Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αντώνιος

Τη  Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΝΤΩΝΙΟΥ του Αθηναίου, του εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος δια ξίφους κατά το αψοδ΄ (1774).                                  

Αντώνιος ο Άγιος Νεομάρτυς κατήγετο από τας περιφήμους Αθήνας. Οι γονείς αυτού ήσαν πτωχοί και αφανείς, Δημήτριος και Καλομοίρα ονομαζόμενοι. Ανατραφείς ο Άγιος υπ’ αυτών θεοσεβώς και μαθών τα ιερά γράμματα, ότε έγινε δώδεκα ετών, μη υποφέρων να βλέπη την μεγάλην πτωχείαν των γονέων του, επειδή άλλην τέχνην δεν εγνώριζεν, εδούλευε με μισθόν εις τινας Τουρκαλβανούς, οι οποίοι έτυχον τότε εις τας Αθήνας και με τον μισθόν αυτόν εβοήθει και τους γονείς του. Όταν έγινεν ετών δεκαέξ, ήλθεν ο Ρωσικός στόλος εις την Πελοπόννησον και επειδή οι αυθένται του επήγαν δια να λεηλατήσουν και να αιχμαλωτίσουν τους εν Πελοποννήσω Χριστιανούς, τους ηκολούθησε και ο Αντώνιος. Μεταβάς εκεί ο Άγιος επωλήθη ως αιχμάλωτος από τους κυρίους του Αλβανούς εις τινας Αγαρηνούς εμίρηδες, οι οποίοι, αφ’ ου τον ηγόρασαν, προσεπάθησαν να τον τουρκεύσουν μεταχειρισθέντες διάφορα είδη βασάνων, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Τον επήραν λοιπόν μαζί των εις το στράτευμα το τουρκικόν, το οποίον ευρίσκετο τότε εις τον Δούναβιν ποταμόν και εκεί επωλήθη ο ευλογημένος πεντάκις, από σκληρούς κυρίους, εις άλλους σκληροτέρους, μεταπωλούμενος και μεταγοραζόμενος, όλοι δε ούτοι εδοκίμασαν να ελκύσουν τον Άγιον εις την θρησκείαν των, πότε με κολακείας και υποσχέσεις, πότε με απειλάς και πότε με διαφόρους παιδείας. Αλλ’ εις μάτην εκοπίασαν, επειδή ο γενναίος Αντώνιος ήτο καλώς στερεωμένος εις την ευσέβειαν· τελευταίον δε επωλήθη εις Ορθόδοξον τινα Χριστιανόν, καζάκην την τέχνην, δια γρόσια τετρακόσια, με τον οποίον επήγε μαζί εις Κωνσταντινούπολιν όπου αυτός είχεν οίκον, γυναίκα και εργαστήριον. Εκεί ευρισκόμενος ο Άγιος επήγεν εις Πνευματικόν πατέρα και εξωμολογήθη τας αμαρτίας του και με κατάνυξιν και συντριβήν καρδίας εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου, εις τόπον καλούμενον Τζουμπαλί, και από τότε υπηρέτει προθύμως εις τον κύριόν του ως ευγνώμων δούλος. Εν μια των ημερών βλέπει ο Άγιος ενύπνιον, όπερ τον παρώτρυνε και τον ενεδυνάμωνεν εις Μαρτύριον. Του εφάνη δηλαδή γυνή τις ωραία εις το είδος, ήτις υπέσχετο εις αυτόν, ότι θέλει του δώσει βοήθειαν και δύναμιν εις κάθε κίνδυνον και του έλεγε να μη φοβήται, αλλά να ίσταται ανδρείος· και ταύτα ειπούσα τον εσκέπασε με το ένδυμά της. Εγερθείς ο Αντώνιος διηγήθη το όραμα εις την κυρίαν του και συνεπέρανεν εκ τούτου, ότι έχει να μαρτυρήση δια τον Χριστόν, εκείνη δε του έλεγε να μη πιστεύη εις όνειρα. Πρωϊας γενομένης, επήγεν ο Άγιος εις το εργαστήριον του κυρίου του, κατά την συνήθειαν, εκεί δε όπου εκάθητο, συνέπεσε να διέλθη ο τελευταίος κύριός του Αγαρηνός (όστις ήτο χιλίαρχος)· τον εγνώρισε και παρευθύς ήρχισε να φωνάζη δια τον Άγιον λέγων ψευδώς ότι έφυγεν απ’ αυτόν χωρίς την θέλησίν του και ότι ήτο Τούρκος πρότερον και τώρα έγινε Χριστιανός, παρευθύς δε έφερεν εις τούτο και πολλούς ψευδομάρτυρας· όθεν ορμήσαντες κατ’ επάνω του και κτυπώντες αυτόν ανηλεώς, τον επήγαν εις τον τότε διοικητήν της Ρούμελης, Μουράτ Μουλάν, καταμαρτυρούντες δι’ αυτόν ότι αληθώς ετούρκευσεν. Ο δε κριτής ηρώτησε τον Άγιον, αν είναι αληθή τα κατ’ αυτού λεγόμενα. Τότε ο του Χριστού Μάρτυς, χωρίς τελείως να δειλιάση, με θάρρος απεκρίθη, ότι εγεννήθη από Χριστιανούς γονείς και είναι Χριστιανός και ότι δεν ηρνήθη τον Χριστόν, αλλά μάλιστα είναι έτοιμος να λάβη, αν είναι δυνατόν, μυρίους θανάτους δια τον Χριστόν. Ταύτα ακούσας ο κριτής ήρχισε πρώτον να τον δοκιμάζη με υποσχέσεις, λέγων εις αυτόν ότι αν δεχθή την πίστιν του Μωάμεθ, έχει να αποκτήση πλούτον και τιμάς παρά του βασιλέως. Επειδή δε έβλεπε τον Άγιον, ότι ταύτα πάντα καταγελά και περιπαίζει ως όνειρα, ήρχισε να τον απειλή με άγριον βλέμμα, λέγων προς αυτόν, ότι θέλει δώσει εις αυτόν βάσανα ανυπόφορα και ελεεινότατον θάνατον. Ο δε γενναίος του Χριστού Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νομίζης, ω κριτά, ότι θέλεις με διαστρέψει από την πίστιν του Χριστού με τας τοιαύτας απειλάς σου· δια τούτο βασάνιζε, μάστιζε και κατάκοπτε το σώμα μου και επινόησον και κανένα άλλον νέον και οδυνηρότατον θάνατον δι’ εμέ, επειδή ευκολώτερον είναι να γίνης συ Χριστιανός, παρά εγώ να αρνηθώ τον Χριστόν και να μη ομολογώ τούτον Υιόν Θεού και αληθινόν Θεόν». Ταύτα ο κριτής ακούων και θαυμάζων την παρρησίαν του Αγίου, αντί να θυμώση κατ’ αυτού, εθύμωσε κατά των ψευδομαρτύρων Αγαρηνών, ονομάζων αυτούς πονηρούς και ψεύστας, ότι βιάζουσι τους ανθρώπους να γίνωνται Τούρκοι με διαβολάς και ψεύδη. Επειδή δε εκείνοι επέμενον καταμαρτυρούντες και φωνάζοντες να θανατώση τον Μάρτυρα, ο κριτής, χωρίσας τον Άγιον από τους άλλους, του λέγει κατά μόνας· «Λυπήσου, ω νέε, την νεότητά σου και κατά μεν το παρόν αρνήσου την πίστιν σου και ύστερον όπου θέλεις ύπαγε και έχε πάλιν την πίστιν σου». Ο δε Μάρτυς του Χριστού, φοβούμενος τον λόγον του Κυρίου: «όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 33), ουδέ με λόγον μόνον ψιλόν εδέχθη να αρνηθή τον Χριστόν, αλλ’ εφώναζεν, ότι είναι Χριστιανός και προτιμά να αποθάνη δια τον Χριστόν. Τέλος, βλέπων ο κριτής, ότι ούτε από τους ψευδομάρτυρας εκείνους δύναται να απαλλαχθή, ούτε τον Μάρτυρα να μεταβάλη από την πίστιν του Χριστού, θέλων και μη θέλων έδωκε την κατά του Αγίου έγγραφον απόφασιν, την οποίαν έστειλε κρυφίως εις τον τότε βεζύρην Μεχμέτ Μελέκ πασάν, με άνθρωπον πιστόν ιδικόν του, φανερώνων εις αυτόν ότι η τοιαύτη απόφασις είναι άδικος και ότι αναγκαζόμενος την έδωκεν. Παραστήσας λοιπόν ο βεζύρης έμπροσθέν του τον Μάρτυρα και τα αυτά ερωτήσας και παρακινήσας αυτόν εις το να δεχθή την τουρκικήν πίστιν, πότε με υποσχέσεις και πότε με απειλάς και ακούσας απ’ αυτόν εκείνα όπου και ο μουλάς πρότερον ήκουσεν, εννόησεν ότι όλα εκείνα, όσα οι κατήγοροί του έλεγον και εμαρτύρουν, ήσαν ψεύδη και διαβολαί· και έκρινε μεν δίκαιον να ελευθερώση τον δίκαιον, φοβούμενος όμως την βαρβαρότητα και ορμήν του πλήθους των Αγαρηνών, οι οποίοι άνω και κάτω δύνανται να κάμουν τα πράγματα δια την δεισιδαιμονίαν της θρησκείας των, δια ταύτα, λέγω, έβαλε τον Άγιον εις την φυλακήν του μουχζουραγά, κατά μεν το φαινόμενον δια να τον εξετάση και δεύτερον, κατ’ αλήθειαν δε δια να τον ελευθερώση από τον κίνδυνον. Ο δε μακάριος Μάρτυς, ευρισκόμενος εις την φυλακήν, εδίδασκε τους συγκρατουμένους του Χριστιανούς να έχουν υπομονήν εις τας θλίψεις και πειρασμούς και δια την ευσέβειαν και τον Χριστόν να προτιμούν θάνατον. Έδιδε δε ο χριστομίμητος και εις τους πτωχούς φυλακισμένους Χριστιανούς χρήματα, από εκείνα τα ολίγα όπου είχεν, εις δε τον κύριόν του Χριστιανόν έστειλεν επιστολήν εις την οποίαν πρώτον εζήτει από όλους τους Χριστιανούς συγχώρησιν και τας ευχάς των Ιερέων δια να τον ενδυναμώσουν εις το Μαρτύριον, δεύτερον ηυχαρίστει τον κύριόν του, διότι εκείνος μεν έδωκε τόσα χρήματα και τον εξηγόρασεν από τους βαρβάρους, αυτός όμως δεν ηδυνήθη να τον υπηρετήση και να του προσφέρη καμμίαν αμοιβήν της τοιαύτης χάριτος και ευεργεσίας· τρίτον, επαρηγόρει αυτόν να έχη θάρρος, ότι δεν θέλει αρνηθή την ευσέβειαν, τέταρτον παρεκάλει, ότι αφ’ ου δια τον Χριστόν αποθάνη, να του κάμουν τα συνήθη εις τους κοιμηθέντας μνημόσυνα και πέμπτον ότι να μηνύση εις τους γονείς του το μακάριον τέλος όπου έλαβεν ο υιός των, δια να παρηγορηθούν. Ο μεν λοιπόν Μάρτυς τόσην χαράν είχε δια να αποθάνη υπέρ της ευσεβείας, οι δε κατήγοροι εκείνοι και ψευδομάρτυρες επήγαινον συχνάκις εις τον βεζύρην, ζητούντες να θανατώση τον Άγιον· βλέποντες δε ότι αυτός κλίνει εις την φιλανθρωπίαν και δίδει αναβολήν καιρού εις το πράγμα, εθυμώθησαν και δίδουν αναφοράν εις τον βασιλέα σουλτάν Αβδούλ Χαμίτ κατηγορούντες τον Μάρτυρα, ότι ηρνήθη την πίστιν του και αυτόν τον βεζύρην ότι έλαβε χρήματα και θέλει να τον ελευθερώση. Ο βασιλεύς, φοβηθείς την ταραχήν του πλήθους, στοχαζόμενος δε και τα πολιτικά πράγματα της βασιλείας του, ότι κατ’ εκείνον τον καιρόν ήσαν αδύνατα, ασταθή και γεμάτα από υποψίας δια τον φόβον επαπειλουμένου ρωσοτουρκικού πολέμου, έδωκεν απόφασιν κατά του Μάρτυρος: ή Τούρκος να γίνη, ή να θανατωθή. Τότε ο βεζύρης, θέλων και μη θέλων, εκβάλλει τον Άγιον από την φυλακήν και τον ερωτά με στενήν ερώτησιν, ή να αποδεχθή τον Μωάμεθ ως προφήτην θεού ή να ακολουθήση τον δήμιον και να αποκεφαλισθή· τότε ο του Χριστού αληθής Μάρτυς Αντώνιος, ευφρανθείς εις το πράγμα, καθώς χαίρουσιν οι ευρίσκοντες θησαυρόν, εδέθη οπίσω τας χείρας, και με χαροποιόν πρόσωπον έτρεχεν εις τον θάνατον, ως εις πανήγυριν και πηγαίνων εις το Ακ- Σαράϊ κλίνει την κεφαλήν και ειπών· «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», αποκεφαλίζεται, τρις του δημίου κτυπήσαντος με το ξίφος τον ιερόν αυτού τράχηλον, ίνα, μη υποφέρων τον πόνον, προδώση την ευσέβειαν· βλέπων δε ότι ματαίως κοπιάζει έσφαξεν αυτόν ο αλιτήριος ώσπερ πρόβατον και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον· οι δε Χριστιανοί της Βλάγκας ηγόρασαν το λείψανον αυτού αντί εβδομήκοντα γροσίων και λαμβάνοντες αυτό με μεγάλην προπομπήν και παρρησίαν και άσματα επινίκεια, επήγαν έξω εις την Ζωοδόχον Πηγήν και το ενεταφίασαν· ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν. 

