Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ο Όσιος Θεόκτιστος ο συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ, συνασκητού του Μεγάλου Ευθυμίου.                                                                                                                         
Θεόκτιστος, ο Όσιος και μέγας πατήρ ημών, επειδή παιδιόθεν ηγάπησε τον Θεόν, δια τούτο αφήκε την πατρίδα και τους συγγενείς του, και μετέβη εις τους ιερούς και Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ· φθάσας δε εις την Λαύραν την επονομαζομένην Φαράν, ήτις ήτο μακράν από τα Ιεροσόλυμα εξ μίλια, εύρεν εν κελλίον, μέσα εις το οποίον κλείσας τον εαυτόν του, ανδρείως ηγωνίζετο εναντίον των παθών και δαιμόνων· τότε δε και ο μέγας Ευθύμιος αφήσας τον κόσμον ήλθε και κατώκησε μετά του Οσίου τούτου Θεοκτίστου και ησύχαζεν· ο έρως όθεν, ον είχον και οι δύο δια να αποκτήσουν τας αυτάς αρετάς, και η κοινωνία των αυτών ασκητικών αγώνων, τόσον ήνωσαν με τον δεσμόν της αγάπης τους δύο τούτους Οσίους, ώστε ο εις ευρίσκετο μέσα εις την ψυχήν του άλλου και εις όλα τα πράγματα και οι δύο είχον τα αυτά φρονήματα, και οι δύο εποίουν τα αυτά έργα. Δια τούτο και μετά την απόδοσιν της εορτής των Θεοφανείων είχον συνήθειαν και οι δύο να απέρχωνται εις την ένδον βαθυτέραν έρημον και εκεί έμενον ησυχάζοντες έως εις την εορτήν των Βαϊων· και τότε επέστρεφον πάλιν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού δε διήλθον ούτω επί πέντε έτη, εξήλθον και πάλιν τον πέμπτον χρόνον εις την έρημον κατά τον συνηθισμένον καιρόν, και ευρόντες μέγα σπήλαιον κατά τον βορεινόν κρημνόν τού εκείσε ευρισκομένου Ξηροποτάμου, έκαμαν εκεί την κατοικίαν των· και εις πολύ διάστημα καιρού έζων μόνον με αγρίας βοτάνας, έως ου η αρετή των και άσκησις κατέστησαν αυτούς φανερούς εις τους ανθρώπους· όθεν και παρεκινήθησαν τινές και έφερον εις αυτούς τας αναγκαίας τροφάς. Επειδή δε προσέτρεξαν πολλοί αδελφοί από διαφόρους τόπους και επεθύμουν να ζήσουν ομού με τους Οσίους, τούτου ένεκα έγινεν εκεί Κοινόβιον, του οποίου ήτο προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος έως τέλους της ζωής του. Όθεν και έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς ανθρώπους, τόσον με την πειθώ των γλυκυτάτων λόγων του, όσον και με τον καθαρόν και ασκητικόν βίον του· ο δε Άγιος Ευθύμιος ησύχαζεν εις εν κελλίον, το οποίον ήτο πλίγον μακράν από το Κοινόβιον του Θεοκτίστου· πλησίον δε εις το κελλίον έκτισε και ο θείος Ευθύμιος μεγάλην Λαύραν· και όσοι ήρχοντο εις αυτόν δια να γίνουν Μοναχοί, τους έστελλεν εις το Κοινόβιον του μεγάλου Θεοκτίστου, καθώς ύστερα από πολλούς χρόνους έστειλεν εις αυτό και τον Όσιον και Ηγιασμένον Σάββαν, όστις προσελθών εις τον Ευθύμιον παρεκάλει αυτόν να τον δεχθή· έστειλε δε τούτον ο Ευθύμιος εις τον μέγαν Θεόκτιστον, διότι ο Σάββας ήτο ακόμη νέος και αγένειος· όθεν τον διώρισε να ζη εις την υποταγήν του Θεοκτίστου και να μανθάνη παρ’ αυτού τα της μοναδικής φιλοσοφίας μαθήματα. Εγένετο όθεν και ο Άγιος ούτος Θεόκτιστος μέγας και ονομαστός ες όλους, καθώς εγένετο μέγας και ο Άγιος Ευθύμιος, και εδείχθη εις τους ανθρώπους τύπος και κανών πάσης αρετής· φθάσας δε εις βαθύ γήρας, και πλήρης ημερών γενόμενος, έπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν, από την οποίαν απήλθεν προς Κύριον· εκηδεύθη δε και ετάφη οσίως το όσιον αυτού λείψανον από χείρας Οσίων, δηλαδή τόσον του μεγάλου Ευθυμίου, όστις τότε ήτο ενενήκοντα ετών, όσον και του εν Αγίοις Πατριάρχου Ιεροσολύμων Αναστασίου, κατά την τρίτην του παρόντος μηνός εν έτει υνα΄ (451). 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

O Αγιος Ιερομάρτυς Άνθιμος Επίσκοπος Νικομηδείας

Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΝΘΙΜΟΥ Επισκόπου Νικομηδείας.                                                                                                                    

Άνθιμος ο Μάρτυς και Επίσκοπος εγεννήθη εις την περίφημον πόλιν της Νικομηδείας, από ευσεβών και ευγενών κλάδων αναβλαστήσας, καλούς δε και αυτός προσενέγκας καρπούς, ευωδίαζε πάσαν την Εκκλησίαν ως εύοσμον άνθος, διότι ευθύς μεν ως την πρώτην ηλικίαν των νηπίων παρήλθεν, ήνθιζον εις αυτόν πάσα θεία χάρις και ήθη χρηστά, αλλά και ως παιδίον ήτο δια πολλής συνέσεως κατηρτισμένος. Ότε δε πάλιν έφθασε και εις την ανδρικήν ηλικίαν, τας των ανδρών αρετάς επεμελείτο και εκυριάρχει της γαστρός, εκράτει του θυμού και των σαρκικών επιθυμιών και την κοσμικήν φαντασίαν απεστρέφετο, αλλά και την μητέρα των αρετών, την αγάπην, φιλοπόνως ειργάζετο, άπας δε ο καιρός του ήτο ασχολία προσευχής και τήρησις των θείων εντολών, ώστε καθ’ όλον τον βίον αυτού, απέχων από πάσαν ματαίαν διασκέδασιν, εντελώς ειργάζετο την αρετήν. Δια τοσαύτης δε ταπεινοφροσύνης ήτο κεκοσμημένος, ώστε, όταν έβλεπον αυτόν οι φιλάρετοι άνδρες, κατενύγοντο αι ψυχαί αυτών και επεμελούντο και αυτοί την πρόοδον της αρετής. Επειδή όθεν έζη ούτω και είχε την ιδίαν αυτού αρετήν ως πολυφωνότατον κήρυκα, δεν ήτο δυνατόν να κρύπτηται και να διαφεύγη της προσοχής των ανθρώπων· δια τούτο και επί τον υψηλόν βαθμόν της Ιερωσύνης ανήγαγον αυτόν και ύμνει εν Πρεσβυτέρων καθέδρα τον Κύριον και ηυλόγει τον Θεόν. Δεν ήλθεν όμως αμέσως εις τον της Ιερωσύνης βαθμόν, ούτε απ’ αρχής του βίου αυτού προεμελέτα αυτήν, αλλ’ αφ’ ου πρότερον εις πολλούς ενδιέπρεψε βαθμούς και ετίμησεν αυτούς αξίως με πάσαν αρετήν, υπό πάντων δε τούτων εμαρτυρήθη ότι ήτο άξιος του βαθμού της Ιερωσύνης και ούτω του μεγάλου τούτου αξιώματος επέβη. Δεν επεδίωξε δε την τιμήν, ουδέ ήρπασεν αυτήν, αλλ’ υπ’ εκείνης μάλλον κατελήφθη, αν και σφόδρα απεμακρύνετο απ’ αυτής δια το μέγεθος της ταπεινώσεως αυτού. Ότε δε μετέστη εις Κύριον ο τότε Επίσκοπος Νικομηδείας Κύριλλος, εχήρευε δε ποιμένος η Εκκλησία και την ερημίαν της επένθει πικρώς και εθρήνει την συμφοράν της, τότε οι πρόκριτοι των Νικομηδέων μετά του Εκκλησιαστικού Κλήρου απεφάσισαν ομοφώνως, όπως αναδείξωσιν Επίσκοπον αυτών τον ιερώτατον Άνθιμον. Εισελθόντες όθεν εις την Εκκλησίαν εδέοντο θερμώς εις τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς, εάν τούτο αρέσκη και εις Αυτόν και εάν θα έχωσιν επιμαρτυρούσαν την άνωθεν ψήφον. Ευθύς δε μέγ και θαυμαστόν φως περιήστραψε πάντας, φωνή δε θεία ηκούσθη προσμαρτυρούσα υπέρ του Ανθίμου και επικυρούσα την ψήφον αυτών, προτρέπουσα έτι αυτούς, ίνα φέρωσιν εις πέρας το ταχύτερον την απόφασιν ταύτην. Εκ Θεού όθεν εκλεγείς ο θείος Άνθιμος ανέλαβε τους οίακας της Εκκλησίας και απέλαβεν ο θρόνος τον άξιον και καλόν ποιμένα, όστις αυτόν κατεκόσμησεν, η δε Εκκλησία, αποθέσασα την λύπην και κατήφειαν, εστολίσθη με την ευπρέπειαν και λαμπρότητα, επιτυχούσα κατά τον Απόστολον Παύλον τον ανεπίληπτον και σοφόν επιστάτην. Ο δε Άνθιμος, ως αγαθός κυβερνήτης, όλην την προσοχήν αυτού επέστησε προς τούτον μόνον τον σκοπόν, όπως τον χαλεπόν της ασεβείας κλύδωνα καταπραϋνη και τας ψυχάς των συμπλεόντων εις τον λιμένα του Θεού καθορμήση. Ταύτα είδεν ο Ίνδης εκείνος μετά της Δόμνης, οίτινες ήσαν θαυμαστοί και αξιέπαινοι, διότι αυτοί μεν τον βασιλέα και τα περί τον βασιλέα πάντα κατέλιπον και παρέλαβον την ευσέβειαν, αμφότεροι τον κοινόν Βασιλέα πλουτήσαντες. Αλλ’ ουδέ ο Γλυκέριος και ο Θεόφιλος έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της διδαχής του Αγίου, ικανή δε απόδειξις είναι ότι και ούτοι τον υπέρ Χριστού θάνατον έλαβον, αλλά και πολλοί άλλοι δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της σπουδής του Αγίου, διότι και ούτοι πάντες υπέρ Χριστού δια πυρός ετελειώθησαν. Ούτω θεοφιλώς του Αγίου πορευομένου, εγείρεται αίφνης χειμών χαλεπώτατος και επειδή η καταιγίς ενέπεσε σφοδροτέρα παρά ποτέ, πάντας τους Χριστιανούς κατέδυσε. Διότι επστρέψας ο Μαξιμιανός νικητής από του κατά των Αιθιόπων πολέμου εν έτει 306, διέταξεν ευθύς πάντας κοινώς όπως συναχθώσιν εις Νικομήδειαν, δια να θυσιάσωσιν εις τους θεούς του. Εκηρύχθη όθεν τότε εκείνος ο βαρύτατος και μέγιστος διωγμός των Χριστιανών, όστις επροχώρει καθημέραν καθ’ άπασαν την γην. Όθεν άλλοι μεν των Χριστιανών έφευγον εις τα όρη και σπήλαια, άλλοι παντοιοτρόπως δε εθανατώνοντο, και αι μεν Ιεραί Μοναί ηρημούντο, των δε Παρθένων τα Ησυχαστήρια παντελώς κατηδαφίζοντο. Τότε οι δήμιοι ως άγρια θηρία ήρπασαν και μίαν Παρθένον υπέρλαμπρον ψυχή τε και σώματι, ονόματι Θεοφίλην, καθώς ήτο και εις την πράξιν, την οποίαν ωδήγησαν βιαίως εις το εργαστήριον τής ύβρεως. Αύτη δε η μακαρία, βλέπουσα προς τον ουρανόν, εβόησε μετά δακρύων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο έρως, το φως μου και ο φύλαξ της ζωής μου, ίδε την νυμφευθείσαν σοι, Νυμφίε μου άμωμε, και λύτρωσαί με από των θηρίων τούτων, φύλαξόν δε την παρθενίαν μου άσπιλον εις δόξαν και αίνον του παντοδυνάμου σου ονόματος». Ανεγίνωσκε δε το Ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε εκ των ασεβών εισήλθεν εις τον οίκον, ίνα πράξη την επιθυμίαν αυτού και ευθύς τρέμων απέθανεν. Ακολούθως εισήλθεν άλλος και είδε φως ανείκαστον και εκ της λαμπρότητος του φωτός έμεινε τυφλός. Τούτο δε έπαθον και άλλοι πολλοί· όσοι όμως εισήλθον με σωφροσύνην εις τον οίκον, είδον ωραίον και υπέρλαμπρον Άγγελον, ιστάμενον εκ δεξιών αυτής, και εγένοντο έντρομοι, ιδόντες τοιούτο παράδοξον θαύμα, εξελθόντες δε εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε θείος Άγγελος λαβών την Παρθένον εκ της αισχράς εκείνης οικίας αμόλυντον εξήλθε μετ’ αυτής πορευόμενος και την ωδήγησεν εις την Εκκλησίαν των πιστών, ειπών προς αυτήν· «Ειρήνη σοι». Η δε εκθαμβουμένη και χαίρουσα έκρουσε την θύραν και εισήλθεν εις την Εκκλησίαν. Εκείνην δε την νύκτα ο Ιεράρχης Άνθιμος μεθ’ όλων των Χριστιανών εώρταζε τα Γενέθλια του Χριστού εν τη Εκκλησία· ιδόντες δε ούτοι ανελπίστως την Θεοφίλην εθαύμαζον. Αύτη δε και οι εκ ταύτης πιστεύσαντες διηγήθησαν πάντα όσα ο Παντοδύναμος Θεός ετέλεσε θαυμασίως, δοξάζοντες και ευχαριστούντες Αυτόν. Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός διέταξε ν’ αναφθώσιν ευθύς ξύλα πέριξ της Εκκλησίας, ίνα κατακαώσιν οι εν τη Εκκλησία Χριστιανοί. Όπερ εννοήσας ο θείος Ιεράρχης Άνθιμος και θείας Χάριτος εμπλησθείς, εστάθη εις το κέρας του θυσιαστηρίου λέγων· «Ενθυμήθητε, αδελφοί μου φιλόχριστοι και τέκνα εν Κυρίω, ποσάκις εξιστάμεθα θαυμασίως δια την ανδρείαν των Αγίων Τριών Παίδων και δια την ευσέβειαν αυτών, οίτινες και εν μέσω της φλογός ιστάμενοι προσεκάλουν την κτίσιν άπασαν προς υμνωδίαν του Κτίστου. Ας γίνωμεν όθεν και ημείς συγκοινωνοί της δόξης αυτών· εκείνοι μεν ήσαν Τρεις και ουδέ είχον άλλων προτέρων υπόδειγμα, ημείς δε, τοσούτον πλήθος όντες και έχοντες όχι μόνον εκείνους, αλλά και τον Κύριον της δόξης τον επί ξύλου κρεμασθέντα δια την σωτηρίαν ημών, πως και ημείς εκ τούτου να μη γινώμεθα συγκοινωνοί εις το Άγιον Αυτού Πάθος; Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός σωτηρίας· αποθώμεθα λοιπόν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός, όπως αξιωθώμεν της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα ειπών ο αείμνηστος Άνθιμος και συναγωνιζόμενος μετ’ αυτών βαπτίζει τους κατηχουμένους και την θείαν λειτουργίαν επιτελέσας μετέδωκεν εις άπαντας τα Θεία και Άχραντα Μυστήρια, ανήφθησαν δε εν τω μεταξύ έξωθεν τα φρύγαν, οι δε Άγιοι έσωθεν έψαλλον την υμνωδίαν των Αγίων Τριών Παίδων, πάσαν την κτίσιν προς υμνωδίαν Θεού και δοξολογίαν επικαλούμενοι και ούτω κατεκάησαν άπαντες οι ευρεθέντες Χριστιανοί εν τη Εκκλησία, οίτινες ήσαν τον αριθμόν είκοσι χιλιάδες. Ο δε Άγιος Άνθιμος δεν εκάη, αλλά διεφυλάχθη αβλαβής εκ θείας Χάριτος, ίνα και άλλους ωφελήση εκ της διδασκαλίας υτού, βαπτίση δε και προσφέρη αυτούς σεσωσμένους εις τον Χριστόν. Όθεν ανεχώρησεν εις τινα κωμόπολιν, ίνα φροντίση περί του λοιπού ποιμνίου του ως καλός ποιμήν, τον λόγον της αληθείας σπείρων και το τάλαντον της πίστεως πολλαπλασιάζων, επιστρέφων πολλούς εις θεογνωσίαν και επιστηρίζων εις την ευσέβειαν. Αλλά και οι περί τον Μαρδόνιον και Μυγδόνιον και Πέτρον και τον καρτερικώτατον Ζήνωνα δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, διότι βλέποντες και ούτοι την σπουδήν του Ιεράρχου και αυτοί τον ίδιον προς Χριστόν επέδειξαν πόθον μη ανεχόμενοι να υπολειφθώσι της ίσης μαρτυρίας. Τοσαύτη επίδοσις της ευσεβείας υπό του θαυμαστού Ανθίμου εις πολλούς εγένετο. Όθεν η αρετή και ενταύθα φανερόν ποιεί το της ευσεβείας άνθος Άνθιμον. Και πάλιν καταμηνύεται εις τον βασιλέα ο τότε μεν εν Ιερεύσι μέγας, μετά μικρόν δε και μεταξύ των Μαρτύρων τοιούτος. Τότε ο Μαξιμιανός πέμπει είκοσιν εφίππους στρατιώτας, ίνα συλλάβωσιν αυτόν και φέρωσιν ενώπιόν του. Οι δε ιππείς οι πεμφθέντες εις Σημάνην, τούτο ήτο το όνομα της κωμοπόλεως, ευρίσκουσιν εκεί τον Άγιον και ουδόλως γνωρίζοντες αυτόν, ηρώτων τον ίδιον Άνθιμον περί του Ανθίμου, τις είναι ούτος και εις ποίον μέρος της κωμοπόλεως κατοικεί. Ο δε αγαθός, φιλόξενος και φιλαλήθης πατήρ, πρώτον μεν τους εφιλοξένησε και παρέθηκεν εις αυτούς δείπνον, άρτον και κυάμους (κουκκιά), αφού δε ως ηδυνήθη εφιλοξένησεν αυτούς, είτα λέγει εις αυτούς, ότι ο ίδιος είναι ο Άνθιμος, όπερ εκείνοι ακούσαντες έμειναν εκστατικοί και ουδόλως ηδύναντο να αντικρύσωσιν εις την πολιάν του καφαλήν, αναλογιζόμενοι βαθέως αφ’ ενός μεν την τράπεζαν, τον δείπνον και την φιλοξενίαν, αφ’ ετέρου δε προς ποίον σκοπόν επέμφθησαν και προς ποίον σκοπόν μέλλουσι να φέρουσι αυτόν ενώπιον του Μαξιμιανού, εξ άπαντος προς σκοπόν κάκιστον και προς ομολογουμένην τιμωρίαν. Ως εκ τούτου περισσότερον ελύπει τούτο τας ψυχάς αυτών και εξ εντροπής δεν ηδύναντο ν’ ατενίσωσι προς τον Άνθιμον, επειδή και αψευδή μηνυτήν του σεβασμίου ανδρός, ον εζήτουν, εκ του στόματος αυτού ήκουσαν και παρά της του ιδίου γλώσσης μανθάνοντες, ότι αυτός είναι ο Άνθιμος, εθαύμαζον ως εκ τούτου την φιλαλήθειαν του πατρός, και άφησαν αυτόν εκουσίως, προέτρεπον δε μάλιστα αυτόν να φύγη εκείθεν. Διότι εγνώριζον, ότι ουδέν καλόν θα απολαύση όταν παρουσιασθή εις τον Μαξιμιανόν· όθεν είπον· «Εις ημάς αρκεί εις απολογίαν να είπωμεν, ότι καθ’ όλην την Νικομήδειαν τον εζητήσαμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν να εύρωμεν αυτόν». Ο δε ιερός Άνθιμος, δια παντός μελετών τας εντολάς του Θεού, διδάσκων και προτρέπων τους πάντας να λέγωσι την αλήθειαν εν τη καρδία, ούτε δια των χειλέων αυτών να ψευσθώσι δι’ αυτόν ηνείχετο, άλλως τε και τον υπέρ Χριστού θάνατον διψών, ανεχώρησε μετ’ αυτών εκείθεν· βαδίζων δε εν τη οδώ τους έδωκε πολλάς ευσεβείς παραινέσεις και διηγήθη εις αυτούς περί των μελλόντων αγαθών, πάντα δε ασεβή λογισμόν αυτών εξωμάλυνε και αφού παρεσκεύασε την ψυχήν αυτών προς αποδοχήν των θείων επαγγελιών του Ιερού Ευαγγελίου, αναγινώσκει τας θείας ευχάς, ελθόντες δε είτα εις ποταμόν τινα διερχόμενον δια της οδού βαπτίζει αυτούς, και εξακολουθούσι πάλιν την οδοιπορίαν αυτών, έως ου ήλθον εις την πόλιν. Εισελθών δε ο Άγιος εις το τυραννικόν βήμα, είχε μεν τας χείρας οπίσω δεδεμένας κατά διαταγήν βασιλικήν, εις ουρανούς δε την διάνοιαν ανατείνων, επεκαλείτο την εξ ύψους βοήθειαν. Ο δε βασιλεύς θέλων να επιδείξη εις τον μακάριον Άνθιμον και από ψιλής θέας το πικρόν της δοκιμής των βασάνων, κατά πρώτον μαλακώτερον συμπεριεφέρθη εις αυτόν, εκθέσας δημοσία πρότερον τα των κολαστηρίων όργανα, έπειτα δε καλέσας αυτόν είπε· «Συ είσαι ο λεγόμενος Άνθιμος, ο εις την πίστιν του Χριστού πλανηθείς, όστις ως απλούς και ευκολόπιστος άνθρωπος απατηθείς, εκτοξεύεις μυρίας ύβρεις κατά των ημετέρων θεών»; Ο δε γενναίος του Χριστού αθλητής και δια τα προκείμενα των κολαστηρίων όργανα και δια τους λόγους του τυράννου εξ ίσου γελάσας, είπε· «Γνώριζε, ω βασιλεύ, ότι ουδέ καν ήθελον σοι αποκριθώ προς ταύτα, εάν