Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας κατά το έτος αφκζ΄ (1527) ο και μαθητής χρηματίσας του Αγίου Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ξίφει τελειούται.                                      

Μακάριος  ο αοίδιμος Οσιομάρτυς ποίαν μεν είχε πατρίδα, και ποίων γονέων ήτο υιός, δεν εφανέρωσεν ιστορία ιδιαιτέρα· ότι δε υπήρξε μαθητής του αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρίου Νήφωνος, ωραίος μεν το σώμα, ωραιότερος δε την ψυχήν, και ότι μαρτυρικόν τέλος έλαβε, το ευρίσκομεν γεγραμμένον εις τον Βίον τού αυτού Αγίου Νήφωνος. Ούτος λοιπόν ο τη αληθεία μακάριος υπήρξεν εις από τους μεγάλους αγωνιστάς της εν Χριστώ ασκήσεως και της ακριβείας του μοναδικού βίου φύλαξ, και ζηλωτής εν πάσι των αρετών του διδασκάλου του Αγίου Νήφωνος· φθάσαντος δε εις το άκρον και τέλειον της θείας αγάπης, εφλέγετο καθ’ εκάστην η καρδία του και επόθει όπως αξιωθή και τελειώση την ζωήν του δια μαρτυρικού θανάτου. Εφανέρωσε όθεν τον πόθον και τον ένθεον τούτον σκοπόν του εις τον Άγιον Νήφωνα, ευρισκόμενον τότε εν τη Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου, κατά την δευτέραν φοράν της εις το Άγιον Όρος ελεύσεώς του. Ο δε, ακούσας τον σκοπόν του, και γνωρίσας ότι είναι κατά θείαν βούλησιν, είπεν εις αυτόν· «Άπελθε, τέκνον, εις την οδόν του Μαρτυρίου, ότι κατά την προθυμίαν σου θεόθεν θ’ αξιωθής να λάβης τον στέφανον της αθλήσεως και θα αγάλλεσαι αιωνίως μετά των Μαρτύρων και των Οσίων». Και ποιήσας ευχήν, και σφραγίσας αυτόν δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και καταφιλήσας, απέλυσεν αυτόν εν ειρήνη. Ο δε ευλογημένος Μακάριος, οπλισθείς δια των ευχών του Αγίου, εξήλθε χαίρων από το Όρος και έτρεχεν ίνα φθάση εις τον ποθούμενον αγώνα· κατευοδωθείς δε εις την Θεσσαλονίκην, βλέπει εκεί συνηγμένον πλήθος πολύ Οθωμανών και αρχίζει ευθύς να διδάσκη παρρησία, ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, όστις κατήλθεν από τους κόλπους του Πατρός, και έγινε δι’ ημάς άνθρωπος και ούτω καθεξής εκήρυττε λεπτομερέστατα όλα τα της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Ακούσαντες δε οι Οθωμανοί ταύτα, ώρμησαν κατ’ αυτού μετά μαχαιρών και ξύλων και κτυπώντες αυτόν κατεπλήγωσαν όλον του το σώμα, ώστε έτρεχε το αίμα ποταμηδόν από τας πληγάς· έπειτα έβαλον αυτόν εις την φυλακήν. Το δε πρωϊ συναχθέντες έφερον τον Μάρτυρα εις το κριτήριόν των, και κατ’ αρχάς μεν τον εκολάκευον, υποσχόμενοι πλούσια δώρα δια να τον μεταστρέψωσιν από την πίστιν του Χριστού εις την θρησκείαν των. Αλλ’ ο Μάρτυς του Χριστού μετά παρρησίας απεκρίνετο· «Είθε και σεις να γνωρίσητε την αληθινήν και ακατηγόρητον πίστιν ημών των Χριστιανών, και να βαπτισθήτε εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος και να ελευθερωθήτε από την πεπλανημένην θρησκείαν σας». Καθώς ήκουσαν ταύτα οι Τούρκοι, ήρπασαν παρευθύς τον Μάρτυρα και κτυπώντες αυτόν, και δια μαχαιρών κεντώντες το σώμα του και καταπληγώνοντες αυτό, τέλος απέκοψαν και την τιμίαν αυτού κεφαλήν, κατά την ιδ΄ (14ην) Σεπτεμβρίου του έτους αφκζ΄ (1527) και τοιουτοτρόπως έλαβεν ο Οσιος τον αδαμάντινον στέφανον του Μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Νήφων, ευρισκόμενος εις το Βατοπαίδιον, επληροφορήθη εκ Πνεύματος Αγίου το μαρτυρικόν τέλος του Μακαρίου και είπε προς τον άλλον του μαθητήν Ιωάσαφ· «Γίνωσκε, τέκνον μου, ότι ο συνάδελφός σου Μακάριος ετελεύτησε σήμερον μαρτυρικώς, και υπάγει ήδη εις τους ουρανούς, ίνα συγχαίρη εκεί εις τους ενδόξους χορούς των Οσίων και των Μαρτύρων»· ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανίου μακαριότητος. Αμήν.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς Πάπας

 Τη αυτή ημέρα Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΑΠΑ.                                                               

Πάπας ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλέως και Μάγνου ηγεμόνος της πόλεως Λαράνδου της επαρχίας Λυκαόνων. Ο δε τρόπος του Μαρτυρίου αυτού είναι ποικίλος και πολυειδής· διότι και πληγάς εις τας σιαγόνας έλαβε, και κρεμασθείς εξέετο δια σιδηρών ονύχων, και καρφωθέντων εις τους πόδας του σιδηρών υποδημάτων ηναγκάζετο να τρέχη με αυτά έμπροσθεν των ίππων και ούτω με τοιαύτας βασάνους παρέδωκεν ο μακάριος την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. 

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’  Οικουμενικής Συνόδου των Αγίων Εκατόν Εβδομήκοντα Πατέρων, των εν Κωνσταντινουπόλει κατά των Μονοθελητών συνελθόντων.                 

Η Αγία Έκτη Οικουμενική Σύνοδος συνηθροίσθη εν τω Τρούλλω του παλατίου τω λεγομένω Ωάτω, επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του Παγωνάτου, πατρός Ιουστινιανού του Β΄ του καλουμένου Ρινοτμήτου, εν έτει χπ΄ (680) μ.Χ. Λέγεται δε αύτη Τρίτη των εν Κωνσταντινουπόλει γενομένων. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήτο ο Γεώργιος, Πάπας δε της Ρώμης ο Αγάθων. Παρόντες εν αυτή ήσαν ρο΄ (170) Άγιοι Πατέρες, προεξήρχον δε της Συνόδου ο Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος παραστάς εν τη Συνόδω αυτοπροσώπως, ο Ρώμης Αγάθων, όστις αντεπροσωπεύετο δια τοποτηρητών (Θεόδωρος και Σέργιος Πρεσβύτεροι και Ιωάννης Διάκονος), Πέτρος Μοναχός τοποτηρητής του θρόνου Αλεξανδρείας, Θεοφάνης ο Αντιοχείας (ο μετά τον υπό της Συνόδου ταύτης καθαιρεθέντα Μακάριον πατριαρχεύσας) και Γεώργιος Ιερομόναχος Τοποτηρητής του θρόνου Ιεροσολύμων. Η Σύνοδος αύτη συνήλθε δια την εκταράττουσαν τότε την Εκκλησίαν αίρεσιν των Μονοθελητών. Διεκρίθησαν δε εν αυτή ο της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Γεώργιος, Στέφανος ο της εν Πόντω Ηρακλείας φωστήρ, Ιωάννης Αθηνών Επίσκοπος και άλλοι επί σοφία και τη των Γραφών πολυμαθεία διάσημοι. Κατεδίκασε δε και ανεθεμάτησε η Σύνοδος αύτη τους αιρετικούς Μονοθελητάς. Ήσαν δε τότε εν ζωή ο Αντιοχείας Μακάριος, του οποίου μάλιστα η καθαίρεσις εγένετο εν δημοσία τελετή δια της αφαιρέσεως των ιερατικών ενδυμάτων και άλλοι ομόφρονες αυτού. Κατέκρινεν επίσης η Σύνοδος και ανεθεμάτισε και τους προαποθανόντας Μονοθελητάς Ονώριον τον Ρώμης Πάπαν, Σέργιον, Πύρρον, Πέτρον και Παύλον τους της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας, και Κύρον Αλεξανδρείας. Επίσης Θεόδωρον τον της Φαράν Επίσκοπον, Στέφανον τον μαθητήν του Μακαρίου, Πολυχρόνιον τον νηπιόφρονα γέροντα και τους συν αυτοίς, οίτινες εδογμάτιζον ασεβώς επί Χριστού μίαν θέλησιν και μίαν ενέργειαν. Δια του πονηρού τούτου δόγματος κατεβίβαζον οι αιρετικοί Μονοθεληταί εις πάθος το απαθές της Θεότητος, και εις άλλας πολλάς ατοπίας κατεκρημνίζοντο. Εδογμάτισε δε η αυτή Αγία Σύνοδος να φρονώμεν και να σεβώμεθα επί Χριστού μίαν μεν υπόστασιν της θεότητος και της ανθρωπότητος, δύο δε φυσικάς θελήσεις και ενεργείας· καθότι και αι δύο φύσεις εν τω ενί Χριστώ ετηρήθησαν άτρεπτοι και ασύγχυτοι· και ποτέ μεν η μία φύσις, ποτέ δε η άλλη επεδείξατο την ιδικήν της θέλησιν και ενέργειαν. Κανόνας η Αγία αύτη Σύνοδος δεν εξέθεσεν. Εξέδωκεν όμως τοιούτους η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος η συγκληθείσα υπό Ιουστινιανού του Ρινοτμήτου, του υιού του Κωνσταντίνου τούτου εν τω αυτώ Τρούλλω εν έτει 691. 

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Η μνήμη της βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ευσεβεστάτης βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ, συζύγου γενομένης του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου.                                     

Πλακίλλα η ευσεβεστάτη και Αγία βασίλισσα ήτο γυνή  του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου του εν έτει τοθ΄ (379) βασιλεύσαντος· καίτοι δε έχουσα την επί γης βασιλείαν, ηγάπα όμως και επεθύμει να αποκτήση περισσότερον την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τούτο δεν εξώθει αυτήν εις υπερηφάνειαν το ύψος της επιγείου βασιλείας, όπερ είχεν, αλλά μάλλον εταπείνωνε και ήναπτεν αυτήν εις τον πόθον τής ουρανίου Βασιλείας. Όσον δε μεγάλη ήτο η ευεργεσία, την οποίαν εχάρισεν εις αυτήν ο Θεός, τόσον και αυτή έδειξε μεγάλην αγάπην εις τον ευεργέτην αυτής Κύριον. Δια τούτο η αοίδιμος αυτοπροσώπως εφρόντιζε να επισκέπτηται τους ασθενείς και αναπήρους, τους εστερημένους από τα μέλη του σώματος ή έχοντας ταύτα βεβλαμμένα· επεσκέπτετο δε αυτούς χωρίς να λαμβάνη εις συνοδείαν της πλήθος υπηρετών και δούλων και δορυφόρων, καθό βασίλισσα, αλλά ενοσήλευεν αυτούς μόνη με τας ιδίας της χείρας. Μετέβαινε μόνη εις τους οίκους των, και έδιδεν εις έκαστον τα χρειώδη. Αλλά και εις τα ξενοδοχεία της Εκκλησίας περιπατούσα η μακαρία υπηρέτει τους κλινήρεις, μόνη λαμβάνουσα την χύτραν και μαγειρεύουσα δι’ αυτούς· μόνη γευομένη από τον ζωμόν, δια να δοκιμάση το φαγητόν των· μόνη πλύνουσα το ποτήριον των αρρώστων, και μόνη κάμνουσα όλα τα άλλα έργα, όσα είναι ίδια των δούλων και υπηρετριών. Εις εκείνους δε, οι οποίοι προσεπάθουν να εμποδίσουν τους ασθενείς, έλεγε ταύτα τα αξιομνημόνευτα λόγια· «Η μεν βασιλεία, την οποίαν έχω, πρέπει να διαμοιράζη εις τους πτωχούς το χρυσίον και το αργύριον· εγώ δε πάλιν η βασίλισσα πρέπει να προσφέρω εις τον Θεόν την δια σώματός μου υπηρεσίαν, ευχαριστούσα, διότι μοι εχάρισε την βασιλείαν ταύτην». Εις δε τον σύζυγόν της βασιλέα Θεοδόσιον συνείθιζε να λέγη συχνάκις· «Πάντοτε, ω άνδρα μου, πρέπει να συλλογίζησαι, τι ήσουν προ του να γίνης βασιλεύς, και τι είσαι τώρα. Διότι, εάν αυτά ενθυμήσαι, δεν θα γίνης ποτέ εις τον ευεργέτην σου Θεόν αχάριστος, αλλά θα κυβερνήσης πάντοτε κατά τους νόμους την βασιλείαν την οποίαν Αυτός σοι εχάρισε· και με αυτόν τον τρόπον θα ευχαριστήσης τον χαρίσαντά σοι την επίγειον βασιλείαν». Τοιαύτα λόγια μεταχειριζομένη πάντοτε η αείμνηστος βασιλίς, προσέφερεν αυτά εις τα καλά σπέρματα της αρετής του ανδρός της ως πότισμα κάλλιστον και αρμοδιώτατον. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον εδίδασκεν ακριβώς τους νόμους του Θεού, τόσον εις τον εαυτόν της, όσον και εις τον άνδρα της. Όθεν δουλεύουσα τον Θεόν εις όλην της την ζωήν με εγκράτειαν, με προσευχήν, με κακοπάθειαν γενναίαν, με την προς πάντας ιλαρότητα και με την συμπάθειαν των δεομένων πτωχών, ούτω παρέδωκε το πνεύμα της εις ον εδούλευε Θεόν, προ του να αποθάνη ο σύζυγός της· τόσην δε αγάπην έδειξεν εις αυτήν και μετά τον θάνατόν της ο βασιλεύς και σύζυγος αυτής Θεοδόσιος, ώστε, επειδή οι Αντιοχείς, κινηθέντες από ένα άγριον και πονηρόν δαίμονα, εξηγέρθησαν εναντίον των βασιλικών ανδριάντων, και τον χάλκινον ανδριάντα της πανευφήμου Πλακίλλης ταύτης κατεκρήμνισαν και έσυραν ατίμως αυτόν εις μέγα μέρος της πόλεως, τόσην, λέγω, αγάπην έδειξεν εις αυτήν τότε, ώστε ωργίσθη μεγάλως δια την ατιμίαν ταύτην, καθώς ήτο και πρέπον να οργισθή, και αφήρεσε τα προνόμια της πόλεως Αντιοχείας, απειλήσας άμα, ότι θα κατακαύση αυτήν και θα την μεταβάλη εις χωρίον. Επειδή δε ο Όσιος Μακεδόνιος, ο οποίος τότε ησκήτευεν εις τους πρόποδας του εν Αντιοχεία όρους, έγραψεν εις τον βασιλέα και συνεβούλευεν αυτόν να παύση την οργήν του, δια τούτο παρεκινήθη να αποκριθή προς αυτόν ο βασιλεύς ταύτα· «Δεν έπρεπεν, ω Πάτερ, διότι εγώ έσφαλα εις τους Αντιοχείς, αυτοί να δείξουν τόσην ύβριν και ατιμίαν μετά θάνατον εις μίαν τοιαύτην γυναίκα, ήτις ήτο αξιωτάτη παντός επαίνου και τιμής· κατ’ εμού δε έπρεπεν οι Αντιοχείς να εξεγείρωσι τον θυμόν των και όχι κατ’ εκείνης». Μετά ταύτα όμως ωφελήθη ο αυτός βασιλεύς από τας ειρημένας αγαθάς συμβουλάς της μακαρίας συζύγου του Πλακίλλης, εις το να κρατή τον θυμόν του και να νικά την οργήν του. Διότι εν ω ο βασιλεύς έπρεπε να εκδικήση με μεγάλας τιμωρίας τους Αντιοχείς, δια την μεγάλην ατιμίαν την οποίαν έδειξαν εις τους βασιλικούς ανδριάντας, και έπρεπε να τους αφανίση εξ ολοκλήρου, αυτός όμως ενθυμούμενος τους ανωτέρω λόγους της γυναικός του, και τον νόμον τον οποίον ενομοθέτησεν εις αυτόν ο Άγιος Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων, αυτά, λέγω, ενθυμούμενος, εφοβέρισε μεν μόνον ότι θα αφανίση την πόλιν των Αντιοχέων, αλλά πάλιν εφέρθη εις αυτούς πράως και φιλανθρώπως. 