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Πολύευκτος

Τη  Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ ο Νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εν ειρήνη τελειούται.                                                                                

Πολύευκτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει κατά τας αρχάς του Ι΄ αιώνος· μικρός δε ων ευνουχίσθη υπό των γονέων του και διδαχθείς τα εγκύκλια γράμματα εκάρη Μοναχός, διαπρέψας δια την σεμνότητα του ήθους, την ακτημοσύνην και την μάθησίν του. τοιούτος ων ο μακάριος Πολύευκτος εψηφίσθη υπό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου (912-959) και του ευσεβούς κλήρου Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Η χειροτονία του μακαρίου Πολυεύκτου εγένετο την γ’ (3ην) Απριλίου του έτους 956 υπό του Μητροπολίτου Καισαρείας Βασιλείου και άλλων τινών Επισκόπων, επειδή ο συνήθως τελών την χειροτονίαν του εκάστοτε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Ηρακλείας, ήτο δε τότε τοιούτος τις ονόματι Νικηφόρος, αμαρτήσας κατά του βασιλέως, ημποδίσθη παρ’ αυτού της ασκήσεως του προνομίου τούτου, του να χειροτονή δηλαδή τον Πατριάρχην. Όθεν και κατηγορία ικανή προσήφθη, όχι μόνον κατ’ εκείνου ο οποίος διέταξε τούτο, κατά του βασιλέως δηλαδή, αλλά και κατά του Καισαρείας, όστις τον εχειροτόνησεν. Κατά το διάστημα της Πατριαρχείας του ο ιερός Πολύευκτος ηγωνίσθη ως άλλος Ιωάννης Χρυσόστομος κατά της πλεονεξίας των συγγενών του αποθανόντος βασιλέως Ρωμανού Α΄ του Λεκαπηνού (920-944), τούτου ένεκα και ερραδιουργείτο υπ’ αυτών εις τον βασιλέα Κωνσταντίνον Ζ΄ γαμβρόν του Ρωμανού Α΄ . Όθεν και ο Κωνσταντίνος ερεθισθείς κατά του Αγίου εσχεδίαζε την καταδίκην και καθαίρεσιν αυτού. Δεν επρόλαβεν όμως, διότι επήλθεν εις αυτόν ο θάνατος και ούτως ελυτρώθη ο Άγιος της μελετωμένης τιμωρίας. Κατά τας ημέρας της Πατριαρχείας του Αγίου εν έτει 957 ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και η βασίλισσα της Ρωσίας Όλγα, ήτις βαπτισθείσα εισήγαγε και εις την Ρωσίαν την πίστιν του Χριστού. Ούτω λοιπόν γενναίως αγωνιζόμενος ο μακάριος Πολύευκτος απήλθε προς Κύριον εν έτει 970, παρ’ ου και εστέφθη με τον άφθαρτον της δικαιοσύνης στέφανον.

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Του Οσίου Θεοδοσίου του εξ Αντιοχείας

Τη  Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ του εν τω Σκοπέλω, ήτοι του εξ Αντιοχείας.                                                                                                               

Θεοδόσιος ο εν αγίοις Πατήρ ημών ούτος, ο Ασκητής, άλλος είναι από τον Όσιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην, διότι ούτος κατήγετο εκ της Αντιοχείας, υιός ων γονέων ονομαστών. Ακούσας δε ποτέ προσεκτικώς την δεσποτικήν φωνήν του Κυρίου, αφήκεν οικίαν και πλούτον και ευγένειαν  και όλα τα άλλα του κόσμου χαροποιά και ανεχώρησεν εις τόπους δασείς και δενδρώδεις και προς την θάλασσαν αποκλίνοντας· κτίσας δε εκεί κελλίον μικρότατον, μετήρχετο την ασκητικήν πολιτείαν. Ούτος ο Άγιος ήτο ενδεδυμένος με ενδύματα τρίχινα, εφόρει δε έσωθεν σίδηρα βαρέα, εν εις το λαιμόν και άλλο εις την οσφύν και άλλα δύο εις τας δύο χείρας του. καταγινόμενος δε εις την προσευχήν και εις το εργόχειρον, εκοίμιζε με αυτά τα πάθη της σαρκός, επιθυμίαν δηλαδή, υπερηφάνειαν και τα λοιπά· ειργάζετο δε πότε μεν κατασκευάζων σπυρίδας, πότε δε καλλιεργών ολίγους αγρούς εις το λαγκάδιον, τους οποίους έσπειρε και την αναγκαίαν τροφήν εκείθεν ποριζόμενος ετρέφετο αυτός και όσοι ξένοι ήρχοντο προς αυτόν. Ούτως είχεν ανεπιμέλητον και άλουστον την κόμην του, η οποία έφθανε μέχρι των ποδών του· όθεν και έδενεν αυτήν εις την οσφύν του. Καθ’ όσον δε παρήρχετο ο καιρός, τοσούτον ηύξανε πανταχού το όνομα και η φήμη του και εκ τούτου παρεκινούντο πολλοί και προσέτρεχον εις αυτόν, αγαπώντες να μιμούνται την ζωήν του, δεχόμενος δε τούτους ο Όσιος, κατέστησε την έρημον εκείνην άλλην σχεδόν πόλιν ουράνιον. Μίαν φοράν επήγαν εις τα μέρη εκείνα Αγαρηνοί, οι οποίοι όμως ουδέν κακόν επροξένησαν, διότι ευλαβηθέντες τον μακάριον τούτον Θεοδόσιον ανεχώρησαν ειρηνικώς. Πλην, δια τας επιδρομάς αυτών αφήκε την έρημον ο Όσιος και επανήλθεν εις την πατρίδα του Αντιόχειαν, ένθα κτίσας μικράν καλύβην, μετά τινων άλλων αδελφών, ειργάζετο την πνευματικήν εργασίαν· έλεγε δε εις τους μετ’ αυτού· «Καίτοι, αδελφοί, μας ηυλαβήθησαν οι Αγαρηνοί και δεν μας έβλαψαν, όμως είναι γεγραμμένον υπό του Αποστόλου, ότι πρέπει να δίδωμεν τόπον εις την οργήν, διότι και ο Κύριος φεύγων τον Ηρώδην, δια τούτου μας εδίδαξε να φεύγωμεν  και ημείς τους κινδύνους, αλλά και εδιδάχθημεν να μη ρίπτωμεν τον εαυτόν μας εις πειρασμούς. Κατά τι δε μας εμποδίζει η πατρίς από της πνευματικής εργασίας όταν ημείς προσέχωμεν; Κατ’ ουδέν βεβαίως». Όχι δε μόνον αυτός ειργάζετο, αλλά και τους μετ’ αυτού αδελφούς εδίδασκε να ενώνωσιν ομού με τους πόνους της ψυχής και τους ιδρώτας του σώματος, επειδή άτοπον είναι οι μεν κοσμικοί να κοπιάζωσι και να εργάζωνται, όπως διατρέφωσι τέκνα και συζύγους και να πληρώνωσι φόρους και να προσφέρωσιν εις τον Θεόν απαρχάς και προς τούτοις να ελεώσι τους πτωχούς, οι δε Μοναχοί να μη προσπορίζωνται τα χρειώδη της ζωής εκ του κόπου των και μάλιστα εν ω μεταχειρίζονται φαγητά και ενδύματα ευτελή, αλλά να κάθηνται αργοί και να λαμβάνωσι τα χρειώδη εκ των χειρών άλλων ανθρώπων. Διηγείται δε ο Ιερός Θεοδώρητος, ότι ο Όσιος ούτος εκτύπησε με την ράβδον του πέτραν σκληράν ήτις, ω του θαύματος! ευθύς ανέβλυσεν ύδωρ, το οποίον δι’ υδραγωγείου έφερεν εις το Μοναστήριόν του. Ούτω λοιπόν πολιτευσάμενος ο Μακάριος και ολίγον καιρόν ζήσας εις την πατρίδα του, προς Κύριον εξεδήμησε. Το δε ιερόν αυτού λείψανον ετέθη μετά θάνατον εντός θήκης ομού με το άγιον λείψανον του Οσίου Αφραάτου, όστις εορτάζεται κατά την εικοστήν ενάτην του Ιανουαρίου. 

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Η Αγία Παρθενομάρτυς Αγαθή

Τη  Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΓΑΘΗΣ.                                  