μη με έπειθεν ο ιερός διδάσκαλος Παύλος διδάσκων: «Ετοίμους ημάς είναι παντί τω αιτούντι λόγον διδόναι. Επηγγείλατο γαρ ημίν ο Θεός στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι ημίν», ότι εγώ και πρότερον καλώς γνωρίζων την πολλήν σου παχύτητα της περί τα είδωλα πλάνης, τώρα σε και τους ιδικούς σου, ως λέγεις, θεούς θα αποδείξω φανερώτατα αναισθήτους, διότι ήλπισας να προσηλυτήσης εμέ και να με αποστήσης από του Δημιουργού των απάντων, όστις και σε το αχάριστον πλάσμα ετίμησε δια της εαυτού εικόνος. Αλλά διατί με παρέστησας δεσμώτην εις το βήμα τούτο και τα των βασάνων παρέταξες όργανα; Ελπίζεις ότι δια τούτων θέλεις με καταπείσει ή ότι δι’ αυτών θέλεις με καταπλήξει; Εις άλλους τινάς των αγενεστάτων πρόσφερε ταύτα, εις τους οποίους ο παρών βίος είναι ηδονή και το να στερηθώσι τούτου είναι η μεγίστη των τιμωριών. Εις εμέ δε και αυτό το πήλινον σώμα είναι παντός δεσμωτηρίου χαλεπώτερον, διότι εμποδίζει την ψυχήν μου να διαβή προς τον ποθούμενον Θεόν· ώστε απειλαί, τιμωρίαι και βάσανοι είναι ποθεινότεραι εις εμέ από πάσαν διατριβήν και ζωήν, των οποίων κατόπιν επακολουθεί ο θάνατος, όστις απολύων με των δεσμών της σαρκός θα με οδηγήση προς τα ποθούμενα». Ταύτα του μεγάλου κατά την αρχιερωσύνην και έτι μεγαλυτέρου κατά την άθλησιν απολογησαμένου, ο βασιλεύς είπεν· «Ταύτα είναι μακρά φλυαρία, θα ίδης δε μετ’ ολίγον». Ευθύς τότε προστάσσει να κτυπώσιν αυτών δια λίθων, ο δε γενναίος Άνθιμος, επειδή απ’ αρχής επόθει τον δια Χριστόν άθλον και ήλπιζεν ίνα λ΄βη εκ θείας προνοίας τον στέφανον της αθλήσεως, εκ τούτου πράως και τας παρούσας πληγάς εδέχετο. Ίνα δε λαμπροτέρα έπαθλα επιτύχη, επιχλευάζων τον τύραννον και σφοδρώς την ψυχήν αυτού κατακαίων δια της φλογός της μανίας ηρέθιζεν αυτόν εις επιπονωτέρας τιμωρίας λέγων· «Θεοί, οι οποίοι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν». Ο λόγος ούτος του Μάρτυρος αυτό τούτο το κέντρον της καρδίας του Μαξιμιανού κατεκέντησε και ευθύς διατάσσει, ίνα δια περονών πεπυρωμένων διατρυπήσωσι τους αστραγάλους αυτού. Εις δε τον Μάρτυρα η βάσανος αύτη ήτο μεγίστη ηδονή, διότι επετύγχανεν εκείνα τα οποία επόθει και απέδιδε μικράν χάριν εις τον Μαξιμιανόν ένεκα των τιμωριών, διότι τοιουτοτρόπως εδίψα ο Άνθιμος, όπως ενωθή με τον Χριστόν λέγων το προφητικόν ρητόν· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν, τον ζώντα, πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου»; Ο δε Μαξιμιανός ως έχων τυραννικόν πνεύμα ενόμιζεν, ότι ένεκα της αυστηρότητος των κολάσεων θα νικήση την γενναίαν σταθερότητα του Μάρτυρος· όθεν προστάσσει να στρωθή εις το έδαφος όστρακον, είτα γυμνόν εις αυτό απλωθέντα να δέρωσι τον αθλητήν δια ράβδων σφοδρότερον του δέοντος, ίνα δια του ραβδίσματος των πληγών άνωθεν και δια των κάτωθεν εστρωμένων οστράκων αισθανθή η ψυχή αυτού διπλασίαν την οδύνην. Ο δε Άνθιμος ούτε δια της βασάνου ταύτης απηλπίσθη δια την νίκην, αλλ’ εδέετο του Κυρίου λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Βασιλεύ των αιώνων, ότι περιέζωσάς με δύνμιν εξ ύψους, και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον, και τους μισούντας με εξωλόθρευσας, και συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ’ εμέ υποκάτω μου». Ο δε Μαξιμιανός επινοεί πάλιν και έτερα κολαστήρια και προστάσσει να καύσωσι χαλκάς περικνημίδας και να υποδήσωσι δι’ αυτών τον Μάρτυρα. Εν ω δε χρόνω οι μακάριοι εκείνοι πόδες υπέμενον την σφοδροτάτην ταύτην και εις οδύνην αφόρητον βάσανον των πεπυρωμένων περικνημίδων, θεία τις Χάρις επέρχεται άνωθεν εις τον γενναίον Μάρτυρα και φωνή ηκούσθη επί μάλλον ενισχύουσα αυτόν και μεγάλα υποσχομένη βραβεία, ήτις έλεγεν· «Εντός ολίγου δια λαμπρώς ακτινοβολούντος στεφ΄νου εξ ανθέων αθλοφορείς». Η δε φωνή αύτη μεταβάλλει ευθύς προς το ευθυμότερον την ψυχήν αυτού και φαιδρότερον το πρόσωπον αυτού απεργάζεται, μειδίαμα δε χαριέστατον εις τα χείλη αυτού επιφαίνεται, δια του οποίου η εσωτερική γαλήνη της καρδίας του εμαρτυρείτο. Βλέπων ταύτα ο Μαξιμιανός εξεπλήττετο, καθώς ήτο επόμενον, και εθαύμαζε ταύτα· αλλ’ εκ της απιστίας αυτού ωνόμαζε γοητείαν τα γινόμενα και ηρώτα να μάθη την αιτίαν. Ο δε δίκαιος είπεν· «Ω βασιλεύ, τα παρόντα θαυμάσια, τα οποία βλέπεις, προοίμια μόνον καλά είναι και αψευδής των μελλόντων επαγγελία, εντός ολίγου δε θα αισθανθής, ότι μάτην κομπάζεις και εκείνους τους οποίους ονομάζεις θεούς θα αποδείξω πολύ ασθενεστέρους της ανθρωπίνης δυνάμεως, ώστε να μεταμεληθής δια την πείραν των βασάνων, την οποίαν επιδεικνύεις εις εμέ». Ένεκα τούτων οργισθείς ο βασιλεύς προστάσσει να δέσωσι τον Μάρτυρα επάνω εις τροχόν και να συστρέφωσιν αυτόν συνεχώς, ομού δε με τον τροχόν να κατακαίωσι δια λαμπάδων και πυρός τας σάρκας αυτού και ούτω να διαλύωνται. Το πρόσταγμα τούτο του Μαξιμιανού ευθύς έργον εγένετο, και κρατούντες οι δήμιοι τας λαμπάδας εις τας χείρας αυτών επλησίασαν το πυρ εις τον τροχόν, πυρ πνέοντες, πυρ βλέποντες, πυρ φέροντες· αι δε ψυχαί αυτών ούσαι θερμότεραι τού εις τας χείρας αυτών πυρός επεθύμουν να μεταβάλουν όλως εις φλόγα τον Αθλητήν. Αλλ’ ω της θαυμαστής περί τον άνδρα, Χριστέ, δυνάμεώς σου! Εστάθη μεν ευθύς εκ της κινήσεως ο τροχός, των δε δημίων κατά γης πεσόντων, πίπτουσιν άμα ανεπαισθήτως από των χειρών αυτών αι λαμπάδες, καθότι αι χείρες αυτών έμειναν ως νεκραί και παράλυτοι, καταναρκωθέντων ως δια ύπνου τινός. Τούτου ένεκα ωργίσθη ο βασιλεύς και κατέκρινε τους δημίους, ως αμελείς των προσταγμάτων αυτού και ανικάνους κατά τας χείρας. Βλέπεις απιστίαν; Εκείνοι μεν ουδέ ν’ αναλάβωσι δύνανται, ούτε είναι ικανοί να μεταχειρισθώσι τας χείρας αυτών. Ο δε τύραννος, αγνοών ότι θεία δύναμις έσβεσε την δύναμιν αυτών, εφαντάζετο ότι η οκνηρία ήτο η αιτία· τούτου ένεκεν έλεγεν· «Πως, αφού μετά πάσης τόλμης ήλθατε, ήδη τόση οκνηρία σάς κατέλαβεν; Αυτόν λοιπόν προετιμήσατε από του ιδικού μου προστάγματος, ώστε τα μεν επιταχθέντα να εγκαταλείψητε ημιτελή, εις το έδαφος δε κατεκλίθητε δια να ευχαριστηθήτε, καταβληθέντες δήθεν εκ του κόπου και θέλοντες δήθεν να αναπαυθήτε»; Οι δε δήμιοι αποκριθέντες είπον· «Ω βασιλεύ, ούτε βραδείς περί τας ιδικάς σου πράξεις είμεθα, ούτε ήλθομεν εις τοιαύτην τόλμην, ούτε υπό οκνηρίας κατελήφθημεν, ούτε από του πολλού κόπου απέκαμον αι χείρες ημών· αλλά φοβερά τις όψις εμφανισθείσα εις ημάς παρέλυσε τας χείρας ημών και όλως εκλελυμένοι και εις μεγίστην ατονίαν ευρισκόμεθα. Διότι τρεις άνδρες λαμπροί μεν την θέαν, λευκοί δε την περιβολήν, αλλά φοβεροί εις το είδος μετά πικρού και αγρίου βλέμματος εμφανισθέντες εις ημάς και το πυρ τών υπό των χειρών ημών κρατουμένων λαμπάδων εναντίον ημών στρέψαντες, ευθύς διέταξαν να απομακρυνθώμεν από του Ανθίμου, με φαιδροτέραν δε φωνήν εκάλουν αυτόν θεράποντα Θεού. Ούτω κατανικώντες φέρουσιν ημάς εις τοιαύτην ως βλέπεις κατάστασιν». Εν όσω δε ούτοι έλεγον ταύτα μεταξύ των, ο δε τροχός δεν συνεστρέφετο, ο Μάρτυς θερμοτέραν προσέφερε την ευχαριστίαν εις τον Θεόν και περισσοτέρας εκείθεν απήλαυσε χρηστότητος. Ο Μαξιμιανός δε θέλων να αποδείξη, ότι τούτο συνέβη εξ αμελείας των δημίων και ουχί εκ της μαρτυρικής εκείνης προς τον Θεόν παρρησίας, ηπείλει αυτόν με τον δια ξίφους θάνατον, εάν δεν θυσιάση εις τους θεούς. Ο δε θείος Άνθιμος την απειλήν μετά μεγαλυτέρας ευχαριστίας υπεδέχετο, εν όλη καρδία του Θεού δεόμενος, όπως καταξιωθή εις τον χορόν των Δισμυρίων Μαρτύρων, άμα δε εσεμνύνετο να λέγη· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός» και καθεξής. Ο δε Μαξιμιανός, επειδή έβλεπεν, ότι το τέλος τού Ανθίμου θα αποβή μάλλον κατά την ευχήν αυτού, είπε· «Γνωρίζω το λίαν δοξομανές και φιλότιμον υμών των Χριστιανών και ότι δια την αντιμισθίαν του τολμήματος, το οποίον πράττετε και δια να τύχητε του ονόματος, το οποίον επιθυμείτε, προτιμάτε και αυτό το έσχατον απάντων των κακών, τον βίαιον θάνατον· αλλά συ ουδέν θα επιτύχης ή αφού πρότερον σε περιβάλω δια πολλών τιμωριών, έπειτα και του παρόντος φωτός θα σε στερήσω, διότι δεν σου αξίζει να απολαμβάνης τοιαύτης ηδονής και τοιούτων μεγάλων αγαθών». Ο δε Μάρτυς είπεν· «Αληθώς δεν μου είναι αξία η παρούσα ηδονή ούτε το φως· όθεν τύφλωσον τους οφθαλμούς μου δια να μη βλέπω σε το αχάριστον πλάσμα». Λαβόντες δε οι κκούργοι εκείνοι τον Άγιον ωδήγουν αυτόν κατά διαταγήν του βασιλέως εις το δεσμωτήριον, αλλ’ η θεόφθογγος γλώσσα αυτού τα συνήθη και πάλιν προς τον Θεόν έψαλλε και των αλύσεων και δεσμών απαλλάσσεται. Ουδέ όμως τους άγοντας αυτόν δημίους αφήκεν αμετόχους εκ του θαύματος, αλλά πρηνείς ούτοι πεσόντες έμενον εις την γην εκ της παραδόξου ταύτης θέας καταπλαγέντες. Διότι θεία Χάρις άνωθεν επελθούσα και φως εξαστράπτουσα περιεκύκλωσε τον Μάρτυρα, τους δε οδηγούντας αυτόν δημίους μετά των σιδηρών εκείνων δεσμών, δια των οποίων εδεσμείτο ο Άγιος, ρίπτει αμέσως κατά γης ουδέν λέγοντας και ούτε να καλύψωσι τους οφθαλμούς αυτών δυνηθέντας. Ο δε Μάρτυς εγείρας αυτούς τους είπε να εξακολουθήσωσι την οδόν αυτών· και αφού εισήλθεν εις το δεσμωτήριον ο Άνθιμος χαίρων ως να εισήρχετο εις ευωχίαν, και εις τους εκεί ευρισκομένους προσέφερε τον της πίστεως άρτον, μετά μεγίστης φιλοφροσύνης δεξιωθείς αυτούς, και την ευσέβειαν διδάξας όλως εις τον Χριστόν καθοδηγεί και υιοθετεί αυτούς δια του γίου Βαπτίσματος. Ο δε Μαξιμιανός μαθών τούτο και φοβηθείς μήπως ζημιωθή εξ αιτίας αυτού άλλους πολλούς, παριστά και πάλιν τον Αθλητήν έμπροσθεν αυτού και παροτρύνει πάλιν αυτόν να θυσιάση εις τους θεούς αυτού, υπόσχεται δε και ως ανταμοιβήν της συγκαταθέσεως να τον κάμη ιερέα των ειδώλων. Ο δε θείος Άνθιμος μετά πολλής παρρησίας είπε προς αυτόν· «Εγώ και προ της υποσχέσεώς σου ταύτης είμαι Ιερεύς του πρώτου καλού ποιμένος και Αεχιερέως Χριστού του Θεού, όστις από την μεγίστην φιλανθρωπίαν αυτού και άκραν συγκατάβασιν, άϋλος και απερίληπτος ων, όχι μόνον γίνεται άνθρωπος μεταλαμβάνων της ημετέρας σαρκός, μέχρις ημών κατελθών και δι’ ημάς ταύτα πράττων, αλλά και εαυτόν προσέφερε θυσίαν υπέρ των αμαρτιών ημών, σταυρωθείς και γευσάμενος οδυνηρού θανάτου, τριήμερος αναστάς, και εις ουρανούς ανελθών, πάλιν συνανέφερεν ημάς εκείσε, οπόθεν δια την παρακοήν επεπτώκαμεν. Τούτου Ιερεύς τυγχάνω και εις τούτον προτιμώ να προσαγάγω εμαυτόν θυσίαν, τα δε υμέτερα και οι υμέτεροι λεγόμενοι θεοί άξιοι μόνον σκότους και θρήνων υπάρχουσι, μάλλον δε δια την ιδικήν σας απώλειαν και συμφοράν λοιδορητέοι». Οργισθείς δε πολύ ένεκα τούτου ο Μαξιμιανός προστάσσει να φέρωσι τον γενναίον Άνθιμον εις την οδόν του θανάτου· φέρεται όθεν ο Αθλητής, έχων εις εαυτόν ενακμάζουσαν την ηδονήν, ένεκα της επαγγελίας των μελλόντων αγαθών, διότι έμελλε να διαβή δια του θανάτου προς την ζωήν, επαγαλλόμενος μετά των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων εις τας αιωνίους σκηνάς· αιτήσας δε καιρόν εις προσευχήν, την υστάτην προσηύξατο, ούτω δε προσευχηθείς εις τον Θεόν αποτέμνεται την μακαρίαν αυτού κεφαλήν τη Τρίτη του μηνός Σεπτεμβρίου, και εις τον τρισήλιον Θεόν παραδίδει την αγίαν αυτού και μακαρίαν ψυχήν, περί το έτος τδ΄ (304) μ.Χ. Προς το εσπέρας δε ελθόντες τινές των πιστών οσίως και λαμπρώς το τίμιον εκείνου σώμα περιστείλαντες εις τον ίδιον εκείνον τόπον λίαν αξιοπρεπώς ενεταφίασαν, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητά τε και Βασιλείαν, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῶ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». -- Ἠλίας Μηνιάτης


Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανὸν Θεομήτορος.ὁπού ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ· καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα.
Μὴ στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου· ἐκεῖ, δηλαδή, ὁπού φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἁπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον· εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατί, καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη ἀδιάφθορος,ἔτζι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος.
Δὲν εἶναι θάνατος, ὄχι, ἐτοῦτος, ὡσὰν ἐκεῖνος ὁ τύραννος τοῦ γένους μας, ὁ υἱὸς τῆς κατάρας καὶ πατὴρ φθορᾶς, ὁπού εἰς τὸ σκοτεινόν του βασίλειον κρατεῖ αἰχμάλωτον τοῦ Ἀδὰμ τὴν κληρονομίαν. Αὐτὸς εἶναι ἢ ἕνας γλυκὺς ὕπνος, μὲ τὸν ὁποῖον θέλησε ἡ πάναγνος Δέσποινα ὡσὰν νὰ ἀναπαυθῆ ὀλίγον εἰς τὸ πέρας τῆς ἐπικήρου ταύτης ζωῆς, διὰ νὰ ἀρχίση τὴν ὁδὸν ἐκείνης τῆς ἀκηράτου· ἢ μία θαυμαστὴ ἔκστασις θείου ἔρωτος, εἰς τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν μακαριωτάτη ἐκείνη ψυχὴ σπεύδουσα τὸ ὀγληγορώτερον νὰ φθάση πρὸς τὸν ἠγαπημένον θεῖον Υἱόν, ἄφησε δι’ ὀλίγον τὸ ὁμοδίαιτον σῶμα· καὶ τοῦτο ὁμοίως αἱρόμενον ὑπὸ χερουβικοῦ ἅρματος ἠκολούθησε τὸν αὐτὸν δρόμον καὶ ἀνέβη δεδοξασμένον εἰς οὐρανούς.
Ἴδετε τὸν τάφον εἰς τὸ χωρίον Γεθσημανῆ καὶ θέλετε τὸν εὕρει κενόν· διατὶ τάφος δὲν δύναται νὰ χωρίση τὴν Μητέρα τῆς ζωῆς, τὸ δοχεῖον τῆς σεσωρευμένης θεότητος, τοῦ ὁποίου τόπος ἀντάξιος εἶναι ὁ θρόνος τῆς θείας δόξης. Καὶ ἐπάνω εἰς τοιοῦτον θρόνον, ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως Θεοῦ, μεταστάσα ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ κάθεται ὡς Βασίλισσα τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων, ὑπερτέρα πάσης κτίσεως· «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου». Βασίλισσα τῶν ἐπιγείων· εἰς αὐτὴν ἀποδίδει τὰς δευτέρας, μετὰ Θεόν, τιμητικάς λατρείας τῶν πιστῶν ἡ Ἐκκλησία εἰς τοὺς ἀχράντους αὐτῆς πόδας ρίπτουσι τὰ σκῆπτρα καὶ διαδήματα οἱ εὐσεβεῖς Βασιλεῖς. Αὐτῆς τὸν ὑψηλὸν θρόνον περικυκλώνουσι τῶν Ὀρθοδόξων τὰ συστήματα· καὶ ποῖος παρακαλεῖ ὑγείαν εἰς τὰς νόσους· τοῦτος παρηγορίαν εἰς τὰς θλίψεις· ἐκεῖνος βοήθειαν εἰς τὰς συμφοράς· ὅλοι ζητοῦσιν ἔλεος ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ ἐλέους· καὶ ὁ παρακαλῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει· διατὶ ἀνεξάντλητον εἶναι τὸ πέλαγος, ἀκένωτος εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν.
Βασίλισσα τῶν οὐρανίων· αὐτὴν σέβονται καὶ προσκυνοῦσιν ὅλα τῶν ἀσωμάτων τὰ τάγματα· οἱ Ἄγγελοι, τὸ καθαρώτατον ἔσοπτρον τῆς ἁγνείας· οἱ Ἀρχάγγελοι, τὸ πολύτιμον σημεῖον τῶν θείων ἀποκαλύψεων· αἱ Ἐξουσίαι, τὸ πανσθενὲς κράτος τῶν πιστῶν· αἱ Δυνάμεις, τὸ ἀκαταμάχητον τεῖχος τῆς Ἐκκλησίας· αἱ Ἀρχαί, τὴν σωτήριον ἀρχὴν τῆς παγκοσμίου ἀπολυτρώσεως· αἱ Κυριότητες, τὴν ὑπερτάτην Κυρίαν τοῦ παντός· οἱ Θρόνοι, τὸν ἔμψυχον θρόνον τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης· τὰ Χερουβίμ, τὴν θεοδίδακτον μυσταγωγὸν τῆς ὑψηλῆς γνώσεως· τὰ Σεραφὶμ τὴν ἄσβεστον λαμπάδα τῆς θείας καθαρωτάτης ἀγάπης. Βασίλισσα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται αὐτὴ ἡ τρισήλιος Θεαρχία· τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὴν ἀνύμφευτον νύμφην· ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τὴν ἀπήρανδρον Μητέρα· ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, τὴν ἠγαπημένην θεόπαιδα· «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».
Ἀλλ’ ἡ δοξασμένη Παντάνασσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, εἶναι (λέγει), «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»·δηλαδὴ τὸ θεοΰφαντον ἔνδυμα τῆς μακαριότητος ὁπού τὴν στολίζει, εἶναι διάχρυσον, διὰ τὰς ὑπερκάλλους ἀγλαΐας τοῦ ἀπροσίτου φωτός. Εἶναι πεποικιλμένον, ἤγουν διακεκριμένον μὲ διάφορα χρώματα, ὁπού θέλει νὰ εἰπῆ· καθὼς εἰς τὴν Παρθένον ζῶσαν ἐπὶ τῆς γῆς, ἤσαν ὅλοι οἱ διάφοροι χαρακτῆρες τῶν ἀρετῶν,ὁπού εἰς πάντων τῶν Ἁγίων τὰς ψυχάς τυπώνει ἡ χάρις, ἔτζι εἰς τὴν Παρθένον, μεταστάσαν εἰς οὐρανούς, εἶναι ὅλα τὰ διάφορα χρώματα τῶν θείων ἐλλάμψεων, ὁπού εἰς πάντων τῶν Μακαρίων τὰ πρόσωπα ζωγραφίζει τῆς θείας δόξης τὸ τρισόλβιον φῶς.
