδες αναρίθμητοι, ζητούσαι το άγιον Βάπτισμα· οίτινες όλοι (και μάλιστα ο βασιλεύς και οι πρόκριτοι) ίνα φανερώσωσιν, ότι επίστευσαν ολοψύχως εις τον Χριστόν, εχάλασαν από τα θεμέλια όλους τους ναούς των ειδώλων, και λαβόντες από τα σκευοφυλάκια όλους τους θησαυρούς, ήτοι χρυσίον, αργύριον, σκεύη αργυρά και χρυσοϋφαντα ιμάτια, τα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας, τας οποίας εις δόξαν Χριστού ωκοδόμησαν· και όχι μόνον τα κινητά, αλλά και τα ακίνητα, ήτοι χωράφια και άλλα όμοια, και έκαμαν την άτιμον ύλην και ανωφελή, ύλην ψυχωφελή και πολύτιμον. Ούτω λοιπόν του Δεσπότου Χριστού και Παντοδυνάμου Θεού συνεργούντος εδιώχθησαν εκείθεν οι ανίσχυροι δαίμονες, φοβούμενοι την αξουσίαν Αυτού, και τρέμοντες έφυγον απ’ εκείνα τα όρια. Και όχι μόνον η Αρμενία όλη επίστευσεν, αλλά και πολλά άλλα έθνη γειτνιάζοντα εγνώρισαν την αλήθειαν και εμίσησαν την προτέραν πλάνην και εβαπτίσθησαν, χάριτι όχι μόνον του μεγάλου Γρηγορίου, αλλά και του βασιλέως Τιριδάτου, όστις έγινεν εις τους άλλους καλόν παράδειγμα· διότι ενθυμούμενος πόσας αμαρτίας και πόσους φόνους έκαμεν εις τους Αγίους δούλους του Χριστού, ηγωνίζετο πάση δυνάμει να υπερβάλη δια των τελευταίων αγαθοεργιών του τας πρώτας κακοεργίας του, τας οποίας εν αγνοία έπραξε. Βλέποντες δε οι επίλοιποι άπαντες εζήλωσαν το καλόν, κατά το αρχαίον λόγιον, «φιλεί το αρχόμενον συνεξομοιούσθαι τοις άρχουσιν»· όθεν προϊόντος του χρόνου ηύξανε και η ευσέβειά των. Επειδή δε δεν είχον Αρχιερέα, έλαβον βουλήν αγαθήν να ψηφίσωσιν Αρχιερέα τον μέγαν Γρηγόριον, ίνα γίνη κυβερνήτης των ψυχών αυτών, να τους βαπτίση, να τους χειροτονήση Ιερείς και να οδηγήση αυτούς προς σωτηρίαν, διότι αυτός ήτο αίτιος και εγνώρισαν την αλήθειαν· αλλ’ ο Άγιος απεποιείτο δειλιών υπό ταπεινοφροσύνης και μετριοπαθείας να λάβη τοσούτων ψυχών φροντίδα και μέριμναν, γινώσκων ότι το φυτόν της πίστεως ήτο απαλόν, και εχρειάζετο πότισμα και επιμέλειαν μεγίστην. Πλην ο Κύριος έστειλεν ουρανόθεν Άγγελον προς τον βασιλέα Τιριδάτην και τον μέγαν Γρηγόριον, προστάσσων τον δεύτερον να λάβη την αξίαν ως άξιος, διο και έστερξεν ίνα μη γίνη του Θεού παρήκοος. Έστειλεν όθεν ο βασιλεύς τον θείον Γρηγόριον μετά δεκαέξ μεγιστάνων εις τον Μητροπολίτην Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιον, γράψας προς αυτόν και επιστολήν ταύτα λέγουσαν· «Σκότος πολύ της ασεβείας ετύφλωνεν ημάς πρότερον, και επομένως δεν ηδυνάμεθα να γνωρίσωμεν τον Δημιουργόν και κοινόν Δεσπότην της κτίσεως, έως ου Αυτός μάς εξαπέστειλεν ως άλλον ήλιον τον μέγαν Γρηγόριον και Παρθένους Αγίας, ίνα γνωρίσωμεν δια μέσου τούτων την Εκείνου φιλανθρωπίαν και χρηστότητα, ημείς δ’ εβασανίσαμεν αγριώτατα και τας τιμίας εκείνας Παρθένους και τον ιερόν τούτον Γρηγόριον, φονεύσαντες μάλιστα ελεεινώς (φευ!) αυτάς· επί τέλους δε ο θείος Γρηγόριος ενίκησε την ασπλαγχνίαν και ωμότητα ημών δια της αμάχου δυνάμεως του Θεού, του οποίου η άπειρος ευσπλαγχνία και των οικτιρμών η άβυσσος δεν μας αφήκε να απολεσθώμεν, και δια των διδασκαλιών και προσευχών αυτού τε και των Παρθένων εκείνων εδίωξε το σκότος των ψυχών ημών, και προς το φως της αληθείας μάς εχειραγώγησε. Τούτον λοιπόν τον της σωτηρίας ημών αίτιον, όστις τόσα αγαθά προυξένησεν εις ημάς, εψηφίσαμεν διδάσκαλον και ποιμένα μας, και ουχί μόνον ημείς, αλλά και ο Κύριος άνωθεν ταύτην την ψήφον επεσφράγισεν· όθεν στέλλομεν αυτόν εις την σην πανιερότητα, να μας τον χειροτονήσης Αρχιερέα και να μας τον στείλης ταχέως». Ταύτην την επιστολήν λαβών ο Λεόντιος υπεδέχθη φιλοτίμως τους πρέσβεις και τον μέγαν Γρηγόριον και παρευθύς τον εχειροτόνησεν εν πολλή δόξη και τον έστειλεν εις τον Τιριδάτην. Επιστρέφων ο θείος Γρηγόριος εις την Μεγάλην Αρμενίαν συμπαρελάμβανεν άνδρας εναρέτους από τας πόλεις και χώρας, όθεν διήρχετο, και τους εδίδασκεν όσα εγνώριζεν ότι ήσαν χρήσιμα, ίνα τους χειροτονήση Ιερείς και ιεροδιδασκάλους. Ότε δ’ έφθασεν εις τα όρια της Αρμενίας του ανήγγειλαν οι εγχώριοι, ότι ήτο εκεί παρά τον ποταμόν Ευφράτην λαός ειδωλολατρικός έχων βωμόν των ειδώλων εις το όνομα του Ηρακλέους, εις τον οποίον εθυσίαζον εις τους δαίμονας και ότι οι Χριστιανοί δεν ηδύναντο να κρημνίσωσι τον βωμόν τούτον κωλυόμενοι υπό των διαφόρων φαντασιών και μηχανορραφιών του σατανά. Τότε ο Άγιος, ζήλω θείω κινούμενος, παρευθύς επήγεν εκείσε και έκαμε προς τον παντοδύναμον Θεόν δέησιν, και έπεσεν εκ θεμελίων ο ναός ο ειδωλολατρικός χωρίς να εγγίση χειρ ανθρώπου τελείως· και κτίσας Εκκλησίαν εις τον Κύριον την εθρονίασε και ενεκαινίασε δια των αγίων λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αθηνογένους, εις την οποίαν ελειτούργησε και εβάπτισε τους σατράπας, τους οποίους είχεν εις την συνοδείαν του· μείνας δε εκεί ημέρας είκοσιν, εβάπτισεν ένδεκα μυριάδας ανθρώπων και εχειροτόνησεν Ιερείς τε και Διακόνους εις όλην την περίχωρον. Ο δε βασιλεύς Τιριδάτης, ακούσας ότι ήρχετο ο Άγιος, εξήλθε της πόλεως μεθ’ όλης της συγκλήτου και της αδελφής του και της βασιλίσσης, και φθάσαντες έως τας όχθας του Ευφράτου μετά πολλής ταπεινώσεως και ευλαβείας τον προσεκύνησαν και ηυφράνθησαν· αφού δε τους εδίδαξε και κατήχησε και τους έβαλε και ενήστευσαν τριάκοντα ημέρας προσευχόμενοι, έπειτα εβάπτισεν άπαντας, εν αρχή μεν τον βασιλέα, την αδελφήν του και την ομόζυγον, τας σατράπας και άρχοντας, έπειτα δε τον κοινόν λαόν άπαντα· και αφού έκτισεν εκεί παρά τον Ευφράτην ετέραν Εκκλησίαν, και ελειτούργησε, τους εκοινώνησε και έγιναν υιοί φωτός και ημέρας οι πριν εσκοτισμένοι και άφρονες. Ο δε παντοδύναμος Κύριος, ίνα στερεωθώσιν εις την πίστιν οι νεοφώτιστοι, έδειξε και εκεί, ότε εβαπτίζοντο, δύο μεγάλα και φρικτά θαύματα, ήτοι εστάθη ο ποταμός, και δεν έτρεχον τα ύδατα ως εις τον Ιορδάνην ποταμόν και εις την Ερυθράν θάλασσαν, εφαίνετο δε και μέγας στύλος φωτός εις τα ύδατα, εις τα οποία το πλήθος του λαού εβαπτίζετο, εις δε την κεφαλήν του στύλου ήτο Σταυρός λαμπρότατος και εξαστράπτων υπέρ τον ήλιον, τον οποίον έβλεπον όλην την ημέραν οι βαπτιζόμενοι, όντες τον αριθμόν μυριάδες δεκαπέντε και πλέον· έμεινε δε εκεί ο Άγιος ημέρας επτά βαπτίσας πλήθος αμέτρητον. Αφού ετακτοποίησεν όλους αυτούς ο θείος Γρηγόριος επήγεν εις τας άλλας πόλεις και χώρας της Αρμενίας εις τας οποίας έκτιζεν Εκκλησίας, και ελειτούργει απανταχού και εβάπτιζε και εχειροτόνει Ιερείς καθ’ εκάστην, και ωκοδόμει Μοναστήρια, Ησυχαστήρια και άλλα ψυχοσωτήρια οικήματα, εις τα οποία όλα είχε τον βασιλέα Τιριδάτην επιμελητήν και αντιλήπτορα βοηθόν, διότι εχάριζεν εισοδήματα πλούσια προς αυτάρκτη διατήρησιν Ιερέων τε και Μοναζόντων. Προς τούτοις δε και διδασκαλεία και παιδευτήρια ανήγειρεν, ίνα μανθάνωσιν οι παίδες τα ιερά γράμματα. Όθεν όχι μόνον η Αρμενία επίστευσεν εις τον Παντελεήμονα Θεόν, αλλά και Πέρσαι και Μήδοι και Ασσύριοι και άλλα έθνη υπέκλινον τους αυχένας αυτών υπό τον ζυγόν του Χριστού τον χρηστόν και γλυκύτατον· διότι η ευγνωμοσύνη του βασιλέως και η πλουσία μετάδοσις των χρημάτων προς τους ενδεείς και πένητας, και του Αρχιερέως η ευσπλαγχνία και συμπάθεια προς τους ασθενείς έσυρεν αυτούς προς την ευσέβειαν. Ότι ο μεν Αρχιερεύς ιάτρευε τους ασθενείς από πάσης ασθενείας, ο δε βασιλεύς έδιδεν ελεημοσύνας πλουσιοπαρόχους εις τους αναξιοπαθούντας, και απεφυλάκιζε τους χρεοφειλέτας, ξεσχίζων τα χρεόγραφα τα εις χείρας δανειστών και εξοφλών αυτά εκ του βασιλικού θησαυρού. Εκ της χρηστής όθεν διοικήσεως του Αγίου και του βασιλέως απέλαβε βαθείαν ειρήνην άπασα η Αρμενία και επολιτεύοντο οι άνθρωποι ως αρνία ήμερα, απταίστως, ευσεβώς και θεαρέστως· πολλοί δε εξ αυτών έγιναν και Μοναχοί, και κτίζοντες Μοναστήρια και Ησυχαστήρια απέδιδον εις τον ευεργέτην Θεόν τα ευχαριστήρια, και πολλά παιδία των πρώην απίστων συναγαγών ο μέγας Γρηγόριος επιμελώς τα εξεπαίδευσε και έγιναν τοσούτον ενάρετοι άνθρωποι, ώστε κατόπιν προεχειρίσθησαν και Επίσκοποι. Και εις μεν τον Ευφράτην εχειροτόνησεν Αρχιερέα τον Αλβίνον, εις δε την περίχωρον των Βασηνών τον Ευστάθιον και Βάσσον, και ίνα μη μακρηγορώ ένα προς ένα, εις ολίγα έτη εχειροτινήθησαν Αρχιερείς τετρακόσιοι. Τότε ο μέγας Γρηγόριος, έχων πόθον πολύν να υπάγη να ησυχάση εις τα υψηλότερα όρη της Αρμενίας, αφήκε τον Αλβίνον εις τα βασίλεια επίτροπόν του, ως απάντων εναρετώτατον, παραγγείλας εις αυτόν να επιμελήται το ποίμνιον ως να ήτο ο ίδιος. Ο δε βασιλεύς ελυπείτο δια την αναχώρησιν του Αγίου και τον παρεκάλει δακρύων να μη αποχωρισθώσιν αλλήλων, αλλ’ ο πόθος της ησυχίας ενίκα την δέησιν, και δεν έκαμε τον λόγον του· όθεν και μη θέλων επέτρεψε την αναχώρησιν. Λαβών λοιπόν ο Άγιος ολίγους μαθητάς απήλθε και κτίσας δι’ αυτών μικρόν οικητήριον εις εν σπήλαιον ησύχαζεν εκεί τρώγων μόνον άρτον μίαν φοράν ανά τεσσαράκοντα ημέρας. Προς παρηγορίαν δε της υπερβολικής λύπης του ο Τιριδάτης δια την του Αγίου στέρησιν, μαθόν ότι όταν ήτο νέος ο Γρηγόριος εγέννησε δύο παίδας εκ γυναικός νομίμου, ων ο μεν Ορθάνης ονόματι ήτο Ιερεύς, ο δε την κλήσιν Αριστάνης αγαπήσας την ερημικήν εκ νεότητος εμόναζε τρώγων μόνον χόρτα και φορών εν μόνον ιμάτιον, έστειλε τρεις άρχοντας εις την Καισάρειαν προς αναζήτησίν των απανταχού και ανεύρεσιν. Οι δε, απελθόντες ταχέως και ευρόντες τον μεν ένα διδάσκοντα τον λαόν, τον δε άλλον αγωνιζόμενον εις την έρημον, μετά μεγάλων παραινέσεων και παρακλήσεων συμπαρέλαβον και τους δύο και τους προσήγαγον εις τον βασιλέα, όστις τους υπεδέχθη χαίρων και παρεκάλεσε τον ιερόν Γρηγόριον να χειροτονήση τον υιόν του Αριστάνην Μητροπολίτην Αρμενίας, ως εικόνα εαυτού και αρχέτυπον. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ότι ήτο ο Αριστάνης πολύ ενάρετος, τον εχειροτόνησε παρευθύς· και πορευθείς μετ’ αυτού εις όλην την περίχωρον, εστήριξε καλλίτερα εις την ευσέβειαν· έπειτα απεχαιρέτησεν άπαντας, και ανελθών πάλιν εις το ασκητήριόν του, μετ’ ολίγον απεδήμησε προς Κύριον τη λ΄ (30) Σεπτεμβρίου ολίγον μετά το έτος τκε΄ (325) και απέλαβε παρ’ Αυτού πλουσίας τας αμοιβάς των αγώνων του. Τον καιρόν εκείνον και ο Μέγας Κωνσταντίνος, όστις έγινε βασιλεύς των Χριστιανών δια της θείας δυνάμεως και βοηθείας και κρημνίσας όλα τα ειδωλεία εκ θεμελίων, ωκοδόμησεν Εκκλησίας εις δόξαν Θεού, συνήγαγεν εις Οικουμενικήν Σύνοδον τους τιη΄ (318) Θεοφόρους Πατέρας προς στερέωσιν της ευσεβείας και εκρίζωσιν των ζιζανίων της ετεροδοξίας. Έλαμπον δε τότε οι δύο βασιλείς ως αστέρες λαμπρότατοι, ο μεν Τιριδάτης εις τους τόπους της Ανατολής, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος εις τα εσπέρια· διότι και ο Τιριδάτης κατά αλήθειαν εφύλαττεν όλας τας αρετάς και τας εντολάς του Κυρίου απαρασαλεύτους, μάλιστα και αποκρύφως ηγωνίζετο, ενήστευε και ηγρύπνει ως τους Ασκητάς, μετά δακρύων του Κυρίου δεόμενος, ίνα συγχωρήση την προτέραν ασέβειάν του. Ήλθε λοιπόν εις την Αγίαν ταύτην Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον και αυτός ο Μητροπολίτης Αριστάνης και ο Τιριδάτης άμα λαβόντες τας επιστολάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνηυφράνθησαν μετ’ αλλήλων. Αφού δε η Σύνοδος εκείνη έληξεν, έλαβον τα θρησκευτικά δόγματα γεγραμμένα και τα εκόμισαν προς τους Αρμενίους, οίτινες τους υπεδέχθησαν χαίροντες, και τοιουτοτρόπως εστερεώθησαν περισσότερον εις την Ορθοδοξίαν και διέμεινεν εις την Αρμενίαν επί χρόνους πολλούς η ευσέβεια εις δόξαν της υπερουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού· ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Των συν τω Αγίω ΓΟΒΔΕΛΑΑ αθλησάντων ΔΑΔΑ, ΚΑΣΔΟΟΥ και ΚΑΣΔΟΑΣ

 Τη αυτή ημέρα μνήμη των συν τω Αγίω ΓΟΒΔΕΛΑΑ αθλησάντων ΔΑΔΑ, ΚΑΣΔΟΟΥ και ΚΑΣΔΟΑΣ, της θυγατρός του αυτού Σαβωρίου βασιλέως Περσών.                                                                                                                                           

Γοβδελαάς ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς ήτο υιός του βασιλέως των Περσών Σαβωρίου του βασιλεύοντος εις Περσίαν κατά το έτος τλ΄ (330), προσήλθε δε εις την πίστιν του Χριστού κατά τον εξής τρόπον. Κατά την εποχήν εκείνην έζη εις ονόματι Δάδας, όστις κατά μεν το γένος ήτο Πέρσης, κατά δε την πίστιν Χριστιανός. Ούτος ήτο πρώτος εις το βασιλικόν παλάτιον και συγγενής προσφιλέστατος του βασιλέως. Επειδή δε απεστάλη παρ’ αυτού εις το να εξουσιάζη πόλεις τινάς των Περσών, δεν έκρινεν εύλογον να κρύπτη πλέον την ευσέβειαν, αλλ’ εσέβετο τον Χριστόν φανερά. Όθεν, καίτι διεβλήθη εις τον βασιλέα, ότι ήτο Χριστιανός, δεν του αφηρέθη όμως η εξουσία. Εστάλη δε από τον βασιλέα ο πρώτος των μεγιστάνων Αδραμέλεχ, δια να μάθη την ακρίβειαν. Ευρών δε ούτος τον Δάδαν εν αληθεία σεβόμενον τον Χριστόν, έγραψε περί τούτου εις τον βασιλέα· ο δε βασιλεύς έδωκε τότε εις τον Αδραμέλεχ εξουσίαν να τιμωρήση οίον δήποτε Χριστιανόν εύρη· ταύτην την έγραφον άδειαν έστειλεν εις τον Αδραμέλεχ δια μέσου Γοβδελαά του υιού του. Όθεν ο Αδραμέλεχ, λαβών την εξουσίαν αυτήν, ήρχισε να εξετάζη τον Δάδαν, συγκαθημένου επί του κριτηρίου και Γοβδελαά του υιού του βασιλέως. Αφ’ ου λοιπόν έκριναν τον Άγιον, και φοβερισμούς και κολακείας μεταχειρισθέντες εύρον αυτόν ολοψύχως πιστεύοντα εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, και υπέρ της αγάπης τούτου προτιμώντα να αποθάνη, τότε ήναψαν μεγάλην και δυνατήν κάμινον, και προστάττουσι να ριφθή εντός αυτής ο Άγιος. Όταν λοιπόν έμελλεν ο Μάρτυς να ριφθή εντός της καμίνου εκείνης, ήτις εσήκωνε την φλόγα εις μέγα ύψος, και εφόβιζε και μακρόθεν τους βλέποντας, τότε πλησιάσας ο του Χριστού Αθλητής εποίησεν επάνω εις αυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Και, ω του θαύματος! ευθύς εσβέσθη η κάμινος, και αντί φλογός ανέβλυσεν ύδωρ. Τούτο το θαύμα βλέποντες οι εκεί παρόντες εξέστησαν. Ο δε υιός του βασιλέως Γοβδελαάς είπε· «Προσφιλέστατε Δάδα, ποίος σε εδίδαξε τας μαγείας ταύτας»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Είθε και συ να εμάνθανες τοιαύτα θαύματα παρά του Διδασκάλου μου Χριστού». Ο Γοβδελαάς είπεν· «Εάν πιστεύσω εις τον Χριστόν σου, θα δυνηθώ και εγώ να ποιώ ομοίως»; Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Όχι μόνον αυτά θα δύνασαι να κάμης, αλλά προς τούτοις θα συμβασιλεύσης και μετά του ιδίου Χριστού». Τότε προστάξας ο Γοβδελαάς να αναφθή μία άλλη κάμινος, και επικαλεσθείς το όνομα του Χριστού, ω του θαύματος! ευθύς έσβεσεν αυτήν. Όθεν προσπεσών εις τους πόδας του Αγίου επίστευσεν εις τον Χριστόν. Ιδών ταύτα ο Αδραμέλεχ επήγεν και τα εφανέρωσεν εις τον βασιλέα. Παραστήσας δε αυτός έμπροσθέν του τον υιόν του Γοβδελαάν, και πληροφορηθείς παρ’ αυτού του ιδίου ότι είναι Χριστιανός, προστάττει να δέρηται υπό τεσσάρων στρατιωτών με ακανθώδη ραβδία· επειδή δε οι στρατιώται εκείνοι απέκαμον δέροντες, δια τούτο τους αντικατέστησαν τέσσαρες άλλοι. Ο δε Μάρτυς του Χριστού, τυπτόμενος εις όλον το σώμα, παρεκάλει σιωπηλώς τον Θεόν να δοθή υπομονή εις αυτόν. Και, ω του θαύματος! ευθύς Άγγελος Κυρίου φανείς ενεδυνάμωσε και παρεθάρρυνεν αυτόν λέγων· «Θάρσει και μη φοβού, διότι μετά σου εγώ είμαι». Έπειτα ρίπτεται εις την φυλακήν, και μένει εις αυτήν πέντε ημέρας. Μετά ταύτα έδωκεν ο βασιλεύς εξουσίαν εις τινα άλλον, Γάργαλον ονόματι, να τιμωρήση τόσον τον υιόν του Γοβδελαάν, όσον και τους άλλους Χριστιανούς. Και λοιπόν ευθύς προστάττει ο Γάργαλος να δαρή ο Γοβδελαάς με βούνευρα· όθεν ο του Κυρίου Αθλητής δερόμενος προσηύχετο εις τον Θεόν, αναθεματίζων την θρησκείαν του πατρός του. Τότε ο Γάργαλος προσέταξε να εκβάλωσι δύο λωρίδας από τους πόδας έως την κεφαλήν του Αγίου, λέγων και τούτο χλευαστικώς· «Τώρα βεβαίως θα έλθη ο Χριστός σου, δια να σε καταστήση υγιά». Τούτου δε γενομένου, έδεσαν αυτόν δυνατά και τον έρριψαν εις την φυλακήν. Επειδή δε αφ’ εαυτών ελύθησαν τα δεσμά και ο Άγιος πάραυτα έγινεν υγιής, καθώς ήτο και πρότερον, δια τούτο ο Γάργαλος, βλέπων το θαύμα, εξήστη, και πορευθείς εις τον βασιλέα εφανέρωσε ταύτα. Ο δε βασιλεύς είπε· «Θανάτωσον τον δυσσεβή, επειδή αυτός δεν είναι υιός μου, αλλ’ επίβουλός μου, διότι επίστευσεν εις τον Χριστόν». Τότε ο θηριώδης Γάργαλος προσέταξε να πυρώσουν μίαν σούβλαν, και να διαπεράσουν αυτήν δια των ωτίων του μακαρίου Γοβδελαά· και τούτου γενομένου, έβλεν αυτόν εις την φυλακήν. Εκεί λοιπόν προσευχομένου του Μάρτυρος, ιδού ήλθεν Άγγελος Κυρίου, όστις εξέβαλε την σούβλαν από τα ώτα του και ιάτρευσεν αυτόν. Βλέπων δε ο Γάργαλος τον Μάρτυρα υγιά, ουκ ηβουλήθη ο ασύνετος συνιέναι, αλλά καταξεσχίσας με βούνευρα το σώμα του Αγίου, έρριψεν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν. Την δε άλλην ημέραν δέρει τον Μάρτυρα με ραβδία ροδέας ακανθωτά· είτα καταξεσχίζει ασπλάγχνως τας πλευράς του με σιδηράς αγκίδας, ήτοι τσιγκέλια, επιλέγων περιγελαστικώς· «Ας ίδωμεν, ν έλθη και τώρα ο Χριστός σου να σε ιατρεύση». Έπειτα δε εφυλάκισεν εκ νέου αυτόν. Άμα δε πάλιν προσηυχήθη ο Μάρτυς, έλαβε την ιατρείαν· όθεν ηυχαρίστει και εδόξαζε τον Θεόν. Βλέποντες δε οι άνθρωποι, οίτινες ευρίσκοντο εις την φυλακήν, τα θαυμάσια ταύτα, θαυμάζοντες έλεγον· «Μέγας τω όντι είναι ο Θεός των Χριστινών». Ο δε Γάργαλος τούτο ακούσας ωργίσθη. Όθεν προσέταξε να εμπήξωσιν εις τους ώμους του Μάρτυρος αγκίδας σιδηράς και από αυτάς να κρεμασθή, ούτω δε να μένη κρεμάμενος από την τρίτην ώραν έως την ενάτην. Ο δε Μάρτυς κρεμάμενος προσηύχετο. Καταβιβασθείς δε από εκεί, ερρίφθη πάλιν εις την φυλακήν. Η δε μήτηρ τού Μάρτυρος και η αδελφή αυτού Κασδόα επεθύμουν να ίδωσιν αυτόν, αλλ’ εφοβούντο τον βασιλέα. Μαθών δε την είδησιν ταύτην ο βασιλεύς, είπεν εις τον Γάργαλον· «Ακόμη ζη ο Γοβδελαάς»; Ο δε Γάργαλος απεκρίθη· «Ναι, βασιλεύ, ζη». Τότε προστάττει ο βασιλεύς να εκδάρωσι το δέρμα της κεφαλής του Μάρτυρος, αρχίζοντες από τον λαιμόν, και με το δέρμα αυτό να σκεπάσουν το πρόσωπόν του. Τούτου δε γενομένου, ερρίφθη πάλιν ο Μάρτυς εις την φυλακήν, δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν. Την δε άλλην ημέραν, μαθών ο βασιλεύς, ότι ακόμη ζη ο Άγιος, προστάττει να εκριζώσωσι όλους τους όνυχας των χειρών και των ποδών του και να εκβάλωσι τους τέσσαρας τραπεζίτας των οδόντων του και ούτω να ρίψωσιν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν, ως θνησιμαίον κύνα. Έδωσε δε και προσταγήν ο θηριόγνωμος, ότι κανείς να μη προσφέρη εις αυτόν καμμίαν παρηγορίαν έως και απλού ύδατος, αλλά μήτε όλως να έμβη εις την φυλακήν. Η αδελφή όμως του Μάρτυρος Κασδόα ετόλμησε και επήγε κρυφίως εις την φυλακήν, και έδωκε νερόν εις τον αγαπητόν της αδελφόν. Είπε δε εις τον δεσμοφύλακα· «Εάν συ φανερώσης το πράγμα εις τινα, ήξευρε ότι μέλλεις βέβαια να αποκεφαλισθής». Και ο μεν του Χριστού Αθλητής έως τότε εζήτει παρηγορίας και ιατρείας από τον Θεόν, επειδή ακόμη δεν ήτο η ψυχή του πεπαγιωμένη και στερεά εις την πίστιν του Χριστού. Αφού δε αύτη επαγιώθη, δεν εζήτει πλέον ιατρείας, αλλ’ εζήτει να δοθή εις αυτόν θεόθεν υπομονή και προθυμία εις τας βασάνους. Όθεν ταύτην λαβών με την έλλαμψιν του Αγίου Πνεύματος, αυτός μεν ήτο πληγωμένος, και τον εαυτόν του δεν ιάτρευεν, άλλους δε μάλλον έχαιρε να ιατρεύη. Διο και όλοι επί τούτω εθαύμαζον. Όθεν και εις άκρος μάγος, ονομαζόμενος και αυτός Γάργαλος, ευρισκόμενος δε τότε εις την φυλακήν δια τα πολλά κακά τα οποία έπραξεν, ούτος, λέγω, βλέπων την τόσην υπομονήν του Αγίου και τα παρ’ αυτού γινόμενα εν τη φυλακή ένδοξα και εξαίσια θαύματα, έπεσεν εις τους πόδας του και έλεγε· «Δέομαί σου, δούλε του Θεού, μνήσθητί μου ενώπιον του Χριστού σου». Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Πίστευσον εις τον Χριστόν, και αυτός θα σε λυτρώση από όλας τας αμαρτίας σου». Τότε ο Γάργαλος είπε· «Πιστεύω εις σε, Κύριε Ιησού Χριστέ». Και από τότε προσεκολλήθη εις τον Άγιον Γοβδελαάν. Μετά δε μίαν ημέραν εκάθισεν ο άρχων εις το κριτήριον. Και παραστήσας έμπροσθέν του και τους δύο, τον Άγιον, λέγω, Γοβδελαάν και τον πρώην μ΄γον Φάργαλον, προσέταξε να εκδύσωσι τον Γάργαλον και να δέρωσιν αυτόν με ραβδία. Δερόμενος λοιπόν ούτος ενητένιζεν εις τον ουρανόν και έλεγεν· «Κύριε Ιησού Χριστέ, δια το όνομά σου πάσχω, και ενδυνάμωσόν με». Όθεν ταύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Ο δε Άγιος Γοβδελαάς, βληθείς εις ένα ξύλινον κοχλίαν, κατασυντρίβεται τους πόδας. Έπειτα καίεται ασπλάγχνως εις τας μασχάλας με πεπυρωμένας σιδηράς σφαίρας, και ούτω ρίπτεται εις την φυλακήν. Όσοι δε ευρίσκοντο εις την φυλακήν δεδεμένοι και πεπληγωμένοι εχρίοντο με τα αίματα, άπερ έτρεχον εκ των πληγών του Μάρτυρος, και ιατρεύοντο. Αλλά και ασθενείς εκεί τρέχοντες ελάμβανον την υγείαν των, και εδόξαζον τον Θεόν. Ταύτα ακούων ο άρχων Γάργαλος, δεν τα επίστευεν. Όθεν μετά δεκαπέντε ημέρας, εκβαλών τον Άγιον από την φυλακήν, εύρεν αυτόν ολόκληρον και υγιά. Βλέπων δε τούτο, έγινεν εξεστηκώς· και αντί να πιστεύση και ν μαλακωθή, περισσότερον εσκληρύνθη ο θηριόγνωμος. Και δια τούτο προστάττει να καύσουν πολύ ένα λέβητα, ο οποίος ήτο γεμάτος από πίσσαν και θείον, και εις αυτόν να ρίψωσι τον Άγιον. Ο δε Άγιος, αναβλέψας εις τον ουρανόν, προσηυχήθη και προθύμως εμβήκεν εις τον λέβητα. Και, ω του θαύματος! ευθύς εσχίσθη ο λέβης και εξήλθεν ο Μάρτυς αβλαβής. Τούτο βλέπων ο απάνθρωπος Γάργαλος συνεσκέφθη και διέταξε με τους άρχοντας να σταυρώσωσι μεν επί ξύλου γυμνόν τον Άγιον, πλήθος δε πολύ μακρόθεν να τον τοξεύωσι. Πλην ήτο εις τα όμματα εκάστου εν πράγμα παράδοξον. Διότι όχι μόνον ο Άγιος έμενεν απλήγωτος από τα ριπτόμενα βέλη, αλλά και ριπτόμενα ταύτα εναντίον του εκρεμώντο εις τον αέρα. Τούτο δε το θαύμα όλους εξέπκηξεν. Επειδή δε εκείνος, όστις έδωκε την συμβουλήν ταύτην εις τον Γάργαλον, ετέντωσε το τόξον του δια να κτυπήση τον Άγιον, ω του θαύματος! το ριφθέν βέλος ευθύς εστράφη, και εκτύπησε τον ιδικόν του δεξιόν οφθαλμόν. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς απέστειλε την θυγατέρα του Κασδόαν, ελπίζων μήπως αυτή με τους γλυκείς λόγους της δυνηθή να καταπείση τον αδελφόν της Γοβδελαάν να υπακούση εις τον πατέρα των, και να αρνηθή τον Χριστόν· η δε Κασδόα, προσελθούσα εις τον αδελφόν και κατηχηθείσα υπ’ αυτού, έγινε Χριστιανή. Τούτο δε μαθών ο πατήρ αυτών, ο και βασιλεύς, εθυμώθη. Όθεν προσέταξε να δείρωσι την θυγατέρα του σκληρώς με ραβδία· τούτου δε γενομένου, έβαλεν αυτήν εις την φυλακήν. Η δε Κασδόα, ευρισκομένη εις την φυλακήν και πονούσα από τους ραβδισμούς και τας μαστιγώσεις, τας οποίας έλαβε, λέγει προς τον Άγιον αδελφόν της· «Παρακάλεσον δι’ εμέ τον Θεόν, αδελφέ, επειδή δεν δύναμαι να υποφέρω τα βάσανα». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ας μη ολιγοστεύση η προς τον Θεόν πίστις σου και ελπίζω εις τον Χριστόν, εις ον επίστευσας, ότι Αυτός δεν θα αφήση να σου εγγίση βάσανος, αλλ’ ουδέ άλλην βάσανον μέλλεις να δοκιμάσης εις το εξής». Και λοιπόν ο βασιλεύς, εξαγαγών από την φυλακήν τον Γοβδελαάν, προσέταξε να δεθή χείρας και πόδας και να ριφθή εις τους πόδας των σφριγώντων ίππων, τους οποίους είχεν, ίνα καταπατηθή από αυτούς όλην την νύκτα και βιαίως αποθάνη. Ερρίφθη λοιπόν ο Άγιος, και επειδή ευρέθη το πρωϊ αβλαβής και λελυμένος από τα δεσμά, δια τούτο εξέστησαν άπαντες. Τότε πολλάς σούβλας πυρώσας ο απάνθρωπος τύραννος κατέκαυσε τα μέλη του Μάρτυρος. Έπειτα προστάττει να βάλουν μέσα εις τας δύο του χείρας δύο άγκιστρα, και δι’ αυτών να τον κρεμάσουν επάνω εις δύο ξύλα, τα οποία να είναι τρεις πήχεις μακράν το εν από το άλλο. Ο δε γενναίος Αθλητής και εκεί κρεμάμενος δεν έπαυεν από του να προσεύχηται και να δοξολογή τον Θεόν. Δύο δε Χριστιανοί Πρεσβύτεροι, ήτοι Ιερείς κατά την αξίαν, Δαδιής και Αυδιής ονομαζόμενοι, παρίσταντο κρυφίως δια τον φόβον του βασιλέως και έγραφον έκαστον μαρτύριον του Αγίου. Εις τούτους λοιπόν είπεν ο Άγιος· «Εάν είναι δυνατόν εις σας, φέρετέ μοι ύδωρ και έλαιον δια να βαπτισθώ. Ει δε και δεν είναι δυνατόν, παρακαλέσατε τον Θεόν δια να γίνη τούτο». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, ιδού επισκιάζει αυτόν μικρόν νέφος ως ομίχλη, το οποίον έβρεξε κρουνηδόν επί της κεφαλής του Μάρτυρος ύδωρ και έλαιον. Μετά του νέφους δε ηκούσθη φωνή λέγουσα· «Δούλε του Θεού Γοβδελαά, ιδού εδέχθης το άγιον Βάπτισμα». Και ευθύς έλαμψε το πρόσωπον του Αγίου ως φως, και ευωδία εξήλθεν από αυτόν όχι ολίγη. Όθεν ανέπεμψεν ο Αθλητής δόξαν και αίνον εις τον Σωτήρα Χριστόν. Ο δε ωμός Γάργαλος, καταβιβάσας τον Μάρτυρα από το ξύλον, έξυσε καλάμους και τους επλάτυνεν. Έπειτα κατεκέντησε με αυτούς όλον το σώμα του Μάρτυρος, από ποδών έως κεφαλής. Ο δε του Χριστού Αθλητής επί πολλάς ώρας κατακεντούμενος και τον νουν του όλον προσηλώσας εις τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την αγίαν ψυχήν του. Τότε ο Γάργαλος έδεσε τους πόδας τού Αγίου με σχοινίον, το οποίον πάλιν έδεσε εις αγρίους ίππους, προστάξας είτα τους στρατιώτας να κτυπούν και να διώκουν τα ζώα εις τραχείς και πετρώδεις τόπους, με σκοπόν, ίνα το νεκρόν και γυμνόν σώμα του Μάρτυρος διασπαραχθή εις τεμάχια και παντελώς εξαφανισθή. Αφού δε τούτο εποίησεν ο απάνθρωπος, ει τι μέρος έμεινε του αθλητικωτάτου εκείνου σώματος, το διεμοίρασεν εις τρία και έρριψε ταύτα (ω ψυχής ωμοτάτης, της και τα θηρία υπερβαινούσης!) δια να τα καταφάγωσι τα πτηνά και οι κύνες. Αλλ’ οι ανωτέρω ρηθέντες δύο Ιερείς, Δαδιής και Αυδιής, αγοράσαντες τα τεμάχια εκείνα του ιερού λειψάνου αντί πολλών χρημάτων, έφερον αυτά μαζί με τον Διάκονον Αρμαδαζάκ εις τους οίκους των. Και τυλίξαντες με αρώματα και σινδόνας ενεταφίασαν αυτά ευλαβώς. Ο δε Άγιος Δάδας, ο ενδοξότατος και συγγενής του βασιλέως, ως ανωτέρω είπομεν, με διαφόρους βασάνους τιμωρηθείς, τελευταίον κατεκόπη μεληδόν και ούτω και αυτός ετελειώθει εν Κυρίω. Φιλόχριστοι δε τινες, λαβόντες τα κατακοπέντα αυτού μέλη και τιμήσαντες κατά το πρέπον, ενεταφίασαν αυτά εις ιερόν και τίμιον τόπον. Εν ω δε οι ανωτέρω Ιερείς και οι λοιποί έψαλλον όλην εκείνην την νύκτα, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, ιδού κατά το μεσονύκτιον φαίνεται εν τω μέσω αυτών ο Άγιος Γοβδελαάς, και λέγει εις αυτούς· «Ενδυναμούσθε εν Κυρίω, αδελφοί, και στήτε εδραίοι και αμετακίνητοι»· «Και μη φοβείσθε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28). Οι δε ψαλμωδούντες Ιερείς, βλέποντες τον Άγιον, εχάρησαν. Είπε δε πάλιν προς αυτούς ο Μάρτυς· «Ο Κύριος να σας αποδώση τον μισθόν, δια τον κόπον τον οποίον εποιήσατε». Και κλίνας την κεφαλήν, λέγει προς τον Δαδιήν· «Λάβε το κέρας του ελαίου, ήτοι το άγιον Μύρον· ομοίως λάβε και το Τίμιον Σώμα του Χριστού, και πορεύθητι εις τον βασιλικόν κήπον, εις τον οποίον θέλεις εύρει την αδελφήν μου Κασδόαν, και μύρωσον και κοινώνησον αυτήν το άγιον Σώμα του Κυρίου». Ο δε Δαδιής, λαβών αυτά, επήγεν. Και ω του θαύματος! άμα έφθασεν εις την θύραν του κήπου, ιδού εφάνη Άγγελος Κυρίου, και εισήγαγεν αυτόν εις τον κήπον, ευρών δε ούτος εκεί την Κασδόαν οδηγηθείσαν υπό θείου Αγγέλου εβάπτισε και εμύρωσεν αυτήν, κοινωνήσας δε αυτήν και των Αχράντων Μυστηρίων είπεν· «Ύπαγε και κοιμώ έως της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Και ευθέως επαναφερθείσης αοράτως εις την φυλακήν έλαβεν ο Άγγελος την αγίαν της ψυχήν, και ανέβη εις τα ουράνια. Άλλος δε τις συγγενής του βασιλέως, Κασδόος ονομαζόμενος, εδάρη με σπάθην ξυλίνην δια το όνομα του Χριστού, και ετελειώθη εν Κυρίω. Την δε πρωϊαν εμβήκεν η βασίλισσα εις την φυλακήν, και ευρούσα την θυγατέρα αυτής Κασδόαν τετελειωμένην, επανήλθε λυπουμένη εις τα βασίλεια, και λέγει εις τον άνδρα της· «Εις το εξής, βασιλεύ, χαίρε συ και η βασιλεία σου. Διότι ο μεν υιός μου Γοβδελαάς εθανατώθη, αφού πρότερον ετιμωρήθη μυριοπλασίως υπό σου, ως ει είχεν εγκλήματα μυρίων φονέων, η δε θυγάτηρ μου Κασδόα, ιδού και αυτή απέθανεν, αφού κατεσχίσθη με ακανθώδη ραβδία, ως να εφόνευσε τον ίδιόν της πατέρα». Ταύτα ακούσας ο άσπλαγχνος εκείνος και αιμοβόρος ανήρ ομού και πατήρ, τελείως δεν έκλινεν εις έλεος και συμπάθειαν. Η δε μήτηρ βασίλισσα, λαβούσα αρώματα πολυειδή και ευωδέστατα, εμύρισε το λείψανον Κασδόας της αγίας ταύτης θυγατρός· και τυλίξασα με πορφύραν βασιλικήν, έβαλεν αυτό με το λείψανον Γοβδελαά του Αγίου υιού της εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η Αγία Μάρτυς ΓΟΥΔΕΛΙΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΓΟΥΔΕΛΙΑ ξίφει τελειούται.                                                           
Γουδελία η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, εν έτει τλ΄ (330), και επειδή πολλούς απίστους Πέρσας επέστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού, δια τούτο συνελήφθη από τον βασιλέα, και με πολλάς τιμωρίας εδασανίσθη η μακαρία· μη πεισθείσα δε να θυσιάση εις το πυρ, ερρίφθη εις την φυλακήν. Και εκεί διέμεινεν έτη πολλά, λιμοκτονούσα και μη έχουσα τι να φάγη. Μετά ταύτα εξήλθεν από την φυλακήν. Και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, πρώτον μεν εξεδάρη το δέρμα της κεφαλής της, έπειτα δε καρφωθείσα δυνατά επί ξύλου, ούτω παρέδωκε τω Κυρίω το πνεύμα της και έλαβε παρ’ αυτού τον της αθλήσεως στέφανον. 

