Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Ο Άγιος Οσιομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο Αιγύπτιος

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Οσιομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο Αιγύπτιος και οι συν αυτώ τεσσαράκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ ξίφει τελειούνται.                                                                       

Ιωάννης ο Άγιος Μάρτυς ήτο μέγας Αιγύπτιος ομολογητής· επειδή δε ο παράνομος και ασεβής Μαξιμιανός δεν ηδύνατο να υπομείνη την δια Χριστόν παρρησίαν αυτού, επρόσταξε να θανατώσουν αυτόν δια ξίφους ομού με άλλους τεσσαράκοντα εν έτει 295. Και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο Όσιος ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο Επίσκοπος Κύπρου

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο Επίσκοπος Κύπρου εν ειρήνη τελειούται.                                                                                                                          

Μελέτιος ο Όσιος και μακάριος Πατήρ ημών γέγονεν Επίσκοπος της Εκκλησίας Κύπρου, ευλαβής ων και φοβούμενος τον Θεόν, είχε δε έργον ακατάπαυστον ο αοίδιμος το να διδάσκη τον λαόν τα θεία του Χριστού λόγια, και το να διαμοιράζη εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά του· ούτω λοιπόν ποιών εις όλην του την ζωήν, εν ειρήνη ανεπαύσατο.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ομολογητών ΘΕΟΔΩΡΟΥ και ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ,

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Ομολογητών ΘΕΟΔΩΡΟΥ και ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ, μαθητών του αυτού Αγίου Μαξίμου.                                                                                        

Μάξιμος ο σοφώτατος Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής είναι εκείνος, όστις επρωτοστάτησε δια την συγκρότησιν της εν Ρώμη Συνόδου, ήτις συγκληθείσα υπό του Αγίου Μαρτίνου Πάπα Ρώμης κατά το έτοςχμε΄ (645) ανεθεμάτισε την α΄ρεσιν Κώνσταντος του εγγόνου του Ηρακλείου, του μίαν θέλησιν επί Χριστού δογματίζοντος. Την απόφασιν ταύτην της Συνόδου μαθών ο βασιλεύς, πρώτον μεν έστειλε και έφερεν από την Ρώμην τον Άγιον τούτον Μάξιμον και τους δύο μαθητάς του, Αναστασίους καλουμένους, και ύστερον από πολλάς θλίψεις, όπου τους επροξένησεν, εξώρισεν αυτούς εις την Θράκην· και πάλιν εκείθεν αυτούς μετακαλέσας και βλέπων, ότι ήσαν απτόητοι και πάσης κολακείας ανώτεροι, του μεν Αγίου Μαξίμου και του ενός Αναστασίου, του μεγαλυτέρου, κόπτει τας δεξιάς χείρας και τας γλώσσας, και εξορίζει τούτους ομού με τους άλλους τρεις μαθητάς του εις διαφόρους τόπους. Και ο μεν θείος Μάξιμος, εξορισθείς εις την Λαζικήν χώραν και τρία έτη διανύσας εις την εξορίαν, πλήρης ων ημερών, ανεπαύθη εν Κυρίω· ο δε Πρεσβύτερος Αναστάσιος, ο μαθητής αυτού, εξωρίσθη εις τι φρούριον της Αλβανίας και διαπεράσας είκοσιν έτη εν τη εξορία, ετελειώθη εν Κυρίω· ο δε νεώτερος Αναστάσιος, πεμφθείς εις τι φρούριον της Θράκης, ετελείωσε την ζωήν του εν τη ομολογία της πίστεως. Θεόδωρος δε, ο τρίτος μαθητής του Αγίου, είκοσιν έτη διελθών εν τη εξορία, απήλθε προς Κύριον· ο δε τέταρτος μαθητής του Ευπρέπιος, εν μόνον έτος ταλαιπωρηθείς εν τη εξορία, προς Κύριον εξεδήμησε και ούτως έλαβον όλοι τους της ομολογίας στεφάνους. Μετά ταύτα δε έστειλενο αιρετικός βασιλεύς και έφερεν από την Ρώμην Μαρτίνον τον αγιώτατον Πάπαν, ομού με άλλους δυτικούς Επισκόπους, περί του οποίου είπομεν εις την δεκάτην τρίτην του Απριλίου, καθ’ ην ιδιαιτέρως εορτάζεται η μνήμη αυτού. 

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Πατέρων ημών και Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.                                                                               

Υπάτιος ο Επίσκοπος και Ανδρέας ο Πρεσβύτερος κατήγοντο από την χώραν των Λυδών, όταν δε ήσαν παιδία επήγαιναν εις εν σχολείον, και με τας συνεχείς νηστείας και αγρυπνίας, τας οποίας έκαμνον, και με την καθαράν ζωήν και την πολλήν ταπεινοφροσύνην και την εις πάντας αγάπην, όπου μετεχειρίζοντο οι αοίδιμοι, υπερέβαλλον όλους τους εκεί μαθητάς· και ο μεν Υπάτιος ηγάπησε την μοναδικήν ζωήν, ο δε Ανδρέας ενεπιστεύθη την διακονίαν της Εκκλησίας. Επειδή δε ο Επίσκοπος Εφέσου έμαθε την ενάρετον αυτών πολιτείαν, έστειλε και τους έφερε· και τον μεν Υπάτιον εχειροτόνησεν Επίσκοπον, τον δε Ανδρέαν Πρεσβύτερον, ήτοι Ιερέα. Λέων δε ο δυσσεβής και εικονομάχος, μαθών περί αυτών, ότι είναι κήρυκες της αληθείας και διδάσκουσι πάντας να σέβωνται και να προσκυνώσι τας αγίας Εικόνας, έστειλε και τους έφερε· και πρώτον μεν τους έβαλεν εις την φυλακήν· έπειτα δε επρόσταξε να σύρωνται κατά γης και να διασπαράττωνται. Μετά ταύτα απέσπασε μεν τα δέρματα των ιερών αυτών κεφαλών, επάνω δε των γυμνών κεφαλών των κατέκαυσε πολλάς αγίας Εικόνας ο αλιτήριος, ύστερον δε έχρισε τα γένειά των με πίσσαν και έσυρεν αυτούς δια μέσου της πόλεως. Τελευταίον  δε κατέσφαξεν αυτούς εις τα μέρη τα λεγόμενα του Ξηρολόφου· και μετά τον θάνατον, δεν αφήκεν ο θηριώνυμος να τους ενταφιάσουν, αλλά τους έρριψεν εις τους κύνας δια να τους φάγουν. 

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ και της συνοδείας αυτού, ΘΕΟΠΙΣΤΗΣ της αυτού συζύγου, ΑΓΑΠΙΟΥ τε και ΘΕΟΠΙΣΤΟΥ των υιών αυτών.