Ὅταν ὁ Ἥλιος φθάση εἰς τὴν μέσην ἁψίδα τοῦ οὐρανοῦ, ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ μέρη τῶν ἀκτίνων τὸ φῶς, μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα τὰ φωτιζόμενα σώματα· καθὼς εἶναι, ἢ ἀραιότερα ἢ πυκνότερα, ἔτζι, ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον λαμβάνουσι τὸ προσβάλλον ἀπαύγασμα τῆς ἡλιακῆς λαμπηδόνος· τὰ μὲν καθαρὰ ἐκλάμπουσιν ὁλόφωτα, τὰ δὲ διαφανῆ διαλάμπουσιν εὔδια καὶ τὰ στερεὰ καὶ ἀντίτυπα ἀντιλάμπουσιν ὅσον μόνον γίνονται ὁρατά. Μὰ ὅταν λάχη καὶ ὁ Ἥλιος προσβάλη τὰς ἀκτίνας του εἰς ἕνα ἀκηλίδωτον καθρέπτην, ὄχι μόνον τὸν φωτίζει, ἀλλ’ αὐτὸς ὅλος ὁ ἥλιος ἐκεῖ φαίνεται νὰ εἰσεβαίνει καὶ νὰ περικλείεται εἰς τρόπον, ὅτι ἐκεῖνος δὲν φαίνεται τόσον ἕνα κρύσταλλον ὁπού φωτίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Ἥλιος ὁπού φωτίζει. Αὐτὴ εἶναι, ἀνάμεσα τῶν ἄλλων φωτιζομένων σωμάτων καὶ τοῦ καθρέπτου ἡ διαφορά· ὅτι τὰ μὲν ἄλλα λαμβάνουσι μόνον τοῦ Ἡλίου τὸ φῶς, ὁ καθρέπτης λαμβάνει αὐτὸν ὅλον τὸν Ἥλιον καὶ ἀκτινοβολεῖ ὡσὰν Ἥλιος.
Ὁμοίως ὁ ἄδυτος ἐκεῖνος τῆς δικαιοσύνης Ἥλιος, ὁπού λάμπει ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων, ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ πνεύματα τῶν Μακαρίων τῆς θείας δόξης τὸ ἀνέσπερον φῶς, μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα· καθένας λαμβάνει τὸ ἴδιον μέτρον τῆς θείας φωτοχυσίας, ὡσὰν ἕνα μερικὸν χρῶμα μακαρίας ἐλλάμψεως· καὶ δέχεται ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὸ μέτρον τοῦ θείου τούτου φωτός, καθὼς εἶναι δεκτικόν, κατὰ τὸν βαθμὸν δηλαδὴ καὶ ἀναλογίαν τῆς ἰδίας του καθαρότητος. Ἔτζι ἀλλέως φωτίζονται οἱ ἅγιοι λΆγγελοι, ὁπού εἶναι ἄϋλα πνεύματα· ἀλλέως οἱ ἄνθρωποι, ὁπού εἶναι φύσεως παχυτέρας·καὶ πάλιν ἀνάμεσα καὶ εἰς τοὺς Ἀγγέλους διαφορετικὰ φωτίζονται ἀπὸ τὰς Κυριότητας οἱ Θρόνοι· ἀπὸ τοὺς θρόνους τὰ Χερουβὶμ καὶ ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ τὰ Σεραφίμ· καὶ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς Προφήτας οἱ Ἀπόστολοι, ἀπὸ τοὺς Ὁμολογητάς οἱ Μάρτυρες, καὶ τοὺς Ἀσκητάς αἱ Παρθένοι· ὅλοι εἶναι ἄστρα τοῦ νοητοῦ στερεώνατος, ὅθεν οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· πλὴν «ἀστὴρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξει» κατὰ τὸ ρητόν.
Ἡ Παναγία Παρθένος εἶναι ἀνάμεσα εἰς ὅλους τούς Μακαρίους ἀκηλίδωτος καθρέπτης ἁγνείας καὶ καθαρότητος· ὅλη καλή, ὅλη ἄμωμος, καθὼς τὴν ὀνομάζει εἰς τὸ Ἆσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· «ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί». Καθαρωτέρα ἀσυγκρίτως καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν Ἀγγέλων.Ὅθεν ὄχι μόνον εἰς αὐτὴν χύνει τῆς μακαριότητος τὸ φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν εἰσεβαίνει καὶ ὡσὰν περικλείεται ὅλη, ὅλη ἐκείνη ἡ πολυχεύμων πηγὴ τοῦ φωτός, ὅλος, ὅλος τῆς δόξης ὁ Ἥλιος· εἰς τρόπον, ὅτι ὡς ἄλλος δεύτερος τῆς δόξης Ἥλιος, ἀκτινοβολεῖ τῆς Παναγίας Παρθένου τὸ μακάριον πρόσωπον καὶ κάνει διπλοῦν τὸ φῶς τῆς ἀνεσπέρου ἡμέρας. Καταλάβετε δὲ τὴν διαφορὰν τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρονται τῶν λοιπῶν δικαίων τὰ πνεύματα καὶ τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρεται ἡ θεομήτωρ Μαρία· ὅτι ἐκεῖνοι μὲ κατὰ μέρος δέχονται τῆς θείας δόξης τὸ φῶς, αὐτὴ δὲ ὅλον δέχεται τῆς δόξης τὸν Ἥλιον. Ἐκεῖνοι μερικῶς ἔλαβον ἐδῶ τὴν χάριν καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῆς χάριτος ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τὴν δόξαν· αὐτὴ εἶναι δοχεῖον δεκτικὸν ἐκεῖ ὅλης τῆς δόξης, καθὼς ἐδῶ ἐστάθη δοχεῖον δεκτικὸν ὅλης τῆς χάριτος. Ὅθεν ἐδῶ ἦτον, καθὼς τὴν ὠνόμασεν ὁ Ἀρχάγγελος κεχαριτωμένη, εἶχε δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος· τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Θεολόγος· «ἐκάστοις τῶν ἐκλεκτῶν ἡ χάρις κατὰ μέγεθος ἐδόθη, τῇ δὲ Παρθένῳ ἅπαν τὸ τῆς χάριτος πλήρωμα»· ἐκεῖ δὲ εἶναι δεδοξασμένη, ἔχει δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας δόξης, καθὼς τὴν ἐπροεῖδεν ὁ Ἰεζεκιήλ· «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου». Καὶ «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῶ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».
Ἀδύνατον εἶναι, Χριστιανοί, ὁ νοῦς μας νὰ φαντασθῆ τὸ ὑπέρλαμπρον ἐκεῖνο φῶς, μὲ τὸ ὁποῖον ἀστράπτει ἡ μακαρία Παρθένος εἰς τὸν Παράδεισον· ἡ Σελήνη, ὁ Ἥλιος εἶναι σκοτεινὰ πράγματα παραβαλλόμενα μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀνεκλάλητον κάλος, τὸ ὁποῖον βλέπουσι καὶ δὲν χορταίνουσιν οἱ μακάριοι· τί ὡραῖον! τί φαεινόν! τί θεοειδὲς θέαμα εἰς τὰ μάτια τῶν Σεραφίμ. Τοῦτο ἐπεθύμησε νὰ ἰδῆ ἕνας νέος πολλὰ εὐσεβής τῆς Παρθένου καὶ ἔκαμε πρὸς αὐτὴν τοιαύτην δέησιν. «Μαρία, γλυκύτατον ὄνομα, ὅπου ἐγὼ μετὰ Θεὸν σέβω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλον τὸν πόθον καὶ εὐλάβειαν τῆς ψυχῆς μου, διατὶ εἶσαι τῆς ψυχῆς μου ἡ παρηγορία καὶ ἡ χαρά· ἂν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου ὁ ταπεινὸς δοῦλος σου, μίαν χάριν νὰ μοῦ κάμης σὲ παρακαλῶ· ἀνάμεσα εἰς τὰς ἄλλας εὐεργεσίας νὰ μὲ ἀξιώσης νὰ σὲ ἰδῶ καθὼς εἶσαι εἰς τὸν Παράδεισον. Ἀξίωσόν με, ἀειπάρθενε Κόρη, ἀξίωσόν με, Μῆτερ ἐλέους· ἂς σὲ ἰδῶ καὶ εὐχαριστοῦμαι νὰ χάσω ἕνα ἀπὸ τὰ μάτια μου». Εἰσήκουσεν ἡ Πάναγνος Δέσποινα τοῦ εὐλαβοῦς της δούλου τὴν προσευχή· τοῦ ἐφάνη μίαν νύκτα εἰς τὸν ὕπνον του ὁλολαμπής, μὲ ὅλον ἐκεῖνο τὸ φῶς τῆς δόξης, μὲ τὸ ὁποῖον λάμπει εἰς τὸν οὐρανόν. Ἐξύπνησεν ὁ νέος καί, ἀληθινά, ἔχασε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ ὀμμάτια του, μὰ ἀπὸ τὴν χαρὰν ὁπού εἶχεν, ὅτι ἠξιώθη νὰ ἰδῆ τὴν Βασίλισσαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, δὲν ἐλυπᾶτο ὁλότελα, ὅτι ἐστερήθη τὸ φῶς του· μάλιστα πάλιν παρακαλεῖ νὰ τὴν ἰδῆ ἄλλην μίαν φορὰν καὶ εὐχαριστεῖται νὰ χάση καὶ τὸ ἄλλο ὀμμάτι, ὁπού τοῦ ἔμεινε· καὶ πάλιν ἠξιώθη, πάλιν τὴν εἶδε· μὰ τί λογιάζετε, Χριστιανοί; πῶς τάχα νὰ ἔμεινε τυφλὸς καὶ ἀπὸ τὰ δύο ὀμμάτια; ἡ συμπαθεστάτη Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν τοῦ ἐφάνη τὴν δευτέραν φοράν, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐστέρησεν ἀπὸ τὸ ἕνα ὀμμάτι ὁπού τοῦ ἔμεινεν, ἀλλὰ τοῦ ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο ὁπού εἶχε χαμένον. Ἐξύπνησεν ὁ νέος ἐκεῖνος καὶ μὲ τὰ δύο ὀμμάτια ὑγιῆ καὶ ὅλος ἐκστατικὸς ἀπὸ τὴν διπλὴν χαρά, μὲ πολλὰ δάκρυα εὐλαβοῦς ἀγαλλιάσεως, ἔδωκε τῇ Θεομήτορι χιλίας εὐχαριστίας.
Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, ἀπὸ τὴν ἄφθονον ἐκείνην ἡλιοβολίαν τοῦ θείου φωτὸς ὁπού χαίρεσαι, παρισταμένη ἐκ δεξιῶν του μονογενοῦς σου Υἱοῦ, πέμψον ἐδῶ κάτω καὶ εἰς ἠμᾶς τοὺς εὐλαβεῖς δούλους σου μίαν μακαρίαν ἀκτίνα, ὁπού νὰ εἶναι καὶ φῶς εἰς τὸν ἐσκοτισμένον μας νοῦν καὶ φλόγα εἰς τὴν ψυχραμένην μας θέλησιν, διὰ νὰ βλέπωμεν νὰ περιπατοῦμεν σπουδαῖοι εἰς τὴν ὁδὸν τῶν θείων δικαιωμάτων. Ἠμεῖς, μετὰ Θεόν, εἰς ἐσὲ τοῦ Θεοῦ τὴν Μητέρα καὶ Μητέρα ἡμῶν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας· ἀπὸ σὲ ἐλπίζομεν τὰς νίκας τῆς γαληνοτάτης Αὐθεντίας, τὰ τρόπαια τῶν Εὐσεβῶν Βασιλέων· τὴν στερέωσιν τῆς Ἐκκλησίας· τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ὀρθοδόξου γένους· τὴν σκέπην τῆς εὐλαβοῦς σου ταύτης πολιτείας, ὁπού εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἄμαχόν σου βοήθειαν. Ναί, Παναγία Παρθένε, ναί, Μαρία, ὄνομα ὁπού εἶναι ἡ χαρά, ἡ παρηγορία, τὸ καύχημα τῶν Χριστιανῶν· δέξου τὴν νηστείαν καὶ παράκλησιν τῶν ἁγίων τούτων ἡμερῶν, ὁπού ἐκάμαμε εἰς τιμήν σου, ὡς θυμίαμα εὐπρόσδεκτον· καὶ ἀξίωσόν μας, καθὼς ἐδῶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εὐλαβῶς ἀσπαζόμεθα τὴν ἁγίαν καὶ θαυματουργὸν ταύτην εἰκόνα, ἔτζι καὶ ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ ἰδοῦμεν αὐτὸ τὸ μακάριόν σου πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ προσκυνοῦμεν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰώνας.

Ἀμήν

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αειθαλάς και Αμμών

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΑΕΙΘΑΛΑ και ΑΜΜΩΝ.                            

Αειθαλάς και Αμμών οι Άγιοι διεβλήθησαν ως Χριστιανοί εις τον Βάβδον, τον ηγεμόνα της εν Θράκη Ανδριανουπόλεως· ερωτηθέντες δε να είπωσι το γένος και το επάγγελμα, το οποίον έχουσιν, απεκρίθησαν εις αυτόν, ότι είναι Χριατιανοί· όθεν προσετάγησαν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μη καταπεισθέντες, εδάρησαν με νεύρα βοών τόσον σκληρώς, ώστε εν τω ανηλεεί δαρμώ παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. 

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

O Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο Νηστευτής.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού.                                                                                    
Ιωάννης ο εν Αγίοις πατήρ ημών, ο Νηστευτής, επατριάρχευσε κατά  τους χρόνους Τιβερίου και Μαυρικίου των βασιλέων (582 – 595), εγεννήθη δε εν Κωνσταντινουπόλει· όταν ήλθεν εις ηλικίαν, έγινε χαράκτης κατά την τέχνην· ήτο δε ευσεβής ομού και φιλόπτωχος, φιλόξενος και φοβούμενος τον Θεόν. Ούτος μίαν φοράν εδέχθη ένα Μοναχόν, καταγόμενον από την Παλαιστίνην, ονόματι Ευσέβιον, ο οποίος περιπατών κθ’ οδόν ομού με τον Άγιον Ιωάννην, και ευρισκόμενος εις τα δεξιά του Αγίου, ήκουσεν αοράτως μίαν φωνήν, ήτις του έλεγε· «Δεν είναι συγκεχωρημένον εις σε, Αββά, να περιπατής εις τα δεξιά του μεγάλου Ιωάννου»· προεμήνυε δε ο Θεός με την φωνήν ταύτην το μέγα αξίωμα της Αρχιερωσύνης, το οποίον έμελλε να λάβη ο Ιωάννης. Μετά ταύτα γίνεται γνώριμος και φίλος ούτος ο Νηστευτής Ιωάννης με τον συνώνυμόν του Άγιον Ιωάννην τον Γ΄, τον από Σχολαστικών καλούμενον, όστις και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εχρημάτισεν· ούτος συνηρίθμησεν αυτόν εις την τάξιν των Αναγνωστών, είτα εχειροτόνησεν αυτόν Διάκονον και μετά ταύτα Πρεσβύτερον. Εν ω δε ήτο ακόμη Διάκονος ο Άγιος ούτος, μετέβη μίαν μεσημβρίαν εις τον Ναόν του Αγίου Λαυρεντίου και ευρίσκει ένα ερημίυην, τον οποίον ουδείς από τους εκεί εγνώριζε ποίος είναι· ούτος δε εδείκνυεν εις τον θείον Ιωάννην τους αναβαθμούς και τας βαθμίδας που ευρίσκονται όπισθεν της Αγίας Τραπέζης και αναβαίνουν επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, εις το οποίον κάθηται ο Αρχιερεύς· και ταύτα δεικνύοντος αυτού, ιδού εφάνησαν μυριάδες Αγίων και ηκούετο εξ αυτών μία φωνή μεμιγμένη και μία μελωδία γλυκυτάτη και παναρμόνιος· όλοι δε οι φαινόμενοι Άγιοι ήσαν ενδεδυμένοι στολάς λευκάς και πάνυ λαμπράς. Αύτη δε η οπτασία ήτο σημείον αληθινόν της λαμπρότητος, την οποίαν έμελλε να λάβη ο Άγιος ούτος Ιωάννης. Επειδή δε ο Άγιος ήτο τότε διαμοιραστής των χρημάτων της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, επιστρέφων ποτέ από τον έξωθεν πεδινόν τόπον της Κωνσταντινουπόλεως, του έμεινε μόνον εν πουγγίον χρήματα, από το οποίον εμοίραζε πλουσίως ελεημοσύνην· και επειδή συνέτρεχον ακόμη πτωχοί περισσότεροι, δια τούτο και αυτός έδιδεν ακόμη περισσοτέραν την ελεημοσύνην· το δε πουγγίον δεν εκενούτο, αλλά και περισσότερον ακόμη εγέμιζεν· όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις την αγοράν την επονομαζομένην Βουν, σκορπίζων εις όλους την ελεημοσύνην, τότε ευρέθη εκεί εις φθονερός άνθρωπος, ο οποίος εφώναζε και είπε· «Κύριε ελέησον! Έως πότε δεν εκκενώνεται εις ημάς το πουγγίον τούτο»; Και παρευθύς (ω και τι δεν κάμνει ο φθόνος!) το μεν πουγγίον ευρέθη κενόν, ο δε Άγιος βλέπων με λεοντικόν και άγριον βλέμμα τον άνθρωπον εκείνον, ο Θεός, είπε, να σοι συγχωρήση, αδελφέ, διότι, αν συ δεν έλεγες τον φθονερόν αυτόν λόγον, εις πολλήν ώραν το πουγγίον διαμοιραζόμενον θα έμενεν ακένωτον. Επειδή δε ο Άγιος ούτος επιέσθη να χειροτονηθή Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ύστερα αφ’ ου εκοιμήθη ο Ευτύχιος και δεν επείθετο εις τούτο, τούτου ένεκα είδε μίαν οπτασίαν φοβεράν, ήτις ήτο τοιαύτη· εφάνη εις αυτόν μία θάλασσα τόσον μεγάλη, ώστε έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν· ομοίως εφάνη και μία φοβερά κάμινος ανημμένη· εφάνη δε προς τούτοις και πλήθος Αγγέλων, οι οποίοι έλεγον εις τον θείον Ιωάννην· «Δεν είναι δυνατόν να γίνη το πράγμα κατ΄ άλλον τρόπον, μόνον σιώπα, ει δε και αντιλέγεις, ήξευρε ότι θα δοκιμάσης και τας δύο τιμωρίας ταύτας, και της θαλάσσης και της καμίνου». Εφαίνοντο δε ότι έλεγον ταύτα με μίαν μεγάλην απειλήν· όθεν, αφ’ ου ταύτα είδεν ο Άγιος, άκων παρέδωκε τον εαυτόν του εις το θέλημα του Θεού και εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εν έτει φπβ΄ (582), και τούτο πότε; Αφ’ ου δια μέσου της άκρας ασκήσεως διεπέρασεν εις την ταλειότητα πάσης αρετής. Μίαν φοράν διερχόμενος ο Άγιος από τον τόπον τον ονομαζόμενον Έβδομον, είδεν ότι ηγέρθη μεγάλη τρικυμία εις την θάλασσαν· όθεν δια προσευχής του μετέβαλεν αυτήν εις γαλήνην, ποιήσας τον τύπον του Σταυρού· ο δε Γαζεύς Ιωάννης ο Σχολαστικός, διότι είχεν εις τους οφθαλμούς του επίχυσιν αίματος και δεν έβλεπε, δια τούτο προσέτρεξεν εις τον Άγιον τούτον Ιωάννην και εκοινώνησεν από αυτόν τα θεία Μυστήρια· όταν δε εκοινώνει αυτόν ο Άγιος, είπε· «Τούτο το Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ιατρεύσαντος τον εκ γενετής τυφλόν, μέλλει να ιατρεύση και την ιδικήν σου τύφλωσιν». Και ω του θαύματος! ομού με τον λόγον ιατρεύθη παρευθύς ο πριν τυφλός Ιωάννης. Έναν καιρόν ενέσκηψε μεγάλον θανατικόν εις την Κωνσταντινούπολιν· όθεν έδωκεν ο Άγιος εις ένα υπηρέτην του δύο καλάθια, το μεν εν κενόν, το δε άλλο πλήρες από πέτρας μικράς, και είπεν εις αυτόν· «Πήγαινε στάσου εις τον δρόμον τον ονομαζόμενον Βουν, και μέτρα τους νεκρούς, τους οποίους περνούν από εκεί· και όσοι είναι οι νεκροί, τόσας πέτρας ρίπτε μέσα εις το κενόν καλάθιον». Τούτο λοιπόν ποιήσας ο υπηρέτης όλην την ημέραν, εμέτρησε την εσπέραν τας πέτρας και εύρεν, ότι κατ’ εκείνην την ημέραν εξήχθησαν νεκροί τριακόσιοι εικοσιτρείς· ομοίως τούτο ποιήσας και την επομένην ημέραν εύρεν, ότι εξήχθησαν νεκροί ολιγώτεροι· και ακολούθως τούτο ποιήσας έως εις επτά ημέρας, εύρεν ότι έπαυσε παντελώς το θανατικόν με την εκτενή προσευχήν του Αγίου Ιωάννου. Τόσην δε επιμέλειαν εδείκνυεν εις την εγκράτειαν ο Άγιος ούτος, ώστε εις εξ μήνας δεν έπιεν ύδωρ, το δε φαγητόν και ποτόν του ήτο εν μαρούλι και ολίγον πεπόνι ή σταφύλια ή σύκα ολίγα, από τα οποία πότε έτρωγε το εν και πότε το άλλο· έτρωγε δε ταύτα καθ’ όλους τους δεκατρείς και ήμισυν χρόνους της πατριαρχείας του. Ο δε ύπνος του Αγίου τούτου με τοιούτον τρόπον εγένετο· καθήμενος εις ένα τόπον, έκλινε τα στήθη του εις τα γόνατά του και απεκοιμάτο· πλην δια να μη κοιμάται περισσότερον αφ’ όσον ήθελεν, ήναπτε κηρίον, εις δε το κηρίον ενεπήγνυε μίαν μεγάλην βελόνην· υποκάτω δε εις το κηρίον και εις την βελόνην έθετε μίαν λεκάνην· όταν λοιπόν καιόμενον το κηρίον και διαλυόμενον έφθανεν εις το μέρος εις το οποίον ήτο η βελόνη, τότε αύτη ερρίπτετο μέσα εις την λεκάνην, από δε τον κτύπον της βελόνης εξύπνα ο Άγιος και ηγείρετο ευθύς· εάν δε ποτε συνέβαινε να μη ακούση τον κτύπον της βελόνης, ηγρύπνει όλην την άλλην νύκτα· με τοιούτον τρόπον επολέμει τα πάθη ο τρισμακάριστος, δια προσευχής και νηστείας και αγρυπνίας. Ούτος ο Άγιος δια προσευχής του απεδίωκεν απράκτους και τους εκ των βαρβάρων πολεμίους και διέλυε τας βλάβας, τας επερχομένας κατά της Κωνσταντινουπόλεως, και όλην την ποίμνην αυτού εφύλαττεν από τους ορατούς και αοράτους εχθρούς. Μίαν φοράν, εν ημέρα Σαββάτου, είπον τινές εις τον Άγιον· «Αύριον, Δέσποτα, θα γίνη θέατρον και ιπποδρόμιον», ήτο δε η ερχομένη ημέρα Κυριακή της Πεντηκοστής. Ο δε Άγιος αποκριθείς είπεν· «Ιπποδρόμιον! Εις την Αγίαν Πεντηκοστήν»; Παρεκάλει όθεν τον Θεόν να δείξη σημείον δια να φοβηθούν οι άνθρωποι και να εμποδισθούν από το τοιούτον παιγνίδιον. Και ω του θαύματος! όταν ήλθε το δειλινόν του Σαββάτου, εν ω ο ουρανός ήτο ανέφελος, εγένοντο ανεμοστρόβιλοι φοβεροί και πλήθος ανέμων, τόση δε ραγδαία βροχή έπεσεν, ώστε έφυγεν ευθύς ο λαός όλος από τον τόπον του ιπποδρομίου και ενόμισεν, ότι έφθασεν η του κόσμου συντέλεια· διότι τοιαύτην μεγάλην ταραχήν των στοιχείων δεν ενεθυμούντο να ηκολούθησεν ουδέποτε εις την ζωήν των, φοβίζουσα άπαντας. Γυνή δε τις, έχουσα άνδρα δαιμονιζόμενον, προσέτρεξεν εις ένα ερημίτην δια να τον ιατρεύση· ο δε ερημίτης είπε προς αυτήν· «Ύπαγε εις τον Αγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννην και εκείνος θα ιατρεύση τον άνδρα σου». Όθεν τούτο ποιήσασα η γυνή δεν απέτυχε του ποθουμένου· επειδή δια προσευχής του θείου Ιωάννου έλαβε την ιατρείαν ο ανήρ της, και παραλαμβάνουσα αυτόν υγιά επέστρεψεν οπίσω εις τον οίκον της χαίρουσα. Δι’ ευχών του Αγίου τούτου και πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνοποίησαν και πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν. Πατριαρχεύσας δε ούτος έτη δεκατρία και μήνας πέντε, εκοιμήθη εν έτει 595 τη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου, εγένετο δε μετά τούτον Πατριάρχης Κυριακός ο Β΄. Όταν δε ο Άγιος εκοιμήθη εν ειρήνη και απήλθεν προς Κύριον, ετέθη εις το μέσον το λείψανόν του δια να το ασπασθούν οι Χριστιανοί· τότε ήλθε Νείλος ο ενδοξότατος έπαρχος δια να το ασπασθή και, ω του θαύματος! καθώς αυτός ησπάσθη το λείψανον, ευθύς ηγέρθη και το λείψανον και αντησπάσθη αυτόν, ως να ήτο ζων και λόγια δε τινα μυστικά είπεν εις το ους αυτού, τα οποία ο θείος Νείλος εις κανένα δεν εφανέρωσε καθ’ όλην του την ζωήν. Βλέποντες δε όλος ο λαός το τοιούτον θαυμάσιον εξεπλάγησαν και εδόξαζον τον Θεόν, τον ούτω δοξάζοντα τους Αγίους του. Είτα εκηδεύθη ευλαβώς και εντίμως και ενεταφιάσθη εις το Άγιον Βήμα της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Του Αγίου Μάρτυρος ΜΑΜΑΝΤΟΣ.