Αγαθή η Αγία και ένδοξος του Χριστού Παρθενομάρτυς ήτο από την Κατάνην της Σικελίας, διέλαμπε δε δια την ωραιότητα του σώματος, το κάλλος της ψυχής και τον πλούτον των σωματικών αγαθών. Εβασίλευε δε κατά τους χρόνους εκείνους ο ασεβέστατος Δέκιος, ο οποίος εθανάτωσε τον Φίλιππον, τον προ αυτού βασιλέα, δια να λάβη την βασιλείαν. Θέλων δε ο αξιοκατάκριτος να αποδείξη ότι δεν εφόνευσε τον Φίλιππον από επιθυμίαν να βασιλεύση, αλλά διότι εκείνος εσέβετο δήθεν τον Χριστόν, εκίνησε διωγμόν μέγαν κατά των Χριστιανών ο παμμίαρος και έστειλεν εις όλας τας πόλεις και χώρας άρχοντας και ηγεμόνας, προστάσσων αυτούς να ερευνώσιν επιμελώς και να κάμνωσι πάντα τρόπον και μέθοδον να εξαλείψουν και να αφανίσουν παντελώς το όνομα του Χριστού. Μεταξύ λοιπόν των άλλων επάρχων όπου έστειλεν, ήτο σκληρός τις και απάνθρωπος, Κυντιανός εις το όνομα, τον οποίον έκαμεν ηγεμόνα να ορίζη όλην την Σικελίαν. Είχε δε ούτος ανάμεσα εις τας άλλας αισχρουργίας και ταύτα τα τρία ελαττώματα· πρώτον κατήγετο από χωρικούς και χονδρούς ανθρώπους, ανελθών εις εκείνο το αξίωμα από κακάς πράξεις· δεύτερον ήτο βεβυθισμένος εις τον βόρβορον της σαρκός· τρίτον δε, ήτο υπερβολικά φιλάργυρος. Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην ευρίσκετο εις την Κατάνην η κεκοσμημένη ψυχή τε και σώματι με διαφόρους αρετάς και αγαθάς πράξεις, αγαθή εις την γνώμην και την καρδίαν, καθώς ήτο και η επωνυμία της. Το όνομα των γονέων της δεν ευρίσκεται γεγραμμένον εις τας γραφάς, διότι απέθανον εις την ασέβειαν· αύτη όμως η θεοδίδακτος κόρη επροσκύνει και εσέβετο τον Εσταυρωμένον Χριστόν και τον αγαπούσε με όλην την δύναμιν της ψυχής, κατά την θείαν εντολήν την λέγουσαν· «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου» (Δευτ. στ: 5). Είχε δε τρία χαρίσματα πλέον των άλλων παρθένων· πρώτον, κατήγετο από τους ευγενεστέρους άρχοντας, δεύτερον, ήτο ευμορφοτέρα και ωραιοτέρα από όλας τας κορασίδας εκείνης της πόλεως, και αφιέρωσεν εις τον Θεόν την παρθενίαν της, την οποίαν απεφάσισε να φυλάξη άφθορον, τρίτον δε, ήτο πολύ πλουσία και είχε κινητά και ακίνητα πράγματα, τα οποία διεμοίρασεν η ιδία εις τους πτωχούς αφειδώς και ευσπλαγχνικώτατα. Όταν λοιπόν ήκουσεν ο Κυντιανός την καλήν φήμην και τας αρετάς και αγαθάς πράξεις της Αγαθής, έβαλεν εις την καρδίαν του πονηρά, και διελογίζετο εν εαυτώ ταύτα· «Εάν κάμω τρόπον να φέρω την Αγαθήν εις το θέλημά μου, να την πάρω δια γυναίκα μου, αξιώνομαι τρία πράγματα· πρώτον μεν πληρώνω την σαρκικήν μου επιθυμίαν, απολαμβάνων τοιαύτην ευμορφίαν και ωραιότητα· δεύτερον μετέχω της ευγενείας του αίματός της, όταν την κάμω γυναίκα μου, ο οποίος τώρα είμαι από ευτελείς και χωρικούς ανθρώπους· τρίτον δε και τελευταίον πάντων, λαμβάνω τον πλούτον της όλον εις τας χείρας μου και γίνομαι πλουσιώτερος πάντων». Ταύτα μελετών εις την καρδίαν του ο ανόσιος τύραννος επρόσταξε να φέρωσιν αυτήν ενώπιόν του και βλέπων αυτήν τοσούτον ωραίαν, ίστατο άφωνος ώραν πολλήν, ως εκστατικός, θαυμάζων τοιούτον κάλλος· έπειτα την εκολάκευσε με υποσχέσεις να συγκαταβή εις την γνώμην του, υποσχόμενος προς αυτήν τιμάς πολλάς, μεγαλεία και αξιώματα. Αλλά η σοφή και πάγκαλος κόρη δεν έλαβε ποσώς υπ’ όψιν τα ληρώδη του φλυαρήματα, αλλά του έδωσε τοιαύτην απολογίαν με γνωστικούς λόγους, ώστε τον έκαμε να γνωρίση ευθύς εξ αρχής το αμετάθετον της καρδίας της. Βλέπων λοιπόν ο ασύνετος ότι δεν επετύγχανε τίποτε με τας κολακείας και υποσχέσεις του, προσεκάλεσε κακήν τινα και άσεμνον γυναίκα, ονόματι Φροντισίαν, η οποία είχεν εννέα θυγατέρας και ηκολούθουν άπασαι τον της μητρός αυτών άσωτον βίον, κυλιόμεναι εις τον βόρβορον της σαρκικής αμαρτίας· και λέγει προς αυτάς ο παμμίαρος· «Λάβετε την κόρην ταύτην εις την οικίαν σας και κάμετε πάντα τρόπον να την φέρετε εις την γνώμην σας, και εάν αυγκλίνη εις την σαρκικήν πράξιν να κάμη το θέλημά μου, θέλω σας δώσει τόσα χαρίσματα, ώστε να εξέλθετε από το καταφρονεμένον επάγγελμά σας». Επήραν λοιπόν αι αναίσχυντοι εκείναι γυναίκες την ευλογημένην Αγαθήν εις τον οίκον των και έθλιβον και εβασάνιζον αυτήν επί ένα ολόκληρον μήνα αδιαλείπτως, υποσχόμεναι προς αυτήν μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα· πολλάκις δε την εφοβέριζον και με απειλάς διαφόρων τιμωριών και κολάσεων, της έδιδον ολίγον φαγητόν και ολίγον ύδωρ, και δεν την άφηναν να αναπαυθή ειμή μόνον ολίγον, την υπέβαλλον εις αγρυπνίαν κατά το περισσότερον διάστημα της νυκτός λέγουσαι προς αυτήν όσα ηδύναντο να την παρακινήσουν εις την σαρκικήν απόλαυσιν και κοσμικήν ματαιότητα, τα οποία δεν είναι πρέπον να γράψωμεν, δια να μη μιαίνωμεν τας ακοάς σας· η δε Αγία έλεγε προς εκείνας ταύτα· «Ο νους μου είναι θεμελιωμένος και στερεωμένος εις τον Δεσπότην μου Ιησούν Χριστόν, τον ακρογωνιαίον λίθον, οι δε λόγοι σας είναι άνεμος· αι υποσχέσεις και απειλαί σας ποτάμια ύδατα, τα οποία δύνανται μεν να κτυπήσωσιν εις τον στερρότατον πύργον του νοός μου, δεν θα δυνηθώσιν όμως παντελώς να τον διασείσωσιν· όσον δε τον πολεμήσετε δυνατώτερα, τόσον τον ευρίσκετε εις την αγάπην του Κτίστου μου στερεώτερον». Ταύτα έλεγεν η Αγία δακρυρροούσα και ικετεύουσα τον Θεόν να της δώση Χάριν, να έλθη εις την δόξαν του Μαρτυρίου το γρηγορώτερον. Μετά τριάκοντα ημέρας, βλέπουσα η Φροντισία, ότι όσον ενουθέτει την Αγίαν, τόσον εύρισκεν αυτήν στερεωτέραν και αμετάτρεπτον, επήγεν εις τον ηγεμόνα και του λέγει· «Αληθώς ευκολώτερα ημπορεί κανείς να μαλάξη τον σίδηρον και τους σκληρούς λίθους, να τους κάμη μαλακωτέρους του ύδατος, παρά την καρδίαν της κόρης ταύτης να μετατρέψη από την γνώμην της· περισσότερον από τριάκοντα ημέρας την εδίδασκα με τας θυγατέρας μου και της ελέγαμεν ερωτικά και άσεμνα λόγια, τας ιδικάς σου υποσχέσεις και δωρεάς, τας απειλάς τιμωριών και πικροτάτου θανάτου· αλλά εις μάτην εκοπιάσαμεν, διότι ενικήθημεν μάλλον ή να νικήσωμεν· λοιπόν κάμε ει τι βούλεσαι». Τότε εθυμώθη περισσώς ο τρισκατάρατος άρχων και προστάσσει να φέρωσι την Αγίαν ενώπιόν του. Τούτου δε γενομένου, την ερώτησε να  ειπή το γένος της και την κατάστασιν· η δε είπε προς αυτόν· «Εγώ είμαι γυνή ελευθέρα, γεννημένη από τους ευγενικωτέρους άρχοντας ταύτης της πόλεως, καθώς το γνωρίζουσιν όλοι ούτοι οι συμπολίται μου». Λέγει ο ηγεμών· «Εάν είσαι ελευθέρα, καθώς λέγεις, διατί έχεις πράξεις και τάξεις, ωσάν να ήσουν δούλη τινός;» Απεκρίθη η Αγαθή· «Διότι είμαι δούλη του Δεσπότου Χριστού και ουδενός άλλου». Λέγει ο άρχων· «Λοιπόν, αν είσαι δούλη, δεν είσαι ελευθέρα». Απήντησεν η Αγία· «Ο τέλειος δούλος του Δεσπότου Χριστού είναι καθολικά ελεύθερος και ει τις είναι αυθέντης του εαυτού του, λέγεται φυσικά κύριος του κόσμου παντός και με τον τρόπον τούτον είναι ελεύθερος από όλα τα κτίσματα». Λέγει προς αυτήν ο άρχων· «Μη αναμένωμεν πλέον εις λόγια άκαιρα· ή θυσίασε εις τους θεούς μου, ή θα σε αφανίσω με σκληροτάτας τιμωρίας». Απεκρίθη η Αγία· «Παρακαλώ τον Κύριόν μου, να γίνης όμοιος του θεού σου». Οι λόγοι ούτοι κατετάραξαν τον τύραννον και προστάσσει τους υπηρέτας να συντρίψουν το στόμα της Αγίας, δια να μη τολμήση πλέον να εξυβρίση τον θεόν του. Τούτου γενομένου, λέγει προς αυτόν η Αγία· «Θαυμάζω εις σε, ω ηγεμών, όστις νομίζεσαι φρόνιμος άνθρωπος, πως έδειξες εις αυτό πολλήν αφροσύνην· εγώ δια σε εδεήθην καλόν και τιμήν, να γίνης όμοιος του θεού σου, και συ εκέλευσας, άγνωστε, να με δείρωσιν· εάν οι θεοί σας είναι καλλίτεροι από σας, έπρεπε να με ευχαριστής, όπου επιθυμώ το συμφέρον σου· ει δε και είναι χειρότεροι, αισχύνθητε, τετυφλωμένοι, και εντραπήτε, προσκυνούντες τοιούτους θεούς ανοήτους». Τότε εθυμώθη ο τύραννος περισσότερον και λέγει προς αυτήν· «Πως τολμάς, αναίσχυντον γύναιον, και λαλείς τοιαύτα μάταια και αφρονέστατα λόγια; Ή θυσίασε εις τους θεούς μου την ώραν ταύτην, ή να λάβης διάφορα κολαστήρια». Απεκρίθη η Αγία· «Τας τιμωρίας σου και τα κολαστήρια εγώ ουδόλως φοβούμαι, διότι, αν με βάλης εις θηρία ανήμερα, ευθύς ως ακούσουν το όνομα του Χριστού γίνονται ταπεινά και ήμερα ως αρνία· εάν με ρίψης εις την φλόγα, δια να με καύσης, οι ουράνιοι Άγγελοι θέλουσιν έλθει να ψυχράνουν την καύσιν και δριμύτητα της φλογός· εάν με ραβδίσης και ξεσχίσης τας σάρκας μου και ό,τι άλλην τιμωρίαν μου δώσης, έχω βοηθόν τον Δεσπότην μου, εις τον οποίον όλα τα στοιχεία υπακούουσι και με τον λόγον του όλαι αι ασθένειαι θεραπεύονται· δαιμόνια εκδιώκονται, παράλυτοι συσφίγγονται, χωλοί περπατούσι και άλλα θαυμαστά τεράστια γίνονται με το νεύμα του μόνον και την θείαν βούλησιν. Αυτός λοιπόν θέλει με ελευθερώσει από πάσας τας επινοίας σου». Τότε προσέταξεν ο ηγεμών να οδηγήσωσι την Αγίαν εις την φυλακήν έως την επομένην, δια να του δοθή καιρός να σκεφθή ποίαν βάσανον να της δώση. Πορευομένη δε η Αγία εις την φυλακήν έχαιρε και είχε τοσούτον αγαλλιώμενον πρόσωπον, ώστε εφαίνετο, ότι επήγαινεν εις γάμους. Την επαύριον εκάθισεν ο Κυντιανός εις τον θρόνον ως λύκος άγριος, αφού δε έφεραν την Αγίαν λέγει προς αυτήν· «Μη χάνωμεν τον καιρόν· αρνήσου παρευθύς τον Χριστόν και θυσίασε εις τα είδωλα». Απεκρίθη η Αγία· «Γνώριζε, ότι ποτέ δεν θέλω έλθει εις τόσην αναισθησίαν, να προσκυνήσω τους δαίμονάς σου, έστω και αν μου δώσης τας φοβερωτέρας τιμωρίας, όπου να ηκούσθησαν ποτέ, αλλά πάντα ομολογώ τον Θεόν μου καρδία και στόματι· λοιπόν παίδευε, τιμώρα, ξέσχιζε τας σάρκας μου, παράδος με εις διαφόρους θανάτους, να γνωρίσης την αλήθειαν». Τότε προσέταξεν ο τύραννος να εκδύσουν παντελώς την Αγίαν, να δέσουν οπίσω τας χείρας της, να την κρεμάσουν εις στύλον, να την δείρουν με βούνευρα και να περικαύσουν την κεφαλήν, τας χείρας και τους πόδας της. Τούτων δε γενομένων, είπε προς τον τύραννον η Αγία· «Συ θαρρείς ότι μου δίδεις μεγάλην θλίψιν, εγώ όμως χαίρομαι εις ταύτα τα παιδευτήρια, ωσάν όταν ακούη τις καλάς αγγελίας και βλέπει ακριβόν τινα και ηγαπημένον φίλον του, τον οποίον είχε καιρόν πολύν να απολαύση· καθώς δε τον σίτον δεν βάλλουσιν εις την αποθήκην, εάν δεν τον καθαρίσουν πρώτα εις την άλωνα, να τον ξεχωρίσουν από το άχυρον, ούτω και η ψυχή μου δεν ημπορεί να εισέλθη εις την δόξαν της ατελευτήτου μακαριότητος, χωρίς του Μαρτυρίου τον στέφανον, εάν δεν βασανίσης πρώτον το σώμα μου με δεινά κολαστήρια». Τότε προσέταξε τους υπηρέτας ο δυσσεβής να ανασπάσουν τους μαστούς της Αγίας με σίδηρον, εάν όμως δεν ημπορέσουν κατ’ αυτόν τον τρόπον, τότε να τους κόψουν με μάχαιραν· έπασχον λοιπόν επί πολλήν ώραν οι δήμιοι, συστρέφοντες αυτούς με πυράγρας, αλλά δεν ημπορούσαν να τους ανασπάσουν, διότι ήσαν πολλά μικροί· όθεν, κόπτοντες αυτούς με μάχαιραν εξέσχισαν τοιουτοτρόπως το στήθος της, ώστε ήτο λύπη μεγάλη να βλέπη κανείς· έρρεεν απ’ αυτής τόσον αίμα, ώστε εκοκκίνισεν όλον το έδαφος. Ταύτα πάσχουσα η Αγία, έστρεψε το πρόσωπον προς τον ηγεμόνα και είπε προς αυτόν· «Ω δυσσεβή και άσπλαγχνε τύραννε, πως δεν ησχύνθης, αναίσχυντε, να