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Tου Οσίου ΚΥΡΙΑΚΟΥ του Αναχωρητού.

Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΥΡΙΑΚΟΥ του Αναχωρητού.                                                                                                                               

Κυριακός ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Κόρινθον της Πελοποννήσου, το έτος υμη΄(448), βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού· και ο μεν πατήρ του ήτο πρεσβύτερος της εν Κορίνθω Εκκλησίας, Ιωάννης ονόματι, η δε μήτηρ του εκαλείτο Ευδοξία, ήτο δε Επίσκοπος Κορινθίων ο από μητρός θείος του Πέτρος, όστις και τον έκαμεν Αναγνώστην. Αναγινώσκων λοιπόν συχνάκις ο μακάριος Κυριακός τας Ιεράς Γραφάς, εθαύμαζε πως ο Θεός εξ αρχής ωκονόμησε και εποίησε τα πάντα δια την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, και πως υπερεδόξασε τους ευαρεστήσαντας αυτώ παλαιούς Δικαίους και Προφήτας· μάλιστα δε εξίστατο, συλλογιζόμενος τα όσα γράφει το Ιερόν Ευαγγέλιον. Ταύτα τούτου διανοουμένου διεθερμάνθη η καρδία του υπό θείου ζήλου, και απεφάσισε να υπάγη εις την Ιερουσαλήμ, και εκεί να εφησυχάση. Νυχθημερόν δε τούτο μελετών ήκουσε Κυριακήν τινα επ’ Εκκλησίας το Ιερόν Ευαγγέλιον λέγον· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ: 24)· ευθύς λοιπόν εξήλθεν ησύχως έξω, και επήγεν εις τας Κεγχρεάς, απ’ εκεί δε ευρών πλοίον ανεχώρησεν εις τα Ιεροσόλυμα· ήτο δε τότε δεκαοκταετής, επί του ενάτου έτους της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου. Φθάσας ο Κυριακός αισίως εις την αγίαν Πόλιν εύρε πρώτον τον μέγαν Ευστόργιον, όστις ήτο πεπλουτισμένος δια των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, παρά του οποίου μεγάλως ωφελήθη ψυχικώς, δεύτερον δε ακούων τας θαυμαστάς αρετάς του Μεγάλου Ευθυμίου έλαβε συγχώρησιν παρά του θείου Ευστοργίου και μετέβη προς αυτόν, γενόμενος δεκτός παρ’ αυτού περιχαρώς, και ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα. Επειδή όμως εις την Λαύραν του ο Μέγας Ευθύμιος δεν εδέχετο νέους αγενείους, δια το ασκανδάλιστον των αδελφών, τον έστειλεν εις τον Όσιον Γεράσιμον τον εν τω Ιορδάνη, ο οποίος τον εδέχθη και τον έβαλεν εις το μαγειρείον, ένθα υπηρέτει τους αδελφούς προθυμότατα, τας δε νύκτας εξώδευεν εις τας θείας προσευχάς, ετρέφετο δε μόνον δι’ άρτου και ύδατος και ταύτα ανά δύο ημέρας· όθεν τοσούτον τον ηγάπησεν ο Όσιος Γεράσιμος, ώστε τον ελάμβανεν εις την έρημον Ρουβά πλησίον του κατά τον καιρόν της Τεσσαρακοστής, και τον είχε σύντροφον των πόνων και των αρετών του· εκεί δε ησυχάζων και ο μέγας Ευθύμιος τους μετελάμβανε τα θεία μυστήρια εκάστην Κυριακήν, έως την εορτήν των Βαϊων. Ότε δε μετ’ ολίγον είδεν εις οπτασίαν ο θείος Γεράσιμος την ψυχήν του θείου Ευθυμίου υπό Αγίων Αγγέλων προπεμπομένην και εις ουρανούς λαμπρώς ανερχομένην, συμπαραλαβών τον Κυριακόν απήλθεν εις την Λαύραν, αφού δε έθαψαν το σώμα του Αγίου Ευθυμίου μετά της πρεπούσης ευλαβείας, επέστρεψε πάλιν εις το Μοναστήριόν του. Κατά δε το ένατον έτος της εις την Ιερουσαλήμ μεταβάσεως του Κυριακού ετελεύτησε και ο θαυμαστός Γεράσιμος και ανέβη προς τον ποθούμενον Θεόν. Τότε ο Κυριακός, το εικοστόν έβδομον έτος της ηλικίας του άγων, επέστρεψεν εις την Λαύραν του Αγίου Ευθυμίου, όπου εγένετο δεκτός υπό του Καθηγουμένου αυτής Ηλιού και του εδόθη κελλίον, ένθα ησύχαζε, και πολλά επεμελήθη να κάμη την Λαύραν Κοινόβιον. Βλέπων όμως ο Όσιος ότι είχον έχθραν τα δύο Μοναστήρια, το του Αγίου Ευθυμίου και το του Θεοκτίστου, δια τινα αφιερώματα και χρήματα δωρηθέντα παρά του Τερέβωνος, εβαρύνθη τα καθημερινά σκάνδαλα, και αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις την Μονήν του Σουκά, εις την οποίαν διέμεινε πολλά έτη διακονών εις πολλάς διακονίας, εις τας οποίας εφάνη η πολλή του υπομονή και άκρα ταπείνωσις, και εδέχθη και το αξίωμα της ιερωσύνης ότε ήτο τεσσαράκοντα ετών· λέγουσι δε περί αυτού, ότι όχι μόνον δεν άφηνε να επιδύση ο ήλιος επί τω παροργισμώ του αδελφού του, αλλά και ούτε εθυμώθη ποτέ καθ’ όλου, ούτε ημέρα τον είδε ποτέ τρώγοντα. Κατά δε το εβδομηκοστόν έβδομον έτος της ηλικίας του, αφήσας το Μοναστήριον, ανεχώρησεν ο μακάριος Κυριακός εις την έρημον του Νατουφά, ακολουθούμενος υπό ενός υποτακτικού του. Επειδή όμως δεν εύρον ουδεμίαν τροφήν να παρηγορήσωσι την ανάγκην της φύσεως, εδεήθη του Θεού ο Κυριακός να γλυκάνη βότανα τινα, ονομαζόμενα σκιλλοκρόμμυδα και στραφείς προς τον μαθητήν του είπε· «Μάζευσε, τέκνον, αυτά τα βότανα, και βαλών άλας βράσε αυτά και ευλογητός ο Θεός, όστις θα μας χορτάση δι’ αυτών». Και ο Θεός επήκουσε της δεήσεώς του, και μετέβαλε την φυσικήν πικρίαν των βοτάνων εκείνων εις γλυκύτητα, κι ετρέφοντο οι μακάριοι δια των σκιλλοκρομμύδων επί τέσσαρα έτη. Αλλά καθώς λέγει ο θείος Δαβίδ· «Ουκ εγκαταλείψει Κύριος τους Οσίους αυτού». Διότι άνθρωπος τις εκ της χώρας των Θεκώων εκεί πλησίον, ακούων τας πράξεις του Κυριακού, εφόρτωσε το ζώον του άρτους ζεστούς και τους επήγεν εις τον Όσιον, προς τροφοδοσίαν αμφοτέρων. Ο δε μαθητής του ημέραν τινά, χωρίς να του είπη ο Όσιος, έβρασε πάλιν σκιλλοκρόμμυδα, και φαγών αυτά κρυφίως δεν υπέφερε την πικρότητά των, και ευθύς εσβέσθη η δύναμίς του και η φωνή του, και εκείτετο ως νεκρός· ο δε θείος Κυριακός προσευξάμενος υπέρ αυτού προς Κύριον τον ανέστησε, και μεταλαμβάνων αυτόν τα θεία μυστήρια υγιά εποίησεν. Αφού δε εξηντλήθησαν οι άρτοι, τους οποίους είχον, πάλιν διέταξεν ο Όσιος να βράση τα πρώτα εκείνα πικρά σκιλλοκρόμμυδα, και πάλιν ετρέφοντο δι’ εκείνων. Το δε πέμπτον έτος, καθ’ ον ησύχαζεν ο Όσιος εκεί, άνθρωπος τις από της άνωθεν χώρας των Θεκώων, έχων υιόν βασανιζόμενον υπό δαιμονίου χαλεπού, έφερεν αυτόν εις τον Άγιον, δεόμενος θερμώς να τον ελεήση· ο δε Όσιος, προσευξάμενος και χρίσας αυτόν ελαίω σταυροειδώς, τον ηλευθέρωσε της πικράς εκείνης μανίας. Ακουσθείσης δε της φήμης τούτου του θαύματος απανταχού, ήρχοντο πολλοί προς τον Όσιον, και τον ανησύχουν εις την προσευχήν του· δια τούτο έφυγεν εις την εσωτέραν έρημον του Ρουβά, και ετρέφετο εκεί πέντε έτη από ρίζας μελαγρίων, και από βλαστούς και κορυφάς βοτάνων, ως με βασιλικά φαγητά. Αλλ’ η χάρις των θαυμάτων του Οσίου και ταύτην την έρημον ως πόλιν απέδειξε· διότι όσοι είχον δαιμόνια ή άλλας ασθενείας έτρεχον προθύμως εις τον Όσιον, και ουδείς επέστρεφεν οπίσω λυπούμενος ή άπρακτος· και πάλιν βαρυνόμενος ο Όσιος Κυριακός δια το πλήθος των προσερχομένων, κατέφυγεν εις τα βαθύτατα και ενδότατα της ερήμου, εκεί όπου δεν επάτησε ποτέ ουδείς, εις το λεγόμενον Σουσακείμ. Αλλά και εκεί η χάρις του Οσίου και η πολλή πίστις των ευσεβών δεν τον άφηνον ανενόχλητον· διότι διατρίβοντος εκεί επί επταετίαν, συνέβη θανατικόν εις τους πλησίον τόπους· όθεν φοβηθέντες οι Μοναχοί της Λαύρας του Σουκά έδραμον προς τον Όσιον, δεόμενοι μετά κλαυθμών ίνα επανακάμψη μεθ’ εαυτών εις την Λαύραν και έχωσιν αυτόν βοήθειαν εις το θανατικόν· τους ελυπήθη όθεν η αγαθή και φιλάνθρωπος εκείνη ψυχή και επανήλθεν εις την Λαύραν, διαμείνας δε πέντε έτη εν τω κελλίω του μακαρίου Χαρίτωνος, επολέμησεν ανδρικώτατα εκείνους, οι οποίοι εφρόνουν τα δόγματα του Ωριγένους και τους ενίκησεν. Κατά την εποχήν εκείνην επήγεν από την Λαύραν του Μεγάλου Ευθυμίου εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα και ο θαυμάσιος Κύριλλος, εκείνος όστις έγραψε τους Βίους των Αγίων Σάββα και Ευθυμίου, ίνα ίδη τον Επίσκοπον Ιωάννην τον Ησυχαστήν, ο οποίος τον απέστειλε με γράμματα εις τον μακάριον τούτον Κυριακόν, δια να παρακαλέση τον Θεόν όπως νικηθούν οι αιρετικοί. Φθάσας λοιπόν ο Κύριλλος εις τον Όσιον Κυριακόν, του έδωσε την επιστολήν· ο δε αναγνώσας εδάκρυσεν από καρδίας και είπεν· «Ειπέ εις εκείνον, ο οποίος σε έστειλε, να μη λυπήται, διότι τάχιστα θα λάβωσι κακόν θάνατον και ο Νόννος και ο Λεόντιος και οι πρώτοι της αιρέσεως, οι δε ακόλουθοί των θα καταισχυνθώσι· και πάλιν η Εκκλησία θα ίδη ειρήνην και ανάπαυσιν, και ειπέ του ότι πολύ επεμελήθησαν να πλανήσωσι και εμέ τον ταπεινόν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, διότι και όψις θεία μοι εφάνη και μοι εφανέρωσε την ακαθαρσίαν της αιρέσεώς των· και όχι μόνον εγώ ενίκησα την πονηρίαν των, Χάριτι Χριστού, αλλά και όλοι οι Μοναχοί της Μονής του Σουκά δια μέσου της συμβουλής