Τη Β΄ (2α) του αυτού μηνός Άθλησις του Αγίου και ενδόξου Μάρτυρος ΜΑΜΑΝΤΟΣ.                                                                                                                                 
Μάμας ο μέγας του Χριστού και περιβόητος Μάρτυς εγεννήθη εις Γάγγραν, πόλιν της Παφλαγονίας, εν έτει σξ΄ (260). Οι γονείς του ωνομάζοντο Θεόδοτος και Ρουφίνα, ήσαν δε αμφότεροι ευσεβείς και το γένος λαμπρότατοι, έχοντες την καταγωγήν από πατρικίων· ούτοι θερμήν έχοντες την εις Χριστόν αγάπην και μη δυνάμενοι να κρύπτουν τον μέγαν αυτών πόθον, εκήρυττον παρρησία την ευσέβειαν και πολλούς εις αυτήν παρεκίνουν και εστερέωναν. Όθεν μανθάνων ταύτα ο εξουσιαστής της πόλεως Γάγγρας λέξανδρος, επειδή είχε προσταγήν από τον βασιλέα, όπως θανατώνη δια βασανιστηρίων όσους Χριστιανούς δεν πείθονται να θυσιάσουν εις τα είδωλα, διέταξε και ωδήγησαν ενώπιόν του τον θείον Θεόδοτον, τον οποίον εβίαζε να θυσιάση εις τα είδωλα· εκείνος όμως ο μακάριος ουδέ καν να τον ακούη δεν εδέχετο· θέλων δε ο κριτής να τον τιμωρήση, ημποδίζετο, επειδή δεν είχεν εξουσίαν να παιδεύση εκείνους, οίτινες κατήγοντο από πατρικίους, εάν δεν έδιδεν ο βασιλεύς ειδικήν άδειαν. Τον απέστειλεν όθεν εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας εις τον ηγεμόνα Φαύστον, όστις ασεβής ων και πολλά σκληρός, ευθύς ως ήλθεν ο Θεόδοτος τον ενέκλεισεν εις την φυλακήν ομού με την σύζυγον υτού Ρουφίναν, ήτις εκυοφόρει τότε τον μέγαν Μάμαντα. Ευρισκόμενοι αμφότεροι εις το δεσμωτήριον και φοβούμενος ο Θεόδοτος την ανθρωπίνην ασθένειαν και τας βασάνους, εδέετο του Θεού λέγων· «Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, ο Πατήρ του αγαπητού σου Υιού, ευλογώ και δοξάζω Σε, ότι δια το όνομά σου ηξιώθην να ευρίσκωμαι εις την φυλακήν. Πλην δέομαί σου, Κύριε, δέξαι μου την ψυχήν εις τα δεσμά ταύτα, ο γινώσκων την ασθένειάν μου, μήποτε καυχήσεται ο εχθρός επ’ εμοί». Ταύτα εκείνος προσηύχετο, ο δε Θεός, όστις γινώσκει τα κρύφια της καρδίας, εδέχθη την καλήν του προαίρεσιν, και ευθύς τον ανέπαυσεν· η δε σύζυγός του Ρουφίνα εγέννησε την ημέραν εκείνην εντός του δεσμωτηρίου και ηπόρει μη γνωρίζουσα τι να πράξη· παρεκάλεσεν όθεν και αύτη να την αναπαύση ο Θεός, και ευθύς εισηκούσθη· το δε παιδίον εκείτετο μόνον εν τω μέσω των λειψάνων των γονέων του. Ο προνοητής όμως των όλων Θεός έστειλε τον Άγγελόν του εις σχήμα νεανίσκου και προσέταξε γυναίκα τινα περιφανεστάτην και ευσεβή, ονομαζομένην Αμμίαν και επιλεγομένην Ματρώναν, να ζητήση τα λείψανα των Αγίων· ευθύς δε ως τα εζήτησε, της εδώρησε ταύτα ο ηγεμών· αύτη δε τα μεν λείψανα έθαψε λαμπρώς και φιλοτίμως εις τον κήπον της, το δε βρέφος καταστήσασα θετόν αυτής τέκνον επεμελείτο και ηγάπα περισσότερον από γνήσιον υιόν της, επειδή μάλιστα δεν είχεν άλλο τέκνον, αλλ’ ούτε και άνδρα. Το δε βρέφος επειδή εκάλει συχνάκις την θετήν του μητέρα μάμα, όπερ κατά την λατινικήν γλώσσαν σημαίνει την μητέρα, δια τούτο ωνομάσθη Μάμας. Ότε δε εγένετο πέντε ετών, τον απέστειλεν η Αμμία εις το σχολείον δια να μορφωθή, επειδή δε είχε πόθον μεγάλον υπερέβη ταχέως άπαντας τους συνομηλίκους του. Κατά τας ημέρας εκείνας εβασίλευεν εις την Ρώμην ο Αυρηλιανός, όστις εβίαζε τους Χριστιανούς να θυσιάζουν εις τα είδωλα όχι μόνον τους άνδρας και τας γυναίκας, αλλά και αυτά τα μικρά παιδία, φανταζόμενος ότι δια την απαλότητα της ηλικίας των θέλουν αρνηθή ευκόλως την ευσέβειαν. Τα δε άλλ πιδία υπετάσσοντο εις το θέλημα του βασιλέως, όσα όμως ήσαν συμμαθηταί του Μάμαντος εμιμούντο και αυτά την γεροντικήν σύνεσιν και φρόνησιν αυτού, και δεν υπέφερον καν να ακούσουν τους λόγους των απίστων, επειδή εδιδάσκοντο καθ’ ημέραν από εκείνην την ευλογημένην θετήν μητέρα του Μάμαντος να σέβωνται μόνον τον αληθινόν Θεόν τον δημιουργόν του παντός, και εις εκείνον μόνον να προσφέρουν την λογικήν λατρείαν και προσκύνησιν, τους δε υπό των ασεβών ονομαζομένους θεούς, τους οποίους τιμώσι και σέβονται ούτοι, ν τους αποστρέφωνται ως πολλής αισχύνης και ατιμίας αξίους και να θεωρούν φλυαρίας τα μυθεύματα αυτών. Ότε δε ο Μάμας εγένετο ετών 15, ετελεύτησεν η θετή μήτηρ του Αμμία, ούτος δε κατέστη κληρονόμος απάσης της περιουσίας και των υπαρχόντων αυτής. Την ιδίαν αυτήν εποχήν, μετά τον Φαύστον, επί των ημερών του οποίου ως είδομεν εμαρτύρησαν οι γονείς τού Μάμαντος, εγένετο ηγεμών εις Καισάρειαν εις ονόματι Δημόκριτος, άνθρωπος κατά πολύ ασεβής, έχων ζήλον θερμότατον εις την λατρείαν των ειδώλων, όστις ευθύς ως έφθασε και επληροφορήθη περί του καλού Μάμαντος, ότι όχι μόνον δεν λατρεύει τους θεούς των, αλλ’ ότι και τους συνομηλίκους και συμμαθητάς του παρεμποδίζει και απομακρύνει από την λατρείαν των ειδώλων, εξηγριώθη και επρόσταξε να τον φέρουν ευθύς ενώπιόν του. Προσαχθείς όθεν ο θείος Μάμας προ του τυράννου τον ηρώτησεν ούτος αν είναι Χριστιανός, και εάν είναι αληθές ότι ούτε αυτός θυσιάζει εις τους θεούς ούτε τους συμμαθητάς του αφήνει να πείθωνται εις τους βασιλείς. Ο δε καλός Μάμας ουδόλως δειλιάσας, είπεν· «Εγώ, ω άρχον, σφοδρώς κατηγορώ το βαθύ σκότος της αγνωσίας σας, επειδή αφήσατε τον αληθή και ζώντα Θεόν και επιστεύσατε δαίμονας και είδωλα κωφά και αναίσθητα· δια τούτο ούτε εγώ ήθελον εγκαταλείψει ποτέ τον Χριστόν μου ούτε ήθελον αμελήσει να καθοδηγήσω εις την ευσέβειαν όσους δυνηθώ». Την παρρησίαν ταύτην του νέου θαυμάσας ο Δημόκριτος, αντελήφθη ότι είναι αδύνατον να καταπείση αυτόν με πραότητα· όθεν επρόσταξε τους παρεστώτας να τον οδηγήσουν εις τον βωμόν του θεού των Σεράπιδος, δια να θυσιάση και χωρίς την θέλησίν του· ο δε Μάμας δεν εφοβήθη παντελώς τας απειλάς του, αλλά του είπε· «Δεν έχεις εξουσίαν να τιμωρής, ούτε να απειλής εκείνον, όστις ανετράφη από μίαν τοιαύτην μεγίστην και περιφανεστάτην μητέρα, ως η Αμμία, και όστις εκληρονόμησεν από αυτήν τοσούτον πλούτον». Ο δε Δημόκριτος ακούσας ταύτα, και πληροφορηθείς από τους περιεστώτας λεπτομερώς τα περί της μακαρίας μμίας και του Μάμαντος, γνωρίζων δε ότι δεν επιτρέπεται να τιμωρή τους εκ πατρικίων άνευ αδείας του βασιλέως, τον απέστειλε σιδηροδέσμιον εις τον αυτοκράτορα Αυρηλιανόν, γράψας και τας πράξεις αυτού. Ο δε βασιλεύς λαβών και αναγνώσας τα γράμματα του Δημοκρίτου μετεχειρίσθη με μεγάλην πανουργίαν τον παίδα, διότι φέρων έμπροσθέν του αυτόν άλλοτε μεν τον εφοβέριζε, άλλοτε δε του υπέσχετο πλούσια δώρα και μεγάλας τιμάς, λέγων εις αυτόν· «Αν, ω καλέ νέε, θυσιάσης εις τον μεγάλον Σέραπιν, αφ’ ενός μεν θέλεις ανατραφή βασιλικώς, διαμένων ομού με ημάς εις τα ανάκτορα, αφ’ ετέρου δε πολλοί θέλουν σε θαυμάσει και επαινέσει». Ο δε καλός Μάμας ούτε από τας απειλάς εφοβείτο και εδουλώνετο ούτε από τας υποσχέσεις και κολακείας εμαλάσσετο ή εψύχετο ο ζήλος αυτού, ηύξανε δε μάλλον η προθυμία του περισσότερον και έλεγε· «Μη γένοιτο, ω βασιλεύ, να τιμήσω εγώ είδωλα κωφά και άψυχα! Θαυμάζω δε πως σεις εγίνατε τοσούτον παχείς και αναίσθητοι, και καταδέχεσθε να τιμάτε τοιαύτα ξυστά και χειροποίητα ξόανα! Παύσον όθεν τας απειλάς και τας μεγάλας υποσχέσεις, διότι τιμωρών θέλεις με ευεργετήσει, ευεργετών δε τώρα θέλεις με ζημιώσει κατά πολύ, επειδή ιδική μου τιμή και κέρδος είναι να αποθάνω δια τον Χριστόν». Θυμωθείς δια ταύτα ο Αυρηλιανός κατά του παιδός, διέταξε να δείρουναυτόν με ράβδους. Όθεν εξεσχίζετο το απαλόν και τρυφερόν σώμα του φρονιμωτάτου παιδός, ούτος δε υπομένων αγογγύστως του εφαίνετο πως πάσχει εν ονείρω. Ο δε βασιλεύς και εις ταύτην την ώραν των βασάνων μεγάλην προσπάθειαν κατέβαλε δια να αμβλύνη και μετατρέψη την γνώμην του παιδός, λέγων εις αυτόν· «Ειπέ μόνον με τα χείλη πως θυσιάζεις, και ευθύς θέλεις ελευθερωθή από πάσαν τιμωρίαν και βάσανον». Ο δε Μάμας είπεν· «Ουδέποτε, ω βασιλεύ, θέλω αρνηθή ούτε δια των χειλέων ούτε με την καρδίαν τον μόνον αληθινόν Βασιλέα Χριστόν, εάν και αναρίθμητα κατ’ εμού επινοήσης βασανιστήρια· αλλά μάλιστα πολύ σε ευχαριστώ, ότι δια μέσου των βασάνων αυτών με φιλιώνεις περισσότερον με τον ποθούμενόν μου Χριστόν· παρακαλώ δε να μη κουρασθούν αι χείρες των δημίων, αλλά να ενδυναμωθούν περισσότερον· διότι καθώς βλέπω γίνονται εις εμέ πρόξενοι μεγάλων αγαθών». Βλέπων ο Αυρηλιανός ότι εις ουδέν ελογίζετο ο Άγιος τας πληγάς και τας μάστιγας, τας οποίας του έδιδε, διέταξε ν τον απογυμνώσουν και να κατακαίουν με λαμπάδας πυρός ολόκληρον το σώμα του δια να αναλύη τούτο ολίγον κατ’ ολίγον, και ούτω με την βραδύτητα να αισθάνεται δριμύτερον και πικρότερον τον πόνον της βασάνου. Εγένετο όθεν και η σκληρά αύτη βάσανος εις τον ακατάβλητον παίδα και ήγγιζον αι ανημμέναι λαμπάδες το μαρτυρικόν του σώμα· αλλ’ όμως το πυρ ηυλβείτο τον αθλητήν και ίστατο ο Μάρτυς ατάραχος άνευ τινός πόνου ή βλάβης, ήναπτε δε μάλλον και εφλογίζετο από τον θυμόν του ο τύραννος βλέπων ταύτα. Προσέταξεν όθεν να δέρουν τον Μάρτυρα και να κτυπούν αυτόν με λίθους· ο Άγιος όμως έμενεν αβλαβής ωσάν να ελιθοβολείτο με άνθη και τριαντάφυλλα, και έχαιρε με τας ελπίδας τού μέλλοντος αιώνος. Απορών όθεν ο Αυρηλιανός, και μη γνωρίζων τι να πράξη, βλέπων δε τον Μάρτυρα αήττητον εις όλας τας βασάνους, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του μίαν σφαίραν μολυβδίνην και ούτω να τον ρίψωσιν εις το μέσον του πελάγους. Οδηγουμένου όθεν του Μάρτυρος εις την θάλασσαν, ιδού αίφνης Άγγελος Κυρίου εμφανισθείς καθ’ οδόν με μορφήν φοβεράν ηπείλησε δι’ ανθρωπίνης φωνής τους στρατιώτας, οίτινες φοβηθέντες αφήκαν τον Μάρτυρα και ανεχώρησαν, τον δε Μάρτυρα προσέταξεν ο Άγγελος να αναβή εις το όρος της Καισαρείας και να παραμείνη εκεί. Ελθών ο Μάμας εις το όρος έμεινεν εις αυτό, εντός δε τεσσαράκοντα ημερών έκτισε και Ναόν εις τον τόπον, εις τον οποίον είχε συνήθειαν να προσεύχεται. Αλλ’ επειδή έπρεπε, κθώς λέγει ο Απόστολος, να εργάζηται με τας ιδίας του χείρας, ήρχοντο εις τον Άγιον δια θείας δυνάμεως άγρια ζώα, και αμέλγων το γάλα εκείνων των οποίων ετρώγετο, το έκαμνε τυρόν, εβάσταζε δε δια τον εαυτόν του ολίγον, το δε επίλοιπον κατήρχετο εις την Καισάρειαν και το διένεμεν εις τους πτωχούς. Ηγεμόνευε δε τότε εις την Καππαδοκίαν έτερος ηγεμών ονόματι Αλέξανδρος, άνθρωπος κατά πολύ σκληρός και ασεβέστατος· επειδή δε η φήμη εκήρυττε πανταχού τον Μάμαντα, μαθών περί αυτού ο ηγεμών, έστειλεν ιππείς τινας δια να τον συλλάβουν και να τον φέρουν ενώπιόν του. Προγνωρίσας ο Μάρτυς δια της ενοικούσης εις αυτόν θείας Χάριτος την έλευσίν των εξήλθεν εις απάντησιν αυτών· συναντηθέντες δε και μη γνωρίζοντες οι στρατιώται τον Άγιον, ηρώτων αυτόν αν γνωρίζη που ευρίσκεται ο Μάμας, ο δε Μάρτυς είπεν εις αυτούς· «Κατά το παρόν, ω φίλοι, πρέπει να αναπαυθήτε· καταβήτε όθεν από τους ίππους σας και έλθετε μετ’ εμού να γευθώμεν τροφής, κατόπιν δε εγώ θέλω σας δείξει τον Μάμαντα». Εφιλοξενούντο όθεν ούτοι από τον Άγιον δια τυρού και άρτου και έτρωγον με μεγάλην όρεξιν, εκείνα τα οποία τους προσέφερεν ο καλός φιλευτής· ήλθον δε τότε κατά την συνήθειαν κι τα άγρια ζώα δια να αμελχθούν από τον Άγιον, τα οποία ευθύς ως είδον οι στρατιώται εφοβήθησαν κατά πολύ, και εγκαταλείποντες το φαγητόν προσέδραμον εις τον Μάρτυρα δι να τους βοηθήση· ο δε Άγιος τους ενεθάρρυνεν· είτα δε θέλων να τους απαλλάξη και από κάθε φροντίδα, τους είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, τον οποίον ζητείτε· όθεν σας παρακαλώ επιστρέψατε εις την Καισάρειαν και εγώ έρχομαι ταχέως». Οι στρατιώται ταύτα ακούσαντες εθαύμασαν και ανεχώρησαν ευθύς, πεισθέντες ότι τοιούτος άνθρωπος δεν θα τους έλεγε ποτέ ψεύματα. Ο δε απτόητος του Χριστού Μάρτυς Μάμας ανεχώρησεν από το όρος και έφθασε τους ιππείς στρατιώτας εις την θύραν της πόλεως, εις την οποίαν ούτοι ανέμενον· όθεν λαβόντες αυτόν τον ωδήγησαν εις τον Αλέξανδρον, όστις ευθύς ως τον είδε του είπε· «Συ είσαι ο περιβόητος μάγος Μάμας»; Ο δε Μάρτυς μετά συνέσεως είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, δούλος του Χριστού, του σώζοντος μεν εκείνους, οίτινες πιστεύουσιν εις Αυτόν κι ποιούσι το άγιον Αυτού θέλημα, παραδίδοντος δε εις αιώνιον πυρ τους μάγους και ειδωλολάτρας. Αλλ’ όμως δια ποίαν αιτίαν απέστειλες τους στρατιώτας και με έφεραν εδώ»; Ο δε ηγεμών είπε: «Διότι δεν δύναμαι να εννοήσω με ποίας μαγείας εξημερώνεις τα άγρια ζώα, και συναναστρέφονται μαζί σου, και τα προστάζεις ως να ήσαν λογικά»; Ο δε Μάρτυς, διακόπτων τον λόγον του, είπεν· «Όστις υπηρετεί τον μόνον αληθινόν και αιώνιον Θεόν καταφρονεί τας μαγείας και τα είδωλα. Πρέπει δε να θαυμάζης πως, αν και είναι άλογα και ανόητα ζώα, ευλαβούνται τον εμόν Δεσπότην και Θεόν και τιμώσι τους δούλους του, σεις όμως είσθε κατά πολύ αλογώτεροι και από αυτά· διότι έχοντες προ οφθαλμών και τοιούτον παράδειγμα, δεν θέλετε να γνωρίσετε την αλήθειαν». Ο δε ηγεμών, επειδή δεν ηδύνατο να αποκριθή, εβίαζεν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα και έλεγε· «Διατί ήλθες εις τόσην αυθάδειαν και μωρίαν, ώστε να εναντιώνησαι εις τας βασιλικάς προσταγάς, και να υβρίζης και ημάς αναισχύντως; Αλλ’ όμως τα βασανιστήρια και αι τιμωρίαι θέλουν σε διδάξει το πρέπον». Και παρευθύς προσέταξε να τον κρεμάσουν και να τον ξεσχίζουν με δύναμιν. Ο δε καλλίνικος του Χριστού Μάρτυς και με όλον ότι εξεσχίζετο ούτω πικρώς, παρέμενεν όμως γενναίος ωσάν να μη ησθάνετο κανένα πόνον, εις τον ουρανόν μόνον ενατενίζων και εκείθεν την παρηγορίαν εκδεχόμενος· ο δε ηγεμών βλέπων την καρτερίαν τού νέου διέταξε να ξεσχίζουν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα. Τότε ηκούσθη ουρανόθεν θεία φωνή και συν αυτή εμετριάσθησαν οι πόνοι του Αγίου και ανεδείχθη νικητής των βασάνων και των τιμωριών. Ταύτα πολλοί Χριστιανοί ακούσαντες και μαθόντες εστερεώνοντο περισσότερον εις την πίστιν του Χριστού. Ο δε Αλέξανδρος, βλέπων τον γενναίον Μάμαντα μη πτοούμενον εκ των σιδηρών ονύχων και των εκδορών, αυτός μάλλον από την μανίαν και οργήν περισσότερον εσπαράσσετο την καρδίαν, και τον μεν Άγιον κατέβασεν απ’ εκεί, ητοίμασαν δε κάμινον πυρός δια να τον ρίψουν εντός αυτής. Ητοιμάζετο όθεν η κάμινος, ο δε ηγεμών εσκέφθη να εγκλείση εν τω μεταξύ τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, ίνα στοχαζόμενος εκεί με περισσοτέραν προσοχήν τας βασάνους τας οποίας έλαβε, και την κάμινον, ήτις μέλλει να τον δεχθή, γίνη ίσως μαλακώτερος εις δευτέρας αποκρίσεις και αλλάξη γνώμην. Εφυλάκισαν όθεν τον Άγιον, αυτός δε εύρεν εκεί ετέρους τεσσαράκοντα Χριστιανούς εγκεκλεισμένους· προσευχηθείς δε εις τον Θεόν ελύθησαν τα δεσμά των, και ηνεώχθησαν αι θύραι της φυλακής, εκείνοι δε έφυγον άνευ τινός κόπου· ο δε Άγιος έμεινε μόνος εις την φυλακήν, ενισχυόμενος υπό θείου Αγγέλου δια τους αγώνας, εις τους οποίους έμελλεν εισέτι να αποδυθή. Κατά το διάστημα τούτο εκαύθη και η κάμινος. Ο δε ηγεμών, αφήνων όλας τας άλλας του φροντίδας, εκάλεσε πάλιν τον Μάρτυρα εις το κριτήριον και του είπε· «Βεβαίως αι φροντίδες, τας οποίας έχομεν εις άλλας υποθέσεις, και ο χρόνος, όστις παρήλθε, θα σου έδωσαν την ευχέρειαν να αναλογισθής το συμφέρον σου· ει δε και δεν εσυνετίσθης, βλέπε την κάμινον, εις την οποίαν ριπτόμενος κατά πολύ θέλεις κλαύσει ανωφελώς». Ο δε γενναίος Μάρτυς είπεν· «Εγώ, ω ηγεμών, και πρότερον σου απεκάλυψα την απόφασίν μου· τι κοπιάς όθεν άνευ λόγου; Ήρχισας, δώσε τέλος και μη βραδύνης να εκτελέσης εκείνα τα οποί ηπείλησς». Ακούσας ταύτα ο ηγεμών, τον έρριψεν ευθύς εις την κάμινον. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, όστις εδρόσισε την κάμινον των τριών Παίδων, εκείνος ήτο και ώδε παρών αφανίζων του πυρός την ενέργειαν. Ο δε Μάρτυς συνανεστρέφετο με την φλόγα ωσάν να ευρίσκετο εις πολυανθή και δροσόλουστον κήπον· όθεν καθ’ όλον το διάστημα, κατά το οποίον ήτο εις την κάμινον, υμνολόγει και εδόξαζε τον Θεόν. Αφού δε εμαράνθη η φλοξ και εγένοντο και οι άνθρακες στάκτη, προσέταξε τους δημίους ο ηγεμών να εξαγ΄γουν εκ της καμίνου, εάν απέμεινε κανέν λείψανον μαρτυρικόν. Φθάσαντες δε αυτοί εις την κάμινον, ήκουσαν τον Μάρτυρα δοξολογούντα μεγαλοφώνως τον Θεόν· επιστρέψαντες δε εις τον ηγεμόνα, του ανήγγειλαν το υπερφυές εκείνο θαύμα· εκείνος όμως ο εσκοτισμένος την διάνοιαν είπεν· «Μάρτυς μου ο μέγας Σέραπις και όλοι οι άλλοι θεοί, τούτο είναι φανερά μαγεία». Τοσαύτην μωρίαν είχεν ο αναίσθητος! Το δε πλήθος, βλέπον τον αθλητήν όλως υγιά και αβλαβή, εδόξαζον, όσοι ήσαν δεκτικοί φωτός και αληθείας, τον Θεόν, τον ποιούντα τοιαύτα θαυμάσια. Ο δε κατά πάντα ανόητος ηγεμών, βλέπων εις το κριτήριόν του τον Μάρτυρα ιστάμενον απαθή και μη έχοντα ούτε τρίχα της κεφαλής του κεκαυμένην, τον ωνόμαζε μάγον και απατεώνα. Ο δε Μάρτυς ουδέ καν ηθέλησε να του αποκριθή. Προσέταξεν όθεν ο ασεβής τύραννος να ρίψουν τον Άγιον εις τα θηρία δια να τον κατασπαράξωσιν· ο δε Μάρτυς εβάδιζε και εις αυτήν την δοκιμασίαν μειδιών, ότε δε εισήλθον εις το στάδιον αφήκαν μίαν πάρδαλιν και μίαν άρκτον δια να επιτεθώσιν εναντίον αυτού, αλλ’ η μεν άρκτος πλησιάσασα τον προσεκύνει και εκυλίετο ευλαβώς έμπροσθεν των ποδών του, η δε πάρδαλις ελαφρώς, ηρέμως και ανενοχλήτως πηδήσασα εις τους ώμους του εσπόγγιζε και έλειχε με την γλώσσαν της τους ιδρώτας αυτού. Ούτω τα του ηγεμόνος θηρία συμπεριεφέρθησαν εις τον Μάρτυρα, το δε πλήθος βλέποντες την θείαν δύναμιν του Μάρτυρος εδοξολόγουν τον αληθή τούτου Θεόν. Ταύτα τα θαυμάσια αρκετά ήσαν και λίθους να μαλάξουν, ο ηγεμών όμως επί τοσούτον εσκληρύνετο. Όθεν εξαπέλυσεν εναντίον του Αγίου ένα λέοντα, ο οποίος όσον άλλοτε εξηγριώνετο εναντίον των ασεβών και τους έδιδε πικρόν θάνατον, τόσον ηρέμως και ταπεινώς επλησίασεν εις τον Άγιον Μάρτυρα. Απελπισθείς όθεν ο ηγεμών, προσέταξεν ανδρείον τινά από τους ανθρώπους του να θανατώση τον Άγιον, εκείνος δε λαβών με τας δύο του χείρας εν ακόντιον φέρον τρίλογχον σιδηράν περόνην διεπέρασε δια ταύτης από του ενός μέρους μέχρι του ετέρου τα σπλάγχνα του Αγίου. Ο δε τρισόλβιος Μάρτυς εβάστασε δια των χειρών του τα σπλάγχνα του, τα οποία εξεχύθησαν ομού με το αίμα του, μία δε γυνή ευσεβής έδραμε και έλαβε εις δοχείον εκ του μαρτυρικού εκείνου αίματος. Εβάδισε δε ο Μάρτυς ούτω κρατών με τας χείρας του τα σπλάγχνα του έως δύο στάδια. Φθάσας δε εις εν σπήλαιον, επειδή ήτο πλέον καιρός να δράμη εις τον αγωνοθέτην Χριστόν και να αναπαυθή εκ των κόπων, παρέδωκεν εκεί την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, ηκούσθη δε τότε και θεία φωνή καλούσα άνωθεν τον αθλητήν εις τας αϊδίους εκείνας σκηνάς και εις την εκείθεν λαμπρότητα και τρυφήν, εις τας οποίας και διέβη τη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου μηνός, ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος ΑΓΓΕΛΗΣ ο Νεομάρτυς

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΓΓΕΛΗΣ, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά το αχπ΄ (1680) έτος, ξίφει τελειούται.                                                  
Αγγελής, ο ευλογημένος ανήρ και Μάρτυς θερμότατος του Χριστού, κατήγετο από την ενορίαν του Αγίου Κωνσταντίνου της εν Κωνσταντινουπόλει Καραμανίας, την τέχνην χρυσοχόος, έχων γυναίκα και έξ τέκνα, ζωήν χριστιανικήν ζων τιμίως, ουδενός δε των αναγκαίων στερούμενος ως εξασφαλίζων τα μέσα της ζωής από την τέχνην του. Ημέραν δε τινα, κατά την οποίαν εορτάζεται η Απόδοσις της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ήτοι τα κοινώς λεγόμενα εννεαήμερα, κατά την οποίαν εγένετο πανήγυρις έξωθι της πόλεως και πλησίον του χωρίου του Αγίου Στεφάνου, εις τα Φλωρία, μετέβη εις την πανήγυριν ταύτην και ο ευλογημένος Αγγελής μετά των άλλων Χριστιανών, εκεί δε ήσαν και τινες εξωμόται του Χριστιανισμού και ήδη Τούρκοι, οίτινες τρώγοντες και πίνοντες και ευφραινόμενοι ομού με τους Χριστιανούς, ήρχισαν να παίζουν και οι μεν εξωμόται εκείνοι επήραν τα καλύμματα της κεφαλής των Χριστιανών και τα εφόρουν, τα δε ιδικά των λευκά σαρίκια έδιδαν εις τους Χριστιανούς να τα φορούν και ούτω ευθυμούντες όλοι εχόρευον και εκτύπων τας χείρας· είτα παυσάμενοι του χορού, αναστάντες ήλθον εις την πόλιν και έκαστος μετέβη εις τον οίκον του. Το πρωϊ ήλθον οι εξωμόται εκείνοι Τούρκοι εις τον οίκον του ευλογημένου Αγγελή και του λέγουν· «Διτί φορείς σήμερον το χριστιανικόν κάλυμμα εις την κεφαλήν σου»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Ως Χριστιανός το φορώ»· οι δε λέγουν αυτώ: «Συ χθες έγινες Μουσουλμάνος και πρέπει να φορής λευκόν σαρίκιον, καθώς χθες το εφόρεσες». Του δε Αγγελή εκπλαγέντος εις αυτό και αγανακτούντος, εκείνοι θυμωθέντες μάλλον έφερον ανθρώπους της εξουσίας και λαβόντες αυτόν ωδήγησαν εις το κριτήριον, καταμαρτυρούντες, ότι έμπροσθέν των χθες έγινε μουσουλμάνος και έκανε το λεγόμενον παρ’ αυτοίς σαλαβάτι (δηλαδή την ομολογίαν της πίστεώς των), και ότι εφόρεσε και λευκόν σαρίκιον. Ο δε κριτής ηρώτησε τον Άγιον, αν τω όντι τούτο εποίησεν. Ο δε Μάρτυς απεκρίνατο λέγων· «Ούτε είπον, ούτε έκαμα τοιούτον πράγμα, αλλά μόνον μετ’ αυτών διασκέδαζον, κατόπιν δε επεστρέψαμεν έκαστος εις τον οίκον του». Ο κριτής βλέπων την στερεότητα της γνώμης του, τον έπεμψεν εις τον βεζύρην· μετέβησαν δε εκεί και οι κατήγοροι του Αγίου και εμαρτύρουν πάλιν κατ’ αυτού τα αυτά. Ο δε Μάρτυς ηρνείτο λέγων, ότι ουδέν τοιούτον έπραξεν ή είπε ποτέ. Ιδών δε ο βεζύρης αυτόν ευπρεπή και σεμνόν, ήρχισεν ιλαρώς να τον κολακεύη λέγων εις αυτόν: «Άφες αυτήν την γνώμην και γίνου Τούρκος, εγώ δε θα σε τιμήσω, θα σε πλουτίσω και θα σε κάμω μέγαν άρχοντα». Ο δε Μάρτυς εβόα μεγαλοφώνως: «Αφέντη, εγώ είμαι γέννημα Χριστιανών γονέων. Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός και αποθνήσκω και δεν θα δυνηθή κανέν πράγμα να με χωρίση από της αγάπης του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού του όντως αληθινού Θεού, όχι τον πλούτον και τας τιμάς και την δόξαν, την οποίαν μου υπόσχεσθε, αλλ’ ούτε αυτό το βασίλειόν σας ολόκληρον να μου χαρίσητε δεν θα δυνηθήτε να παρασαλεύσητε την καρδίαν μου από την πίστιν μου και από τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν». Ταύτα κι άλλα πολλά ειπόντος του Μάρτυρος, ο βεζύρης πλησθείς θυμού εβόα: «Αν δεν γίνης Τούρκος, κακήν κακώς θα σε εξολοθρεύσω και θα σου δώσω τόσας βασάνους, ώστε θα αφανίσω όλας τας σάρκας σου, έως ου να αποθάνης μέσα εις αυτάς τας τιμωρίας». Ο δε Μάρτυς ανθίστατο γενναίως λέγων: «Ό,τι θέλεις κάμε, δέρνε, κόπτε, σφάζε, καίε με εις το πυρ, ρίψον με εις τα θηρία, καταπόντισον με εις την θάλασσαν και ό,τι άλλο δύνασαι κάμε εις τούτο το χοϊκόν σώμα μου· εγώ τον Χριστόν δεν αρνούμαι, την πίστιν μου δεν αλλάσσω, εγώ Τούρκος δεν γίνομαι». Ο δε βεζύρης με φοβεράν φωνήν προσέταξε να τον βάλουν εις την φυλακήν και εκεί να τον τιμωρούν ανηλεώς. Ευρισκομένου όθεν του μακαρίου γγελή εν τη φυλακή και δεινώς τιμωρουμένου υπό των αιμοβόρων Αγαρηνών, ήλθεν εκεί εις την φυλακήν εις γείτων αυτού, Αγαρηνός αλλ’ άνθρωπος ισχυρός, Μπέης την αξίαν, και συλλυπηθείς τον Μάρτυρα δια το συμβάν εις αυτόν ήρχισε να τον συμβουλεύη και να τον παρακινή, λέγων: «Διατί αποθνήσκεις αδίκως, άνθρωπε, και κάμνεις τους εχθρούς σου να χαίρωνται; Γίνου Τούρκος δια να ελευθερωθής· έπειτα σύναξον τα υπάρχοντά σου, παράλαβε τα τέκνα σου και την γυναίκα σου και σύρε εις άλλον τόπον να ζης ως Χριστιανός». Ο δε Μάρτυς απεκρίνατο λέγων: «Μη μοι γένοιτο να έλθω εις τόσην μανίαν και αγνωσίαν, ώστε να εξέλθη τοιούτος ασεβέστατος λόγος από το στόμα μου· ο Χριστός μου απέθανε δι’ εμέ και τι μεγάλον πράγμα είναι αν αποθάνω και εγώ δια την Εκείνου αγάπην; Εγώ εξ ανάγκης ή σήμερον ή αύριον ή μετά ταύτα θα αποθάνω. Όθεν κάλλιον είναι να αποθάνω δια τον Χριστόν μου σήμερον, δια να αξιωθώ να απολαύσω και την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Ταύτα ακούσας εκείνος ανεχώρησεν άπρακτος, οι δε Αγαρηνοί κάθε τρόπον επινοούντες δια να χωρίσουν τον Άγιον από τον Χριστόν, έπεμψαν την γυναίκα του εις την φυλκήν, δια να τον παρακινήση και αυτή, νομίζοντες ότι ίσως από τα δάκρυά της και από τους λυπηρούς θρήνους της καμφθή και ούτω τον Χριστόν αρνηθή. Ήλθεν όθεν και αύτη και τόσας ελεεινάς φωνάς εξέβαλε, τόσα δάκρυα έχυσε και τόσους παρακινητικούς λόγους του είπεν, ώστε θα ηδύναντο να μαλάξουν και την πλέον σκληροτέραν καρδίαν. Αλλ’ ο του Χριστού Μάρτυς, υπερβάς την σάρκα και αναβάς εις το πνεύμα, προς όλα ταύτα έμεινεν άκαμπτος, ταύτην δε μόνην την απόκρισιν ή μάλλον ειπείν συμβουλήν και νουθεσίαν έδωκεν εις αυτήν, ειπών: «Ω γύναι, ας είναι εις σε και εις εμέ αντί π΄ντων ο Χριστός· εις Εκείνον παραδίδω σήμερον σε και τα τέκνα σου, δια τον οποίον υπομένω μετά χαράς τον μαρτυρικόν τούτον θάνατον· υπόμεινον όθεν και συ, ω γύναι, δια τον Χριστόν, την εμήν στέρησιν, ίνα εν τη φρικτή Αυτού και ενδόξω παρουσία αλλήλους ίδωμεν και συνευφρανθώμεν εκεί αιωνίως. Τι όφελος εις ημάς τους δύο από την προσωρινήν ταύτην ένωσιν και ζωήν, από την οποίαν μετ’ ολίγον πρόκειται να χωρίσωμεν πάλιν; Ή τι κέρδος έχομεν από τα τερπνά του κόσμου τούτου, αν ίσως και ζημιωθώμεν τας ψυχάς μας, των οποίων όλος ο κόσμος δεν είναι αντάξιος; Άπελθε λοιπόν, ηγαπημένη μου και φιλτάτη ψυχή, εν ειρήνη· και εγώ, όσον τάχος, πορεύομαι προς τον ποθούμενόν μοι Χριστόν, εντός ολίγου δε έρχεσαι και συ, δια να απολαύσωμεν ομού την αιώνιον μακαριότητα». Ταύτα ακούσασα η μακαρία αυτού γυνή και πεισθείσα περισσότερον υπ’ εκείνου ή όσον αύτη τον έπεισεν, εξήλθεν από την φυλακήν στερεωθείσα εις την ελπίδα και αγάπην του Χριστού με τους λόγους του Μάρτυρος. Την δε επομένην παραστήσας και πάλιν έμπροσθεν αυτού ο βεζύρης τον Άγιον και πάλιν εξετάσας αυτόν, και ευρίσκων αυτόν εις την ομοίαν σταθερότητα, πολλά του είπε και πολλά τον ηπείλησε. Τέλος, ως είδεν ότι τίποτε δεν κατορθώνει, έδωκε την κατ’ αυτού απόφασιν να τον θανατώσουν. Έλαβον όθεν οι δήμιοι τον γενναίον αγωνιστήν και προθυμότερα έτρεχεν αυτός εις την σφαγήν παρά εκείνοι και περισσότερον έχαιρεν αυτός, όστις έμελλε να θανατωθή, παρά εκείνοι, οίτινες έμελλον να τον θανατώσουν. Και φέροντες αυτόν έμπροσθεν του παλατίου, πλησίον της Αγίας του Θεού Σοφίας, όπου και τον μακάριον Σταμάτιον απεκεφάλισαν εκεί, και του μακαρίου Αγγελή την αγίαν κάραν απέτεμον την 1ην Σεπτεμβρίου του έτους αχπ΄ (1680), οι δε μαθηταί του και άλλοι γνωστοί και συγγενείς παρεφύλαττον από μακρόθεν και παρετήρουν να ίδουν το αποβησόμενον· και κατά το μεσονύκτιον βλέπουσιν, ω του θαύματος! εν φως θεϊκόν, ως στύλον πύρινον, όπερ κατέβη από τον ουρανόν επάνω εις εκείνο το μαρτυρικόν και αγιώτατον λείψανον, και εστέκετο ώραν ικανήν· τούτο δε είδον όχι μόνον Χριστιανοί, αλλά και πολλοί Αγαρηνοί. Όθεν αυτοί έδωκαν είδησιν δια το θαύμα τούτο και ευθύς εξεδόθη διαταγή από την Κυβέρνησιν να ριφθή εις την θάλασσαν το άγιον λείψανον του Μάρτυρος. Τούτο μαθόντες οι Χριστιανοί επρόλαβεν ο σύλλογος των γουναράδων και δώσαντες τριακόσια γρόσια εις τον Μουσούρ αγάν ηγόρασαν το άγιον λείψανον· δια να μη αντιληφθή δε τούτο ουδείς, προσέταξεν ο προρρηθείς αγάς και ητοίμασαν οι γουναράδες εν ιστιοφόρον ιδικόν των, πηγαίνοντες δε οι Τούρκοι με άλλο πλοίον τάχα δια ναρίψουν το λείψανον εις την θάλασσαν με τρόπον κρύφιον το έρριψαν μέσα εις το πλοίον των Χριστιανών, το οποίον παραλαβόντες οι γουναράδες ήλθον και το ενεταφίασαν μετά πάσης τιμής και ευλαβείας εις το Μοναστήριον, το ευρισκόμενον εις την νήσον της Πρώτης. Έτυχε δε τότε εις την Κωνσταντινούπολιν ο Μητροπολίτης Δρύστρας Παρθένιος, άνθρωπος αρετή και μαθήσει και ευλαβεία κεκοσμημένος και ζηλωτής της Ορθοδόξου πίστεως, ο οποίος ακούων τα περί του Αγίου τούτου Μάρτυρος γγελή, εξήτασεν ακριβώς δια την στερεάν του ομολογίαν και δια τα μαρτύριά του και δια το άγιον φως, όπερ κατέβη ουρανόθεν επάνω εις το θείον του λείψανον, και δι’ όλα τα άλλα. Όθεν ετίμησε τον Άγιον με εγκώμι κθώς έπρεπεν εις αυτόν· όστις βεβαιώσας με μαρτυρίας όσα ανωτέρω εσημειώσαμεν, εβεβαίωσε προς τούτοις και τα εξής ρηθησόμενα, δηλαδή, ότι μετά τον θάνατον του Αγίου τρεις ονομαστοί μεγιστάνες της βασιλείας των Τούρκων, οίτινες μάλιστα ήσαν αίτιοι του θανάτου του Μάρτυρος, ο Σαρί Αμπντουλάχογλους Γεντή Κουλέ αγασή, ο βασιλικός μεξίνης, και ο Γιακούπ Αγανούνογλους, ησθένησαν βαρέως και κινδυνεύοντες εις θάνατον δεν ηδύναντο να ξεψυχήσουν, αλλ’ έξω φρενών γενόμενοι εφώναζον συνεχώς και έκραζον το όνομα του Μάρτυρος με τοιαύτας ελεεινάς και μεγάλας φωνάς: «Αγγελή, ω Αγγελή!» και ούτως εβασανίζοντο πολλάς ημέρας και δεν ηδύνατο να απορρίψουν την μιαράν των ψυχήν, έως ου εκάλεσαν την γυναίκα του Μάρτυρος και έλαβον συγχώρησιν από αυτήν δια τον άδικον φόνον, τον οποίον προυξένησαν εις τον άνδρα της και τότε εξεψύχησαν. Αύτη η φήμη διεδόθη εις όλους τους πρώτους της βασιλείς, όθεν και συνεκροτήθη παρ’ αυτών συμβούλιον μέγα περί τούτου και εξεδόθη διαταγή ισχυρά, εις το εξής να μη βιάσουν κανένα Χριστιανόν, μηδέ να τον τιμωρήσουν δια να γίνη Τούρκος, αλλ’ όστις εκ προαιρέσεώς του θέλει να γίνη, ας γίνεται. Η διαταγή δε αύτη ίσχυσεν εφ’ όσον ήσαν ζώντες εκείνοι οι αγάδες, οι οποίοι την εξέδωσαν. Κατά δε την εποχήν εκείνην ηγουμένευεν εις το Μοναστήριον της Πρώτης εις ιεροπρεπής και ενάρετος άνθρωπος, Αθανάσιος ονόματι, όστις ενεταφίασε το άγιον λείψανον του Μάρτυρος εις τον ίδιον τάφον του εκεί προηγουμενεύσαντος. Εκείνην όθεν την νύκτα εφάνη ο Προηγούμενος εκείνος εις τον ύπνον τού ρηθέντος Αθανασίου και του λέγει· «Τι έκαμες, ω Καθηγούμενε, και ενεταφίασες το άγιον λείψανον του Μάρτυρος εις τον τάφον τον ιδικόν μου; Είμαι άξιος εγώ να συγκατοικήσω εις ένα τόπον με τοιούτον Μάρτυρα; Όθεν παρακαλώ σε ή εκείνον μετατόπισον ή τα ιδικά μου λείψανα». Ούτω δοξάζει ο Θεός τους αυτόν αντιδοξάζοντας· τα δε τέκνα του Μάρτυρος δια πρεσβειών αυτού ηλευθερώθησαν από την Κωνσταντινούπολιν και απήλθον εις την Βλαχίαν, εκεί δε γενόμενα δεκτά παρά των αυθεντών ηυτύχησαν και έγιναν μεγάλοι άρχοντες, διελθόντες εν ειρήνη και ευτυχία καθ’ άπασαν την ζωήν των. Αλλ’ είθε ταις του Αγίου Αγγελή θεαρέστοις πρεσβείαις να διέλθωμεν και ημείς εν ειρήνη την ζωήν μας και να αξιωθώμεν άπαντες μετά τον θάνατον της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο νέος

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος πατήρ ημών ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο νέος, ο εν τω όρει της Μυουπόλεως ασκήσας, εν ειρήνη τελειούται.                                                                      
