Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Γέροντας Σάββας ο Λαυριώτης:

-Ὁ παπισμός εἶναι ἕνα κοσμικό κράτος. Τό σκιαγραφεῖ πάρα πολύ ὡραῖα ὁ Ντοστογιέφσκυ στό: «ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής". Δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Διδάσκει ἕναν Χριστό ἀλλότριο, ἕναν Χριστό ὁ ὁποῖος δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν Οὐρανό ἀλλά μόνον μέ τή γῆ καί δέν μπορεῖ νά μιλάει γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Λοιπόν, εἶναι ντροπή μας καί ντροπή τοῦ Πατριάρχη μας νά ἀνέχεται νά λέει αὐτά καί μετά νά τόν φιλάει στό Φανάρι. Νά βρίζει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ἔχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Χάριτος. Καί μόνο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος καί μπορεῖ νά σωθεῖ κι αὐτό ἔπρεπε νά ὁμολογοῦνε ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι κι ὄχι νά λένε πώς "ἡ Ἐκκλησία εἶναι διαιρεμένη". Ἡ Ἐκκλησία δέν διαιρέθηκε ποτέ, δέν ὑπάρχει διαίρεση. "Ἰησοῦς Χριστός χθές, σήμερον καί Αύτός εἰς τούς αἰῶνας". Στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλο ἄν ἀποκόβονται κάποιοι, ἀλλά δέν διαιρεῖται. Ὁ Χριστός δέν διαιρεῖται. Ἁπλῶς κάποιοι ὅπως οἱ παπικοί, ὅπως οἱ προτεστάντες, κάθε ἕνας πού φρονεῖ αἱρετικά, ἀποκόβεται ἀπό μόνος του ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ "νέα ἐκκλησιολογία" τοῦ Πατριάρχη εἶναι ἐντελῶς αἰρετική καί πρέπει νά καταδικαστεῖ πρῶτα ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ λαός εἶναι αὐτός πού ἔχει τό κριτήριο. Ἄν χάσει ὁ λαός τό κριτήριο τό ὀρθόδοξο, τότε ποιός θά προβάλλει τήν ἀντίδραση; Καί φυσικά καί οἱ μοναχοί.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Λέγουν οι Πατέρες, ότι ο λαός θα υπακούη εις τον Επίσκοπον υπό ένα όρο, ότι και ο Επίσκοπος θα υπακούη στο Ευαγγέλιο.

Του Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου



Ο Επίσκοπος πρέπει να υπακούη στο Ευαγγέλιο.Δι’ αυτό όταν χειροτονείται ο Επίσκοπος χειροτονείται κάτω από το Ευαγγέλιο και αυτό σημαίνει, όπως λέγουν οι Πατέρες, ότι ο λαός θα υπακούη εις τον Επίσκοπον υπό ένα όρο, ότι και ο Επίσκοπος θα υπακούη στο Ευαγγέλιο.
Όταν όμως ο Επίσκοπος δεν υπακούη στο Ευαγγέλιο και δεν πράττη σύμφωνα με τους Ιερούς κανό­νας, τότε οι κληρικοί και ο λαός δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν στον Επίσκοπο.
 Στην περίπτωσι αντιφάσεως μεταξύ Ευαγγελίου και διδασκαλίας του Επισκό­που, οπότε δημιουργείται δίλημμα, είναι προτιμότερον να εφαρμόζεται το «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε’ 29).
Και τότε ηρωϊκοί κληρικοί και μο­ναχοί, ακόμη και απλοί λαϊκοί, εις περιπτώσεις που σι­γούν οι Επίσκοποι, σιγούν οι άμβωνες, τότε κάθε κληρι­κός και λαϊκός έχει το δικαίωμα και είναι υποχρεωμένος να είπη εκείνα τα όποια δεν τολμάει να είπη ο Επίσκο­πος είτε εκ δειλίας είτε υπό κοσμικού πνεύματος διαπνε­όμενος ή και εκ κακής αντιλήψεως.
Και οσάκις εσίγησαν οι επίσημοι άμβωνες, τότε προέβαλαν την Ορθοδο­ξία απλοί και ταπεινοί μοναχοί και λαός, γυναίκες και άνδρες.
 Ας μη λησμονούμε δε, ότι ή Ρουμανία απηλλάγη από τον Τσαουσέσκου με την συνδρομή ενός αφανούς κληρικού ο όποιος άναψε την θρυαλλίδα της ελευθερίας και εσάρωσε το δικτατορικό και τυραννικό καθε­στώς του Τσαουσέσκου.
Συνεπώς, ο κάθε κληρικός δεν είναι δούλος τού προϊσταμένου του Μητροπολίτου, άλλ’ οφείλει να υπακούη εις τον Επίσκοπον υπό τον όρον ό­τι ο Επίσκοπος θα είνε πρωτοπόρος στους ιερούς αγώνας.


Πηγή : Γνώρισε το μεγαλείο της Ορθοδοξίας – Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
impantokratoros.gr

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Ο Καθηγούμενος Αρχιμ. Κύριλλος Μελισσοχωρίου :

...Κυριολεκτικά ισοπεδώθηκαν όλα όσα επί χίλια και πλέον έτη εχώριζαν και χωρίζουν – και θα χωρίζουν – τους αιρετικούς Παπικούς από τους Ορθοδόξους. Μόνο προσχηματικά και τυπικά δεν υπήρξε και το «κοινόν Ποτήριον» ακόμη. Αυτό γίνεται σταδιακά και μεμονωμένα προς το παρόν. Αλλ’ όμως ήδη από το 1965, μετά την αντικανονική και μονομερή «άρση των αναθεμάτων», το όνομα του αιρεσιάρχου Πάπα έχει αναγραφή στα Δίπτυχα του Πατριαρχείου και μνημονεύεται «σιωπηρώς» ως ομόπιστος Πατριάρχης Ρώμης και μάλιστα ως πρώτος τη τάξει!

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Ό,τι ιερό φυλάξαμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ποδοπατιέται, ό,τι μας κράτησε όρθιους, σαν ασάλευτο αντιστήλι, γκρεμίζεται.

Ο Χριστοφόρος(=Παπουλάκος) βουβός σιγόκλαιγε και πότιζε με δάκρυα τα σανίδια του κελιού και το ράσο του. 

–Δεν φτάνει να πονούμε και να κλαίμε, Χριστοφόρε, φώναξεν ο Κοσμάς. Η καινούργια επιδρομή είναι χειρότερη από του Ιμπραήμ. Κείνος σκότωνε κορμιά κι αφάνιζε το βιος μας, αλλά αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές μας. Ό,τι ιερό φυλάξαμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ποδοπατιέται, ό,τι μας κράτησε όρθιους, σαν ασάλευτο αντιστήλι, γκρεμίζεται. Σε τέτοιο γιουρούσι του σατανά, κάθε υποταγή είναι άρνηση του Χριστού, άρνηση της Πίστης και παράδοση στο διάβολο. Προδίνουμε τον αγώνα του εικοσιένα, το αίμα που χύθηκε στο Μεσολόγγι, στ΄ Αρκάδι, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια στα Ψαρά… Ιούδες γινόμαστε Χριστοφόρε και το κακό δε σταματά ως εδώ… 
--Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, έχει κι άλλο; Ψιθύρισε με πνιγμένο λυγμό ο Χριστοφόρος.          –Έχει πολλά και φριχτά, αποκρίθη ξαναμμένος ο Κοσμάς. Είναι ότι οι γραμματισμένοι του Έθνους, σκλαβωμένοι στους μασόνους της Φραγκιάς, έχουν ολότελα στραβωθεί, κι αντίς να βλέπουν σ΄ όλα τούτα το μελλοντικό αφανισμό του έθνους, τα λογαριάζουν σωστικά. Οι άντρες που μας κυβερνούν χάσανε το φως τους και δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν ποια η διαφορά ανάμεσα σκοτάδι και φως. Ψευτίσαμε τα ζύγια που άλλοτε ζύγιαζαν το καλό και το κακό, την αλήθεια και το ψέμα. Ο διάβολος με χίλιες μορφές μας παραστέκει. Δε λέω πως αν την κορόνα του έθνους φορούσε Ορθόδοξος κυβερνήτης, κι αν η εκκλησία συνέχιζε τον αιωνόβιο δρόμο της, πως θάλειπεν η αμαρτία. Αλλά λέω πως θάχαμε το μέσο να την ξεχωρίζουμε και να μην την μπερδεύουμε με το καλό. Τώρα όχι μόνο την μπερδεύουμε, αλλά το καλό πνίγηκε μέσα στη θάλασσα της αμαρτίας. Ο Χριστόφορος τον κοίταξε στα μάτια.
–Έχεις δίκιο, του είπε. Δεν ωφελούν σε τίποτα οι κλάψες. Χρειάζεται καινούργιος ξεσηκωμός, καινούργια Άγια Λαύρα.
–Και καινούργια Ψαρά, πρόσθεσεν ο Κοσμάς. Τούτος ο οχτρός είναι χειρότερος απ΄ τον Τούρκο. Εκείνος ποτέ δε μας τόκρυψε πως μας λογάριαζε σκλάβους, ενώ τούτος μας ξεγελά πως είμαστε τάχα λεύτεροι, ενώ έχει σκλαβώσει και τις ψυχές μας ακόμη. Δε φτάνει λοιπόν ο λόγος κι ο ξεσηκωμός, αλλά χρειάζεται και κάτι άλλο….
–Τι; Ρώτησεν ο Χριστοφόρος.
–Μάρτυρες, αδελφέ Χριστοφόρε, μάρτυρες. Αίμα, για να ποτιστεί και να φουντώσει η λευτεριά του Χριστού, η πραγματική λευτεριά. Ο σατανάς έχει τρανό βασίλειο στη γη. Έχει του χεριού του βασιλιάδες, αρμάδες, καλαμαράδες, γητειές και γητειές, που μόνο στο αίμα μας μπορούν να πνιγούν. Αν δεν χύσουν καινούργιοι μάρτυρες το αίμα τους κανένας ωκεανός δεν είναι τόσο βαθύς και τόσο πλατύς, για να πνίξει τόσην αμαρτία. Όσοι από μας ξεκινήσουμε, πρέπει να το ξέρουμε πως ο δρόμος μας, γυρισμό δεν έχει. Οδηγός μας, ας σταθεί ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Το Αλάθητο του Πᾶπα -- Φωτης Κόντογλου