μου». Μαθών δε ότι ο Κύριλλος ήτο από την Μονήν του Μεγάλου Ευθυμίου, του είπε περιχαρώς: «Ιδού, όπου είσαι και συγκοινοβιώτης μας, αδελφέ», και του διηγείτο περί του βίου του μακαρίου Ευθυμίου και του Σάββα καταλεπτώς, καθώς εκείνος ύστερον έγραψεν. Ούτω λοιπόν ο θείος Κυριακός ευφραίνων αυτόν με τοιαύτα διηγήματα τον απέλυσεν εν Κυρίω, εις ολίγον δε καιρόν έλαβε τέλος η πρόρρησις του Αγίου και ηφανίσθησαν οι αιρετικοί. Επειδή δε και πάλιν ήρχοντο πολλοί εις τον θείον Κυριακόν και του έδιδον ενόχλησιν, δια τούτο ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις τον Σουσακείμ, ων τότε ενενήκοντα εννέα ετών. Εις δε το όγδοον έτος της εκεί διαμονής του Κυριακού, επεθύμησεν ο Κύριλλος να τον ίδη· όθεν ελθών εις την Λαύραν του Σουκά, και ευρών τον μαθητήν του Οσίου, Ιωάννην, τον επήρε και επήγαν εις του Σουσακείμ, όπερ απείχε δεκατρία μίλια. Αφού δε επλησίασαν, τους απήντησεν εις λέων μέγας και φοβερός, και ευθύς ο Κύριλλος ετρόμαξε και εφοβήθη. Ο δε Ιωάννης του είπε· «Μη φοβού»· και ο λέων, ευθύς ως τους είδεν ότι επορεύοντο προς τον Όσιον, παρεμέρισε και επέρασαν αβλαβείς. Τούτους ιδούσα η ιερά εκείνη κεφαλή υπερεχάρη και είπε χαριέντως· «Ιδού και ο συγκοινοβιώτης μου Κύριλλος». Ο δε μαθητής Ιωάννης είπε και αυτός χαριέντως· «Αλλ’ ο λέων, Πάτερ, κατά πολλά τον εφόβισε, και δειλόν φανερώς τον απέδειξεν». Η δε ιλαρά γαληνιαία εκείνη ψυχή είπεν· «Αλλ’ όμως μη φοβείσαι, τέκνον, διότι ούτος ο λέων εδώ ευρίσκεται φύλαξ επιτήδειος των λαχάνων, και δεν αφήνει κανέν θηρίον να βλάψη αυτά». Κατόπιν τους διηγήθη πολλάς αρετάς των της ερήμου Πατέρων, δι’ ων παρεκίνησε και εστερέωσεν αυτούς κατά πολλά εις τον ζήλον της αρετής· έπειτα τους έβαλε και τράπεζαν, και ιδού έφθασε και ο λέων, και ο μεν Όσιος του έδωκεν ιδιοχείρως άρτον και τον έστειλε ν φυλάττη τα λάχανα, προς δε τους καθεζομένους είπε· «Καλόν φύλακα έχω, τέκνα, του κήπου, διότι ούτε άρκτον αφήνει, ούτε κανέν άλλο θηρίον να τον βλάψη, ούτε ληστήν, ούτε βάρβαρον». Έμειναν λοιπόν εκείνοι όλην την ημέραν και απήλαυσαν την διδασκαλίαν και ωφέλειαν των λόγων του, την δε άλλην ημέραν ευλογήσας αυτούς απέστειλεν εν ειρήνη. Ο δε λέων τους έκαμε πάλιν τόπον και επέστρεψαν εις τα ίδια χαίροντες. Επειδή δε ποτε έγινε μεγάλη ξηρασία, και δεν υπήρχε παντάπασιν ύδωρ, προσηύξατο εις τον Θεόν περί τούτου ο Όσιος και ευθύς εφάνη νέφος άνωθέν του και έβρεξεν ύδωρ πολύ, ώστε εγέμισαν αι στάμναι και τα κοιλώματα των πετρών, το οποίον έφθασεν αρκετά τον Όσιον. Καλόν δε είναι να διηγηθώμεν και τούτο: Εν ω ποτε απήρχοντο δύο μαθηταί του προς επίσκεψίν του, είδον κατά την οδόν ομοίωμα ανθρώπου· νομίσαντες δε ότι είναι ούτος Αναχωρητής (διότι πολλοί κατώκουν τότε την έρημον) έδραμον προς αυτόν, και πλησιάσαντες είδον σπήλαιον υποκάτω της γης, ο δε φανείς εκρύβη ένδον· ούτοι δε έμενον έξωθεν ζητούντες την ευλογίαν του. Εκείνος δε είπε· «Τι  με θέλετε; Διότι εγώ είμαι γυνή, αλλά που υπάγετε»; Οι δε είπον· «Προς τον Αναχωρητήν Κυριακόν· αλλ’ ειπέ μας πως ονομάζεσαι, και πως και διατί ήλθες ενταύθα»; Η δε είπε· «Τώρα υπάγετε, και όταν γυρίσητε θα σας το είπω». Εκείνοι δε, επειδή δεν ήθελον να ναχωρήσωσιν, είπεν εις αυτούς· «Εγώ μεν λέγομαι Μαρία· η δε τέχνη μου ήτο να τραγουδώ· όθεν εσκανδάλιζον πολλών ψυχάς· παρεκάλουν λοιπόν τον Θεόν να με ελευθερώση από τας παγίδας του πονηρού, και ημέραν τινά κατανυγείσα κατέβην εις τον Σιλωάμ, και γεμίσασα τούτο το αγγείον νερόν, και βαλούσα εις την σπυρίδα ταύτην όσπρια, ήλθον ενταύθα, τα οποία ως βλέπετε δεν ωλιγόστευσαν έως τώρα, αλλ’ ούτε άνθρωπον είδον από τότε· πλην υπάγετε σεις τώρα, και πάλιν γυρίσατε απ’ εδώ να με ίδητε». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι ανεχώρησαν και ελθόντες εις τον μακάριον Κυριακόν του είπον άπαντα. Ο δε εθαύμασε κατά το πρέπον και τους είπε και αυτός εις την επιστροφήν των να υπάγουν να την ίδουν· εκείνοι δε επιστρέψαντες, την εύρον νεκράν κειμένην εν τω σπηλαίω. Ελθόντες λοιπόν εις την Λαύραν του Σουκά, και λαβόντες τα προς ταφήν επιτήδεια, εγύρισαν εις το σπήλαιον, και τελέσαντες τα συνήθη, ενεταφίασαν το τίμιον λείψανον ένδον του σπηλαίου. Αλλά ας έλθωμεν εις τον λόγον μας. Αφού έκαμε λοιπόν οκτώ έτη εις τον Σουσακείμ ο μακάριος Κυριακός, και εσβέσθη τελείως η αίρεσις του Ωριγένους, ήλθον οι Μοναχοί της Λαύρας του Σουκά και τον επήγαν εις το σπήλαιον του Μεγάλου Χαρίτωνος, εις το οποίον μετέβαινε συχνά και ο μακάριος Κύριλλος ο τους Βίους συγγράψας των μεγάλων Οσίων Ευθυμίου και Σάββα, οδηγούμενος υπό του Οσίου Κυριακού, από τον οποίον και ελάμβανε μεγάλην ωφέλειαν και προκοπήν εις την αρετήν. Έζησε λοιπόν ο μέγας ούτος Κυριακός εκατόν οκτώ έτη, και μέχρι τέλους δεν συγκατέβη από την συνήθη του άσκησιν. Διότι όταν ήλθεν εις την Αγίαν Πόλιν ήτο δέκα οκτώ ετών· διέτριψε δε πλησίον του Αγίου Γερασίμου του εν Ιορδάνη εννέα έτη, δέκα εις την Μονήν του Μεγάλου Ευθυμίου, τριάκοντα εννέα εις την Λαύραν του Σουκά υπηρετών τους αδελφούς, πέντε εις την έρημον Νατουφά από σκιλλοκρόμμυδα τρεφόμενος, άλλα πέντε εις του Ρουβά· εις τον Σουσακείμ επτά πρώτον, είτα εν τω σπηλαίω του Αγίου Χαρίτωνος πέντε· και πάλιν εις του Σουσακείμ οκτώ· κι πάλιν νέβη εις το σπήλαιον του Αγίου Χαρίτωνος δύο έτη προ της τελειώσεώς του. Και όμως εις τόσον βαθύ γήρας φθάσας, δεν έλειψε παντάπασιν από την στάσιν των θείων ύμνων, και την υπηρεσίαν των προσερχομένων εις αυτόν. Ήτο δε ο Άγιος ούτος πράος, ευκολοπλησίαστος,  ιλαρός και γλυκύς, καταδεκτικόα, προλέγων τα μέλλοντα εκ θείας αποκαλύψεως, μεγαλόσωμος, έχων και κάποιαν ωραιότητα και φυσικήν χάριν, υψηλός, όρθιος κατά τον λαιμόν και το σώμα, διδασκαλικός τον τρόπον και την πίστιν ορθοδοξότατος, και διετήρει όλα τα μέλη του σώματος υγιά χωρίς καμμίαν βλάβην την από των γηρατείων προξενουμένην. Ασθενήσας δε ολίγον, ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις τον ποθούμενον Κύριον Ιησούν. Και τώρα είναι εις την ανάπαυσιν των Δικαίων, εις την λαμπρότητα των γγέλων, βλέπων όσα πάντοτε επόθει, και όλην την έλλαμψιν της Αγίας Τριάδος εισδεχόμενος, εν Αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω ανάρχω Πατρί, και τω Παναγίω και ζωοποιώ Πνεύματι, δίξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΡΚΟΥ του ποιμένος, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΑΛΦΕΙΟΥ και ΖΩΣΙΜΟΥ των αυταδέλφων, ΝΙΚΩΝΟΣ, ΝΕΩΝΟΣ, ΗΛΙΟΔΩΡΟΥ και των λοιπών ΠΑΡΘΕΝΩΝ και ΠΑΙΔΩΝ.

Εις τας Παρθένους και τους Παίδας.                                                                                             
Μάρκος ο Άγιος Μάρτυς ως και οι λοιποί συν αυτώ αθλήσαντες Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, ηγεμονεύοντος του Μάγνου εν τη πόλει Πισιδίας, εν έτει 290. Ο δε μακάριος ούτος ήτο ποιμήν προβάτων, έχων τας τρίχας της κεφαλής του λευκάς, δασείας και φθανούσας έως εις τας πτέρνας των ποδών του. Επειδή δε εφανερώθη ότι είναι Χριστιανός, δια τούτο παρευθύς εκρεμάσθη υψηλά και εξεσχίσθη. Έπειτα επέμφθη εις την Κλαυδιούπολιν. Εκεί δε εκλήθησαν τρεις χαλκείς δια να κατασκευάσωσι δεσμά σιδηρά, ίνα δι’ αυτών δεσμευθή ο Άγιος. Ήλθον λοιπόν τρεις αδελφοί, Αλέξανδρος, Αλφειός και Ζώσιμος, οίτινες κατώκουν εις χωρίον ονομαζόμενον Κατάλυτον, και ήσαν τεχνίται επί της εργασίας του σιδήρου, ήτοι σιδηρουργοί. Καθώς όμως ούτοι ήρχισαν κτυπώντες με την σφύραν τον σίδηρον, ούτος έτρεχεν ως ύδωρ, και αι χείρες αυτών αιμωδίαζον και παρελύοντο. Όθεν εξεπλάγησαν δια το θαυμάσιον αυτό. Είτα ήκουσαν φωνήν, η οποία παρεκίνει αυτούς να μαρτυρήσωσιν ομού με τον ΄Αγιον Μάρκον· διο και δεν ημέλησαν οι ευλογημένοι, αλλά παρευθύς ωμολόγησαν εαυτούς Χριστιανούς. Δια τούτο ετιμωρήθησαν ευθύς με στρέβλας, και εδέχθησαν εις το στόμα των μόλυβδον βεβρασμένον. Είτα εκαρφώθησαν επάνω εις πέτραν και ούτω με την βάσανον ταύτην παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Ο δε Άγιος Μάρκος, υποδεθείς σιδηρά υποδήματα και δαρείς αρκετά, είτα τρυπηθείς με σουβλία, και την γλώσσαν κοπείς, και επάνω εις πέτραν καρφωθείς, απετμήθη την κεφαλήν. Ομοίως και ο Νίκων και ο Ηλιόδωρος και ο Νέων κρατηθέντες ομού με Παιδία και Παρθένους πολλάς, απεκεφαλίσθησαν εις τόπον καλούμενον Μωρομίλιον. Και ούτως έλαβον οι μακάριοι όλοι ομού τους αφθάρτους στεφάνους της αθλήσεως. 