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Δ΄ εἰς τήν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ

ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

α´ ᾿Επειδή ἀπεκόπημεν ἀπό τήν πρώτη καί θεία καί μακαρία ζωή λόγῳ τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορος, καί μακρυνθέντες ἀπό τόν Θεόν, ἐγίναμε  ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου, καί ξεπέσαμε εἰς μία πολύ ἁμαρτωλή ζωή, καί κατεκρίθημεν εἰς τό νά ἀποθάνωμε, καί  κατατεμαχισθήκαμε σέ ἀναρίθμητες γνῶμες, καί πλάνες καί ἀσέβειες, ὡς  δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου μέ τίς φιληδονίες καί τά πάθη τῆς σαρκός, καί διά τοῦτο εἴχαμε ἀνάγκη νά σαρκωθῇ ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος δέν ὑπέφερε τήν ζημία τοῦ πλάσματός Του, οὔτε ἤθελε νά τό ἀφήσῃ νά καταστραφῇ·  προκειμένου ἀπό Αὐτόν πού ἐπλάσθημεν, ἀπό Αὐτόν καί νά ἀναπλασθῶμεν, δι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ  καί Λόγος, ὁ ῾Οποῖος ἀπ᾿ αἰῶνος ὑπάρχει μαζί μέ τόν Πατέρα, ἄχρονος ὤν,  εὐσπλαγχνισθείς τήν φύσιν μας, ἡ ὁποία ἐγλίστρησε καί ἀπεμακρύνθη ἀπό τό καλό, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε εἰς τά βάθη τοῦ ᾅδου· εὐδόκησε καί ἠθέλησε νά γίνῃ ἄνθρωπος σέ μία ὡρισμένη στιγμή,  καί νά εἰσέλθῃ μέσα εἰς τόν χρόνον, καί νά γίνῃ ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Διά τοῦτο ὁ ᾿Αχώρητος χωρεῖται μέσα σέ Παρθενικά σπλάγχνα, καί περιγράφεται κατά τήν σάρκα ὁ ᾿Απερίγραπτος, καί διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς θεώνει τό πρόσλημμα, καί γίνεται ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος, Αὐτός πού πάντοτε ἦτο τέλειος Θεός.
β´ ᾿Αφοῦ λοιπόν συνανεστράφη καί ἔζησε μέσα εἰς τόν κόσμον, ἔδωσε ἐντολάς δικαιοσύνης καί ἀρετῆς, καί ἔδειξε τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἐδίδαξε τά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη, ἔκαμε θαύματα ὑπερφυσικά, μεγάλα καί θαυμαστά. ῞Υστερα παραδίδεται ἑκουσίως εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί ἀδίκων, καί κατακρίνεται, καί καταδικάζεται, καί πάσχει, καί ὑπομένει τά φρικτά Πάθη, φέροντας ᾿Εκεῖνος ἀντί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, τήν σωτήριον τιμωρίαν, καί ὀδύνην, καί κάκωσιν σύμφωνα μέ ἐκεῖνο πού ἔχει γραφῇ· «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται· Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν».
Καταδέχεται ὁ Κύριος τῆς δόξης καί πτυσίματα καί κτυπήματα εἰς τό πρόσωπον, κολαφίσματα, καί ὕβρεις, καί γέλωτα, τόν κόκκινον μανδύαν καί τόν ἀκάνθινον στέφανον, κάλαμον καί σπόγγον καί χολήν μέ ξύδι, τούς ἥλους καί τήν λόγχην, καί μαζί μέ ὅλα αὐτά τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον· ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός μέν, καταργεῖ διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του τήν καταδίκη καί τήν ἀπόφασι τῆς παλαιᾶς κατάρας, μέ τό νά γίνῃ κατάρα γιά χάρι μας, καθώς ἔχει γραφῇ· «᾿Επικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου»· ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, διά τῆς ταφῆς καί τῆς ἀναστάσεως μᾶς ἐξάγει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πικρᾶς καταδίκης, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά ἄλυτα δεσμά τοῦ τυράννου διαβόλου, καί χαρίζει κάθε ἐλευθερία. Διότι ὁ Κύριος ἀνίσταται τήν τρίτην ἡμέραν, καί ἀναβαίνει εἰς τούς Οὐρανούς μεσιτεύων καί προσευχόμενος γιά μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· καί πρόκειται πάλιν νά ἔλθῃ μέ δόξα, διά νά κρίνῃ ὅλην τήν γῆν, καί νά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθ᾿ ἕνα κατά τά ἔργα αὐτοῦ.
γ´ ῎Ετσι ἐπρονόησε γιά μᾶς ὁ Θεός, καί ἔτσι ἐφρόντισε νά μᾶς βγάλῃ ἀπό τήν τυραννία καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου. ῎Ετσι ηὐδόκησε νά γίνῃ ἄνθρωπος ὑπέρ ἡμῶν, καί μᾶς ἔδωσε ὡς φάρμακα πρός θεραπείαν τῆς ἀσθενείας μας τά θεῖά Του Πάθη. Καί μέ αὐτά ἀνεπλάσθημεν, καί ἀξιωθήκαμε τῆς αἰωνίου ζωῆς, καί ἐγίναμε μέτοχοι θείων Μυστηρίων, καί ἀπολαμβάνομε τά Χαρίσματα καί τάς Δωρεάς τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν θεῖον ᾿Απόστολον· «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Εγινε κατάρα γιά μᾶς ὁ Χριστός, ἐπειδή θυσίασε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν, μέ τό νά ἀποθάνῃ μέ τήν θέλησίν Του τόν ἐπονείδιστον καί ἀδοξότατον θάνατον. Μᾶς ἐξηγόρασε ἀπό τήν κατάρα, διότι προσέφερε τό θεῖον καί ῞Αγιον Αἷμά Του καί μᾶς ἐλύτρωσε ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καθώς καί ἀπό τήν καταδίκη καί τήν φθορά τοῦ ᾅδου. ῎Εγινε κατάρα ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀπέθανε τόν θάνατον τῶν ἐπικαταράτων καί κακούργων. ᾿Επειδή δέ, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι Αὐτοῦ», διά τοῦτο μετέβαλε τήν κατάρα εἰς εὐλογίαν, καί βέβαια, ἀπεμάκρυνε καί συνέτριψε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί μᾶς ἐχάρισε ὁδόν σωτηρίας. Διότι ἦλθε ὁ Κύριος διά νά βαστάσῃ καί νά ἐξαλείψῃ τήν ἐναντίον μας κατάραν. Δι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη τόν σταυρικόν θάνατον. Διότι πῶς ἠμποροῦσε διαφορετικά νά γίνῃ κατάρα, παρά μέ τό νά δεχθῇ τόν σταυρικόν θάνατον, τόν ὁποῖον ἐδοκίμαζον οἱ ἐπικατάρατοι; Πῶς ἐπίσης θά μᾶς προσκαλοῦσε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἐάν δέν ἐσταυρώνετο; Διότι μόνον ἐπάνω σέ σταυρό ἀποθνήσκει κανείς ἔχοντας ἐκτεταμένα τά χέρια του. ῞Απλωσε λοιπόν τάς παλάμας ὁ Κύριος διά νά ἑλκύσῃ ὅλους κοντά Του καί νά τούς ἑνώσῃ μέ μίαν μυστικήν καί θείαν κοινωνίαν μεθ᾿ ἑαυτοῦ, καθώς Αὐτός εἶπεν· «῞Οταν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν».
δ´ Διότι ὁ διάβολος πεσών ἀπό τόν Οὐρανόν μαζί μέ τούς συναποστάτας του πονηρούς δαίμονες, περιπλανᾶται τριγύρω εἰς τόν ἀέρα, καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσῃ αὐτούς πού ἀνέρχονται εἰς τόν Οὐρανόν.῏Ηλθε λοιπόν ὁ Κύριος, διά νά συντρίψῃ τόν διάβολον, καί τόν ἀέρα νά καθαρίσῃ, καί νά ἀνοίξῃ γιά μᾶς δρόμο πρός τόν Οὐρανόν διά τῆς σαρκός Του, καί νά δείξῃ ὅτι Αὐτός εἶναι πού συνέχει καί διακρατεῖ τά πάντα. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ θάνατός Του ἁγιάζει τά σύμπαντα, διά τοῦτο εὐλόγως ἐδέχθη νά ὑποστῇ τόν ἀτιμότατον σταυρικόν θάνατον.
Τοῦτο τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐγκωμίασε καί ὁ θεῖος Δαυίδ λέγων· «Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός Σου, καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν», τοῦτο φανερώνει τό ὕψος, «ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», τοῦτο φανερώνει τό βάθος, «ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου· τοῦτο φανερώνει τό πλάτος, «καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης», τάς δυσμάς ὀνομάζει ἔτσι· τοῦτο φανερώνει τό μῆκος.
ε´ Καί ὁ θεῖος Παῦλος τοῦτο τό σχῆμα ὑπονοοῦσε γράφων πρός ᾿Εφεσίους· «῞Ινα ἐξισχύσητε», λέγει, «καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τό μῆκος, καί πλάτος, καί βάθος, καί ὕψος»· ἐννοῶντας διά μέν τοῦ ὕψους τά ἐπουράνια, διά δέ τοῦ βάθους τά ὑπόγεια τοῦ ᾅδου, διά δέ τοῦ πλάτους καί μήκους τά ἑκατέρωθεν ἄκρα, τά ὁποῖα κατέχονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βαστάζει καί διακρατεῖ τά πάντα. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Κύριος, ὅτι· «Δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου σταυρωθῆναι», δηλαδή, δέν μπορεῖ διαφορετικά νά γίνῃ τό Πάθος, παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ· καί ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα μέσα θανατικῆς καταδίκης, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά πληρώσῃ τήν οἰκονομίαν τοῦ θανάτου ὑπέρ ἡμῶν, ἀπό ὅλα τά ἄλλα εἴδη, προετιμήθη ὁ σταυρικός θάνατος, ὡς ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος.
῎Ετσι τώρα ὅπου καί νά χαραχθῇ ὁ Σταυρός, εὐλογεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει, καί δίδει ὅλα τά σωτήρια. Τοῦτον λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἔχοντας ἀκατανίκητον ὅπλον, ἄς μή τρέμωμε, καί ἄς μή φοβούμεθα τούς ἐχθρούς· διότι αὐτοί τρέμουν τόν θεῖον Σταυρόν, καί φοβοῦνται, καί φεύγουν, ἐπειδή δέν μποροῦν, οὔτε γιά λίγο, νά ἀντικρύσουν τό σημεῖο του. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον, ὅλα μας τά ἔργα ἄς τά ἐπιτελοῦμε καί τελειώνουμε μέ τό σημεῖον τοῦ θείου Σταυροῦ. Διά τοῦτο ὑψώνοντες καί προσκυνοῦντες αὐτόν, μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ. Διότι ἐκεῖνος πού ἐγκωμιάζει τόν Σταυρόν, τιμᾷ καί δοξάζει καί προσκυνεῖ τόν Σταυρωθέντα Χριστόν. Διότι διά τοῦ Σταυροῦ ὁ τύραννος διάβολος ᾐχμαλωτίσθη· διά Σταυροῦ ὁ θάνατος ἐνικήθη καί ἐξηφανίσθη, καί ὁ ᾅδης ἀπεγυμνώθη. ῎Επρεπε δηλαδή, μέ ἐκεῖνα πού μᾶς ἐνίκησε ὁ διάβολος, μέ ἐκεῖνα πάλιν νά ὑπερισχύσῃ καί νά ἐπικρατήσῃ ὁ Χριστός.
στ´ Τά αἴτια, δηλαδή, τῆς καταδίκης καί τῆς φθορᾶς μας ἦσαν ἡ γυναῖκα, τό ξύλον καί ὁ θάνατος. Διότι ἡ Εὔα ἐξηπατήθη ἀπό τόν ὄφιν διάβολον. Τό ξύλον ἦτο τό δένδρον ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖον καί ἡ Εὔα καί ὁ ᾿Αδάμ ἔφαγον παρανόμως. ῾Ο θάνατος δέ, ἦτο ἡ τιμωρία τῆς παρανόμου αὐτῆς γεύσεως. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, νά ὅτι πάλι Παρθένος καί Ξύλον καί Θάνατος! Καί ἐκεῖνα πού ἦσαν τότε αἴτια τῆς κατακρίσεως καί τῆς καταδίκης μας, τώρα ἔχουν γίνει πρόξενα τῆς νίκης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας μας. ᾿Αντί τῆς Εὔας ἡ ὑπερευλογημένη καί ᾿Αειπάρθενος Μαριάμ· ἀντί τοῦ ξύλου πού ἦτο εἰς τόν Παράδεισον, τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ· ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ ᾿Αδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέ ἐκεῖνα πού ἐνίκησεν ὁ διάβολος, μέ αὐτά πάλι κατηργήθη καί συνετρίβη. Διά τοῦ δένδρου ἐκείνου ὁ ἐχθρός ἐνίκησε τόν ᾿Αδάμ· διά τοῦ Σταυροῦ συνέτριψε τόν ἐχθρόν ὁ Χριστός. Καί ἐκεῖνο μέν τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔγινε αἰτία θανάτου καί μᾶς ὡδήγησε εἰς τόν ᾅδην· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ καί αὐτούς πού εὑρίσκοντο εἰς τόν ᾅδην τούς ἠλευθέρωσε. Τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔκαμε τόν ᾿Αδάμ αἰχμάλωτον καί γυμνόν, καί τόν ἠνάγκασε νά κρυβῇ· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε ἀπό ψηλά πρός ὅλους τόν νικητήν Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκησε τελείως, ὡσάν ἄλλος γενναῖος ἀθλητής, τάς ἐχθρικάς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ. Καί ὁ μέν θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ, καί τούς ἀπογόνους του κατεδίκασε, κατέκρινε καί ἐθανάτωσε· ἐνῶ ἀντιθέτως, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, καί τούς πρίν ἀπό Αὐτόν πεσόντας καί θανατωθέντας ἀνέστησε, καί ἐζωοποίησε, καί εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐχάρισε τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
ζ´ «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Ας προσέχωμε τούς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί, μήπως πάλι πέσωμεν ὑπό κατάραν, μέ τό νά ἀμελήσωμε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ καί τάς σωτηρίους ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλουσε ὁ Χριστός μέσα εἰς τό ῞Αγιον Βάπτισμα «διά λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου»· ἄς μήν ἐπιστρέψωμε πάλιν «ἐπί τόν ἴδιον ἔμετον».
Μᾶς ἔκαμε ὁ Χριστός συμμόρφους καί συσσώμους μέ τόν ἑαυτόν Του· μή λοιπόν κάνωμε «τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης», καταμολύνοντες τό σῶμα, καί ἀμαυροῦντες τήν βασιλικήν εἰκόνα. Μᾶς ἁγίασε ὁ Χριστός, καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας διά τοῦ τιμίου καί ἀχράντου Αἵματός Του, ὥστε νά «μή ἔχωμε κανένα σπῖλο ἤ ῥυτίδα», οὔτε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού δημιουργοῦν ἀσχήμιαν ἤ ἀποκρουστικότητα. ῎Ας μή ἐγκαταλείψωμε τήν ἀρετή, διά νά ὑπάγωμεν εἰς τήν ἁμαρτίαν, μήτε νά ἀγαπήσωμε τήν δυσωδία τῶν παθῶν, καί τήν ἀκαθαρσία τοῦ ῥύπου τῶν ἡδονῶν πού προέρχεται ἀπό αὐτά. Μᾶς ἐγέμισε ὁ Χριστός ἀπό φῶς λαμπρότατο καί καθαρό· ἄς μή προτιμήσωμε πάλι τό ζοφερό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεός συμπολίτας μέ τούς ἁγίους ᾿Αγγέλους, καί μᾶς ἀξίωσε νά γίνωμε συγκληρονόμοι τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν· ἄς μή διαλέξωμε πάλι τήν ἀδοξίαν, τήν φθοράν καί τήν καταδίκην, ἀλλά ἄς παραμείνωμε σταθεροί εἰς τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν πού μᾶς ἐξησφάλισε ὁ Χριστός, ἁγιαζόμενοι ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ· καί ἄς πολιτευώμεθα, ἀδελφοί μου, μέ κάθε νῆψι καί προσοχή, ὥστε νά μείνωμε σταθεροί εἰς τήν πίστιν καί τήν σωτηρίαν πού μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός, καί διά τῆς ὁποίας δικαιούμεθα καί σωζόμεθα. Διότι ἐάν δέν μείνωμεν ἔτσι σταθεροί, ἀλλά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω, θά τιμωρηθοῦμε αὐστηρά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος διά νά κρίνῃ τήν γῆν. Διά νά μή γίνῃ λοιπόν αὐτό, ἄς ζήσωμε μέ εὐλάβεια καί μετάνοια, ὅπως ἀρέσει εἰς τόν Θεόν, ἀγωνιζόμενοι νά ἀποκτήσωμε τήν καθαρότητα τοῦ βίου, τάς ἀρετάς τῶν δακρύων καί τῆς κατανύξεως, ὑποτάσσοντες καί δουλαγωγοῦντες τό σῶμα, ζωογονοῦντες καί διατρέφοντες τήν ψυχήν, μέ Πνευματικά λόγια καί ἔργα, ἐργαζόμενοι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ χωρίς ῥαθυμίαν, καί χωρίς νυσταγμόν καί ἀμέλειαν.
η´ ᾿Εάν δέ ῥαθυμήσωμε καί ἀμελήσωμε, ἐπειδή ἡ φύσις μας εἶναι ἀσθενής καί εὔκολα γλιστρᾷ, πάλιν ἄς μετανοῶμεν, ἄς μεταμελώμεθα καί ἄς ἐξομολογούμεθα τά ἁμαρτήματά μας. ῎Ας συντρίβωμε τάς καρδίας μας μέ μετάνοια καί νῆψι, καί ἔτσι ἄς ἐπανερχώμεθα εἰς τήν προηγουμένην καλήν κατάστασίν μας.
῎Ας φυλάττωμε τήν καλήν «παρακαταθήκην», καί τόν σεβασμό πρός τόν νέον βασιλέα μας, «τόν χριστόν Κυρίου», ὁ ὁποῖος ἔχει τήν βασιλείαν ἐκ πατρός καί πάππου καί προπάππου. ῎Ας ὑποτασσώμεθα εἰς τήν δικαίαν καί νόμιμον ἐξουσίαν του σέ ὅλα. ῎Ετσι ἀγαπῶντες καί διακονοῦντες αὐτόν, θά ζήσωμε μέ εὐσέβειαν, θά ἀναδειχθῶμεν καθαροί ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί θά ἀκούσωμε τόν Θεόν νά μᾶς λέγῃ· ᾿Εγώ «ὕψωσα τόν δοῦλόν μου» τόν βασιλέα, διά τῆς ᾿Εκκλησίας μου· «ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν· ἡ γάρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καί ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· οὐκ ὠφελήσει ἐχθρός ἐν αὐτῷ, καί υἱός ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. Καί συγκόψω ἀπό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί τούς μισοῦντας αὐτόν τροπώσομαι. Καί ἡ ἀλήθειά μου καί τό ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καί ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τό κέρας αὐτοῦ. Καί θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καί ἐν ποταμοῖς δεξιάν αὐτοῦ». ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σας, ἐγώ ἡ ῥίζα, ἐγώ τό θεμέλιον, ἐγώ ὁ τροφεύς, ἐγώ τό σπίτι, ἐγώ τό ἱμάτιον, κάθε τι πού θελήσετε, ἐγώ εἶμαι γιά σᾶς. Τίποτε δέν θά ἔχετε ἀνάγκη, ἀρκεῖ νά εὑρίσκεσθε κοντά μου διά τῆς ἀρετῆς. Σεῖς εἶσθε δι᾿ ἐμέ ὅλα· καί φίλοι, καί μέλη, καί συγκληρονόμοι, ἀρκεῖ μόνον νά πορεύεσθε, κατά τά προστάγματά μου καί νά φυλάσσετε τάς ἐντολάς μου, μέ τό νά ποιῆτε αὐτάς· παραλλήλως δέ, νά δείχνετε κάθε φροντίδα καί προστασίαν καί εὐσπλαχνίαν πρός τούς πτωχούς τοῦ λαοῦ μου.
θ´ Εἰς τάς κρίσεις σας μή κάμετε καμμία ἀδικία, οὔτε νά διαστρέψετε καί νά καταπατήσετε τό δίκαιον τοῦ πτωχοῦ. Νά μή σᾶς ἐπηρεάζῃ καμμία προσωποληψία ἀρχόντων, οὔτε νά ἔχετε σχέσεις μέ δωροδοκίας. ᾿Εξ ἴσου νά κρίνεται καί τούς ταπεινούς καί ἀσήμους, καί τούς ἀξιωματούχους καί ἐπισήμους καί νά ἀποσπάσετε τόν ἀθῷον ἀπό τά χέρια ἐκείνου πού τόν ἀδικεῖ. Μή θέλετε νά ἀκούετε λόγους πονηρούς καί ματαίους. Διότι ὑπάρχουν μερικοί πού δέν ἔχουν καλή συμπεριφορά, καί μή ἔχοντες προσωπικάς ἀρετάς, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν, διαμορφώνουν τόν ἑαυτό τους παρασυρόμενοι ἀπό τήν κακίαν τοῦ περιβάλλοντος.
Μή στηρίζετε τάς ἐλπίδας σας εἰς τόν πλοῦτον καί εἰς τήν ἀδικίαν. Μή φλογίζεσθε ἀπό τόν πόθον διά πλούτη, πού προέρχονται ἀπό ἁρπαγάς. Κάμετε κρίσεις δικαίας, διά νά σκεπασθῆτε κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεώς μου. Καμμία χήραν καί κανένα ὀρφανόν νά μή ἀδικήσετε. ᾿Εάν ἀδικήσετε αὐτούς καί κράξουν πρός ἐμέ ἐναντίον σας, ἐγώ θά ἀκούσω τήν φωνήν των καί θά ὀργισθῶ καί θά ἐπιτρέψω νά φονευθῆτε ἐν στόματι μαχαίρας καί ἔτσι αἱ γυναῖκες σας θά γίνουν χῆραι καί τά παιδιά σας ὀρφανά, ὡσάν ἐκεῖνα πού ἐσεῖς ἠδικήσατε.