Τη Κ΄ (20Η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ και της συνοδείας αυτού, ΘΕΟΠΙΣΤΗΣ της αυτού συζύγου, ΑΓΑΠΙΟΥ τε και ΘΕΟΠΙΣΤΟΥ των υιών αυτών.                                                                                                                               
Ευστάθιος ο καλλίνικος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο Στρατηλάτης εν Ρώμη κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Τραϊανού του εν Ρώμη βασιλεύσαντος κατά το έτος 98μ.Χ. Ήτο δε ούτος ονομαστός και περιφανέστατος δια τας επιτυχείς νίκας του εν πολέμοις και δια τα έξοχα και μεγάλα ανδραγαθήματά του. Και πλούτον δε είχεν ουκ ολίγον και εξ ευγενών κατήγετο γονέων, και ανδρειότατος ήτο και πολύ εμβριθής εις τας σκέψεις και πράξεις του· ωνομάζετο δε Πλακίδας πριν βαπτισθή και γίνη οπαδός του Χριστού. Αλλ’ εκτός των στρατιωτικών προτερημάτων του είχε και πολλάς άλλας αρετάς· ήτο εγκρατής εις τας ορέξεις και επιθυμίας της σαρκός, σώφρων, φιλοδίκαιος, φιλελεήμων και με ένα λόγον ενάρετος. Είχε δύο άρρενα τέκνα, τα οποία καθ’ όλα ωμοίαζαν με αυτόν, και εις τα σωματικά και εις τα πνευματικά χαρίσματα· και η σύζυγός του δε, ήτις ωνομάζετο Τατιανή, εις όλας τας εναρέτους πράξεις ωμοίαζε προς αυτόν. Εν καιρώ δε ειρήνης, ίνα μη μένη ο στρατός άεργος και συνηθίζη εις την ανανδρίαν και οκνηρίαν, εγύμναζε τους στρατιώτας εις το κυνήγιον διαφόρων ζώων, συναγωνιζόμενος ο ίδιος μετ’ αυτών και διαγωνιζόμενος περί την κυνηγετικήν τέχνην. Εν ω λοιπόν ημέραν τινά κατεγίνετο εις εν δάσος περί το κυνήγιον, βλέπει μακρόθεν μίαν έλαφον μεγαλόσωμον, η οποία φεύγουσα έστρεφε και τον παρετήρει εις τους οφθαλμούς· ο δε Άγιος, ιδών αυτήν, ώρμησεν έφιππος κατ’ αυτής να την φθάση, αλλά δεν ηδυνήθη να την πλησιάση· έτρεξαν δε τότε και άλλοι τινές εις βοήθειάν του, πλην και τούτων οι ίπποι απέκαμον, αυτοί δε απελπισθέντες πλέον να την φθάσωσιν, εστάθησαν· μόνος δε ο Άγιος, χωρίς να αγανακτήση δια τούτο, εξηκολούθει να την κυνηγά, έως ου κάθιδρως και αυτός και ο ίππος του έφθασαν εις μέγα χάσμα της γης· και η μεν έλαφος, πηδήσασα το χάσμα, εστάθη αντίκρυ και τον έβλεπεν, ο δε ίππος του Αγίου ήτο των αδυνάτων να το πηδήση· δια τούτο παρετήρει ο Άγιος να εύρη κανέν μέρος κατάλληλον, ίνα διέλθη τα χάσμα. Αίφνης στραφείς βλέπει ότι εν μέσω των κεράτων της ελάφου υπήρχε σταυρός λαμπρότερος του ηλίου, φέρων τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον, ήκουσε δε και φωνήν εκείθεν λέγουσαν· «Διατί, ω Πλακίδα, με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, τον οποίον δεν ηξεύρεις και τιμάς με τα έργα σου, και δια σε εφάνην επάνω εις τούτο το ζώον. Αι ελεημοσύναι και αι καλωσύναι, τας οποίας κάμνεις εις τους πτωχούς, πάντοτε είναι ενώπιόν μου· διο ήλθον εγώ ενώπιόν σου, να σε συλλάβω με τα δίκτυα της φιλανθρωπίας μου. Δεν είναι δίκαιον, άνθρωπος ως συ καλός να μη γνωρίζη την αλήθειαν και να λατρεύη τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Εγώ, δια να σώσω το ανθρώπινον γένος, έλαβον ανθρώπου μορφήν και ήλθον εις τούτον τον κόσμον». Ο Άγιος ακούσας τους λόγους τούτους έπεσεν από του ίππου του εις την γην εκ του φόβου και του τρόμου· αλλά ,ετά ικανήν ώραν ήλθεν εις εαυτόν και εσηκώθη, παρατηρών εδώ και εκεί να ίδη ποίος του ωμίλει· επειδή δε κανένα δεν έβλεπεν, εφώναξε μεγαλοφώνως: «Τίνος είναι η φωνή την οποίαν ακούω; Ποίος είσαι συ, ο οποίος μοι ομιλείς; Φανέρωσέ μοι ποίος είσαι, δια να πιστεύσω εις σε». Τότε λέγει ο Κύριος εις αυτόν· «Μάθε, Πλακίδα, ότι εγώ είμαι ο Χριστός, όστις έκτισα τον ουρανόν και την γην και εχώρισα το φως από το σκότος, όστις έκαμα τον ήλιον να λάμπη την ημέραν και την σελήνην και τους αστέρας να φέγγουν την νύκτα, όστις έκαμα τας ημέρας και τας νύκτας, τους μήνας και τα έτη, όστις έπλασα τον άνθρωπον εκ του μηδενός, όστις προς σωτηρίαν αυτού ήλθον μετά ταύτα εις την γην ως άνθρωπος, και εσταυρώθην και ετάφην και τη Τρίτη ημέραν ανέστην εκ νεκρών». Ευθύς ως ήκουσεν ο Άγιος τους λόγους τούτους, έπεσε πάλιν κατά πρόσωπον εις την γην και είπε· «Πιστεύω, Κύριε, ότι συ είσαι ο κτίστης και δημιουργός του κόσμου· ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, και κανείς άλλος». Ο δε Κύριος λέγει τότε προς αυτόν· «Εάν πιστεύης εις εμέ, ύπαγε να εύρης τον Αρχιερέα της πατρίδος σου, να σε βαπτίση καθώς βαπτίζει και τους άλλους Χριστιανούς». Ο δε Άγιος είπε· «Κύριε! Δύναμαι να είπω τους λόγους τούτους και εις την γυναίκα μου και τα τέκνα μου, δια να πιστεύσουν και αυτά εις σε»; Απεκρίθη εις αυτόν ο Κύριος· «Μάλιστα, ειπέ τα όλα καταλεπτώς και αφού βαπτισθήτε και καθαρισθήτε από τας αμαρτίας σας, έλα πάλιν εδώ να σου φανερώσω τι μέλλει μετά ταύτα να σου συμβή». Όταν ο Κύριος είπε ταύτα, η έλαφος έγινεν άφαντος, ο δε Άγιος ιππεύσας επέστρεψε προς τους στρατιώτας του· το δ’ εσπέρας, αφού εδείπνησε με την γυναίκα και τα τέκνα του εις την οικίαν, λέγει προς αυτήν· «Εγώ σήμερον, ηγαπημένη μου γύναι, κυνηγών μίαν έλαφον εις το δάσος, είδον τον Χριστόν εσταυρωμένον εν τω μέσω των κεράτων της, και μου είπε λόγια, τα οποία δεν ημπορεί να είπη άνθρωπος». Εκείνη δε είπεν εις αυτόν· «Κύριέ μου, είδες τον Θεόν τον οποίον πιστεύουν οι Χριστιανοί; Αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αυτός θα σώση και ημάς και τα τέκνα μας. Αυτόν είδον και εγώ χθες την νύκτα και μου είπε ταύτα τα λόγια· «Αύριον να έλθητε εις εμέ, συ και ο σύζυγός σου και τα τέκνα σας, να γνωρίσητε ότι εγώ είμαι Θεός αληθινός». Επειδή δε εφάνη και εις σε εις σχήμα ελάφου, έλα να υπάγωμεν αυτήν την νύκτα εις τον Αρχιερέα των Χριστιανών να μας βαπτίση· διότι με το βάπτισμα τούτο σώζονται οι Χριστιανοί». Ο Άγιος απεκρίθη· «Αυτά τα ίδια είπε και εις εμέ ο Χριστός, να βαπτισθώμεν δηλαδή». Αφού απεφάσισαν να πράξωσι τούτο, εξηκολούθησαν να συνομιλώσιν έως του μεσονυκτίου· τότε δε επήραν τα δύο τέκνα των και τινας υπηρέτας των, και επήγαν εις την Εκκλησίαν· αφήσαντες δε έξω τους υπηρέτας εμβήκαν εκείνοι και εύρον τον Αρχιερέα, προς τον οποίον, αφού εφανέρωσαν το όραμά των, είπον ότι επεθύμουν να βαπτισθώσιν· εκείνος δε, ευχαριστήσας τον Θεόν, τον θέλοντα την σωτηρίαν παντός ανθρώπου, τους εβάπτισεν όλους εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, και τον μεν Πλακίδαν ωνόμασεν Ευστάθιον, την δε γυναίκα του Τατιανήν ωνόμασε Θεοπίστην, τα δε τέκνα των, το μεν μεγαλύτερον ωνόμασεν Αγάπιον, το δε μικρότερον ωνόμασε Θεόπιστον· είτα τους εκοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και τους ηυχήθη να είναι μετ’ αυτών ο Χριστός, και να τους αξιώση της αιωνίου του Βασιλείας, τούτου δε γενομένου επέστρεψαν εις την οικίαν των. Την δε πρωϊαν, παραλαβών ο Ευστάθιος στρατιώτας τινάς επήγε πάλιν εις το ίδιον μέρος· και εκείνους μεν διέταξε να καταγίνωνται εις το κυνήγιον, αυτός δε, προφασιζόμενος ότι ήθελε να εύρη μεγαλύτερα ζώα, επορεύθη εις το χάσμα, όπου είχεν ίδει την οπτασίαν, και πεσών πρηνής (προύμυτα) έκλαιε λέγων· «Πιστεύω εις σε, Χριστέ μου, διότι τώρα εγνώρισα ότι συ είσαι Θεός αληθινός, συ είσαι ο κτίστης πάντων των ορατών και αοράτων κτισμάτων, και σε παρακαλώ να μοι φανερώσης εκείνα τα οποία χθες μοι υπεσχέθης». Τότε ηκούσθη η φωνή του Κυρίου λέγουσα· «Ευτυχής είσαι, Ευστάθιε, δεχθείς το Βάπτισμα και κατανικήσας την δύναμιν του πονηρού διαβόλου· αλλ’ αυτός δεν θα παύση να σε βάλλη εις πολλούς πειρασμούς, με σκοπόν να σε αναγκάση να βλασφημήσης και ν’ αρνηθής την πίστιν σου, δια να κολασθής αιωνίως. Θα πάθης όσα και ο Ιώβ τον παλαιόν καιρόν έπαθεν, αλλ’ επί τέλους θα νικήσης τον διάβολον». Ο δε Άγιος είπε δακρύων: «Εάν είναι δυνατόν, Κύριέ μου, ας μη δοκιμάσω αυτούς τους πειρασμούς, ή εάν τούτο δεν γίνεται, ενδυνάμωσέ με να φυλάξω τα προστάγματά σου και να είμαι στερεός εις την πίστιν μου». Η δε φωνή του Κυρίου είπεν: «Ανδρίζου, Ευστάθιε, και αγωνίζου υπέρ των καλών έργων. Η χάρις μου θα συνοδεύη και σε και την συνοδείαν σου, και θα διαφυλάξη τας ψυχάς σας από τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού». Αφού είπε ταύτα ο Κύριος, ανελήφθη εις τους ουρανούς· εκείνος δε αναχωρήσας εκείθεν επέστρεψεν εις την οικίαν του, και ανέφερεν εις την γυναίκα του όσα ήκουσεν εις το όρος παρά του Κυρίου· όθεν και εδέοντο του Θεού και οι δύο των λέγοντες· «Το θέλημα του Κυρίου γένοιτο». Ολίγας ημέρας μετά την οπτασίαν και την βάπτισιν του Αγίου, αποθνήσκουσιν από λοιμικήν ασθένειαν όλοι οι άνθρωποι της οικίας του. Τότε ηννόησεν ότι η φθορά αύτη ήτο εις από τους προρρηθέντας υπό του Θεού πειρασμούς, και τον ηυχαρίστησε και παρεκάλει και την γυναίκα του να μη παραπονεθή τελείως εις την χάριν του. Μετέπειτα έπεσε νόσος εις τους ίππους και τάλλα ζώα του, τα οποία όλα εψόφησαν, και υπέφερε και ταύτην την καταστροφήν ο Άγιος μετά πάσης αταραξίας. Προς διασκέδασιν της λύπης του επήρε μίαν των ημερών την γυναίκα και τα τέκνα του και επήγαν εις την εξοχήν· αλλ’ εν ω έλειπον εκεί, γνωρίζοντες οι κλέπται ότι η οικία ήτο έρημος από νθρώπους, εμβαίνουσιν εις αυτήν και κλέπτουσιν όλα γενικώς τα πράγματά των, ούτως ώστε έμειναν με μόνα τα ρούχα τα οποία εφόρουν· και εν ω πρότερον ήσαν οι πλέον ευκατάστατοι, κατόπιν τούτων έγιναν οι πλέον πτωχοί και αξιοδάκρυτοι. Οι ειδωλολάτραι εν Ρώμη έτυχε τας ημέρας εκείνας να έχωσι μεγάλην πανήγυριν, από την οποίαν ούτε ο αυτοκράτωρ ούτε ο αρχιστράτηγος έπρεπε να λείψωσιν· εζήτησαν όθεν απανταχού τον Άγιον, αλλά δεν ημπόρεσαν να τον εύρωσιν· όθεν και είχον όλοι των μεγάλην θλίψιν αντί χαράς, δια τε την φοβεράν δυστυχίαν, η οποία είχεν έλθει εις τον Άγιον, αλλά και διότι δεν ήξευραν που ευρίσκετο, που έφυγε και τι έγινε. Μετά την εορτήν εκείνην λέγει η Θεοπίστη εις τον άνδρα της· «Τα καθήμεθα πλέον εδώ εις τούτον τον τόπον, και είμεθα όνειδος όλου του κόσμου; Να φύγωμεν, να υπάγωμεν εις άλλον τόπον, όπου να μη μας γνωρίζωσιν». Ο Άγιος την ηρώτησε που ενόμιζε καλόν να υπάγωσιν· εκείνη δε απεκρίθη· «Κατάλληλον τόπον νομίζω τα Ιεροσόλυμα, όπου λέγουσιν οι Χριστιανοί ότι υπάρχει ο τάφος του Ιησού Χριστού». Ο Άγιος συγκατένευσεν εις τούτο και εν καιρώ νυκτός ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις την Αίγυπτον. Περιπατούντες δ’ εκεί έφθασαν εις μέρος παράλιον, και ευρόντες πλοίον επεβιβάσθησαν αυτού δια να περάσωσιν απέναντι. Ο πλοίαρχος, αφού έφθασαν εις το ωρισμένον μέρος, επειδή ήρεσεν εις αυτόν η Θεοπίστη, η οποία ήτο πολύ ωραία, τους εζήτει ναύλον πολύ περισσότερον από τον συνειθισμένον· και επειδή ο Άγιος δεν είχε να δώση, εζήτει να κατακρατήση την γυναίκα του αντί του ναύλου. Ο Άγιος δεν εδέχετο· όθεν διέταξεν ο πλοίαρχος τους ναύτας να τον συλλάβουν και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Ευρεθείς όθεν εις τοιαύτην ανάγκην ο Άγιος, αφήκεν εις το πλοίον την γυναίκα του κλαίουσαν και θρηνούσαν, και λαβών τα δύο του τέκνα εξήλθεν εις την ξηράν οδυρόμενος και μη γνωρίζων που να υπάγη· κλαίων δε έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ και εις σας, τέκνα μου, ότι την μητέρα σας επήρε ξένος και βάρβαρος άνθρωπος». Περιπατών δε φθάνει εις τινα ποταμόν, και επειδή είχεν ούτος πολύ ύδωρ και τα παιδία δεν ηδύναντο να περάσωσιν, αφήκε το εν εις το χείλος του ποταμού, το δε άλλο το επήρεν εις τον ώμον του και το επέρασεν εις την άλλην όχθην· ενώ δε επέστρεφε να λάβη και το άλλο και είχε φθάσει εις το μέσον του ποταμού, βλέπει ότι το εν τέκνον του ήρπασεν εις λέων· τότε γυρίζει ευθύς να ίδη τι γίνεται το άλλο, και βλέπει ότι και εκείνο το ήρπασεν εις λύκος. Συνεπληρώθησαν όθεν όλα τα ανυπόφορα δυστυχήματα, τα οποία το εν μετά το άλλο έμελλον να συμβώσιν εις αυτόν, κατά την πρόρρησιν του Κυρίου, και δεν ήξευρε τι να κάμη· «Να πέσω και εγώ εις τον ποταμόν (έλεγε κατά νουν) να πνιγώ ή να υποφέρω και να μη πράξω το τρομερώτατον τούτο αμάρτημα»; Η Χάρις όμως του Θεού εβοήθησεν αυτόν να τα υποφέρη όλα με καρτερίαν και γενναιότητα χωρίς γογγυσμόν και βλασφημίας. Μετά τα νέα αυτά ατυχήματα, εξελθών ο Άγιος του ποταμού εκείνου εκάθισεν εις μίαν πέτραν και έκλαιε πικρότατα, μαδών τας τρίχας της κεφαλής του και λέγων· «Αλλοίμονον εις εμέ! Πως ήμην και πως τώρα κατήντησα! Που η δόξα; Που αι τιμαί, τας οποίας είχον; Που οι στρατιώται; Που οι άπειροι άλλοι άνθρωποι, τους οποίους είχον εις τας διαταγάς μου; Αλλά, Κύριε, μη παραβλέψης τα δάκρυά μου· μη με εγκαταλείψης έως τέλους. Είπες, Κύριε, ότι θα πάθω όσα και ο Ιώβ· αλλά τα παθήματα εκείνου ήσαν, ως ήκουσα, ολιγώτερα των ιδικών μου. Εκείνος, αν και έχασεν όλα του τα αγαθά, είχεν καν ολίγον μέρος γης και ανεπαύετο εις την κοπρίαν· εγώ όμως δεν έχω που την κεφαλήν μου να κλίνω· είμαι ξένος εις μέρος ξένον. Τι να κάμω; Που να καταφύγω; Τι θα γίνω; Εκείνος είχε φίλους, οι οποίοι τον παρηγόρουν· εκείνος, αν έχασε τα τέκνα του, είχεν όμως την γυναίκα του· αλλ’ εμέ ποίος θα με παρηγορήση; Την γυναίκα μου κατεκράτησεν άλλος, τα τέκνα μου έφαγον τα θηρία. Μη με οργισθής, Κύριε, δια ταύτα μου τα παράπονα, αλλά δος μοι υπομονήν και γενναιοκαρδίαν να υποφέρω ως πιστός οπαδός σου τους πειρασμούς». Αφού έκλαυσεν αρκετά, εσηκώθη και περιπατών έφθασεν εις τινα πόλιν, Βάδησσον ονομαζομένην, όπου έμεινε και ειργάζετο με ημερομίσθιον, άλλοτε μεν σκάπτων την γην, άλλοτε δε θερίζων. Ότε δε μετά εν έτος εγνώρισε καλλίτερον τους ανθρώπους του τόπου εκείνου, παρεκάλεσεν αυτούς και τον διώρισαν αμπελοφύλακα· και τούτο το επιτήδευμα εξηκολούθησε να μετέρχεται επί ολόκληρα δεκαπέντε έτη. Ο πανάγαθος όμως Θεός δεν αφήκε τους δούλους του να χαθούν, διότι πλησίον του ποταμού εκείνου, εις τον οποίον ηρπάγησαν τα παιδία υπό των θηρίων, υπήρχαν ποιμένες, οίτινες, άμα είδον τον λέοντα, έτρεξαν ευθύς όλοι με τους σκύλους των και κατώρθωσαν με του Θεού την βοήθειαν να σώσωσι το εν παιδίον από τους οδόντας του· εκ του άλλου δε μέρους γεωργοί, ως είδον και αυτοί τον λύκον, έτρεξαν οπίσω του και με τας φωνάς των επέτυχον να τον κάμουν να φοβηθή και ν’ αφήση και το άλλο παιδίον σώον και αβλαβές. Οι δε ποιμένες και οι γεωργοί εκείνοι ήσαν κάτοικοι μιάς πλησιοχώρου πόλεως, και εφρόντισαν να αναθρέψωσι τα παιδία οι ίδιοι, επειδή δεν ήξευραν τίνος ήσαν, τα οποία εμεγάλωσαν κεχωρισμένα και δεν εγνωρίσθησαν μεταξύ των, ότι ήσαν αδελφοί. Η δε σύζυγος του Αγίου Θεοπίστη διεφυλάχθη αβλαβής, διότι ευθύς ως κατεκράτησε ταύτην ο βάρβαρος εκείνος πλοίαρχος ησθένησε, κατά θείαν βεβαίως οικονομίαν, και μετ’ ολίγας ημέρας ελθών εις την πατρίδα του απέθανε, χωρίς να δυνηθή να εκπληρώση την αισχράν επιθυμίαν του· όθεν και έμεινεν αύτη εκεί ελευθέρα. Ακολούθως η πόλις, εις την οποίαν η Θεοπίστη ευρίσκετο, επανεστάτησεν· οι δε επαναστατήσαντες εκυρίευσαν τότε πολλάς πόλεις και φρούρια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο δε Τραϊανός, απορών πώς να καταδαμάση τους αποστάτας, ενεθυμήθη τας ανδραγαθίας του Αγίου Ευσταθίου· αλλά δεν ηδύνατο να μάθη που ευρίσκετο, οι δε στρατιώται έλεγον εις αυτόν· «Χωρίς τον αρχιστράτηγόν μας Πλακίδαν εις τον πόλεμον δεν πηγαίνομεν» και ότι έπρεπε να στείλη ανθρώπους επίτηδες εις όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, δια να προσπαθήσωσι να τον εύρωσιν. Όθεν ο Τραϊανός δεχθείς την πρότασίν των, έπεμψεν ανά δύο νθρώπους εις όλας τας πόλεις και τα φρούρια προς αναζήτησιν και ανεύρεσίν του, εξ ων δύο στρατιωτικοί φίλοι του Αγίου, ο μεν εις Αντίοχος ονομαζόμενος, ο δε έτερος Ακάκιος, περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον, έφθασαν και εις την πόλιν Βηρυτόν, όπου ευρίσκετο ο Άγιος. Τούτους ιδών μακρόθεν εις τον δρόμον περιπατούντας και γνωρίσας από την στολήν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου των, ευθύς εδάκτυσε και παρεκάλει τον Θεόν, όπως είδε τους δύο εκείνους φίλους του, χωρίς να το ελπίζη, τοιουτοτρόπως να ίδη και την γυναίκα του την Θεοπίστην, λέγων· «Διότι τα τέκνα μου, Κύριε, γνωρίζω καλώς ότι τα έφαγον τα θηρία· πλην αξίωσόν με να τα ίδω καν εις την ημέραν της αναστάσεως». Εν ω δε έλεγε ταύτα, ακούει φωνήν λέγουσαν: «Έχε θάρρος, Ευστάθιε, διότι και τας πρώτας τιμάς θα ξαναποκτήσης, και την γυναίκα σου θα ίδης και τα τέκνα σου, εις δε την μέλλουσαν ζωήν μεγαλύτερα αγαθά θα απολαύσης και θα υμνήσαι εις γενεάς γενεών». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και γενόμενος έμφοβος, εκάθισεν. Όταν δε οι απεσταλμένοι εκείνοι περιπατούντες εις την οδόν επλησίασαν, τους εγνώρισε καλλίτερα· εκείνοι όμως δεν τον εγνώρισαν· διότι και άλλα ενδύματα εφόρει και εκ της μεγάλης του λύπης η όψις του είχε μεταβληθή πάρα πολύ. Όθεν ούτοι άμα επλησίασαν του είπον: «Χαίρε, ω φίλε». Ο δε Άγιος τους αντεχαιρέτησε και τους είπε: «Χαίρετε και σεις, αδελφοί μου». Ευθύς τότε εκείνοι τον ηρώτησαν, αν εγνώριζεν εις την πόλιν εκείνην κανένα ξένον, ο οποίος είχε σύζυγον και δύο παιδία· περιέγραφον δε και τα χαρακτηριστικά αυτών, είπον δε και τούτο· «Εάν τον ηξεύρης και μας τον δείξης, όσα χρήματα και αν μας ζητήσης θα σου δώσωμεν». Ο Άγιος τους ηρώτησε διατί τον εζήτουν, εκείνοι δε απήντησαν, ότι ήτο άκρος φίλος των και επεθύμουν να τον ίδωσι, διότι προ πολλού εστερούντο την παρουσίαν του. «Άνθρωπον τοιούτον, είπεν ο Άγιος, δεν γνωρίζω κανένα εδώ, αλλά καθίσατε, παρακαλώ, ολίγας ημέρας εις τούτον τον ξένον τόπον ν’ αναπαυθήτε και έπειτα υπάγετε εις το καλόν. Και εγώ ξένος είμαι». Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορος εκάθισαν· ο δε Άγιος έτρεξεν εις την πόλιν και παρεκάλεσεν ένα των φίλων του και του εδάνεισεν ολίγα χρήματα, αγοράσας δε οίνον και άρτον και τινα άλλα φαγώσιμα παρέθεσεν εις τους ξένους τράπεζαν. Και εκείνοι μεν έτρωγον αγνοούντες ότι αυτός ήτο ο στρατηγός των· ο Άγιος όμως, υπηρετών αυτούς φιλοφρόνως και συλλογιζόμενος την προτέραν κατάστασίν του, δεν ηδύνατο να κρατή τα δάκρυά του, αλλά τα εσπόγγιζε μακράν και επέστρεφε και περιεποιείτο πάλιν τους ξένους. Οι δε ξένοι, παρατηρούντες αυτόν έπειτα προσεκτικώς εις το πρόσωπον, ήρχισαν να τον αναγνωρίζωσιν ολίγον κατ’ ολίγον· όθεν ο Αντίοχος εψιθύρισεν εις το ωτίον του Ακακίου: «Αδελφέ Ακάκιε, μοι φαίνεται ότι αυτός είναι ο στρατηγός μας, τον οποίον ζητούμεν». Ο δε Ακάκιος του απήντησεν ότι και αυτός το υπωπτεύετο. «Γνωρίζω όμως πολύ καλά», είπεν, «ότι ο Πλακίδας είχεν εις τον λαιμόν του εν σημείον από σπαθιάν. Αν έχη αυτό το σημείον, αυτός πραγματικώς είναι». Βλέποντες λοιπόν μετά προσοχής παρετήρησαν αληθώς το σημείον και πηδήσαντες πάραυτα τον ενηγκαλίσθησαν και τον κατεφίλουν λέγοντες· «Δεν είσαι συ ο αρχιστράτηγος Πλακίδας»; Ο Άγιος δεν ηδυνήθη τότε να κρατήση τα δάκρυα, απήντησεν όμως ότι δεν ήτο εκείνος, οι δε απεσταλμένοι του αυτοκράτορος είπον, ότι όσον και αν ηρνείτο, αυτοί δεν τον επίστευον, διότι ήσαν βέβαιοι ότι εκείνος ο ίδιος ήτο, και ήρχισαν να τον ερωτώσι περί της γυναικός και των τέκνων του. Τότε πλέον ο Άγιος εφανερώθη παρρησία και είπεν, ότι η γυνή και τα τέκνα του απέθανον. Εν ω ταύτα εγίνοντο, εγνωστοποιήθη και εις την πόλιν το γεγονός τούτο και πολύς κόσμος έτρεξαν να μάθωσι τι εζήτουν οι αξιωματικοί εκείνοι, εθαύμαζον δε λέγοντες· «Πόσον μέγας ήτο αυτός ο άνθρωπος και πως κατήντησεν εις τον τόπον μας»! Εκείνοι δε, παρουσιάσαντες εις αυτόν την αυτοκρατορικήν διαταγήν, τον ενέδυσαν με την στρατιωτικήν τού βαθμού του στολήν, και ακολούθως ανεχώρησαν μετ’ αυτού εις Ρώμην· οι δε κάτοικοι της πόλεως τους συνώδευσαν μέχρι τινός, έως ου ο Άγιος Ευστάθιος τους παρήγγειλε να μη προχωρήσουν περισσότερον, αλλά να επιστρέψουν εις τας οικίας των. Καθ’ οδόν ο Άγιος εξιστόρησεν εις τους απεσταλμένους όλα τα συμβάντα εις αυτόν, ήτοι την παρουσίαν του Ιησού Χριστού, πως ωνομάσθη Ευστάθιος εις το άγιον Βάπτισμα, την αρπαγήν της γυναικός του υπό του πλοιάρχου και των τέκνων του υπό των θηρίων, και εν γένει όλα τα ατυχήματά του. Μετά πορείαν δεκαπέντε ημερών έφθασαν εις την Ρώμην· ο δε Τραϊανός, ως ήκουσε τούτο, εξήλθεν εις προϋπάντησίν του και τον εφίλησε, τον ηρώτησε δε διατί ανεχώρησεν εκ της Ρώμης· τότε εκείνος διηγήθη και εις αυτόν παρουσία και εις επήκοον παντός του λαού όσα του συνέβησαν, και εγένετο χαρά μεγάλη εις όλον το στράτευμα δια την διάσωσιν και εύρεσιν του Αγίου· ο δε αυτοκράτωρ τον παρεκάλεσε να περιζωσθή πάλιν την ζώνην του στρατηλάτου. Τούτου γενομένου ο Άγιος απηρίθμησε τον υπάρχοντα στρατόν και τον εύρεν ολιγώτερον παρ’ όσον εχρειάζετο· δια τούτο έλαβε διαταγήν αυτοκρατορικήν να στρατολογήση όσους ήθελεν ακόμη από όλον το κράτος. Η διαταγή δε αύτη έφθασε και εις την πόλιν όπου ευρίσκοντο τα τέκνα τού Αγίου, αι δε αρχαί αυτής κατέγραψαν ταύτα εις την στρατολογίαν, καθό ξένα και απροστάτευτα· ήσαν δε και τα δύο ωραιότατα και εις ώριμον ηλικίαν, και εκ της φυσιογνωμίας των εφαίνοντο ότι κατήγοντο από οικογένειαν αριστοκρατικήν. Αφού συνήχθησαν όλοι οι νεοσύλλεκτοι και διηρέθησαν εις δεκαρχίας, εκατονταρχίας και τάγματα, τα δύο εκείνα παιδία, επειδή ο Άγιος τα είδε πολύ ωραία, φρόνιμα και ευπαρουσίαστα, τα διέταξε να τον υπηρετώσιν εις την τράπεζαν. Η εκστρατεία εκείνη ηυδοκίμησε, διότι όλας τας πόλεις και τα φρούρια, όσα είχον περιέλθει εις την εξουσίαν των αποστατών, ο Άγιος Ευστάθιος πολεμήσας και νικήσας αυτούς, τα ανέκτησεν. Έπειτα προχωρήσας και περάσας τον ποταμόν Χρύσπιν, κατεκυρίευσε και κατελεηλάτει την εχθρικήν χώραν, έως ου κατήντησε και εις την πόλιν, εις την οποίαν ευρίσκετο η Θεοπίστη, και μη γνωρίζων τούτο, κατέλυσεν ακριβώς εις την οικίαν, όπου εκείνη έμενε και έστησε την σκηνήν του εις τον κήπον αυτής, καθό μεγάλον και ανήκοντα εις τον πλέον ευκατάστατον του τόπου πλοίαχον, και διέτριψαν εκεί τρεις ημέρας προς ανάπαυσιν. Εν μια των ημερών τούτων, τα τέκνα του Αγίου επήγαν εις την οικίαν της Θεοπίστης είδη τινά δια μαγείρευμα. Εν ω δε εκάθηντο έξω της οικίας περιμένοντες να ετοιμασθώσι τα φαγητά, ήρχισαν να συνομιλώσι και πρώτος ο μικρότερος είπε: «Τόσον καιρόν ευρισκόμεθα και οι δύο μας εις την ιδίαν υπηρεσίαν του στρατηγού, και ποτέ δεν ηρωτήσαμεν αλλήλους πόθεν καταγόμεθα». Λέγει ο μεγαλύτερος: «Και εγώ προ πολλού καιρού επεθύμουν τούτο, αλλ’ ό,τι έως σήμερον δεν έγινεν, ας γίνη έστω τώρα. Εγώ, επειδή ήμην μικρός, τίποτε άλλο δεν ενθυμούμαι, παρά μόνον ότι ο πατήρ μου ήτο στρατηγός εις την Ρώμην, η δε μήτηρ μου ήτο πολύ ωραία και ότι είχον και ένα αδελφόν ωραίον, μικρότερόνμου, με ξανθά μαλλιά ως τα ιδικά σου. Ο πατήρ και η μήτηρ μας λαβόντες ημάς μίαν ημέραν έφυγον από την Ρώμην, αλλά που έμελλον να ταξιδεύσουν δεν γνωρίζω. Ενθυμούμαι μόνον ότι, ευρισκόμενοι και περιπατούντες εις την ξηράν, εμβήκαμεν έπειτα όλοι μας εις εν πλοίον, και ότι υστερώτερα η μήτηρ μας, δεν ηξεύρω διατί, έμεινε μέσα εις αυτό, μόνος δε ο πατήρ μας με ημάς τους δύο εξήλθεν εις την ξηράν και περιπατούντες εφθάσαμεν εις ένα μεγαλώτατον ποταμόν. Επειδή δε ημείς είμεθα μικροί και δεν ηδυνάμεθα να τον περάσωμεν, ο πατήρ μας, επήρεν εις τον ώμον του τον μικρότερον και τον επέρασεν εις το εν μέρος, εμέ δε άφησεν εις το άλλο. Και ενώ εγύρισε να λάβη και εμέ, ένας λύκος ήρπασε τον αδελφόν μου, εμέ δε από το άλλο μέρος ήρπασεν ένας λέων. Αλλά ο Θεός με ελυπήθη και έτυχον εκείνην την ώραν να ευρίσκωνται εις το δάσος ποιμένες και με ελύτρωσαν από τους οδόντας του λέοντος και με επήγαν εις την πόλιν, την οποίαν γνωρίζεις και συ, και εκεί με ανέθρεψαν και εμεγάλωσα. Τι απέγινεν όμως ο πατήρ μου και ο μικρότερος αδελφός μου δεν γνωρίζω». Αφού ταύτα ήκουσεν ο μικρότερος αδελφός, επήδησε πάραυτα με χαράν και λέγει εις τον μεγαλύτερον: «Εις την δύναμιν του Χριστού, αδελφοί είμεθα. Από όσα είπες το εβεβαιώθην. Και εις εμέ εκείνοι οι οποίοι με ανέθρεψαν έλεγον, ότι από το στόμα ενός λύκου με ελύτρωσαν». Τότε εσηκώθη και ο μεγαλύτερος και ενηγκαλίσθησαν και κατησπάζοντο αλλήλους με χαράν μεγάλην και αγαλλίασιν. Η Θεοπίστη, ένδον ακούσασα όλην την συνομιλίαν των νέων, ηννόησεν ότι αυτή ήτο η μήτηρ των· βλέπουσα δε αυτούς να γλυκοφιλώνται, ηθέλησε να φανερωθή ποία ήτο, αλλ’ εκείνοι εβιάζοντο και αρπάσαντες τα αγγεία με τα φαγητά έτρεξαν να ετοιμάσωσι την τράπεζαν του αρχιστρατήγου. Την άλλην ημέραν επήγεν η Θεοπίστη εις την σκηνήν του αρχιστρατήγου δια να εύρη τα τέκνα της, αλλά δεν τα εύρε, διότι έλειπον εις υπηρεσίαν, εύρεν όμως μόνον τον Άγιον καθήμενον εις την σκιάν ενός δένδρου, και ιδούσα αυτόν μακρόθεν, ευθύς συνησθάνθη ταραχήν μεγάλην εις την καρδίαν της, διότι της εφαίνετο ότι εκείνος ήτο ο σύζυγός της. Επειδή δε επεθύμει να του ομιλήση, επλησίασε και του είπεν· «Άκουσον, παρακαλώ, κύριέ μου, τους λόγους μου. Εγώ κατάγομαι από την Ρώμην, και με έφερον εδώ αιχμάλωτον· όθεν σε παρακαλώ να με υπάγης εκεί». Ενώ δε έλεγε ταύτα η Θεοπίστη εις τον Άγιον, τον παρετήρει καλώς εις το πρόσωπον, και εύρισκεν ότι πάρα πολύ ωμοίαζε τον άνδρα της, αλλά δεν ετόλμα και να τον εξετάση ποίος ήτο· τέλος όμως, αφού επείσθη χωρίς δισταγμόν ότι εκείνος ήτο, έπεσεν εις τους πόδας του και του λέγει· «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, να μη θυμώσης εναντίον μου, αλλά ν’ ακούσης τους λόγους μου. Δεν μοι κάμνεις σε παρακαλώ, την χάριν να μοι είπης, ποία ήτο η προτέρα σου κατάστασις; Διότι εγώ νομίζω, ότι συ είσαι ο στρατηλάτης Πλακίδας, ο οποίος επίστευσεν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, ιδών αυτόν εσταυρωμένον εν μέσω των κεράτων της ελάφου και πολλούς ύστερα υπέφερε πειρασμούς, τελευταίον δε επήρε την γυναίκα του, η οποία είμαι εγώ, και τα τέκνα του, τα οποία ήσαν μικρά, τον Αγάπιον και τον Θεόπιστον, και εκίνησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα· ο δε πλοίαρχος, ο οποίος ήτο κακότροπος άνθρωπος, με εκράτησεν ενέχυρον και με έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν. Έχω δε μάρτυρα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τους Αγγέλους αυτού, ότι αγνή και αμόλυντος έμεινα έως τώρα, ούτε απ’ εκείνον ούτε από άλλον κανένα πειραχθείσα εις την τιμήν μου». Ως ήκουσε ταύτα ο Άγιος, εβεβαιώθη δε και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και από τας ακριβείς πληροφορίας, τας οποίας του έδωκεν, ότι αληθώς εκείνη ήτο η σύζυγός του, έκραξε πάραυτα μετά πολλών δακρύων μεγαλοφώνως: «Δόξα σοι, ο Θεός μου, δόξα σοι». Έπειτα στραφείς προς την Θεοπίστην είπε· «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον λέγεις». Τότε εσηκώθησαν αμφότεροι και ησπάσθησαν αλλήλους και εδόξαζον τον Θεόν. Η δε Θεοπίστη τον ηρώτησε που ήσαν τα τέκνα των. Ο δε Άγιος απεκρίθη, ότι εκείνα τα έφαγον τα θηρία. Τον ηρώτησε πάλιν η Θεοπίστη: «Και πως συνέβη τούτο»; Τότε εκείνος διηγήθη λεπτομερώς το συμβεβηκός. Λέγει τότε εκείνη· «Ας δοξάσωμεν τον Θεόν, τα τέκνα μας ζώσιν έως την σήμερον και ευρίσκονται εδώ μαζί σου· διότι εγώ χθες τα ήκουσα να διηγώνται απαράλλακτα τα ίδια όσα τώρα μοι είπες· και αν δεν πιστεύης, διάταξε να έλθουν, όπως ακούσης και μόνος σου τους λόγους των». Αμέσως λοιπόν ο Άγιος καλεί τους νέους, λέγων: «Παλληκάρια! Διηγηθήτε μοι πόθεν κατάγεσθε». Τότε ο μεγαλύτερος ανέφερεν όσα ενεθυμείτο και εγνώριζε, και εξ αυτών εβεβαιώθησαν και ο Άγιος και η γυνή του, ότι αληθώς εκείνα ήσαν τα τέκνα των. Ποία χαρά και αγαλλίασις έγινε την ημέραν εκείνην και εις τον Άγιον και εις όλον το στράτευμά του! Επτά ολοκλήρους ημέρας διήρκεσεν η χαρά και η πανήγυρις του στρατού, όχι μόνον διότι ενίκησαν και υπέταξαν τους επαναστάτας, αλλά και το κυριώτερον, διότι ευρέθη η αγαπητή συμβία του αρχιστρατήγου των και τα τέκνα των. Ο δε Άγιος εξ όλης ψυχής και καρδίας εδόξαζε τον Θεόν λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με αφήκες τον ταπεινόν δούλον σου να πειράζωμαι παντοτεινώς, αλλά έδωκάς μοι ανάπαυσιν των μεγάλων μου θλίψεων. Δοξάζω σε, Θεέ μου, ότι ως προείπες μοι, ούτω και έπραξας. Τώρα όπου είδον την γυναίκα και τα παιδιά μου, παράλαβε την ψυχήν μου». Καταπαύσας ο Άγιος Ευστάθιος εντελώς την αποστασίαν, επέστρεψεν εις την Ρώμην, αλλ’ εν τω καιρώ της επιστροφής του απέθανεν ο Τραϊανός και τον διεδέχθη ο ανεψιός του Αδριανός, όστις έκτισε μετά ταύτα την Ανδριανούπολιν· ήτο δε και αυτός ειδωλολάτρης και μέγας διώκτης των Χριστιανών. Ούτος μαθών ότι ήρχετο ο Στρατηλάτης Ευστάθιος εις την Ρώμην νικητής των αποστατών και τροπαιούχος, εξήλθε να τον προϋπαντήση, κατά την τότε συνήθειαν των αυτοκρατόρων της Ρώμης. Επειδή δε έμαθεν, ότι ο Άγιος εύρε την γυναίκα και τέκνα του, ηθέλησε να προσφέρη εις τα είδωλα μεγάλην θυσίαν, πρώτον μεν διότι ενικήθησαν οι αποστάται, δεύτερον δε διότι ο μακάριος Ευστάθιος απήλαυσε και τα φίλτατά του πρόσωπα επί της γης ζώντα, τα οποία προ πολλού καιρού είχεν ως απολεσθέντα. Εν ω δε ο Αδριανός μετέβη εις τον ναόν του Απόλλωνος και προσέφερε θυσίαν, ο Άγιος δεν ηθέλησε να υπάγη και αυτός να πράξη το ίδιον. Ότε δε ο Αδριανός ύστερον τον ηρώτησε διατί δεν επήγε και αυτός εις τον ναόν του Απόλλωνος να προσφέρη θυσίαν ευχαριστήριον εις τους θεούς, δυνάμει των οποίων και τους εχθρούς ενίκησε και την γυναίκα και τα τέκνα του εύρεν, ο Άγιος απεκρίθη· «Βασιλεύ, εγώ εις τον Χριστόν μου θυσιάζω, Αυτόν δοξάζω και Αυτόν θα ευχαριστήσω· διότι εις αυτόν χρεωστώ την ζωήν μου και την ψυχήν μου· διότι Αυτός μοι έδωκε δύναμιν και ενίκησα τους εχθρούς του αυτοκράτορος· Αυτός ηυδόκησε και είδον και την γυναίκα και τα τέκνα μου.  Άλλον Θεόν ούτε γνωρίζω ούτε πιστεύω, ειμή Αυτόν μόνον, όστις έκαμε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς». Τότε ο Αδριανός διέταξεν αυτόν να ξεζωσθή ευθύς την στρατηγικήν ζώνην και να ίσταται εμπρός του ως κατάδικος αυτός, η γυναίκα του και τα τέκνα των, και τοιουτοτρόπως ήρχισε να τους κάμνη διαφόρους εξετάσεις και παρατηρήσεις, προσπαθών όπως τους καταπείση να αλλάξωσι γνώμην· αλλ’ επειδή με κανένα τρόπον δεν το κατώρθωσε, διέταξε να τους εκθέσωσιν εις τινα πεδιάδα, και ν’ απολύσωσιν εναντίον των ένα μέγαν λέοντα πεινώντα. Αλλ’ ο λέων, άμα επλησίασε τρέχων ορμητικώς προς αυτούς, έκυψε την κεφαλήν ως προσκυνών αυτούς και ανεχώρησεν οπίσω. Επειδή λοιπόν ούτως ο σκοπός του αυτοκράτορος εματαιώθη, επρόσταξε τους στρατιώτας να πυρώσωσι καλά εν χάλκινον βασανιστήριον κατασκευασμένον εις είδος βοός, και να τους κλείσωσιν εις αυτό. Τούτο μαθόντες άπειρον πλήθος κρυφών Χριστιανών και ειδωλολατρών, επήγαν την ημέραν κατά την οποίαν έμελλε να εκτελεσθή η ρηθείσα ποινή, δια να ίδωσι πως θα τους βάλωσι και πως θα τους καύσωσιν εντός του χαλκίνου εκείνου βοός. Αφού λοιπόν ήναψαν μεγάλην πυράν κάτω από το χάλκωμα και επυρώθη αυτό αρκετά, οι δε στρατιώται ητοιμάσθησαν να τους βάλωσιν εντός, οι Άγιοι τους παρεκάλεσαν να μείνωσιν ολίγον να προσευχηθώσι πρώτον· λαβόντες δε την άδειαν και υψώσαντες τας χείρας, εδέοντο του Θεού ούτω λέγοντες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός των Δυνάμεων, τον οποίον κανείς δεν είδε και ημείς ηξιώθημεν να σε ίδωμεν, επάκουσον της δεήσεώς μας τώρα, αφού ηυδόκησας να συνενωθώμεν και καθώς εφύλαξας από την κάμινον του πυρός τα σώματα των Αγίων Τριών Παίδων, τοιουτοτρόπως φύλαξον και τα ιδικά μας σώματα και ευδόκησον να ενταφιασθώσιν ομού εις ένα τάφον και παράλαβε την ψυχήν μας. Δος δε, Κύριε, την Χάριν Σου εις τα λείψανά μας, και όστις μας επικαλείται να έχη μέρος εις την Βασιλείαν των ουρανών και ή εις ποταμόν ή εις την θάλασσαν μας επικαλεσθή, όταν κινδυνεύη, παρακαλούμεν να προφθάνης εις την βοήθειάν του». Τότε ήκουσαν οι Άγιοι φωνήν εκ του ουρανού ερχομένην και λέγουσαν: «Θα γίνη ό,τι ζητείτε και έτι πολλά πλειότερα, διότι δια το όνομά μου υπεφέρατε μεγάλους πειρασμούς μετά μοναδικής υπομονής και γενναιότητος. Δια τα κακοπαθήματά σας εις την πρόσκαιρον ζωήν θα απολαύσητε εις την ουράνιον πατρίδα την αιωνίαν χαράν και τους πρέποντας εις τους αγώνας σας αμαράντους στεφάνους». Τότε οι Άγιοι αγαλλόμενοι παρεδόθησαν εις τους στρατιώτας προθυμότατα και κλεισθέντες εντός του χαλκίνου εκείνου βοός, παρέδωκαν μετ’ ολίγον την αγίαν των ψυχήν εις τον Κύριον εν έτει ρκστ΄ (126) μ.Χ. Μετά τρεις ημέρας επρόσταξεν ο Αδριανός να ανοίξωσιν εκείνο το χάλκωμα· αφού δε το ήνοιξαν και είδον ότι ουδέ μία καν θριξ της κεφαλής των ήτο βεβλαμμένη από την πυράν, ενόμισεν ότι ήσαν ακόμη ζώντες, και διέταξε να τους εκβάλωσιν έξω. Ο δε εκεί κόσμος, ιδών τα σώματά των σώα και αβλαβή, ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως, ενί στόματι και μια καρδία, όλος: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανός· αυτός μόνος είναι Θεός αληθινός και κανείς άλλος»· ο δε Αδριανός φοβηθείς ανεχώρησε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν επάνω εις εκείνον τον θόρυβον τινές Χριστιανοί επήραν κρυφίως των Αγίων τα λείψανα και ενεταφίασαν αυτά εις τόπον κατάλληλον. Επί δε του προστάτου των Χριστιανών Μεγάλου Κωνσταντίνου οι Χριστιανοί ανήγειραν Ναόν εις τους Αγίους, και κατ’ έτος εώρταζον και εορτάζουσι και μέχρι της σήμερον την μνήμην αυτών την εικοστήν του μηνός Σεπτεμβρίου. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων

Τη ΙΘ΄(19η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΤΡΟΦΙΜΟΥ, ΣΑΒΒΑΤΙΟΥ και ΔΟΡΥΜΕΔΟΝΤΟΣ.                                                                                             

Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Πρόβου και Αττικού Βικαρίου ηγεμόνος της Αντιοχείας εν έτει σοη΄ (278). Εκ τούτων οι Άγιοι Τρόφιμος και Σαββάτιος ήλθον από ξένον τόπον εις την Αντιόχειαν. Και επειδή είδον όλους τους Αντιοχείς τεταραγμένους και έξω φρενών υπάρχοντας δια την εορτήν, την οποάν ετέλουν, των γενεθλίων του εν τη Δάφνη της Αντιοχείας ευρισκομένου ψευδοθέου Απόλλωνος, τούτου ένεκα ελυπήθησαν εγκαρδίως. Όθεν φωνάξαντες εις τον Θεόν με αναστεναγμούς καρδίας δια την σωτηρίαν της πόλεως, εφανερώθησαν  ότι είναι Χριστιανοί· δια τούτο παρεστάθησαν εις τον Βικάριον. Και πρώτον μεν ερωτάται ο Άγιος Τρόφιμος, όστις παρευθύς ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν και ευλάβειαν. Όθεν γυμνώνεται και τανυσθείς από τα τέσσαρα μέρη του σώματος δέρεται τόσον δυνατά, εις τρόπον ώστε η εκείσε γη εκοκκίνισεν από το αίμα. Έπειτα κρεμασθείς ξέεται εις τας πλευράς· και φυλακισθείς, τανύεται εις τέσσαρας οπάς του βασανιστικού και τιμωρητικού ξύλου. Μετά τούτον παραστέκεται εις τον Βικάριον ο Σαββάτιος· επειδή δε και αυτός παρρησία ωμολόγησε τον Χριστόν, δια τούτο κτυπάται εις τας παρειάς και καταξέεται εις τας πλευράς με σιδηρούς όνυχας· έπειτα εκβάλλονται μεν τα οστά του από τους αρμούς, τόσον ώστε έμειναν γυμνά χωρίς σάρκας, η δε κοιλία και τα σπλάγχνα του κατεπληγώθησαν. Αφ’ ου δε κατεβιβάσθη από το ξύλον ο τρισμακάριστος, μετ’ ολίγον παρέδωκε και το πνεύμα του εις χείρας Θεού και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως. Ο δε Τρόφιμος επέμφθη εις τα Σύνναδα, τα οποία ήσαν τότε πόλις εν Φρυγία ευρισκομένη, προς Περίννιον τον ηγεμόνα της Φρυγίας Σαλουταρίας, φορών υποδήματα εις τα οποία είχον καρφώσει σιδηρά και οξέα καρφία· παρασταθείς δε εις αυτόν, ανδρειότατα ομολογεί την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν τανυσθείς εκ δευτέρου από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, δέρεται πλέον σκληρότερα με λωρία εκ δέρματος βοός· δεθείς δε εις ξύλον, καταξέεται ασπλάγχνως επί πολλάς ώρας. Είτα καταρραντίζεται εις τας πληγάς με όξος και άλας, και κατακαίεται εις τας πληγάς με ανημμένας λαμπάδας· και αφού κατεφαγώθησαν αι σάρκες του, έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, και συσφίγγουσι τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Τότε δε και ο Δορυμέδων, όστις ήτο πρώτος των άλλων βουλευτών, εμβάς εις την φυλακήν, επεμελείτο τον Μάρτυρα· επειδή δε απουσίασε από την εορτήν και δεν επήγε να θυσιάση εις τα είδωλα ομού με τον ηγεμόνα, ηρωτήθη περί τούτου και ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν βάλλεται εις την φυλακήν· την δε ερχομένην ημέραν, επειδή ήλεγξε τον τύραννον, δια τούτο εκάρφωσαν τας πλευράς του με σιδηρ΄σουβλία. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν και ανηλεώς έξεσαν τας πλευράς και τας παρειάς του· είτα εξερρίζωσαν τους οδόντας του, τας δε τρίχας της κεφαλής του και τα γένεια σκληρότατα κατεμάδησαν· είτα δε ήπλωσαν αυτόν επάνω εις την πυράν. Μετά ταύτα φέρεται πάλιν ο Άγιος Τρόφιμος εις το βήμα· και δεικνύει περισσοτέραν παρρησίαν από το πρώτον. Όθεν πάλιν εκρέμασαν αυτόν και με πεπυρωμένα σουβλία εξώρυξαν ανηλεώς τους οφθαλμούς του και ούτω πάλιν τον έρριψαν εις την φυλακήν. Έπειτα φέρονται εις το βήμα και οι δύο ομού, ο Τρόφιμος και ο Δορυμέδων, και δίδονται τροφή εις μίαν άρκτον αγρίαν εν ταυτώ και πεινώσαν· και επειδή εφυλάχθησαν αβλαβείς, δίδονται εις τροφήν μιας παρδάλεως· και μετά ταύτα δίδονται εις τροφήν ενός λέοντος· ο οποίος επειδή και παρεκινείτο από τον λεοντοκόμον, δια να κατασπαράξη τους Αγίους, εξ εναντίας ώρμησε κατ’ εκείνου, και ευθύς εκείνον κατεσπάραξεν. Όθεν επειδή οι Άγιοι έμειναν αβλαβείς από τόσα φρικτά βάσανα, τούτου ένεκα απεκεφαλίσθησαν και ούτως ετελείωσαν τον τοσούτον αγώνα του Μαρτυρίου. 

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο Άγιος Ρωμύλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΡΩΜΥΛΟΥ.                                                   

Ρωμύλος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο εις τους υστέρους χρόνους ασκήσας και αγιάσας, εγεννήθη κατά το ατ΄ (1300) περίπου έτος εις την παραδουνάβιον πόλιν Βιδίνιον, εκ γονέων ευσεβών και φοβουμένων τον Θεόν και εν αυταρκεία ζώντων, του μεν πατρός Έλληνος και εξ Ελλήνων έλκοντος το γένος, της δε μητρός εκ Βουλγάρων· ωνομάσθη δε κατά το άγιον Βάπτισμα Ράϊκος. Παρελθών την βρεφικήν και φθάσας εις επιδεκτικήν μαθήσεως ηλικίαν, εδόθη παρά των γονέων του εις διδάσκαλον ευσεβή προς εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων, τα οποία ως νουνεχής και φρόνιμος εξέμαθεν εις διάστημα ολίγου καιρού, υπερβαλών πάντας τους συμμαθητάς και συνηλικιώτας του, τους οποίους και εδίδασκε μάλιστα να πολιτεύωνται εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Δια τούτο εθαυμάζετο και επηνείτο παρά πάντων «Παιδαριογέρων» ονομαζόμενος και παρ’ αυτού ακόμη του διδασκάλου του, δια την πρόωρον σύνεσιν και ανάπτυξιν. Διελθών την παιδικήν ηλικίαν ο καλός Ράϊκος και φθάσας την νεανικήν, ήρχισε μελετών καθ’ εαυτόν την αναχώρησιν εκ του ματαίου τούτου κόσμου και την μετάβασιν εις Ιεράν Μονήν, ένθα, εξασκών την αρετήν, να αξιωθή της απολαύσεως των εν ουρανοίς δια τους Δικαίους αποκειμένων αγαθών· οι δε γονείς αυτού, καθό σωματικώτεροι και μη γινώσκοντες τον θεοφιλή σκοπόν του νέου, εβούλοντο να νυμφεύσωσιν αυτόν, τον οποίον σκοπόν των και ανεκοίνωσαν εις αυτόν. Τούτο ακούσας ο των αφθάρτων και αιωνίων αγαθών ζηλωτής Ράϊκος, αναχωρεί κρυφίως εκ των γονέων και της πατρίδος αυτού και απέρχεται εις μίαν κατά την επαρχίαν Τιρνόβου κειμένην Ιεράν Μονήν, της Θεοτόκου Οδηγητρίας επιλεγομένην, όπου βαλών μετάνοιαν εις τον Καθηγούμενον και ικανώς δοκιμασθείς, κείρεται Μοναχός και από Ράϊκος μετωνομάσθη Ρωμανός και ετοποθετήθη εις την υπηρεσίαν και φιλοκαλίαν της Εκκλησίας υπό του προεστώτος της Μονής, την οποίαν διακονίαν προθύμως, ευλαβώς και εν φόβω Θεού εξετέλει ανελλιπώς επί τρία κατά σειράν έτη. Επειδή δε κατά την εποχήν εκείνην αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους είχεν έλθει εις τα παρόρια εκείνα μέρη ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης κτίσας μάλιστα και Μονήν κατά την έρημον εκείνην των παρορίων, εκ της οποίας, εκτός των προσερχομένων εις αυτόν, και πολλούς άλλους εφώτιζε δια της θεοπνεύστου διδασκαλίας και του θαυμασίου βίου του και παραδείγματος, τούτο, λέγω, μαθών ο θείος Ρωμανός ζητεί επιμόνως και λαμβάνει την άδειαν, ίνα μεταβή προς τελειοποίησιν της αρετής πλησίον του θεοφόρου πατρός Γρηγορίου· διό και μεταβαίνει συμπαραλαβών και έτερόν τινα αδελφόν Ιλαρίωνα καλούμενον. Τούτους αμφοτέρους δεξάμενος ασμένως ο Μέγας Γρηγόριος, τον μεν Ιλαρίωνα, ως φιλάσθενον όντα, έταξεν εις τας ελαφροτέρας υπηρεσίας της Μονής, τον δε Ρωμανόν, ως ρωμαλέον, διώρισεν εις τας βαρυτέρας και επιπονωτέρας· διότι δεν είχεν αποπερατώσει τας οικοδομάς της Μονής ο Όσιος Γρηγόριος. Όθεν και ο θείος Ρωμανός μετέφερεν εκ του όρους ξύλα, λίθους, ύδωρ εκ του εις τους πρόποδας του όρους ρέοντος ποταμού, συνέφυρε την άσβεστον μετά του ύδατος και χώματος ποιών τον πηλόν δια τας οικοδομάς, υπηρέτει εις το μαγειρείον και το ζυμωτήριον της Μονής, επιμελούμενος συγχρόνως και τους εκ των αδελφών ασθενούντας. Και ταύτα πάντα εποίει εις τα προοίμια ακόμη ευρισκόμενος της μοναχικής πολιτείας. Ήτο δε εκεί εις την Μονήν εις παλαιός γέρων, ασθενής κατά το σώμα, πλην εις τοιούτον σημείον θυμώδης, ώστε ουδείς ηδύνατο εκ των εκείσε Πατέρων, ίνα υπηρετήση και αναπαύση αυτόν. Τούτον τον θυμώδη γέροντα διέταξεν ο Μέγας Γρηγόριος, ίνα υπηρετήση ο θείος Ρωμανός, όπερ και εγένετο. Και ήτο να βλέπη τις μετ΄ εκπλήξεως τον νέον τούτον Ακάκιον υπηρετούντα κατά πάντα τον σκληρόν εκείνον γέροντα, και δεχόμενον παρ’ αυτού τα κακολογήματα και λοιπά του θυμού αποτελέσματα, άπερ εδέχετο μετ’ ευχαριστίας και υπέμεινε γενναίως. Και επειδή μεταξύ των άλλων ασθενειών ο γέρων έπασχε και τον στόμαχον, ένεκα του οποίου δεν έτρωγεν έτερόν τι ειμή μόνον ιχθύας (εφ’ όσον το κρέας απαγορεύεται εις τους Μοναχούς), δια τούτο ο καλός αγωνιστής Ρωμανός, ίνα αναπαύση αυτόν, εψάρευεν εις τα εκεί κοιλώματα του ποταμού, τα οποία επιχωρίως βηρούς αποκαλούσι, και εκ των ιχθύων εκείνων παρηγόρει την ασθένειαν του γέροντος. Επειδή δε λόγω του βορείου και ψυχρού εκείνου μέρους καθ’ όλον τον χειμώνα και μέχρι του Απριλίου ακόμη ο ποταμός καλύπτεται υπό πάγων και χιόνων, ο Αθλητής ούτος του Χριστού και της υπομονής και υπακοής εργάτης θείος Ρωμανός, λαμβάνων πτύον και σφυρίον απήρχετο εις τους παγωμένους εκείνους βηρούς· και δια μεν του πτύου απεμάκρυνε τας χιόνας, δια δε της σφύρας έθραυε τους πάγους και ούτως εισήρχετο εις το ψυχρότατον εκείνο ύδωρ, συνταράσσων αυτό δια των ποδών και αλιεύων δια της απόχης τους ιχθύας προς εξοικονόμησιν της τροφής του ασθενούντος γέροντος. Ταύτα δε πάντα εποίει χάριν της εντολής της αγάπης, ακούων του Δεσπότου Χριστού λέγοντος· «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε: 13). Και τοιουτοτρόπως ο θείος Ρωμανός υπήρξε Μάρτυς κατά προαίρεσιν και όμοιος των εν τη παγερά λίμνη της Σεβαστείας αθλησάντων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων· εάν δε ούτος δεν απέθανεν εις το ύδωρ, ως εκείνοι, όμως εάν δεν έθετε τον θάνατον προ οφθαλμών, δεν θα εισήρχετο εις τους παγωμένους εκείνους λάκκους· και τούτο είναι το να θυσιάση τις την ψυχήν του υπέρ της αγάπης του πλησίον. Παρελθόντος καιρού ανεπαύθη εν Κυρίω ο γέρων ούτος και μετ’ αυτόν και ο θείος Σιναϊτης Γρηγόριος απέρχεται εις τας αιωνίους Μονάς· ο δε Ρωμανός, τον οποίον πάντες πλέον «Καλορωμανόν» εκάλουν, υπετάγη εις άλλον Φέροντα, εις τον οποίον και ο σύμψυχος και ο συνέκδημος αυτού Ιλαρίων υπετάσσετο. Επειδή όμως εν τω μεταξύ λησταί περιεκύκλωσαν τα μέρη εκείνα των παρορίων κατατυραννούντες τους Μοναχούς και δια σιδήρων πεπυρακτωμένων, τα οποία έθετον εις τας κοιλίας αυτών, εζήτουν και ήλπιζον να λάβουν χρήματα, τούτου ένεκα οι Όσιοι ούτοι εγκαταλείπουσι τα παρόρια και έρχονται εις την πόλιν Ζαγοράν, μιας ημέρας οδόν απέχουσαν του Τιρνόβου, και κατοικούσι εκεί εις τόπον Βόγκρην καλούμενον, ένθα μετ’ ου πολύ αναπαύεται εν Κυρίω προβεβηκώς τη ηλικία και ούτος ο γέρων και επιστάτης του θείου Ρωμανού, απόντος αυτού· τούτο δε τοσούτον ελύπησεν αυτόν επιστρέψαντα, ώστε εάν μη ο προρρηθείς Ιλαρίων προελάμβανε να εγείρη αυτόν και παρηγορήση, ίσως θα παρέδιδε και την ψυχήν κλαίων επί του τάφου του Γέροντος, καθώς ποτε τοιούτόν τι έπαθε και ο λέων επί του τάφου του Οσίου Γερασίμου του εν τω Ιορδάνη. Έκτοτε υποτάσσεται ο μακάριος Ρωμανός εις τον Ιλαρίωνα τούτον, ως παλαιότερον κατά την ηλικίαν και περισσοτέρους χρόνους έχοντα εν τη Μοναδική πολιτεία, και μετ’ αυτού επιστρέφουσι πάλιν εις την έρημον των παρορίων, μαθόντες εν τω μεταξύ ότι τους ληστάς εκείνους εξεδίωξεν εκείθεν ο βασιλεύς των Βουλγάρων Αλέξανδρος· πόσον δε ωφέλιμον και εις ανάβασιν θείαν συντελούν είναι η ερημία, μαρτυρεί του Ηλιού ο Κάρμηλος, του Προδρόμου Ιωάννου ή έρημος του Ιορδάνου, και το όρος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εκεί λοιπόν εις την έρημον και ησυχίαν εκείνην ευρισκόμενος και συνομιλών πάντοτε μετά του Θεού δια μέσου της ιεράς προσευχής, της τε νοεράς και της εκφώνου δια του στόματος, ηξιώθη πολλών και μεγάλων χαρισμάτων και μάλιστα του της κατανύξεως, του πένθους και των δακρύων, ως ολίγοι έτεροι· διατελέσας δε επ’ αρκετόν διάστημα εις την υπακοήν του Γέροντος Ιλαρίωνος, μετ’ άδειαν αυτού κατόπιν ησύχασε κατά μόνας δια το απερίσπαστον, ίνα κατά μόνας συνομιλή μετά του Θεού και εντρυφά εις τας θείας θεωρίας. Μετά περέλευσιν δε πολλών ετών εν τη μονώσει, λαμβάνει είτα το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, ο και προ της λήψεως τούτου τέλειος υπάρχων κατά τα έργα, μετονομασθείς Ρωμύλος. Επειδή δε εκτός των ληστών ηνώχλουν τους Μοναχούς των παραμεθορίων και οι Μουσουλμάνοι, οίτινες και την Μονήν του Οσίου Γρηγορίου του Σιναϊτου κατέστρεψαν, τούτου ένεκα ο μαθητής ούτος του Χριστού αναχωρεί εκείθεν και έρχεται εις το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, του οποίου πολλά μέρη περιελθών, τελευταίον καταντά εις τα Μελανά, έξωθεν της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, ένθα και ο δομήτωρ αυτής Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης προ της οικοδομής αρκετόν διάστημα εφησύχασε, και ενταύθα κατασκευάσας μικρόν κελλίον, κατώκησεν εις αυτό μετά του μαθητού αυτού Γρηγορίου, του και τον Βίον τούτου κατά πλάτος συγγραψαμένου, στνεχίζων την πεφιλημένην του άσκησιν και ησυχίαν. Μαθόντες δε την έλευσιν αυτού οι του Αγίου Όρους Πατέρες, ήρχοντο προς αυτόν χάριν ωφελείας, τους οποίους και συνεβούλευεν ο Όσιος Ρωμύλος, υποδεικνύων εις αυτούς τι πρέπει να κάμνουν δια την επίτευξιν της ψυχικής των σωτηρίας. Και πρώτον υπεδείκνυεν εις αυτούς, ίνα τηρώσιν αμόλυντον το τριμερές της ψυχής, το λογικόν, το θυμικόν και το επιθυμητικόν, και πως τούτο τηρείται και ποία είναι τα προσβάλλοντα αυτό· είτα δε και πρακτικώτερον ενουθέτει αυτούς λέγων: Αδελφοί και Πατέρες, όταν απέλθητε εις κελλίον φίλου τινός και εύρητε την θύραν ανοικτήν, μη ευθέως εισέλθητε, αλλά κρούσαντες έξωθεν πρότερον και του οικοδεσπότου προστάξαντος, τότε εισέλθετε· εισερχόμενοι δε και καθίσαντες, μη αίρητε τα όμματα ένθεν κακείθεν περιεργαζόμενοι τα εν αυτώ πράγματα, αλλά κάτω την κεφαλήν και το βλέμμα κλίναντες, ούτω διαλέγεσθε μετά του οικοδεσπότου. Εάν ίδητε εκεί χαρτίον γεγραμμένον κείμενον χαμαί, μη λάβητε αυτό και αναγνώσητε παρόντος του οικοδεσπότου ή και απόντος αυτού· διότι τούτο είναι απαιδευσία, και παρά συνείδησιν γίνεται. Εάν ίδητε εκεί βιβλίον, μη ανοίξητε αυτό άνευ αδείας του οικοδεσπότου· αλλά πρότερον είπετε εις αυτόν και εάν προστάξη εκείνος, τότε ανοίξατε· εάν δε μη είπη, μη ανοίξητε σεις αφ’ εαυτών. Εάν εμπιστευθή και δώση εις υμάς φίλος βαλάντιον χρυσίου ή αργυρίου προς φυλακήν, μη θελήσητε να ανοίξητε και να ιδήτε τι περιέχει· ει δε και άλλο τι οιονδήποτε σκεύος είναι, μη βάλητε τας χείρας υμών ένδον και ψηλαφήσητε τα έσωθεν κείμενα· διότι τούτο είναι απαιδευσία, ως είπον, και πνεύμα περιεργείας και βλάβη της ψυχής, εκ του οποίου ερχόμεθα και εις το να κλέπτωμεν. Εάν εύρετε σκεύος τι πλησίον υμών ή ένδον του Μοναστηρίου κείμενον, ή ερριμμένον εις την οδόν, ή τυχόν και εις έρημον τόπον, μη κρατήσητε αυτό εις υπηρεσίαν υμών, αλλ’ ευθέως δότε τούτο εις τον κύριον αυτού, ει δε μη, ως κλοπή θελει τούτο λογισθή εν τη ημέρα του θανάτου». Ταύτα και τα τοιαύτα εδίδασκε τους προς αυτόν προσερχομένους ο Όσιος Ρωμύλος, οίτινες και ωφελούμενοι ανεχώρουν επιστρέφοντες· επειδή δε εκ των πολλών προσερχομένων διεκόπτετο η φιλτάτη εις αυτόν ησυχία, δια τούτο προσέταξε τον μαθητήν του Γρηγόριον, ίνα μεταβή εις τους πρόποδας του Άθωνος, κατά τα βορειότερα μέρη, και εύρη εκεί τόπον έρημον, απομεμονωμένον και κατάλληλον προς κατοικίαν, δια να μετοικήσωσιν εκεί χάριν ησυχίας· όπερ και εγένετο, ευρεθέντος τόπου καταλλήλου έχοντος και πλησίον πηγήν ύδατος διαυγεστάτου, ένθα και κτίσαντες μικρόν κελλίον μετεφέρθησαν πλην επ’ ολίγον μόνον διάστημα· διότι καθώς είπεν ο Κύριος· «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», διότι όρος πράγματι είναι το ύψος των αρετών, εις το οποίον αναβαίνοντες οι ενάρετοι, λάμπουσιν ως φως· όθεν και έτρεχον πάλιν προς αυτόν οι άνθρωποι ωφελείας ένεκα, και επληρούντο το λόγιον το λέγον· «Όσον φεύγει τις την δόξαν των ανθρώπων, τοσούτον αύτη καταλαμβάνει αυτόν». Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός και εκινήθη ο υπό των Τούρκων κατά των Βουλγάρων και Σέρβων πόλεμος, οπότε και ο χριστιανικώτατος εκείνος Ουγκλέσης εφονεύθη· διο και πολλοί Μοναχοί του Αγίου Όρους, και μάλιστα οι εκτός των Μονών ευρισκόμενοι, φοβηθέντες την σύγχυσιν, ανωμαλίαν και ακαταστασίαν των πραγμάτων, ανεχώρησαν εκείθεν κατευθυνθέντες εις διάφορα μέρη. Τότε και ο Όσιος Ρωμύλος, παρακινηθείς υπ’ εκείνων, ανεχώρησεν εκ του Αγίου Όρους μεταβάς εις έτερον τόπον, Αυλώνα καλούμενον (ίσως την εν Αλβανία κειμένην), ένθα εύρε λαόν αμαθή, απαίδευτον, βάρβαρον και εις φόνους και ληστείας συνειθισμένον, πολλούς δε και εις την Ορθόδοξον και αληθή πίστιν σφάλλοντας. Οι τοπάρχαι και άρχοντες του τόπου εκείνου πολλάς αδικίας και φόνους ανθρώπων αθώων εποίουν, οι Μοναχοί εις πλάνας, μνησικακίας και πολλά άλλα πάθη ήσαν βεβυθισμένοι και πλείστοι Ιερείς αναξίως ιερουργούντες. Τούτους δε πάντας δια του κεχαριτωμένου αυτού λόγου εις ενότητα της αληθούς πίστεως και της υγιούς εν Χριστώ αναστροφής συνεκάλεσεν, ώστε πάντες μικροί τε και μεγάλοι να λέγουν· «Δόξα σοι ο Θεός, ο εξαποστείλας εις ημάς τον φωστήρα σου τούτον, όστις εκ του σκότους εις το φως συνήγαγε». Και πάντως δια τούτο απέστειλεν αυτόν εκεί ο Κύριος, ίνα πολλάς ψυχάς διορθώση. Ευρισκόμενος λοιπόν εκεί ο Όσιος, ήλθεν εις αυτόν λογισμός να αναχωρήση πάλιν εκείθεν· και μη θέλων να υπακούση εις τον λογισμόν τούτον, γράφει προς γνωστόν του γέροντα πνευματικόν Αγιορείτην, εν Κωνσταντινουπόλει ευρισκόμενον, ζητών γνώμην περί του πρακτέου· όστις και απήντησεν εις αυτόν· «Επειδή μετά πίστεως ηρώτησας, τούτον μοι φαίνεται κρείττον, ίνα απέλθης εις έτερον τόπον, ένθα αν ο Θεός οδηγήση σε». Ταύτην την απάντησιν λαβών ο Όσιος ανεχώρησεν εκ της Αυλώνος μετά των μαθητών του και μετέβη εις την Σερβίαν, εις τόπον καλούμενον Ραβένιτσα, ένθα υπάρχει και Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, πλησίον της οποίας κατώκησε. Μηδείς δε ας κατηγορήση τον θείον τούτον άνδρα δια τας συνεχείς μετοικήσεις και αναχωρήσεις, ας δια τον Κύριον και κατά θείαν οικονομίαν εποίει· διότι γράφει που ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος· «Είδον ύλην, υπομονήν Μοναχοίς εν τόπω γεννήσασαν· εκείνων δε εγώ, τους δια τον Κύριον πελαζομένους πλέον μεμακάρικα». Χρόνον λοιπόν όχι πολύν εν Σερβία ζήσας ο Όσιος Ρωμύλος απαίρει των επιγείων και προς τας αιωνίους κατασκηνώσεις απέρχεται, την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού παραθέμενος· το δε πολύαθλον αυτού σώμα υπό των μαθητών του παρεδόθη εις τον τάφον, όστις ευωδίαν άρρητον εκπέμπει και σημεία και τέρατα καθ’ εκάστην επιτελεί εις τους μετά πίστεως και ευλαβείας προσερχομένους· διότι όφεις εκ των εγκάτων των ανθρώπων δι εμετού εξεβλήθησαν, δαίμονες εξ ανθρώπων απεδιώχθησαν, χωλοί ηνωρθώθησαν, τυφλοί ανέβλεψαν, και απλώς ειπείν πάσα ασθένεια και παν πάθος ιάται δια της χάριτος του Θεού, τον οποίον ο Άγιος ζων δια των έργων ευηρέστησεν· ούτω γαρ αντιδοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας ο Κύριος. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

H Αγία Μάρτυς Αριάδνη

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ην πέτρα ραγείσα υπεδέξατο αυτήν τελειωθείσαν.                                                                                             

Αριάδνην η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Αδριανού και Αντωνίνου των βασιλευσάντων, από του έτους ριζ΄ (117) έως έτους ρξα΄ (161) δούλη ενός άρχοντος, Τερτύλλου ονομαζομένου, πρώτου όντος της Πρυμνησέων πόλεως, της ευρισκομένης εις το θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας. Eπειδή δε αύτη ηναγκάσθη από τον αυθέντην της να συνεορτάση με αυτόν εις τον ναόν των ειδώλων δια τα γενέθλια του τέκνου του και δεν επείσθη, δια τούτο εξέσθη δυνατά εις το σώμα και έπειτα αφέθη. Επειδή δε πάλιν εδιώκετο από τον ηγεμόνα, δια τούτο, πλησιάσασα εις μίαν πέτραν, προσηυχήθη η αοίδιμος δια να φυλαχθή από τους διώκοντας δημίους· και, ω του θαύματος! ευθύς ερράγη η πέτρα κατά θείον νεύμα και εδέχθη αυτήν. Οι δε διώκοντες συνετρίβησαν και ηφανίσθησαν υπό φοβερών Αγγέλων, οίτινες φανέντες καθήμενοι επάνω εις ίππους και έχοντες δόρατα εις τας χείρας των εκτύπων τους διώκοντας την Αγίαν. 

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

O Όσιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης

Τη ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΕΥΜΕΝΙΟΥ Επισκόπου Γορτύνης του θαυματουργού.                                                                       

Ευμένιος ο αοίδιμος πατήρ ημών εκ νεαράς ηλικίας υπέβαλεν εαυτόν εις πολλάς σκληραγωγίας και ασκήσεις και πολλήν επιμέλειαν μεταχειρισθείς, απέκτησεν ακραν ταπείνωσιν· δια τούτο  και ηξιώθη να γίνη Επίσκοπος της κατά την νήσον Κρήτην Γορτύνης και εν ταυτώ ηξιώθη να λάβη θεόθεν και την των θαυμάτων χάριν και δύναμιν. Όθεν μίαν φοράν με ανημμένας λαμπάδας κατέκαυσεν ένα δράκοντα, όστις ώρμησε κατ’ αυτού· πορευθείς δε εις την Ρώμην, κατεφώτισεν αυτήν με τας θείας διδασκαλίας του ως λαμπρός φανός και με σημεία και θαύματα τους εκεί πιστούς εστερέωσεν. Από την Ρώμην δε αναχωρήσας μετέβη εις Θηβαϊδα, και χωρίς να θέλη παρευθύς διέλυσε την ξηρασίαν, ήτις επεκράτει εις εκείνα τα μέρη, δια της προσευχής του· εκεί λοιπόν ευρισκόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Οι δε εν τη Θηβαϊδι κατοικούντες απέστειλαν το άγιον αυτού λείψανον εις την ιδικήν του πατρίδα και την ποίμνην αυτού, ήτοι εις την Γορτύνην, το οποίον και ενεταφιάσθη εις ένα τόπον ονομαζόμενον Ράξος, ένθα ευρίσκεται έως του νυν και το σεπτόν λείψανον του θείου Κυρίλλου.   