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

O Προφήτης Βαρούχ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Δικαίου και Προφήτου ΒΑΡΟΥΧ.                                                  

Βαρούχ ο Δίκαιος και Προφήτης κατήγετο εκ της φυλής του Ιούδα ακμάσας περί το χστ΄ (606) π. Χ. Ο πατήρ του εκαλείτο Νήριος είχε δε και αδελφόν ονόματι Σαραίον, όστις ήτο αυλικός του βασιλέως Σεδεκίου· διδάσκαλον δε είχε τον μέγαν Προφήτην Ιερεμίαν. Τόσον δε πολύ ηγαπάτο από εκείνον, ώστε ενομίζετο πνοή και ανάπαυσις του Ιερεμίου. Και οι δύο ομού εγνωρίζοντο ως μία ψυχή, ηνωμένη εις δύο ιδιαίτερα σώματα, επειδή ένα και τον αυτόν αρχηγόν και ταξίαρχον είχον, το Πνεύμα το Άγιον· πλην ο Βαρούχ καθαρώτερα και φανερώτερα εκελάδησε τα περί της ενσάρκου του Κυρίου οικονομίας, λέγων· «Ούτος ο Θεός ημών ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν… Μετά τούτο επί τηε γης ώφθη, και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» και τα εξής (Βαρούχ γ: 35-37 ). Δύναται δε να εύρη και άλλα τούτου ρητά όστις φιλοπόνως αναγινώσκει την παλαιάν Γραφήν, τα οποία αποδεικνύουσι και παριστάνουσι καθαρώς ότι ο Βαρούχ είναι Προφήτης. Ούτος λοιπόν, θεοφιλώς πολιτευσάμενος, εν ειρήνη την ψυχήν του τω Κυρίω παρέδωκεν. 

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ

Τη ΚΗ΄  (28η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ, διασωθέντος από του μαρτυρικού τέλους εν έτει από Χριστού 276.                                                                                                                                          

Χαρίτων ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη εις το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, εις το οποίον και ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ανδρωθείς δε εγένετο περιβόητος δια την ευσέβειαν και την αρετήν του και κατέστη πρώτος της πόλεως ταύτης. Κατά την εποχήν εκείνην (σο΄ - σοστ΄ ) (270-276) εβασίλευεν εν Ρώμη ο Αυρηλιανός, όστις κατ’ αρχάς μεν της βασιλείας του, αν και ήτο ειδωλολάτρης, όμως δεν ημπόδιζε τους Χριστιανούς να προσκυνώσι τον αληθινόν Θεόν· κατόπιν όμως παρακινηθείς από τους δαίμονας, τους οποίους ελάτρευεν, εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, και εις όλας τας επαρχίας της βασιλείας του έστειλεν ασεβή προστάγματα, κελεύοντα τους εξουσιαστάς μεθ’ όλης της δυνατής προσπαθείας να καταπείσωσι τους Χριστιανούς να αρνηθώσι την πίστιν του Χριστού και να επιστρέψωσιν εις την πλάνην της ειδωλολατρίας, τους δε μη υποτασσομένους εις τα ασεβή προστάγματά του να παιδεύωσι διαφοροτρόπως, και τέλος επονειδίστως να τους θανατώνωσι. Τα βασιλικά ταύτα διατάγματα έφθασαν και εις το Ικόνιον· όθεν συλληφθείς και ο Άγιος Χαρίτων ωδηγήθη από τους στρατιώτας έμπροσθεν του βασιλικού κριτηρίου. Παρασταθείς δε εις τον ύπατον, ήτοι εις τον δεύτερον μετά τον βασιλέα, και ερωτώμενος υπ’ αυτού πως ονομάζεται, και τι πιστεύει, αποκρίνεται, ότι ονομάζεται Χαρίτων και πιστεύει εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν· και πάλιν ερωτώμενος, διατί εναντιούται εις τα προστάγματα του βασιλέως και δεν καταπείθεται να θυσιάση εις τους αθανάτους θεούς, αποκρίνεται ευπαρρησιάστως· «Εγώ δεν σέβομαι τα σεβάσματά σας, διότι αυτά δεν είναι τη αληθεία θεοί, αλλά πονηροί δαίμονες και δολερώς σας καταπείθουσι να τους νομίζετε θεούς, δια δύο αίτια· πρώτον μεν, δια να δοξάζωνται αυτοί οι ψεύσται με την ένδοξον ονομασίαν της θεότητος, διότι χαίρονται πολύ να τιμώνται ως θεοί, ως φύσει άκρως υπερήφανοι· δεύτερον δε δια να σύρουν μαζί των και τους προσκυνητάς των εις το άσβεστον πυρ της κολάσεως». Ακούσας ταύτα ο κριτής, του είπεν: «Έπρεπεν, ω Χαρίτων, να θυμωθώ τώρα πολλά και να σου δώσω παρευθύς την μεγίστην παίδευσιν, διότι εβλασφήμησας εις τους θεούς· όμως επειδή και αυτοί είναι μακρόθυμοι και αμνησίκακοι, αυτούς μιμούμενος και εγώ, σε συμβουλεύω να προκρίνης το συμφερώτερόν σου και να θυσιάσης εις τους θεούς, δια να απολαύσης μεγάλην τιμήν και ευτυχίαν από τον βασιλέα». Ο δε γενναίος στρατιώτης του Χριστού απεκρίθη: «Ω δικαστά, εάν αυτά τα κωφά και άψυχα ξόανα είναι θεοί, δεν κάμνεις καλά να μακροθυμής δια τας ύβρεις, τας οποίας τους λέγω· ει δε και δεν είναι θεοί, καθώς και τη αληθεία δεν είναι, ματαίως κοπιάζεις παρακινών με να κάμω παράνομα πράγματα· διότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θα αρνηθώ ποτέ τον ζώντα αληθινόν Θεόν, και να λατρεύσω τους μιαρούς δαίμονας· διότι είμαι ακόλουθος και μιμητής της περιφήμου εκείνης Θέκλης της Πρωτομάρτυρος, η οποία ως άλλος ήλιος λάμπει με τας ακτίνας του Μαρτυρίου εις ταύτην την πόλιν των Ικονιέων· ομοίως είμαι και μαθητής του μεγάλου κήρυκος της ευσεβείας Παύλου, του παρακινήσαντος ενθέως αυτήν την Θέκλαν να υπομείνη τα βάσανα του Μαρτυρίου, δια την αγάπην του Χριστού· όθεν και εγώ σήμερον εμπρός εις όλους λέγω, κατά τον θείον Παύλον: «Ποίον πράγμα δύναται να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός, ή πείνα, ή αρπαγή των υπαρχόντων, ή κίνδυνος ή μάχαιρα, ή άλλο τι κακόν, ή καλόν από τα ανθρώπινα; Όχι! κανέν τοιούτον δεν θα με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου». Ο δε εξουσιαστής, επιθυμών να ελκύση εις εαυτόν τον θείον Χαρίτωνα, του λέγει με πραείαν φωνήν: «Ω καλέ Χαρίτων, εάν τα σεβάσματά μας δεν είναι θεοί, καθώς συ λέγεις, πως οι σεβαστοί βασιλείς, οι προσκυνούντες αυτά και πιστεύοντες ως και ημείς οι εξουσιασταί, απολαμβάνομεν παρ’ αυτών πάσαν δόξαν και ευτυχίαν»; Ο δε Μάρτυς είπε: «Πολλά πεπλανημένοι είσθε σεις οι ειδωλολάτραι, ομολογούντες ότι είναι θεοί τα γλυπτά ξόανα, τα κατεσκευασμένα από τας χείρας των ανθρώπων, τα οποία δεν μετέχουσι παντελώς ούτε από λόγον και νουν ούτε από ζώσαν αίσθησιν· καθώς το λέγει η δική μας Αγία Γραφή, ότι «τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων. Στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν, οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται. Ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται, ουδέ γαρ εστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». (Ψαλμ. ρλθ: ιε-ιθ). Εάν αμφιβάλλης, ω δικαστά, ότι δεν είναι αληθή αυτά τα οποία είπον, δοκίμασε πραγματικώς, δια να βεβαιωθής· βάλε πυράν εις τα είδωλα, πρόσταξε να συντρίψωσι τα σκέλη των, και τότε θα πληροφορηθής δια της δοκιμής σου, ότι είναι παντελώς αναίσθητα και δεν δύνανται να σαλεύσωσιν ή να λλήσωσιν ή να βλάψωσιν εκείνους οι οποίοι τα αφανίζουσιν». Εις τους λόγους τούτους του Αγίου εθυμώθη πολλά ο παράνομος κριτής και προστάττει να γυμνωθή ο Άγιος και να τανυσθή κατά γης από τα τέσσαρα μέρη των χειρών και των ποδών, και να δαρή με βούνευρα, και η προσταγή του έγινε παρευθύς έργον. Εν τούτω δε τω μεταξύ ο θηριώδης τύραννος έλεγε προς τον Μάρτυρα: «Θυσιάζεις εις τους θεούς, ή θέλεις να σωρευθώσιν ακόμη εις το σώμα σου περισσότεροι ραβδισμοί»; Ο δε καρτερόψυχος Αθλητής τού απεκρίθη· «Όχι ραβδισμούς, αλλά μυρίους θανάτους, αν είναι δυνατόν, να μου δώσης δια την αγάπην του Ιησού, όλους τους δέχομαι μετά χαράς, παρά να καταδεχθώ να αρνηθώ την θεότητά του και να θυσιάσω εις τα είδωλα». Ακούσας δε ο τύραννος ταύτα, επρόσταξε πάλιν να τον δέρουν περισσότερον. Και τόσον πολύ τον έδειραν οι ραβδούχοι, ώστε εξηφάνισαν όλας του τας σάρκας και εφάνησαν τα σπλάγχνα του, έμεινε δε ο Μάρτυς άφωνος από τους ανυποφόρους ραβδισμούς, εν ω οι φονείς εκείνοι ακόμη τον έδερον· τότε δε είπεν ο εξουσιαστής να τον αφήσουν πλέον, όχι διότι τον ελυπήθη ο θηριόγνωμος, αλλ’ ίνα μη αποθανών, συντόμως απαλλαγή περισσοτέρων βασάνων. Λοιπόν οι υπηρέται τον εσήκωσαν ως ημιθανή και επ’ ώμων αυτόν επάραντες, τον έρριψαν εις την φυλακήν. Και ίνα είπω συντομώτερον, αποσιωπών τας πολλάς του γενναίου ανδραγαθίας, φέρεται πάλιν εις το κριτήριον ο Μάρτυς του Χριστού, υγιής γενόμενος παραδόξως υπό του Κυρίου εις όλον του το συντετριμμένον σώμα εντός της φυλακής. Ο δε ματαιόφρων εξουσιαστής εδοκίμασεν αύθις πρώτον μεν με απατηλάς κολακείας, δεύτερον δε με φρικτάς απειλάς να τον φέρη εις την γνώμην του· αλλ’ επειδή ο Μάρτυς ήτο πλέον στερεώτερος εις την πίστιν του Χριστού, καταγελών τας μωρολογίας του, λαμβάνει πάλιν μεγαλύτερα βάσανα, και κατακαίεται το σώμα με φλογεράς λαμπάδας, και πάλιν κατακλείεται σιδηροδέσμιος εις την φυλακήν. Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός, και ο θεόμαχος βασιλεύς επαιδεύθη δικαίως θεόθεν δι’ όσας ετέλεσε κακίας κατά των Χριστιανών, κάκιστα αποθανών ο παγκάκιστος· ο δε μετ’ αυτόν βασιλεύσας, Τάκιτος ονομαζόμενος, σωφρονισθείς εκ του παθήματος του Αυρηλιανού, και φοβούμενος μήπως καταδιώκων και εκείνος τους Χριστιανούς παιδευθή ως ο προ αυτού, κατέπαυσε τον διωγμόν των Χριστιανών καθ’ όλας τας επαρχίας της βασιλείας του. Τούτο δε έγινε κατ’ οικονομίαν Θεού, ίνα μη θανατωθή ο θείος Χαρίτων, και ζημιωθώσι πολλοί την ωφέλειαν, την οποίαν έμελλον να λάβωσιν ένεκα της μακροημερεύσεώς του· όθεν δια να γίνη τούτο το κοινωφελές καλόν, η θεία πρόνοια, η κυβερνώσα πανσόφως τα πάντα, ωκονόμησε και ελυτρώθη ο Μάρτυς δεσμών τε και φυλακής· διότι το βασιλικόν διάταγμα έδωκεν εις όλους τελείαν ελευθερίαν. Ο δε Άγιος Χαρίτων, αν και δεν έλαβε τον υπέρ Χριστού μαρτυρικόν θάνατον, όμως εβάστασεν επάνω εις το καρτερικόν σώμα του τα νικητικά σημεία και τα στίγματα του Χριστού· όθεν νενεκρωμένος ων σχεδόν εν τη προσκαίρω ταύτη ζωή και ποθών να ζήση εις το εξής μόνος μόνω τω Χριστώ, μετεχειρίσθη μίαν στενήν και ασκητικωτάτην ζωήν. Πλην έπεσε πάλιν εις διαφόρους πειρασμούς· διότι απερχόμενος εις την αγίαν πόλιν των Ιεροσολύμων συνελήφθη υπό κακών και θηριωδών ληστών, οι οποίοι δέσαντες οπίσω τας χείρας του, και βαλόντες εις τον τράχηλόν του σιδηράν άλυσιν, τον έφερον εις το σπήλαιόν των, και αφήσαντες αυτόν εκεί δεδεμένον μετέβησαν εις δημοσίας οδούς, παραφυλάττοντες προς σύλληψιν και άλλων διαβατών. Ο δε θείος Χαρίτων στοχαζόμενος, ότι ο πειρασμός εκείνος συνέβη εις αυτόν κατά συγχώρησιν του Θεού δια το συμφέρον της ψυχής του, πρώτον μεν ηυχαρίστει κατά πολλά τον Θεόν, υπομένων αυτόν μετά χαράς· έπειτα δε στραφείς προς τον