κόψης εκείνα τα μέλη, από τα οποία και συ ελάμβανες την τροφήν σου κατά την βρεφικήν ηλικίαν; Αλλά εγώ περί τούτου ουδόλως ενδιαφέρομαι, διότι έχω τον Δεσπότην μου Χριστόν, όστις δύναται να με ιατρεύση, εάν είναι προς το συμφέρον μου». Μετά ταύτα προστάσσει ο τύραννος να ρίψουν την Αγίαν εις σκοτεινήν τινα φυλακήν χωρίς να της δώσουν άλλην τροφήν, ειμή μόνον ολίγον άρτον και ύδωρ, τόσον ώστε να μην αποθάνη, δια να την τιμωρήση και πάλιν χειρότερα, παρήγγειλε δε εις τους φύλακας να προσέχωσι με ασφάλειαν, να μην υπάγη κανείς ιατρός να την θεραπεύση, αλλά να την αφήσουν ούτως ανεπιμέλητον, ώστε να βρωμίσουν αι πληγαί της. Ο μεν λοιπόν μιαρός και άσπλαγχνος τύραννος εμελέτα κενά και μάταια, ο δε πάνσοφος ιατρός και Βασιλεύς πολυεύσπλαγχνος εφρόντισε περί της ιατρείας της δούλης του και ακούσατε: Καθώς η Αγία εκείτετο τοιουτοτρόπως απερριμμένη και πληγωμένη εις το σκοτεινόν δεσμωτήριον, την ώραν του μεσονυκτίου ήλθε φως άρρητον και εξαίσιον· τότε αι μεν θύραι της φυλακής από θείαν ροπήν ηνεώχθησαν, οι δε φύλακες έφυγαν έντρομοι· τότε βλέπει η Αγία ιεροπρεπή τινα και σεβάσμιον γέροντα, όστις εκράτει σκεύος τι εις τας χείρας του, γεμάτον ιατρικά βότανα, έμπροσθεν δε τούτου προεπορεύετο νέος τις ωραίος κρατών λαμπάδα πολύφωτον, ήσαν δε ούτοι ο Άγιος Απόστολος Πέτρος και ο Άγγελος φύλαξ της ψυχής της· η Αγία όμως δεν τους εγνώρισε. Τότε ήλθον και τινες καλοί συμπολίται αυτής και γνώριμοι άνθρωποι και την συνεβούλευον να φύγη δια να μη θανατωθή αδίκως. Η δε Αγία προς αυτούς απεκρίνατο· «Μη γένοιτο, να εγκαταλείψω τον αγώνα και τον στέφανον του Μαρτυρίου, να γίνω δε και αιτία να παιδευθώσιν οι φύλακες». Τότε λέγει προς αυτήν ο Απόστολος· «Προς τούτο ήλθον, θύγατερ, να ιατρεύσω τα πληγωμένα μέλη σου». Η δε Αγία είπε προς αυτόν· «Τις είσαι και μεριμνάς δια την υγείαν μου; Εγώ ποτέ δεν ηθέλησα να κάμω ιατρείαν τινά σωματικήν· λοιπόν άπρεπον είναι να πράξω τώρα, όπου ευρίσκομαι κοντά εις τον θάνατον, εκείνο όπου δεν έπραξα ουδέποτε», Τότε ο μακάριος Πέτρος, θέλων να δειχθή έτι περισσότερον η προθυμία της προς το Μαρτύριον, λέγει προς αυτήν· «Μη εντρέπεσαι, θύγατερ, και άφες με να σε ιατρεύσω, ότι δούλος είμαι του Δεσπότου Χριστού και δι’ αγάπην του ήλθα να σου κάμω την χάριν ταύτην». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Εγώ δεν έχω καμμίαν αιτίαν να εντραπώ ποσώς άνθρωπον του κόσμου και μάλιστα από σε, όστις είσαι γέρων, αι δε σάρκες μου είναι τόσον ξεσχισμέναι, ώστε θαρρώ ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να σκανδαλισθή εις εμέ· δια ταύτα, κύριέ μου, σε ευχαριστώ πολύ δια την καλωσύνην ταύτην όπου ηθέλησες αυτοπροαιρέτως να μου κάμης, χωρίς εγώ να την ζητήσω». Λέγει πάλιν προς αυτήν ο Άγιος· «Διατί λοιπόν δεν θέλεις να σε ιατρεύσω»; Η δε είπε προς αυτόν· «Διότι έχω τον Δεσπότην μου Ιησού Χριστόν, όστις δια του νεύματος και μόνον κυβερνά όλον τον κόσμον και με τον λόγον του θεραπεύει πάσαν ασθένειαν αθεράπευτον και νόσον ανίατον. Εάν λοιπόν είναι ευάρεστον εις αυτόν και η θεραπεία του εμού σώματος προς το συμφέρον μου, θέλει μου την δώσει η Χάρις του με λόγον μόνον ή νεύμα μικρότατον». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και υπομειδιάσας ολίγον είπε προς αυτήν· «Γίγνωσκε, θύγατερ, ότι εγώ είμαι ο Απόστολος Πέτρος και ιδού εθεραπεύθης δια της Χάριτος του Χριστού». Και ταύτα ειπών ο μεν Απόστολος του Κυρίου έγινεν άφαντος, η δε Αγία ευρέθη υγιής, με ανακαινισμένα όλα τα μέλη αυτής, και ούτε καν μικρότατον λείψανον τομής έχουσα. Τότε έπεσε κατά γης και προσηύχετο μετ’ ευχαριστίας προς Κύριον λέγουσα· «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, ο δια του Αποστόλου σου Πέτρου θεραπεύσας τους μαστούς μου και τα τετραυματισμένα επίλοιπα μέλη του σώματός μου». Την επαύριον έφεραν και πάλιν την Αγίαν εις το παλάτιον και της λέγει ο άρχων· «Προσκύνησε τους θεούς μου, διεστραμμένη, ειδ’ άλλως θα λάβης κολαστήρια των προτέρων δριμύτερα». Η δε είπε προς αυτόν· «Ω μάταιε και φρενόληπτε, πως θέλεις να απαρνηθώ τον Δεσπότην μου, όστις μου εθεράπευσε τας πληγάς, και να προσκυνήσω τους λίθους»; Λέγει ο άρχων· «Ποίος σε εθεράπευσεν»; Η δε Αγία είπε· «Ο Δεαπότης μου Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος, τον οποίον πάντοτε θέλω ομολογεί δια στόματος εξ όλης μου της καρδίας». Λέγει προς αυτήν ο άρχων· «Τώρα θέλω να δοκιμάσω, εάν δύναται ο Χριστός σου να σε βοηθήση». Τότε προστάσσει να ανάψουν μεγάλην πυράν από άνθρακας εκεί εις το παλάτιον και επάνω εις τους ανημμένους άνθρακας να ρίψουν τεμάχια πίσσης, κεράμων και σιδηρούς τριβόλους δια να εμπηγούν εις τας σάρκας της· είτα την εξέδυσαν και δένοντες τας χείρας και τους πόδας αυτής με σιδηράς αλύσους την έρριψαν εις εκείνους τους φλογερούς άνθρακας. Τότε δη, τότε, όταν εδίδετο η τοιαύτη σφοδροτάτη βάσανος εις την ευλογημένην Αγάθην και εκείνη εδέετο παρά Κυρίου βοηθείας, την εβοήθησεν ο εν μέσω της φλογός δροσίσας τους τρεις Παίδας αυτού. Γίνεται τότε σεισμός φοβερώτατος τόσον, ώστε όλοι ενόμιζον, ότι επρόκειτο να καταποντισθή η χώρα αυτών. Διότι εκρημνίσθησαν οίκοι πολλοί και εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους, μάλιστα δε το παλάτιον του Κυντιανού, το οποίον εκρημνίσθη και εθανάτωσε δύο συμβούλους αυτού. Τότε έδραμεν όλος ο λαός της Κατάνης αρματωμένοι εις το παλάτιον και λέγουσι προς τον άρχοντα· «Δια τας πικράς τιμωρίας όπου δίδεις εις την αξιοθαύμαστον Αγάθην, ω ηγεμών, κινδυνεύομεν όλοι να χάσωμεν την ζωήν και το πράγμα μας· όθεν, ή άφες την και μη την βασανίζης πλέον, ή καίομεν σε με όλον τον οίκον σου». Τότε ο Κυντιανός εφοβήθη την ορμήν του λαού και τον σεισμόν και προστάσσει να εκβάλουν την Αγίαν από τους άνθρακας και ούτω ημικεκαυμένην να την απορρίψουν εις την φυλακήν έως άλλην πρόσταξίν του. Εκεί λοιπόν εις την φυλακήν ευρισκομένην έκλινε τα γόνατα η Αγία και έκαμε την προσευχήν ταύτην προς τον Δεσπότην Χριστόν λέγουσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, όστις με έπλασες εκ του μη όντος εις το είναι εις τούτον τον κόσμον, όστις εφύλαξες το σώμα μου άφθορον και αμέτοχον πάσης σαρκικής απολαύσεως και με ενεδυνάμωσες να νικήσω τας τιμωρίας των ασεβών τυράννων, όστις μου εχάρισες την δύναμιν της υπομονής δια την πολλήν ευσπλαγχνίαν σου, δέομαι και ικετεύω την σην αγαθότητα να με δεχθής σήμερον εις την δόξαν σου, ίνα αξιωθώ να ιδώ με τους ψυχικούς οφθαλμούς μου το πρόσωπόν σου το Άγιον». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, ευθύς ως ετελείωσε την ευχήν εκοιμήθη, η δε αγία ψυχή της επήγεν εις χείρας του επουρανίου Νυμφίου της ν’ αγάλλεται συν Αυτώ εις εκείνην την άρρητον ευφροσύνην και αϊδιον δόξαν. Ως ήκουσαν λοιπόν οι συμπολίται της, ότι εκοιμήθη η Αγία, έδραμον μετά δακρύων και ευλαβείας απείρου εις την φυλακήν και λαβόντες το άγιον εκείνο σώμα, έβαλον εις αυτό σμύρναν και άλλα ευώδη αρώματα, και τυλίξαντες εις σινδόνα καθαράν, το απέθεσαν ευλαβώς εις τάφον μαρμάρινον πορφυρούν. Κατά δε την ώραν κατά την οποίαν ενεταφίαζον την Αγίαν, εισήλθεν εις την πόλιν ωραιότατος τις και θαυμαστός νέος αστραπηφόρος, κρατών εις τας χείρας του μαρμαρίνην πλάκα. Έμπροσθεν του νέου τούτου προεπορεύοντο έτεροι εκατόν νέοι εις στοίχους ανά δύο, λευκοφόροι ως η χιών και υπερβολικά ωραίοι. Όταν δε ούτοι έφθασαν εις τον τάφον της Αγίας, ο προεστώς εκείνος των νέων έβαλεν επάνω εις αυτόν το μάρμαρον, το οποίον εκράτει. Έπειτα έγινεν άφαντος με την συνοδείαν του άπασαν, οίτινες ήσαν Άγιοι Άγγελοι, εκείνος δε όστις εβάσταζε την πλάκα ήτο ο Άγγελος φύλαξ της ψυχής της. Εις εκείνο δε το μάρμαρον ήσαν εγγεγραμμένα τα εξής· «Νους όσιος αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού και πατρίδος λύτρωσις». Ταύτα εφανέρωνον ότι η Αγία Αγαθή είχε τον ωουν όσιον, αγιώτατον, αυτοπροαίρετον, διότι αφ’ εαυτής της ήλθεν εις την ευσέβειαν, έδωκε πολλήν τιμήν εις τον Θεόν δια του Μαρτυρίου αυτής, θα είναι δε και αιτία ελευθερώσεως της πατρίδος της από την ασέβειαν και επιστροφήν προς την Ορθόδοξον Πίστιν μας. Μαθών δε ο κατηραμένος τύραννος, ότι απέθανεν η Μάρτυς Αγάθη, εξήλθεν έφιππος από την πόλιν μετά των στρατιωτών του ίνα υπάγη να ιδή τα κτήματα της Αγίας και γίνη εξουσιαστής και κύριος τούτων. Αλλά ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήκεν αυτόν να τελειώση την επιθυμίαν της φιλαργύρου γνώμης του, αλλά του ανταπέδωκε την αμοιβήν δια τας τιμωρίας τας οποίας αυτός έδωσεν εις την ευλογημένην Αγάθην. Ενώ λοιπόν διήρχετο ποταμόν τινα ο Κυντιανός έφιππος, εν μέσω δύο στρατιωτών, ηγέρθησαν όρθια τα άλογα των στρατιωτών εκείνων και (ω του θαύματος), το ένα εδάγκασε με το στόμα του τον τύραννον από το στήθος και τον έρριψεν εις τον ποταμόν, και το άλλο επήδησεν επάνω του και τον κατεπάτησε τόσον, ώστε τον εθανάτωσε και ούτως εδικαιώθη η Αγία Μάρτυς Αγάθη. Το δε παμμίαρον αυτού λείψανον παρέσυρεν ο ποταμός και δεν ηδυνήθησαν να το εύρωσι, παρ’ όλον ότι το ανεζήτησαν ικανώς. Νομίζω όμως ότι τον έλαβε σύσσωμον ο αυθέντης του διάβολος εις την κόλασιν, δια να τον τιμωρή αιωνίως ψυχή τε και σώματι. Εις την προρρηθείσαν νήσον της Σικελίας και εις απόστασιν ολίγων χιλιομέτρων από της Κατάνης, ευρίσκεται όρος καλούμενον Αίτνα. Τούτο είναι αρκετά μεγάλον, έχει δε εις την κορυφήν κρατήρα ωσάν στόμα, από το οποίον εξέρχεται μαύρος καπνός και πυρ. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει ότι τούτο κυριολεκτικά είναι ένα στόμα του Άδου. Το όρος τούτο, ένα χρόνον μετά την τελευτήν της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης, ήνοιξε το στόμα αυτού και έρριψε πυρ καυστικόν ωσάν ποταμόν, ερχόμενος δε ο πύρινος αυτός ποταμός προς την πόλιν της Κατάνης κατέκαιε και ηφάνιζεν ό,τι και αν ευρίσκετο προ αυτού, όχι μόνον φυτά και ξύλα, αλλά και παν άλλο πράγμα. Οι άνθρωποι λοιπόν της πόλεως, άνδρες τε και γυναίκες, Χριστιανοί τε και Έλληνες, τρομοκρατηθέντες και φεύγοντες από του πυρός εκείνου έδραμον πάντες μετά πίστεως εις τον τάφον της Αγίας Αγάθης, παίρνουσι τον μεταξωτόν πέπλον με τον οποίον είχον σκεπασμένον τον τάφον της Αγίας, έθεσαν αυτόν επάνω εις κοντόν και εξήλθον άπαντες, εκκλησιαστικοί τε και λαϊκοί, εις λιτανείαν δεόμενοι κατά του παμφάγου εκείνου πυρός. Ότε δε επλησίασαν, ω του θαύματος! Το πυρ εκείνο, όπερ επροξένει πρωτύτερα τόσην ζημίαν, ευλαβηθέν την σκέπην εκείνην της Αγίας, ωσάν να είχεν αίσθησιν, στραφέν εις τα οπίσω εκλείσθη εις το φλεγόμενον όρος, από δε την ώραν εκείνην και έπειτα δεν εξήλθε πλέον να κάμη άλλην ζημίαν. Από την θαυματουργίαν αυτήν ευλαβήθησαν άπαντες περισσότερον την Αγίαν, όχι μόνον δε οι Χριστιανοί, αλλά και οι Έλληνες όσοι ευρίσκεντο εις την πόλιν αυτήν και προσελθόντες εις την αληθινήν Πίστιν εβαπτίσθησαν εις το όνομα της Αγίας και ζωοποιού Τριάδος, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΣΗΦ ο Χαλεπλής