Το πιο γελοίο και αδιάντροπο εφεύρημά του


Δεν μπορώ να καταλάβω, πως τόσοι απολογητές της Ορθοδοξίας και κατήγοροι του Παπισμού ασχοληθήκανε σοβαρά με αυτό το μωρό και εξοργιστικό εφεύρημα, με το αλάθητο του Πάπα, που είναι η κορωνίδα απάνω απ΄ όλες τις ανοησίες που είχε την αδιαντροπιά να διακηρύξει ο Παπισμός. Έχω την ιδέα πως μονάχα για περίπαιγμα είναι αυτά τα πράγματα, γιατί πως είναι δυνατό να μιλήσει με σοβαρότητα ένας άνθρωπος για τέτοια παιδαριώδη πράγματα; Λοιπόν, άπαξ αυτός ο βλογημένος Πάπας αποφάσισε να αυτοκηρυχθεί «αλάθητος», δηλαδή αλάθευτος, τουλάχιστον δεν σκέφτηκε πως θάπρεπε ν΄ αλλάξη και πάτρωνα, κι΄ αντί τον άγιο Πέτρο να βάλει αποπάνω του κάποιον άλλον απόστολο, π.χ. τον Βαρθολομαίο, που δεν ξέρουμε τι είπε και τι έκανε. Γιατί ο άγιος Πέτρος κάθε άλλο παρά αλάθητος ήτανε. Ίσα-ίσα ήτανε ένας αδιόρθωτος γκαφατζής, που έκανε ολοένα γκάφες, απρόσεχτος και διαρκώς αμαρτάνων, τόσο που ο Χριστός τον επιτιμούσε, λέγοντάς του «Ύπαγε οπίσω μου σατανά, σκάνδαλόν μου ει» (Ματθ. ιστ: 23), κι΄ άλλη φορά πάλι, που έκανε ο Πέτρος το παληκάρι του είπε πως θα τον απαρνηθεί πριν να φωνάξει τρίτη φορά ο πετεινός, όπως κ΄ έγινε, «και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» και πάλι στην προδοσία ώρμησε κ΄ έκοψε το αυτί του δούλου Μάλχου, κι΄ ο Χριστός τον πρόσταξε να βάλει το μαχαίρι στο θηκάρι. Και πόσες άλλες φορές ο φουριόζος ο Πέτρος έκανε πολλά λάθη κι΄ άτοπα, περισσότερα από τους άλλους μαθητές, όπως λέγει το Ευαγγέλιο. Λοιπόν, αφού ο άγιος Πέτρος, τ΄ αφεντικό, ο προϊστάμενος του Πάπα, να πούμε, έκανε όλο γκάφες, πως είναι δυνατό ο παραγυιός του, ο υφιστάμενός του, να είναι αλάθευτος; Μη χειρότερα! Αυτός πια είναι που θα λέγει και θα κάνει ολοένα ασυλλόγιστα πράγματα, αφού ο Χριστός είπε «ουκ έστι δούλος μείζων του Κυρίου αυτού». Όχι ν΄ ανακηρυχθεί μόναχός του κι΄ αλάθευτος! Πως έβγαλε από το στόμα του έναν τέτοιον λόγο; Αν δεν ήτανε αφιονισμένοι από το παπικό αφιόνι οι γύρω του που τον προσκυνούνε σαν τον Βάαλ, θάπρεπε, μόλις ξεστόμιζε έναν τέτοιον ηλίθιο λόγο, να  τον κατεβάσουν αμέσως από τον θρόνο.  Έ, βρε ανθρωπότητα! Κάθεσαι και συζητάς για τέτοιες βλακείες. Εμ΄ οι δικοί μας οι προκομμένοι, που πάνε στον Πάπα να του προσφέρουν γην και ύδωρ! 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Το έσχατον σύμπτωμα ---- Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Έχουν μιλήσει πολλοί και πολύ στις ημέρες μας για τη μεγάλη εσωτερική κρίση, που περνά ο άνθρωπος της εποχής μας. Καθώς βρέθηκε ξαφνικά μπρος στις ραγδαίες εξελίξεις του συγχρόνου πολιτισμού και δέχθηκε αφύλακτα τις καταιγιστικές συνέπειές του, ένιωσε αδύνατος και σμικρός αυτός ο άρχοντας της δημιουργίας να καταπατάται από τα ίδια του τα επιτεύγματα, να ασφυκτιά μέσα στις ίδιες του τις επιτυχίες. Από τη μια η τεχνολογία τον έκανε σκλάβο, από την άλλη η κουλτούρα του θόλωσε το μυαλό. Έτσι, ο άνθρωπος της εποχής μας έχασε την ισορροπία του και περπατά ανισόρροπος μέσα στην ιστορία. Του έμεινε όμως, οπωσδήποτε η συνείδηση του «είναι» του, που κινδυνεύει, η συναίσθηση της υπάρξεώς του που αγωνιά. Αυτή την αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου την είδαμε πολλές φορές εκφρασμένη από τα ευφυή πνεύματα του καιρού μας να γίνεται τέχνη— λόγος, εικόνα, μουσική, καλλιτέχνημα— που κινούσε εμπνευσμένα το λαό σε προσπάθειες άμυνας και επιθέσεως. Την είδαμε ακόμη να γίνεται από ψυχές ευγενείς έργο προσφοράς στον συνάνθρωπο – πράξη κοινωνική, φιλανθρωπική, δράση αλληλεγγύης και θυσίας – που έδινε ανάσες ζωής, με τους τρόπους, που μόνο η αγάπη γνωρίζει, στον ταλαιπωρημένο μας κόσμο. Είναι αλήθεια ότι όσο το πνεύμα και η ψυχή του ανθρώπου δεν χάνει την προοπτική του υψηλού και μεγάλου, του ανωτέρου και του αιωνίου, η αγωνία γίνεται δημιουργική. Η πίστη στο Θεό τροφοδοτεί την ηρωϊκή πράξη της μετανοίας, και όποιος μετανοεί δεν απελπίζεται, διότι με τη χάρη του Θεού υπερβαίνει και το πιο φοβερό αδιέξοδο, αυτό στο οποίο τον στριμώχνει η αμαρτία. Τι γίνεται, όμως, όταν ο ορίζοντας στενεύει, όταν εκλείπει η πίστη και γίνεται καθεστώς η αμετανοησία, όταν τα μάτια μας βλέπουν μόνο τον εαυτόν μας και απ΄ αυτόν πάλι μόνο τη σάρκα και τα δικά της; Τι γίνεται όταν πέφτει η καταχνιά της φιλαυτίας, η πάχνη του εγωϊσμού; Το βλέπουμε δυστυχώς κι αυτό στην εποχήν μας και όσο ο καιρός προχωρεί, τείνει να γίνει το χαρακτηριστικό γνώρισμά της. Σκοτεινιάζει ο τόπος από μία αδιαφορία, για όλους και για όλα. Παγώνουν οι καρδιές από μία αναισθησία απέναντι και στο θαυμαστότερο θαύμα και στο τραγικότερο δράμα. Αφού η ύπαρξή μου δεν έχει μέλλον, αφού η ζωή τελειώνει μες στο χώμα και αφού από όλα όσα πέτυχα δεν μπορεί να με ασφαλίσει για πάντα, ποιο το ενδιαφέρον; Ποιο το σημαντικό; Λέει ο άνθρωπος της εποχής μας. Και αδιαφορεί πλέον αν ο πόλεμος θερίζει θερίζει ζωές, αν η αδικία κατασπαράζει καρδιές, αν καλπάζει ο όλεθρος και η καταστροφή, κι ούτε νοιάζεται να κάνει κάτι, που θα προλάβει, θα ανακόψει και θα σώσει. Αλλά ούτε καν θαυμάζει, αν κάποιος άλλος βρεθεί και βοηθήσει, ούτε που τον αγγίζει η προσπάθεια για κάτι καλό, ούτε που ακούει το κάλεσμα για κάτι ωραίο. Κι όλα αυτά όχι από αντίδραση, όχι από πεποίθηση, αλλά από αδιαφορία. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει παραλύσει. Φαίνονται ίσως υπερβολικές οι σκέψεις αυτές, καθ΄ όσον μάλιστα τόσες ανθρωπιστικές προσπάθειες δημοσιεύονται στις ημέρες μας και τόσες εκδηλώσεις αγάπης οργανώνονται σε καθημερινή σχεδόν βάση. Καθιερώσαμε ημέρα παιδιού, ημέρα μητέρας, ημέρα γυναίκας, ημέρα ζώων, ημέρα… Μα ποιον ικανοποιούν όλα αυτά και ποιον χορταίνουν; Κακά τα ψέματα, χωρίς την πίστη στο Θεό δεν ευδοκιμεί η αγάπη για τον συνάνθρωπο. Διότι τούτο είναι το μεγάλο μυστικό. Χάσαμε την πίστη μας στις αξίες της ζωής, στις έννοιες της αλήθειας και της αρετής, που ο Θεός έσπειρε μέσα μας, γι΄ αυτό παρατήσαμε ανίκανοι κάθε αγώνα. Λένε οι γιατροί πως το χειρότερο σύμπτωμα ασθενείας στον οργανισμό είναι η έλλειψη οιασδήποτε ανταποκρίσεως στα διάφορα ερεθίσματα. Ο οργανισμός της κοινωνίας μας έχει καταντήσει, λοιπόν σ΄ αυτό το έσχατο κατάντημα· καμμία ευαισθησία! Είναι η ολέθρια διέξοδος στην οποία ξεδίδει η αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου. Είναι ένας δρόμος φαινομενικά αντίθετος από εκείνον του άγχους και του στρες, μα στην πραγματικότητα οδηγεί στην ίδια καταστροφή. Αλίμονο! Αυτό είναι το μεγάλο κακό και όχι τα κακά, που βλέπουμε γύρω μας. Θαρρώντας πως απαλλάσουμε τον εαυτόν μας από βαρειές έγνοιες των άλλων, στην ουσία τον φορτώνουμε και με το ασήκωτο βάρος της ίδιας μας της υπάρξεως, που δεν αντέχει να ζη χωρίς ελπίδα, χωρίς πίστη, χωρίς Θεό. Χρειάζεται, λοιπόν, ένας Θεός να μας ξαναδώσει την ελπίδα. Χρειάζεται ο Ιησούς Χριστός να μας αναστήσει μέσα από το τέλμα της αναισθησίας και της αδιαφορίας, αυτός, που μόνος αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να μας δώσει τη ζωή της αναστάσεώς Του, για να ζήσουμε. Όταν στον ορίζοντά μας ανατείλει ο ήλιος της αγάπης του, τότε θα μπορούμε να εργαζόμαστε για μια καλύτερη γη. Κι όταν η προοπτική μας γεμίσει από το φως της αλήθειάς του, τότε θα μπορούμε να δουλεύουμε, για ένα ομορφότερο κόσμο. Ο απόστολος Παύλος πολύ εύστοχα απαντά στην ανάγκη της εποχής μας γράφοντας σε μία επιστολή του· «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» (Κλ. 3, 1-2). Αν κατορθώσουμε να φρονούμε, να σκεπτόμαστε και να εμπνεόμαστε από τα αιώνια και τα θεϊκά, ποτέ η αγωνία δεν θα μας πανικοβάλλει ούτε θα μας παραλύει, αλλά θα γίνεται αγώνας έντιμος. Και η Εκκλησία μας θυμίζει ζωηρά ότι η ελπίδα μας είναι βέβαιη και υπάρχει έτοιμη και βρίσκεται εκεί ψηλά, στα δεξιά του Θεού, που είπε ο απόστολος Παύλος· είναι ο αναστημένος Χριστός, που αναλήφθηκε κοντά στον Θεό Πατέρα, παίρνοντας μαζί του τη σάρκα μας την ανθρώπινη και σώζοντας τη φύση μας από κάθε καταστροφή και δοξάζοντάς την με θεία δόξα. Το γεγονός αυτό αποτελεί τη μόνη δυναμική και πραγματική λύση στο πρόβλημα της αδιαφορίας, που κομποδένει τον σύγχρονο άνθρωπο· «Άνω σχώμεν τας καρδίας», αδελφοί μου, εκεί όπου βρίσκεται ο θησαυρός μας, στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, τον μόνον, που μπορεί να μας βγάλει από το λήθαργο της αδιαφορίας, να χαρίσει ζωή στη ζωή μας.




Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

«Μείνον μεθ΄ ημών!» (Λουκ. 24: 29) του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Μία γραφική σκηνή

Κλασικός ο πίνακας αποτυπώνει εικαστικά την ειδυλλιακή περιγραφή, που μας χάρισε η γλαφυρή πένα του ευαγγελιστή Λουκά, όπως τη ζωντανεύει μέσα στο λειτουργικό κύκλο το ε΄ εωθινό ευαγγέλιο: Μία μοναδική πορεία μέσα στο καταπράσινο ανοιξιάτικο τοπίο. Οι δύο μαθητές περπατούν σκυθρωποί, θλιμμένοι, ενώ τους πλησιάζει ο Συνοδοιπόρος. Το βήμα των μαθητών βαρύ, αποκαμωμένο. Βαρύτερη η καρδιά τους, απελπισμένη. Βαθύς ο στεναγμός φουσκώνει τα στήθη τους. Παράπονο πικρό ανεβαίνει στα χείλη τους και γίνεται πένθιμος διάλογος.

Δύο από τους εβδομήκοντα
Είναι από εκείνους τους εβδομήκοντα, που γνώρισαν από κοντά τον μεγάλο Διδάσκαλο. Σαγηνεύθηκαν από την ευσπλαγχνία του. Ευεργετήθηκαν από την αγάπη του. Έγιναν μάρτυρες πολλών και θαυμαστών σημείων, τα οποία Εκείνος επιτέλεσε. Είδαν να εκπληρώνονται στο πρόσωπό του οι αρχαίες προφητείες. Πολλά, πειστικά και αναντίρρητα τεκμήρια τους βεβαίωσαν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας. Γι΄ αυτό τον αγάπησαν αληθινά, τον πίστεψαν και ήλπισαν ότι αυτός θα φέρει τη λύτρωση στο Ισραήλ. Ήρθαν, όμως, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, για να πνίξουν την πίστη τους, να ξεριζώσουν από την καρδιά τους την ελπίδα, να τσακίσουν το φρόνημα, ν΄ αναστατώσουν την ψυχή τους.

Αμφιβολία και φόβος
Το σκάνδαλο ήταν, πράγματι, μεγάλο: Ο αναμάρτητος Ιησούς υψώθηκε σαν κακούργος πάνω στο ατιμωτικό ξύλο του σταυρού. Και είναι ήδη η Τρίτη ημέρα που η βαρειά ταφόπετρα τον έκρυψε από τα μάτια τους. Τώρα πια έπαυσαν να πιστεύουν. Δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν. Δεν απέκαμαν, όμως, να αγαπούν τον Διδάσκαλο. Σκιάζει, ωστόσο, την αγάπη τους το νέφος της αμφιβολίας. Γι΄ αυτό αδυνατούν να αξιολογήσουν την είδηση που τους έφεραν με το χάραμα οι μυροφόρες και επιβεβαίωσαν οι δύο μαθητές, ο Πέτρος και ο Ιωάννης: ο τάφος είναι άδειος! Δεν τους συγκινεί ούτε και του αγγέλου η διαβεβαίωση, που δείχνοντας το «κενόν μνημείον» είπε στις γυναίκες ότι ο Κύριος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε»! (Μαρκ. 16: 6). Είναι, πράγματι, παράξενα όλα αυτά, αλλά καμμία υποψία ανάστασης δεν γεννούν στο μυαλό τους. Μιλούσαν, βέβαια, οι προφητείες για «παθήματα», τα οποία θα ακολουθήσει «η δόξα», αλλά η δική τους σκέψη συνέδεε τα παθήματα με τον ταλαίπωρο λαό και διψούσε για εγκόσμιες δόξες. Πώς να συλλάβει η γήϊνη σκέψη τους «τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας» (Α΄ Πέτρ. 1: 11); Πώς να αισθανθεί ότι δια του σταυρού έρχεται η χαρά στον κόσμο; Η δική τους προσδοκία επιμένει να ζητά έναν Μεσσία ενδοκοσμικό, που θα ανέσταινε τη βασιλεία του Δαβίδ. Κι ο φρικτός θάνατος του Διδασκάλου, τον οποίο αυτοί πίστεψαν ως Μεσσία, εξανέμισε κάθε τέτοια προοπτική. Φοβισμένοι κι εναγώνιοι για το δικό τους μέλλον μιμούνται τον ένα από τους ένδεκα, τον Θωμά: Εγκαταλείπουν τα Ιεροσόλυμα. Σίγουρα θα ΄ναι πιο ασφαλείς μακριά από την πόλη όπου τόσα θλιβερά συνέβησαν τις τελευταίες μέρες.