πονηρόν διάβολον, τον ωνείδιζε τοιουτοτρόπως: «Ω μιαρέ και ακάθαρτε, δια τι με παρέδωκας εις τούτους τους ληστάς; ίνα με φονεύσωσιν αυτοί ή να με εμποδίσης από του σκοπού μου; Ει μεν σπουδάζης ίνα θανατωθώ, ματαίως κοπιάζεις· διότι το είδες φανερώτατα, ότι εγώ, Χάριτι του Χριστού μου, καταφρονώ τον θάνατον· ει δε θέλης να με αποκόψης από της οδού μου, ίνα μη πολιτευθώ κατά μίμησιν του Χριστού, δεν δύνασαι να κατορθώσης τίποτε, τη βοηθεία του Θεού· επειδή αυτός, ων φύσει αγαθός, ζητεί να ευρίσκη ολίγην πρόφασιν, δια να χαρίζη πλουσιοπάροχα τα αγαθά του εις τους ποθούντας να πολιτεύωνται θεαρέστως». Και ταύτα μεν εμελέτα κατά μόνας ο Άγιος, μία δε έχιδνα φαρμακερά επήγε, χωρίς να την ίδη ο Άγιος, εις εν αγγείον των κλεπτών, γεμάτον οίνον, και εξήμεσεν εντός αυτού όλον το δηλητήριόν της· και όταν επέστρεψαν ούτοι εις το σπήλαιον διψαλέοι, πιόντες το δηλητηριώδες ποτόν εν τω άμα απέθανον όλοι κατά θείαν δίκην, και τοιουτοτρόπως οι κακοί κακώς ετελεύτησαν· ευθύς δε ο θαυμαστός Χαρίτων ελύθη αοράτως από τα δεσμά· και επειδή ο τόπος εκείνος ήτο επιτηδειότατος εις ησυχίαν, έμεινεν εκεί ο Άγιος κληρονομήσας μάλιστα τα κακώς συνηγμένα υπό των ληστών αργύρια, τα οποία οικονομών καλώς εμοίρασε μέρος μεν εις τους πτωχούς και εις τους Οσίους Πατέρας, οίτινες ευρίσκοντο εις την έρημον, δια δε των εναπολειφθέντων ωκοδόμησε το σπήλαιον των ληστών εις ναόν Θεού άγιον, συστήσας εκεί Λαύραν ευαγεστάτην, ήτις επωνομάσθη Φαράν ομού μετά του Ναού της, τον οποίον ενεκαινίασεν ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων, όστις ήτο ο θείος Μακάριος, εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων Πατέρων της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο Όσιος εις το σπήλαιον, έγινε φανερός εις όλους ακουσίως δια την ένθεον πολιτείαν του, και δια τα παράδοξα θαύματα τα οποία έκαμνε καθημερινώς, δι’ ων κατέπειθε πλήθος αναρίθμητον Ελλήνων και Ιουδαίων να δεχθώσι το άγιον Βάπτισμα· πολλοί δε τούτων θαυμάζοντες τους αγώνας και τας αρετάς του ηθέλησαν να τον μιμηθώσι κατά το δυνατόν, και γενόμενοι Μοναχοί υπετάχθησαν εις αυτόν, διότι ήτο τη αληθεία θαύμα εξαίσιον, να βλέπη τις εκείνον τον αξιομακάριστον πως ηγωνίζετο εν ασυγκρίτω προθυμία εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και πως ενόμιζε τρυφήν την εγκράτειαν, και πλούτον αδαπάνητον την ακτημοσύνην, και πως ηγάπα την χαμαικοιτίαν· εις δε τας ολονυκτίους προσευχάς και ψαλμωδίας τόσον πολύ εχαίρετο ο αείμνηστος, ώστε περισσοτέραν ανάπαυσιν εστοχάζετο ότι απελάμβανεν αυτός από των αγρυπνιών του παρά οι φιλόζωοι από της πολυϋπνίας και αναπαύσεώς των επάνω εις τα απαλά στρώματα· και περισσότερον ηυχαριστείτο εκείνος εις το τρίχινόν του φόρεμα, δι’ ου κατέξεε τας μαρτυρικάς πληγάς του, παρά οι φορούντες λαμπρά και μαλακά ιμάτια· διότι η ελπίς της αιωνίου μακαριότητος τον ενεψύχωνε να υπομένη ευχαρίστως τα πάντα, πόνον και κόπον. Ήτο δε ο μακάριος Χαρίτων και πολύ ελεήμων εις τους πτωχούς, και συμπαθής εις τους πταίστας. Φιλόξενος ως ο Αβραάμ, αγαθός, πράος, απλούς, άκακος ως παιδίον, ειρηνικός εις άπαντας, καταδεκτικός, ευπρόσιτος, διδακτικός, πλούσιος εις λόγον και σοφίαν, με τα οποία ηύφραινε τας καρδίας των ακροατών· δια τούτο καθ’ εκάστην έτρεχον οι λαοί προς αυτόν, δια να ακούουν την ψυχοσωτήριον διδασκαλίαν του, και από το πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι συνήγοντο εκείσε, η έρημος επολίσθη και ο Άγιος έγινε πολιστής της ερήμου. Βλέπων ο Όσιος, ότι από την πολλήν ταραχήν του συντρέχοντος πλήθους ημποδίζετο από την ησυχίαν και την θείαν συνομιλίαν, και το περισσότερον, σπουδάζων να φύγη την εξ ανθρώπων δόξαν (διότι εγνώριζεν ότι αύτη δύναται να ανεμολικμίση και να αφανίση πάσαν αρετήν), απεφάσισε να αναχωρήση εκείθεν· όθεν παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του όλα τα χρειαζόμενα εις την μοναδικήν πολιτείαν, ήτοι τους διώρισε να τρώγουν άπαξ της ημέρας μετά τον εσπερινόν, και να μη τρώγουν πολύ χορταστικά, αλλά να απέχουν από το φαγητόν, όταν το ζητή ακόμη η όρεξίς των, και η τροφή των να είναι άρτος, το δε άλας προσφάγιον· και ως ποτόν να μεταχειρίζωνται το καθαρόν ύδωρ, αλλά μετά εγκρατείς, δια την ζητουμένην απάθειαν· τους διώρισεν ακόμη και καιρόν δια την ψαλμωδίαν και προσευχήν, τόσον εις τας διωρισμένας ώρας της ημέρας, όσον και τας της νυκτός. Τους παρήγγειλεν ωσαύτως να έχωσι μίσος κατά της αργίας, ως μητρός πάσης κακίας, και έργον εις τας χείρας των παντοτεινόν κατά το ψαλμικόν εκείνο ρητόν του Προφητάνακτος Δαβίδ: «Όλην την ημέραν  διεπέτασα προς σε (τον Θεόν μου) τας χείρας μου» (Ψαλμ. πζ΄ (87), 10), ήτοι να προσεύχωνται πάντοτε δια της υψώσεως των χειρών των. Εάν δε ο κοινός εχθρός σπείρη εις την καρδίαν των, ως ζιζάνιον, κανένα κακόν λογισμόν, τους έλεγε να τον αποκόπτωσιν εκ καρδίας δια της νηστείας και της θεϊκής μαχαίρας της ακαταπαύστου προσευχής, ίνα μη εύρη τόπον αναπαύσεως εις την καρδίαν των και γεννήση φαρμακερόν καρπόν ηδυπαθείας· «Τούτο γαρ το γένος (των δαιμονικών λογισμών) ουκ εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ: 21), λέγει ο Κύριος. Τους παρήγγειλε και τούτο: Να μη εξαποστέλλωσι με κενάς χείρας τους πτωχούς τους ερχομένους εις την θύραν του Μοναστηρίου, ίνα μη λαθόντες ποτέ παραβλέψωσιν αυτόν τον Χριστόν, ενδεδυμένον πολλάκις το σχήμα των πτωχών και ερχόμενον προς δοκιμήν ημών. Αφού λοιπόν τους διέταξε τοιουτοτρόπως και κοινή ψήφω και γνώμη όλης της αδελφότητος διώρισεν Ηγούμενον τον εναρετώτατον και εμπειρότατον κατά πάντα, ητοιμάζετο ν’ αναχωρήση. Οι δε αδελφοί, μη υποφέροντες την στέρησίν του, ελυπούντο άκρως, παρακαλούντες αυτόν μετά θερμών δακρύων, να μη χωρισθή απ’ αυτών· αλλά δεν τους υπήκουσε· διότι απέβλεπεν εις μόνον το συμφέρον της ψυχής αυτού τε και αυτών· όθεν τους παρηγόρει ως εξής: «Μη λυπείσθε, τέκνα μου, δια τον χωρισμόν μου· διότι, εάν εγώ αναχωρήσω απ’ εδώ, δεν έρχεται πλέον κανείς να με ζητή και να ενοχλή και σας, και η αναχώρησίς μου θα γίνη ωφέλιμος και εις εμέ και εις σας· διότι τόσον εγώ, όσον και σεις, έχομεν να ησυχάσωμεν πλέον εις τα κελλία μας και να καρποφορήσωμεν συν Θεώ το μέλι της αρετής». Λοιπόν ασπασθείς αυτούς και παραδώσας εις τον Δεσπότην Χριστόν , ανεχώρησε· περιπατήσας δε μιας ημέρας οδόν, εύρε κτά την Ιεριχώ εν σπήλαιον έρημον και καταλληλότατον εις ησυχίαν, και έμεινεν εκεί κεκρυμμένος πολύν καιρόν και παντελώς άγνωστος, τρώγων τα τυχόντα χόρτα της γης και μετά μόνου του Θεού συνομιλών. Ο πανάγαθος όμως Θεός ο Σωτήρ του κόσμου δεν άφησε κεκρυμμένον τον θησαυρόν, αλλ’ εφανέρωσεν εις τον κόσμον τον δούλον του, δια μέσου των θαυμάτων τα οποία εθαυματούργει δι’ αυτού, ιατρεύων διάφορα πάθη σωματικά και ψυχικά. Επειδή λοιπόν πολλοί των θεραπευομένων, βλέποντες την κατά Θεόν πολιτείαν του και ακούοντες τας ψυχωφελείς νουθεσίας του, ηθέλησαν και ηρνήθησαν τον κόσμον και τα του κόσμου, και γενόμενοι Μοναχοί έμειναν μετ’ αυτού, δια τούτο ίδρυσε και εκεί δευτέραν Λαύραν, την οποίαν επλάτυνε κατόπιν ο Ελπίδιος, ο ευδοκιμήσας πολύ εις τα ασκητικά κατορθώματα, και επονομασθείς και Δούκας· διότι κάποιος Δούκας υπερησπίζετο ταύτην την Ιεράν Λαύραν, και ημπόδιζε τας καταδρομάς, όσας εκίνουν κατ’ αυτής οι τότε γειτονεύοντες Εβραίοι, κατοικούντες το χωρίον το καλούμενον Νοερόν, οι οποίοι υπό του φθόνου κινούμενοι εζήτουν να εξαφανίσωσι το Μοναστήριον. Επειδή όμως συνέτρεχον και εκείσε καθ’ ημέραν πολλοί, και ούτε ο Άγιος, ούτε οι αδελφοί είχον ησυχίαν, δια τούτο, παραγγείλας και εις αυτούς πως πρέπει να πολιτεύωνται, και εγκαταστήσας άξιον επιστάτην και οδηγόν αυτών, ανεχώρησε και από εκεί, και επήγεν εις άλλον τόπον της ερήμου, Θεκώον καλούμενον· διότι ο Κύριος ημών, ζητών πάντων την σωτηρίαν, εξοικονόμει ούτως ώστε να μεταλλάσση ο Άγιος τας κατοικήσεις του, το μεν ίνα τον κάμη πλέον φανερώτερον εις όλους δια την αρετήν του, το δε ίνα πηγαίνοντες προς αυτόν ωφελώνται και άλλοι πολλοί, μάλιστα ειδωλολάτραι, εξ ων άλλοι μεν επίστευον εις τον Χριστόν και εβαπτίζοντο, άλλοι δε ωδηγούντο εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και αφήνοντες την ματαιότητα του κόσμου και τας κοσμικάς φροντίδας εγίνοντο Μοναχοί, σπουδάζοντες να πολιτεύωνται κατά μίμησιν του Οσίου. Δια το πολύ όθεν πλήθος και των εκεί συναχθέντων αδελφών ωκοδόμησε πάλιν και τρίτην Λαύραν, ονομαζομένην Σουκάν. Ένεκα δε της πολλής αγάπης του πάλιν προς την ησυχίαν, διότι εγνώριζεν εκ δοκιμής την γλυκύτητά της, ως συντεινούσης πλείστον εις την απόκτησιν της αρετής, ερευνών εύρεν εν θεόκτιστον σπήλαιον επάνω εις εν βουνόν, κρημνώδες μεν και άβατον, όχι όμως πολύ μακράν της νεοκτίστου Λαύρας, καλούμενον σπήλαιον Κρεμαστόν, καθό υψηλότατον από της γης, εις το οποίον ανέβαινον μόνον δια κλίμακος. Εις αυτό λοιπόν αναβάς ο μεγαλόψυχος Χαρίτων κατώκησεν· ησυχάζων δε εκεί πολύν καιρόν, και μη δυνάμενος δια το γήρας και τους μακροχρονίους κόπους της ασκήσεως να υπηρετήται μόνος του και να κομίζη το ύδωρ, μηδέ θέλων ν’ αναθέση την διακονίαν ταύτην εις μαθητήν του τινά, δια να μη γίνη βαρετός, τι μεθοδεύεται ο θεοχαρίτωτος; Προστρέχει εις τον Θεόν, όστις δύναται να κάμη τα αδύνατα δυνατά, και τα δύσκολα εύκολα, και δια της προσευχής του, ω του θαύματος! ανέβλυσε παρευθύς ύδωρ καθαρώτατον, το οποίον τρέχει έως την σήμερον από μίαν πλευράν του σπηλαίου, και όχι μόνον παρηγορεί την σωματικήν δίψαν, αλλά και ιατρεύει και πάσαν ασθένειαν, και ούτω γίνεται και μαρτυρία ακριβεστάτη της αγιότητος και της παρρησίας, τας οποίας είχεν εις τον Θεόν ο χαριτόβρυτος Άγιος. Ούτω πολιτευόμενος ο Άγιος προεγνώρισε δια θείας αποκαλύψεως την κοίμησιν αυτού· όθεν κατέβη από του σπηλαίου εις την Ιεράν Λαύραν Σουκάν, εκείθεν δε μετά του Ηγουμένου και των αδελφών επήγεν εις το άλλο Μοναστήριον του Ελπιδίου, και συνοδευθείς υπό των ποιμένων τε και των ποιμνίων αμφοτέρων των Μονών, επήγεν εις την Ιερ΄ν Λαύραν Φαράν· και εκεί ένθα έχυσε πρώτον τους ιδρώτας των ασκητικών του παλαισμάτων ηθέλησε να κάμη ύστερον και την διαθήκην του, και να την αφήση ως κληρονομίαν εις όλους τους μαθητάς του, διατάσσων αυτούς τοιουτοτρόπως.