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ιερομαρτύρων ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ και ΜΥΡΩΝΟΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ και ΜΥΡΩΝΟΣ, Επισκόπων Ταμάσου της Κύπρου.                                                                                            
Ηρακλείδης ο γενναίος του Χριστού Ιερομάρτυς κατήγετο από την νήσον Κύπρον, ήτο δε υιός ιερέως τινός των ειδώλων ονομαζομένου Ιερόκλεω. Επειδή δε οι της αληθείας πρόβολοι, Βαρνάβας και Μάρκος ομού, κατόπιν δε και Παύλος, ελθόντες εις την Κύπρον, ήρχισαν να κηρύττουν αδιστάκτως και θαρραλέως τον σωτήριον λόγον της ευσεβείας περιερχόμενοι από τόπου εις τόπον και ούτω ποιούντες έφθασαν μέχρι Σολέας, εύρον εις εν χωρίον αυτής, Λαμπαδιστού καλούμενον, τον Ιερόκλεων, όστις φιλόξενος ων υπεδέχετο τους ξένους και εκάλει αυτούς εις τον οίκον του, παρέχων εις αυτούς τροφήν και ανάπαυσιν. Καλεί όθεν κατά την συνήθειάν του ο Ιερόκλεως τους Αγίους τούτους Αποστόλους δια να τους φιλοξενήση, αλλ’ ούτοι δεν εδέχθησαν ούτε να μεταβούν εις τον οίκον του ούτε να συμφάγωσι μετ’ αυτού, καθόσον ούτος ήτο ιερεύς των ειδώλων· όθεν ζητούσι μόνον παρ’ αυτού να μάθουν την οδόν την οποίαν επεθύμουν να ακολουθήσουν. Ο δε Ιερόκλεως φιλανθρώπως φερόμενος έδωκεν εις αυτούς τον υιόν του Ηρακλείδην δια να τους καθοδηγήση ασφαλώς εις την οδόν, επειδή όλος ο τόπος εκείνος ήτο δύσβατος κατά πολύ. Ο Ηρακλείδης προθύμως τούτο ποιών ηκολούθει τους Αγίους Αποστόλους και καθωδήγει αυτούς εις την οδόν, συμβαδίζων δε ήρχισε να συνδιαλέγηται μετ’ αυτών περί της Ελληνικής παιδείας και θρησκείας. Οι δε θειότατοι Απόστολοι και μύσται του Σωτήρος, βλέποντες τούτον καλοπροαίρετον και ζηλωτήν της αληθείας προθυμότατον, ανταποδίδουσι την ευεργεσίαν πολλαπλάσιον και κηρύττουσιν εις αυτόν τον Ιησούν Χριστόν, τον επί γης σαρκωθέντα και παθόντα και αναστάντα, Θεόν αληθή, εις τον οποίον και μόνον οφείλει να πιστεύη. Δεν έπεσε δε ο σπόρος της αληθείας εις πέτραν, αλλ’ ευρών γην αγαθήν εκαρποφόρησεν αμέσως, διότι ο Ηρακλείδης, έχων εκ των προτέρων αμφιβολίαν δια την θρησκείαν των ειδώλων, πείθεται ευθύς εις το κήρυγμα των Αποστόλων και άνευ αναβολής ή δισταγμού πιστεύσας εις τον Χριστόν βαπτίζεται υπ’ αυτών και προχειρίζεται πρώτος ποιμήν της Εκκλησίας Ταμασέων. Ελκύσας δε και τους ιδίους γονείς δια της καλής του νουθεσίας, εβάπτισεν αυτούς. Αφού δε ο Άγιος εγένετο Επίσκοπος, ειργάσθη να εξαπλώση το όνομα του Χριστού, ωκοδόμησεν Εκκλησίας και καλώς το ποίμνιον αυτού εδίδαξε, πολλούς δε των Ελλήνων καθωδήγησεν εις θεογνωσίαν· ποικίλα δε πάθη θεραπεύων, νεκρούς ανιστών, δαίμονας διώκων και μυρία άλλα τεράστια θαύματα ενεργών, εμισήθη υπό των ειδωλολατρών και κατεκάη υπ’ αυτών μαζί με τον Μύρωνα παραδώσας την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Το δε ιερώτατον και τίμιον αυτού λείψανον ενταφιασθέν υπό των ευσεβών Χριστιανών πλείστα όσα θαύματα ενήργησε και ενεργεί εις τους μετά πόθου και πίστεως προσερχομένους εις τον Ιερόν αυτού Ναόν, τα οποία εάν θελήσωμεν να περιγράψωμεν ενταύθα εν προς εν δεν θέλει επαρκέσει εις ημάς ο χώρος, εκ των πολλών δε θα αναφέρωμεν ένα και μόνον υπερθαύμαστον και φρικώδες, το οποίον ο θαυμάσιος ούτος ετέλεσεν, ίνα εκ του ελαχίστου τούτου γνωρίσωμεν την προς Θεόν παρρησίαν του Αγίου. Κατά το έτος αψξθ΄ (1769) εν παιδίον, Ιωάννης καλούμενον, υιός τινος Χατζή Σάββα από της πόλεως Λευκωσίας και εκ της ενορίας Πεφανερωμένης, κατείχετο υπό αγρίου δαίμονος και εβασανίζετο συνεχώς καθ’ ημέραν. Οι δε γονείς του παιδίου εκ της πολλής αυτών θλίψεως έφεραν αυτό εις τον άγιον Ναόν του θαυματουργού Επισκόπου Ηρακλείδου, κατά την ημέραν κατά την οποίαν ετελείτο η μνήμη αυτού. Εν τω καιρώ δε της θείας λειτουργίας, ω του θαύματος! συνετάραξε σφοδρώς ο πονηρός δαίμων το παιδίον, το οποίον καταληφθέν υπό εμέτου εξέβαλεν εκ του στόματος ένα όφιν σπιθαμιαίον και δύο καρκίνους (καβούρια), τα οποία αναρτήσαντες κατόπιν εντός του Ναού διεφύλαττον αυτά, ίνα το θαυμάριον του Αγίου διακηρύττηται· από δε της ώρας εκείνης εθεραπεύθη τελείως το παιδίον, πάντες δε οι παρευρισκόμενοι εξεπλάγησαν εις το φρικώδες τούτο θαύμα και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Θεόν και τον αυτού Ιεράρχην θαυματουργόν Ηρακλείδην, όστις και πολλάς άλλας θαυματουργίας καθ’ εκάστην επιτελεί εις δόξαν Χριστού του αληθινού Θεού ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Οι Άγιοι πεντήκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ, οι εκ Παλαιστίνης, (Πηλεύς, Νείλος, Πατερμούθιος, Ηλίας και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν) πυρί τελειούνται.

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι πεντήκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ, οι εκ Παλαιστίνης, (Πηλεύς, Νείλος, Πατερμούθιος, Ηλίας και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν) πυρί τελειούνται.  
                                                                                                                                 
Πηλεύς , Νείλος και οι λοιποί ως άνω ρηθέντες Άγιοι Μάρτυρες συνελήφθησαν, όταν εκινείτο ο κατά των Χριστιανών διωγμός υπό των ασεβών ειδωλολατρών, ήτοι από μεν την Αίγυπτον συνελήφθησαν δύο Επίσκοποι, Πηλεύς και Νείλος ονομαζόμενοι, και δύο ενδοξότατοι άρχοντες, Πατερμούθιος και Ηλίας καλούμενοι, και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν. Από δε την Παλαιστίνην συνελήφθησαν πεντήκοντα. Και οι μεν Άγιοι Πηλεύς και Νείλος, ομοίως και ο Πατερμούθιος και ο Ηλίας, και οι από την Παλαιστίνην πεντήκοντα, όλοι αυτοί δια πυρός ετελείωσαν το Μαρτύριον, και έλαβον τους στεφάνους παρά Κυρίου. Οι δε από την Αίγυπτον καταγόμενοι εκατόν, πρότερον μεν ετυφλώθησαν· διότι εξέβαλον τους οφθαλμούς των οι εθνικοί και απέκοψαν τας αγκύλας των αριστερών των ποδών· έπειτα παρέδωκαν αυτούς δια να δουλεύωσιν εις τα μεταλλεία. Τελευταίον δε τους απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς ΘΕΟΔΟΤΗ η εν Νικαία

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΘΕΟΔΟΤΗ η εν Νικαία ξίφει τελειούται.                                  

Θεοδότη η Αγία Μάρτυς κατήγετο από τα μέρη του Ευξείνου Πόντου, έζη δε κατά τας ημέρας του Αλεξάνδρου Σεβήρου βασιλεύοντος εις την παλαιάν Ρώμην εν έτει σκβ΄ (222). Ότε δε ούτος απέστειλεν εις την χώραν των Καππαδοκών ως ηγεμόνα τον Σιμπλίκιον δια να κινήση διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, διεβλήθη εις αυτόν η Αγία αύτη Θεοδότη, ήτις ήτο γυνή πολύ πλουσία κι περιφανεστάτη. Παρεστάθη λοιπόν η μακαρία έμπροσθεν του Σιμπλικίου, και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή την εις Χριστόν πίστιν, δια τούτο κρεμάται εις τόπον υψηλόν και ξέεται κατά τας πλευράς επί πολλάς ώρας. Η δε Αγία δεν ενδιεφέρετο τελείως δια τους πόνους, αλλά μάλλον εδόξαζε τον Θεόν, και εφαίνετο ότι άλλος τα μαρτύρια έπασχε και όχι αυτή. Έπειτα βάλλεται εις φυλακήν, και μετά οκτώ ημέρας βλέποντες οι φύλακες ότι ηνοίχθησαν μόναι των αι θύραι της φυλακής, εξέστησαν. Όθεν σπεύσαντες ανήγγειλαν τούτο εις τον Σιμπλίκιον· ο δε Σιμπλίκιος δεν επίστευσεν εις αυτούς· την δε ερχομένην ημέραν παρέστησε πάλιν έμπροσθέν του την του Χριστού Μάρτυρα, και καθώς είδεν ότι ήτο όλη υγιής, χωρίς να έχη κανέν σημείον πληγής εις το σώμα της, λέγει προς αυτήν· «Ποία είσαι συ»; Η δε Αγία απεκρίθη· «Εσκοτίσθη η διάνοιά σου, ω ηγεμών, και δεν βλέπεις· διότι αν ο νους σου ήτο καθαρός, θα εγνώριζες ότι εγώ είμαι η Θεοδότη». Ταύτα τα λόγια ως ήκουσεν ο Σιμπλίκιος, προστάζει να καύσουν ένα κλίβανον και να βάλουν την Αγίαν μέσα εις αυτόν. Τούτου δε γενομένου, καθώς η Αγία εμβήκε μέσα εις τον κλίβανον, ευθύς εξεχύθη η φλοξ εκτός αυτού και έκαυσεν έως εβδομήκοντα ανθρώπους. Όσοι δε άνθρωποι δεν εκάησαν, αυτοί κλείσαντες την θύραν του κλιβάνου ανεχώρησαν. Κατά δε την ερχομένην ημέραν απέστειλεν ο ηγεμών δύο ιερείς των ειδώλων με άλλους τινάς, δια να εύρουν την στάκτην της Μάρτυρος και να την σκορπίσουν εις τον αέρα, να μη φανή πουθενά, νομίζων ο άφρων, ότι η Αγία κατεκάη από πυρ. Όταν λοιπόν ήνοιξαν τον κλίβανον, εχύθη έξω η φλοξ, και οι μεν ιερείς κατεκάησαν, οι δε άλλοι, βλέποντες την Αγίαν, ότι εκάθητο εν μέσω δύο νέων λευκοφόρων και έψαλλεν, εξεπλάγησαν, και από τον φόβον των έμειναν ως νεκροί· τότε η Αγία εξήλθεν από τον κλίβανον αβλαβής, χαίρουσα και ψάλλουσα. Αλλά πάλιν μετά ταύτα κλείεται η μακαρία εις φυλακήν· και επειδή ο Σιμπλίκιος έμελλε να υπάγη εις το Βυζάντιον, ήτοι εις την Κωνσταντινούπολιν, δια τούτο επρόσταξε την Αγίαν να ακολουθή αυτόν δεδεμένη. Ότε δε ο Σιμπλίκιος έφθασεν εις την Άγκυραν και εκάθισεν επί του θρόνου, τότε έφερε την Αγίαν έμπροσθέν του, και λέγει εις αυτήν· «Εάν δεν πεισθής να θυσιάσης εις τους θεούς, ήξευρε ότι επάνω εις αυτήν την πεπυρωμένην εσχάραν (δείξας αυτήν με την χείρα του) χωρίς ευσπλαγχνίαν θα σε αφανίσω». Η δε Αγία απεκρίθη· «Εάν έμβη και ο αξιωματικός Λιβελλήσιος μαζί με εμέ εις την κάμινον, και νικήση αυτήν, θα θυσιάσω και εγώ εις τους θεούς σου». Τότε ο Σιμπλίκιος λέγει προς Δωρόθεον τον Λιβελλήσιον (ούτως εκείνος ωνομάζετο)· «Κύριε Δωρόθεε Λιβελλήσιε, έχων μαζί σου την βοήθειαν των θεών, έμβα εις το πυρ»· ευθύς λοιπόν άμα ο Λιβελλήσιος εμβήκεν ομού με την Αγίαν εις το πυρ, εκείνος μεν κατεκάη αμέσως υπό του πυρός, η δε Αγία έμεινεν αβλαβής. Απορήσας λοιπόν ο Σιμπλίκιος και μη γνωρίζων τι να κάμη, προστάζει να δέσουν πάλιν την Αγίαν και να την βιάζουν να τρέχη οπίσω αυτού έως της Βιθυνίας. Όταν δε έφθασαν εις την Νίκαιαν, επρόσταξε την Αγίαν να έμβη εις τον ναόν των ειδώλων και να προσευχηθή· η δε Αγία εποίησε τούτο περιχαρώς· κι ω του θαύματος! άμα προσηυχήθη, έπεσαν τα είδωλα εις την γην και συνετρίβησαν. Επειδή δε εξεπλάγησαν όλοι όσοι συνήχθησαν εκεί και είδον το τοιούτον θαύμα, δια τούτο θυμωθείς ο Σιμπλίκιος επρόσταξε να εξαπλωθή η Αγία εις τέσσαρα μέρη, και να πριονισθή· αλλά το μεν πριόνιον ευθύς ημβλύνθη και να πριονίση δεν ηδύνατο, οι δε δήμιοι ηδυνάτησαν και απέκαμον. Τότε ο σκληροκάρδιος ηγεμών απορήσας δι’ όλα αυτά τα θαυμάσια, και σκοτισθείς την διάνοιαν, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν την Αγίαν. Και ούτως η γενναία Μάρτυς του Χριστού προς Κύριον εξεδήμησε, και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως. 

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Tων Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟΥ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟΥ. 

Μάξιμος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι δαρέντες παρά των απίστων, δια την εις Χριστόν ομολογίαν και τα άκρα του σώματος αυτών κοπέντες, ερρίφθησαν μέσα εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν. Και τελευταίον τας κεφαλάς αυτών απετμήθησαν, και έλαβον ομού τους στεφάνους του μαρτυρίου. 

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς Αγαθόκλεια

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑΣ, ήτις, πυρί τον τράχηλον φλεχθείσα, τελειούται.
                                                                                                    
Αγαθόκλεια η Αγία Μάρτυς του Χριστού ήτο δούλη Νικολάου τινός Χριστιανού· επειδή δε η γυνή αυτού ήτο άπιστος και ασεβής, δια τούτο πολλάς θλίψεις προυξένει εις την ευλογημένην Αγαθόκλειαν εν διαστήματι ετών ολοκλήρων οκτώ, με σκοπόν να την φέρη εις την ασέβειαν. Διότι άλλοτε εκτύπα αυτήν εις τον λαιμόν με πέτρας σκληράς και μεγάλας, άλλοτε εβίαζεν αυτήν με γυμνούς τους πόδας να τρέχη εις τόπους τραχείς και δυσβάτους, άλλοτε συνέτριβε τα πλευρά της με σιδηρούν σφυρίον και άλλοτε έκαιε την γλώσσαν της. Επειδή δε μεθ’ όλα αυτά δεν ηδυνήθη να την καταπείση, δια τούτο έβαλε πυρ επάνω εις τον τράχηλόν της και ούτως ηνάγκασε την μακαρίαν να χωρισθή από το σώμα και να απέλθη εις τα ουράνια. 

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Tων Αγίων ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ και ΑΓΑΠΗΣ, και της μητρός αυτών ΣΟΦΙΑΣ.

Τη ΙΖ΄ (17η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Καλλινίκων Παρθένων ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ και ΑΓΑΠΗΣ, και της μητρός αυτών ΣΟΦΙΑΣ.                            