Ένας απρόσμενος Συνοδοιπόρος
Φορτωμένοι πόνο και παράπονο πορεύονται προς Εμμαούς. Η αθυμία τους κατακλύζει. Η ανάμνηση των γεγονότων της Ιερουσαλήμ τροφοδοτεί τη συζήτηση και συνεπαίρνει τη σκέψη τους. Ούτε μπορούν να καταλάβουν πως τους πλησίασε ο Συνοδοιπόρος, αυτός ο Ξένος κι Άγνωστος που μπήκε διακριτικά στη συντροφιά τους. Είναι ο Διδάσκαλος, αλλά «εν ετέρα μορφή» (Μάρκ. 16: 12), γι΄ αυτό δεν τον αντιλαμβάνονται. Έχει το ίδιο εκείνο σώμα με το οποίο τον γνώρισαν, το σώμα που προσέλαβε κατά την ενανθρώπηση από την Παρθἐνο Μητέρα του και που φέρει τους πρόσφατους «τύπους των ήλων». Δεν τον αναγνωρίζουν, όμως, διότι «οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο» (Λουκ. 24: 16). Το σώμα του αναστημένου Ιησού γίνεται προσιτό στα ανθρώπινα μάτια μόνο όταν και όσο θέλει. Ωστόσο, από την ώρα που τους πλησίασε ο άγνωστος Συνοδοιπόρος, νιώθουν ένα ξαλάφρωμα στην ψυχή οι δύο συμμαθητές. Τους γλύκανε τη συντροφιά η φωτεινή παρουσία του. Τους άνοιξε την πικραμένη καρδιά το ενδιαφέρον του για το πρόβλημά τους. Τον είχε, σχεδόν, αποπάρει ο Κλεόπας, όταν τους ρώτησε ποιο είναι το θέμα τους. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;»(στ: 18). Νόμιζαν ότι αγνοεί τα δραματικά γεγονότα της Ιερουσαλήμ. Αυτός, που ήταν ο πρωταγωνιστής των γεγονότων. Κι εκείνος απλά αλλά τόσο αυθεντικά έπιασε να τους εξηγεί τις Γραφές. Ω, πως ανέστησε μέσα τους τη νεκρή ελπίδα αυτή η εξήγηση! Η διδαχή του Ξένου λειώνει τον πάγο της απόγνωσης. Θερμαίνει την κρύα, δίχως πίστη καρδιά. Προβάλλει ενώπιόν τους μια καινούργια πραγματικότητα. Υποβάλλει στην ψυχή τους σκιρτήματα ελπίδας. Επιβάλλει στη σκέψη τους μία άλλη θεώρηση. Είναι, πράγματι, «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» που δεν βλέπουν την εκπλήρωση των προφητειών στην ιστορία του Διδασκάλου, και σ΄ αυτόν ακόμη τον φρικτό θάνατό του, ο οποίος – όπως προλέγουν οι Γραφές – φωτίζεται από το φως της Ανάστασης.

Είναι ο Ιησούς—Εμμανουήλ!
Έφθασαν ήδη στον προορισμό τους κι ο οικείος τους πλέον Ξένος δείχνει πως δεν θα τους ακολοθήσει, αλλά θα συνεχίσει μόνος του την πορεία. Όχι, δεν θα τον αφήσουν ν΄ απομακρυνθεί από κοντά τους! Νιώθουν αναγκαία την παρουσία του, καθώς κλείνει προς το εσπέρας η ημέρα και θ΄ απλωθούν σε λίγο της νύχτας οι σκιές. «Μείνον μεθ΄ ημών»! Άθελα κι ανεπίγνωστα απαγγέλλουν το όνομά του. Ναι, Αυτός, που με την παρουσία και το λόγο του λύτρωσε τις καρδιές τους από το βάρος και την οδύνη, ο Ιησούς, είναι ο «μεθ΄ ημών Θεός», ο Εμμανουήλ. Το επιβεβαίωσε η αναστροφή μαζί του, όταν στο σπίτι όπου «εισήλθε του μείναι συν αυτοίς» (στ. 29) τον είδαν, όπως παλιά, να ευλογεί και να μοιράζει το ψωμί. Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια τους κι είδαν πως δεν ξένος αυτός. Ήταν η ίδια, η ζωντανή Ελπίδα, ο αναστημένος Κύριος, που το πρωϊ έλειπε από το μνήμα κι αυτή τη στιγμή «εγένετο άφαντος απ΄ αυτών» (στ. 31). Ω, πως τους φτερώνει τα πόδια η πυρπολημένη από τον θείο λόγο καρδιά τους! Ανέγγιχτο μένει το τραπέζι, που τους έστρωσε ο Συνοδοιπόρος. Τους χόρτασε η χαρά της παρουσίας του Διδασκάλου. Τρέχοντας επιστρέφουν την Ιερουσαλήμ. Βρίσκουν τους «ένδεκα», δηλαδή τους δέκα μαθητές, διότι έλειπε ο Θωμάς (βλ. Ιωάν. 20, 24), και τους «συν αυτοίς», δηλαδή τη συντροφιά των εβδομήκοντα. Σ΄ όλους αναγγέλλουν ότι είδαν τον Κύριο, είναι γεγονός η Ανάσταση!

Και σήμερα, όπως τότε
Δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οδοιπόροι της ζωής κι εμείς, βρισκόμαστε συχνά στην ψυχολογική κατάσταση των δύο συνοδοιπόρων προς Εμμαούς. Μας κυκλώνουν ποικίλοι πειρασμοί. Μας συνέχουν προβλήματα, μας λυγίζουν δυσκολίες. Όχι, δεν είμαστε άπιστοι. Δεχόμαστε τον Χριστό. Πιστεύουμε πως Αυτός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου. Κι όμως, σαν βλέπουμε να θριαμβεύει γύρω μας το κακό, ν΄ αυθαδιάζει η ασέβεια, να κυριαρχούν τα πάθη, να παραγκωνίζεται το δίκαιο και να φιμώνεται η αλήθεια, πως σαλευόμαστε τότε! Σκυθρωπάζει η μορφή, διότι χλωμιάζει μέσα μας η πίστη. Ψυχραίνεται η αγάπη, «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν». Μαραίνεται η ελπίδα. Σκέψεις ολιγοπιστίας κι αμφιβολίας μας ταράσσουν. Η απελπισία μας παραλύει. Ο σκεπτικισμός μας μελαγχολεί, μας κάνει σκυθρωπούς και δειλούς. Που είναι, λοιπόν, η νίκη της Ανάστασης; Τι κάνει για τον κόσμο, για μας, ο Χριστός; Κι όμως! Σ΄ αυτές τις σκληρές και δύσκολες ώρες δεν είμαστε μόνοι. Συνοδοιπορεί μαζί μας ο Αναστημένος. Εμείς νομίζουμε πως αγνοεί το δράμα της ζωής μας, ότι δεν ενδιαφέρεται. Αλλά Αυτός είναι τόσο κοντά και ξέρει τόσο καλά εμάς και τα δικά μας, αφού όλη η ιστορία μέσα στη θεϊκή του χούφτα ξετυλίγεται. Ακόμη κι όσα μας πονούν και μας προβληματίζουν, είναι συχνά το δικό του παρατεταμένο χτύπημα στην πόρτα της καρδιάς μας. Είναι η φωνή του «ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Απ. 3: 20). Μη διστάσουμε να του ανοίξουμε. Μη δειλιάσουμε να επαναλάβουμε το αίτημα των δύο μαθητών: «Μείνον μεθ΄ ημών, Κύριε»! Για να μη μας σκοτίσει το νου η αμφιβολία του κόσμου. Μίλησε στην καρδιά μας, για να κατανοήσουμε τη θεία σου Γραφή. Στήριξέ μας στην πίστη, για να μη απελπισθούμε. Χάρισέ μας την αναστροφή μ΄ Εσένα, τη «ζώσα ελπίδα», μέσα στην Εκκλησία σου. Γίνε συνοδοιπόρος στης ζωής μας το στρατί, Κύριε, για να μαρτυρούμε στον κόσμο την Ανάσταση!

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Προσοχή στην ψήφο μας --- ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

«…Ὄχι ἀδιάφοροι. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες… θὰ γίνουν ἐκλογές. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κληθῇ ν᾽ ἀναδείξῃ μὲ τὴν ψῆφο του κυβέρνησι. Ὡς Ἕλληνες πολῖτες δὲν μποροῦμε νὰ μείνουμε ἀπαθεῖς θεαταὶ τοῦ ἐκλογικοῦ σάλου, ποὺ τ᾽ ἀφρισμένα κύματά του προξενοῦν μεγάλη ζάλη καὶ ναυτία στοὺς πολλούς· δὲν μποροῦμε νὰ προσπεράσουμε τὸ γεγονὸς τελείως ἀδιάφοροι, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἐκλογὴ ποὺ θὰ γινόταν σὲ κάποια ἀπομακρυσμένη γωνία τῆς ὑφηλίου, π.χ. στὴ Γροιλανδία. Ὡς Ἕλληνες πολῖτες ἔχουμε καθῆκον ἀπέναντι στὴν πατρίδα. Ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ πάνω ἀπὸ ἐπίγειες πατρίδες θέτουμε τὴν πίστι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσουμε τὴν ψῆφο μας στὸν τυχόντα. Καὶ ὡς κληρικοὶ δὲν ἐπιτρέπεται ν᾽ ἀφήσουμε ἀδιαφώτιστο τὸν εὐσεβῆ λαὸ στὸ φλέγον τοῦτο ζήτημα τῶν ἡμερῶν. Μὲ ὅσα πάντως θὰ γράψουμε γι᾽ αὐτὸ δὲν πρόκειται ἐμεῖς νὰ ὑποδείξουμε νὰ ἐκλεγοῦν ὡρισμένα πρόσωπα τῆς ἀρεσκείας μας· θὰ ὑποδείξουμε τὸ μέτρο τῆς ἐκλογῆς, θὰ διατυπώσουμε δηλαδὴ καὶ θὰ ὑπογραμμίσουμε ὡρισμένες ἰδέες καὶ ἀρχές, βάσει τῶν ὁποίων κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανὸς Ἕλληνας πρέπει νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δίνῃ τὴν ψῆφο του.

Ποιό εἶνε τὸ μέτρο τῆς ἐκλογῆς; Ἂς μιλήσουμε μὲ ἕνα παράδειγμα.

Ὑποθέστε, ὅτι κάποιος κρατάει στὰ χέρια του ἕνα σπαθί. Πολλοὶ τοῦ τὸ ζητᾶνε. Σὲ ποιόν θὰ τὸ δώσῃ; Ἂν δώσῃ τὸ σπαθὶ σ᾽ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ τὸ ζητάει ἐπίμονα, τὸ παιδί, ποὺ δὲν ξέρει πῶς τὸ χρησιμοποιοῦν, θὰ τὸ κάνῃ παιχνίδι, θὰ παίζῃ μ᾽ αὐτό, καὶ στὸ τέλος θὰ κόψῃ τὰ χέρια του καὶ αἱμόφυρτο θὰ κλαίῃ γοερά. Ἀνόητε, σ᾽ ἕνα παιδάκι ἐμπιστεύθηκες τὸ σπαθί;… Ἂν πάλι ἀφήσῃ καὶ τὸ σπαθὶ ἔρθῃ στὰ χέρια ἑνὸς τρελλοῦ, ὁ τρελλὸς θὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ γιὰ καταστροφὴ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν ἄλλων. Ἕνας τρελλός, ποὺ θὰ βρεθῇ ὡπλισμένος μὲ σπαθιὰ καὶ ὅπλα, εἶνε κάτι τρομερό… Ἀλλὰ καὶ ἀπ᾽ τὴν περίπτωσι αὐτὴ ὑπάρχει μιὰ ἄλλη τρομερώτερη· τὸ σπαθὶ νὰ παραδοθῇ στὰ χέρια κάποιου μὲ ἀποδεδειγμένα κακοῦργα καὶ φονικὰ αἰσθήματα, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ διψάει γιὰ αἷμα καὶ ἐγκλήματα. Τὸ σπαθὶ στὴν περίπτωσι αὐτὴ θὰ γίνῃ λαιμητόμος ποὺ θὰ κόβῃ κεφάλια ἀνθρώπων ἢ κάτι χειρότερο· θὰ γίνῃ ἡ λόγχη τοῦ ἀγροίκου ἐκείνου ῾Ρωμαίου στρατιώτη, μὲ τὴν ὁποία κεντήθηκε ἡ πλευρὰ τοῦ Ἰησοῦ. Ἀνόητε, σὲ χέρια τρελλῶν καὶ ἐγκληματιῶν ἐμπιστεύθηκες τὸ σπαθί;… Ἀλλ᾽ ἐὰν τὸ σπαθὶ ποὺ κρατᾷς τὸ δώσῃς σὲ ἕναν ἔμπειρο γιατρό, ὁ γιατρὸς θὰ μετατρέψῃ τὴ λεπίδα του σὲ χειρουργικὸ μαχαίρι καὶ μ᾽ αὐτὸ θὰ κάνῃ ἐγχειρήσεις, θ᾽ ἀποκόψῃ σαπισμένα κρέατα καὶ θὰ σώσῃ ἀνθρώπους. Ἔτσι στὰ χέρια τοῦ γιατροῦ τὸ φονικὸ σίδερο θὰ γίνῃ ὄργανο σωτηρίας.