Μελέτιος ο θαυμάσιος και αληθής δούλος του Θεού εγεννήθη περί το έτος αλε΄ (1035) εις εν χωρίον των Καππαδοκών, Μουταλάσκη καλούμενον, όπερ και τον μέγαν Σάββαν εβλάστησεν. Οι γονείς του ήσαν κατά πολλά ενάρετοι, Ιωάννης και Σοφία ονομαζόμενοι, των οποίων τας αρετάς το παιδίον μιμούμενον επρόκοπτε καθ’ εκάστην από μικράς ηλικίας και ηύξανεν ου μόνον από την αισθητήν Σοφίαν (την σαρκικήν, λέγω, μητέρα) παιδαγωγούμενον, αλλά και από την νοητήν φωτιζόμενον άνωθεν, με το γάλα της οποίας το ζωηρόν και ακόρεστον ετρέφετο περισσότερον, παρά με το αισθητόν της μητρός και επίκηρον. Όταν ήλθεν εις ηλικίαν κατάλληλον δια να μάθη γράμματα, τον έβαλαν οι γονείς του εις το σχολείον, αλλ’ έτυχε βραδύς εις τον νουν και δεν ηδύνατο να εννοήση τα μαθήματα· η σπουδή του όμως και η πίστις του προς τον Θεόν ανεπλήρωσε το υστέρημα της φύσεως· ότι εύρε τρόπον πάνσοφον ο πεφωτισμένος νέος, ελπίζων εις τον Θεόν να του δώση φώτισιν. Ζηλώσας όθεν την πίστιν της αιμόρρου και πιστεύων αδιακρίτως, ότι εάν μόνον εγγίση και αυτός εις το άκρον των ιματίων του Ιησού λεπτύνεται ο νους του εις το να εννοή τα γράμματα, μετέβη εις την Εκκλησίαν πριν αρχίση την λειτουργίαν ο Ιερεύς· και απελθών εις το όπισθεν μέρος της αγίας Τραπέζης, έκλινε την κεφαλήν κάτωθεν του θείου πέπλου, τον οποίον ονομάζομεν κοινώς ενδύτην, και έστεκεν ούτω μετά φόβου Θεού και πίστεως, έως ου ετελειώθη η λειτουργία. Και, ω του θαύματος! έλαβε την χάριν, καθώς επίστευσεν, εξελθών δε από την λειτουργίαν έμαθεν εκ στήθους την δευτέραν ωδήν του Προφήτου Μωϋσέως με μίαν μόνον φοράν όπου την ανέγνωσεν· ομοίως και τα δύσκολα μαθήματα από την ώραν εκείνην με πολλήν ευκολίαν εννοούσεν. Ούτως ουν απογαλακτιζόμενος παιδοπρεπώς και θεοπρεπώς πολιτευόμενος, ο όντως Μελέτιος εμελέτα με μελέτην διηνεκή εις τον νόμον του Κυρίου, κατά τον Δαβίδ, τα θεία και σωτήρια μαρτύρια, και καθ’ εκάστην μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν, όχι ως παιδίον μικρόν όπου ήτο, αλλά με τόσην ευταξίαν και ευλάβειαν, ώστε επερίσσευε τους πρεσβυτέρους και σοφούς εις την σύνεσιν· και πάντες τον εθαύμαζον ότι ηκροάζετο νουνεχώς τους θείους Λόγους, με τους οποίους ετρέφετο μάλλον ή με άρτον φθειρόμενον. Και όσον ηύξανεν εις την ηλικίαν του σώματος, τόσον μάλλον επρόκοπτεν εις την σοφίαν και χάριν, προβαίνων από δόξης εις δόξαν και από δυνάμεως εις δύναμιν, τόσον ώστε επέρασε την τάξιν της φύσεως και όταν ήτο χρόνων δεκαπέντε εφαίνετο ως ανήρ τέλειος, εις μέτρον ηλικίας του θείου πληρώματος. Οι δε γονείς αυτού εμελετούσαν εις τον Μελέτιον ως άνθρωποι ανθρώπινα πράγματα και εζήτουν να τον νυμφεύσουν, μη γνωρίζοντες εκείνα τα οποία αυτός εμελέτα εις την καρδίαν του και διότι έως τότε υπετάσσετο εις αυτούς και δεν παρήκουε την προσταγήν των. Αλλ’ όταν είδεν ότι εβούλοντο να τον χωρίσουν από τον ένθεον έρωτα, έκρινε δίκαιον να γίνη εκείνων παρήκοος, του δε Ποιητού και Σωτήρος υπήκοος, του οποίου ήκουε καθ’ εκάστην τους σωτηρίους τούτους λόγους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω ημάς». Και πάλιν: «Ει τις έρχεται προς με, και ου μισεί τον πατέρα αυτού, και την μητέρα, και γυναίκα, και τέκνα, και αδελφούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου είναι μαθητής». Αυτά και άλλα πρόμοια ακούων ο πεφωτισμένος νέος, προέκρινε τον ένθεον έρωτα από όλον τον κόσμον σοφώτατα· και αφήνει τους γονείς, φεύγει τους γάμους, καταλιμπάνει συγγενείς, φίλους, κτήματα, χρήματα, και όλα τα απολαυστικά και ηδέα του σώματος ολοψύχως κατεφρόνησεν ως επίκηρα, δια ν’ απολαύση τα άφθαρτα και αιώνια. Φεύγει από την αγαπημένην πατρίδα του, σηκώνει τον Σταυρόν, και ακολουθεί τω Χριστώ, όστις τον εκάλεσε· φθάσας δε εις Κωνσταντινούπολιν, εισήλθεν εις εν Μοναστήριον, το οποίον ίδρυσε και εις το οποίον κατώκησε ποτε ο Μέγας Χρυσόστομος, ότε ήτο εκεί Πατριάρχης, και αφ’ ου έκαμεν εκεί τρεις χρόνους, έγινε Μοναχός. Όταν έμαθε καλά την τάξιν της μοναδικής πολιτείας εκεί εις το Κοινόβιον, επεθύμησε να πολιτευθή εναρετώτερα εις την έρημον. Όθεν ανεχώρησεν από το Κοινόβιον, θέλων να μιμηθή τον Προφήτην Ηλίαν και Ιωάννην τον Πρόδρομον, και μετέβη εις Θεσσαλονίκην δια να προσκυνήση πρότερον τον Μέγαν Δημήτριον. Εκεί δε παρεκάλεσε τον Θεόν και τον Άγιον να τον οδηγήσουν εις τόπον σωτήριον. Εξελθών τον υπήντησεν ένας νέος, κόσμιος εις το ήθος και εις την μορφήν ευπρεπής και χαριέστατος, όστις προσεποιήθη ότι μετέβαινεν εις την αυτήν οδόν, εις την οποίαν επήγαινε και ο Μελέτιος και τον ηρώτησε που επήγαινεν. Ο δε Όσιος του λέγει· «Έως την Ρώμην βούλομαι να φθάσω δια να προσκυνήσω των Αγίων Αποστόλων τα λείψανα». Και ο νέος του λέγει· «Δεν είναι καιρός τώρα να υπάγης εκεί, αλλά ύπαγε εις τα μέρη της Ελλάδος· εις τας Θήβας πλησίον, προς το νότιον μέρος, είναι Μοναστήριον Γεωργίου του Μάρτυρος και εκεί σου ητοίμασε την κατοικίαν ο Κύριος». Ταύτα ειπών, εγένετο αφανής ο φανείς νεανίας. Ο δε Όσιος, γνωρίσας ότι ήτο εκ Θεού η όρασις, υπήκουσε του θείου προστάγματος και ανέβαλε την μεγάλην αυτού αποδημίαν εις Ρώμην και Ιεροσόλυμα και ήλθεν εις Αθήνας, ένθα επεσκέφθη τον εν τω Παρθενώνι της Ακροπόλεως Ναόν της Θεοτόκου, εξ Αθηνών δε μετέβη εις Θήβας. Είκοσι στάδια μακράν της πόλεως των Θηβών και προς νότον εύρε τον ρηθέντα Ναόν του Αγίου Γεωργίου και έμεινεν εκεί αγωνιζόμενος· όσον δε αυτός επροσπαθούσε να κρύπτη την αρετήν του από τους άλλους, τόσον αύτη τον εμαρτύρει και εφανέρωνεν, επειδή πόλις ήτις είναι εις υψηλόν όρος δεν κρύπτεται. Έφθασεν όθεν η φήμη του εις όλα εκείνα τα όρια, και συνήχθησαν και άλλοι πολλοί προς ζήλον αυτού και μίμησιν. Ο δε Όσιος, επειδή είχε τάξιμον να προσκυνήση εις την Ρώμην και εις τα Ιεροσόλυμα, έλαβεν από τους Πατέρας συγχώρησιν και ομού με έναν Μοναχόν δια συνοδείαν του μετέβη με κίνδυνον της ζωής του εις Ιεροσόλυμα, τα οποία κατείχον τότε οι Σαλτζουκίδαι Τούρκοι, οίτινες είχον νικήσει τους επιτοπίους Άραβας και τους Έλληνας και είχον μάλιστα συλλάβει αιχμάλωτον τον αυτοκράτορα Διογένην Ρωμανόν. Ήτο δε τόση η μανία των βαρβάρων εκείνων, ώστε πολλούς, οίτινες δεν εδέχοντο να αρνηθούν τον Χριστόν, κακώς εθανάτωναν. Ο μακάριος όμως Μελέτιος, έχων την καρδίαν του πεπυρωμένην από τον πόθον του μαρτυρίου, ήλθεν εις Ιεροσόλυμα αψηφών όλους τους κινδύνους· όσους δε υπέστη καθ’ οδόν ραβδισμούς, λιθασμούς, ύβρεις, κατά κόρης ραπίσματα και άλλα τις διηγήσεται; Διότι οι βάρβαροι εζήτουν να ρίψη κατά γης τον Τίμιον Σταυρόν και να πατήση αυτόν. Ο γενναίος όμως της ευσεβείας αγωνιστής υπέμεινε προθύμως πάσαν δοκιμασίαν και παρ’ ολίγον θα εσφάζετο υπ’ αυτών, όμως ο Πανάγαθος Θεός, όστις προώριζε τον Μελέτιον ως σκεύος εκλογής εις πολλών σωτηρίαν, ελύτρωσε θαυμασίως αυτόν. Αφού δε προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους μετέβη εις Ρώμην, ένθα προσεκύνησε τον τάφον των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, εκπληρώσας δε ούτω τον πόθον του επέστρεψε πάλιν εις το αυτό Μοναστήριον. Οι δε Πατέρες, ιδόντες τον θείον Μελέτιον, εχάρησαν τόσον, όσον ελυπούντο πρότερον δια την αναχώρησιν αυτού και στέρησιν και τον ηυλαβούντο όλοι ως Άγιον. Ούτος όμως εταπεινοφρόνει πολλά, και δεν επήρετο δια τίποτε, αλλά έτρεχεν εις τας υπηρεσίας της Μονής πρότερον από όλους και ετοιμότερον. Καθώς δε ήτο ταπεινός εις το φρόνημα, ούτως ήτο και εις τα ιμάτια ευτελέστατος, φορών μόνον εν ράσον τρίχινον, το οποίον ανέρραπτε και εμπάλλωνεν· ομοίως και τα υποδήματα αυτού ήσαν παλαιά και εφθαρμένα. Εξόχως δε εφύλαξε τόσον την εγκράτειαν, ώστε ούτε νερόν εχόρτασεν, ούτε άρτον έφαγε προς αυτάρκειαν, αλλά μόνον ολίγον εγεύετο από ταύτα, δια να φύγη τον ανθρώπινον έπαινον και δια να λαμβάνη από την ολίγην τροφήν μικράν δύναμιν, να υπηρετή τους αδελφούς και να κάμνη και τον κανόνα του προθύμως. Είχον δε εις την Μονήν εκείνην συνήθειαν να τρώγουν όλοι από τα φαγητά όπου έβαλλεν ο κελλάρης εις την τράπεζαν, αλλ’ όσον προηρείτο έκαστος, ήτοι άλλος πολύ, άλλος ολιγώτερον. Όθεν έτρωγε και ο πάνσοφος Μελέτιος από όλα τα παρατιθέμενα δια να μη φαίνεται από τους άλλους ανόμοιος, ελάμβανεν όμως τόσον ολίγον, ώστε δεν του έδιδεν απόλαυσιν. Εις τας διακονίας όλας της Μονής ήτο πρόθυμος και σπουδαίος και εδούλευεν άοκνα· όταν δε έκτιζον οίκον, εσήκωνε τας βαρυτέρας πέτρας, τας οποίας οι άλλοι δεν ηδύναντο· ομοίως και εις τους κήπους, αμπελώνας και αλλαχού ήτο πρόθυμος, και εφύτευσε πολλά δένδρα· έως δε την σήμερον φαίνονται οι γεωργικοί του κόποι, την επωνυμίαν τού Μελετίου φυλάττοντες· παρ’ όλους όμως τους κόπους αυτούς του σώματος δεν έλειψε ποτέ από την κοινήν ακολουθίαν. Αυταί μεν είναι αι πράξεις, αίτινες εις το φανερόν εγένοντο, αλλά όσας έκαμνεν απόκτυφα τας νύκτας εις το κελλίον του, μετανοίας, γονυκλισίας, ευχάς, δάκρυα και άλλα τοιαύτα, τα οποία απ’ αρχής της εις το Μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου μεταβάσεώς του έκαμνεν, τις διηγήσεται; Ποτέ δεν ανεπαύθη εις την ευτελή ψάθην, όπου είχε κατά γης αντί στρώματος, χωρίς να κλαύση και να βρέξη αυτήν, κατά τον Δαβίδ, με δάκρυα· έπειτα ολίγον κοιμώμενος, δια να λάβη το σώμα ολίγην άνεσιν, εσηκώνετο το μεσονύκτιον και προσηύχετο έως να κτυπήσουν το σήμαντρον. Μη υποφέρων όθεν ο επίβουλος και πολυμήχανος όφις να βλέπη τοιαύτα θαυμάσια κατορθώματα, εδοκίμασε πολλάκις να μαστίση εκείνον όστις τον εμάστιζε· και μάλιστα ότε ποτέ ενέβαλεν εις πειρασμόν γυναίκα τινά πλουσίαν εκ Θηβών και την ώθησεν εις το να πειράξη τον Άγιον. Αυτός όμως ο αδαμάντινος την ψυχήν εις μεν την γυναίκα, αφού ήλεγξε και επετίμησεν αυτήν δια τον πονηρόν λογισμόν τον οποίον εδέχθη, απηγόρευσε πλέον την μετ’ αυτού επικοινωνίαν, εις δε τον εαυτόν του, ως ίδιον σφάλμα τον λογισμόν της γυναικός υπολαμβάνων, επέβαλε βαρύτατον επιτίμιον· και πρώτον μεν ενεκλείσθη εις το κελλίον του και ουδένα εις επικοινωνίαν δεχόμενος παρέμεινε νήστις επί ημέρας τεσσαράκοντα αγρυπνών και προσευχόμενος, είτα δε επί ολόκληρον έτος παρέμεινεν έγκλειστος ουδεμίαν αποδεχόμενος ανθρωπίνην επικοινωνίαν ή βοήθειαν. Ο δε πονηρός διάβολος, φρίττων έτι περισσότερον, του δίδει μεγάλας οδύνας και πόνους εις ολόκληρον το σώμα, και εξόχως εις τους πόδας. Επρήσθησαν όθεν ούτοι από την πολλήν ορθοστασίαν και έτρεχεν ύλη δυσώδης και ανυπόφορος. Οι δε λοιποί Μοναχοί ελυπούντο και τον εσυμπονούσαν, αλλά δεν ηδύναντο να του κάμουν θεραπείαν τινά. Μετά δε καιρόν τυχαίως ήλθεν ιατρός τις εις το Μοναστήριον, τον οποίον ωδήγησαν οι αδελφοί εις τον Μελέτιον χαίροντες, ο δε ιατρός υπεσχέθη να τον ιατρεύση ευκόλως. Ο Όσιος όμως δεν ηθέλησε ποσώς να του δείξη τους πρησμένους πόδας του, ούτε δια την ασθένειαν ποσώς τον ηρώτησεν, αλλά γνωρίσας από θείαν χάριν τας πράξεις όλας του ιατρού, επροφήτευσεν εις αυτόν τα μέλλοντα λέγων: «Ιατρέ, θεράπευσον μάλλον σεαυτόν, οικονόμησον τα πράγματα της οικίας σου, ότι μετά τρεις ημέρας τελειώνει η παροικία σου, και τότε υπάγεις εις τον τόπον, τον οποίον σου ητοίμασαν τα έργα σου». Ταύτα είπε, και την τρίτην ημέραν απέθανεν ο ιατρός· και εθαύμασαν όλοι τον Όσιον δια την πρόρρησιν. Εκείνος δε έχων όλως τον νουν και την φροντίδα εις την ψυχήν, δεν εφρόντιζε δια την ασθένειαν του σώματος, αλλ’ είχε πολλήν υπομονήν και καρτερίαν ως μεγαλόψυχος, τόσον ώστε εφιλονίκει να περισσεύση τον μακάριον Ιώβ ο τρισόλβιος. Ότι εκείνος μεν είχεν όστρακον και έξεεν ολίγον τας πληγάς προς μικράν θεράπευσιν. Ούτος δε υπέφερε και τους σκώληκας, όπου εγεννήθησαν εις τας πληγάς τών ποδών και τον κατέτρωγον, εάν δε έπιπτέ τις εις την γην, τον έπαιρνε πάλιν ο Όσιος και τον έβαλλεν εις τον τόπον του, δια να έχη τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους, ακολούθως δε και τας αμοιβάς εις την ψυχήν παρομοίας. Τόσον ήτο γενναίος εις την ψυχήν, υπομονητικός και καρτερόψυχος. Είχε δε τοσούτον ερριζωμένην την πίστιν εις την καρδίαν του ο μακάριος, ώστε ηδύνατο να τελέση αδύνατα και δυσκατόρθωτα πράγματα, να μετακινήση όρη και άλλα παρόμοια, καθώς εγνωρίσθη με το εξής θαυματούργημα. Είχε ποτε ένα μαθητήν Ιερομόναχον, Μάρκον ονόματι, ο οποίος του ηυλόγει την τράπεζαν, όστις εν μια των ημερών ετελεύτησε. Συναθροισθέντων δε των αδελφών να ενταφιάσουν το λείψανον, είπεν εις απ’ εκείνους ταύτα προς τον Μελέτιον· «Πρόσταξε, Πάτερ, τον μαθητήν σου να κάμη στίχον, να ψάλωμεν». Τούτο είπεν ή από θλίψιν πολλήν και παρελάλησεν ή από απιστίαν, μη πιστεύων ότι θα ηδύνατο να ομιλήση ο νεκρός. Ο δε Όσιος, δια να θεραπεύση την απιστίαν του και δια να αποδείξη αληθείς τους λόγους του Δεσπότου τους λέγοντς· «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», είπε προς τον νεκρόν· «Τέκνον μου Μάρκε, ευλόγησον». Τότε ο νεκρός, ω του θαύματος! υπήκουσε, και ανοίξας τους οφθαλμούς εσήκωσε την δεξιάν, και κάμνων Σταυρόν εις το πρόσωπόν του, εκίνησε τα χείλη του λέγων· «Ευλογητός ο Θεός» και τα επίλοιπα του στίχου· και τότε πάλιν έμεινε νεκρός ως το πρότερον. Αλλά ακούσατε και έτερον θαύμα μέγα, δια να πιστωθήτε ότι έπνεε πυρ εις το στόμα τού Μελετίου, ως και του Μωϋσέως και του Ηλιού, και Πέτρου του Κορυφαίου, όταν παρέδιδον τους παραβάτας και αδίκους δικαίως εις τιμωρητικόν θάνατον. Εν μέσω των άλλων μαθητών του ήτο και εις αυθάδης και απαίδευτος, την κλήσιν Νικόδημος, τον οποίον ο θείος Μελέτιος δεν άφηνε να ιερωθή, ηξεύρων αυτόν ανάξιον· αυτός δε ο δείλαιος, καταφρονήσας τον βαθμόν της υπακοής, μετέβη εις τας Θήβας και εχειροτονήθη από τον Αρχιερέα κρυφίως· πλην δεν επέστρεψεν εις το Μοναστήριον, αλλά έμεινεν εκεί εις τας Θήβας· η δε θεία δίκη έκαμεν εκείνον τον άδικον να πέση δικαίως εις τον αδέκαστον δικαστήν Μελέτιον και να λάβη τα της αυθαδείας επίχειρα με τρόπον τοιούτον θαυμάσιόν τε και φοβερώτατον. Τας ημέρας εκείνας εγένετο εις όλην την επαρχίαν των Θηβαίων ανομβρία μεγάλη και εκινδύνευον να ξηρανθούν τα σπαρτά τελείως. Οι δε εγχώριοι ετέλουν καθ’ εκάστην λιτανείας και παρακλήσεις προς τον Κύριον, αλλά δεν επήκουεν αυτών. Όθεν έδραμον άπαντες εις τον μέγαν Μελέτιον, όστις μόνον ήτο άξιος να παρακινήση εις οίκτον τον Δεσπότην Χριστόν. Φθάνοντες όθεν με λιτανείαν εις τον μέγαν Γεώργιον, είχον εις την συνοδείαν των και τον ρηθέντα Νικόδημον ενδεδυμένον τα ιερατικά ιμάτια· καθώς δε έκαμεν ο μέγας Μελέτιος προς Κύριον δέησιν, ήλθε βροχή αναρίθμητος και πάντες εχάρησαν. Ιδών όμως ο Όσιος τον Νικόδημον, επρόσταξε και τον εξέδυσαν τα ιερά που εφόρει, και τον έβαλαν εις ένα λάκκον, δια κανόνα της παρακοής όπου έκαμεν. Τινές δε από τον κοινόν λαόν απαίδευτοι κατέκριναν τον Όσιον ως άσπλαγχνον· και σύραντες από τον λάκκον τον δείλαιον, του είπον να βάλη πάλιν τα ιερά, να στρέψωσιν εις την πόλιν με τον λοιπόν λαόν λιτανεύοντες. Αλλά, ω του φρικτού της άνωθεν δίκης κρίματος! Πριν να φθάσουν εις την πόλιν λιτανεύοντες, όταν ήσαν έξω ακόμη από τον Ναόν του Αγίου Ηλιού, εξέσπασε θύελλα φοβερωτάτη με αστραπάς και βροντάς δυνατάς, και έπεσε κεραυνός εις τον άθλιον Νικόδημον, όστις μόνος ηρπάγη από όλον εκείνο το πλήθος και έπεσεν εις τας χείρας του ζώντος Θεού δια να δώση δίκας της παρακοής ο ταλαίπωρος. Εγώ δε και τα δύο ταύτα θαυμάζω. Πως ο λαός ευηργετήθη με την πλήμμυραν του ύδατος, και ο πταίστης ομού