Η  Διαθήκη του Αγίου.                                                                                                         
Επειδή κι έφθασεν ο καιρός της εμής αναλύσεως, εγώ μεν υπάγω προς τον Θεόν, σεις δε, ω τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, σπουδάσατε επιμελέστατα να ετοιμασθήτε καλώς, τώρα όπου έχετε καιρόν, γινώσκοντες ότι μετά θάνατον δεν ωφελεί παντάπασιν η μετάνοια· «Εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια» («Εν τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι»; ) (Ψαλμ. στ: 6). Διότι εν τη μελλούση ζωή είναι ο καιρός της ανταποδόσεως, εις δε την παρούσαν είναι ο καιρός της μετανοίας και των αγώνων προς απόκτησιν της αρετής. Όμως όλα τα λυπηρά και επίπονα του κόσμου τούτου συντόμως εξαφανίζονται, ομοίως και όλα του τα χαροποιά και ηδονικά ταχέως διαφθείρονται και αυτά και εξαφανίζονται· των δε μελλόντων η κληρονομία, τόσον η απόλαυσις των αγαθών, όσον και τα βάσανα της κολάσεως, είναι αιώνια και παντοτεινά. Όθεν σας παραγγέλλω προ πάντων να φυλάττητε ακριβώς την θεοπαράδοτον πίστιν, χωρίς να κλονίζησθε παντελώς ή να σαλεύητε από καιρικής περιστάσεως ή κινδύνου· διότι μετ’ ολίγον καιρόν, καθώς μοι απεκάλυψεν ο Κύριος, μέλλει να γίνη μεγάλη ταραχή εις τας αγίας του Χριστού Εκκλησίας υπό των αιρετικών, οι οποίοι θα παρασύρωσι πολλούς εις τα αιρετικά των φρονήματα· σεις όμως να ίστασθε στερεοί εις τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας και μέχρις αίματος, αν το καλέση ο καιρός και η ανάγκη. Έπειτα να φυλάττητε την ζωήν σας ακατηγόρητον και αμέτοχον πάσης κακίας, και αν δεν εφθάσατε ακόμη εις τούτο, να την καθαρίζητε προθυμότατα πάσαν ημέραν· την δε παρθενίαν και τον αγιασμόν του σώματος να τα φυλάττητε τόσον πολύ, ώστε να γίνησθε ναοί αμόλυντοι, ίνα επιθυμήση ο καθαρώτατος Θεός να κατοικήση εις τας καρδίας σας και να γεμίση τας ψυχάς σας δια του αγιασμού και της ανεκλαλήτου ευωδίας του. Ο θυμός και η οργή είναι μεγαλώτατον κακόν, και κανέν άλλο πάθος δεν βλάπτει τόσον την φιλαδελφίαν, όσον αυτό· σεις δε, ω γνήσια σπλάγχνα μου, να φυλάττητε επιμελέστατα την ομόνοιαν, την ειρήνην, την χριστομίμητον πραότητα και την φιλανθρωπίαν· αν όμως και από πειρασμού του μισοκάλου ακολουθήση καμμίαν φοράν μεταξύ σας σκάνδαλον, σπουδάσατε, όσον δύνασθε, ίνα ανακαλέσητε το ταχύτερον το πάντιμον καλόν της αγάπης και της φιλαδελφίας, ίνα μη τύχη και βασιλεύση ο ήλιος και σας αφήση σκανδαλισμένους και εσκοτισμένους εις το μίσος της μνησικακίας· διότι εάν αποθάνωμεν αίφνης την νύκτα εκείνην, δεν είναι δυνατόν, χωρίς την αγάπην, να ίδωμεν τον ήλιον της δικαιοσύνης, τον Διδάσκαλόν μας Χριστόν, ο οποίος ορίζει εν τω ιερώ Ευαγγελίω: «Εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 35). Εάν δε ο διάβολος, ο ψυχοφθόρος σπορεύς, σπείρη εις τας ψυχάς σας λογισμόν κακής επιθυμίας, σπουδάζετε επιμελέστατα να τον εκριζώνητε παρευθύς και να τον απορρίπτητε μακράν· διότι εάν προφθάσητε συντόμως, θα τον ποδιώξητε ευκόλως· ει δε και τον αφήσητε να πολυκαιρίση εντός της καρδίας σας, δυσκολώτατα θα τον εκριζώσητε. Όπλα δε ίνα πολεμήτε επιτήδεια είναι το να μεταχειρίζησθε την νηστείαν, την προσευχήν, τα δάκρυα και την ενθύμησιν του θανάτου και του ασβέστου πυρός της κολάσεως, επειδή η τοιαύτη ενθύμησις είναι φονεύτρια παντοίου κακού και το ισχυρότατον πάντων των όπλων και φοβερώτατον εις τους εχθρούς μας, είναι το ένδυμα του Ιησού μας, ήτοι η νικοποιός ταπείνωσις, την οποίαν μας προστάττει ο ίδιος επιτακτικώς να μάθωμεν ούτω λέγων· «Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια: 29). Το δε ακίνδυνον καταφύγιον, όπως μη αιχμαλωτιζώμεθα υπό λογισμών χωριζόντων ημάς από του Θεού, είναι η φύλαξις και προσοχή του νοός και όλων των αισθήσεων, και το περισσότερον της οράσεως και της ακοής· διότι δια των δύο τούτων αισθητηρίων εμβαίνουσιν εις την καρδίαν μας όλαι σχεδόν αι κακαί επιθυμίαι· και καθώς λέγει ο Προφήτης Ιερεμίας: «Ότι ανέβη θάνατος δια των θυρίδων υμών» (Ιερεμ. θ: 21), δια της απροσεξίας δηλαδή των θυρίδων, ήτοι των αισθήσεων, εισδύει εντός ημών ο ψυχικός θάνατος. Τιμιώτατον απόκτημα είναι εις τον Μοναχόν η ακτημοσύνη, και πλούτος εις τον ευγενή τη αληθεία και ελεύθερον η απροσπάθεια, και το να μη είναι δεδεμένος εις καμμίαν επιθυμίαν των φθαρτών πραγμάτων, αλλά να μεταχειρίζηται μετρίως την αναγκαίαν χρείαν του σώματος, ως μας συμβουλεύει ο Παύλος: «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. στ: 8), μη γογγύζοντες ακρίτως κατά του ευεργέτου ημών. Το μεγαλώτατον δε κακόν από όλα τα άλλα είναι η υψηλοφροσύνη και υπερηφάνεια, εξαλείφουσα παν ό,τι καλόν έχει ο άνθρωπος· η οποία, αν και τας περισσοτέρας φοράς ακολουθεί φύσει εις τους πλουτούντας από πολλών αρετών, όμως ενίοτε προσκολλάται και εις τον παντέρημον καλών έργων. Αύτη η υπερηφάνεια προξενεί φοβερόν κρημνισμόν εις τον κάτοχον αυτής· δια τούτο και ο θείος Παύλος, δίδων εις ημάς χείρα βοηθείας, μας υποδεικνύει τον τρόπον της εξ αυτής απαλλαγής λέγων· «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση» (Α΄ Κορ. ι: 12). Πρέπει επίσης να προσέχωμεν πολύ να μη κατακρίνωμεν τον αδελφόν μας, αλλά να τον συλλυπώμεθα και να τον διορθώνωμεν· διότι η κατάκρισις είναι γέννημα ψυχής ανθρώπου υπερηφάνου, ο οποίος καταδικάζει δια του λογισμού του όλους τους ανθρώπους, κι ζητεί δια της κατακρίσεως των άλλων να δικαιώση και να δοξάση εαυτόν επί το φαρισαϊκώτερον· «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων…, ή και ως ούτος ο τελώνης» (Λουκά ιη: 11). Αν σοι αρέσκη, αδελφέ, να κρίνης και να εξετάζης, πολύ πλησίον έχεις τον εαυτόν σου, και μη παύσης ποτέ κρίνων και εξετάζων πάντοτε όλα σου τα απόκρυφα, ήτοι τους λογισμούς σου και τους λόγους σου και τα έργα σου, διορθώνων τα σφάλματά σου· διότι εάν κρίνωμεν εδώ τον εαυτόν μας εις την παρούσαν ζωήν και διορθωθώμεν, δεν θα κατακριθώμεν από τον Θεόν εις την άλλην ζωήν, ούτε θα καταδικασθώμεν εις την κόλασιν, κατά τον μακάριον Παύλον λέγοντα· «Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν» (Α΄ Κορινθ. ια: 31-32). Όποιος ωσαύτως κολακεύει έξω από του πρέποντος την κοιλίαν του, ευκόλως κρημνίζεται εις τα σαρκικά πάθη, και λαμβάνει παρ’ αυτής κακήν ανταπόδοσιν· οι κόποι όμως και η αγρυπνία την ατονίζουσι και η νηστεία την καταδαμάζει τελείως, και παρεμποδίζει τα άτακτά της κινήματα· αγαπάτε δε την φιλοξενίαν, μεταχειριζόμενοι αυτήν πάντοτε, διότι είναι έργον θεάρεστον· δεχόμενοι δε ξένους, πλύνετε τους πόδας των, επειδή το νίψιμον των ποδών είναι διακόνημα και εντολή του Χριστού, όστις πρώτος ένιψε τους πόδας των Μαθητών του, προστάξας έπειτα να πράττωμεν και ημείς το αυτό· το οποίον όχι μόνον προξενεί ανάπαυσιν εις τους κεκοπιασμένους, αλλά και δύναται ακόμη να ιατρεύση περισσότερον παντός άλλου επιχειρήματος το βλαπτικώτατον ασθένημα της ψυχής, την κενοδοξίαν. Τα δε καθαρτικά, τα καθαρίζοντα την ψυχήν από των μολυσμών της αμαρτίας, είναι πολλά· ήτοι τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί, η συντριβή της καρδίας, η εξομολόγησις, η νηστεία, η προσευχή, η χαμαικοιτία, και όλα τα άλλα ιατρικά των μετανοούντων· όμως είναι μετρίως κοπιαστικά, αν και προξενούσι πολλήν ωφέλειαν εις τους διακριτικούς. Εν δε μόνον γνωρίζω πολύ μεν ακοπίαστον, αλλά πολύ δυνατόν να καθαρίση τους μολυσμούς της ψυχής· και τούτο είναι το να συμπαθή τις εις τα σφάλματα εκείνων, οι οποίοι του πταίουσι· διότι η συμπάθεια όχι μόνον προξενεί την άφεσιν των αμαρτημάτων εις τον συμπαθούντα, κατά το «Άφετε και αφεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ: 14), αλλά και πολλάκις σωφρονίζει αύτη και τον πταίστην περισσότερον από την παίδευσιν, και από ελεύθερον τον κάμνει δούλον του συμπαθούντος· καθώς λέγουν οι Έλληνες συγγραφείς, ότι: «Η συγγνώμη είναι κρείττων και αμείνων της τιμωρίας». Ταύτα και τα τοιαύτα διδάσκων τους μαθητάς του ο θείος Χαρίτων, τους ηυχήθη εξ ύψους σωτηρίαν ψυχής· έπειτα χωρίς καμμίαν ασθένειαν, ουδέ κανένα πόνον εις τα μέλη του σώματός του, πεσών επάνω εις τον κράββατον και απλώσας τους πόδας του, παρέδωκεν ευθύς την αγίαν του ψυχήν χαίρουσαν εις τους Αγίους Αγγέλους, και ούτω μετέβη εις την ατελεύτητον μακαριότητα, εκεί ένθα διαδέχεται ανάπαυσις ευτυχεστάτη εκείνους, οι οποίοι ίδρωσαν και εκοπίασαν εις τον αμπελώνα του Κυρίου, και περιεπάτησαν την στενήν και τεθλιμμένην οδόν της αρετής. Όσα λοιπόν έργα και θαύματα του αειμνήστου Χαρίτωνος διέφυγον τον πανδαμάτορα χρόνον και την παλαιότητα και την λήθην, αυτά παρεδώκαμεν εις τας φιλομαθείς ακοάς σας, αγαπητοί, δια της παρούσης Βιογραφίας, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος και Βασιλείας· η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.