Προσοχὴ στὴν ψῆφο! Καταλάβατε τί θέλω νὰ πῶ, ἀγαπητοί μου; Παραβολικὰ εἶνε αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, συμβολικὴ εἶνε ἡ εἰκόνα ποὺ σᾶς παρουσιάζω. Τὸ σπαθὶ εἶνε ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Αὐτὸς ποὺ κρατάει τὸ σπαθὶ εἶνε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶνε ὁ κάθε Ἕλληνας πολίτης πού, σύμφωνα μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸ πολίτευμα τῆς χώρας μας, μὲ τὴν ψῆφο του ἀναδεικνύει τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὰ ὑψηλότερα πολιτικὰ ἀξιώματα. Καὶ ἐὰν μὲν αὐτοὶ ποὺ ἐκλέγει εἶνε ἄξιοι, τότε θὰ κάνουν καλὴ χρῆσι τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ Ἑλλάδα θὰ εὐτυχήσῃ· ἂν ὅμως τὰ πρόσωπα τῆς προτιμήσεώς του εἶνε ἀνάξια, τότε θὰ κάνουν κακὴ χρῆσι τῆς ἐξουσίας, ὅπως κάνει κακὴ χρῆσι τοῦ σπαθιοῦ τὸ παιδάκι ἢ ὁ τρελλὸς ἢ ὁ κακοῦργος, καὶ ἡ Ἑλλάδα θὰ δυστυχήσῃ· καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὴ δυστυχία της θὰ εἶσαι κ᾽ ἐσὺ ποὺ ἐκλέγεις, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ψῆφο σου ὥπλισες τοὺς κακοὺς καὶ πονηροὺς μὲ τεράστια δύναμι, γιὰ νὰ κάνουν τὸ κακὸ ὄχι σὲ λίγους ἀνθρώπους, ὅπως ὅταν εἶνε ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνουν τὸ κακὸ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔνθος. Ἰσχύει καὶ στὴν προκειμένη περίπτωσι τῆς ἐκλογῆς τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ὅ,τι ἔγραψε ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ὁ θεόπνευστος Παῦλος, στὸ μαθητή του Τιμόθεο γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων· «Χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις» (Α΄ Τιμ. 5,22).
 

Πρόσεξε –λέει ὁ ἀπόστολος–, πρόσεξε, Τιμόθεε, ποιόν θὰ ἐκλέξῃς ὡς ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας· γιατὶ ἂν ἐκλέξῃς κάποιον κακό, θὰ φέρῃς τὴν εὐθύνη κ᾽ ἐσὺ γιὰ ὅσα ἄτοπα καὶ ἐγκληματικὰ καὶ σατανικὰ θὰ διαπράξῃ ἐκεῖνος εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου· γιατὶ ἐσὺ τοῦ ἔδωσες τὴ δύναμι νὰ κακοποιῇ. Ἀλλὰ κ᾽ ἐσύ, Ἕλληνα ψηφοφόρε, πρόσεξε κατὰ τὴν ἐκλογή. Διότι, ἐὰν ἐκλέξῃς ὡς πολιτικούς σου ἡγέτες κάποιους κακούς, θὰ ἔχῃς κ᾽ ἐσὺ τὸ μερίδιο τῆς εὐθύνης γιὰ ὅλες ἐκεῖνες τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴ φαύλη κυβέρνησι. Πρόσεχε τὴν ψῆφο σου! Σὲ ποιούς θὰ τὴ δώσῃς; Κάνοντας κακὴ ἐκλογή, ὁδηγεῖς σὲ βάραθρα τὴν Ἑλλάδα, καὶ ματαίως κατόπιν θὰ καταριέσαι τὴν ἡμέρα ποὺ τελείως ἄκριτα καὶ ἐπιπόλαια ἔδωσες τὴν ψῆφο σου.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Το Πάθος και η Ανάστασις εις την ζωήν μας --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.


Είναι παράδοσι αρχαία στην Ορθόδοξη Εκκλησία το χρυσόδετο Ευαγγέλιο, που βρίσκεται πάνω στην αγία Τράπεζα και μέσα από το οποίο αναγιγνώσκονται οι ευαγγελικές περικοπές, να εικονίζη στη μία όψι τη Σταύρωσι και στην άλλη την Ανάστασι. Συμβολίζεται έτσι πολύ πρακτικά η θεμελιακή αλήθεια της πίστεώς μας ότι το πάθος και η ανάστασι του Χριστού συναποτελούν ένα και το αυτό γεγονός. Αυτό το γεγονός μαρτυρεί η Καινή Διαθήκη και αυτό συνιστά την αρραγή βάσι της Εκκλησίας. Πέρα, όμως, από τη θεολογική ερμηνεία, το πάθος και η ανάστασι του Χριστού έχουν κοινωνικές προβολές ενδιαφέρουσες και επιπτώσεις καταπλητικές στην καθημερινή μας ζωή, όπου η λύπη και η χαρά, η οδύνη και η κάθε είδους ηδονή συνυφαίνουν την κάθε μέρα μας. Πνίγεται ο άνθρωπος σήμερα μέσα στα προβλήματα, που ο ίδιος δημιούργησε. Μεθυσμένος από την πληθώρα των υλικών αγαθών, που εξασφάλισε στον εαυτό του, έκανε το έγκλημα να στραγγαλίση την ψυχή του, αφού της στέρησε τη ζωογόνο πίστι στον Δημιουργό της, τη ζωοδότρια δύναμι της αναστάσεως του Χριστού. Αιφνιδιασμένος από το μεγάλο κακό, που έκανε στον εαυτό του, μόλις διαπίστωσε ότι η ύλη δεν μπορεί να χορτάση το είνε του, έσπευσε να γεμίση το κενό με τη λεγόμενη πνευματική κίνησι και καλλιέργεια, με την κουλτούρα. Μα έπεσε από τη Σκύλλα στη Χάρυβδι, διότι χωρίς το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να υπάρξη αληθινή πνευματική ζωή. Πώς να χορτάση η κουλτούρα την ψυχή, όταν μ΄ όλα τα φαντασμαγορικά κατορθώματά της δεν εξαϋλώνει την ύλη, αλλά την θεοποιεί; Κι έγινε έτσι βαθύτερο το κενό κι έσφιξε πιο ασφυκτικά ο κλοιός, που πνίγει τον ταλαίπωρο άνθρωπο. Απελπισμένος κι ακόμη πιο τραγικός μετά την αποτυχία του αυτή στρέφεται τώρα στα μονοπάτια των ναρκωτικών, που του υπόσχονται ψεύτικους παραδείσους, ζητά ν΄ αναπαύση την αγωνία του, για το μέλλον στους μυστικιστικούς γρίφους των ανατολικών θρησκειών, να κορέση την περιέργειά του, για τα μετά θάνατον στα μυστηριώδη επινοήματα του πνευματισμού ή ρίχνεται απερίσκεπτα στην άβυσσο του σατανισμού, που του εξασφαλίζει την επικουρία των σατανικών πνευματικών δυνάμεων. Αρνήθηκε την κοινωνία του με τον Θεό και κατήντησε να έχη μυστηριακή κοινωνία με τον ίδιο το διάβολο! Εκείνο, που κάνει τους περισσοτέρους ν΄ απορρίπτουν από τη ζωή τους τον Χριστό δεν είνε η πεποίθησι ότι η Ανάστασι είνε μία ουτοπία. Είνε κυρίως η συνειδητοποίησι της αλήθειας ότι, για να φθάση κανείς στην Ανάστασι πρέπει πρώτα να περάση από τον Γολγοθά και το Σταυρό του Κυρίου. Και αυτό η σημερινή κοινωνία του ευδαιμονισμού και της καλοπέρασης δεν το ανέχεται. Ονειρεύεται τη ζωή άλυπη κι ατέλειωτη και παραδίδεται άνευ όρων σ΄ όποιον της υποσχεθή ότι από δω και πέρα δεν θα υποφέρη. Ξέχασε η κοινωνία μας πως η ζωή μας πάνω σ΄ αυτή τη γη υφαίνεται με τον πόνο και τη χαρά. Πασχίζει να ξεχωρίση αυτά τα δύο και δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι μαδά την ίδια την ψυχή της, σαλεύει την ισορροπία της. Το πάθος και η ανάστασι του Χριστού, είτε το θέλουμε είτε όχι, επηρεάζει άμεσα όχι μόνο τη ζωή της κοινωνίας, αλλά και την προσωπική μας ζωή. Είνε αλήθεια ότι τίποτε δεν φοβόμαστε τόσο όσο τη χαρά και την ευτυχία. Είνε, όμως, άλλο τόσον αλήθεια ότι από τότε, που ο Χριστός έπαθε και νίκησε τον πόνο, πέθανε και νίκησε το θάνατο, χάρισε σε μας μία άλλη δυνατότητα, ένα άλλο πρίσμα μέσα από το οποίο και ο μεγαλύτερος πόνος και η πιο αβάσταχτη θλίψι μας φαίνονται μικρά κι ασήμαντα. Είνε ο σταυρός και η ανάστασι του Χριστού. Υποφέρεις; Αδικείσαι; Δυστυχείς; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον εσταυρωμένο ατιμωτικά κι ανένοχα. Είσαι αιχμάλωτος, εγκαταλελειμμένος, μόνος; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον κεντούμενο από εχθρικά ανόσια βλέμματα. Αν σηκώσης τα μάτια σου και κοιτάξης μέσα από τον προσωπικό σου πόνο τον πόνο του Αθώου, εφ΄ όσον δεν πέτρωσε την καρδιά σου η αδιαφορία της συνήθειας, θα νιώσης να ξεχνάς το δράμα σου και – κάτι ακόμη περισσότερο – θα ντραπής για τον γογγυσμό σου. Είνε θαυμαστό το πόσο μικραίνει ο πόνος σαν τον δης και τον ζήσης μέσα από το πρίσμα του Σταυρού. Εδώ θα μπορούσε να πη κανείς ότι έχουμε μία αντίστροφη αναλογία. Όσο περισσότερο ζης το σταυρό του Χριστού, τόσο μικρότερα σου φαίνονται τα δικά σου, είτε πόνος είνε είτε θλίψι. Και παρ΄ όλο, που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογικής, δεν είνε καθόλου υπερβολή να πούμε ότι κάτω από τον σταυρό του Χριστού γλυκαίνουν οι πίκρες, ημερώνουν οι πόνοι κι ελαφρώνουν τα βάρη. Θαυμαστότερο, όμως, γίνεται το πράγμα στην άλλη περίπτωσι, που τα ποσά είναι ευθέως ανάλογα. Χαρά μεγαλύτερη από τη χαρά του Χριστού δεν υπάρχει. Η ανάστασί Του υπερκοντίζει κάθε ανθρώπινο βεληνεκές και γεννά χαρά ανεκλάλητη και δεδοξασμένη σ΄ αυτούς που τη ζουν. Καμμία χαρά ανθρώπινη δεν μπορεί να συγκριθή με τη χαρά την αναστάσιμη. Είνε, όμως, απαραίτητο να ζήσης την Ανάστασι, για να χαρής τη χαρά της. Να αισθανθής ότι πυρώνει την καρδιά σου το αίμα του αναστημένου Κυρίου, για να μπορέσης να τραγουδήσης το τραγούδι της νίκης. Νίκη στη φθορά και νίκη στον πόνο. Χαρά σ΄ αυτόν που πιστεύει! Κατέχει το μυστικό, που μετασχηματίζει και τη φρικτότερη θλίψι σε χαρά και τη βαρύτερη οδύνη σε ηδονή. Κι ενώ για κείνους που ζουν μακριά από τον Χριστό, η πρόσκαιρη και απατηλή αυτή ζωή φαρμακώνει με τη στυφή γεύσι της πίκρας και την πιο μεγάλη τους χαρά και σταλάζει οδύνη στην ηδονή, για τον πιστό ο πόνος γίνεται διακονία και ιερουργία. Ανάγεται σε υψηλή αποστολή, διότι είνε συμμετοχή και κοινωνία στο πάθος του Κυρίου και καταλήγει στη δόξα της αναστάσεώς Του· «είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ. 8: 17). «Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω», ομολογούμε στην αναστάσιμη προσευχή. Αυτή η χαρά, που πηγάζει από το σταυρό, από την εμπειρία της σταυρώσεως και συναναστάσεώς μας με τον Κύριο, κάνει και τις πιο μικρές κι ασήμαντες χαρές μας να παίρνουν άλλη διάστασι. Όσο περισσότερο, δηλαδή, συμμετέχουμε στη χαρά της αναστάσεως του Χριστού με τη δική μας ανάστασι από τα πάθη και τη φθορά της αμαρτίας, τόσο μεγαλύτερες γίνονται και οι καθημερινές μικροχαρές μας. Ζητιάνος της χαράς ο άνθρωπος σήμερα την ζητά με έμφασι και έντασι παντού. Οι πιο μεγάλοι καρτερούν αποκαμωμένοι μία αναλαμπή της μέσα στη σκληρή ζωή, που τους έμαθε την απογοήτευσι. Οι πιο νέοι τρυγούν διψασμένοι κάθε υπόνοια χαράς, όσο φθηνά κι αν τους προσφέρεται, για να στραφούν αηδιασμένοι σε νέα αναζήτησι. Πόσο φρικτό είνε ν΄ αργοπεθαίνης χωρίς ελπίδα, δίχως χαρά! Κι όμως, από το Γολγοθά κι από το άδειο μνήμα του Χριστού ξεπηδά και η ελπίδα και η χαρά. Μια ελπίδα, που δεν έχει καμμία σχέσι με την αφηρημένη προσδοκία, αλλά είνε η συγκεκριμένη απόλαυσι, η γεύσι των ουρανίων αγαθών από τώρα. Και μια χαρά, που δεν έχει καμμία σχέσι με την απατηλή ηδονή, αλλά είνε ο καρπός της συμφιλιώσεώς μας και μας αδελφώνει με το συνάνθρωπό μας. Η πίστη δεν είνε ουτοπία. Είνε ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός, «η ελπίς ημών και η χαρά», όπως τον ψαύουμε και τον γευόμαστε μέσα στην Εκκλησία Του.


Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης:

…Λυπούμαστε μόνον, γιατί πρώτοι ανάμεσα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους (τους αρχιερείς), φύλακες άγρυπνοι της Ορθοδόξου πίστεως με πνεύμα θυσίας, έπρεπε να είναι εξ ορισμού, ex officio, εκ θείας εντολής και εκ καθήκοντος, όχι δύο ή τρεις επίσκοποι μεταξύ των ογδόντα, αλλά αντίστροφα ογδόντα στους ογδόντα και εμείς να τους ακολουθούμε. Είναι δυνατόν να εννοηθεί επίσκοπος, που αρνείται ή που αδιαφορεί να υποστηρίξει και να στηρίξει την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, να σκέπτεται και να ενεργεί διαφορετικά, ως προς τους αιρετικούς, από τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες; Το γράφουμε, για μια ακόμη φορά η αποστολική διαδοχή και η νομιμοποίηση ενός επισκόπου δεν διασφαλίζονται μόνον από την κανονικότητα και χρονική συνέχεια της ιερωσύνης, αλλά από την συνέχιση της αληθείας και της παραδόσεως. Οι άγιοι ιεράρχες εξυμνούνται και τιμώνται όχι μόνον ως διάδοχοι των θρόνων, αλλά και ως διάδοχοι των τρόπων. «Και θρόνων μέτοχος και τρόπων διάδοχος των Αποστόλων γενόμενος». Δυστυχώς, πολλοί από τους αρχιερείς επαναπαύονται στη δόξα και τις ανέσεις των θρόνων και αδιαφορούν, για την μίμηση των τρόπων, της συμπεριφοράς των Αποστόλων και των Αγίων. 

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Μία Επισήμανσις --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Στις μέρες μας, που, όπως το διαπιστώνουμε, καταργούνται τα αυτονόητα και αμφισβητούνται τα αυθεντικά, δεν είναι ίσως άνευ σημασίας η επισήμανση, που επιχειρεί το παρόν σημείωμα. Πολλοί από μας, μεθυσμένοι από την αχανή αίσθηση του παγκοσμίου, υποτιμούμε και ίσως κάποτε περιφρονούμε και τσαλαπατούμε την σαφώς ορισμένη έννοια της περιορισμένης πατρίδας. Και άλλοτε πάλι, τρομοκρατημένοι από την ισοπεδωτική ορμή της παγκοσμιοποίησης επιζητούμε μία ένοχη περιχαράκωση στα στεγανά της πατρίδας, που την εκφυλίζουμε σε αντικείμενο του εθνικιστικού μας οίστρου. Κι όμως, ανάμεσα σ΄ αυτά τα δύο υπάρχει η χρυσή τομή, η μέση οδός, που επιτρέπει την αξιοπρεπή παρουσία μας στην ευρωπαϊκή και στη παγκόσμια κοινότητα και την αρμονική συμπόρευσή μας με τα άλλα έθνη, χωρίς το υποχρεωτικό γδύσιμό μας από την εθνική μας ταυτότητα. Καταρχήν, ως χριστιανοί δεν λησμονούμε ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν» (Εβρ. 13: 14), διότι «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3: 20). Όσο, όμως, βρισκόμαστε σ΄ αυτή τη γη, «πάροικοι και παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2: 11) αγαπούμε και πονούμε τον τόπο, που μας φιλοξενεί. Βεβαίως, ο λόγος του Θεού διδάσκει ότι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23: 1). Και συμφωνεί μ΄ αυτό, έστω και ανεπίγνωστα, το καθάριο πνεύμα των Ελλήνων προγόνων μας, που διακήρυτταν ότι «πάσα γη πατρίς». Συγχρόνως, όμως, οι πρόγονοί μας από τα χρόνια του Ομήρου ακόμη αναγνώριζαν έναν «οιωνό» (=σημάδι) άριστο, το «αμύνεσθαι περί πάτρης» (=την υπεράσπιση της πατρίδας) και προέτασσαν οποιουδήποτε άλλου δεσμού το καθήκον προς την πατρίδα. «Φιλώ (=αγαπώ) τέκνα αλλ΄ εμήν πατρίδα μάλλον φιλώ», γράφει ο Πλούταρχος. Ο λόγος του Θεού, όπως τον αποκαλύπτει στους αρχαίους Αθηναίους ο απόστολος Παύλος, διευκρινίζει ότι ο Δημιουργός του ανθρώπινου γένους όρισε «παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17: 26). Όρισε, δηλαδή, ο Θεός να ΄χει κάθε λαός την πατρίδα του, να την αγαπά, να την νοιάζεται, να την υπερασπίζεται. Και παράλληλα να αναγνωρίζει στους άλλους το δικαίωμα να αγαπούν, να νοιάζονται, να υπερασπίζονται τις δικές τους πατρίδες. Εξάλλου, ο Θεάνθρωπος Κύριος κατά την επί γης ζωή του με τρυφερότητα και στοργή απευθύνεται στην πατρίδα του την Ιερουσαλήμ, για να της θυμίσει την ιδιαίτερη μέριμνά Του, για την σωτηρία της· «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τους προφήτας… ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής νοσσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!» (Λουκ. 13: 34). Η αγάπη του καθενός προς την πατρίδα του, δεν τον εμποδίζει ν΄ αγαπά όλες τις πατρίδες, να θέλει όλων την προκοπή και την ευημερία. Ίσα-ίσα, αυτή η αγάπη τίθεται ως μέτρο συγκρίσεως για την αγάπη και τον σεβασμό προς τις άλλες πατρίδες. Τα διεθνιστικά κηρύγματα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, δεν προσφέρουν τα εχέγγυα της ειλικρίνειας και της αγάπης. Είμαστε ήδη – και το δηλώνουμε – μέλη της Ενωμένης Ευρώπης. Δεν αρνούμαστε την συνεισφορά μας στην παγκόσμια κοινότητα. Μεγάλο και άγιο πράγμα η ένωση, ει δυνατόν, του κόσμου. Ποίος την αρνείται; Αλλά, όπως μέσα στο σύνολο, δεν χάνεις την αίσθηση της οντότητας και προσωπικότητάς σου, όπως η κοινή πατρίδα, δεν αντικαθιστά την ιδιαίτερη, την δική σου οικογένεια, έτσι μέσα στο παγκόσμιο σύνολο, ο καθένας δικαιούται και οφείλει να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα. Να το κάνει, όμως, αυτό με την αξιοπρέπεια και ευγένεια του πατριωτισμού, που υποβάλλει την θυσία των προσωπικών συμφερόντων. Όχι με τον σωβινισμό και την βιαιότητα του εθνικισμού, που εξοντώνει τους άλλους χάριν της πατρίδος, δήθεν. Στο αναπεπταμένο πεδίο της Ευρώπης και του κόσμου έχουμε χρέος οι σημερινοί Έλληνες να προχωρούμε ανεπιφύλακτα μπροστά, χωρίς, όμως, να διαγράψουμε τα πίσω. Διότι εκεί, στο παρελθόν του γένους μας βρίσκονται οι ρίζες, η πηγή της δύναμης, για να πάμε μπροστά. Η μνήμη της παλιγγενεσίας μας το μήνα αυτό μας υπενθυμίζει την ευθύνη: Να μη σβήσουμε τα ιδανικά, για τα οποία αγωνίσθηκαν οι πατέρες μας. Να μη απεμπολήσουμε την πίστη στον Θεό, που εκείνοι μας κληροδότησαν. «Όταν επήραμε τα όπλα», εξομολογείται ο Κολοκοτρώνης «είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως κι έπειτα υπέρ πατρίδος». Αυτή η ιεράρχηση των αξιών μέσα τους ήταν η πηγή της αισιοδοξίας και της εμπιστοσύνης τους ότι «ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία μας και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω». Έχουμε αυτήν την πίστη; Είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να συνεισφέρουμε για το καλό της Ευρώπης και του κόσμου.

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

«Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία»

Στα θέματα της πίστεως και της αγιοπνευματικής εκκλησιαστικής διοργανώσεως ουδεμία αξία ή σημασία έχουν αποφάσεις, που λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία ή ακόμη και παμψηφία, εάν έρχωνται σε αντίθεση και σύγκρουση με τα δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας. Στις περιπτώσεις αυτές έχει απόλυτη εφαρμογή η αρχή: «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία».  Με βάση την αρχή αυτή διασφαλίσθηκε η Ορθοδοξία δια μέσου των αιώνων και συνετρίβησαν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Αρκεί να θυμηθούμε τι συνέβη κατά την επί δεκαετίες κυριαρχία των Αρειανών κατά τον Δ’ αιώνα, ότε η πλειονοψηφία ή και η παμψηφία πολυαρίθμων Συνόδων, που αποδείχθηκαν ληστρικές ή ψευδοσύνοδοι, ετάχθησαν υπέρ της αιρέσεως του Αρείου και εναντίον της Ορθοδοξίας. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας όχι μόνο δεν υπετάχθησαν στις αποφάσεις αυτές των ψευδοσυνόδων, αλλά όρθωσαν το ανάστημά τους επί των επάλξεων της Ορθοδοξίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος. Είναι ίσως η συγκλονιστικώτερη περίπτωση στην εκκλησιαστική ιστορία, που επιβεβαιώθηκε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, ότι «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία». Εάν ο Μέγας Αθανάσιος συνεμορφώνετο με την αρχή της πλειονοψηφίας και υπετάσσετο εις τις αντικανονικές και αντορθόδοξες αποφάσεις της, θα επρόδιδε την ιδιότητά του, ως αληθινού ορθοδόξου Ιεράρχου και Επισκόπου, που έχει σαν ύψιστη αποστολή την προάσπιση μέχρι θανάτου της εμπιστευθείσης σε κάθε αληθινό επίσκοπο Ιεράς Παρακαταθήκης, της αποκαλυφθείσης από τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης, Αληθείας και τότε αντί της Κυριακής της Ορθοδοξίας θα εορτάζετο ο θρίαμβος της Αιρέσεως και στη θέση του Μεγάλου Αθανασίου θα δοξολογείτο ο Άρειος!

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

«Εμίσησα Εκκλησίαν Πονηρευομένων»

Το στυγερώτερον έγκλημα εις βάρος της αγίας μας Ορθοδοξίας είναι η ανοχή των Αιρέσεων και των Αιρετικών. Ασεβέστατα κηρύσσονται από Ορθοδόξους (;) ποιμένας αιρέσεις φοβεραί, και ανεμπόδιστα κινούνται Αιρεσιόφρονες Ποιμένες (;) μεταξύ της Ποίμνης του Χριστού! Έπαυσε, φαίνεται, εις ωρισμένους να λειτουργή το αισθητήριον της Ορθοδοξίας και η Εκκλησιαστική συνείδησις  έχει επικινδύνως αμβλυνθή, ώστε να μη διακρίνωνται τα Αγιοπνευματοχάρακτα σύνορα της Ορθοδοξίας από την πλάνην και την Αίρεσιν. Ποίοι άραγε ευθύνονται δια την τραγικήν αυτήν ψυχικήν τύφλωσιν; Κατ΄ αρχήν όλοι· προ παντός όμως οι Ποιμένες!  «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου…» (Ιερ. 12, 10), θρηνωδεί ο προφήτης Ιερεμίας· και προσθέτει: «Ω οι ποιμένες (…) Υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά…» (Ιερ. 23, 1-3).  Δυστυχώς Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Επίσκοποι, Ηγούμενοι, με έναν λόγον Ποιμένες εμολύνθησαν από τον Οικουμενισμόν, ώστε να έχουν συνηθίσει εις τας Οικουμενιστικάς βλασφημίας και να μη ενοχλούνται από τα κηρύγματα των Αιρέσεων, δια των οποίων βάλλεται, εξοντωτικώς η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Φαίνεται, ότι εις την εποχήν του Υλιστικού Ευδαιμονισμού δεν θεωρείται πλέον υπέρτατος σκοπός της Εκκλησίας η αγιότης, αλλά η κοσμική σκοπιμότης.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Ο Όσιος Υπάτιος : Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος.

Ένας από αυτούς που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Νεστορίου μόλις αυτός άρχισε να διακηρύττη την αίρεσιν του, ήταν και ο όσιος πατήρ ημών Υπάτιος που εορτάζει την 17ην  Ιουνίου. Αναφέρει η βιογραφία του: «Όταν πληροφορήθηκε ο όσιος τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όναμά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό».

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.  Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Ζωντανό Μυστήριο --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Ο ερχομός του Μεσσία, όπως αναμένεται από το λαό του Θεού και προφητεύεται στην Παλαιά Διαθήκη, συνδέεται χαρακτηριστικά με δύο μεγάλα πνευματικά μεγέθη· το ένα αναφέρεται στην προσφορά του Θεού, το άλλο στην ανταπόκριση του ανθρώπου: Είναι το έλεος αφ΄ ενός και η αγαλλίαση αφ΄ ετέρου. Ο Κύριος ελεεί και σώζει, ο άνθρωπος σώζεται και αγαλλιάται. Ψάλλει ο ψαλμωδός όλος πίστη και ευγνωμοσύνη· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου» (Ψαλ. 12: 6). Ελπίδα μόνη, που μπορεί να στερεώσει την καρδιά μας στη βαθιά ανησυχία της, για την ακεραιότητα της υπάρξεώς μας, η οποία απειλείται συνεχώς από ποικίλους κινδύνους, είναι η αγάπη του Θεού. Μία αγάπη, η οποία προσφέρεται δωρεάν, χωρίς ανταλλάγματα, άφθονα, χωρίς κρατούμενα και προ πάντων μεγαλόψυχα, χωρίς συνερισμούς «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5: 8). Μέσα σε μία τέτοια αγκαλιά μπορεί η ψυχή μας να απαλλαγεί από τους υποχθόνιους φόβους της και να γεμίσει ουράνια ειρήνη. Είναι η αγκαλιά, που άνοιξαν τα χέρια του Χριστού πάνω στο ξύλο του σταυρού δίνοντας τις άπειρες διαστάσεις της αγάπης του Θεού.