Σοφία η Αγία Μάρτυς και αι θυγατέρες αυτής Πίστις, Ελπίς και Αγάπη έζων εις την Ρώμην κατά τας ημέρας του δυσσεβούς αυτοκράτορος Ανδριανού, όστις εβασίλευεν εκεί, παραχωρήσει Θεού, κατά τα έτη ριζ΄ -  ρλη΄ (117 – 138). Oύτος, έχων ζήλον διάπυρον εις την λατρείαν των ειδώλων των ψευδωνύμων θεών, προσεπάθει να πείση τους Χριστιανούς, άλλους με κολακείας και άλλους με απειλάς, όπως θυσιάζωσιν εις τους δαίμονας. Η δε Σοφία ήτο γυνή ευσεβής εις την πίστιν, ευγενής εις το γένος, και εις την πολιτείαν σεμνή και σωφρονεστάτη, καταγομένη από μεγάλην τινά πόλιν της Ιταλίας· παραμείνασα δε χήρα εκ νεότητος είχε μεθ’ εαυτής τας τρεις θυγατέρας της, με τας οποίας έτυχεν εξ ανάγκης να υπάγουν εις την μεγαλόπολιν Ρώμην· διαμείνασα δε εκεί διήγε ζωήν ενάρετον, διδάσκουσα και τας θυγατέρας της να μιμώνται την μητέρα αυτών, στολίζουσαι τα ήθη των με τον φόβον του Κυρίου και τον πόθον της Βασιλείας των ουρανών. Προσείχε δε η μακαρία Σοφία, κατά το όνομα αυτών να συμφωνή και η πολιτεία· δια τούτο και εις τους λόγους και εις τα έργα της εφαίνετο της σοφίας ο καρπός, με τον οποίον ανέτρεφε και τα γεννήματα αυτής, ήτοι τας θυγατέρας, αι οποίαι ηύξανον με το κάλλος της ψυχής, δια μέσου του οποίου εδόθη εις αυτάς και η ωραιότης του σώματος. Τούτου ένεκεν έφθασεν η φήμη των μακαρίων εις το περισσότερον μέρος της πόλεως, και επαινούσαν τα χαρίσματα τα οποία είχον ψυχής τε και σώματος, και δια το ορθόδοξον σέβας, και δια την κοσμιότητα των ηθών, δι’ ων και τα σωματικά χαρίσματα ωραϊζονται. Δεν ηδυνήθη όμως ο πατήρ του φθόνου να βλέπη εις γυναικείαν ασθένειαν ανδρικά φρονήματα και γενναία επιυεύγματα, επιτελούμενα δια μέσου της χάριτος της αμωμήτου ημών πίστεως· όθεν υπεκίνησεν ο μιαρός τον επιστάτην της πόλεως, Αντίοχον ονόματι, ο οποίος και εφανέρωσεν εις τον βασιλέα την ευσέβειαν τούτων των αοιδίμων, και διέβαλεν αυτάς ως καταφρονητρίας των θεών και απειθείς εις τα βασιλικά προστάγματα. Ταύτα ακούσας ο Ανδριανός, ευθύς με θηριώδη θυμόν έστειλε να φέρουν εις το δικαστήριον αυτάς· αι οποίαι, καθώς ήκουσαν το πρόσταγμα του τυράννου, ητοιμάσθησαν μετά προθυμίας εις τον κατά Χριστόν αγώνα, έχουσαι μίαν και την αυτήν γνώμην και απόφασιν, καθώς και ένα φυτόν έχει την ρίζαν και τους κλώνους της αυτής φύσεως. Το φρόνημα της μητρός ευρίσκετο εις τα τέκνα και εκείναι πάλιν ως γνήσιαι αδελφαί δεν διέφερον η μία από την άλλην, καθώς απεδείχθη όταν ήλθον εις τους αγώνας. Επειδή δε παρεστάθησαν εις το δικαστικόν βήμα, θαρρούσαι εις εκείνον όστις ορίζει εις το ιερόν Ευαγγέλιον να μη φοβούμεθα από εκείνους όπου φονεύουν μόνον το σώμα, την δε ψυχήν δεν δύνανται να βλάψουν, και αρματωθείσαι με τον τύπον του ζωοποιού Σταυρού, ίσταντο μετά γενναίου φρονήματος και φαιδροτάτου προσώπου ενώπιον του δικαστού· ο οποίος βλέπων εν σύνολον σεμνόν και ευπρεπές, διότι η ευγένεια και ο στολισμός της ψυχής εφαίνετο από τον έξωθεν σχηματισμόν, και θαυμάσας, αφήκε την αυστηράν κρίσιν και εξέτασιν, ξεχωρίσας δε μόνον την μητέρα από τας θυγατέρας της, ήρχισε να λέγη προς αυτήν μετά πολλής ημερότητος· «Ω γύναι, βλέπω εις σε χαρίσματα αξιέπαινα της φύσεως και της γνώμης· ως εκ τούτου δεν είναι μικρόν αμάρτημα το να αθετή τις με μεγάλην τόλμην και να καταφρονή πατροπαράδοτον θρησκείαν, να μη υπολογίζη βασιλέων προστάγματα, καθώς και τώρα φαίνεται εις σε. Μίαν μεγαλόπολιν Ρώμην ετάραξες, και εμβήκεν ο κόσμος εις διχόνοιαν και μάχην· διδάσκεις παρρησία, ότι οι θεοί μας δεν είναι παντάπασι θεοί, αλλά μόνον ονόματα ξηρά χωρίς πράγματα και υποκείμενα. Αλλ’ όμως, ειπέ μοι την πατρίδα, το γένος, το όνομα και το σέβας σου». Η Σοφία ενδυναμωθείσα με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος απεκρίθη· «Η ιδική μου πατρίς είναι η Ιταλία, οι γεννήτορές μου εχρημάτισαν από τους πρώτους άρχοντας της χώρας, ονομάζομαι δε Σοφία· όμως επάνω εις όλα αυτά, σεμνύνομαι να ονομάζωμαι και πράγμα και όνομα Χριστιανή, δούλη Χριστού του αληθινού Θεού, εις τον οποίον από γεννήσεώς μου αφιερώθην και εις την Χάριν αυτού προσέφερον και τον καρπόν της εμής κοιλίας· η αιτία δε όπου μας έφερεν εις την Ρώμην είναι δια να ομολογήσωμεν παρρησία τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, Θεόν αληθινόν, δια τον οποίον είμεθα έτοιμαι να υπομείνωμεν πάσαν τιμωρίαν και βάσανον μέχρι θανάτου, να υποφέρωμεν πρόσκαιρα, δια να κερδήσωμεν τα ουράνια αγαθά της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα κούσς ο ασεβής δικαστής εθαύμασε το ελεύθερον και παρρησιαστικόν της αποκρίσεως, την σύνεσιν και σεμνότητα, και ως νικημένος από την απόκρισιν της μητρός, εστράφη προς την εξέτασιν των θυγατέρων αυτής· ευρών όμως και εις αυτάς το ίδιον θάρρος παρέδωκε ταύτας εις μίαν αρχόντισσαν συγκλητικήν, Παλλαδίαν ονόματι, δια να τας κατηχήση εις την ασέβειαν και μετά τρεις ημέρας να τας φέρη έμπροσθέν του εις εξέτασιν. Κατά το διάστημα των τριών τούτων ημερών δεν έπαυεν η ευλογημένη εκείνη μήτηρ να διδάσκη τας θυγατέρας της, λέγουσα προς αυτάς ταύτα· «Εγώ μεν, ω τέκνα μου ποθεινότατα, αφού σας εγέννησα κατά σάρκα, σας ανέθρεψα και κατά πνεύμα, σας εστόλισα με τα ιερά γράμματα, σας ώπλισα με νουθεσίας και εκπαίδευσιν αρετών, ως και με το παράδειγμα της ιδικής μου πολιτείας, δια να δύνασθε να αντεπεξέρχεσθε εις καιρόν πολέμου σατανικού. Ιδού τώρα ότι έστησεν ο διάβολος πόλεμον καθ’ ημών· όθεν τώρα θέλει φανή ο ωφέλιμος καρπός των ιδικών μου διδαχών. Προσέχετε, τέκνα μου, μήπως η πρόσκαιρος βάσανος δαμάση την πολυχρόνιον μελέτην της εις Χριστόν ομολογίας, μήποτε ήθελε νικήσει το ανίσχυρον ψεύδος την τα πάντα δυναμένην αλήθειαν». Και πάλιν συνεχίζουσα η Αγία έλεγεν· «Με κάμνει, τέκνα μου, να υποπτεύωμαι η νεότης της ηλικίας σας· όμως έχετε όλον το θάρρος σας εις τον Ιησούν Χριστόν, και αυτός θέλει σας βοηθεί με την εξ ύψους άμαχον αυτού δύναμιν. Χαρίσατε, τέκνα μου, δύναμιν εις το γήρας το ιδικόν μου, το οποίον με τους αγώνας τους ιδικούς σας θα αναλάβη από την χαράν δύναμιν νεανικήν. Αν φυλάξητε, τέκνα μου, έως τέλους ανίκητον την εις Χριστόν ομολογίαν, θέλετε στεφανωθή παρά της δεξιάς του Υψίστου με αμαράντους στεφάνους, απολαμβάνουσαι αιωνίως δόξαν και τρυφήν ανεκδιήγητον εις την επουράνιον αυτού Βασιλείαν. Μεγάλη φρόνησις και γνώσις είναι να ανταλλάξη τις τα μικρά του κόσμου τούτου πράγματα με τα μεγάλ, να δώση πρόσκαιρα και να λάβη αιώνια. Από όλα τα αγαθά του κόσμου πλέον μεγαλύτερον και τιμιώτερον αγαθόν είναι να εξαγοράση τις αντί ολίγου αίματος, το οποίον θα χύση δια τον Χριστόν, την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Εις ταύτας τας μητρικάς νουθεσίας απεκρίθησαν τα ευλογημένα κοράσια· «Συ μεν , ω σεβασμία μήτερ, καθώς μας εστήριξας με τας καλάς σου νουθεσίας, ούτως ενδυνάμωσόν μας και με τας ιεράς σου ευχάς· ο δε Δεσπότης Χριστός, όστις παρήγγειλεν, ότι οπότε παρασταθήτε εμπρός εις τα κριτήρια των βασιλέων και των τυράννων, μη φροντίζητε ούτε να προμελετάτε πως ν’ απλογηθήτε, εκείνος θέλει μας δώσει σοφίαν, δια της οποίας να νικήσωμεν την ανόητον σοφίαν των Ελλήνων και δύναμιν δια να κατατροπώσωμεν των πεπλανημένων την ασέβειαν». Ότε δε παρήλθεν η προθεσμία των τριών ημερών, εφέρθησαν αι παρθένοι μόναι εις εξέτασιν έμπροσθεν του ηγεμόνος, ο οποίος, ως πεπονηρευμένος όπου ήτο, εσυλλογίσθη, ότι αι νεάνιδες ως απαλαί και αδύνατοι ευκόλως θέλουν καταπεισθή με κολακείας και υποσχέσεις να θυσιάσουν. Ήρχισεν όθεν ο ηγεμών και έλεγε προς αυτάς ταύτα· «Εγώ, τέκνα μου, βλέπων το τοιούτον κάλλος του προσώπου σας και τας άλλας χάριτας του σώματος, αίτινες αποστάζουσι γλυκύτητα, μάλιστα δε το ήθος και την ευγένειαν της ψυχής, νομίζω ότι τα τόσα σας χαρίσματα δεν είναι δώρα μόνον της φύσεως, αλλά και χάριτός τινος θεϊκής, δια να βλέπουν οι άνθρωποι και να θαυμάζουν την δύναμιν των μεγάλων θεών· δια τούτο και εγώ, δεικνύων εις σας αγάπην πατρικήν, σας παρακαλώ, ηγαπημέναι μου νεάνιδες, να μη αθετήσετε την πατρικήν μου συμβουλήν· και πρώτον μεν να συλλογισθήτε την γεροντικήν ηλικίαν της μητρός σας, η οποία, εάν σεις δεν καταπεισθήτε, είναι ανάγκη να βασανίζεται και αυτή ομού με σας. Έπειτα βάλετε εις τον νουν σας το άνθος της ηλικίας σας, λυπηθήτε την ισόθεον ωραιότητα, την οποίαν όσον θαυμάζω τώρα και επαινώ, τόσον έχω να βασανίσω και χωρίς να θέλω· κι όσον σεις φαίνεσθε απειθείς, τοσούτον εξάπτετε τον θυμόν μου περισσότερον· και ενώ τώρα έχετε τον καιρόν να χαίρετε, να ευτυχήτε και να απολαύσητε πλούτον και δόξαν και περιποίησιν βασιλικήν, εάν μου παρακούσητε, αλλοίμονον! έχετε να τα χάσητε όλα, έτι δε και αυτήν την ζωήν, και κάλλος και άνθος της ηλικίας σας, και με πικρότατα βάσανα να υπάγητε εις την απώλειαν». Και ταύτα μεν κολακεύων και απειλών εφλυάρει ο δικαστής· αι δε νύμφαι του Χριστού, τα τίμια βλαστήματα της Σοφίας, απεκρίθησαν μετά γενναίου φρονήματος, λέγουσαι· «ημείς, ω δικαστά, γνώριζε καλώς, ότι ούτε τα ταξίματά σου καταδεχόμεθα, ούτε τας απειλάς σου υπολογίζομεν· τα αιώνια αγαθά επιθυμούμεν, και ουράνιον Νυμφίον επιποθούμεν, τα δε ανθρώπινα αγαθά μισούμεν και αποστρεφόμεθα· δι’ αυτό δε το οποίον μας απειλείς, ότι έχεις να βασανίσης την μητέρα μας, δεν ηξεύρεις, ταλαίπωρε, πως χαροποιείς και ημάς και εκείνην περισσότερον; Διότι τι γλυκύτερον πράγμα είναι δια τους Χριστιανούς παρά να βασανίζωνται δια την αγάπην του Χριστού; Εάν δε και το να πάσχη τις μόνον δια την τιμήν του πλάστου και ποιητού του είναι τούτο δόξα και καύχημα, πόσω μάλλον ανώτερον είναι να γίνη και κληρονόμος της Βασιλείας των ουρανών και των αιωνίων αγαθών, και οποίαν δόξαν και τρυφήν θέλει απολαύσει τότε. Όθεν το να επιχειρής να μας υστερήσης από τοιαύτα αγαθά βέβαια και αληθινά, δια ψευδή και πρόσκαιρα, αυτό σημαίνει ότι είσαι μωρός και ανόητος. Μη απατάσαι λοιπόν, διότι ούτε κολακεύων θέλεις μας καταπείσει, ούτε απειλών θέλεις μας εκφοβίσει· τότε δε μόνον θέλεις μας λυπήσει, εάν, δια την νεότητα όπου έχομεν, δεν θέλεις μας βασανίσει σκληρότατα». Ταύτην την στερεάν γνώμην και γενναίαν απόφασιν βλέπων ο δικαστής, εσυλλογίσθη να διαχωρίση τας Αγίας την μίαν από την άλλην, και ούτω μίαν μίαν να τας φέρη εις εξέτασιν, νομίζων ότι ούτω θα τας λυπήση με την μόνωσιν και θα δυνηθή να νικήση. Και πρώτον καλέσας την μητέρα των ηρώτησε ταύτην δια την ηλικίαν των παρθένων και τα ονόματα· η δε απεκρίθη, ότι η μεν πρώτη είναι δώδεκα ετών και ονομάζεται Πίστις· η Δευτέρα είναι δέκα ετών και ονομάζεται Ελπίς και η Τρίτη είναι εννέα ετών και ονομάζεται Αγάπη. Έφερεν όθεν ο τύραννος την πρώτην έμπροσθέν του και την παρεκίνει να θυσιάση εις την μιαράν Αρτέμιδα. Η δε παρθένος δείξασα ότι το θάρρος, όπερ έχουν, είναι άνωθεν δεδομένον, απεκρίθη λέγουσα· «Ω της απάτης! Πως σας ηπάτησεν όλως διόλου ο σατανάς, ταλαίπωροι! Δεν φθάνει ότι είσθε σεις τετυφλωμένοι με την ασέβειαν, αλλ’ αναγκάζετε και άλλους να σας ακολουθώσιν εις την οδόν της απωλείας; Ποίος έχων ολίγην γνώσιν ήθελεν αρνηθή τον αληθινόν Θεόν, του ουρανού και γης ποιητήν, και όσων ευρίσκονται εν αυτοίς φαινομένων και μη φαινομένων και να πιστεύη και να ομολογή θεούς εκείνους τους οποίους πελεκούν και σφυροκοπούν οι άνθρωποι; Μεγάλη αγνωσία βέβαια και υμών, διότι αναγκάζετε τους ανθρώπους να πιστεύουν τοιαύτα ανόητα πράγματα και εκείνων οίτινες πείθονται εις τοιαύτην ασέβειαν. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις· καλύτερον είναι να πάθη τις μυρία βάσανα, παρά να εκπέση εις τόσην αγνωσίαν». Οι λόγοι ούτοι της παρθένου έφεραν τον δικαστήν εις ακράτητον θυμόν, και επειδή με λόγους δεν ηδυνήθη να την καταπείση, ήρχισε την δοκιμήν με τα έργα· προστάσσει όθεν να γυμνώσουν την Μάρτυρα και δένοντες οπίσω τας χείρας της να την ραβδίζουν ασπλάγχνως, Τότε εφάνη με την δοκιμήν η ανδρεία τής Μάρτυρος, η οποία εφαίνετο περιχαρής, όχι ως να ερραβδίζετο, αλλ’ ως να έρριπτον επάνω της άνθη και τριαντάφυλλα. Και βλέπων ο δικαστής ότι δεν εφαίνετο παραμικρά πληγή εις το σώμα της Αγίας, περισσότερον εδαιμονίζετο· όθεν επρόσταξε και έκοψαν τους δύο μαστούς της Αγίας. Τότε δε έγινε θαύμα παράδοξον· διότι αντί να τρέξη αίμα από την τομήν, έρρευσε γάλα χωρίς οδύνην και πόνον τινά. Τότε πάλιν προστάσσει ο αλιτήριος και ήναψαν μίαν εσχάραν, επί της οποίας ήπλωσαν την Μάρτυρα· όσον δε εκείνος ο μιαρός εφιλονίκει και ηγωνίζετο να εφευρίσκη βασάνους, τόσον πάλιν ο Κύριος δεν έλειπεν από του να βοηθή την δούλην Του, καθώς συνέβη και τότε· διότι εκείτετο η Αγία επάνω εις την κεκαυμένην εκείνην εσχάραν ως να ευρίσκετο αναπαυομένη εις ένα δροσερόν παράδεισον. Ο δε τύραννος, έξω φρενών γενόμενος υπό του θυμού και της οργής, επρόσταξε και την έβαλον εις άλλο πεπυρακτωμένον τηγάνιον, χώνοντες έσωθεν βραστήν πίσσαν και έλαιον· η δε Αγία, απλωθείσα και εις αυτό το φοβερόν κατασκεύασμα, επεκαλέσατο τον πάντα δυνάμενον Χριστόν, και ευθύς έχασε το πυρ την καυστικήν του δύναμιν, η δε Μάρτυς έμεινεν ως εις δροσερόν λειμώνα, δοξάζους και υμνούσα τον Κύριον. Βλέπων δε ο υπηρέτης του Σατανά, ότι καμμία τιμωρία δεν ενεργεί κατά της Αγίας, μάλιστα κάμνει και τους Έλληνας να θαυμάζουν την δύναμιν του Χριστού, έδωκε την τελευταίαν απόφασιν, να αποκεφαλίσουν την Αγίαν· η οποία καθώς ήκουσεν την απόφασιν επλήσθη πάσης χαράς. Όθεν εις μεν την μητέρα της εμήνυσε να εύχηται και δια τας λοιπάς θυγατέρας της να τελειώσουν το στάδιον του Μαρτυρίου καλώς, εις δε τας αδελφάς της να υπομείνουν γενναίως μέχρι τέλους εις την υπέρ Χριστού ομολογίαν, αι οποίαι ακούσασαι έδραμον, μήτηρ και αδελφαί, δια να την αποχαιρετήσουν. Αφού λοιπόν ήκουσαν αι αδελφαί τας νουθεσίας της αδελφής των και Μάρτυρος, και έλαβον περισσοτέραν μεγαλοψυχίαν, την απεχαιρέτησαν με τον τελευταίον ασπασμόν, και είπον προς αυτήν· «Παρακάλεσον, αδελφή, τον Δεσπότην μας Χριστόν, όπως μας αξιώση να διέλθωμεν την ιδίαν οδόν του Μαρτυρίου και να συναντηθώμεν εις την Βασιλείαν Του». Η δε μακαρία μήτηρ της Αγίας, βλέπουσα το τέκνον της φερόμενον προς σφαγήν, έδειξε γενναίον φρόνημα και μετά χαράς μεγάλης ηυχαρίστει τον Κύριον, ότι την ηξίωσε να ίδη τον καρπόν τής κοιλίας της θυσίαν άμωμον εις τον Χριστόν προσφερόμενον. Εδέετο δε να αξιώση και τας άλλας δύο θυγατέρας της εις το να τελειώσουν με τέλος μαρτυρικόν, διότι ο πόθος της ήτο να φανή μήτηρ τριών Μαρτύρων και όχι μιάς. Την ώραν δε κατά την οποίαν έμελλε να καταβιβάση την σπάθην ο δήμιος δια να αποκεφαλίση την θυγατέρα της, εζήτησεν η μακαρία Σοφία ολίγην προθεσμίαν και είπε και ταύτα προς την θυγατέρα της. «Εγώ μεν, ω ηγαπημένη μου θύγατερ, υπέμεινα πόνους εις την γέννησίν σου, εκοπίασα πολύ δια να σε καταστήσω εις ταύτην την ηλικίαν· ιδού τώρα ότι επληρώθησαν και οι πόνοι και οι κόποι μου διπλά και τρίδιπλα. Δεν είναι δυνατόν, τέκνον μου, να αποδώση τις εις τους γεννήτορας ανταμοιβήν δια την γέννησιν και ανατροφήν του, όπως συ απέδωκάς μοι τας χάριτας με δόξαν και τιμήν υπερέχουσαν, επειδή υπέμεινας βασανισμούς δια τον Δεσπότην μας Χριστόν, προς τον οποίον ύπαγε ήδη, τέκνον μου, ύπαγε περιλελουσμένη με τα μαρτυρικά σου αίματα, με τα οποία θα παρασταθής ενώπιον του Νυμφίου σου ωραιοτέρα και ευωδεστέρα από τα κρίνα και άνθη των αρωμάτων των πόνων σου». Ταύτα ακούσασα η μακαρία Πίστις έκλινε την κεφαλήν και εδέχθη μετά χαράς τον δια ξίφους θάνατον. Ο δε ασεβέστατος δικαστής, μη υποφέρων την ήτταν, την οποίαν υπέστη από την Μάρτυρα, εσυλλογίζετο να φέρη τας άλλας εις το θέλημά του. Όθεν επρόσταξε και έφεραν έμπροσθέν του την δευτέραν κατά την ηλικίαν αδελφήν Ελπίδα, και λέγει προς αυτήν με πολλήν ημερότητα· «Καταπείσθητι, τέκνον μου, και προσκύνησον την μεγάλην θεάν Άρτεμιν». Η δε τρισόλβιος Ελπίς απεκρίθη λέγουσα. «Συ εβεβαιώθης, ότι εκείνην όπου επαίδευσας και εφόνευσας ήτο αδελφή μου γνησία· με ό,τι τρόπον λοιπόν εδοκίμασας και ηννόησας την γνώμην εκείνης, με τον ίδιον τρόπον γνώρισε και την ιδικήν μου· διότι δεν είναι δυνατόν, ούτε λυπηρόν τι, ούτε κανέν χαρμόσυνον να με μεταστρέψη από την τοιαύτην γνώμην και απόφασιν». Ταύτα ακούσας εκείνος ο μιαρός ήρχισε να τιμωρή την Αγίαν· και πρώτον επρόσταξε να την απογυμνώσουν και να την μαστιγώνωσι με ωμά βούνευρα. Επειδή όμως δεν υπελόγιζε καν η μακαρία την βάσανον ταύτην, επρόσταξε κα έκαυσαν κάμινον φοβεράν και έρριψαν εις αυτήν την παρθένον. Αλλ’ εκείνος ο Θεός, όστις εφύλαττε την αδελφήν της αβλαβή από πάσαν βάσανον, ούτος ομοίως ετήρει και αυτήν απείρακτον απ΄την ιδίαν τιμωρίαν του πυρός, το οποίον ευλαβηθέν την Αγίαν ουδόλως ήγγιζεν αυτήν· ίστατο δε η Αγία εις το μέσον της φλογός ευχαριστούσα τον Νυμφίον Χριστόν, και δεομένη να την φυλάξη ως παντοδύναμος μέχρι τέλους εις την καλήν ομολογίαν. Βλέπων ταύτα ο τύραννος εδαιμονίζετο περισσότερον από τον θυμόν του, και προστάσσει πάλιν να κρεμάσουν την Αγίαν και να ξεσχίσουν τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας. Ξεομένης δε αυτής ήστραπτε το πρόσωπόν της υπέρ τον ήλιον, και από το σώμα της εξήρχετο ευωδία θαυμάσιος και με χαριέστατον βλέμμα έλεγε προς τον τύραννον· «Συ μεν, ταλαίπωρε, νομίζεις, ότι με τας τιμωρίας σου θα ολιγοστεύσης την δύναμιν της υπομονής μου, εγώ όμως με την δύναμιν του Χριστού μου ελπίζω να σε αποδείξω αδύνατον και νενικημένον εις τον πόλεμον, τον οποίον έστησας με εν κοράσιον ως εμέ ανήλικον, και άλλην βοήθειαν δεν έχω παρά μόνον την εξ ύψους δύναμιν». Εις τους λόγους τούτους της κόρης εξεκαύθη περισσότερον ο θυμός του τυράννου, και προστάσσει να φέρουν εν δοχείον χάλκινον πλήρες πίσσης και ρητίνης κοχλαζούσης, εις το οποίον ρίψαντες την Αγίαν, εγένετο θαύμα παράδοξον· διότι το μεν χάλκωμα καιόμενον ανέλυε και εφθείρετο κατ’ ολίγον ως κηρός, η δε πίσσα και η ρητίνη εξεχύθη ως ρεύμα, και κατέκαυσε πολλούς των Ελλήνων, τους οποίους και απώλεσεν. Ιδών ο ασύνετος δικαστής ότι όχι μόνον δεν δύναται να καταπείση την Αγίαν παρθένον, αλλ’ ότι εκείνη ως αιτίας χαράς εκλαμβάνει τας βασάνους, αυτός δε μένει κατησχυμμένος, έδωκε και κατ’ αυτής την δια ξίφους απόφασιν. Φερθείσα δε αύτη εις τον τόπον της καταδίκης, και ιδούσα το λείψανον της αδελφής της, έπεσε μετά πόθου επάνω αυτού, και το ησπάζετο μεθ’ ηδονής και έχαιρεν, επειδή έμελλε και αυτή μετά την αποτομήν της κεφαλής να την απολαύση εις εκείνην την άρρητον χαράν. Αφού λοιπόν απεκεφαλίσθη και αυτή, περιέπεσεν ο άδικος δικαστής εις αδημονίαν και λύπην μεγάλην, ότι δεν ηδυνήθη να τας φέρη εις το θέλημά του, και ότι εφάνη νικημένος από τρυφερά και ανήλικα κοράσια· όμως είχεν πάλιν ελπίδα τινά να καταπείση καν την τρίτην, ως πάντη ανήλικον και αδύνατον. Έφερε λοιπόν έμπροσθέν του το χαριτωμένον κοράσιον, την Αγάπην, και ήρχισε με λόγους κολακευτικούς, όπως την καταπείση να θυσιάση εις τους δαίμονας. Η δε μακαρία παρθένος απεκρίθη με γενναίον φρόνημα, λέγουσα· «Μη σε πλανά η νεότης της ηλικίας μου και μη ελπίζης να με καταπείσης με τας κολακείας σου· διότι θέλεις γνωρίσει, με την δοκιμήν, ότι και εγώ είμαι κλώνος εξ εκείνης της ευλογημένης ρίζης, είμαι γέννημα εκείνης της κοιλίας, όπου συ εδοκίμασες, και σε έκαμαν παίγνιον και γέλωτα· δεν θέλω φανή από τας αδελφάς μου εις την ανδρείαν κατωτέρα, ούτε θέλω καταισχυνθή από την ευγένειαν και γενναιότητα του γένους μου, αλλά θέλω υπομείνει με του Χριστού μου την βοήθειαν τόσον περισσότερον όσον είμαι και μικροτέρα από τας αδελφάς μου». Την παρρησίαν ταύτην της Μάρτυρος δεν ηδυνήθη ο μιαρός τύραννος να υποφέρη και δια τούτο επρόσταξε και την εκρέμασαν ες ένα υψηλόν ξύλον, και την εμαστίγωνον με λωρία ισχυρά, ούτως ώστε από το σφίξιμον και τον δαρμόν να διαλυθούν όλαι αι αρμονίαι από την φυσικήν των σύνθεσιν, και να ανασπάσουν όλα τα μέλη της από τον τόπον των. Η θεία όμως δύναμις, ήτις ενίσχυε τας αδελφάς της Αγίας, εβοήθει και αυτήν και δεν ησθάνετο ούτε πόνον τελείως εις τα μέλη της, ούτε της έκαμε καμμίαν βλάβην το μηχάνημα. Όθεν πάλιν επρόσταξε και ήναψαν την κάμινον, την οποίαν εξέκαυσαν περισσότερον πάσης προγενεστέρας, ούτως ώστε εφαίνετο ως θάλασσα πυρός, και τότε λέγει προς την κόρην ο τύραννος· «Βλέπεις αυτήν την φοβεράν κάμινον, ήτις ητοιμάσθη δια σε; Στοχάσου λοιπόν, ότι αλλέως δεν γλυτώνεις απ’ αυτήν, παρά μόνον αν κάμης εκείνο το οποίον σε προστάζουν· εγώ όμως θέλω δείξει φιλανθρωπίαν προς σε, επειδή λυπούμαι την νεότητά σου· ένα και μόνον λόγον ειπέ, ότι μεγάλη είναι η θεά Άρτεμις, και ύπαγε ελευθέρα όπου βούλεσαι». Η δε άμωμος νύμφη του Χριστού απεκρίθη λέγουσα· «Μη γένοιτο να είπω λόγον παράνομον και να μολύνω την γλώσσαν μου, ήτις πρέπει να λαλή και να προφέρη με καθαρότητα το φοβερόν όνομα του ποιητού μου, και όχι το ακάθαρτον όνομα των δαιμόνων». Τότε ο παράνομος δικαστής επρόσταξε μετά θυμού να ρίψουν την Αγίαν εις εκείνην την κάμινον. Αλλ’ ευθύς ως ήκουσε το πρόσταγμα του τυράννου η μακαρία Αγάπη, από την υπερβάλλουσαν προς Χριστόν αγάπην επήδησε μόνη εις το μέσον του πυρός, το οποίον διεχύθη από την κάμινον και κατέκαυσε πολλούς από τους Έλληνας. Έφθασε δε το πυρ και εις αυτόν τον μιαρόν δικαστήν, και έκαυσε μέρος του σώματός του, αφ’ ενός μεν δια να ελέγξη την ασέβειάν του, και δεύτερον δια να εννοήση ούτος, ότι μάχεται εναντίον θείας δυνάμεως. Πλην όμως ο πεπωρωμένος και με όλον ότι είχε την πληγήν του πυρός, πάλιν έστειλε στρατιώτας να φέρουν έμπροσθέν του την Μάρτυρα, δια να την υποβάλη και εις ετέραν βάσανον. Οι απεσταλμένοι όμως εκείνοι είδον εκεί πέριξ της Αγίας νέους τινάς λευκοφόρους, με αστράπτουσαν ωραιότητα, οι οποίοι εφάνησαν εις την κάμινον, όταν εισήλθεν η Αγία εις αυτήν· όσοι δε ήπλωσαν τας χείρας αυτών δια να συλλάβωσι την Μάρτυρα, υπέστησαν παράλυσιν αυτών και δεν ηδύναντο ούτε καν να κινήσουν ολίγον αυτάς, αλλά μόνον δια λόγου την εκάλουν λέγοντες· «Έξελθε, δούλη του αληθινού Θεού, από την κάμινον, ο δικαστής σε καλεί». Εξήλθεν όθεν η Αγία από την κάμινον, χωρίς να βλαβή από το πυρ ούτε καν μία τρίχα της κεφαλής της.  Βλέπων ο ασύνετος τύραννος τα θαυμάσια ταύτα κατορθώματα της πίστεως, αντί να θαυμάση του Χριστού την δύναμιν, αφού και ο ίδιος ήτο ημίκαυστος, εδαιμονίσθη ο άθλιος περισσότερον και επρόσταξε να καρφώσουν όλον το σώμα της Αγίας με καρφιά οξέα. Αλλ’ ο Κύριος, όστις διεφύλαξεν αυτήν από το πυρ αβλαβή, αυτός και πάλιν την κατέστησεν υγιά άνευ τινός τραύματος και χωρίς πόνον από τα σουβλίσματα των καρφίων εκείνων. Όθεν απελπισθείς ο μιαρός, επρόταξε να την αποκεφαλίσουν καθώς και τας άλλας αδελφάς της. Ακούσασα η Αγία την απόφασιν του τυράννου, επλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως, και ηυχαρίστει τον Κύριον λέγουσα· «Δόξα σοι Αγία Τριάς, μία Θεότης, μία Δύναμις, μία δόξα αιώνιος, ότι με ηξίωσας εις τον ουράνιον νυμφώνα σου, και συνηρίθμησάς με την ταπεινήν με τας Αγίας Παρθενομάρτυρας αδελφάς μου. Παρακαλώ δε το έλεός σου, Παμβασιλεύ, αφού τελευτήσω, να ζήση η μήτηρ μου, ούτως ώστε να τελέση εις ημάς τας δούλας σου τα αρμόδια της ταφής». Τότε και η ευλογημένη μήτηρ, ιδούσα και την τρίτην θυγατέρα της φερομένην ως αρνίον επί την σφαγήν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, όστις ενεδυνάμωσε και αυτήν εις το Μαρτύριον, και με άμετρον χαράν έλεγε προς την θυγατέρα της ταύτα· «Όντως μακαρία συ, θύγατερ, ω φυτόν ευλογημένον της εμής γαστρός, και τους γονείς σου ετίμησας και τον Θεόν εδόξασας με το Μαρτύριον· ποίος δεν θέλει σε επαινέσει δια την υπομονήν άχρι τέλους; Ύπαγε ήδη, τέκνον μου, εις τον Νυμφίον σου Χριστόν, εις την παντοτεινήν χαράν, δια να απολαύσης από της δεξιάς του Υψίστου τον αμάραντον στέφανον της σης αθλήσεως. Βλέπω και τους Αγίους Αγγέλους, οίτινες χαίρονται και αναμένουν την τελευτήν σου. Μακαρία εγώ, επειδή με τας τρεις μου θυγατέρας εδόξασα την Παναγίαν Τριάδαν, και προσέφερον αυτάς ως δώρα πολύτιμα εις την Βασιλείαν Αυτής την ουράνιον». Με τοιούτους λόγους παραινετικούς η ευλογημένη εκείνη μήτηρ ενεθάρρυνε το τρισόλβιον κοράσιον, έκλινε δε η μακαρία Αγάπη μετά χαράς τον αυχένα και εδέχθη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Λαβούσα δε το ιερόν αυτής λείψανον η όντως Σοφία το ήνωσε με τα λείψανα των άλλων δύο θυγατέρων της, και αρωματίσασα αυτά ως έπρεπε με άλλους φιλοχρίστους ευλαβώς τα εναπέθεσεν εις την Εκκλησίαν την οποίαν είχε κτίσει πρότερον· και ούτως οι εκεί Χριστιανοί απέκτησαν μέγαν θησαυρόν, τα τίμια εκείνα και σεβάσμια λείψανα, απολαμβάνοντες καθ’ εκάστην ιάματα ψυχής τε και σώματος. Μετά την τελείωσιν και της Αγίας Αγάπης και την κατάθεσιν των τριών αγίων λειψάνων, έζησεν η μακαρία Σοφία, η μήτηρ αυτών, τρεις μόνον ημέρας· είτα ελθούσα εκεί ένθα ήσαν τα ιερά λείψανα των θυγατέρων της, και πίπτουσα επάνω εις το κιβώτιον των αγίων λειψάνων, έλεγε ταύτα· «Ω θεία βλαστήματα της εμής γαστρός, δέξασθε την μητέρα σας εκεί όπου και σεις τώρα ευρίσκεσθε». Ταύτα ειπούσα, και κλείσασα τα όμματα, παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας Θεού, και επληρώθη η δέησις της Αγίας Αγάπης, ήτις εδεήθη προς τον Θεόν δια την μητέρα της· οι δε εκεί ευρεθέντες Χριστιανοί κατέθεντο το λείψανον αυτής μετά των λειψάνων των θυγατέρων της, ίνα, καθώς όταν έζων σωματικώς εις την γην, είχον εν φρόνημα ως να ήσαν μία ψυχή, ούτω και μετά θάνατον να ευρίσκωνται ομού και εις την γην και εις την ουράνιον Βασιλείαν και συναγάλλωνται αιωνίως εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ον εξ όλης ψυχής και καρδίας ηγάπησαν και υπέρ ου εθυσιάσθησαν· ων ταις αγίαις πρεσβείαις καταξιωθείημεν και ημείς οι αμαρτωλοί της μετ’ εκείνων συμπαραστάσεως εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.