῎Ας φοβηθῶμεν καί ἄς φρίξωμεν, ἀδελφοί μου, ἀκούοντες αὐτά, καί ὅσοι εὑρίσκεσθε μέσα εἰς τήν κακίαν, τήν ἀδικίαν, τήν ἁρπαγήν, τήν πλεονεξία καί τήν ἀπιστίαν, ἐπιστρέψατε καί μετανοήσατε. ῞Οσοι δέ στέκεσθε εἰς τήν ἀρετήν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἀλήθειαν καί τήν πίστιν, μή ῥαθυμήσετε, οὔτε νά ὑποχωρήσετε· ὥστε καί ὁ Σταυρός ὁ Τίμιος, ὁ ἄξιος προσκυνήσεως καί σεβασμοῦ, ἡ ἰσχύς τῆς οἰκουμένης, τό στερεό φρούριον τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας, τό ἀνίκητον ὅπλον τῶν ᾿Ορθοδόξων βασιλέων, τό ἄθραυστο ὀχύρωμα, νά μᾶς ἐνδυναμώσῃ μέ τήν ἀήττητον δύναμίν του, καί νά μᾶς καταξιώσῃ νά διέλθωμε τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας μέ ἁγιασμόν καί θεάρεστον πολιτείαν· καθώς ἐπίσης νά ἀναδείξῃ τούς ᾿Ορθοδόξους καί ἁγίους βασιλεῖς μας νικητάς κατά τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν, μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς μισοῦν· καί ἔτσι νά λάβωμε κάποια παρηγορία, εἰρήνη καί γαλήνη, ὅπως ἐλπίζομε καί προσευχόμεθα, κατά τόν παρόντα βίον. Εἰς δέ τόν μέλλοντα αἰώνα νά ἀπολαύσωμε τήν ἄφατον χαράν καί ἀγαλλίασιν τῶν δικαίων· αὐτῆς εἴθε νά ἀξιωθῶμεν ὅλοι διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ῟ῼ πρέπει δόξα καί κράτος σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ᾿Αμήν.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Γ΄ εις την Ύψωσιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

Του εν αγίοις πατρός ημών Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου


Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και το της Εκκλησίας άπαν καταστράπτεται πλήρωμα. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και χαράς μαρμαρυγαίς το της οικουμένης καταλάμπεται πρόσωπον. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, δι΄ ου το σκότος ηλάθη, και το φως αντεισήχθη. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και τω Σταυρωθέντι συνεπαιρόμεθα, την γην αφέντες κάτω μετά της αμαρτίας, ίνα τα άνω κτησώμεθα. Σταυρός υψούται και συνανυψοί χαμαί κειμένην την ανθρωπότητα. Σταυρός υψούται, και των δαιμόνων καταπτήσσει φρυάγματα. Σταυρός υψούται και του Σατάν η αντιπίπτουσα δύναμις υποχωρεί και συστέλλεται. Σταυρός υψούται, και πόλεις πανηγυρίζουσι, και λαοί χαρμόσυνα σπένδουσι. Και το μνησθήναι μόνον Σταυρού, χαράς υπόθεσις πρόδηλος και συστολή σκυθρωπότητος· το δε και τύπον οράσθαι Σταυρού, ηλίκον; Ανδρείας γαρ πρόξενον και δειλίας απαλλαγή τω προσβλέποντι γίνεται. Τοιούτόν τι μέγα του Σταυρού το κτήμα καθέστηκε· και ο τούτον κτησάμενος, εκτήσατο θησαυρόν. Χρυσού με τάχα οίεσθε τούτον λέγειν τον θησαυρόν, ή μεργαρίτου και λίθων ινδικών βαρυτίμων, οις οι φιλοσώματοι χαίρουσι περί τα μηδενός άξια σμικρολογούμενοι. Εγώ δε, το πάντων των καλών κάλλιστόν τε και πολυτελέστατον και πράγμα και όνομα, θησαυρόν αν εικότως εκείνον αποκαλοίμην, εν ω, και δι΄ ου, και εις ον, άπαν ημών το της σωτηρίας αποτεθέν επηνωρθώθη κεφάλαιον. Ει μη γαρ Σταυρός, ουκ αν ο Χριστός εσταύρωτο· ει μη Σταυρός, ουκ αν η ζωή τω ξύλω προσήλωτο, και ει μη προσήλωτο, ουκ αν οι κρουνοί της αφθαρσίας επήγαζον αίμα και ύδωρ, τα του κόσμου καθάρσια· ουκ αν το της αμαρτίας χειρόγραφον έρρηκτο, ουκ αν ελευθερίας ετύχομεν, ουκ αν του ξύλου της ζωής απηλαύσαμεν, ουκ αν Παράδεισος ήνοικτο, ουκ αν η στρεφομένη ρομφαία της εισόδου της Εδέμ παρεχώρει, ουκ αν ληστής τον Παράδεισον ώκει. Τι ταύτα λέγω; Ει μη Σταυρός, ουκ αν ο Χριστός επί γης· και ει μη Χριστός επί γης, ουκ αν Παρθένος· και ει μη Παρθένος, ουκ αν Γέννησις Χριστού Δευτέρα, ουκ αν εν ανθρώποις Θεός, ουδ΄ αν Τόκος, ου φάτνη, ου σπάργανα, ου Περιτομή οκταήμερος, ουχ υποταγή γονέων, ου μεθηλικίωσις, ουκ αύξησις σώματος, ουκ ανάδειξις, ου Βαπτίσματος μέθεξις, ου θαυμάτων επίδειξις, ουκ Ιούδας προδότης, ου Πιλάτος δικάζων, ουκ Ιουδαίων τόλμα σταυρούσθαι τον ανεύθυνον κράζουσα. Και ει μη Σταυρός, ουκ αν πεπάτητο θάνατος, ουκ εσκύλευτο άδης, ουχ ο πικρός όφις νενέκρωτο. Δια τούτο μέγα τι χρήμα και τίμιον ο Σταυρός. Μέγα μεν, ότι πολλά, όσω και τα Χριστού θαύματα κατά παντός έχει του λόγου τα νικητήρια· τίμιον δε, ότι Θεού πάθημα και τρόπαιον ο Σταυρός. Πάθημα μεν, δια τον εκούσιον εν αυτώ του παθόντος θάνατον· τρόπαιον δε, δια το τετραυματίσθαι δι΄ αυτού τον διάβολον· νενικήσθαι δε συν εκείνω και τον θάνατον· συντετρίφθαι δε και του άδου τα κλείθρα· και τέλος, κοινόν παντός γεγενήσθαι του κόσμου σωτήριον τον Σταυρόν. Σταυρός, Χριστιανών ελπίς, απεγνωσμένων σωτήρ, χειμαζομένων λιμήν, ασθενούντων ιατρός, παθών ελατήρ, υγείας δοτήρ, νενεκρωμένων ζωή, ευσεβείας πρόγραμμα, βλασφημίας φίμωτρον. Σταυρός, όπλον κατ΄ εχθρών, σκήπτρον βασιλείας, διαδήματος κάλλος, τύπος εύγραφος, ράβδος δυνάμεως, έρεισμα πίστεως, βακτηρία γήρως, οδηγός τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτής αφρόνων, διδάσκαλος νηπίων, αμαρτίας αναίρεσις, μετανοίας ένδειξις, δικαιοσύνης υπογραφεύς. Σταυρός κλίμαξ εις ουρανόν ανάγουσα, οδός προς αρετήν οδηγούσα, ζωής πρόξενος, θανάτου λύσις, φθοράς αλλοτρίωσις, πυρός σβεστήριον, προς Θεόν παρρησία, κλεις ουρανών Βασιλείας. Σταυρός φύλαξ εν νυκτί, εν ημέρα πύργος, εν σκότει χειραγωγός, εν ευθυμία χαλινός, εν αθυμία ψυχαγωγός· διαλλακτήριος, ικέσιος, φίλιος, συνήγορος, προασπιστής, επίκουρος, εν πειρασμοίς βοηθός, εν κινδύνοις σωτήρ, εν λύπαις παρήγορος, εν ανάγκαις πρόμαχος, εν θαλάσση κυβερνήτης, εν συμφοραίς ανάψυξις. Σταυρός, νυκτοφυλακεί τους καθεύδοντας, συναγρυπνεί της αγρυπνούσι, τοις κεκμηκόσι συνεπαμύνει. Σταυρός ατονούντων νεύρωσις, κοπιώντων ανάπαυσις, πεινώντων τροφή, νηστευόντων ισχύς, αγωνιστών αλείπτης, γυμνών σκέπη, συνοδοιπόρος ξένοις, πλουσίων σωφρονιστής, πενήτων προνοητής, χηρών προστάτης, ορφανών αντιλήπτωρ. Σταυρός αρχόντων τιμή, βασιλέων κράτος, στρατηγών νίκος, Ιερέων δόξα, παρθένων σύνοικος, αγνείας σφραγίς, συζυγίας σύνδεσμος. Σταυρός πόλεων φύλαξ, οίκων ασφάλεια, φιλίας συναρμοστής, κατ΄ εχθρών αμυντήριον, πολεμίων αντίπαλος, παθών διωκτήριον, βαρβάρων σκόλωψ, ειρήνης βραβευτής, κόσμου καταλλαγή, περάτων διαγραφή, αγάπης πρυτάνευσις, ύψος ουρανού, γης βάθος, κτίσεως σύμπηξις, μήκος της φαινομένης, εύρος της οικουμένης· και συνελόντα φάναι, Σταυρός του Χριστού Παθών το κεφάλαιον των εις ημάς θαυμάτων η κορωνίς. Τούτο και δόξα Χριστού καλείται, και ύψος Χριστού προσαγορεύεται· τούτο και ποτήριον επιθυμητόν νοείται, και των υπέρ ημών Χριστού παθημάτων συμπέρασμα. Ότι δε δόξα Χριστού ο Σταυρός, άκουσον αυτού λέγοντος· «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ· και ευθύς δοξάσει αυτόν». Και πάλιν· «Δόξασόν με συ, πάτερ, τη δόξη η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά Σοι». Και αύθις· «Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα· ήλθε νουν φωνή εκ των ουρανών· και εδόξασα και πάλιν δοξάσω». Δόξαν δε ενταύθα λέγει την επί τω Σταυρώ προσγενομένην τότε των στοιχείων εναλλαγήν και συμπάθειαν· έδει γαρ τω Κτίστη συμπαθείν και τα κτίσματα. Ότι δε και ύψος Χριστού ο Σταυρός, άκουσον τι φησιν αυτός· «Όταν εγώ υψωθώ, τότε πάντας ελκύσω προς εμαυτόν»· ως και εν ετέρω λέγει· «και καθώς Μωσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου»· διατί; «ίνα πας, φησιν, ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ΄ έχη ζωήν αιώνιον». Βλέπεις ότι δόξα και ύψος Χριστού ο Σταυρός; Βούλει δε γνώναι ότι ένθα ύψος, εκεί και δόξα παρέπεται; Άκουσον του Δαβίδ λέγοντος. «Υψώθητι επί τους ουρανούς ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου».  Και του Ησαϊου πάλιν ως εκ προσώπου του Χριστού (λέγοντος)· «Νυν υψωθήσομαι, νυν αναστήσομαι, νυν δοξασθήσομαι». Επεί ουν ύψος Χριστού ο Σταυρός· υψούται δε σήμερον ο Σταυρός, δοξάζεται δηλονότι ο Χριστός. Υψούται ουν ο Σταυρός σήμερον, ίνα δοξασθή ο Χριστός· ουχ υψούται ο Χριστός ίνα δοξασθή ο Σταυρός, αλλ΄ υψούται ο Σταυρός, ίνα ο Χριστός δοξασθή· δοξάζεται δε ο Χριστός, ίνα ημάς εαυτώ συνυψώση. Υψούται ουν ο Σταυρός, και συνανυψοί των ευσεβούντων το φρόνημα· δοξάζεται ο Χριστός, και συνδοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν. Υψούται Σταυρός, και ανορθοί τους καταπίπτοντας· δοξάζεται Χριστός, και των δι΄ αμαρτίας πεσόντων αμαυροί την αισχύνην. Υψούται Σταυρός, και πίπτουσιν είδωλα· δοξάζεται Χριστός, και διάβολος πλήττεται. Υψούται Σταυρός, ουχ ότι μόνον υψώθη Χριστός εν αυτώ, αλλ΄ ότι φανερωθείς την Ιουδαίων παράνοιαν ήλεγξε. Πόθεν φανερωθείς; Εκ των της γης αποκρύφων. Πότε φανερωθείς; Επί βασιλέων των εις Χριστόν πιστευσάντων· ουχ ως τινες δήθεν προσανεπλάσαντο κλέπτοντες τους πολλούς πιθανότητι, αλλά θεία και απεριέργω δυνάμει, και όντως πίστεως μηχανή και στερρότητι· Θεού γαρ ην το κειμήλιον. Επειδή γαρ μετά τον δια Σταυρού θάνατον, ο της ζωής και θανάτου Κύριος τρισίν ημέραις ανεβίω, φθόνου δε κέντροις Ιουδαίοι νυττόμενοι, μη τι των κατά το πάθος εκείνο το σεπτόν και μακάριον διασωθέν χαριστήριον, Ιουδαίοις μεν αμυντήριον γένηται, τοις εις Χριστόν δε πιστεύουσι φυλακτήριον, υπό μυχοίς κατωρωρύχευσαν γης αποθέμενοι τον θησαυρόν, λέγω δη τον Σταυρόν και τα περί τον Σταυρόν άπαντα, τους Ήλους και την Λόγχην και ον επί του Σταυρού Πιλάτος έγραψε και προσέπηξε τίτλον. Είτα Χριστιανοίς τα βασίλεια σκήπτρα και πάσαν την υπό Ρωμαίοις αρχήν Θεός ενεχείρισεν, ηυδόκησεν άρτι τότε δια γυναικός ευσεβούς, γυναικός βασιλίδος, γυναικός βασιλικόν εχούσης το φρόνημα, του υιού ταύτης τηνικάδε Χριστιανών βασιλεύοντος, την ευεργεσίαν ταύτην ημίν καταθέσθαι. Και δη θείαν ως ειπείν σοφίαν τη βασιλίδι ταύτη σοφισαμένη, και πη μεν αρχικαίς εμβριθείαις, έστι δε όπου και κοιναίς