Από εκεί έσταξε πάνω μας το Αίμα και το Ύδωρ, που μας κάνει καινούργιους, από εκεί σταλάζει στη ζωή μας το έλεος που μας σώζει. Δεν είναι λοιπόν, λάθος να πούμε ότι στον Μεσσία Χριστό, που περίμενε ο κόσμος και ήλθε ως Θεάνθρωπος, ενσαρκώθηκε με τον πληρέστερο τρόπο το έλεος του Κυρίου προς την ανθρωπότητα. Όσοι δέχονται αυτό το έλεος με την πίστη ότι το προσφέρει ο Θεός για την σωτηρία τους, ένα μόνο αίσθημα μπορούν να δοκιμάζουν· αγαλλίαση, χαρά, ευφροσύνη και τέρψη πνευματική από ανακούφιση και ασφάλεια. Διότι εκείνο, που συνθλίβει τη χαρά μας είναι ο φόρτος των απειλών στη ζωή μας, η αβεβαιότητα της επιβιώσεώς μας ως όντων με ψυχή και με σώμα· είναι το άγχος της υπάρξεώς μας να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια. Εκείνοι που ζούσαν προ Χριστού, που περίμεναν τον Μεσσία, αλλά δεν είχαν γνωρίσει το σταυρό του, ένιωθαν το έλεος ως σωτηρία από τους εχθρούς του Θεού, από τους ανθρώπους του πονηρού και του κακού και αναγάλλιαζαν προσδοκώντας την ολοκληρωμένη νίκη και δόξα του Μεσσία. Αυτοί δε που μετά Χριστόν απολαμβάνουμε το έλεος του σταυρού του, αναγαλλιάζουμε «χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. 1: 8) δοξολογώντας τον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Κύριο Ιησού. Κορυφαία στο χορό των λυτρωμένων η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, που υπηρέτησε το σχέδιο της θείας οικονομίας, ψάλλει· «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρί μου» (Λουκ. 1: 46-47). Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο να πούμε ότι ο Χριστός, που μας λυτρώνει, γίνεται η ίδια η αγαλλίασή μας, καθώς είναι η αιτία της χαράς μας και το περιεχόμενο της ευφροσύνης μας. Αυτός ο Θεός μας, που ενανθρώπησε, όχι μόνο πραγματώνει τέλεια στο πρόσωπό του το έλεος του Θεού και την αγαλλίαση του ανθρώπου, αλλά συνιστά επίσης αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας μας. Δεν είναι απλώς ο Σωτήρας μας, αλλά είναι συγχρόνως αυτός και η σωτηρία μας. Πράγματι, ο Ιησούς Χριστός εργάσθηκε, για την σωτηρία μας, όπως όλοι οι δίκαιοι και οι άγιοι, με τη ζωή του, με το λόγο του, με τη θυσία του ακόμη, καταγγέλλοντας την αλήθεια που σώζει. Αλλά η προσφορά του ξεπερνά το έργο ενός απλού δούλου του Θεού· δεν ήταν απλώς μία υπηρεσία. Ο Χριστός κατέστησε τον ίδιο τον εαυτόν του, τη σάρκα του και το αίμά του, συστατικό της σωτηρίας μας, ώστε η λύτρωση να μη νοείται χωρίς τον Λυτρωτή. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς», είπε ο ίδιος (Ιω. 6: 53). Η πραγματικότητα αυτή εκφράζεται, μπορούμε να πούμε, λεκτικά αρκετές φορές στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους πατέρες της Εκκλησίας, με το ουσιαστικό «σωτήριον», που ως χαρακτηρισμός αναφέρεται στον Χριστό και περιέχει μέσα του ως ουδέτερο και την έννοια της σωτηρίας και την έννοια του σωτήρος. Είναι, λοιπόν, το σωτήριόν μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο οποίος επίσης είναι και το έλεος και η αγαλλίαση. Αυτός η πηγή, αυτός το νερό, αυτός η αναψυχή. Στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνονται όλα τα θαυμάσια και κατανοούνται όλα τα μυστήρια. Είναι το ζωντανό μυστήριο της σωτηρίας. Στο θείο Βρέφος, που γιορτάζουμε κι αυτά τα Χριστούγεννα, μπορούμε να δούμε καλλίτερα από οπουδήποτε αλλού πως μας ελέησε ο Θεός με την πολλή του αγάπη και ενανθρώπησε· πως μας έσωσε με το πολύ του έλεος και μας χάρισε τη ζωή του· πως μας ευαγγελίσθηκε χαρά μεγάλη με τη σωτηρία, που μας έφερε και μας έκανε μέλη της Εκκλησίας του. Μέσα στην Εκκλησία του τώρα αναδεύουμε στην καρδιά μας τα νοήματα των αποστόλων «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς… εις σωτηρίαν ετοίμην αποκαλυφθήναι εν καιρώ εσχάτω· εν ω αγαλλιάσθε» (Α΄ Πέτρ. 1: 3-6). «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού… προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν…» (Εφ. 1: 3-5). Παίρνουμε στα χείλη μας τα λόγια των προφητών του· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου» (Ψαλμ. 12: 6). Και κάνουμε τραγούδι λυτρωμού την ευγνωμοσύνη μας σ΄ Αυτόν, που είναι για μας Έλεος και Σωτήριον και Αγαλλίαση.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Άλμα στην αιωνιότητα. Ματθαίος· ο τελώνης που έγινε απόστολος! Toυ αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού του Α.Π.Θ.

Η μετάνοια είναι η πιο μεγάλη παραχώρηση του Θεού στον αμαρτωλό άνθρωπο, αλλά και η πιο γενναία και ηρωϊκή ανθρώπινη πράξη. Είναι ένα άλμα, το οποίο επιτελεί ο αμαρτωλός με τη βοήθεια της πίστεως, για να μπει έτσι στη σφαίρα της χάριτος, όπου όλα είναι τέλεια και άγια, διότι η αγάπη του Θεού γνωρίζει να λαμπρύνει και να αξιοποιεί θετικά και τα πιο μελανά και αρνητικά στοιχεία του ανθρώπου. Αυτό το γενναίο άλμα της μετανοίας, με τις ασύλληπτες συνέπειές του, μπορούμε να μελετήσουμε απλά, αλλά και πολύ καθαρά στην αγιασμένη μορφή του ευαγγελιστού Ματθαίου, του τελώνη, που έγινε απόστολος του Χριστού.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός : Ἦταν ἀναμενόμενη ἡ εὐρωπαϊκὴ περιπέτειά μας

Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι, λοιπόν, οὐσιαστικὰ ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἀλλὰ ἡ παρουσία μας μέσα σ᾽αὐτή. Μὲ ποιὲς δηλαδὴ ἐσωτερικὲς καὶ πνευματικὲς προϋποθέσεις προχωροῦμε σ᾽αὐτὴ τὴ σημαντικότατη φάση τῆς ἱστορικῆς μας πορείας. Ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβήθηκαν ποτὲ τὸν συγχρωτισμὸ μὲ ἄλλους λαούς. Ἄλλωστε, καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἱστορικὰ μεγέθη δὲν κλείσθηκαν ποτὲ σὲ σύνορα, ἀλλὰ διατήρησαν τὴν οἰκουμενικότητά τους καὶ τὸ ἄνοιγμά τους πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Σ᾽ αὐτὴ τὴ μόνιμη καὶ πολυδιάστατη συνάντηση πρωταρχικὸ ρόλο ἔπαιζε ἡ ἑλληνικὴ ἤ ἑλληνορθόδοξη συνείδηση τοῦ Γένους μας. Ὅταν ἦταν βαθιὰ ριζωμένη στὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικότητας ἤ τῆς ἑλληνορθοδοξίας, ὄχι μόνο δὲν ἀλλοτριωνόταν, ἀλλ᾽ ἀντίθετα ἐξελλήνιζε καὶ ὀρθοδοξοποιοῦσε τοὺς ἄλλους Λαούς, ὄχι μέσα στὸ φραγκικὸ πνεῦμα τῆς ἀποικιοκρατικῆς ὑποδούλωσης, ἀλλὰ ἐκπολιτίζοντας καὶ ἐλευθερώνοντάς τους ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ δουλεία, τὴ δουλεία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὑποδούλωση τοῦ σώματος.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Σαν απαλή αύρα -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού Α.Π.Α.

Φοβισμένος και αποθαρρημένος βρίσκεται ο προφήτης Ηλίας κρυμμένος μέσα σε μια σπηλιά του όρους Χωρήβ. Οι απειλές της Ιεζάβελ τον κυνηγούν και η αποστασία του λαού τον λυγίζει. Εκείνη την ώρα της πίκρας και της αδυναμίας, όμως, διαλέγει ο Κύριος για να τον επισκεφθεί. Έρχεται και του κλείνει συνάντηση, του ορίζει χρόνο και τόπο, που θα τον δει· «Θα βγείς», του λέει, «αύριο και θα σταθείς ενώπιον Κυρίου στο βουνό» (Γ΄ Βασ. 19: 11). Και όχι μόνο αυτό, αλλά του δίνει και σημάδι αναγνωρίσεως, πώς να καταλάβει ο Ηλίας την παρουσία του Θεού· «θα περάσει από μπροστά σου ο Κύριος», συνεχίζει. «Θα ξεσηκωθεί άνεμος δυνατός, αλλά δεν θα είναι εκεί ο Κύριος. Θα ακολουθήσει σεισμός, ύστερα φωτιά, αλλά ούτε εκεί θα είναι. Και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής, κακεί Κύριος» (Γ΄ Βασ. 19: 11-12). Έχει πολλούς τρόπους να παρουσιάζεται ο Θεός στους αγίους του. Στον Αβραάμ παρουσιάστηκε με τρεις άνδρες, στον Ισαάκ εμφανίσθηκε τη νύκτα και στον Ιακώβ στον ύπνο του, στο Νώε φανερώθηκε με το ουράνιο τόξο, στο Δανιήλ σε νυχτερινό όραμα· ο Μωϋσής τον είδε στη φλεγομένη βάτο και αντίκρυσε «τα οπίσω» της δόξας του, ο Δαυϊδ τον αναγνώρισε σαν άγγελο, που χτύπησε το λαό με θάνατο και καθένας από τους προφήτες συνάντησε τον Θεό, όπως ο Θεός ευδόκησε και όπως ήταν συμφέρον, για τον προφήτη.