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΣΗΦ ο Χαλεπλής, μαρτυρήσας εν έτει αχπστ΄ (1686), ξίφει τελειούται.                                                                                                                     

Ιωσήφ ο Άγιος Μάρτυς ήτο από το Χαλέπιον της Συρίας. Κατά δε το έτος αχπστ΄ (1686) συλλαβόντες αυτόν Αγαρηνοί τινες τον παρουσίασαν σπρώχνοντες και δέρνοντες εις τον κριτήν με την συκοφαντίαν ότι είπε να γίνη Τούρκος, αυτός όμως κατ’ ουδένα τρόπον εδέχετο τούτο. Ως δε είδεν ο κριτής τον Μάρτυρα, λέγει προς αυτόν· «Έλα, άνθρωπε, να γίνης μουσουλμάνος, να εξέλθης από την ψεύτικην πίστιν και να έλθης εις την αληθινήν, να σε έχω κοντά μου, να γίνης μέγας άρχων». Ταύτα ως ήκουσεν ο Μάρτυς απεκρίθη με μεγάλην παρρησίαν και είπεν· «Ω! πίστιν όπου έχετε και παρακινείτε και άλλους να πιστεύσουν! Τρισάθλιοι, κακορρίζικοι και δυστυχείς όπου είσθε! Που την ηύρετε σεις την πίστιν και την εκάματε και αληθινήν; Σεις, ταλαίπωροι, ούτε την νηστείαν σας ηξεύρετε πότε είναι, ούτε το μπαϊράμι σας· μόνον αναμένετε πότε να ιδήτε την σελήνην, να αρχίσητε την νηστείαν σας ή, μάλλον ειπείν, την πολυφαγίαν σας· όπου κάθεσθε όλην την ημέραν ωσάν νεκροί εις τον τάφον και αν εξυπνήσετε, παρατηρείτε τον ήλιον πότε να βασιλεύση να ορμήσητε πάλιν εις το φαγητόν· έπειτα φυλάττετε πάλιν πότε να ιδήτε την σελήνην να κάμετε το μπαϊράμι σας· και αν τύχη συννεφία, το κάνετε άλλοι εμπρός και άλλοι οπίσω και σας έχουν όλα τα έθνη παίγνιον και γελούν μαζί σας. Αυτή είναι η πίστις σας και μου λέγετε να πιστεύσω εις αυτήν; Πως δε να ειπώ τα άλλα σας μυθώδη και μυσαρά θρησκεύματα, τα οποία είναι πως ο Θεός σας τρώγει και πίνει και πως σεις έχετε να απολαύσετε εις τον κατεσκευασμένον από υμάς παράδεισον φαγητά και ποτά και ασελγείας περισσοτέρας, όπου κάμνετε εδώ»; Ταύτα και άλλα πλείονα δημηγορήσας ο Μάρτυς και εκφαυλίσας την θρησκείαν των εσιώπησεν. Οι δε, ακούσαντες, έτριξαν κατ’ αυτού τους οδόντας και ο αλιτήριος κριτής έδωκε κατ’ αυτού την δια ξίφους απόφασιν. Παραλαβόντες λοιπόν αυτόν τον επήγαν δέροντες εις τον τόπον της καταδίκης και εκεί γονατίσας ο Μάρτυς εδέχθη το μακάριον τέλος και έλαβε χαίρων του Μαρτυρίου τον στέφανον, εις δόξαν Χριστού. 