κολακείαις χρησαμένη, πάντα τε βασιλικώς επιδειξαμένη, όσα την ακαμπή των Ιουδαίων επικλίναι καρδίαν ηδύνατο· ούτω δη επιζητούση, θάττον και οίον αναλγητί, το κοινόν επέστη θησαύρισμα, Θεού το δώρον εις τάχος τω γυναίω προτείναντος. Τούτον δη λέγω τον εις πάντα σήμερον τον κόσμον υψούμενον του Κυρίου Σταυρόν, μεθ΄ ου και πάντα οις το μακάριον εκείνο και του κόσμου σωτήριον ωκονόμητο πάθημα. Τούτο τοίνυν εορτάζομεν σήμερον, δια τούτο πανηγυρίζομεν· ότι το πάλαι κρυπτόμενον άγιον πεφανέρωται σήμερον· ότι ο εν κρυφή θησαυρός, εκ μετάλλων γης εξέλαμψεν ως χρυσός· ότι το συγχωσθέν της Χριστιανών βασιλείας επισημότατον απεκαλύφθη λάφυρον· ότι ο τυφών των δαιμόνων ηρέμησε φανερωθέντος του Σταυρού· ότι το κατ΄ εχθρών αυτοχάλκευτον ξίφος από γης πεφανέρωται· ότι τον εαυτής απέλαβε κόσμον η Εκκλησία σήμερον· ότι ην απώλεσε δραχμήν, η βασίλειος εύρεν αρχή. Ούτός εστιν ο του Κυρίου Σταυρός, το Δεσποτικόν σημείον, το σωτήριον όπλον, το βασίλειον κράτος, το της νίκης τρόπαιον, το των άνω και κάτω μεταίχμιον, η Αποστολική κορωνίς, η Προφητική διόπτρα, των Μαρτύρων ο στέφανος, των Χριστόν προσκυνούντων ο αρραβών. Αφού γαρ Σταυρός, ο Χριστός προσκυνείται· αφού Σταυρός, ο Υιός του Θεού επεγνώσθη· αφού Σταυρός, συν Πατρί τον Υιόν προσκυνούμεν· αφού Σταυρός, τα Ιουδαίων ήργησε, τα Ελλήνων απέβη, τα Χριστιανών ανέσχεν, ο αήρ ηγιάσθη, των επιβωμίων αιμάτων ηλευθερώμεθα, της αναιμάκτου λατρείας γεγεύμεθα· αφού Σταυρός, της δαιμονικής κνίσσης απηλλάγμεθα, της πνευματικής ευωδίας του κενωθέντος μύρου μετέσχομεν· αφού Σταυρός, αι μυθικαί θεογονίαι εις φρούδον εχώρησαν· αφού Σταυρός, της καθ΄ ημάς θεογνωσίας το μυστήριον έγνωμεν· αφού Σταυρός, την υπεράρχιον αρχήν, της προανάρχου αρχής προελθούσαν εμάθομεν. Αφού Σταυρός, την εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα δεδιδάγμεθα πίστιν, και την πολύθεον της Ελληνικής εικαιομυθίας απετιναξάμεθα λύμην· αφού Σταυρός, των τυπικών συμβόλων τας σκιάς παρωσάμενοι, τω της αληθείας εν χάριτι φωτί κατηγλαϊσμεθα· αφού Σταυρός, καταπεφρόνηται θάνατος, τεθήπασι δαίμονες, κατεάγησαν ξόανα, ζωοθυσίαι πεπάτηνται, ειδωλεία κατέστραπται. Εκκλησίαι πανταχού, θυσιαστήρια, ψαλμωδίαι, στάσεις πάννυχοι, θεολογίαι, βαπτίσματα, πιστών συμφωνίαι, Γραφών επίγνωσις, γης περιφρόνησις, ουρανών κτήσις, Θεού μετουσία. Τι δει τα πολλά λέγειν; Αφού Σταυρός, Αγγέλοις συμπολιτεύονται άνθρωποι, και αυτός ο ουρανός τοις επιγείοις βατός, και Θεός ανθρώποις χωρούμενός τε και συμφερόμενος. Αλλ΄ ω Σταυρέ, το του Κυρίου και ημών πολυτίμητον αύχημα· ω Ξύλον επίσημον, εν ω Χριστός εξετανύσθη· φυτόν αθανασίας, εξ ου Χριστός ο βότρυς ζωηρόν έβλυσεν ημίν πόμα. Ω Σταυρέ, δι΄ ου της αμαρτίας εκραγέν το χειρόγραφον, το της ελευθερίας εγγραφήναι συμβόλαιον προεξένησεν. Ω Σταυρέ, μυρίων αγαθών θησαυρέ, Παραδείσου πρόξενε, Βασιλείας κληρούχε, αμαρτημάτων λυτήρ, κατορθωμάτων δοτήρ. Σε Χριστός, εν σοι σταυρωθείς, Ξύλον αθανασίας παρέδειξε, Σε Χριστός, εν σοι προσταγείς, της εις ουρανούς αγούσης οδού παρέπηξε κλίμακα. Σε Χριστός, εν σοι κρεμασθείς, ευλογίας ανέδειξε πρόξενον. Σε Χριστός, εν σοι τανυσθείς, των εν σειραίς ανείναι τα δεσμά προεστήσατο. Εν σοι Χριστός εκών υψωθείς, τον κόσμον εαυτώ συνανύψωσεν. Εν σοι Χριστός υπέρ ημών υψωθείς, τον υψωθέντα χαλκούν εστηλίτευσεν όφιν. Ουκέτι δαίμων όφις εφ΄ οδού πτέρναν τηρεί· ουκέτι χαλκούς όφις τα των δακνόντων όφεων αποπαύει προσβλεπόμενος δήγματα· ουκέτι «Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου». Πως και τίνι τρόπω; Του ευλογητού παιδός Ιησού του Υιού του Θεού την κατάραν εις ευλογίαν ημίν υπαλλάξαντος. Ουκέτι κατάρατος ο Σταυρός, της κατάρας τω Σταυρώ προσπαγείσης, και Χριστού την κατάραν εξάραντος και την ευλογίαν ημίν αντεισάξαντος. Ούτος ο του Κυρίου Σταυρός πάντων ημίν γέγονεν εισαγωγεύς των καλών. Ούτος ο του Δεσπότου Σταυρός, πολλοίς ονόμασι κέκληται. Σταυρός καλείται, Ράβδος ευθύτητος, βασιλείας, δυνάμεως, κληρονομίας· «Ο θρόνος σου ο Θεός εις τον αιώνα του αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου· ελυτρώσω ράβδω κληρονομίας σου· ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών». Βακτηρία· «η Ράβδος σου και η βακτηρία σου, αύταί με παρεκάλεσαν». Ξύλον ζωής· «ζωής Ξύλον εστί πάσι τοις αντεχομένοις αυτόν, ως επί Κύριον ασφαλής». «Ξύλον πεφυτευμένον, καθώς που Δαβίδ λέγει, παρά τας διεξόδους των υδάτων». Ποίων υδάτων; Των θεοπνεύστων Γραφών. Υποπόδιον· «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού· ότι Άγιος εστί». Τόπος· «Εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού, προσκυνήσωμεν εις τον τόπον ου έστησαν οι πόδες αυτού· ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω, σκήνωμα τω Θεώ Ιακώβ». Tούτον αινιττόμενος τον Σταυρόν Ιακώβ ο Πατριάρχης, εναλλάξ τότε τας χείρας τοις εγγόνοις επιθείς, συμβολικώς προεμήνυσε. Τούτον ο αυτός προτυπούμενος, επί του άκρου της ράβδου του Ιωσήφ προσεκύνησε. Σταυρού τύπον επείχεν η Ράβδος του αυτού Πατριάρχου Ιακώβ, ως διέβη τον Ιορδάνην· φησί γαρ· «Εν τη Ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην»· και μικρώ προ τούτου, Σταυρού σημείον τω Αβραάμ παρεδείκνυτο, μέσον των του κριού κεράτων τυπούμενον, ότε την εν τύπω θυσίαν προς δείγμα του σταυρωθέντος δια του προβάτου μυστικώς επετέλει. Σταυρού τύπον εδήλου και Ισαάκ, τα ξύλα της θυσίας αναλαβών, και τω πατρί θύειν αυτόν επειγομένω προτροπάδην επόμενος. Σταυρού δύναμιν η Ράβδος είχε Μωσέως εις όφιν μεταβληυείσα, και μεταμορφούσα τας Αιγυπτίων ράβδους· και τας μεν καταπίνουσα, τοις δε ποτάμιον εξαιματούσα ρείθρον όπως μη πίωσι· και πη μεν βατράχους των υδάτων εξέρπειν, πη δε ακρίδας και σκνίπας και σκότος ψηλαφητόν σχεδιάζουσα, και όσα τας Αιγυπτίων συμφοράς περιϊστησι. Σταυρού τύπον επείχεν η αυτή του Μωδέως Ράβδος, ότε το Ερυθραίον ένθα και ένθα διεσχίζετο πέλαγος, και τείχος αυτώ τε και τω λαώ συνεπάγη τα ύδατα. Σταυρού τύπον επείχεν ο του πυρός στύλος και της νεφέλης, οις ωδήγει Θεός τον αλήτην Ισραήλ εξ Αιγύπτου φυγαδευόμενον. Σταυρού σχήμα διέσωζε και Μωϋσής αυτός επί του όρους, υψού τας χείρας ανέχων, ότε καταπολεμούντος του Ιησού τον αλλόφυλον Αμαλήκ, ο μεν υπό Ααρών και Ώρ εστηρίζετο, Ισραήλ δε δυναμούμενος υπερίσχυε. Σταυρού τύπον εδήλου η πατάξασα Ράβδος εν ερήμω την πέτραν, και ποταμόν κυοφόρον την άνικμον δείξασα· τι δαί η Ράβδος η εκφύσασα κάρυα; Ου προδήλως τον Σταυρόν υπογράφει; Τι δαί και Ησαϊας ξυλίνω πρίονι διχή διαιρούμενος; Ου σταυρικόν εσχημάτιζε τύπον; Εώ λέγειν του Αγγαίου την σταύρωσιν, και Σισάρα την εν πασσάλω καθήλωσιν, τον Σταυρόν φανερώς προδηλούσας. Αλλά και την μηλωτήν Ηλιού φαίην αν έγωγε, Σταυρού δύναμιν υποφαίνουσαν, ότε το Ιορδάνου ρείθρον διχή διαστήσας, ως επί ξηράς διεπέρασε γης· το δε του Ελισσαίου θαύμα που θήσομεν; Ότε τω ύδατι το ξύλον επιθείς της αξίνης, εκ βάθους ανείλκε του ποταμού το σιδήριον, τω ελαφρώ το βαρύ ανελόμενος; Μέγα αληθώς ο Σταυρός, και πολλαχού της Γραφής μαρτυρούμενος ή προτυπούμενος, και των δι΄ αυτού τελουμένων οσημέραι θαυμάτων προδιαγράφων τα υποδείγματα. Προσκυνητέον ουν τον Σταυρόν, ότι δι΄ αυτού τον Κύριον έγνωμεν. Προσκυνητέος ο Σταυρός, ότι εν αυτώ τον Χριστόν ευλογούμεν. Προσκυνητός ο Σταυρός, ότι δι΄ αυτού την ευλογίαν ελάβομεν και της κατάρας ηλευθερώμεθα. Προσκυνητός ο Σταυρός, ότι δι΄ αυτού την πικράν του ξύλου της παρακοής εξεμέσαντες γεύσιν, του γλυκασμού της σωτηρίας γεγεύμεθα. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ούπερ ηυλογήθη τα έθνη. Ευλόγηται Ξύλον, εν ώ Θεός σωματικώς εξετάθη. Και τι τούτου παραδοξότερον; Θεόν σταυρούμενον βλέπειν, και τούτον μετά ληστών. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου ληστής τον Παράδεισον ώκησε, και η του Ξύλου γεύσις, την πικράν εξεκρούσατο γεύσιν· ου τι θαυμασιώτερον; Ότι ον έκλεισεν αλούς ο Αδάμ, τούτον ήνοιξε ληστής επιγνούς· και ου εκείνος εξόριστος γέγονεν, ούτος κλητός ενεγράφη πολίτης. Εύγε της καταλλήλου παραλλαγής! Εξήλθε κλέπτης, και αντεισήλθε κλέπτης· ο μεν δια παράβασιν, ο δε δι΄ επίγνωσιν· ο μεν υπαχθείς τω πτερνίσαντι, ο δε συσταυρωθείς τω ποιήσαντι. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ου Κιβωτός κατασκευάσθη, κόσμον κατακλυσμού συνολικώς διασώζουσα. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ου φαγών ο ληστής ηξίωται της τρυφής. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ούπερ Αδάμ μη γευσάμενος πρότερον, της ζωής τον θάνατον αντηλλάξατο, προπετεία γεύσεως του ξύλου της γνώσεως καθαψάμενος· είτα μεταλαβών ύστερον, της ποιότητος ήσθετο, και την ανάκλησιν εύρατο. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου βασιλείς εγείρουσι τρόπαια, και στρατηγοί συνεισφέρουσι λάφυρα, δορυκτήτων πλήθη τα βάρβάρων αλίσκεται. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου τα κράτη των τόξων συντριβόμενα θραύεται, και θυρεοί πυρός παρανάλωμα γίνονται. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου βραχίων υπερήφανος κάμπτεται, και αυχένες εχθρών υποκύπτουσι, και νώτα δίδωσι βάρβαρος, και φεύγει Σκύθης μηδενός διώκοντος. Τοιγαρούν, υψώσατε συν εμοί την φωνήν σήμερον, και μετά της Γραφής τω του Σταυρού θησαυρώ προσφωνήσωμεν λόγια· θησαυρόν δε φημι του Σταυρού τον Υιόν του Θεού, τον Χριστόν, ω και πρέπει μάλλον τα προς ημών ανατείνεσθαι λόγια· «Πάντα τα έθνη, λέγοντες, όσα εποίησας, ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου, Κύριε και δοξάσουσι το όνομά σου· ότι μέγας ει συ και ποιών θαυμάσια, συ ει Θεός μόνος». Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Β΄ εις την ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού.