«Δια την πολλήν και απερινόητον ην έσχεν προς αυτούς αγάπην», εξηγεί ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, σμικρύνεται ο Θεός και σωματοποιείται, μικραίνει και παίρνει σώμα, μεταμορφώνεται και γίνεται αισθητός σ΄ αυτούς που τον αγαπούν, όχι όπως είναι, «αχώρητος γαρ, αλλά κατά την εκείνων χώρησίν τε και δύναμιν». Στον Ηλία, που το κήρυγμά του ήταν θύελλα και σεισμός και φωτιά, για το λαό του Θεού, ο Κύριος προτίμησε να εμφανισθεί με τον ήχο μιας απαλής αύρας. Έχουμε συνδέσει κυρίως την παρουσία του Θεού με συγκλονιστικά γεγονότα. Και περιμένουμε συνήθως την επίσκεψή του με αστραπές και βροντές, μέσα σε καπνούς και γνόφο. Αλλά ο Κύριος δεν εξαντλείται σ΄ αυτές τις μεγαλειώδεις και μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις. Μάλιστα, δεν αποτελεί η φοβερή όψη την καλύτερη εικόνα του ούτε είναι η οργή το αληθινό του πρόσωπο. «Μάθετε απ΄ εμού ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11: 29), μας αποκαλύπτει ο μονογενής Υιός του, ο Ιησούς Χριστός, που στο πρόσωπό του είδαμε, πράγματι, τον Κύριο. Το έλεος και η αγάπη του Πατέρα, η μακροθυμία, για τον αμαρτωλό και η γλυκύτητα, για το μετανοημένο είναι τα αληθινά του γνωρίσματα. Σαν αύρα λεπτή φυσά μέσα στις καρδιές των παιδιών του το πανάγιο Πνεύμα και τις δροσίζει, τις ξεκουράζει, τις καθαρίζει. Αλλά, για να αντιληφθούμε έτσι τη θεία επίσκεψη, χρειάζεται να διαθέτουμε τα ανάλογα αισθητήρια. Όπως ερμηνεύουν οι νηπτικοί πατέρες, ο Κύριος ενεργεί σαν αύρα λεπτή, χαρίζοντας φως και ειρήνη, στην καρδιά εκείνη μέσα στην οποία κατοικεί ο Χριστός και έχει προκόψει στο έργο της προσευχής. «Γι΄ αυτό το λόγο», γράφει ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης, «έλεγε ο Θεός προς τον Ηλία στο όρος Χωρήβ ότι ο Κύριος δεν είναι ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, δηλαδή σε επί μέρους ενέργειες της χάριτος, για τους αρχαρίους, αλλά σε αύρα λεπτή και φωτεινή· με αυτό υπέδειξε τίποτε δεν εμποδίζει σαν μέσα σε αύρα λεπτή, με την καθαρή δηλαδή κατάστασή σου και χωρίς να θορυβεί κανένα πάθος σου, να δεις νοερά αυτόν, που είναι αθέατος σε όλους, να σου γνωρίζει εναργέστερα τον εαυτόν του και να σου ευαγγελίζεται τη σωτηρία». Ο πνευματικός αγώνας και η άσκηση ευαισθητοποιούν την ψυχή του πιστού, ώστε να νιώθει πάνω του το άγγιγμα του Θεού σαν τρυφερό χάδι. Σε μια καρδιά ειρηνική, απαλλαγμένη από πάθη, και σε μια σκέψη καθαρή, φωτισμένη από την αλήθεια του Χριστού, ο Κύριος έρχεται και φανερώνεται γλυκύς και πράος μέσα από τις θύρες, που ανοίγει η Εκκλησία για τα μέλη της. Η χάρη των μυστηρίων, η προσευχή και ο λόγος του Θεού γίνονται ο χρόνος και ο τόπος, όπου ο Κύριος κλείνει και για μας συνάντηση μαζί του. Κι άλλοτε περνά σαν άνεμος σφοδρός, που διαλύει τα βουνά των παθών και συντρίβει τις πέτρινες καρδιές και από το φόβο καθηλώνει και νεκρώνει τη σάρκα. Άλλοτε περνά σαν σεισμός ή σαν σκίρτημα χαράς μέσα στα σπλάγχνα μας, όπως μαρτυρούν οι άγιοι πατέρες. Κι άλλοτε, στα γυμνασμένα με την αρετή πνεύματα, περνά σαν απαλή αύρα. Έτσι, ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής γράφει ότι ο λόγος της αγίας Γραφής για το διορατικώτερο νου, αυτόν που έχει νικήσει τη φύση και μπορεί να πιάσει τα μηνύματα του Θεού, είναι σαν να ξεντύνεται το σχήμα των ανθρωπίνων λέξεων και να απηχεί τα νοήματά του με φωνή αύρας λεπτής. Και ο άγιος Μακάριος πάλι ερμηνεύοντας το χωρίο λέει ότι ο Κύριος φανερώνει την παρουσία του «εν ειρήνη και ησυχία» και αναπαύεται στην προσευχή, που γίνεται με ειρήνη και κατάνυξη, όχι στην προσευχή που γίνεται με φωνές και ταραχή· «το μέρος τούτο ιδιωτών εστι», είναι γνώρισμα αρχαρίων, σημειώνει. Είναι γεγονός ότι όσοι αγαπούν θερμά τον Κύριο συγκινούνται περισσότερο από τα ελέη και τις ευλογίες του παρά από την οργή του. Αλλά κι ο ίδιος ο Θεός προτιμά να μας κάνει γνωστό τον εαυτό του δείχνοντάς μας την αγάπη του παρά χτυπώντας μας με τη δύναμή του. Εκείνη η συνάντησή του με τον Ηλία ήταν ένας έλεγχος, για τη βιαιότητα του προφήτη. Ο Θεός ήθελε να του πει και να μας διδάξει ότι δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά τη σωτηρία του. Αν και πολλές φορές τα σημεία της αποτομίας του για την αμαρτία του λαού είναι αναγκαία, εν τούτοις το πραγματικό έργο του Θεού μέσα στον κόσμο δεν εκτελείται με τέτοια μέσα. Το συγκλονιστικώτερο γεγονός του κόσμου, η γέννηση του Χριστού, που σήμανε την σωτηρία μας, έγινε με τον πιο αθόρυβο και ταπεινό τρόπο, μέσα σε μια φάτνη ενός χωριού. Όπως φυσά μαλακά η αύρα, έτσι ήλθε ο Κύριος ανάμεσά μας, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι τα λόγια εκείνα στον προφήτη Ηλία ήταν μια προφητεία για την ενανθρώπηση του Θεού. Αργότερα οι μαθητές του Χριστού είδαν τον Ηλία πάνω στο όρος της Μεταμορφώσεως να συζητά με τον Κύριο για την έξοδό του «εκ του κόσμου τούτου», που θα γινόταν πάλι ταπεινά κι αδύναμα, αλλά που αυτή θα μεταμόρφωνε την καρδιά του ανθρώπου. Ο Θεός άλλη μια φορά, για να μας μιλήσει και να μας πείσει, δεν άλλαξε τους βροντερούς ήχους της δυνάμεώς του, αλλά τους γλυκείς ψιθύρους της αγάπης του, που τον έφερε μέχρι το σταυρό.

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Πρεσβύτερος Ευστάθιος Κολλάς : Aδελφοί· «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι… αγιάσατε πόλεμον… ότι αι ημέραι πονηραί εισί» (Αγία Γραφή)

Έξω και πέρα, παντελώς ξένες προς τις αρχές, το έργο και τις Παραδόσεις του Θεόσδοτου Συνοδικού Συστήματος διοίκησης της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι οι «Διαθρησκευτικές Συνάξεις, Συνδιασκέψεις, Συναντήσεις, Διεθνή Συνέδρια». Είναι επικίνδυνα δαιμονικά εφευρήματα, που καλλιεργούνται και καθοδηγούνται από τον διεθνή Μασονικό Οικουμενισμό και δυστυχώς πλασάρονται, με ύπουλους και καταχθόνιους τρόπους και μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας μας, από ανάξιους της αποστολής τους υψηλόβαθμους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση από Ρωσικό βιβλίο με τίτλο: "ΖΕΚ-18376" το νούμερο που είχε ο στάρετς Αρσένιος...

Ήταν βράδυ. Η παράγκα είχε κλειδωθεί. Έξω ό άνεμος φύσαγε άγριος και το χιόνι είχε καλύψει τα παράθυρα. Μέσα η ατμόσφαιρα ήταν υγρή και αποπνικτική, ωστόσο ζεστή. Τα χαμηλωμένα φώτα δημιουργούσαν ένα μελαγχολικό μισοσκόταδο, πού έκανε πιο βαρύ το αίσθημα της μοναξιάς, πιο καταθλιπτικό το σκοτάδι της ψυχής. 

Κάποιες μικροπαρέες συζητούσαν χαμηλόφωνα. Μερικοί παίζανε στο ντόμινο ή στα χαρτιά το αυριανό τους συσσίτιο. Και οι περισσότεροι προσπαθούσαν ν' αποκοιμηθούν, μάταια όμως, αφού δεν τους άφηναν μήτε των άλλων οι φωνές μήτε οι δικοί τους λογισμοί. 
Λίγο πιο πέρα άπ' το κρεβάτι του π. Αρσενίου, γύρω από έναν ξαπλωμένο κρατούμενο, μαζεύτηκαν πέντ'- έξι άτομα. Και σε λίγα λεπτά φούντωσε η λογομαχία. Το θέμα, βλέπετε, ήταν καυτό: οι κρατούμενοι και η κρατική εξουσία.
 
Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας είχαν συγκεντρωθεί είκοσι άνθρωποι, ανάμεσα τους παλαιά στελέχη του Κόμματος, διανοούμενοι, επαγγελματίες, οπαδοί του Βλάσσωφ*. Τα αίματα άναψαν.
 
* Ό στρατηγός Βλάσσωφ, ό «Κουΐσλινγκ της Ρωσίας», συνεργάστηκε στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με τους Γερμανούς, επικαλούμενος «τα δεινά του κομμουνισμού» και ιδιαίτερα τις τρομοκρατικές μεθόδους του Στάλιν.
 
- Γιατί μας φυλάκισαν; Χωρίς λόγο! Που είναι η δικαιοσύνη; "Ολοι τους πρέπει να τουφεκιστούν!
 


Τα πρόσωπα ήταν εξαγριωμένα, τα νεύρα τεντωμένα, τα λόγια ανεξέλεγκτα. Μόνο τρεις-τέσσερις πρώην κομματικοί - αδιόρθωτα ρομαντικοί ιδεολόγοι - προσπαθούσαν ν' αποδείξουν στους άλλους, ότι τα συνταρακτικά γεγονότα που ζούσαν, οφείλονταν σε ένα τραγικό λάθος· διότι αργά ή γρήγορα όλα θα τακτοποιούνταν ότι οι συλλήψεις και οι εκκαθαρίσεις οφείλονταν σε πλεκτάνες παρασιτικών στοιχείων ότι ό Στάλιν δεν ήταν υπεύθυνος για όλα αυτά, αλλά είχε εξαπατηθεί.
 
- Έξαπατηθεί.  Μα έχουν φυλακίσει τη μισή Ρωσία! Εδώ έχουμε οργανωμένο σχέδιο εξαφανίσεως των ηγετικών στελεχών, διαμαρτυρήθηκε κάποιος.
 
- Ό Στάλιν τα ξέρει όλα! Με δικές του εντολές γίνονται! πρόσθεσε ένας άλλος.
 
Πιο οργισμένος άπ' όλους ήταν ένας κρατούμενος πού είχε καταδικαστεί για άντισοβιετική προπαγάνδα και απόπειρα δολοφονίας του Στάλιν. Το πρόσωπο του είχε παραμορφωθεί, η φωνή του έτρεμε, τα μάτια του γυάλιζαν.
 
Οι οπαδοί του Βλάσσωφ, πάλι, έβριζαν και απειλούσαν και βρυχιόντουσαν σαν τα θηρία στο κλουβί.
 
- Να τα ξεκάνουμε, να τα κρεμάσουμε, να τ' αφανίσουμε τα καθάρματα του Κόμματος! ,..
 
"Ενας άπ' αυτούς πιάστηκε στα χέρια με τον πρώην γραμματέα μιας κομματικής επιτροπής του Λένινγκραντ, μαχητικό μπολσε-βίκο από την επανάσταση του 1917, πού είχε πέσει σε δυσμένεια και είχε καταλήξει στο Ειδικό.
 
- Προδότη! φώναζε ό μπολσεβίκος στο δοσίλογο. "Επρεπε να σε είχαν τουφεκίσει για τη συνεργασία σου με τους Γερμαναράδες,
 
κι εσύ ακόμα ζεις!
 
- Τί να σου κάνω, δεν έπεσες στα χέρια μου! απαντούσε ο άλλος. Θα σε κρέμαγα! Θα σ' έλιωνα! Δεκάδες σαν κι εσένα ξεπάστρεψα, γι' αυτό μ' έστειλαν εδώ. Να όμως πού κι εσύ, ενώ τόσα χρόνια τους έγλειφες, ψοφάς εδώ μαζί μου σαν προδότης!
 
-Εγώ προδότης; Εγώ ρε; Εγώ πού στήριξα τη σοβιετική εξουσία;...
 
-Τί "εγώ" κι "εγώ" μου κοπανάς; Είσαι ή δεν είσαι φυλακισμένος σαν προδότης; Αυτό έχει σημασία. Να τη χαίρεσαι, λοιπόν, την εξουσία σου!
 
Μερικοί γελούσαν, μα η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
 
- Γκρεμίσατε τις εκκλησιές! Ποδοπατήσατε την πίστη! πέταξε κάποιος στον μπολσεβίκο.
 
Τότε ένας άλλος από τους συγκεντρωμένους, βλέποντας τον π. Αρσένιο να κάθεται στο κρεβάτι του, φώναξε;
 
- Έ, Πέτρε Άντρέγιεβιτς! Πες μας τη γνώμη σου γιά τη σχέση εξουσίας και Εκκλησίας.
 
Ο π. Αρσένιος δεν αποκρίθηκε. Πετάχτηκαν όμως δυο παλληκαράδες από την παρέα καί τον έφεραν σχεδόν σηκωτό ανάμεσα στους άλλους.
 
Ο μπολσεβίκος αμέσως σώπασε. Είχε φιλικές σχέσεις με τον π. Αρσένιο καί ήξερε τί είχε τραβήξει στίς φυλακές και τα στρατόπεδα.
 
Όλοι περίμεναν πώς ο παππούλης θα ήταν καταπέλτης για τη σοβιετική εξουσία· όλοι, και πρώτος ο Ζιτλόφσκυ.
 
Ο Αρκάδιος Συμεώνοβιτς Ζιτλόφσκυ στο παρελθόν ήταν δημοσιογράφος, στη συνέχεια ανέλαβε τη διοίκηση μονάδας του Κόκκινου στρατού, και τέλος αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του στρατού των δοσιλόγων. Άνθρωπος σκληρός αλλά και ικανός, ασκούσε μεγάλη επιρροή σ' όλους τους κρατούμενους οπαδούς του Βλάσσωφ. Αυτοί αποτελούσαν ξεχωριστή ομάδα μέσα στο στρατόπεδο, πού δεν είχε σχέσεις με καμιάν άλλη. Τίποτα και κανένα δεν φοβόντουσαν. Το τέλος τους το γνώριζαν. Φανατικοί αντί-κομμουνιστές, είχαν αποφασίσει να πεθάνουν για την ιδεολογία τους.
 
- Έλα, παππούλη, βγάλ' τα όλα στη φόρα!
 
Μετά από μικρή σιωπή, ο π. Αρσένιος είπε ήρεμα:
 
-Πολύ έντονη αντίθεση έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σας. Έντονη και μισάδελφη. Είναι δύσκολη, βαρειά, αφόρητη η ζωή μέσα στο στρατόπεδο. Γνωρίζουμε που θα καταλήξουμε. Γι' αυτό έχουμε γίνει τόσο σκληροί. Όλα μπορούμε, αν θέλουμε, να τα εξηγήσουμε και να τα δικαιολογήσουμε. Σε καμιά περίπτωση δεν έχουμε το δικαίωμα να κακοποιούμε και να σφάζουμε.
 