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αβράμιος

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΒΡΑΜΙΟΥ, Επισκόπου Αρβήλ της Περσίδος.                                                                                                                                              
Αβράμιος ο ένδοξος του Χριστού Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος πόλεως τινος της Περσίας ονομαζομένης Αρβήλ. Κατά δε το πέμπτον έτος του διωγμού, ο οποίος έγινεν εις την Περσίαν εναντίον των Χριστιανών συνελήφθη ούτος υπό Αδερφορά αρχιμάγου του βασιλέως, και εβιάσθη υπ’ αυτού να αρνηθή μεν τον Χριστόν, να προσκυνήση δε τον ήλιον. Ο δε μακάριος Αβράμιος έλεγεν εις αυτόν· «Άθλιε και ταλαίπωρε, πως δεν φοβείσαι παρακινών με να πράξω τα μη πρέποντα; Και είναι δυνατόν να αφήσω τον Ποιητήν του ηλίου και όλων των κτισμάτων και να προσκυνήσω τον ήλιον, τον του Θεού κτίσμα και ποίημα άψυχον»; Οι λόγοι ούτοι του Επισκόπου ετάραξαν ουχί ολίγον τον αρχιμάγον. Όθεν πάραυτα προστάσσει να εκδύσωσι τον Άγιον, να ρίψωσιν αυτόν εις την γην και να τον δέρωσιν αγρίως με ράβδους. Επειδή δε είδε τον Μάρτυρα ότι υπέφερε με γενναιοκαρδίαν την τιμωρίαν ταύτην και ότι προσηύχετο δια τους τιμωρούντας αυτόν και έλεγε «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, διότι δεν ηξεύρουν τι πράττουσι», τούτου ένεκα διέταξεν ο θηριώδης και απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν και ούτως ετελειώθη ο μακάριος Αβράμιος εν κώμη καλουμένη Θελμάν και έλαβε παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Νικόλαος ο Στουδίτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Ομολογητού του Στουδίτου.                                                                                                                                                 

Νικόλαος ο Όσιος Πατήρ ημών ο Στουδίτης εγεννήθη μεν εις την νήσον Κρήτην, επιθυμών δε να ίδη συγγενή του τινά, ονόματι Θεοφάνην, ανεχώρησεν εκ της πατρίδος του και επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ευρών εκείνον ει το Μοναστήριον του Στουδίου συνηριθμημένον μετά των λοιπών αδελφών, ενδύεται και αυτός το σχήμα των Μοναχών. Αφ’ ου δε διήλθε πάσαν πνευματικήν παιδείαν και εδιδάχθη ακριβέστατα ποία είναι τα σημεία και ιδιώματα της Μοναχικής πολιτείας και αφ’ ου έφθασεν εις το άκρον της αρετής, εχειροτονήθη Ιερεύς. Τι δε συνέβη μετά ταύτα; Εξορίζεται ο αοίδιμος ούτος Νικόλαος μετά του Αγίου Θεοδώρου του Ηγουμένου του Μοναστηρίου των Στουδιτών, και ανακληθέντες και οι δύο εκ της εξορίας δέρονται έπειτα με βούνευρα κατά προσταγήν του βασιλέως Λέοντος Ε΄ Αρμενίου του εικονομάχου, εν έτει ωιστ΄ (816), διότι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας και ούτω ρίπτονται εις την φυλακήν. Πάλιν δε ερωτηθέντες και βεβαιούντες την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, δέρονται και είτα δεθέντες, ρίπτονται πάλιν εις την φυλακήν· μείναντες δε εκεί έτη τρία και ταλαιπωρηθέντες με πείναν και δίψαν και γύμνωσιν, εκείθεν στέλλονται εις την Σμύρνην. Δαρέντες δε και εκεί, ρίπτονται εις την φυλακήν και οι πόδες των σφαλίζονται εις το τιμωρητικόν ξύλον. Αφ’ ου παρήλθον είκοσι μήνες, απέθανεν ο Αρμένιος Λέων και τότε οι μακάριοι ούτοι Όσιοι και Ομολογηταί, ελευθερωθέντες από της φυλαλής, μετέβησαν εις την Χαλκηδόνα και εκεί συναντήσαντες τον τρισόλβιον Νικηφόρον, τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ευρίσκοντο μετ’ αυτού. Μετ’ ολίγον δε, όταν μετά τον Αρμένιον έγινε βασιλεύς Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός, ο εικονομάχος, εν έτει ωκ΄ (820), εξορίζονται εις την Προύσαν κατά προσταγήν του Μιχαήλ· από εκεί εξορίζονται εις τον Ακρίταν, ένθα διατρίβων ο Άγιος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησεν. Αφ’ ου δε απέθανε Μιχαήλ ο Τραυλός και εδέχθη την βασιλείαν Θεόφιλος ο υιός του, εν έτει ωκθ΄ (829), πάλιν εκινήθη πόλεμος κατά των ευσεβών, όσοι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας· αφ’ ου δε και ο Θεόφιλος έπαυσε του ζην, και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα μετά του υιού της Μιχαήλ Γ΄ έγιναν διάδοχοι της Βασιλείας εν έτει ωμβ΄ (842), επήλθεν ειρήνη σταθερά εις τους Ορθοδόξους. Όταν δε ο Μακεδών Βασίλειος Α΄ έγινε βασιλεύς εν έτει ωξζ΄ (867), τότε με πολλάς παρακινήσεις του κατέπεισε τον Όσιον τούτον και πολύαθλον Νικόλαον και κατέστησεν αυτόν Ηγούμενον εις το Μοναστήριον του Στουδίου, ότε ήτο πλέον γέρων εις την ηλικίαν. Με τοιούτους λοιπόν και τοσούτους αγώνας διανύσας την ζωήν του ο Ιερός ούτος Πατήρ και υπό των πολλών κακοπαθειών ταλαιπωρηθείς, εν ειρήνη ανεπαύσατο, ζήσας έτη εβδομήκοντα πέντε. 

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΣΙΔΩΡΟΥ του Πηλουσιώτου.                                                                                                                                     

Ισίδωρος ο θείος Πατήρ ημών ο Πηλουσιώτης κατήγετο εκ της Αιγύπτου, υιός ων γονέων ευγενών και θεοφιλών, συγγενής δε Θεοφίλου και Κυρίλλου των της Αλεξανδρείας Αρχιεπισκόπων, ακμάσας περί το υιβ΄ (412) έτος. Oύτος λοιπόν επειδή ήτο γεγυμνασμένος εις το άκρον, τόσον κατά την εσωτερικήν και θείαν φιλοσοφίαν, όσον και κατά την εξωτερικήν, δια τούτο και πάμπολλα συγγράμματα αφήκεν εις τους φιλομαθείς, λόγου και ενθυμήσεως άξια. Αυτός δε παραιτήσας πλούτον και γένος λαμπρόν, και ευδαιμονίαν ζωής, μετέβη εις το Πηλούσιον όρος και ενδυθείς το Μοναχικόν σχήμα, εκεί εσχόλαζε προσευχόμενος και συνομιλών νοερώς μετά του Θεού. Εκ του Πηλουσίου όρους εδίδασκεν ο Όσιος όλην την οικουμένην και εφώτιζεν αυτήν δια των θείων λόγων του, τους εναρέτους εις την αρετήν επιστηρίζων, τους απειθείς παρακινών εις ευπείθειαν και με τον αυστηρόν των ελέγχων του και εις αυτούς τους ιδίους τους βασιλείς υπομιμνήσκων και παραινών τα συμφέροντα εις την οικουμένην και γενικώς, εις όλους εκείνους, όσοι ηρώτων αυτόν δι’ απορίας εκ των Αγίων Γραφών, έδιδε σοφωτάτας λύσεις και ερμηνείας. Λέγουσι δε τινες, ότι αι επιστολαί του θείου τούτου Πατρός αριθμούνται, ως έγγιστα, εις δέκα χιλιάδας. Ούτω λοιπόν κάλιστα διανύσας την ζωήν του και κατά Θεόν πολιτευσάμενος, με γήρας βαθύ ετελείωσε τον Βίον του περί το υν΄ (450) έτος της σωτηρίας. 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον

«Δεύτε άπαντα τα πέρατα της γης, την Σεπτήν μετάστασιν της Θεομήτορος μακαρίσωμεν... Η γαρ των Ουρανών υψηλοτέρα και των Χερουβείμ ενδοξοτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν και πληρούνται τα σύμπαντα χαράς» (Τροπάριον β' Λιτής της εορτής).



Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον, την αειπάρθενον, την μητέρα του φωτός. Χαίρει, γιατί υποδέχεται την θεοχώρητο κόρη και αγνή Θεοτόκο, το κλέος των προφητών, την θυγατέρα του Δαυΐδ. Χαίρει, όταν βλέπη να ανεβαίνη από την γη που είναι έρημος από αρετή και ωραιότητα Εκείνη που ανέτρεψε την κατάρα και την μετέτρεψε σε ευλογία. Χαίρει ο ουρανός, γιατί τιμάται υποδεχόμενος την πάντων Βασίλισσα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη» και παρισταμένη στα δεξιά του Σωτήρος. Χαίρει βλέπων «την βάτον την φλεγομένην και μη καιομένην», «την λαβίδα των μυστικών την τον άνθρακα Χριστό συλλαβούσα εν γαστρί» να μετακομίζη εις την άνω Ιερουσαλήμ για ατελεύτητο κατάπαυση. Χαίρει ο ουρανός, γιατί μετέστη προς την ζωήν «η κλίμαξ δι ἧς κατέβη ο Θεός», «η της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον», «η των ειδώλων ελέγξασα τον δόλον», η Θεοτόκος. Χαίρει και αγάλλεται και σκιρτά βλέπων στον ουρανό τον έμψυχο ναό του Θεού, την τον θείον μαργαρίτην προαγαγούσα, Εκείνη δια της οποίας ελύθη η κατάρα, Εκείνη που Χριστόν προαγαγούσα έγινε αιτία χαράς και έκτοτε αντεισάγεται στον κόσμο αντί της καταδίκης η χάρις, αντί της απωλείας η σωτηρία, αντί του σκότους το φως, αντί του παροδικού το αιώνιον, αντί της αδικίας η δικαιοσύνη, αντί νυκτός η ημέρα, αντί του Βελίαρ ο Χριστός, την Θεομήτορα. Σήμερα, αδελφοί μου, το ηγιασμένον σκήνωμα του Υψίστου έλαβε επίγειο τέλος, ένδοξο και ευκλεές. Σήμερα, γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, η οποία εις τον ανενδεή Θεό σώμα και σάρκα εχάρισε. Γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, που έδωσε ένδυμα εις τον αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον. Σήμερα, γιορτάζουμε την εορτή Εκείνης, που αποτελεί το παλάτιον και τον θρόνον του Βασιλέως, Εκείνης που είναι η αιτία της θεώσεως όλων, Εκείνης που εισήγαγε στον κόσμο και στην οικουμένη τον Χριστό προς σωτηρία των ψυχών ημών. Άνθρωποι σκιρτήσατε, λογικές φύσεις αλαλάξατε, πάσα η γη, τω Κυρίω υψώσατε φωνήν αινέσεως, ότι εκοιμήθη η μήτηρ της ζωής και τον «κόσμον ου κατέλιπεν». Ο ουρανός άνωθεν ευφραίνεται, η γη αγάλλεται, η θάλασσα του κόσμου αναταράσσεται. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίζονται κηδεύσαι θεοπρεπώς την μεγάλη Μητέρα από την οποία ο Βασιλεύς της δόξης περιεβλήθη της σαρκός την πορφύρα και εκήρυξε την άφεση στους αιχμαλώτους της αμαρτίας και τους αποδήμους της θείας χάριτος. Πανηγυρίσατε φιλέορτοι και φιλόθεοι και θεόφιλοι. Η αμνάς η τεκούσα τον πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, η αμνάς η ελπίς πάντων ημών, προς τον Μεγάλο Ποιμένα, τον Δεσπότην Χριστό σήμερα ανυψώνεται από γης εις τα άνω, πρεσβευτικό υπέρ ημών εξανοίγουσα στόμα. Πανηγυρίσατε άνθρωποι ότι ο τάφος δεν μπόρεσε να κρατήση στους κόλπους του την μητέρα της ζωής ότι «ουχ είχε κατέχειν εις τέλος γη και τάφος και θάνατος, ζωαρχικόν σώμα και θεοδόχον»! Χαρήτε αδέλφια χαρά μεγάλη «παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος» «νενίκηνται γαρ της φύσεως οι όροι» στην Μητέρα του Θεού. Άσατε, άνθρωποι, τω Κυρίω «άσμα καινόν», αφού εν τη κοιμήσει της Θεοτόκου ο θάνατος δεν είναι πρόξενος λύπης αλλά χαράς. «Ζωής γαρ αϊδίου και κρείττονος ο θάνατος αυτής γέγονε». Είπωμεν πάντες οι ευλαβείς εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. «Πανύμνητε Μήτερ, Εσύ που μας προσέφερες το «σεσιγημένον» μυστήριον και το «σιωπόμενον δόγμα» εν τη Σεπτή Κοιμήσει Σου. Συ κόρη αμίαντε, παρθένε, αμόλυντε, άφθορε, πάγκαλε νεάνις. Συ γυναικών αγλάισμα, θυγατέρων καλλώπισμα. Συ εσφραγισμένη τη παρθενία, Συ του Νώε η Κιβωτός και του Ιωσήφ η σωφροσύνη. Συ η ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα, Συ η θυγάτηρ του Δαυΐδ, Συ η υπάρχουσα των προφητών η διόπτρα. Δεόμεθά Σου σήμερον. Δέξου τις προσευχές όλων μας, κλήρου και λαού ως λαμπάδα αναμμένη προ της θαυματουργού εικόνος Σου, ως προσκύνηση και από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Σε γαρ μόνην ασφαλή και βεβαίαν άγκυραν έχομεν. Δεόμεθά Σου Θεοτόκε. Φρούρει, φύλαττε και σώζε τον κόσμον. Δίδου εις αυτόν θεογνωσίαν, στήριξε την Εκκλησία, φύλαττε την πατρίδα ημών, σε ειρήνη μετάβαλε κάθε επιβουλή, καθότι ο εκ Σου τεχθείς Ιησούς ο Θεός ημών, Θεός και Βασιλεύς υπάρχει. Ειρηνοδότης και ειρηνοφόρος και «άνδρα αιμάτων και δόλιον βλελύσσεται». Αδελφοί μου, εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. Η κεχαριτωμένη έστω εις πάντας Υμάς σκέπη, ευλογία και χάρις, χαρά και χαρίτωσις. Αμήν.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

H Θεοτόκος - του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                         
Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!...                                      
Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).


Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων.
Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσα στα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

1)  Α Τιμοθ. γ: 16
1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.
2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι
3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.
4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.
5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.
6) Αυτόθι σελ. 23.
7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.
8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…
9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.
10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.
11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37
12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11
13) Αυτόθι ΝΖ 6
14) Γεν. Δ : 26.
15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10
16) Αυτόθι ΝΖ  7
17) Αυτόθι  ΝΖ  6
18) Αυτόθι  ΝΒ  8
19) Μάρκου ιβ: 30
19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….
20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20
20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…
21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12
22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.
23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ
24)                                                   >>    ΝΓ 18
25)                                                   >>     ΝΓ47
26)                                                   >>     ΝΓ 46
27)                                                   >>     ΝΓ 50
28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Oi νεοφανείς Μάρτυρες Σταμάτιος και Ιωάννης

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων ενδόξων Νεομαρτύρων ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ των αυταδέλφων και ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Συναθλητού αυτών, των εκ Σπετσών καταγομένων και εν Χίω μαρτυρησάντων κατά το έτος αωκβ΄ (1822).                                                                                                                                  

Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Με κάθε δίκαιον δύναταί τις θαυμάζων να φωνάζη, διότι τους τρόπους με τους οποίους η πάνσοφος και πανάγαθος πρόνοια του Θεού τα πάντα οικονομεί, ούτε ο νους του ανθρώπου δύναται να τους χωρέση, ούτε η διάνοια να τους διακρίνη, ούτε η γλώσσα να τους λαλήση. Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ο Σαούλ ζητεί να εύρη τας χαμένας όνους του πατρός του και η θεία Πρόνοια χειροτονεί αυτόν βασιλέα του Ισραήλ. Ο Δαυϊδ πηγαίνει τροφάς εις τους αδελφούς του εις το στρατόπεδον και η πάνσοφος Πρόνοια ψηφίζει αυτόν και αποδεικνύει νικητήν και τροπαιούχον του αλλοφύλου ληστάρχου Γολιάθ. Οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες εξέρχονται της πατρίδος των να εμπορευθώσι, να κερδήσουν πλούτον πρόσκαιρον και η πάνσοφος Πρόνοια, με αυτόν τον τρόπον, τους προσκαλεί να λάβωσι κέρδος μέγα σχεδόν πάντη ανέλπιστον. Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Εξέρχονται από την πατρίδα των δια κέρδος προσωρινόν και η δυστροπία των καιρών τους φέρει εις τον λιμένα των μαρτυρικών αγώνων και τους αποδεικνύει στεφανηφόρους και νικηφόρους Μάρτυρας. Πλην δια να εννοήση έκαστος την υπόθεσιν του Μαρτυρίου των, πως ηκολούθησεν, ας την διηγηθώμεν εν συντομία.                                                                   
Σταμάτιος και Ιωάννης οι νεοφανείς Μάρτυρες του Χριστού, οι λαμπροί της Εκκλησίας φωστήρες, ήσαν γέννημα και θρέμμα της νήσου των Σπετσών· ο πατήρ αυτών ωνομάζετο Θεόδωρος, Γκίνης την επωνυμίαν, η δε μήτηρ αυτών Ανέζω. Αφ’ ου απέθανεν ο πατήρ των, έχοντες μετρίαν περιουσίαν, ανετράφησαν ομού με τους άλλους αδελφούς των, όταν δε έφθασαν εις ηλικίαν, εμπορεύοντο εις μικράς ποσότητας κατά την συνήθειαν των εντοπίων των. Κατά το έτος 1822, εν ω εταράχθη γη και θάλασσα από την γενομένην επανάστασιν κατά των ασεβώς και παρανόμως τυραννούντων Οθωμανών, εξήλθον ούτοι της πατρίδος των δια να εμπορευθώσι. Περιερχόμενοι και έχοντες το πλοίον των φορτωμένον με έλαιον, από εναντιότητα των ανέμων και θαλασσοταραχήν κατήντησαν να πέσουν αντίκρυ της νήσου Χίου, προς το μέρος της Ανατολής το λεγόμενον Τσεσμέ, εις το μέρος το οποίον ονομάζεται Αλάτσατα. Εκεί λοιπόν αράξαντες εξήλθον εις την ξηράν και παρουσιάσθησαν εις τινα Χριστιανόν, τον οποίον εθεώρησαν ότι τωόντι ήτο Χριστιανός, και αφού του εξέθεσαν τι άνθρωποι ήσαν, τον παρεκάλεσαν, δίδοντές του και αρκετά γρόσια, να τους οικονομήση τα όσα εχρειάζοντο προς διόρθωσιν του μικρού των πλοίου. Εκείνος όμως, αντί να τους οικονομήση, ως υπεσχέθη, εφάνη άλλος Ιούδας και πηγαίνων εις τον αγάν του τόπου του τους επρόδωσε και παίρνων ανθρώπους του αγά επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν και τους συνέλαβον. Ήσαν δε όλοι οι συλληφθέντες επτά, εκ των οποίων οι δύο φεύγοντες εθανατώθησαν, οι άλλοι δύο έπεσον εις την θάλασσαν, τους δε τρεις, τον πλοίαρχον και τους δύο τούτους αυταδέλφους, συλλαβόντες τους έφερον εις την Χίον και τους παρέδωκαν εις τον εκεί ευρισκόμενον πασάν· ήτο δε η εικοστή έκτη του Ιανουαρίου. Ο πασάς παραστήσας αυτούς έμπροσθέν του, εξετάσας αυτούς και μαθών ποίοι άνθρωποι ήσαν, επρόσταξε τους μεν δύο αδελφούς να κλείσουν εις την σκοτεινήν φυλακήν, τον δε γεροντότερον, ονόματι Νικόλαον, να τον εκβάλωσιν έξω από το Κάστρον εις την πεδιάδα, η οποία ονομάζεται Βουνάκι, και να τον αποκεφαλίσωσι. Παρεκίνουν δε τούτον καθ’ όλον τον δρόμον να γίνη Τούρκος και να του χαρίσουν την ζωήν. Ούτος δε απεκρίθη· «Τώρα πλέον θα κάμω εγώ νέον κόσμον; Όχι. Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θ’ αποθάνω· δεν αρνούμαι την πίστιν μου». Και φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον τον απεκεφάλισαν εις την ομολογίαν της Ορθοδόξου πίστεως. Ενώ δε οι νέοι ήσαν φυλακισμένοι εις την σκοτεινήν φυλακήν του κάστρου, ο πασάς διώρισε δύο ανθρώπους ιδικούς του, ένα Χίον Σερίφ τσαούσην ονομαζόμενον και ένα Λαζόν πεσκιρτζίμπασην την αξίαν, ανθρώπους και τους δύο κακίστους και παμπονήρους και υπεσχέθη εις αυτούς μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα, αν κατορθώσουν να καταπείσουν τους δύο αδελφούς ή με απειλάς βασάνων, ή με υποσχέσεις δωρεών να γίνουν Τούρκοι. Είχε λοιπόν, ο κατάρατος, μεγάλον πόθον να τους κάμη να αρνηθώσι την αγίαν πίστιν του Χριστού και να γίνουν Μουσουλμάνοι, λογιζόμενος τούτο ως προκοπήν του και ως τιμήν του μεγάλην, καθώς έλεγον οι πορευθέντες εκεί, ότι είπε· «Συμφέρει εις ημάς να έχωμεν τοιούτους ανθρώπους εις την πίστιν μας». Λαβόντες λοιπόν οι δύο ούτοι την τοιαύτην προσταγήν από τον πασάν, τι δεν έκαμαν, τι δεν εμεθοδεύθησαν; Δεν έπαυσαν, οι κατάρατοι, καθ’ ώραν και στιγμήν, κινούντες πάντα λίθον, κατά την παροιμίαν, πότε με υποσχέσεις μεγάλων δωρεών και αξιωμάτων πότε με απειλάς βασάνων και τιμωριών. Πλην όμως ούτοι έμενον στερεοί και αμετακίνητοι και με μεγάλην τόλμην αντέλεγον εις αυτούς. Αφ’ ου παρήλθον επτά ημέραι, χωρίς να δυνηθούν παντελώς να τους διασείσουν από την στερεάν των πίστιν, πηγαίνουν και οι δύο εις τον πασάν και του λέγουν· «Αφέντη, αυτοί ηννόησαν ότι βάσανα δεν τους κάμνομεν και δια τούτο κρατούν καλά το πείσμα των. Λοιπόν να μας δώσης την άδειαν να τους επιβάλωμεν τιμωρίας, ίσως τότε δυνηθώμεν να τους καταπείσωμεν, διότι με μεγάλην τόλμην αντιστέκονται και αντιλέγουν». Ο πασάς, ακούσας ταύτα, εστάθη ολίγην ώραν συλλογιζόμενος, έπειτα λέγει προς αυτούς· «Αυτοί οι γκιαούρηδες έχουν την συνήθειαν αυτήν και αν βάλουν το πείσμα των είναι αδύνατον να τους μεταβάλη κανείς. Ευκολώτερον κόπτει τις την κεφαλήν των ή το πείσμα των». Αυτά είπεν εις τους ευρεθέντας εκεί αγάδες, τα οποία ων παρών και εις των αρχόντων της χώρας, Χατζή Πολυχρόνης το όνομα, τα ήκουσεν από το ίδιον στόμα του πασά. Και ακόμη είπεν· «Αύριον παίρνει τέλος αυτό το ζήτημα». Οι δε καλοί νέοι, όντες εις την φυλακήν κεκλεισμένοι χωρίς να τους είπη τις τίποτε, προεγνώρισαν ως εκ θείας αποκαλύψεως ότι την ερχομένην ημέραν έχουν να τελειώσουν τον καλόν αγώνα και χαίροντες έλεγον εις τους φυλακισμένους· «Αύριον, αδελφοί, τελειώνομεν την ζωήν, αύριον είναι η υστερινή ημέρα της ζωής μας». Όθεν εζήτησαν να φέρουν κρυφίως χαρτί και έστειλαν έγγραφον την εξομολόγησίν των εις τον Επίσκοπον Χίου, ζητούντες να κάμη τρόπον να τους αξιώση των Αχράντων Μυστηρίων. Ο δε Αρχιερεύς τους διεμήνυσε με την ιδίαν γυναίκα, επειδή άλλος δεν έμβαινεν εις την φυλακήν, εκτός μόνον μία γυνή, Φράγκα το όνομα, της οποίας ο σύζυγος, Αγαπητός το όνομα, ήτο και αυτός κλεισμένος εις την ιδίαν φυλακήν, δι’ άλλην αιτίαν, τους διεμήνυσε, λέγω, να στέκουν στερεοί και να ετοιμασθούν με προσευχάς και δάκρυα και να μη δειλιάσουν παντελώς τον θάνατον, διότι τους αναμένει η δόξα του Παραδείσου, να συγχαίρουν με τους Μάρτυρας αιώνια. Παρήγγειλε δε και εις την γυναίκα να υπάγη την αυγήν να τους δώση τα Άχραντα Μυστήρια, επειδή Ιερεύς και άλλος Χριστιανός να εισέλθη εις τας φυλακάς ήτο αδύνατον. Ακούσαντες ούτοι τας εντολάς και νουθεσίας του Αρχιερέως από το στόμα της γυναικός, μετά δακρύων ηυχαρίστησαν τον Κύριον και διήλθον όλην την νύκτα άγρυπνοι, ψάλλοντες Παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και τους Οίκους αυτής και άλλας προσευχάς, όσας ήξευρον, εδέοντο δε της Κυρίας Θεοτόκου να μεσιτεύση εις τον Υιόν της να τους χαρίση δύναμιν, να μη δειλιάσουν τον θάνατον. Περί την αυγήν απεκοιμήθησαν ολίγον οι Άγιοι και εξυπνώντες είπον εις τους άλλους Χριστιανούς· «Ημείς, αδελφοί, σήμερον τελειώνομεν το ταξείδιον της ζωής μας. Όθεν σας παρακαλούμεν να δεηθήτε και σεις του Κυρίου μας να μας χαρίση δύναμιν». Τότε έβγαλαν και μερικά ενδύματα, τα οποία εφόρουν διπλά και τα έδωκαν εις τους φυλακισμένους εκείνους Χριστιανούς, εις άλλον ένα και εις άλλον άλλο και μερικά άσπρα από εκείνα τα οποία εκράτουν. Όταν δε έγινεν ημέρα, τους έστειλεν ο Αρχιερεύς τα Άχραντα Μυστήρια με την γυναίκα, την οποίαν προείπομεν, τα οποία εδέχθησαν μετά δακρύων. Αφού δε μετέλαβον των Αχράντων Μυστηρίων, ηυχαρίστησαν μεγάλως τον Κύριον και μετ’ ολίγον εγεύθησαν ολίγης τροφής, έστειλαν δε πάλιν δια της ιδίας γυναικός τας ευχαριστίας των εις τον Αρχιερέα, διότι τους οικονόμησεν εις την ανάγκην αυτήν, έστειλαν και ολίγα γρόσια παρακαλούντες αυτόν, όταν τελειωθώσι, να ψάλη τα λείψανά των και να τους μνημονεύση. Μετά παρέλευσιν δύο ωρών έδωσε προσταγήν ο πασάς να τους εκβάλουν από την φυλακήν και να τους φέρουν κάτωθι του σεραγίου, όπου εκάθητο, οπισθάγκωνα δεδεμένους και να τους ερωτήσωσιν, αν θέλουν να γίνουν Τούρκοι να κερδήσωσι την ζωήν των, ει δε μη, να τους κόψουν τας κεφαλάς. Ευθύς λοιπόν ετελειώθη το πρόσταγμα του τυράννου και φέραντες τους Αγίους ήρχισε τότε ο δήμιος να τους λέγη να υπακούσωσι, να δεχθώσι την Οθωμανικήν πίστιν δια να λυτρώσωσι την ζωήν των και να αξιωθώσι και μεγάλης τιμής. Οι δε Μακάριοι μεγαλοφώνως έκραζον λέγοντες· «Χριστιανοί θα αποθάνωμεν! Χριστιανοί είμεθα, Χριστιανοί εγεννήθημεν και Χριστιανοί θα αποθάνωμεν. Δεν αρνούμεθα τον Χριστόν, έστω και αν μεληδόν μας κατακόψητε· μόνον ό,τι θα κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν ενωρίτερα, μη χάνετε καιρόν ματαίως. Ημείς την πίστιν μας δεν την αρνούμεθα ποτέ». Αυτά τα ήκουσεν ο ίδιος ο πασάς από το παράθυρον όπου εκάθητο, επειδή με μεγάλην φωνήν και οι δύο τα εφώναζον. Όθεν έδωκε την απόφασιν να τους αποκεφαλίσουν. Παρευθύς λοιπόν αρπάσαντες τους Αγίους οι αιμοβόροι εκείνοι λύκοι τους έσυραν έξω του κάστρου με μεγάλην ταραχήν, έχοντες και δύο γυμνά ξίφη έμπροσθεν των οφθαλμών των Αγίων δια να δειλιάσωσι. Τούτο έκαμε τους ορώντας να τρέμουν βλέποντες την τόσην μανίαν αυτών. Αλλά και τον ένα από τους δύο, τον Ιωάννην, έκαμε τούτο να δειλιάση προς ώραν και να αλλοιωθή η όψις του. βλέπων δε τούτο ο Σταμάτιος του είπε· «Τι έπαθες, αδελφέ; Εδειλίασες τους κύνας; Δεν ενθυμείσαι την απόφασιν την οποίαν εκάμαμεν, να μη προδώσωμεν την πίστιν μας; Πως τώρα φαίνεσαι δειλός; Παρακάλεσε την Παναγίαν μας να σου δώση δύναμιν». Αυτά τα λόγια έδωσαν θάρρος εις τον Ιωάννην. Ενώ δε εξήρχοντο εις την έξω του κάστρου πεδιάδα, την λεγομένην Βουνάκι, έτρεχον πλήθος πολύ έμπροσθεν και όπισθεν. Οι δε Μακάριοι έκραζον μεγαλοφώνως. «Χριστιανοί είμεθα! Δια τον Χριστόν υπάγομεν εις θάνατον»! Όταν έφθασαν εις το μέρος όπου είναι κατέναντι των σφαγείων, κάτωθι της Παλαιάς Βρύσης, εκεί τους έστησαν να τους ερωτήσωσιν αν μετενόησαν και απεφάσισαν να δεχθώσι την πίστιν του Μωάμεθ, άλλως θα τους κόψουν, δείχνοντες συγχρόνως και το ξίφος. Τότε με μεγάλην φωνήν εξεφώνησαν και οι δύο: «Αδελφοί Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα και δια τον Χριστόν αποθνήσκομεν»! Και μάλιστα τρισσώς το είπον· «Χριστιανοί, Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα! Δεν αλλάζομεν την πίστιν μας! Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Τότε παρευθύς τους απεκεφάλισαν και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως και ανέβησαν στεφηφόροι εις τους ουρανούς να συνευφραίνωνται αιωνίως μετά των Αθλητών και Μαρτύρων. Τα δε τίμια των Αγίων λείψανα έμενον καταφρονημένα εις τον τόπον της καταδίκης. Έθεσαν δε, εις το μέσον των δύο, εις χαρτίον γεγραμμένην την αιτίαν της αποτομής των, ότι ήσαν εναντίον του βασιλέως των και κλέπται. Μετά δε τρεις ημέρας ηγγάρευσαν μερικούς Χριστιανούς και σύροντες αυτά τα έφερον εις την παραλίαν όπου επιβιβάσαντες εις λέμβον τα έρριψαν εις την θάλασσαν. Μερικοί δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έλαβον φροντίδα και επεμελούντο να τα ανασύρουν, αλλά δια τον πολύν φόβον ωκονόμησαν την υπόθεσιν ως εξής: Έδωκαν είδησιν εις φιλόχριστον τινα και φιλομάρτυρα Χριστιανόν, Γεώργιον το όνομα, βυρσοδέψην την τέχνην, να προσέχη εις την θάλασσαν όπου ευρίσκετο πάντοτε δια το έργον του μήπως και εκβάλη τα άγια λείψανα έξω. Λαβών λοιπόν την φροντίδα ο καλός Γεώργιος επρόσεχεν εις τούτο. Μετά τέσσαρας δε ημέρας, πνεύσας σφοδρός νότιος άνεμος εξέβαλε τα τίμια λείψανα εις το μέρος του Λαναρίτου της πανώλους, τα οποία λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν κρυφίως εις ένα χωράφιον, την δε κάραν του Ιωάννου δεν ευρήκαν ειμή μόνον του Σταματίου. Αυτό είναι το Μαρτύριον, αδελφοί, των νέων Μαρτύρων του Χριστού Σταματίου και Ιωάννου, των καλών αυταδέλφων, και Νικολάου του Συναθλητού αυτών, καθώς με όλην την επιμέλειαν ηδυνήθημεν να μάθωμεν από φιλαλήθεις άνδρας, χωρίς τινος προσθήκης. Ούτως ηγωνίσθησαν, οι καλλίνικοι νέοι, ούτως αντέστησαν μέχρι τέλους φυλάξαντες τον θησαυρόν της ευσεβούς πίστεως και υπέρ της πίστεως τμηθέντες τας κεφαλάς. Ήσαν δε, ως λέγουν, κατά την ηλικίαν, ο μεν Σταμάτιος ετών δέκα και οκτώ, ο δε Ιωάννης είκοσι και δύο, ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς φυλάξαι την πίστιν αμώμητον μέχρι τέλους, συνοδευομένην με έργα θεάρεστα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν. Αμήν.