Του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως του Χρυσοστόμου.

Πάσα μεν η από των χειρόνων επί τα κρείττονα μεταβολή μεγίστην χαράν και ευφροσύνην τω γένει των ανθρώπων κατεργάζεται· πέφυκε γαρ η ανθρωπίνη φύσις, των κρειττόνων ορεγομένη αεί, σπεύδειν επί την των βελτιόνων κατάληψιν. Ούτω γουν, ηδεία τοις πλέουσιν η εκ χειμώνος εις ευδίαν και γαλήνην μετάβασις· ηδεία δε και τοις οδοπόροις, η εκ καμάτου επ΄ ανάπαυσιν ησυχία· ηδεία δε και τοις λυπουμένοις, η εκ κατηφείας εις ευφροσύνην μετάθεσις· ηδυτέρα δε και τοις νοσούσιν η εξ ασθενείας εις υγίειαν και ευρωστίαν ανάληψις· ηδεία δε και τοις πολεμίοις η από έχθρας εις φιλίαν και ειρήνην βεβαίωσις· ηδυτέρα δε και η από του σκότους και της νυκτός εις την ημέραν μετάπτωσις. Και πάσα πράξις, ως έστιν ειπείν, ηδυτέραν έχει την εργασίαν, όταν όφελος μετά τοις ποθούσιν αυτήν απεργάζηται.                                                                     
Ούτω γουν ορώμεν και την υπό Θεού δεδομένην ημίν απόλαυσιν, τη μεταβολή την ευφροσύνην ημίν παρεχομένην. Σίτος μεν γαρ εστιν ούτως ηδύς· εις δε την γην μετά κόπου καταβαλλόμενος και πολυπλασιαζόμενος, ηδύτερος αναδείκνυται μετά πάσης χαράς εις πλήθος τροφής λαμβανόμενος. Εις μεν γαρ εστι τω σπόρω κόκκος εις αδηλίαν ριπτόμενος. Ούτω και φύσις αμπέλου ηδυτέραν ημίν παρέχει την ανάπαυσιν, τη μεταβολή του καρπού τον πότον από του ξύλου προσφερομένη. Έλικες μεν γαρ και φύλλα, δριμυτάτην και στυπτικωτάτην έχουσι την ενέργειαν, ως μηδέ στόματι δυνατόν προς γεύσιν εφάψασθαι· σταφυλή δε συν έλιξι και φύλλοις εν ενί ξύλω συμφυομένη, τοιαύτην γλυκείαν έχει την αίσθησιν, ως γλυκαίνειν των πικρών και λυπηρών την έξιν, τον ίδιον καρπόν εις ευφροσύνην τη πόσει παρεχομένη.                                        
Ούτω και της ελαίας το πρέμνον, αειθαλές μεν έχει το φύλλον, αεί δε νεάζον το δένδρον· φέρεται δε κατά καιρόν ο καρπός, ουχ ομοίως τοις πάσιν από του ξύλου φαινόμενος, αλλ΄ ιδίαν τινά φύσιν εν εαυτώ επιδεικνύμενος. Άνθος μεν γαρ πρώτον ως χουν λεπτότατόν εστι περιβαλλόμενον, εν μέσω δε τούτου αυτός εστιν ως κέγχρος αναφυόμενος· και βότρυϊ μεν παρεοικώς, πλήθος αναρίθμητον επιδείκνυται· εις αύξησιν δε προϊών, του πλήθους μεν ως ανωφελούς απαλλάττεται, και πικρός μεν εστιν έως τέλους απογευόμενος, άγευστος δε δια χειρών λαμβανόμενος· φύλαξ δε δια τούτου της εαυτού ποιότητος γινόμενος, ήδη της πικρότητος τη μεταβολή τοσαύτην ηδείαν παρέχει την γεύσιν, ως πάσης μεν τρυφής άρτυμα παρεισφέρεσθαι, πάσης δε εστιάσεως κέρασμα προς την ζωήν των ανθρώπων γίνεσθαι. Και ούτω πάσα φύσις φυτών τε και σπερμάτων, τη μεταβολή των καρπών, την ευφροσύνην τοις πάσι παρέχουσιν.                                                                                                                                                             
Επεί τοίνυν των χαλεπωτέρων επί τη των βελτιόνων μεταβολή τοσαύτην χαρίζεται την απόλαυσιν, φέρε δη, μεταβάντες επί τα τούτων τιμιώτερα, θεασώμεθα πόσων ημίν αγαθών πρόξενος γέγονεν ο Σταυρός του Χριστού, δια της αυτού ενεργείας, τοσαύτην μεταβολήν αγαθών κατεργασάμενος. Ει γαρ και λυπηρός και στυγνός ο του Κυρίου Σταυρός ακουόμενος, αλλά χαράς πλήρης και φαιδρότητος έμπλεως, ου πάθους, αλλ΄ απαθείας αίτιος γενόμενος. Ει δε και σκάνδαλόν  εστιν Ιουδαίοις ονομαζόμενος, μωρία δε και τοις έθνεσι κηρυττόμενος, αλλ΄ ημίν τοις πιστεύουσι σωτηρία μνημονευόμενος. Ει γαρ και εν Εκκλησία Σταυρού αναγινωσκομένου, και πάθους δια Σταυρού μνημονευομένου, λαός ο Σταυρώ πιστεύων αγανακτεί, ελεεινήν φωνήν και γογγυσμόν αφιέμενος, ου δια τον Σταυρόν, αλλά δια τους σταυρώσαντας και απιστήσαντας.                                                                                                                                                       
Σταυρός γαρ σωτηρία της Εκκλησίας· Σταυρός το καύχημα των εις αυτόν ηλπικότων· Σταυρός ο απαλλάξας ημάς των προλαβόντων κακών, και απαρχή των επιγενομένων ημίν αγαθών. Σταυρός η προς Θεόν εχθρών καταλλαγή, και επί Χριστόν αμαρτωλών επιστροφή. Δια Σταυρού γαρ της έχθρας ερρύσθημεν, και δια Σταυρού τω Θεώ εις φιλίαν συνήφθημεν· δια Σταυρού της του διαβόλου τυραννίδος ηλευθερώθημεν, και δια Σταυρού του θανάτου και της απωλείας απηλλάγημεν. Δια τούτο ο λαός, πρότερον μεν περί Σταυρού ακούων εγόγγυζεν· αύθις δε περί αναστάσεως ακούων, τον γογγυσμόν εις χαράν μετέβαλε, καθαρά τη φωνή την δόξαν προφερόμενος. Σταυρός την ανθρωπείαν φύσιν εις αγγελικήν μετέβαλε τάξιν, πάσης φθαρτής πράξεως αλλοτρίαν αποδείξας, και της αφθάρτου ζωής ενδιαιτάσθαι καταξιώσας. Ουκέτι γαρ ανθρώποις, αλλά και θεούς προσηγόρευσε λέγων· «Εγώ είπα, θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες». Ουκέτι δούλους, αλλά φίλους και αδελφούς ωνόμασεν, «Απαγγελώ το όνομά σου τοις αδελφοίς μου» λέγων.                                                                                                                                                                   
Οράς πόσην μεταβολήν ο Σταυρός κατειργάσατο; Ίνα δε μάθης ακριβέστερον την δύναμιν του Σταυρού, κατανόησον τι προ Σταυρού, και τι μετά Σταυρόν, και ευρήσεις του Σταυρού την ενέργειαν. Προ Σταυρού, Υιός ουκ ην γινωσκόμενος· σήμερον Σταυρού κηρυττομένου, Υιός ονομάζεται, και Πατήρ δι΄ Υιού γνωρίζεται. Προ Σταυρού διάβολος προσεκυνείτο· νυν, Σταυρού κηρυττομένου, διάβολος πέπτωκε και δαίμονες φυγαδεύονται. Προ Σταυρού, πορνείαις και ασελγείαις εσχολάζομεν· νυν δε Σταυρού κηρυττομένου, ου μόνον πορνείας απέστημεν, αλλά και γάμων κατεφρονήσαμεν, παρθενίαν δε, ην ουκ ήδειμεν, δεξάμενοι, ως ιδίαν φυλάττομεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και διάβολος τους Ιουδαίους κατά του Χριστού συνήγαγε· σήμερον Σταυρός κηρύττεται και οι Απόστολοι Ιουδαίους δια της πίστεως προσάγουσιν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και υπό θανάτου κατειχόμεθα· νυν Σταυρός κηρύσσεται, και ως μη όντος θανάτου κατεφρονήσαμεν, την δε αιώνιον ζωήν εποθήσαμεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και Παραδείσου αλλότριοι ήμεν· Σταυρού δε φανέντος, παραχρήμα ληστής Παραδείσου ηξιώθη.                                                                                                                                                                                  
Ω μεγάλης δυνάμεως του Σταυρού! Όσην μεταβολήν τω γένει των ανθρώπων κατειργάσατο! Από τοσούτου σκότους, εις φως απέραντον μετέστησεν· από θανάτου, εις αιώνιον ζωήν ανεκαλέσατο· από φθοράς, εις αφθαρσίαν ανεκαίνισεν. Ουκέτι γαρ οφθαλμοί καρδίας από αγνοίας υπό του σκότους καλύπτονται, αλλά δια Σταυρού τω φωτί της γνώσεως καταυγάζονται. Ουκέτι ώτα κωφών υπό απιστίας κέκλεισται· οι κωφοί γαρ ήκουσαν λόγον Κυρίου, και οι τυφλοί ανέβλεψαν του ιδείν την δόξαν του Θεού.                                                                                                                                    
Ταύτα του Σταυρού τα κατορθώματα, ταύτα ημίν δια Σταυρού τα δωρήματα. Τι γαρ καλόν ημίν ουκ από Σταυρού δεδώρηται; Τι δε αγαθόν ου δια Σταυρού ημίν κατώρθωται; Δια Σταυρού ευσεβείν εδιδάχθημεν, και της θείας φύσεως την δύναμιν επέγνωμεν· δια Σταυρού δικαιοσύνην Θεού παιδευόμεθα, και σωφροσύνης αρετήν μεταδιώκομεν· δια Σταυρού αλλήλους γνωρίζομεν, και οι μακράν όντες Χριστώ συνήφθημεν, και της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ηξιώθημεν· δια Σταυρού αγάπης την δύναμιν έγνωμεν, και υπέρ αλλήλων αποθανείν ου παραιτούμεθα· δια Σταυρού πάντων των εν τω κόσμω καταπεφρονήκαμεν, και ως ουδέν αυτά είναι ηγησάμεθα, των μελλόντων αγαθών ορεγόμενοι, και των αοράτων ως ορωμένων αντιποιούμενοι.                                                                                                                                                           
Σταυρός κηρύττεται, και πίστις η εις Θεόν ομολογείται, και η αλήθεια εις άπασαν την οικουμένην πολιτεύεται. Σταυρός κηρύττεται, και Μάρτυρες αναδείκνυνται, και η εις Χριστόν ομολογία κρατύνεται. Σταυρός κηρύττεται, και η Ανάστασις αναδείκνυται, και η ζωή πεφανέρωται, και η των ουρανών Βασιλεία καταπιστεύεται, και οι άπιστοι τω Σταυρώ πιστεύουσι, και σωτηρίας τυγχάνουσιν οι τον Σταυρόν κατά της ζωής επινοήσαντες. Σταυρός τούτων απάντων ημίν πρόξενος γέγονε, και δια Σταυρού άδειν εδιδάχθημεν. Τι τοίνυν Σταυρού τιμιώτερον; Τι δε τούτου ταις ημετέραις ψυχαίς ωφελιμώτερον; Μη ουν επαισχυνθώμεν Σταυρόν ονομάζοντες, αλλά μετά πάσης παρρησίας αυτόν ομολογήσωμεν, δι΄ ου εις σωτηρίαν ανεκλήθημεν και εις αιώνιον ζωήν παραπεμπόμεθα.                                                                                                       
Οράς πόσην ο Σταυρός ούτος οικονομίαν τω κόσμω κατειργάσατο; Μετέβαλεν αυτού τα άνομα πράγματα, και ηλλοίωσε τα άθεα δόγματα· ουκέτι νόμοις διαβολικοίς εμπολιτεύεται, ου θεσμοίς θανατικοίς αναστρέφεται. Θεός γαρ επεδήμησε, και της οιστρηλασίας τα πάθη εξέτεμε, τα ίδια ενομοθέτησε, και τα συμφέροντα και επωφελή εδογμάτισε· δόγματα σωφροσύνης εθέσπισε, και την ηδυπάθειαν εξέκοψεν· όρους αγιωσύνης ενέθηκε, και νόμον αγνείας ήρμοσε, και άνομον πορνείαν εκποδών εποίησε· τους της εγκρατείας ενομοθέτησε κανόνας, και τας των ηδονών επικρατείας ανέτρεψε· δόγματι θεϊκώ τα των επιθυμιών όργανα κατάσπασε, και πάσαν την δι΄ ηδονής εντικτομένην αμαρτίαν εμείωσεν. Επειδή γαρ αρχή πορνείας, επίνοια ειδώλων· εύρεσις δε αυτών, φθορά ζωής· δια τούτο την ρίζαν ανομίας εξέκοψεν, ίνα παύση πάντα τα ρεύματα της ασεβείας.                                                                                      
Και κατήργησε μεν τα μυσαρά σεβάσματα της ειδωλολατρίας, διέφθειρε δε τα των αθεμίτων επιτηδεύματα, ηχρείωσε τα σχίσματα της βακχικής παρανομίας, και ημαύρωσε τα πλάσματα και τα καλλωπίσματα της ασεβείας· τα της απάτης ενέκοψεν αδικήματα, και τα της απωλείας ενέφραξε ρεύματα· εκαθάρισε τας ψυχάς εκριζώσας τας ακάνθας της ασεβείας, και ήνεγκεν ως κόκκον σίτου τα σπέρματα της θεοσεβείας, ίν΄  αποδείξη τας ψυχάς καρποφορούσας γεννήματα δικαιοσύνης· ήνοιξε τους καταρράκτας της πνευματικής σιτοδοσίας, και επλήρωσε τας λογικάς αποθήκας των θεϊκών γεννημάτων της επουρανίου σοφίας· ενεφόρησε τους πιστεύοντας της του Πνεύματος αγιαστίας, και γέγονεν έκαστος δοχείον της ενθέου αγιωσύνης και ποταμός της θείας ευπρεπείας.                                                                                                                                                                                                                   
Τούτων ημίν απάντων ο Σταυρός εχορήγησε την κτήσιν, και πάντων των τηλικούτων αγαθών δια του Σταυρού απολαύομεν. Τούτων απάντων την γνώσιν δια Σταυρού ειλήφαμεν, και πάντα ταύτα δι΄ αυτού εδιδάχθημεν. Ίνα δε μάθης του Σταυρού την δύναμιν, και πόσον ισχύει Σταυρού ενέργεια, κατάμαθε τα επί του Σταυρού γενόμενα, και ευρήσεις έργα θεϊκής δυνάμεως δι΄ αυτού τελούμενα. Σταυρός κατά της ζωής πήγνυται, και ζωή τω κόσμω δια Σταυρού εις θάνατον επινενόηται, και θάνατος νεκρός δι΄ αυτού αποδέδεικται· Σταυρός κατά της αληθείας ήπλωται, και δια Σταυρού κόσμος της αληθείας πεπλήρωται. Σταυρός εκτέταται κατά του Δεσπότου, και ο Δεσπότης δι΄ αυτού τας χείρας εκτείνας, τα πάντα προς εαυτόν συνήγαγε. Χριστός επί Σταυρού κρέμαται, και διάβολος νενέκρωται. Χριστός επί Σταυρού ήπλωται, και σημείον σωτηρίας τω κόσμω δεδώρηται. Χριστός επί Σταυρού προσήλωται, και πάσα ψυχή εκ δεσμών λελύτρωται. Χριστός επί Σταυρού πέπηγε, και η σύμπασα κτίσις από της φθοράς της δουλείας ηλευθέρωται. Χριστός επί Σταυρού αναπέπαυται, και τεράστιον καινότερον τω κόσμω αναδέδεικται· ηλίου γαρ το φως σκοτίζεται. Σύμβολον τοις μεν απίστοις εν ημέρα κρίσεως το σκότος ταμιευόμενον, τοις δε πιστεύουσι το φως της ημέρας από σκότους μεταβαλλόμενον. Τούτο δε και προφητικόν που λόγιον βοά λέγον· «και έσται εν εκείνη τη ημέρα, λέγει Κύριος, δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας, και συσκοτάσει εν ημέρα το φως, και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους».                                                                                    
Οράς, αγαπητέ, ηλίκον περιέχει μυστήριον το προφητικόν λόγιον; Ενταύθα γαρ αμφοτέρων αινίττεται τα πράγματα, Ιουδαίων τε λέγω, των υπό Νόμον, και εθνών έξω του Νόμου την ανομίαν επιτελούντων. Οι μεν γαρ κατά Νόμον εορτάζοντες πενθήσουσι, τας εορτάς απολέσαντες, και αντί ωδών, κοπετόν περί της Ιερουσαλήμ ποιήσονται. Ουκέτι γαρ έσται Ιερουσαλήμ έχουσα τας λατρείας, ούτε επιτελεσθήσεται εορτή εν αυτή, τέλος ειληφότων απάντων μετά την Χριστού επιδημίαν και το Πάθος Αυτού και την οικονομίαν. Δια τούτο ουν φησι· «Μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους», των νομικών αποστερούμενοι και εις δουλείαν παντί έθνει παραδιδόμενοι, ανθ΄ ων ουκ επίστευσαν τω θείω και παραδόξω του Σταυρού κηρύγματι. Πενθήσει δε και επί ταις αμαρτίαις εξομολογούμενα έθνη, πένθος μακαρισμού πρόξενον. «Μακάριοι, γαρ φησιν, οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Πενθήσουσιν ουν επί ταις ματαίαις αυτών εορταίς και άσμασιν αθεμίτοις, οις επετέλουν τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν. Όρα γαρ μοι σήμερον, πως μετανοήσας Εθνικός, ο πρότερον τοις ειδώλοις εορτάζων, μεταστρέφει την εορτήν εις πένθος, μετανοών εφ΄ οις κακοίς έπραττε, και λέγει θρηνών το προφητικόν εκείνο λόγιον· «Επλανήθημεν εν τη αισχύνη ημών και επεκάλυψεν ημάς τα αμαρτήματα ημών, ότι επλήσθημεν ασεβείας ημών». Ούτως ουν και ημείς καλώς θρηνούντες και πενθούντες εν ταις προγεγραμμένοις ημίν κακοίς, τω Σραυρώ εαυτούς προσπλέξωμεν, και εις ουρανόν την διάνοιαν τείναντες, Χριστώ τω Σωτήρι ημών πλησιάσαντες, εγγύς Θεού εν τη Βασιλεία των ουρανών γενέσθαι καταξιωθώμεν, εν αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Λόγος εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού

ΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΒΑΣΜΙΟΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ.                                                                                    