Σας άκουσα να κατηγορείτε την εξουσία, το σύστημα, τους ανθρώπους. Κι εμένα με κουβαλήσατε εδώ μόνο και μόνο για να βρείτε έναν σύμμαχο, πού θα σας βοηθήσει να ενοχοποιήσετε την άλλη πλευρά. Λέτε, λοιπόν, πως ο κομμουνισμός γκρέμισε εκκλησίες, φυλάκισε πιστούς, πολέμησε την Εκκλησία. Ναι, έτσι είναι. Ας εξετάσουμε όμως τα πράγματα συνολικότερα και βαθύτερα. Ας ανατρέξουμε σε όσα προηγήθηκαν. Πολύ πρωτύτερα ο λαός μας είχε χάσει την πίστη του, είχε περιφρονήσει την παράδοση του, είχε λησμονήσει την ιστορία του, είχε αρνηθεί τα ιερά και τα όσιά του. Ποιος φταίει γι αυτό; Η τωρινή εξουσία; Εμείς φταίμε! Και τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε...
 
Ας θυμηθούμε, τι παράδειγμα έδιναν στο λαό οι διανοούμενοι, οι ευγενείς, οι έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι· και προπαντός,
 τί παράδειγμα δίναμε εμείς, οι κληρικοί. Ήμασταν οι χειρότεροι άπ' όλους! Γι' αυτό και των παπάδων τα παιδιά, βλέποντας μέσα στις οικογένειες τους την ανηθικότητα και τη φιλοχρηματία, γίνονταν οι πιο φανατικοί άθεοι, οι πιο μαχητικοί επαναστάτες. Πολύ πριν από την επανάσταση του 1917 ο κλήρος είχε χάσει κάθε δυνατότητα καθοδηγήσεως του λάου. Είχε γίνει - αλίμονο! -μια κάστα επαγγελματιών, οπού βασίλευαν η απιστία καί η διαφθορά. Από το πλήθος των μοναστηριών της πατρίδας μας, μόνο πέντ'-εξι ήταν φωτεινοί φάροι του χριστιανισμού και του πνεύματος: το Βάλαμο, η Όπτινα με τους μεγάλους στάρτσι, το Ντιβέγιεβο, το Σάρωφ και ίσως ένα-δύο ακόμα. Στά υπόλοιπα όχι μόνο την πίστη και την αρετή δεν συναντούσε κανείς, αλλά και σκανδαλιζόταν από το κοσμικό φρόνημα και την ανόητη επιδεικτικότητα. 
Τί μπορούσε να πάρει ο λαός από τέτοιους ρασοφόρους, από τέτοιους δήθεν εκπροσώπους του Θεού; Εμείς τον σπρώξαμε στην επανάσταση, γιατί δεν του δώσαμε το καλό παράδειγμα. Δεν του εμπνεύσαμε την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την ταπείνωση. Μην τα ξεχνάτε όλα αυτά, μην τά ξεχνάτε! Γι' αυτό μας εγκατέλειψε τόσο εύκολα ο λαός.
 
Γι' αυτό αρνήθηκε μαζί μ' εμάς και το Θεό. Γι' αυτό γκρέμισε τις εκκλησιές.
 
Δεν μπορώ, λοιπόν, να κατηγορήσω την εξουσία, το σημερινό καθεστώς. Γιατί οι σπόροι της αθεΐας έπεσαν τότε στο έδαφος πού εμείς οι ίδιοι είχαμε προετοιμάσει με τα λάθη μας και τον ξεπεσμό μας. Αυτή ήταν η αιτία και η αρχή του κάκου. Όλα όσα ακολούθησαν, ακόμα και τούτο το στρατόπεδο και το μαρτύριό μας και οι άσκοπες θυσίες τόσων αθώων ανθρώπων, δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συνέπειες. Φοβερά, βέβαια, όσα συμβαίνουν, αλλά, σαν πατριώτης και ιερέας, πρέπει να πω και σ' εσάς ό,τι έλεγα πάντα στα πνευματικά μου παιδιά: Την πατρίδα μας, σ' οποία κατάσταση κι αν βρίσκεται, πρέπει να την αγαπάμε, να την υποστηρίζουμε, να την υπερασπιζόμαστε. Τα σημερινά δεινά θα περάσουν. Όλα κάποτε θα διορθωθούν...
 
-Χαριτωμένος είσαι, παππούλη, σφύριξε με σφιγμένα δόντια ο Ζιτλόφσκυ. Λυντσάρισμα σου χρειάζεται γι αυτό το σιχαμερό κήρυγμα! Μας κάνεις τον άγιο, μα τώρα έδειξες πώς είσαι ένας άθλιος προπαγανδιστής. Για το Ειδικό δουλεύεις!
 
Δυο χεροδύναμοι άρπαξαν αμέσως τον π. Αρσένιο και τον απομάκρυναν βίαια από την ομήγυρη.
 
Ο καβγάς κράτησε λίγο ακόμα, σιγά-σιγά όμως η παρέα άρχισε να διαλύεται. Η ώρα ήταν περασμένη κι έπρεπε όλοι να ξεκουραστούν.
 
Από την άλλη μέρα κιόλας μερικοί σκληροπυρηνικοί της ομάδας του Ζιτλόφσκυ άρχισαν να παρακολουθούν και να ταλαιπωρούν τον π. Αρσένιο. Δυο φορές τον ξεμονάχιασαν και τον ξυλοκόπησαν. Μια νύχτα έχυσαν ούρα πάνω στο κρεβάτι του. Πολλές φορές του άρπαξαν το φαγητό και τον άφησαν νηστικό.
 
Μετά άπ' αυτά τα περιστατικά οι φίλοι του αποφάσισαν να τον προστατέψουν. Πώς όμως;...
 
Κάποιο βράδυ ένας άνθρωπος του Ζιτλόφσκυ, ο Ζόρα Γρηγορένκο από το Κίεβο, πλησίασε τον π. Αρσένιο.
 
-Έλα, παπά! Σέ θέλει ο αρχηγός.
 
Ό παππούλης τον ακολούθησε χωρίς αντίρρηση.
 
Ό Ζιτλόφσκυ ήταν ξαπλωμένος νωχελικά στο κρεβάτι του και μιλούσε στους συντρόφους του, που τον περιτριγύριζαν.
 
- Με ποιους είσαι, παπά; ρώτησε τον π. Αρσένιο. Μ' εμάς ή με τους μπολσεβίκους είσαι, ψυχή πουλημένη; Δουλεύεις για το Ειδικό Τμήμα, ε; Εξομολογείς τ' αδέρφια μας και μετά τα καρφώνεις σ' αυτούς τους... Θα σε περιποιηθούμε! Θα σε ξεκάνουμε, για να παραδειγματιστούν οι όμοιοί σου. Έλα, Ζόρα! Ανάλαβέ τον! Πρώτα, όμως, άφησέ τον ν' απολογηθεί.
 
Ό Ζόρα Γρηγορένκο ήταν αντιπαθητικός σε όλους. Γεροδεμένος, πλατύσωμος, κοντόλαιμος, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από κάποιο παλαιό τραύμα, προξενούσε ένα αίσθημα αποστροφής. Σύμφωνα με κάποιες φήμες, οι Γερμανοί τον χρησιμοποιούσαν σαν εκτελεστή των πατριωτών πού καταδίκαζαν σε θάνατο.
 
Ό π. Αρσένιος κοίταξε ατάραχα τον Ζιτλόφσκυ.
 
- Ή ζωή των ανθρώπων δεν είναι στα χέρια σας, είπε με σταθερή φωνή, αλλά στα χέρια του Θεού. Μ' εσάς, πάντως, δεν συμμαχώ!
 
Κάθησε σ' ένα κρεβάτι απέναντι από τον Ζιτλόφσκυ.
 
-Μη με απειλείτε, συνέχισε. Δεν φοβάμαι! Δεν περνάνε σ' εμένα μήτε οι απειλές μήτε οι αγριάδες μήτε οι ξυλοδαρμοί. Ο Κύριος έχει καθορίσει με ακρίβεια τόσο το μήκος του επίγειου δρόμου όσο και το μέτρο των βασάνων κάθε άνθρωπου.  Αν λοιπόν ο δικός μου δρόμος διακοπεί εδώ και τώρα, αυτό θα είναι το θέλημα του Θεού. Και το θέλημα του Θεού δεν μπορεί κανένας να το αλλάξει, ούτε εσείς ούτε  εγώ. Εκείνο όμως που έχει σημασία, εκείνο πού πρέπει να μας φοβίζει όλους, είναι ότι θα σταθούμε μπροστά στο κριτήριό Του και θα λάβουμε την ανταπόδοση των πράξεων μας... Εγώ πιστεύω στο Θεό και τον άνθρωπο. Πιστεύω και θα πιστεύω ως την τελευταία μου πνοή. Εσείς σε τι πιστεύετε; Που είναι ο Θεός σας; Λέτε ότι θέλετε να προστατέψετε τους αδικημένους και τους καταπιεσμένους. Ωστόσο δεν κάνατε παρά αρπαγές, λεηλασίες, σφαγές, φόνους. Ρίξτε μια ματιά στα χέρια σας. Είναι ματοβαμμένα!...
 
Ο Ζιτλόφσκυ σήκωσε αμήχανα τα χέρια του και τα κοίταξε με μάτια γουρλωμένα. Ύστερα κάρφωσε το αγριεμένο βλέμμα του στον π. Αρσένιο.
 
- Πολλά λες! ούρλιαξε, καθώς τα χέρια του έπεφταν βαριά πάνω στα γόνατα.
 
- Αρκάδιε Συμεώνοβιτς! ακούστηκε από τα πάνω κρεβάτια η φωνή του Γρηγορένκο.
 
Ο παπαδάκος πήρε φόρα. Έχει έμπνευση.
 
Λες να μας κάνει καμιά διάλεξη;
 
- Σκάσε, Γρηγορένκο! τον έκοψε ο Ζιτλόφσκυ. Άστον να τα πει προτού ψοφήσει.
 
Οι παπάδες είναι σαν τους σοβιετικούς συνδικαλιστές, μια ζωή γλωσσοκοπάνε!
 
Ο π. Αρσένιος συνέχισε, αγνοώντας τα ειρωνικά σχόλια.
 
- Λέτε ότι πιστεύετε, αλλά σε τι; Βασανίσατε και σκοτώσατε τόσους ανθρώπους. Ποιος
 σας έδωσε αυτό το δικαίωμα; Αναγνωρίζετε τον Ντοστογιέφσκυ σαν μεγάλο συγγραφέα, παραδέχεστε ότι εκφράζει την ψυχή του ρώσικου λαού. Για θυμηθείτε, λοιπόν, τι περίπου λέει ο Ντοστογιέφσκυ με το στόμα του ετοιμοθάνατου στάρετς Ζωσιμά, στους Αδελφούς Καραμάζωφ: "Να μη μισείτε τους άθεους, τους κήρυκες του κάκου, τους υλιστές, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλοί καλοί, προπαντός στην εποχή μας. Ν' αγαπάτε το λαό του Θεού... Να πιστεύετε και να κρατάτε ψηλά τη σημαία". Η δική σας ζωή, όμως, είναι γεμάτη από πράξεις μίσους και κακίας. Έχετε ακόμα χρόνο να σκεφθείτε, να προβληματισθείτε και να διορθωθείτε. 
Ο π. Αρσένιος σηκώθηκε και έκανε να φύγει για το κρεβάτι του, μα την ίδια στιγμή ο Γρηγορένκο, μ' ένα σάλτο, έπεσε πάνω του και τον έπιασε από το λαιμό. Θα τον έπνιγε, ναι!
 
Τότε, μέσα στο μισοσκόταδο, εμφανίστηκε η θεόρατη και ρωμαλέα σιλουέτα του Ναύτη. Τον έλεγαν έτσι, γιατί ήταν πράγματι ναύτης από την Οδησσό, πού είχε καταδικαστεί σε δεκαπενταετή κάθειρξη για πολιτικούς λόγους. Πάντα ξέγνοιαστος, πρόσχαρος και καλοσυνάτος, είχε αποκτήσει τη συμπάθεια όλων. Στο στρατόπεδο, παρά τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως, είχε παράδοξα διατηρήσει την υγεία και τη δύναμή του.
 
Με μερικές δυνατές σπρωξιές ο Ναύτης πέρασε μέσ' από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του Ζιτλόφσκυ, άρπαξε τον Γρηγορένκο, τον σήκωσε ψηλά σαν σακκί και τον πέταξε πάνω στους συντρόφους του.
 
- Ξέχασες, μικρέ, ότι εδώ είναι Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος και όχι αστυνομικό τμήμα των Γερμανών, του είπε με τη χαρακτηριστική προφορά της Οδησσού.
 
Ύστερα στράφηκε στον Ζιτλόφσκυ.
 
-Φρόντισε να περιμαζέψεις τους γερμανόδουλους φίλους σου, αλλιώς θα σας σφάξουμε όλους. Ακούς; Όλους!...
 
Ο Ζιτλόφσκυ και οι σύντροφοί του τα χρειάστηκαν, γιατί στο μεταξύ είχαν πλησιάσει και άλλοι κρατούμενοι με άγριες διαθέσεις.
 
-... Όσο για σένα, Γρηγορένκο, μην ξαναπλώσεις χέρι στον Πέτρο Αντρέγιεβιτς, γιατί χάθηκες! Θα σε τσακίσω! Θα σε κάνω κεφτέ!... Πάμε να φύγουμε, Πέτρε Άντρέγιεβιτς, γιατί τους δίνουμε στα νεύρα. Σας εκφράζω την εκτίμησή μου, και εύχομαι να ξανασυναντηθούμε κάτω από καλύτερες συνθήκες.
 

Σε τρεις εβδομάδες ο Ζόρα Γρηγορένκο μεταφέρθηκε σε άλλη παράγκα. Ο Ζιτλόφσκυ ησύχασε καί μαλάκωσε, οι αψιμαχίες όμως ποτέ δεν σταμάτησαν μέσα στο θάλαμο.