Μεγάλην ευφροσύνην και αγαλλίασιν έχει η ψυχή μου, ευλογημένοι Χριστιανοί. Βλέπουσα την συνάθροισιν υμών· πως μετά πάσης προθυμίας συνήχθητε εις ακρόασιν του θείου λόγου· και ουχί μόνον χαίρω δια την συνδρομήν σας ταύτην, αλλά και νομίζω εμαυτόν μακάριον και καλότυχον, ότι έχω τοιούτους προθύμους ακροατάς, καθώς το λέγει ο σοφός Σειράχ εις το εικοστόν κεφάλαιον· «Μακάριος ο διηγούμενος εις ώτα ακουόντων». Επειδή λοιπόν ούτω προθύμως και χωρίς καμμίαν αμέλειαν συνήχθητε, πρώτον μεν ίνα προσκυνήσητε τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν, δεύτερον δε ίνα ακούσητε την διδασκαλίαν μου, δια τούτο πρέπει να ανοίξητε τα ώτα της ψυχής και του σώματος, δια να καρπωθήτε και τους λόγους μου. Αλλά επειδή δεν το επιτρέπει ο καιρός και η ώρα να πολυλογώμεν εις το προοίμιον του λόγου, ας εισέλθωμεν εις την υπόθεσιν της εορτής μας. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, θεοσεβέστατοι Χριστιανοί, και οι δαίμονες ταπεινώνονται. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, και οι Ορθόδοξοι συντρέχουσι να τον προσκυνήσωσι. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, και οι Χριστιανοί πανηγυρίζουσι. Σήμερον ο Σταυρός εφάνη, και η πλάνη κατηργήθη. Σήμερον ο Σταυρός εκ της γης ανέτειλε και τους ανθρώπους εφαίδρυνε. Σήμερον το γένος των Χριστιανών εδοξάσθη και οι Εβραίοι κατησχύνθησαν. Σήμερον ο Σταυρός υψούται και ο Χριστός δοξάζεται, επειδή ο Σταυρός δόξα Χριστού ονομάζεται· και άκουσον του Δαυϊδ λέγοντος· «Επί τους ουρανούς ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου». Σήμερον ο Σταυρός εφάνη και ημείς προς θεογνωσίαν εχειραγωγήθημεν· διότι, αφ’ου εφάνη ο Σταυρός, εμάθομεν να πιστεύωμεν εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα· αφ’ ου ο Σταυρός εφάνη, κατηργήθη η πολύθεος πλάνη της ειδωλολατρίας· αφ’ ου ο Σταυρός εφάνη, κατηργήθη ο θάνατος, και οι δαίμονες φρίττουσι, τα ξόανα επατήθησαν, και ο Σταυρός τιμάται εις πάντα κόσμον· οι βωμοί των Ελλήνων ηφανίσθησαν, και ο Σταυρός ανεστυλώθη εις πάσας τας Εκκλησίας. Τούτον είδον οι δαίμονες εν Γολγοθά προσηλούμενον, και ετρόμαξαν· τούτον είδον οι Ορθόδοξοι φανέντα εκ της γης και ηυφράνθησαν. Τούτον οι Προφήται με διάφορα ονόματα καλούσιν· ο Δαβίδ Υποπόδιον τον ονομάζει, λέγων εν τω ενενηκοστώ ογδόω Ψαλμώ· «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω Υποποδίω των ποδών αυτού». Ο αυτός τόπον τον καλεί, λέγων εις τον εκατοστόν τριακοστόν πρώτον Ψαλμόν· «Εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού, προσκυνήσωμεν εις τον τόπον ου έστησαν οι πόδες αυτού». Όχι δε μόνον δια τούτων των ονομάτων εγκωμιάζει, αλλά καλεί και Ράβδον της Βασιλείας. Λέγεται και Ράβδος Κληρονομίας, καθώς το λέγει ο αυτός εις τον εβδομηκοστόν τρίτον Ψαλμόν. «Ελυτρώσω Ράβδον κληρονομίας σου». Λέγεται Ράβδος Δυνάμεως, ως το μαρτυρεί ο αυτός εις τον εκατοστόν ένατον Ψαλμόν. «Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών». Λέγεται Βακτηρία, και άκουσον του αυτού Προφήτου λέγοντος εις τον εικοστόν δεύτερον Ψαλμόν· «Η Ράβδος σου και η Βακτηρία σου αύται με παρεκάλεσαν»·  λέγεται Ξύλον ζωής, και μαρτυρεί αυτό ο Σολομών εις το γ΄ κεφάλαιον των Παροιμιών, λέγων·»Ξύλον Ζωής επί πάσι τοις αντεχομένοις αυτής»· λέγεται και Ξύλον πεφυτευμένον· που; Παρά τας διεξόδους των υδάτων, τουτέστι των θεοπνεύστων Γραφών· λέγεται Σημείωσις και Σημείον, και άκουσον του Προφήτου Δαβίδ εις τον πεντηκοστόν ένατον Ψαλμόν· «Έδωκας τοις φοβουμένοις σε σημείωσιν, του φυγείν από προσώπου τόξου»· και πάλιν εις τον ογδοηκοστόν πέμπτον Ψαλμόν «Ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν»· και του Προφήτου Ιωήλ εν τω ενάτω κεφαλαίω· «Δος το σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων». Αυτόν προεικόνιζεν Ισαάκ, όταν ανέβαινεν εις το όρος, βαστάζων τα ξύλα· Αυτόν προεικόνιζεν ο Ιακώβ, όταν εφίλησε το άκρον της ράβδου του Ιωσήφ· διότι προείδεν ότι εμέλλομεν και ημείς οι Χριστιανοί να προσκυνήσωμεν την Ράβδον του Χριστού, τουτέστι τον Σταυρόν· εις Αυτού τον τύπον έβαλεν ο αυτός τας χείρας του, εναλλάξ εις τας κεφαλάς των παίδων του Ιωσήφ, και την μεν δεξιάν του χείρα έβαλεν εις την κεφαλήν του Εφραίμ, όστις ήτο μικρότερος, και εστέκετο εις το αριστερόν του μέρος, την δε αριστεράν του χείρα έβαλεν εις την κεφαλήν του Μανασσή, όστις ήτο μεγαλύτερος, και εστέκετο εις το δεξιόν του μέρος. Σταυρού τύπον είχεν η Ράβδος εκείνη, με την οποίαν ο αυτός Ιακώβ διέβη τον Ιορδάνην, καθώς το λέγει και μόνος του εις το τριακοστόν δεύτερον κεφάλαιον της Γενέσεως· «Εν γαρ τη ράβδω μου ταύτην διέβην τον Ιορδάνην». Σταυρού δύναμιν είχε και η Ράβδος του Μωϋσέως όπου έκαμνε τας θαυματουργίας εν τη Αιγύπτω· του Σταυρού την ενέργειαν προεικόνιζεν η αυτή Ράβδος, ότε έσχισε την Ερυθράν θάλασσαν, και διέβησαν αβρόχως οι Ισραηλίται. Τον Σταυρόν προεσήμαινεν η αυτή Ράβδος, όταν εκτύπησε την πέτραν, και ανέβλυσεν δώδεκα βρύσεις. Σταυρού τύπον είχε και το Κοντάριον, όπερ είχε τον χάλκινον όφιν εμπεπηγμένον εν τη ερήμω, και ει τις τον έβλεπε δεν εθανατώνετο. Σταυρού τύπον εσχημάτιζε και αυτός ο Μωϋσής, ότε ήπλωσε τας χείρας αυτού εν τη ερήμω και ενίκησε τον Αμαλήκ. Σταυρού τύπον εσχημάτιζε και ο Προφήτης Ησαϊας όταν τον επριόνιζον οι αγνώμονες Ιουδαίοι. Ο Ελισσαίος αυτόν προεικόνιζεν, όταν εξήγαγε τον σίδηρον της αξίνης από το μέσον του ξύλου εις τον ποταμόν Ιορδάνην. Ο Ιερεμίας αυτόν προείδε Ξύλον, το οποίον έβαλαν οι Χριστοκτόνοι Εβραίοι εις τον άρτον του Χριστού· άρτος το Σώμα αυτού λέγεται, επειδή αυτός λαβών άρτον εις τας αγίας αυτού χείρας είπεν εις τους Μαθητάς του· «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το Σώμα μου». Αυτόν και ημείς ας προσκυνήσωμεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, μετά φόβου και χαράς. Μετά φόβου μεν δια την αναξιότητα ημών, ότι είμεθα αμαρτωλοί, μετά χαράς δε, ότι ο εν τούτω σταυρωθείς Χριστός έδωκεν εις ημάς δι’ αυτού την αιώνιον ζωήν· αυτόν ας τιμήσωμεν, ότι απ’ αυτόν ηξιώθημεν της πρώτης πατρίδος, του Παραδείσου λέγω· αυτόν ας υψώσωμεν, ότι δι’ αυτού συντρίβομεν τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων· αυτόν ας εγκωμιάσωμεν, ότι δι’ αυτού ο Αδάμ εσώθη, η Εύα ηλευθερώθη, ο Παράδεισος ηνοίχθη, ο ληστής θεολόγος εγένετο, ο κόσμος ανεκαινίσθη, τα πάντα ηγιάσθησαν. Τι να λέγω τα κατά μέρος; Δι’ αυτού και ημείς τον Χριστόν επιστεύσαμεν ως Θεόν, δι’ αυτού και να σωθώμεν ελπίζομεν. Αλλά ταύτα μεν αρκούσι δια την ώραν, ευλογημένοι Χριστιανοί, πρέπον δε είναι να διηγηθώμεν και εν συντόμω, πόθεν παρέλαβεν η Εκκλησία του Χριστού να εορτάζη σήμερον την ανάμνησιν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, δια να καταλάβετε την αλήθειαν· διότι είναι πολλοί, οίτινες γράφουσιν ασύμφωνα λόγια περί της ευρέσεως του Σταυρού, τους οποίους δεν πρέπει να πιστεύωμεν μηδέ τας συγγραφάς των να αναγινώσκωμεν επί της Εκκλησίας, μάλλον δε να τας αποδιώκωμεν. Λλά δια να μη γίνη ανελλιπής ο λόγος μας, πρέπον είναι να αρχίσωμεν άνωθεν και απ’ αρχής την διήγησιν.                                  Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός αληθής, θέλων να σώση το γένος των ανθρώπων υπό του διαβόλου τυραννούμενον, ήλθε να ενσαρκωθή εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και εγεννήθη εξ αυτής εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, του υιού τού Αντιπάτρου, ο οποίος Ηρώδης, ων αλλόφυλος και όχι από γένος εβραϊκόν, επήγε και προσεκύνησε τον βασιλέα της Ρώμης Αύγουστον, και παρέλαβε την εξουσίαν της Ιουδαίας· διότι πρέπον ήτο να πληρωθή η προφητεία του Πατριάρχου Ιακώβ, όπου έλεγεν· «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως ου έλθη ω απόκειται». Επειδή λοιπόν ήλθεν ο Χριστός, η προσδοκία των εθνών, δια τούτο δικαίως έλειψαν εις τον καιρόν της γεννήσεώς του οι βασιλείς των Ιουδαίων, και εβασίλευσεν ο Ηρώδης, αλλόφυλος ων. Επειδή δε ήτο και αυτός εθνικός και μη ευπρόσδεκτος και επομένως απαράδεκτος εις τους Εβραίους, εφόνευσε μεν πολλούς εξ αυτών, κατέκαυσε δε και τας αναγραφάς των Γενεών και των Φυλών, από τον καιρόν του Έσδρα, δια να μη γνωρίζωσιν οι Ιουδαίοι από ποίαν φυλήν και γενεάν κατάγονται. Ουχί δε μόνον τούτο εποίησεν, αλλά και την ιερατικήν στολήν την έβαλεν εις το θησαυροφυλάκιόν του, ίνα, όστις θελήση να γίνη Αρχιερεύς, δίδη εις αυτόμ πρώτον αργύρια, και ούτω δανείζηται αυτήν εξ αυτού. Εις δε τον τεσσαρακοστόν δεύτερον χρόνον του Καίσαρος Αυγούστου εξήλθε δόγμα παρ’ αυτού, να απογραφώσι πάντες οι άνθρωποι, όσοι ήσαν υπό την εξουσίαν του, δια να του δίδουν φόρον. Ταύτην δε την απογραφήν ενεπιστεύθη ο Καίσαρ εις εξουσίαν τινός ανθρώπου της Συγκλήτου, Κυρηνίου λεγομένου, τον οποίον έκαμε και ηγεμόνα της Συρίας. Είχε δε τότε ο Ηρώδης εις την ηγεμονίαν της Ιουδαίας χρόνους τριάκοντα τρεις· τότε και οι μάγοι ήλθον εις τα Ιεροσόλυμα ζητούντες τον τεχθέντα Βασιλέα. Ακούσας δε ο Ηρώδης, απέστειλεν αυτούς να εύρωσι το Βρέφος, και επειδή δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην, εθυμώθη και απέκτεινε τους παίδας. Ο δε Ιωσήφ, κατά το θείον πρόσταγμα, παραλαβών την Παρθένον και το Βρέφος, έφυγεν εις την Αίγυπτον, και ήτο εκεί έως ου απέθανεν ο Ηρώδης, βασιλεύσας χρόνους τριάκοντα επτά. Μετά δε τον θάνατον του Ηρώδου εμοίρασαν την βασιλείαν οι τέσσαρες υιοί του, εις τέσσαρα μέρη· δια τούτο και ωνομάζοντο Τετράρχαι, ότι έκαστος εξ αυτών ώριζε το τέταρτον της αρχής και εξουσίας του Ηρώδου. Και πρώτος μεν ήτο ο Αρχέλαος, δεύτερος δε άλλος Ηρώδης, όστις απεκεφάλισεν Ιωάννην τον Πρόδρομον, τρίτος ο Φίλιππος, και τέταρτος ο Λυσανίας. Τότε ο Ιωσήφ επέστρεψεν από την Αίγυπτον μετά της Παρθένου και του Χριστού, όντος τετραετούς· και επειδή εβασίλευεν ο Αρχέλαος επί της Ιουδαίας, φοβηθείς επήγε και κατώκησεν εις την Ναζαρέτ. Εις δε τον όγδοον χρόνον της τετραρχίας του Αρχελάου, εδίδαξεν ο Χριστός εις το Ιερόν, ετών υπάρχων δώδεκα κατά την σωματικήν ηλικίαν· μετ’ ου πολύ δε και ο Ιωσήφ απέθανεν. Ο δε Αρχέλαος, βασιλεύσας τα πάντα έτη εννέα, απέθανεν άτεκνος· και ο Καίσαρ Αύγουστος τεσσαράκοντα έξ έτη κρατήσας της βασιλείας, ετελεύτησε, διαδεχθέντος αυτόν του υιού αυτού Τιβερίου. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήτο τότε κατά το ανθρώπινον ετών δέκα πέντε. Τιβέριος δε ο Καίσαρ, λαβών την βασιλείαν του πατρός αυτού, επειδή είχε φίλον τον Πιλάτον, τον έκαμεν ηγεμόνα της Ιουδαίας· ο δε Πιλάτος ήτο από μίαν νήσον, η οποία ονομάζεται Ποντία, και είναι εις το Τυρρηνικόν πέλαγος. Εις δε τον δέκατον πέμπτον χρόνον της βασιλείας του Καίσαρος Τιβερίου, κατά την ιστορίαν του Ευαγγελιστού Λουκά, ήλθεν ο Πρόδρομος Ιωάννης, κατ’ αποκάλυψιν Θεού, κηρύσσων Βάπτισμα μετανοίας εις τον λαόν εις όλην την Ιουδαίαν· εβαπτίσθη δε ο Κύριος υπ’ αυτού, ετών υπάρχων τριάκοντα, και από τότε ήρχισε να ποιή και να διδάσκη όσα γράφει το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε τας ημέρας εκείνας, ο Ηρώδης ο Β΄, ο υιός του Ηρώδου του βρεφοκτόνου, εξεδίωξε την γυναίκα του την νόμιμον, η οποία ήτο θυγάτηρ του Αρέτα του βασιλέως, περί του οποίου γράφει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Κορινθίους δευτέραν επιστολήν, εν κεφαλαίω ια΄, 32, έλαβε δε εις γυναίκα την Ηρωδιάδα, την γυναίκα του αδελφού αυτού Φιλίππου, τούτου έτι ζώντος· δια τούτο τον ήλεγχε και ο Πρόδρομος, ως παράνομον και μοιχόν. Εις δε τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας του Καίσαρος Τιβερίου εσταυρώθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός υπό των Χριστοκτόνων Ιουδαίων, κατά την φύσιν της σαρκός. Ότε δε ανέστη εκ των νεκρών, τότε οι Ιουδαίοι, από τον φθόνον των, έδωκαν χρήματα εις τους φύλακας στρατιώτας, να διαβάλουν την Ανάστασιν του Χριστού, και να είπουν ότι τον έκλεψαν οι Απόστολοι. Μρτά δε την Ανάληψιν του Κυρίου, βλέποντες πάλιν ότι γίνονται άπειρα θαύματα υπό των Αγίων Αποστόλων, συνεβουλεύθησαν να κρύψουν τον Τάφον του Χριστού και τον Τίμιον Σταυρόν, ίνα μη, μεταβαίνοντες εκεί οι Χριστιανοί, προσκυνώσι. Τότε συναθροισθέντες όλοι οι φθονεροί Ιουδαίοι παρέχωσαν τον Τάφον του Χριστού και τον τόπον του Κρανίου, εις τον οποίον κατέκειτο ο Τίμιος Σταυρός. Και αυτοί μεν το έκαμαν από φθόνον, νομίζοντες ότι θα παύση μετά ταύτα και το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ο δε Θεός επέτρεψε τούτο δια λόγον μυστικώτερον, διότι, ως καρδιογνώστης και παντογνώστης, προεγνώριζεν ότι μέλλει η Ιερουσαλήμ να κατακαή και να ερημωθή υπό των εθνών, και δια να μη κατακαύσουν και τον Τίμιον Σταυρόν, ηυδόκησε και ηθέλησε να τον παραχώσωσιν οι αγνώμονες Ιουδαίοι, ίνα μη ευρεθείς εις τον καιρόν της αιχμαλωσίας κατακαή και ζημιωθώσιν οι Χριστιανοί το τοιούτον ζωοπάροχον δώρημα. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο. Ο δε Πιλάτος έγραψεν εις τον Καίσαρα Τιβέριον όλα όσα έγιναν εις τον καιρόν της Σταυρώσεως του Χριστού και ότι θαύματα μεγάλα γίνονται από τους Μαθητάς Του. Ο δε Τιβέριος, ως ήκουσεν, επίστευσεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εσκέφθη να τον ανακηρύξη Θεόν δια βασιλικού προστάγματος, πλην οι άρχοντές του οι Ρωναίοι ηναντιώθησαν εις τούτο, λέγοντες ότι δεν πρέπει μόνον εξ ακοής παρευθύς να πιστεύσωμεν τον Χριστόν ως Θεόν, εάν δεν ίδωμεν και κανένα από τους Μαθητάς Του να θαυματουργήση. Και οι μεν άρχοντες της Βουλής τούτο είπον, εκείνος δε, μέσα του βεβαίως, εκράτει την πίστιν τού Χριστού, ώστε, ει τις ήρχετο εις αυτόν και ενεκάλει Χριστιανόν, τον απεδίωκεν. Ως δε έμαθεν, ότι ο Ηρώδης συνεφώνησεν εις τον φόνον του Χριστού, ότι δια την παράνομον μοιχείαν του πολλά κακά εγένοντο εις την Ιερουσαλήμ, και ότι δια τον έλεγχον της παρανομίας ταύτης εφόνευσε και τον Πρόδρομον Ιωάννην, ηγανάκτησε πολύ και έστειλε στρατιώτας δια να τον φέρωσι δεδεμένον εις την Ρώμην μετά της μοιχαλίδος Ηρωδιάδος. Όταν δε τους έφεραν, τον μεν Ηρώδην εξώρισεν εις την Ισπανίαν και εκεί ετελεύτησε, την δε Σαλώμην, την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, ήτις ωρχήσατο εις το συμπόσιον, την κατέπιεν η γη, έτι ζώσης της μητρός αυτής. Απέθανε δε ο Τιβέριος, βασιλεύσας έτη είκοσι δύο και εβασίλευσεν αντ’ αυτού εις την Ρώμην ο Γάϊος έτη τέσσαρα. Ούτος ήτο άνθρωπος σκληρός και υπερήφανος και ετιμώρησε και τον Πιλάτον· οι δε Ιουδαίοι έτι περισσότερον απεστάτουν και ητάκτουν, ώστε οι Ρωμαίοι πολλούς απ’ αυτούς εφόνευσαν. Ο Γάϊος ούτος εχειροτόνησεν εις όλας τας τετραρχίας ηγεμόνα τινά, Αγρίππαν και Ηρώδην λεγόμενον, ο οποίος ήτο υιός του Αριστοβούλου· αυτός εφόνευσε και τον υιόν του Ζεβεδαίου Ιάκωβον τον Απόστολον, επεχείρησε δε να θανατώση και τον Απόστολον Πέτρον, αλλά Άγγελος Κυρίου τον ηλευθέρωσεν από τα δεσμά, καθώς το διηγούνται αι Πράξεις των Αποστόλων. Έλαβε δε και ο ίδιος κακόν θάνατον, διότι το σώμα του ανέβρυσε σκώληκας, οίτινες τον κατέφαγον ζώντα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο και ο δίκαιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο οποίος εγκατέστη Επίσκοπος υπό του Κυρίου εις τα Ιεροσόλυμα. Οι δε Ιουδαίοι έκτοτε δεν ησύχασαν, αλλά έχοντες φθόνον προς τον Χριστόν και προς τους Μαθητάς Αυτού, ολονέν σκάνδαλα και αταξίας έκαμναν εις την Ιερουσαλήμ. Εις δε τας ημέρας εκείνας παρέλαβε την ηγεμονίαν της Ιουδαίας, αντί Ηρώδου και Αγρίππα άνθρωπος τις έτερος, λεγόμενος και αυτός Αγρίππας· ούτος είχε γυναίκα, ονόματι Βερενίκην, περίων και αι Πράξεις των Αποστόλων γράφουσιν εις το εικοστόν πέμπτον κεφάλαιον. Απέθανε δε και ο Γάϊος και εβασίλευσεν αντ’ αυτού ο Κλαύδιος έτη δέκα τέσσαρα. Επί τούτου εγένετο λιμός μέγας (πείνα) εις όλην την οικουμένην, κατά την προφητείαν του Αγγαίου, οι δε Ιουδαίοι δεν έπαυον τας αταξίας των, ως εκ τούτου δε ηναγκάσθη ο Κλαύδιος να αποστείλη εις τους τοπάρχας της Ιουδαίας διαταγήν, όπως φονεύουν άνευ λύπης τους Ιουδαίους. Δια τούτο και πολλαί συνοικίαι των Εβραίων ηρημώθησαν εις την Ιερουσαλήμ. Όσοι δε Εβραίοι κατώκουν εις την Ρώμην, κακώς έχοντες απεδιώχθησαν απ’ εκεί. Ταύτα δε όλα τα έπαθον δια την Χριστοκτονίαν, την οποίαν εποίησαν. Απέθανε δε και ο Κλαύδιος, και εβασίλευσεν αντ’ αυτού ο Νέρων έτη δέκα τέσσαρα. Αυτός ήτο κατά πολύ πονηρότερος και ασεβέστερος των προκατόχων του και πρώτος ήγειρε διωγμόν κατά των Χριστιανών· ούτος εθανάτωσε και τους πρωτοκορυφαίους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, και άλλους πολλούς Ρωμαίους. Τότε και ο ηγεμών της Ιουδαίας, Φήστος λεγόμενος, ετελεύτησε. Μετά δε τον θάνατον του Φήστου, οι Ιουδαίοι ευρόντες ευκαιρίαν κατάλληλον δι’ αναρχίαν, επροξένησαν μεγάλας ταραχάς εις την Ιερουσαλήμ, εφόνευσαν και τον Αδελφόθεον Ιάκωβον και κατεδίωξαν τους άλλους Αποστόλους, και κατ’ ολίγον απεστάτησαν παντελώς από της Ρώμης. Ταύτα ως έμαθεν ο Νέρων απέστειλε διάταγμα προς τον στρατηγόν της Ανατολής, Ουεσπασιανόν λεγόμενον, όπως εκστρατεύση κατά των Ιουδαίων και τους εξολοθρεύση παντελώς. Οι δε Ιουδαίοι, ως έμαθον την οργήν του βασιλέως, όσοι ηδύναντο κατέφυγον εις την Ιερουσαλήμ, διότι ήτο τότε περιτετειχισμένη και ωχυρωμένη με πύργους μεγάλους. Ο Ουεσπασιανός πορευθείς εις την Ιουδαίαν ηφάνισε πρώτον και κατέκαυσεν όλας τας πόλεις της Γαλιλαίας, είτα εβάδισε κατά της Ιερουσαλήμ· επειδή όμως αύτη ήτο καλώς ωχυρωμένη, δεν ηδυνήθη να την καταλάβη, μάλλον δε οι Ιουδαίοι, εξορμήσαντες ημέραν τινά, εφόνευσαν πολλούς Ρωμαίους. Τούτου ένεκεν ήλλαξε πορείαν ο Ουεσπασιανός και κατηυθύνθη εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης, δια να αναπαύση τον στρατόν του. Κατ’ εκείνας τας ημέρας απέθανε και ο Νέρων, εβασίλευσε δε ο Γάλβας μήνας επτά· εφονεύθη όμως και εκείνος και εβασίλευσεν ο Όθων μήνας τρεις. Επειδή δε τα πράγματα ήσαν εις μεγάλην ακαταστασίαν και απεστάτησαν και οι βάρβαροι, δια τούτο οι στρατιώται της Ανατολής, όσοι ήσαν μετά του Ουεσπασιανού, παρακινηθέντες εχειροτόνησαν βασιλέα τον Ουεσπασιανόν, με το θέλημα των αρχόντων και εξουσιαστών της Ανατολής. Απελθών δε ο Ουεσπασιανός εις την Ρώμην ανηγόρευσε Καίσαρας τους δύο υιούς του, Τίτον και Δομετιανόν, και τον μεν Τίτον αφήκε να πολεμή εις τα Ιεροσόλυμα, τον δε Δομετιανόν απέστειλε κατά των βαρβάρων. Ότε δε προσήγγιζεν ο Ουεσπασιανός εις την Ρώμην, οι Ρωμαίοι φονεύσαντες τον Όθωνα υπεδέξαντο αυτόν μετά μεγάλης τιμής και δόξης. Καθεσθείς ούτος επί του θρόνου, κατέσφαξε πάντας τους εναντίους· όθεν ηρέμησαν τα πράγματα και έπαυσαν αι ακαταστασίαι. Επολιόρκει δε ο Τίτος τα Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, κατά το διάστημα των οποίων οι Εβραίοι εκινδύνευσαν τόσον από την πείναν, ώστε ηναγκάσθησαν να τρώγουν και αυτά τα τέκνα των. Καταβαλών τέλος αυτούς ο Τίτος, εκυρίευσε τα Ιεροσόλυμα και θέσας πυρ κατέκαυσεν άπασαν την πόλιν ομού μετά του ιερού, ώστε δεν απέμεινε λίθος επί λίθου· και επληρώθη ο λόγος του Κυρίου ειπόντος, ότι «Ου μηαφεθή ώδε λίθος επί λίθον, ος ου καταλυθήσεται» (Ματθ. κδ: 2). Μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ, επανελθόντες οι Χριστιανοί εις την Σιών, προέβλον Επίσκοπον τον Συμεών, τον υιόν του Κλεώπα, ο οποίος ήτο και εξάδελφος του Κυρίου κατά το ανθρώπινον, διότι ο Κλεώπας ήτο αδελφός του Ιωσήφ του μνήστορος. Γίνονται δε από του σωτηρίου Πάθους του Χριστού μέχρι της αλώσεως των Ιεροσολύμων έτη τεσσαράκοντα. Ο δε Ουεσπασιανός βασιλεύσας έτη δέκα απέθανε, και εβασίλευσεν ο Δομετιανός. Ούτος προέβη εις αμείλικτον εξόντωσιν των Εβραίων, διατάξας, όπου ανεύρισκον Ιουδαίον, να τον φονεύωσιν· ομοίως και κατά των Χριστιανών διωγμόν μέγαν εκίνησε· βραδύτερον όμως μεταμεληθείς κατέπαυσε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν· απέθανε δε και ούτος βασιλεύσας έτη δώδεκα. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Νέρβας χρόνον ένα, και απέθανε, εβασίλευσε δε αντ’ αυτού ο Τραϊανός έτη είκοσιν. Ούτος ήγειρε τον μέγιστον εκείνον κατά των Χριστιανών διωγμόν, όστις πολλούς Χριστιανούς ανέδειξε Μάρτυρας. Αλλά οι άρχοντές του, βλέποντες τας πολλάς τιμωρίας των Χριστιανών, ελυπήθησαν και τον κατέπεισαν να παύση τον διωγμόν, όπερ και εγένετο. Εις τον καιρόν του αυτοκράτορος τούτου Τραϊανού εμαρτύρησεν ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος εις την Ρώμην και άλλοι πολλοί. Μετά τον θάνατον του Τραϊανού εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο Ανδριανός, ο λεγόμενος Αίλιος. Ούτος προσεβλήθη εκ βαρείας ασθενείας· όθεν περιερχόμενος από πόλεως εις πόλιν και ζητών ιατρείαν, μετέβη και εις την Ιερουσαλήμ· επειδή δε την είδε κατεστραμμένην, προσέταξε να την ανακτίσουν, εκτός του Ναού. Ως δε ήκουσαν οι Ιουδαίοι, ότι κτίζεται η Ιερουσαλήμ, συνήχθησαν πλήθος μέγα, και κατώκησαν εκεί· ο διάβολος όμως, όστις τους επολέμει απ’ αρχής, δεν τους αφήκε και πάλιν να ειρηνεύσουν· όθεν απεστάτησαν εκ νέου από τους Ρωμαίους, και έκαμαν ιδικόν των βασιλέα, άνθρωπόν τινα Βαρχολιβάν λεγόμενον. Ταύτα ως έμαθεν ο Αδριανός εξαπέστειλε κατ’ αυτών στρατεύματα αρκετά, και απέκλεισαν την Ιερουσαλήμ, έως ου από πείναν και δίψαν απέθανε πας ο λαός. Αυτή ήτο η τελειωτική ερήμωσις της Ιουδαίας· διότι ως εξωλοθρεύθησαν οι Ιουδαίοι και η πόλις ηρημώθη παντελώς, διέταξεν ο Καίσαρ τους Έλληνας να κατοικήσωσιν αυτοί, έγραψε δε και νόμον απαγορευτικόν, ότι πλέον Ιουδαίος να μη κατοική εις την Ιερουσαλήμ. Οι δε οικήτορες της Ιερουσαλήμ, επειδή ήσαν αλλόφυλοι, έστησαν και είδωλον του βασιλέως Ανδριανού. Τότε επληρώθη ο λόγος του Κυρίου, ειπόντος εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον· «Όταν ουν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως, το ρηθέν δια Δανιήλ του Προφήτου, εστώς εν τόπω αγίω… τότε οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη» (Ματθ. κδ: 15). Βδέλυγμα της ερημώσεως το είδωλον του Καίσαρος Ανδριανού ονομάζει ο Κύριος, όπερ έστησαν τότε οι Έλληνες εν τω ιερώ, ερημωθείσης της Ιερουσαλήμ. Από της πρώτης καταστροφής των Ιεροσολύμων, ήτις εγένετο υπό του Τίτου, του υιού του Ουεσπασιανού, έως ταύτης της δευτέρας ερημώσεως, παρήλθον χρόνοι πεντήκοντα. Τότε συναχθέντες οι Χριστιανοί εις την Ιερουσαλήμ εχειροτόνησαν Επίσκοπον Μάρκον τινά, άνδρα κατά πάντα αγιώτατον. Μαθόντες δε και εκ παραδόσεως τον τόπον του Γολγοθά, όστις ήτο κεχωσμένος υπό των Εβραίων, ως προείπομεν, μετέβαινον εκεί εις προσκύνησιν. Αλλ’ οι ειδωλολάτραι, φθονούντες τους Χριστιανούς, υποκινούμενοι δε και υπό του διαβόλου, έκτισαν εκεί ναόν της ακαθάρτου Αφροδίτης· όθεν οι Χριστιανοί, αποστρεφόμενοι τον τόπον, μετά παρέλευσιν καιρού ελησμόνησαν παντελώς που ήτο ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Χριστός. Αποθανόντος δε του Ανδριανού, εβασίλευσεν ο Αντώνιος, ο επιλεγόμενος Ευσεβής, χρόνους είκοσιν ένα. Μετά δε τον θάνατον τούτου, εβασίλευσεν ο Μάρκος Αυρήλιος Ουάρων, και Αντώνιος ο υιός αυτού, ομού μετά του Λουκίου του αδελφού αυτού χρόνους δέκα εννέα. Ως δε απέθανεν ο Ουάρων, διεδέξατο την ηγεμονίαν ο Κόμμοδος χρόνους δώδεκα. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Περτίναξ μήνας εξ. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Σεβήρος χρόνους δέκα οκτώ. Τελευτήσαντος δε και τούτου, εβασίλευσεν ο Αντώνιος ο Καράκαλος χρόνους επτά. Τούτον διαδέχθη ο Μακρίνος, όστις εβασίλευσε χρόνον ένα. Μετά τούτον εβασίλευσεν άλλος Αντώνιος, ο επιλεγόμενος Ηλιογάβαλος, χρόνους τέσσαρας. Μετά δε τούτον εβασίλευσεν Αλέξανδρος Σεβήρος, ο υιός της Μαμμαίας, έτη δέκα τρία. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο ειρήνη πολλή εις τους Χριστιανούς, διότι η μήτηρ του βασιλέως, Μαμμαία ονόματι, ήτο ευσεβής και Ορθόδοξος. Μετά δε τον θάνατον του Αλεξάνδρου, εβασίλευσεν ο Μαξιμίνος χρόνους τρεις. Ούτος, καθό ειδωλολάτρης, πολλά επείραξε τους Χριστιανούς, και διέταξεν, όπουευρίσκεται Χριστιανός να τον φονεύωσι. Τελευτήσαντος δε και τούτου, παραλαμβάνει την αρχήν των Ρωμαίων ο Πουπιανός και ο Βαλβίνος, μήνας τρεις. Τούτους διαδέχεται ο Γορδιανός, χρόνους εξ. Μετά τον Γορδιανόν εβασίλευσεν Φίλιππος ο αυτοκράτωρ χρόνους επτά. Ούτος ήτο ευσεβής Χριστιανός, αλλά ο υπηρέτης του διαβόλου  Δέκιος, φονεύσας αυτόν, εκράτησε την βασιλείαν χρόνους δύο. Ούτος ήτο φανατικός ειδωλολάτρης, και ετιμώρει τους Χριστιανούς, ούτως ώστε πολλοί εγένοντο Μάρτυρες εις τον καιρόν του. Μετά δε τούτον εβασίλευσε ο Τριβωνιανός Γάλλος, χρόνους τρεις. Τούτον διεδέξαντο Ουαλεριανός και Γαλλιηνός χρόνους δεκαπέντε. Ούτος εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Κλαύδιος, έτη δύο. Τούτου διάδοχος εγένετο Αυρηλιανός, χρόνους εξ. Μετά τούτον εβασίλευσε Τάκιτος και Φλωριανός μήνας εννέα. Μετά τούτον εβασίλευσεν Πρόβος έτη εξ. Τούτου δε τελευτήσαντος, την βασιλείαν διεδέξατο ο Κάρος, μετά των υιών αυτού Καρίνου και Νουμεριανού έτη δύο. Μετά τούτους εβασίλευσεν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός ο Ερκούλιος (Ηρακλής), το ζεύγος του διαβόλου, χρόνους είκοσιν, έχοντες ως συμβοηθούς τούς ονομαζομένους τότε καίσαρας τον Μαξιμιανόν Γαλέριον και τον Κωνστάντιον τον Χλωρόν. Ούτοι, πλην του Κωνσταντίου του Χλωρού, όστις εβασίλευσεν εις τα δυτικώτατα μέρη, εκίνησαν μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, είναι δε αναρίθμητοι οι κατά τας ημέρας αυτών γενόμενοι Μάρτυρες. Μετά ταύτα παραιτηθέντων και αποσυρθέντων κατά το έτος τε΄ (305) του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού Ερκουλίου παρέλαβε την βασιλείαν της Ανατολής μόνος ο μέχρι τότε καίσαρ Μαξιμιανός ο λεγόμενος Γαλέριος, εις δε την Ρώμην ανεκηρύχθη βασιλεύς ο Σεβήρος, τον οποίον όμως εξέβαλεν εντός ολίγου ο Μαξέντιος, ο υιός τού Ερκουλίου Μαξιμιανού, και εβασίλευσεν αυτός χρόνους εξ. Ο μεν λοιπόν Μαξιμιανός διέτριβεν εις τα μέρη της Ανατολής, ο δε Μαξέντιος εις την Ρώμην, ήσαν δε και οι δύο ούτοι άγρια θηρία κατά των Χριστιανών. Συνεβασίλευσε δε τότε ομού με τους προαναφερθέντας εις τα δυτικώτατα μέρη της αυτοκρατορίας, ως ανωτέρω είπομεν, δηλαδή εις την Βρεττανίαν, ήτοι την Αγγλίαν, την Γαλλίαν, την Ισπανίαν και την Πορτογαλίαν, ο Κωνστάντιος, ο επιλεγόμενος Χλωρός, ο πατήρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος ήτο άνθρωπος πραότατος και γαληνότατος και ηγάπα τους Χριστιανούς. Ο δε Κωνσταντίνος, ο υιός αυτού, έτι νέος ων, ανετρέφετο ως όμηρος εις την αυλήν του βασιλέως της Ανατολής Διοκλητιανού και κατόπιν του Μαξιμιανού του Γαλερίου εκπαιδευόμενος εις την ελληνικήν σοφίαν. Βλέπων δε τα μαρτύρια των Χριστιανών, ελυπείτο σφόδρα, διότι παιδιόθεν εμίσει το κακόν, ο δε Μαξιμιανός ουχί μόνον τους Χριστιανούς εβασάνιζε και εθανάτωνε, δια να λαμβάνη τον βίον των, αλλά ήτο και γυναικομανής κατά πολλά, ώστε και οι άρχοντές του μεγάλους αγώνας είχον, που να κρύψωσι τας γυναίκας και τας θυγατέρας αυτών από το πρόσωπόν του το μιαρόν. Βλέπων δε ούτος τον Κωνσταντίνον, ότι ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν, τον εφθόνησε, και εσκέφθη να τον φονεύση δολίως, διότι του είπον οι μάντεις, ότι όταν αυτός λάβη την βασιλείαν, μέλλει να καταργήση και την ειδωλολατρίαν. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, προμηθούμενος δια τους Χριστιανούς, εφανέρωσεν εις αυτόν την βουλήν του ασεβεστάτου Μαξιμιανού, και δια τούτο ο Μέγας Κωνσταντίνος φυγών μετέβη εις την Πορτογαλίαν, προς συνάντησιν του πατρός του, και τον εύρεν ασθενή. Ευχαριστήσας δε τον Θεόν ο Κωνστάντιος, διότι τον απήλαυσεν υγιή, παρέδωκεν εις αυτόν την βασιλείαν, και μετ’ ου πολλάς ημέρας απέθανεν. Ανηγορεύθη δε βασιλεύς ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά την 25ην Ιουλίου του έτους τστ΄ (306) από Χριστού Γεννήσεως. Ο δε Μαξέντιος, ο βασιλεύς της Ρώμης, κατά πολλά εδίωκε τους Χριστιανούς, και πολλούς εξώριζεν αδίκως, διαρπάζων τον πλούτον των· και όχι μόνον ταύτα εποίει, αλλά και γυναίκας αρχόντων εμίαινε, και άλλα πολλά ανόσια και παράνομα έργα έκαμεν, άτινα περιττόν είναι να διηγήται τις. Όθεν οι Ρωμαίοι, ακούοντες περί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ότι είναι άνθρωπος πράος και δικαιότατος, έστειλαν δέησιν προς αυτόν και γράμματα, παρακαλούντες αυτόν όπως υπάγη και τους ελευθερώση από τον ανοσιώτατον Μαξέντιον. Ταύτα ως είδεν ο Μέγας Κωνσταντίνος, και λυπηθείς τα δάκρυά των, εφρόντιζε μεν πώς να τους ελευθερώση, εφοβείτο όμως τας δαιμονικάς φαντασίας του ασεβεστάτου Μαξεντίου. Ευρισκόμενος όθεν εις σκέψιν μεγάλην και φροντίδα περί του πρακτέου, είδε μίαν ημέραν εν πλήρει μεσημβρία, εκεί όπου είχε στρατοπεδεύσει μετά του στρατεύματός του, ένα Σταυρόν εις τον ουρανόν κατεσκευασμένον εκ φωτός και έχοντος πέριξ αυτού γράμματα εξ αστέρων και γράφοντα ταύτα· ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ, ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ. Έμφοβος δε γενόμενος ο βασιλεύς, ηρώτα τους στρατιώτας, εάν είδον και αυτοί το σημείον τούτο, εκείνοι δε είπον, ότι πράγματι πάντες οφθαλμοφανώς το είδομεν. Τότε ο βασιλεύς, γενόμενος εύθυμος και χαράς απείρου πλησθείς, εθάρρει να νικήση τον Μαξέντιον. Κατά δε την νύκτα εκείνην εφάνη εις αυτόν και ο Κύριος εν οράματι, και είπεν εις αυτόν· «Κωνσταντίνε, ποίησον το σημείον όπερ εφάνη εις τον Ουρανόν, και τότε θέλεις νικήσει πάντας τους εχθρούς σου δι’ αυτού». Ότε δε εγένετο ημέρα, διέταξεν ο Κωνσταντίνος να κάμουν ένα Σταυρόν χρυσούν και να τον προσαρμόσουν επί κοντού δια να τον βαστάζωσιν έμπροσθεν του βασιλέως· και ο μεν Μέγας Κωνσταντίνος, ελπίζων εις την δύναμιν του ζωοποιού Σταυρού, μάλλον δε του εν αυτώ σταυρωθέντος Χριστού, εβάδιζε θαρραλέως κατά του μιαρού Μαξεντίου. Εκείνος δε ο ασεβής, θαρρών εις την συνεργίαν των ακαθάρτων δαιμόνων, εξήλθε της Ρώμης αποφασισμένος να συνάψη πόλεμον μετά του Κωνσταντίνου, κατεσκεύασε δε και μίαν γέφυραν μεγάλην εις τον ποταμόν Τίβεριν δια να διέλθη το στράτευμά του. Τι όμως ωκονόμησεν ο Θεός; Κατ’ αυτήν ταύτην την πρώτην ημέραν, η οποία ήτο η 28η Οκτωβρίου του έτους 312, κατά την οποίαν έκαμαν τον πόλεμον, ενικήθη ο μιαρός Μαξέντιος· και ενώ έφευγε δια να έμβη εις την Ρώμην, διερράγη η γέφυρα, και κατέπεσεν εις τον ποταμόν με όλους τους εκλεκτούς αυτού και επνίγη. Τότε οι Ρωμαίοι, στεφανώσαντες την πόλιν, ήνοιξαν τας πύλας, και υπεδέχθησαν μετά χαράς μεγάλης τον Μέγαν Κωνσταντίνον, επανηγύρισαν δε επί επτά ημέρας, τρώγοντες και πίνοντες δια την χαράν του Βασιλέως· ήτο δε ο έβδομος χρόνος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο δε Γαλέριος Μαξιμιανός, ακούσας τα εν Ρώμη συμβάντα, εγένετο έμφοβος, αναμένων ότι εις ολίγας ημέρας θα υποστή και αυτός τα όμοια. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, έχων ως όπλον ακαταμάχητον τον Τίμιον Σταυρόν, ώρμησε και κατ’ εκείνου· είχε δε τότε συμπολεμούντα και υπερμαχούντα αυτού εις τους πολέμους τούτους τον Λικίνιον, ο οποίος προσεποιείτο ότι λυπείται τους Χριστιανούς. Ότε λοιπόν συνηντήθησαν τα δύο στρατεύματα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του ασεβούς Μαξιμιανού, παρευθύς μόνον ως εφάνη το σημείον του Τιμίου Σταυρού, και είδον οι στρατιώται του Μαξιμιανού, ώρμησαν εις φυγήν, ώσπερ υπό πυρός διωκόμενοι. Οι δε στρατιώται του Μεγάλου Κωνσταντίνου, καταδιώξαντες αυτούς, εφόνευσαν πλήθος μέγα εξ αυτών, όσοι δε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι προσεκύνησαν τον Μέγαν Κωνσταντίνον. Τότε ο μιαρός Μαξιμιανός, ρίψας το στέμμα της βασιλείας, όπερ αναξίως εφόρει, δια να μη γνωρισθή, έφευγεν από χώρας εις χώραν. Συνάξας δε τους μάγους και μάντεις των δαιμόνων, όσους πρότερον ετίμα, τους εφόνευσεν όλους ως πλάνους, διότι τον εξηπάτησαν προφητεύοντες λόγους ψευδείς και τον παρεκίνησαν εις πόλεμον κατά του ευσεβούς Κωνσταντίνου. Τέλος, οργή Θεού καταλαλαβούσα αυτόν, τον απεστέρησε της παρούσης ζωής και τον παρέπεμψεν εις την αιώνιον κόλασιν. Ότε λοιπόν εξωλοθρεύθησαν οι τύραννοι και ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέστη κοσμοκράτωρ, πλήρης ειρήνη και ευταξία εβασίλευεν εις τον κόσμον, και μάλιστα οι Χριστιανοί είχον μεγάλην άνεσιν, και καθ΄ εκάστην επληθύνοντο. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, επειδή τον εβοήθησεν εις τον πόλεμον ο Λικίνιος, έδωκεν εις αυτόν γυναίκα την αδελφήν του Κωνσταντίαν, του προσέφερε δε και τμήμα της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δια να βασιλεύη επ’ αυτού. Εκείνος όμως, ακάθαρτος ων, ηθέλησε να κάμη τα όμοια του Μαξεντίου και του Μαξιμιανού, μάλιστα δε ηγωνίζετο να υπερβάλη αυτούς εις την κακίαν· ήτο δε και εχθρός μέγας και διώκτης των Χριστιανών. Ως δε επληροφορήθη ταύτα ο Μέγας Κωνσταντίνος, έγραψεν εις αυτόν να παύση τας κακοπραγίας του· εκείνος όμως έτι περισσότερον εξηγριώνετο και εγένετο θηριώδης κατά των Χριστιανών, εκίνησε μάλιστα και πόλεμον φανερόν κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος δια της δυνάμεως του Τιμίου Σταυρού ενίκησε και τον ασεβή Λικίνιον και τον συνέλαβεν αιχμάλωτον, πλην εκ της μεγάλης του αγαθότητος δεν τον εφόνευσεν, αλλά τον εξώρισεν εις την μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκης. Ούτος όμως ούτε εκεί έπαυεν από τας εχθροπραξίας του, μάλιστα δε και στρατεύματα συνήθροιζε δολίως προς πόλεμον κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όστις ως επληροφορήθη τούτο διέταξε και τον απεκεφάλισαν· έκτοτε ειρήνη μεγάλη και ησυχία επαγιώθη εις τον κόσμον και ιδιαιτέρως εις τους Χριστιανούς, οίτινες αγρίως εδιώχθησαν. Κατά την εποχήν εκείνην Επίσκοπος Ιεροσολύμων ήτο ο θείος Μακάριος. Ως έγινεν ο Μέγας Κωνσταντίνος μονοκράτωρ, έστρεψε την μέριμνάν του πάσαν περί τα θεία· και πρώτον μεν εξέδωκε διάταγμα παρέχων πλήρη ελευθερίαν εις τους Χριστιανούς, να κυριεύωσιν οι Χριστιανοί τους ναούς των ειδώλων και να τους κάμνωσιν Εκκλησίας Αγίων· όσοι δε προσκυνούσι τα είδωλα, να τιμωρώνται τελικώς· δεύτερον νόμον έγραψεν, ότι μόνον οι Χριστιανοί να στρατεύωνται και να γίνωνται ηγεμόνες και εξουσιασταί πόλεων· τρίτον νόμον έγραψεν, ότι οι Χριστιανοί να μη δουλεύωσι παντελώς την Μεγάλην Εβδομάδα και την εβδομάδα του Πάσχα. Τούτων ούτω γενομένων, πολλοί των Ελλήνων προσήρχοντο εις την ευσέβειαν και εγίνοντο Χριστιανοί, όθεν ηύξανεν η πίστις των Χριστιανών. Βλέπων ο μισόκαλος διάβολος, ότι οι μεν υπηρέται του βασιλείς εξωλοθρεύθησαν, η δε πίστις των Χριστιανών αυξάνει, δεν ηδύνατο πλέον να υπομείνη, δια τούτο εζήτει τρόπον να συγχύση πάλιν τους Χριστιανούς, και να λυπήση τον Μέγαν Κωνσταντίνον. Όθεν ευρών δοχείον πονηρόν, τον ασεβέστατον Άρειον, ο οποίος ήτο Πρωτοπρεσβύτερος της Αλεξανδρείας, εδίδαξεν αυτόν να κηρύττη αίρεσιν και να λέγη, ότι ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού, και ότι ήτο ποτέ καιρός κατά τον οποίον δεν υπήρχεν ο Υιός και Λόγος του Θεού, έτι δε ότι άλλης φύσεως είναι ο Πατήρ, και άλλης ο Υιός, και άλλα τοιαύτα. Ηκολούθησαν δε εις το σαπρόν τούτο δόγμα, υποκικούμενοι και αυτοί υπό του σατανά, πολλοί και μεγάλοι άνθρωποι και σοφοί, εξόχως δε ο Νικομηδείας Μητροπολίτης Ευσέβιος, και άλλος Ευσέβιος, ο λεγόμενος του Παμφίλου, και ο Θέογνις Μητροπολίτης Νικαίας. Βλέπων δε ο Μέγας Κωνσταντίνος την σύγχυσιν των Εκκλησιών, ώρισε να γίνη Σύνοδος Οικουμενική εν Νικαία, δια να εξετασθώσιν οι λόγοι του Αρείου. Συνήχθησαν όθεν Αρχιερείς και Πατέρες τιη΄ (318), οίτινες ερευνήσαντες τα δόγματα του Αρείου, εύρον ότι ταύτα ήσαν έξω της Ορθοδοξίας. Τότε τον μεν Άρειον και τους ακολούθους του ανεθεμάτισαν, έγραψαν δε και το άγιον Σύμβολον, τουτέστι το ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ, μέχρι του «και εις το Πνεύμα το Άγιον». Ήτο δε τότε το δέκατον ένατον έτος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά το πέρας των εργασιών της Αγίας ταύτης Συνόδου, ικανώς τιμήσας ο βασιλεύς πάντας τους Αρχιερείς τους προσελθόντας εις την Σύνοδον, προέπεμψεν αυτούς εις τα ίδια, εις δε τον Επίσκοπον Ιεροσολύμων Μακάριον παρήγγειλε να ερευνήση επισταμένως δια να εύρη τον Τάφον του Χριστού και τον Τίμιον Σταυρόν, διότι, ως το προείπον, από την πολυκαιρίαν οι Χριστιανοί δεν εγνώριζαν παντελώς που ήτο ο Τάφος του Χριστού, του έδωσε δε και χρήματα αρκετά δια τα έξοδα της ερεύνης ταύτης. Κατά δε τας ημέρας εκείνας είδεν η βασίλισσα Ελένη, η μήτηρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όραμα εκ Θεού, προστάσσον αυτήν να υπάγη αυτοπροσώπως εις τους Αγίους Τόπους δια να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν. Εζήτησεν όθεν την συγκατάθεσιν του υιού της ως και τα απαιτούμενα έξοδα δια να υπάγη, και λαβούσα ταύτα μετέβη μετά μεγάλης εξουσίας. Ως δε έμαθεν ο Επίσκοπος της Ιερουσαλήμ Μακάριος ότι έρχεται η βασίλισσα, εξελθών με όλους τους Αρχιερείς την προϋπήντησεν. Εισελθούσα η Αγία Ελένη εις την πόλιν, ήρχισε ευθύς να ερευνά περί του Αγίου Τάφου και του Ζωοποιού Σταυρού, ουδείς όμως ευρίσκετο να είπη, ότι γνωρίζει που είναι ο τόπος του Κρανίου ή που είναι ο Τίμιος Σταυρός παρακεχωσμένος. Τότε έκαμαν οι Αρχιερείς και ο λαός δέησιν προς τον Θεόν, και απεκαλύφθη εις τον Επίσκοπον Μακάριον, ότι εκεί όπου ήτο πάλαι ο ναός της Αφροδίτης, εκεί είναι ο λεγόμενος εβραϊστί Γολγοθάς, ελληνιστί δε Κρανίου τόπος, όπου εσταυρώθη ο Χριστός, εκεί δε είναι κεχωσμένος και ο Τίμιος Σταυρός. Τότε συναθροίσασα η βασίλισσα πλήθος πολύ τεχνιτών και εργατών διέταξε να κρημνίσουν εκ θεμελίων τον ακάθαρτον ναόν εκείνον και να ρίψουν το χώμα μακράν. Σκάψαντες όθεν εύρον τον Τάφον του Χριστού, πλησίον δε του Τάφου εύρον τρεις Σταυρούς. Ως δε ανέσκαψαν παρέκει εύρον και τους ήλους δια των οποίων εκαρφώθη ο Χριστός εις τον Σταυρόν. Ως είδε ταύτα η βασίλισσα, εχάρη μεν διότι δεν παρείδεν ο Θεός τας προσπαθείας της, ελυπείτο όμως και ηπόρει επειδή δεν εγνώριζε ποίος είναι ο Δεσποτικός Σταυρός, και ποίοι είναι οι των ληστών. Επαρηγόρησεν όμως αυτήν ο Επίσκοπος Μακάριος ειπών, ότι δια θαυματουργίας τινός θα οικονομήση ο Πανάγαθος Θεός να πιστωθώσι την αλήθειαν. Τι λοιπόν εποίησαν; Τας ημέρας εκείνας ήτο μία γυνή αρχόντισσα, ήτις ησθένει βαρέως και δια την οποίαν όλοι οι ιατροί απεφάνθησαν, ότι δεν επρόκειτο να ζήση· έβαλον όθεν επάνω αυτής ένα προς ένα τους δύο σταυρούς των ληστών, και δεν εφάνη κανέν θαύμα· όταν δε ήγγιζε μακρόθεν ο Δεσποτικός Σταυρός, παρευθύς, ω του θαύματος! ώσπερ εξ ύπνου εσηκώθη εκείνη η αρχόντισσα υγιής, και περιεπάτει δοξάζουσα τον Θεόν· τούτο ως είδεν η βασίλισσα και ο Επίσκοπος, έδωκαν δόξαν εις τον Θεόν. Ο δε λαός της Ιερουσαλήμ και όσοι ήσαν από τα περίχωρα Χριστιανοί, ακούσαντες ότι ευρέθη ο Σταυρός του Χριστού, έδραμον άνδρες τε και γυναίκες, γέροντες και παιδία, ως την άμμον της θαλάσσης, παρακαλούντες την Αγίαν Ελένην, την βασίλισσαν, να τους δώση τον Τίμιον Σταυρόν δια να τον ασπασθώσιν. Η δε βασίλισσα, βλέπουσα το πλήθος του λαού και φοβουμένη μήπως τον αρπάσωσιν εκ πίστεως προς διανομήν, τους είπεν ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να τον εγγίσωσι ούτε να τον ασπασθώσιν. Ο λαός τότε είπεν· «Εάν δεν είναι δυνατόν να τον ασπασθώμεν, καν να τον ίδωμεν από μακρόθεν παρακαλούμεν την βασιλείαν σου». Τότε δια την δέησιν και πίστιν του λαού έκαμαν θρόνον υψηλόν, επί του οποίου ανελθών ο Επίσκοπος Μακάριος και λαβών τον Τίμιον Σταυρόν, ύψωσε τετραμερώς, καθώς βλέπετε ότι εποίησε και ο Ιερεύς σήμερον. Ο δε λαός βλέπων τον Σταυρόν έκραξε μεγαλοφώνως μετά δακρύων το «Κύριε, ελέησον», έκτοτε δε επεκράτησεν η εορτή του Τιμίου Σταυρού. Δια την σημερινήν όθεν ανάμνησιν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, εις οίαν ημέραν τύχη, έχομεν οι Χριστιανοί νηστείαν, επειδή ο Σταυρός είναι ανάμνησις του Πάθους του Χριστού. Όθεν αναγινώσκομεν εις την λειτουργίαν το Ευαγγέλιον των Παθών του Κυρίου· διότι ώσπερ άνθρωπός τις κάμνων ανακομιδήν των λειψάνων του υιού ή του πατρός του ή της μητρός του ή του αδελφού του, εκείνην την ημέραν λυπείται και θλίβεται ενθυμούμενος τον συγγενή του, ούτω και ημείς οι Χριστιανοί, βλέποντες τον Σταυρόν και αναλογιζόμενοι ότι ο Χριστός εσταυρώθη εν αυτώ δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, και ότι ως άνθρωπος έπαθε, ταπεινούμεθα και δεικνύομεν συντριβήν καρδίας, νηστεύοντες· ας έλθωμεν όμως και πάλιν εις την ακολουθίαν της διηγήσεως. Ως απήλαυσαν τότε οι Χριστιανοί το ποθούμενον και είδον τον Τίμιον Σταυρόν εδόξασαν τον Θεόν, έλαβε δε αυτόν η βασίλισσα, και διέταξε να τον πριονίσωσιν από άνωθεν έως κάτω κατά το πάχος, διανέμοντες ούτως αυτόν εις δύο Σταυρούς· τούτου δε γενομένου τον μεν ένα Σταυρόν ετοποθέτησεν εις αργυράν θήκην και τον παρέδωκεν εις τον Επίσκοπον της Ιερουσαλήμ Μακάριον, δια να ευρίσκεται εις γενεάς γενεών, τον δε άλλον με τους Τιμίους Ήλους επήγεν εις τον υιόν αυτής, τον Μέγαν Κωνσταντίνον, εις την Κωνσταντινούπολιν. Παρήγγειλε δε να κτίσωσι και Εκκλησίας διαφόρους εις το ζωηφόρον Μνήμα του Χριστού εις τον Γολγοθάν, εις την Βηθλεέμ, ένθα εγεννήθη ο Χριστός, εις το Όρος των Ελαιών, όπου ανελήφθη, και άλλα δε πολλά καλά εποίησεν εκεί. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, υποδεξάμενος αυτήν και προσκυνήσας μετά πόθου τον Τίμιον Σταυρόν, τούτονμεν παρέδωκεν εις τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως ίνα φυλάττηται εις το Σκευοφυλάκιον, από δε τους Τιμίους Ήλους, μέρος μεν εχάλκευσεν εις την περικεφαλαίαν του, μέρος δε εις τον χαλινόν του ίππου του, ίνα πληρωθή ο λόγος του Προφήτου Ζαχαρίου λέγοντος εις το ιδ΄ (14ον) κεφάλαιον· «Εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου του βασιλέως άγιον τω Κυρίω Παντοκράτορι». Συνάγονται δε από μεν της Χριστού γεννήσεως έως της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού χρόνοι τριακόσιοι εικοσιέξ, από δε της βασιλείας του ευσεβούς Κωνσταντίνου χρόνοι είκοσιν. Επειδή όμως ετελειώσαμεν την περί της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού διήγησιν, πρέπον είναι να παραθέσωμεν και τα επίλοιπα. Ποία δε είναι; να ίδωμεν πως ν’ αρέσωμεν εις τον Χριστόν, όστις εσταυρώθη δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, και πώς να πικράνωμεν τους δαίμονας. Θα αρέσωμεν δε εις τον Χριστόν, όταν ποιώμεν τας εντολάς του, δηλαδή όταν τρέφωμεν τους πεινώντας, όταν ποτίζωμεν τους διψώντας, όταν ενδύωμεν γυμνούς, όταν δεχθώμεν ξένους, όταν επιμεληθώμεν ασθενείς, όταν επισκεφθώμεν ασθενείς, όταν επισκεφθώμεν τους εν φυλακαίς, όταν αγαπήσωμεν τους εχθρούς μας, όταν γίνωμεν πτωχοί δια το όνομα του Χριστού, όταν πενθήσωμεν δια τας αμαρτίας μας, όταν γίνωμεν πραείς και ήμεροι, όταν πεινάσωμεν και διψήσωμεν δια το όνομα του Χριστού, όταν ελεήσωμεν τους πτωχούς, όταν καθαρίσωμεν τας καρδίας μας από λογισμούς πονηρούς, όταν είμεθα ειρηνοποιοί και φεύγωμεν τα σκάνδαλα, όταν διωχθώμεν υπέρ της δικαιοσύνης, όταν ονειδισθώμεν και υβρισθώμεν ένεκα του ονόματος του Χριστού, και γενικώς όταν ποιώμεν πάσας τας εντολάς του Χριστού· τότε αρέσκομεν εις Αυτόν, τότε ευαρεστούμεν Αυτόν, τότε φαινόμεθα ότι τον αγαπώμεν, καθώς το λέγει εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εις το δέκατον τέταρτον κεφάλαιον· «Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς μου τηρήσατε». Τότε δε ευφραίνομεν τους Αγγέλους, όταν εξομολογηθώμεν εις πνευματικόν πατέρα τας αμαρτίας μας, όταν παύσωμεν από τας πρώτας μας αμαρτίας, όταν καταδαμάσωμεν τα πάθη του σώματος, όταν καταφρονήσωμεν την ευπάθειαν της σαρκός, όταν μισήσωμεν τα διαβολικά θελήματα, και γενικώς ειπείν όταν μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας ημών, και παύσωμεν τας κλοπάς, τας πορνείας, τας μοιχείας, τας αδικίας, τας πλεονεξίας, τας αρσενοκοιτίας, τας καταλαλιάς, τας κατακρίσεις, και άλλα αμαρτήματα. Τότε ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τους Αγίους Αγγέλους, καθώς λέγει ο Χριστός εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, εν κεφαλαίω δεκάτω πέμπτω· «Χαρά γίνεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι». Πότε δε πάλιν πικραίνομεν τους δαίμονας; Φανερόν είναι, όταν κάμωμεν τα δύο άπερ προείπον, ήτοι αν αρέσωμεν εις τον Χριστόν, και αν ευφραίνωμεν τους Αγίους Αγγέλους, τότε αυτοί οι ακάθαρτοι δαίμονες θλίβονται και πικραίνονται βλέποντες ημάς, ότι καταπατούμεν την δύναμίν των. Μη αγαπώμεν την πρόσκαιρον ζωήν, μη μισώμεν την αιώνιον· μη φροντίζωμεν πώς να αναπαύσωμεν την σάρκα μας την φθειρομένην, αλλά σπουδάσωμεν, ίνα τύχωμεν της αιωνίου του Χριστού Βασιλείας. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, εν αυτώ τω αληθινώ Θεώ ημών· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.