εκολάσθη. Όμοιον και τούτο του θαυματουργήματος του Μωϋσέως, όστις με την ράβδον του, με την οποίαν επέρασεν αβρόχως τους φίλους του, εβύθισε και τους εχθρούς του θαυμασιώτατα. Ούτω και εδώ οι μεν άξιοι της ευχής απέλαβον την ευεργεσίαν του ύδατος, ο δε παραβάτης, αθετήσας το πατρικόν πρόσταγμα, έγινε του εναντίου στοιχείου ανάλωμα και έμεινε πυρίκαυστος, δια να σωφρονισθούν άλλοι παρήκοοι με το τούτου υπόδειγμα. Άνθρωπός τις Θηβαίος, πλούσιος, είχε θυγατέρα, την οποίαν έταξεν εις γυναίκα ενός άλλου πλουσίου έρχοντος, και με την κόρην έγραψε να δώση προίκα όλον το πράγμα του. Ούτος είχε πολλήν ευλάβειαν και αγάπην εις τον μέγαν Μελέτιον· και απελθών τον παρεκάλεσε με πολλήν θερμότητα λέγων· «Κάμε, τίμιε Πάτερ, δια την κόρην δέησιν να περάση ειρηνικά με τον άνδρα, όπου την εμνήστευσα». Ο δε Μελέτιος, προβλέπων ως παρόντα τα μέλλοντα, απεκρίνατο· «Εάν αγαπάς την κόρην σου και το συμφέρον σου, άφες τους γάμους, ότι εις ένα μήνα την παίρνει ο Νυμφίος της, και δεν ζημιώνεσαι την προίκα της άδικα, και κερδαίνει και αυτή την παρθενίαν της». Δέχεται την συμβουλήν ο Θηβαίος, και πριν να τελειώση ο μην απήλθεν η κόρη προς Κύριον· και ο πατήρ της επώλησεν όλην την προίκα, και την έδωκεν ελεημοσύνην, δια να την εύρη εκείνη και αυτός εις ζωήν την αιώνιον. Όταν δε είχεν οκτώ χρόνους ο Όσιος εις εκείνο το Μοναστήριον, βλέπων ότι ήρχοντο πολλοί και δεν τον άφηναν να ησυχάζη κατά τον πόθον του, ανεχώρησεν απ’ εκεί, ψηφίσας Ηγούμενον ένα, την κλήσιν Νικόλαον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθη το ποίμνιον· αυτός δε επήγεν εις το όρος της Μυουπόλεως δύσβατον κατά πολλά, εις το οποίον ήτο το Μοναστήριον, του Συμβούλου καλούμενον ή Συμβόλου, τιμώμενον επ’ ονόματι των Αγίων Ασωμάτων, εις το οποίον ηγουμένευεν εις ενάρετος Κληρικός, ονόματι Θεοδόσιος, όστις εδέχθη τον Όσιον μετά πλείστης αγαλλιάσεως και του έδωσε κατ’ αρχάς το ευκτήριον του Σωτήρος Χριστού να κυβερνά ως βούλεται· με τον καιρόν δε δια την αγάπην του Μελετίου συνηθροίσθησαν και εκεί αναρίθμητοι, και έγινε Λαύρα η έρημος. Έφθασε δε η φήμη του Αγίου έως της Κωνσταντινουπόλεως, ο δε Πατριάρχης Νικόλαος ο Γραμματικός έδωκεν εντολήν εις τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Νικήταν να χειροτονήση τον Μελέτιον Ιερέα δια να εξυπηρετή και εξομολογή τους αδελφούς, το οποίον και παρά την θέλησίν του εγένετο και εκοσμήθη ο υπεράξιος με την αξίαν της ιερωσύνης. Εις ολίγον καιρόν εκοιμήθη ο Θεοδόσιος και έμεινεν όλη η προστασία και της κυρίως Μονής των σωμάτων εις τον Μελέτιον. Ήσαν δε οι αδελφοί εκατόν και περισσότεροι, και καθ΄ εκάστην ο αριθμός επλήθυνεν· ότι ο Όσιος υπεδέχετο άπαντας και έκτιζον κελλία και οικητήρια, εις τα οποία συνεκοπίαζε και εβοήθει ο Όσιος και τους ηρμήνευε και ενουθέτει τα χρειαζόμενα, διδάσκων αυτούς προ πάντων να έχουν πτωχείαν έξωθεν και έσωθεν, να μη φροντίζουν δια την σάρκα πώς να τραφώσιν, αλλά να ελπίζουν εις τον Πανάγαθον Θεόν, όστις θα τους διακυβερνά εις όσα χρειάζονται, καθώς τρέφει και τα πετεινά του ουρανού. Αυτά και άλλα όμοια ψυχωφελή τους έλεγεν ο Μελέτιος και δεν τους επέτρεπε να αγοράσουν αγρούς ή βόας ή άλλα χρειαζόμενα πράγματα, δια να μη ασχολήται ο νους των εις τας γεωργίας και αμελώσι την κυριωτέραν εργασίαν, ήτοι την προσευχήν, ότι εφοβείτο την παραβολήν εκείνου, όστις εδιώχθη από τους γάμους, διότι δεν εφόρει του γάμου το ένδυμα. Ήτο εκείνο το όρος άλλος Παράδεισος, και εξύμνουν οι τρισμακάριοι αδιαλείπτως τον Κύριον. Βλέπων δε ο Θεός την ταπείνωσιν αυτών και την αγαθήν προαίρεσιν, εφώτιζε τους πλουσίους και τους έστελλον παν ό,τι εχρειάζοντο. Ίδρυσε δε τότε και εικοσιτέσσαρα Παραλαύρια εις διάφορα μέρη της Ελλάδος, εις τα οποία εγκατέστησε Μοναχούς κοινοβιακώς ζώντας, εις δε την κυρίως Λαύραν αφήκε μάλλον τους τελειοτέρους των Μοναχών, τους επιθυμούντας να ζήσωσιν αναχωρητικόν βίον εις ιδιαίτερα δι’ έκαστον κελλία. Επειδή δε η φήμη του Μελετίου διεδόθη εις πολύν κόσμον όχι μόνον ο κοινός λαός, αλλά και αυτός ο βασιλεύς του καιρού εκείνου, ο θεοσεβέστατος Αλέξιος, ακούσας τας μεγάλας αρετάς του Οσίου, τον ηυλαβήθη θαυμασιώτατα, και του έστειλεν ελεημοσύνην μύρια (10.000) φλωρία χρυσά, παρακαλών αυτόν να τα δεχθή, και όταν έχη πάλιν και άλλην ανάγκην δια οικοδομήν και ζωοτροφίαν των αδελφών να του κάμη λόγον, και αυτός να του στέλλη όσα χρειάζεται. Ο δε Όσιος ηυχαρίστησε μεν τον βασιλέα δια την πλουσίαν του προαίρεσιν, τα δε φλωρία επέστρεψε κρατήσας μόνον τετρακόσια είκοσι δύο, λέγων, ότι τόσα μόνον εχρειάζοντο, και να τα στέλλη κάθε χρόνον, δια να μη τα φυλάττουν εκείνοι, θησαυρίζοντες εις την έρημον. Πράγμτι υπήκουσεν ο χριστιανικώτατος Αλέξιος και όχι μόνον το χρυσίον του έστελλεν ετησίως, αλλά και έτερα αναγκαία του σώματος. Όθεν και ο Όσιος παρεκάλει πολλάκις δια τον επίγειον βασιλέα τον Επουράνιον να του δίδη εις τους πολέμους τα νικητήρια· και πολλάς φοράς ελυτρώθη δια πρεσβειών του Οσίου από τον κίνδυνον ο Αλέξιος και εξόχως μίαν ημέραν, όταν εξεστράτευσαν οι Κομάνοι εις τα μέρη της Θράκης με πολύ στράτευμα, και ηχμαλώτισαν τα περίχωρα της Αγχιάλου· τότε μετέβη και ο βασιλεύς εκεί με το στράτευμά του, να αντιπολεμήση τους πολεμίους. Αν δε εξήρχετο την ημέραν εκείνην όπου εμελέτα ο βασιλεύς εις τον πόλεμον, θα τον εφόνευον οι βάρβαροι. Ο μέγας όμως Μελέτιος προεγνώρισε τον κίνδυνον εκεί εις το όρος ευχόμενος, (ω θαυμασίου χαρίσματος και εξαισίου διηγήματος!) και εφώνησε λέγων· «Φυλάττου να μη εξέλθης από την πόλιν της Αγχιάλου, θαυμαστέ Αλέξιε». Ταύτα ειπών, ήγειρεν εις τον αέρα την δεξιάν αυτού και εσφράγισε τον μακράν απέχοντα βασιλέα ως παρόντα και ακούοντα. Εις δε ευλαβής Μοναχός από την συνοδείαν του, Ιλαρίων καλούμενος, έτυχε τότε πλησίον του Οσίου, όστις ακούσας ταύτα εθαύμασε· και πίπτων εις τους πόδας του, εζήτησε να του φανερώση την όρασιν. Ο δε απεκρίνατο· «Την ώραν ταύτην βούλεται να εξέλθη ο βασιλεύς εις πόλεμον κατά των Κομάνων και εάν πολεμήση, τον φονεύουσι». Ταύτα ειπών έκαμεν ευχήν εκ καρδίας δια την σωτηρίαν τού βασιλέως. Ο δε ελεήμων Θεός επήκουσε του Οσίου την δέησιν, και μετέβαλε την γνώμην του Αλεξίου και δεν έκαμε πόλεμον. Όχι μόνον δε ταύτα, αλλά και οι Κομάνοι από θείαν πρόνοιαν θαυμάσιον έκαμον μάχην μεταξύ των και κακώς διεσκορπίσθησαν. Όθεν έμεινεν η Αγχίαλος αβλαβής, επέστρεψε δε υγιής εις τα βασίλεια ο Αλέξιος, ο δε ρηθείς Ιλαρίων έγραψε την ημέραν, κατά την οποίαν είδε την οπτασίαν ο Όσιος. Όταν δε μετά καιρόν ήλθον εκεί εις το όρος τινές υπασπισταί και υπηρέται του βασιλέως, τους ηρώτησε, και εύρεν αληθέστατα όσα του είπεν ο Όσιος. Άλλοτε πάλιν έστειλε στόλον ο βασιλεύς Αλέξιος να πολεμήση την Κρήτην, την οποίαν εξουσίαζε τυραννικώς εις άνθρωπος, Καρίκης ονομαζόμενος. Ήτο δε του στόλου Δούξ και Αρχηγός εις ευλαβής άρχων, Ιωάννης καλούμενος, όστις ωδήγησε τα πλοία εις τον Εύριπον, και απ’ εκεί απήλθε δια ξηράς εις τον μέγαν Μελέτιον, δια να λάβη την ευλογίαν του και να προκόψη το ταξίφιόν του. Ο δε Όσιος τον συνεβούλευσεν ούτω λέγων· «Μη υπάγης εις την Κρήτην με τον στόλον, ότι θα ζημιωθής, αλλά στείλε γράμματα ειρηνικά εις τον Καρίκην, να κάμετε αγάπην· και αν στέρξη, έχει καλώς, ει δε μη, ο Θεός της ειρήνης θέλει τον αφανίσει και τότε η Κρήτη σάς υποτάσσεται· συ δε παράμεινε με τον στόλον σου εις τον Εύριπον, έως να έλθη απόκρισις». Εδέχθη ο Ιωάννης την συμβουλήν του Οσίου, ως ευλαβής και φρόνιμος, και εις ολίγον καιρόν ήλθε μήνυμα, ότι απέθανεν ο Καρίκης. Μεταβάς τότε ο Ιωάννης με τον στόλον του εις την Κρήτην εκυρίευσεν αυτήν χωρίς πόλεμον. Άλλοτε πάλιν ήλθεν άρχων τις, Μιχαήλ Κασταμονίτης καλούμενος, χάριν ευλογίας προς τον Όσιον Μελέτιον· και δεν επήρεν εις την συνοδείαν του άλλους, ει μη μόνον έναν δούλον, τον οποίον ενόμιζε δια καλόν άνθρωπον. Εκείνος όμως ο δόλιος εδείχθη κακός δια τον δεσπότην αυτού και αχάριστος, και έβαλεν εις τον νουν του να τον φονεύση ο δείλαιος. Καθώς λοιπόν εβάδιζεν ο Μιχαήλ έμπροσθεν, και ο δούλος κατόπιν, ανέσπασεν ούτος το ξίφος δια να τον κτυπήση· ως όμως εσήκωσε την χείρα με θυμόν δια να τον αποκτείνη, βλέπει έμπροσθεν αυτού θυμωμένον τον μέγαν Μελέτιον, ο οποίος με σχήμα και βλέμμα άγριον τον εφόβισε και δεν ετέλεσε τον άδικον φόνον ο κατά την προαίρεσιν φονεύς. Ταύτα δεν εγνώριζεν ο Καστανομίτης, αλλά περιεπάτει αμέριμνα. Όταν δε έφθασαν εις το κελλίον του Οσίου ο μεν Μιχαήλ εισήλθε και τον εχαιρέτησεν, ο δε κάκιστος δούλος έστεκεν απ’ έξω, θαρρών ότι δεν εγνώριζε την κακουργίαν αυτού ο Μελέτιος. Ο Όσιος όμως τον ήλεγξε φανερά, και του είπε· «Πρόσπεσον εις τους πόδας του κυρίου σου, εξαγόρευσον την ανομίαν, όπου ηθέλησας να τελέσης, ταλαίπωρε, εάν θέλης να σε συγχωρήση ο Θεός και ημείς, ίνα μη κολασθής αιώνια». Ταύτα ακούων ο Μιχαήλ εθαύμαζε, μη γνωρίζων την υπόθεσιν. Τότε εφανέρωσε τον δόλον του δούλου προς τον άδολον δεσπότην, το ωμολόγησε δε και ο δούλος, ζητήσας συγχώρησιν. Όθεν ευχαριστήσας ο Μιχαήλ τον Όσιον, ανεχώρησε χαίρων ομού και θαυμάζων.                 Ο δουξ των Θηβών ηθέλησε ποτε να ίδη τον Όσιον, δια να λάβη την ευλογίαν του· ωνομάζετο δε Βρυέννιος· ως δε καλόγνωμος όπου ήτο και μεταδοτικός ως ο απόστολος Φίλιππος, ηθέλησε να λάβη κι ένα συγγενή του, Βατάζην την επωνυμίαν, εις την συνοδείαν του, και του λέγει· «Ας υπάγωμεν, φίλε, να ίδης ένα άνθρωπον, του οποίου δεν είδες ποτέ σου όμοιον και θα λάβης από την διδαχήν του πολλήν ωφέλειαν». Ο δε Βαταζής, επειδή είχε μάθει όλας τας Ιεράς Γραφάς, λέγει προς τον Βρυέννιον: «Τι άλλο περισσότερον έχει να μου είπη από όσα ανέγνωσα»; Πλην ηκολούθησε του Δουκός ακουσίως και επήγαν αμφότεροι εις τον Όσιον, όστις υπεδέχθη τον Δούκα ασπασίως ως ευλαβέστατον, και τον εδίδαξε κατά μόνας μέσα εις το κελλίον του, και ευλογήσας αυτόν τον απέλυσεν. Ο δε Βαταζης τον παρεκάλεσε να είπη και αυτού λόγον ωφέλιμον. Όθεν ο Όσιος με πραότητα τω είπε: «Συ, τέκνον, γνωρίζεις όσα ήθελα να σου είπω, και δεν χρειάζεσαι διδαχήν από εμέ». Τότε εθαύμασαν και οι δύο, ιδόντες το προορατικόν όπου είχε, και εγνώριζεν όσα αυτοί εις τας Θήβας ελάλησαν. Άλλοτε πάλιν ήλθεν εις ξένος Μοναχός από μακρινόν τόπον να τον ίδη, και καθώς εισήρχετο εις την θύραν του κελλίου (ω του θαύματος!) εγνώρισεν ο Όσιος τα απόκρυφα έργα του Μοναχού και του λέγει· «Διατί, τέκνον, αφού ηρνήθης τον κόσμον και έγινες Μοναχός, έπειτα καταφρονείς το Αγγελικόν Σχήμα, και σμίγεις πάλιν την σάρκα με την γυναίκα σου; Και γιατί πραγματεύεσαι τον πλούτον όπου σου έστειλεν ο Κύριος, και τον σκορπίζεις εις μάταια και πρόσκαιρα πράγματα; Ύπαγε ταχέως, διαμοίρασον εις τους πτωχούς τον βίον σου, να κληρονομήσης τα άφθαρτα αγαθά και αιώνια· και μη σμίξης πλέον με την γυναίκα σου, αλλά φύλαξον σωφροσύνην και καθαρότητα και ας είσαι ταπεινός και πτωχός, καθώς έταξες να κάμης, όταν σε εκούρευσαν, εάν αγαπάς την σωτηρίαν σου· και μετανόησον εξ όλης σου της ψυχής, μη τύχη και αποθάνης αίφνης και κολασθής δικαίως αιώνια». ταύτα ακούσας ο Μοναχός εξεπλάγη εις το προορατικόν του Οσίου, και έμεινε πολλήν ώραν άφωνος· έπειτα εξωμολογήθη άπαντα και έκαμεν ικανήν μετάνοιαν, κηρύττων πανταχού το θαύμα τούτο και φημίζων ως προφήτην τον Όσιον, καθώς ήτο κατά αλήθειαν, επειδή και τα απόκρυφα εγνώριζεν. Αλλά ακούσατε και έτερα παρόμοια. Άλλος τις Μοναχός από την Μονήν Δαφνίου, κειμένην πλησίον των Αθηνών, ήλθεν εις τον Όσιον και τον παρεκάλεσε να τον δεχθή δια να ησυχάζη εκεί, μετ’ αυτών οίτινες επερνούσαν περισσοτέραν  κακοπάθειαν, δια να εύρη ευρυχωρίαν (καθώς έλεγε) περισσοτέραν εις τον Παράδεισον. Ο δε Όσιος τον εκράτησεν, ότι πάντας εδέχετο κατά το δεσποτικόν λόγιον, «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω». Αφού έκαμεν ο Μοναχός ολίγον καιρόν, έσβησεν η θερμότης της προτέρας του προθυμίας, εμέμφετο την σκληραγωγίαν, επικραίνετο ότι ήλθεν εκεί, και ήτο περίλυπος, ότι ούτε το τρίχινον ένδυμα τού ήρεσεν, ούτε η τροφή των, ούτε η ψάθη όπου εκοιμώντο χαμαί, ούτε τα επίλοιπα αγωνίσματα. Όθεν έβαλε γνώμην να στρέψη πάλιν εις το πρότερον Μοναστήριον· και δεν τον έφθασε μόνον αυτό το αμάρτημα της λιποταξίας, αλλά και εν σκαπτήριον εργαλείον έκλεψε και το έκρυψεν έξωθεν του Μοναστηρίου κάτωθεν μιας πέτρας· έπειτα ήλθεν εις τον Όσιον, και βαλών κατά την τάξιν μετάνοιαν, εζήτησε συγχώρησιν να επιστρέψη πάλιν εις το πρότερον Μοναστήριον, ότι δεν υπέφερε την τόσην σκληρότητα. Ο δε Όσιος τον εκάλεσε κρυφά από τους άλλους, δια να μη τον καταισχύνη ενώπιον αυτών, και του λέγει· «Συ μεν ύπαγε όπου βούλεσαι, διότι η μεν Βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, ημείς δε ουδένα βιάζομεν· πλην ύπαγε να φέρης το σκαπτήριον, το οποίον έκρυψες εις την πέτραν, δια να μη γίνη εις τους αδελφούς σκάνδαλον». Τότε ο κλέπτης ετρόμαξε και πεσών εις την γην ωμολόγησε την αμαρτίαν, και αποδώσας την σκαπάνην, λαμβάνει συγχώρησιν και αναχωρεί. Άλλοι πάλιν από τα όρια των Θηβών ήλθον εκεί εις το όρος να μονάσουν και έφεραν τα ιμάτιά των. Έπειτα, αφού έκαμαν ολίγον καιρόν, ωλιγώρησαν και μη δυνάμενοι να υποφέρουν την σκληρότητα, μετενόησαν, και θέλοντες να στρέψουν εις τα οπίσω, έλαβον τα ιμάτιά των πρότερον, και τα έκρυψαν εις τους θάμνους πλησίον εις τον δρόμον. Έπειτα ήλθον εις τον Όσιον ζητούντες δια την αναχώρησιν συγχώρησιν. Ο δε Όσιος, ως πράος και αγαθός, δεν τους ωνείδισεν, αλλά τους συνεβούλευσε λέγων· «Δράμετε ταχέως να μη σας πάρουν οι οδοιπόροι τα ενδύματά σας, ότι εκεί εις τον θάμνον, εις τον οποίον τα εκρύψατε, είναι δρόμος και διαβαίνουσι πολλάκις οι άνθρωποι». Οι δε ακούσαντες εθαύμασαν, και πηγαίνοντες εκεί εύρον οδοιπόρους και διεμοίραζον τα ιμάτιά των, και μετά βίας ηδυνήθησαν να τα σώσουν από τας χείρας των. Άλλην πάλιν φοράν έστειλεν ο Όσιος Μοναχούς τινας να αγοράσουν οίνον από εν χωρίον. Ο άνθρωπος, όστις έδωκεν εις  αυτούς τον οίνον, ήτο ευλαβής και καλόγνωμος, η δε γυνή του ήτο άσεμνος και κακότροπος. Και βλέπουσα τον ένα Μοναχόν, ότι ήτο νέος και εύμορφος, τον επεθύμησε, και τον εβασάνισε πολλά η αναίσχυντος να την μοιχεύση, αλλά δεν ηθέλησεν ο σωφρονέστατος εκείνος να μολύνη το Άγιον Σχήμα· όθεν την απώθησεν ως άλλος Ιωσήφ την Φαραωνίτισσαν. Η δε πάλιν, ως μεθυσμένη υπό του έρωτος, επρόλαβεν εν στενόν πέρασμα ένθα ήσαν αμπελώνες, οπόθεν έμελλε να περάση ο Μοναχός με τας φορτωμένας ημιόνους, και κρύπτεται παράμερα αναμένουσα η ανοσία τον Οσιώτατον· και καθώς διήρχετο, έδραμεν επάνω του, και τον έσυρεν ως μανιώδης η άσεμνος. Ο δε πάνσεμνος, επικαλούμενος τας ευχάς του Γέροντος εις βοήθειαν, απώθησεν αυτήν και κατά πολλά την εξύβρισεν. Όθεν εντραπείσα η αθλία έμεινεν άπρακτος, ο δε μακάριος αθλητής έφυγε νικητής, δοξάζων τον Κύριον. Όταν ο Μοναχός αυτός έφθασεν εις τον Όσιον, του είπε πως επέρασεν εις εκείνην την υπηρεσίαν· επειδή τοιαύτην τάξιν είχον, όταν έλθη τις από κανέν διακόνημα, να διηγήται ανελλιπώς όσα έπαθεν. Ειπών λοιπόν όλα τα επίλοιπα, εσιώπησε τον πειρασμόν, τον οποίον του έδωκε το μιαρόν γύναιον· ο δε Όσιος ως προορατικός, εγνώριζεν όλα τασυμβάντα, και του λέγει· «Διατί, τέκνον μου, τα μικρά μού ανήγγειλας, και τα μεγάλα απέκρυψας; Τον πόλεμον τον οποίον σου έκαμεν η γυνή εις τον οίκον της και εις τας αμπέλους, όπου σε έσυρε να την μοιχεύσης, και συ την ύβρισες άτακτα; Και καλώς μεν ποιών την ανομίαν δεν έπραξες, αλλά όμως έσφαλες ολίγον, επειδή δεν την εσωφρόνησες με πραότητα, αλλά με αγριότητα την εξύβρισες». Τότε ο Μοναχός κατανοήσας το σφάλμα του εποίησε μετάνοιαν και έλαβε την συγχώρησιν. Ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και έτερα πάμπολλα θαυμάσια ετέλεσε και πολλά προείπεν ο αοίδιμος, δια των οποίων εγνώσθη το πνεύμα της προφητείας, το οποίον τον επλούτιζε και δια του οποίου και τα μακράν υφ’ εκάστου τελούμενα εγνώριζε και τα μέλλοντα προέλεγε, τα οποία μόνος ο Θεός προγινώσκει. Δια της χάριτος όθεν του Παναγάθου Θεού και ούτος ο τρισμακάριος τα εγνώριζε και τα προέλεγεν ασφαλέστατα, τόσον ώστε όλοι τον εθαύμαζον, εξόχως δε ο Βάρδας, όστις δις χρηματίσας ανθύπατος εις την Ελλάδα έπρεπε να επιστρέψη εις τα βασίλεια. Όθεν μετέβη πρώτον εις το κελλίον του Οσίου Μελετίου δια να ζητήση την ευλογίαν του. Ο δε Όσιος προείπεν, ότι έμελλε να γίνη και το τρίτον ανθύπατος, όπερ και εγένετο, ως και πολλά άλλα γεγονότα τα οποία προείπε και άπαντα με την χάριν του Θεού ετελέσθησαν. Άλλος τις άρχων από την Πελοπόννησον, Ιωάννης ονόματι, ήλθε την εβδομάδα της Τυρινής εις τον Όσιον, δια να απολαύση μεγάλην τινά νουθεσίαν προς ψυχικήν του ωφέλειαν. Ο δε Μελέτιος είπεν εις αυτόν· «Μελέτα τον θένατον και ετοίμασε τα εφόδια, ότι εις ολίγας ημέρας είναι το τέλος σου». Ταύτα ακούσας ο άρχων ελυπήθη ως άνθρωπος· πλην γνωρίζων ότι ο Όσιος ουδέποτε εψεύδετο, ητοιμάσθη· και την πρώτην εβδομάδα της αγίας Τεσσαρακοστής απέθανε. Φθάνουσι ταύτα προς απόδειξιν του προφητικού τού Οσίου χαρίσματος, και ας είπωμεν άλλα δύο τρία θαυμάσια από τα πολλά τα οποία ετέλεσε και ούτω να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Ήτο η εβδομάς της Τυρινής, καθώς είπομεν, και δεν τους ευρίσκετο βρώσιμον είδος να αποκρεύσωσιν, οι δε Μονχοί εγόγγυζον κατά του Οσίου λυπούμενοι. Ο δε Όσιος, πρώτον μεν ωνείδισε την απιστίαν των λέγων· «Διατί, αδελφοί, είσθε ολιγόπιστοι; Καρτερήσατε έως την ώραν του γεύματος, να ίδητε του Θεού το έλεος· ότι εκείνος έχει έννοιαν και φροντίδα ημών ως πατήρ φιλόστοργος». Ταύτα ειπών προσηύξατο, όταν δε εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον, ότι τους ήλθε παρά Θεού επίσκεψις, προσέταξε Μοναχούς τινάς να εξέλθωσι της Μονής και να προϋπαντήσωσι τους φέροντας τυρούς και έτερα βρώσιμα· και εξελθόντες ευρίσκουσι φορτωμένας πολλάς ημιόνους, τας οποίας έστειλαν οι φιλόχριστοι· και φαγόντες ηυφράνθησαν, δοξάζοντες τον δοτήρα Χριστόν και θαυμάζοντες τον Όσιον δούλον του. Προσήρχοντο δε συχνάκις ξένοι πολλοί εις το Μοναστήριον, δια να τους ευλογήση ο Όσιος, τους οποίους εφίλευον από όσα είχον πλουσιοπαρόχως. Μίαν δε ημέραν ήλθε πλήθος προσκυνητών, εξ ων οι πλείστοι ήσαν από την Ρώμην, επειδή και έως εκεί έφθασεν η φήμη τού Μελετίου και ήρχοντο πολλοί να τον βλέπωσι δια την αρετήν του, και δια μίαν μεγάλην ευεργεσίαν την οποίαν τους έκαμε ποτε, όταν ήλθε πλοίον από την Ρώμην εις τας Αθήνας, ότε οι μεν Αθηναίοι νομίζοντες ότι ήσαν καταπατηταί, εβούλοντο να τους θανατώσουν, ο δε Όσιος τους παρήγγειλε ότι ήσαν καλοί άνθρωποι και να μη τους πειράξωσιν· όθεν επειδή ελυτρώθησαν από αυτόν, τον ευφήμισαν πανταχού ως Άγιον. Βλέπων δε ο κελλάρης, ότι ήσαν οι ξένοι υπέρ τους εκατόν, είπε του Οσίου, ότι τα όσπρι, τα οποία εμαγείρευαν, ήσαν ολίγα, ως επίσης και τα παξιμάδια και να αφήση τους ξένους να αναχωρήσουν άγευστοι, δια να τα φάγουν κατόπιν οι αδελφοί, να τους φθάσωσιν. Ο δε απεκρίνατο· «Ουχί, τέκνον μου, αλλά ετοίμασον την τράπεζαν, ίνα φάγωσιν όλοι λαϊκοί και μονάζοντες· και ελπίζω εις τον Κύριον, ότι καθώς επλήθυνε τους ολίγους άρτους εις την έρημον και έθρεψε τόσας χιλιάδας, θα ευλογήση και ημών τα ολίγα βρώματα, να χορτάσωμεν άπαντες και να περισσεύσωσιν». Ούτως είπε και ο λόγος του εγένετο Θεού απόφασις και πάντες εχορτάσθησαν, τα δε τρόφιμα θαυμασίως επερίσσευσαν. Ουχί δε μόνον τούτο, αλλά και την τρίτην ημέραν εκτυπούσαν τινές εις την θύραν της Μονής. Ο δε Όσιος εκάλεσε τον κελλάρην και λέγει: «Ύπαγε, ολιγόπιστε, εις την πύλην, να ίδης πόσον σίτον μας ανταπέδωκεν ο Κύριος δια τους ολίγους ξένους, τους οποίους προχθές εφιλοξενήσαμεν». Εξελθών δε ο κελλάρης εύρεν ημιόνους αναριθμήτους φορτωμένας, τας οποίας έστελλον οι φιλόχριστοι και θαυμάσας του Οσίου την μεγαλοψυχίαν και πρόρρησιν, έβαλε μετάνοιαν και εγένετο πλέον ευσπλαγχνικώτερος. Άλλην φοράν έκαμε χειμώνα σκληρότατον, άπαντες δε οι δρόμοι εκαλύφθησαν υπό χιόνων τόσον, ώστε δεν ηδύνατο τις να διέλθη εκείθεν, οι δε Μοναχοί ελυπούντο ότι έλειπεν έλαιον και δεν είχον ειμή εις εν δοχείον ολίγον τι· ο δε διακονητής, μη γνωρίζων τι να πράξη, μετέβη εις τον Όσιον, απαγγέλλων με σκυθρωπότητα την υπόθεσιν. Ο δε Όσιος απελθών εις το δοχείον εχάραξε τον Τίμιον Σταυρόν εις το στόμιόν του, και το ηυλόγησεν λέγων· «Δέσποτα Κύριε, όστις ηυλόγησας την στάμνον του αλεύρου και τον καμψάκην του ελαίου της ευσπλάγχνου και φιλοθέου Σαραφθίας δια Ηλίαν τον δούλον Σου, και δεν έλειψεν απ’ εκείνα τα αγγεία άλευρον και έλαιον, έως ου έστειλες εις τον κόσμον την ευλογίαν Σου, Αυτός και τώρα το δοχείον τούτο ευλόγησον, ίνα πηγάζη έλαιον και να μας φθάση ν τρώγωμεν άπαντες οι δούλοι Σου, όσοι δια το όνομά Σου εδώ συνήχθημεν, και να άπτωμεν τας κανδήλας της Εκκλησίας Σου, έως να ανοίξης την θύραν της ευδοκίας Σου». Ταύτα είπε, και ο Θεός επήκουσεν αυτού, και έτρεχεν απ΄ εκείνο το δοχείον έλαιον τόσον πλήθος, ώστε έφθανεν όλους και έτρωγον και έκαιον όλα του Ναού τα κανδήλια έως την άνοιξιν· και τότε τους έστειλαν οι Χριστιανοί· όθεν έπαυσε το δοχείον και πλέον δεν επήγαζεν ως το πρότερον. Άλλοτε πάλιν εμαγείρευσεν ο κελλάρης κολοκύνθην δια την τράπεζαν και την ώραν του γεύματος την εδοκίμασεν εάν έλειπεν άλας, και την εύρε πικροτέραν χολής· όθεν ηρώτησε τον Όσιον, εάν ήθελε να το χύση και να βράση άλλο τι· ο δε Όσιος δεν ηθέλησεν, αλλά το ηυλόγησεν ο ευλογημένος από τον Θεόν, και εγένετο γλυκυτέρα μέλιτος η πρώην πικροτέρα χολής και άγευστος κολοκύνθη. Μίαν ημέραν τούς έφερον εν σταμνίον οίνου εις το Μοναστήριον, το οποίον έφερον οι Μοναχοί εις τον Όσιον να το ευλογήση, να πίωσιν. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτούς· «Μη τολμήση κανείς να πίη απ’ αυτόν τον οίνον, αλλά συντρίψατε την στάμνον, να χυθή τελείως». Τότε συντρίψαντες το δοχείον, είδον μέσα ένα όφιν φαρμακερόν νεκρόν, όστις από προσβολήν του παλαιού όφεως εισήλθεν εις εκείνο το κεράμιον· και όταν έχυσε το φαρμάκι του, επνίγη εις τον οίνον και έμεινεν έσω δια να πίωσιν οι Ασκηταί και αποθάνωσιν, οίτινες ιδόντες τον φοβερόν εκείνον όφιν εφοβήθησαν και εθαύμασαν τον Όσιον πως το εγνώρισε και τους ελύτρωσεν από βέβαιον θάνατον. Είχε δε και την χάριν των ιάσεων ο Όσιος, την οποίαν υπό της πρώτης των χαρίτων αφθόνως επλούτησε, και εθεράπευε πάσαν ασθένειαν ψυχής τε και σώματος. Είχε δε τότε την πραιτωρινήν αρχήν (διοίκησιν) άρχων τις Κωνσταντίνος Χοιροσφάκτης ονομαζόμενος. Τούτου εις δούλος πιστός, τον οποίον ηγάπα ο Κωνσταντίνος ως τον εαυτόν του, είχε δεινήν και αθεράπευτον ασθένειαν και δεν ευρέθη ιατρός να του δώση σωτηρίαν, αλλά πάντες τον απεφάσισαν εις θάνατον. Ο πραίτωρ λοιπόν ελυπείτο, και λέγει εις τον ασθενή· «Θέλεις να σε υπάγω εις τον μέγαν Μελέτιον, όστις έκαμε τόσα θαυμάσια, να σε θεραπεύση, και ο οποίος είναι αγιώτατος άνθρωπος»; Ο δε ασθενής δεν ήθελεν, αλλά και τον Άγιον κατέκρινε λέγων· «Εγώ επεκαλέσθην πολλούς και μεγάλους Αγίους, και δεν μου έδωκαν καμμίαν βοήθειαν, και αυτός ο φάγος και οινοπότης θα μου κάμη ωφέλειαν»; Ούτως ησθένει εις την ψυχήν χειρότερον του σώματος, καταλαλών τον άμεμπτον, όστις εγνώριζεν απ’ εκεί από το όρος του ασθενούντος τους λόγους. Την δε επομένην ημέραν έλαβεν ο πραίτωρ τον ασθενή και έφθασαν εις τον Όσιον, οπότε έπεσεν ο άρχων εις τους πόδας του κλαίων και ζητών την ιατρείαν του πάσχοντος. Ο δε Άγιος επροφασίζετο, ότι ούτε αυτός ήτο ικανός να τελέση τοιαύτην θαυματουργίαν ούτε ο ασθενής ήτο άξιος να θεραπευθή δια την τοσαύτην του απιστίαν· τέλος όμως ελυπήθη τα δάκρυα του άρχοντος, και αφού ενουθέτησε τον ασθενή, όστις ωμολόγησε την αμαρτίαν του ζητών συγχώρησιν, τον ιάτρευσε ψυχή τε και σώματι και ευχαριστήσαντες τον Όσιον αμφότεροι απήλθον εις τα ίδια χαίροντες. Άλλοτε πάλιν ήλθον άλλοι δύο εις το κελλίον του· και καθώς εισήλθον εις την Μονήν, ήλθεν αίφνης ασθένεια εις τον ίππον τού ενός, ήτις λέγεται οπισθότονος, και πεσών εις την γην εκινδύνευεν εις θάνατον· όθεν παρεκάλεσε τον Όσιον να υπάγη έως τον στάβλον, να τον ίδη· ένθα ευρίσκων εις την γην ως νεκρόν ηπλωμένον τον ίππον, τον ήγγισε με την ράβδον του λέγων· «Εγείρου»· και τότε παρευθύς (ω του θαύματος!) ηγέρθη ο ίππος υγιέστατος. Ο δε έτερος εκ των δύο εκείνων ανθρώπων είχε λογισμούς βλασφημίας, και ησχύνετο να τους εξομολογηθή· όθεν ο Όσιος γνωρίσας ταύτα από Πνεύμα Άγιον, είπεν εις αυτόν· «Βέλε εις το στήθος την χείρα σου, έπειτα έκβαλε αυτήν»· αφού ετέλεσε το προσταττόμενον, του λέγει· «Βλέπεις πως είναι η χειρ σου κενή; Ούτως εξέρχεσαι και συ απ’ εδώ κενός και άδειος χωρίς ευλογίαν, διότι δεν ωμολόγησες τους πονηρούς λογισμούς της βλασφημίας, οίτινες σε θλίβουσι». Τότε ο άνθρωπος, κατανυχθείς την καρδίαν, εξωμολογήθη και λαβόντες συγχώρησιν αμφότεροι ανεχώρησαν, ωφεληθέντες θαυμασιώτατα. Είχε δε ο Όσιος και εξουσίαν θαυμασίαν κατά των δαιμόνων και ως τους επετίμα έφευγον ως υπό πυρός διωκόμενοι· και εις πίστωσιν των άλλων θα γράψωμεν δύο θαύματα σύντομα, δια να είπωμεν και του Οσίου την οσίαν και θαυμασίαν μετάστασιν. Μοναχός τις ονόματι Ιάκωβος είχε τοιούτον δεινόν και κακόν δαιμόνιον, ώστε έπιπτεν εις τους λίθους και εις τα ξύλα και ετραυματίζετο ο δυστυχής, οσάκις τον έρριπτε το δαιμόνιον, και επληγώνετο πολλάκις εις την κεφαλήν και εις το πρόσωπον, και έμενεν ελεεινόν θέαμα. Ούτος ήλθε ποτέ εις την Εκκλησίαν του Οσίου, εις τον νάρθηκα τον εύρε το κακόν· και τον είδεν ο Άγιος όταν έπιπτεν εις την γην, εταράσσοντο δε όλα τα μέλη του, εκτύπα την κεφαλήν, εστράβιζε το στόμα και ήφριζε, τρίζων τους οδόντας και τους οφθαλμούς διαστρέφων, και κραυγάζων μεγάλως. Ταύτα βλέπων τον ελυπήθη ο Όσιος, και αλαλήτως ελάλησεν Εκείνου όστις επακούει τους φοβουμένους αυτόν, εις τον οποίον αδιστάκτως επίστευσεν ειπόντα· «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Και βαλών την ράβδον του εις το στόμα του πάσχοντος, εδ’ιωξεν ευθύς το δαιμόνιον, τον δε Ιάκωβον ήγειρεν υγιαίνοντα. Έτερος δε τις λαϊκός, ονόματι Θεοφύλακτος, είχε την αυτήν ασθένειαν και απήλθεν εις τον Όσιον, όστις τον ελύτρωσε με την προσευχήν του από τον άγριον δαίμονα, και επέστρεψεν εις την οικίαν του ο πρώην δεινώς δαιμονιζόμενος σωφρονέστατος και υγιέστατος.                                                                               Είδετε θαυμάτων υπερβολήν, αδελφοί, και διοράσεων μέγεθος, δια των οποίων ο παντοδύναμος Θεός εστόλισε τον Όσιον Μελέτιον; Αλλά θαρρείτε τάχα πως εγράψαμεν όλα του τα τεράστια; Όχι κατά ακρίβειαν, αλλά μόνον από το άπειρον της θαλάσσης πέλαγος σάς εχαρίσαμεν εν ποτήριον δια να καταλάβητε εκ του ολίγου το άμετρον, ότι καθώς είναι τα άστρα του ουρανού αναρίθμητα, ούτως είναι και τα θαύματα του Οσίου Μελετίου αμέτρητα.                          Διότι και σεισμόν μέγαν προείπεν, όστις κατά την ημέραν της εορτής του Αγίου Νικολάου πολλούς τόπους κατέστρεψε. Την Μονήν εκ μεγάλης πυρκαϊάς αρξαμένης από του δάσους του υπερκειμένου όρους και επεκταθείσης μέχρις αυτής δια θαυμασίου τρόπου διέσωσε. Τον ταχύν θάνατον του Μοναχού Νικοδήμου προείπεν. Τους ενδομύχους λογισμούς του Ηγουμένου της εν Κωνσταντινουπόλει Μονής της Ψυχοσώστιδος Θεοδοσίου απεκάλυψεν. Ύδωρ εκ της γης, ως ποτε ο Μωϋσής, κρούσας την ράβδον του παρά την Μονήν του Προφήτου Ηλιού, ήτις εστερείτο πρώην ύδατος, εξήγαγεν. Δαιμονιώντας άλλους, μεταξύ των οποίων και τον εκ Μακεδονίας Νικήταν, εθεράπευσε. Τον ανθύπατον της Ελλάδος Επιφάνιον Καματηρόν κινδυνεύσαντα εξ οστού ιχθύος εμπλακέντος εις τον φάρυγγα αυτού διέσωσε. Του Λέοντος Νικερίτου, στρατηγού και είτα διοικητού της Πελοποννήσου χρηματίσαντος, τον συγγενή νέον εθεράπευσε. Του εκ Βυζαντίου Νώε, όστις προσελθών ίνα μονάση κατεφρόνησε τους κανόνας της μοναχικής ζωής της Μονής του Οσίου Μελετίου και τας νουθεσίας αυτού, το οικτρόν τέλος προείπε, διότι θέλων ούτος να φθάση εις νομιζομένην τελειότητα απέκοψε τα αιδοία αυτού και διακεντήσας δια μαχαίρας την κοιλίαν του απέθανεν αυτόχειρ γενόμενος. Αντιθέτως δε προείπε την παράτασιν της ζωής του Αθανασίου του κατόπιν Ηγουμένου της Μονής χρηματίσαντος, τα οποία εάν περιγράψωμεν άπαντα δεν θέλει επαρκέσει εις ημάς ο χώρος, αρκούσιν όμως ταύτα ίνα το μέγεθος της προς τον Θεόν παρρησίας του Αγίου γνωρίσωμεν.                                                                    Αλλ’ επειδή άνθρωπος ήτο και αυτός, και έζησεν εις τούτον τον μάταιον κόσμον χρόνους περί τους εβδομήκοντα, από τους οποίους τους περισσοτέρους διήλθε σχεδόν μαρτυρικώς με αγρυπνίας, σκληραγωγίας και ασθενείας διαφόρους, και εξόχως με τας πληγάς των ποδών και τους σκώληκας, οίτινες τον έτρωγον, καθώς εις την αρχήν εγράψαμεν, με ταύτα, λέγω, όλα τα θλιβερά εκάστην ώραν βασανιζόμενος, ήλθε περί το έτος 1105 από Χριστού εις το ποθούμενον τέλος τη πρώτη ημέρα του Σεπτεμβρίου μηνός· και τον μεν έξω άνθρωπον αφήκεν εδώ εις την γην ως γήϊνον, την δε άϋλον ψυχήν και ουράνιον υπεδέχθησαν τα ουράνια τάγματα. Και εξαιρέτως ο μέγας Σάββας ο συμπατριώτης του. Εκεί ασπάζονται τούτον ο Ηλίας ο Θεσβίτης και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δια το νηστευτικόν και φιλέρημον και απλώς ειπείν όλοι οι Όσιοι Πατέρες τον συνασκητήν και ομόζηλον περιχαρώς υποδέχονται, τελούντες μετά των Αγίων Αγγέλων και Αρχαγγέλων εορτήν πανευφρόσυνον. Μετά την κοίμησιν του Οσίου ενεταφίασαν ευλαβώς το ιερώτατον αυτού λείψανον εις την βορείαν πλευράν του εις την τιμήν των Ασωμάτων νάρθηκος του κεντρικού Ναού της Μονής, ήτις έκτοτε εκ του ονόματος του Αγίου εκαλείτο Μονή του Οσίου Μελετίου ένθα ενεργεί και μέχρι σήμερον πλείστα θαυμάσια εις δόξαν Θεού, υπάρχον διαφόρων νόσων αλεξιτήριον, και αλιτηρίων δαιμόνων αφανιστήριον· ότι, αν και κατά τον νόμον της σαρκός ο Όσιος ετελεύτησε, και απέδωκε το χρέος της φύσεως, όμως η αείζωος χάρις του Πνεύματος διαμένει παρά τον τάφον αυτού, και δια μέσου του αγίου λειψάνου του, ενεργεί τα θαυμάσια, και καθ’ εκάστην πηγάζει ιάματα εις όσους τον επικαλούνται μετά πίστεως, εις πίστωσιν δε των άλλων θα γράψωμεν τρία τινά με συντομίαν πολλήν και βραχύτητα. Άνθρωπος τις ευλαβής, Βάρδας το επώνυμον, ήτο από την Συρίαν, τότε δε κατώκει εις τας Θήβας· ούτος είχε λέπραν, ασθένειαν χαλεπωτάτην, δυσειδή και αθεράπευτον, όθεν πολλά εστενοχωρείτο δια το ανίατον της ασθενείας του και είχε την θλίψιν ανείκαστον. Ακούσας ούτος τα άπειρα θαύματα, τα οποία ετέλεσεν ο θείος Μελέτιος, απήλθε και αυτός μετ’ ευλαβείας και πίστεως εις τον τάφον του Αγίου και έμεινεν εκεί προσευχόμενος. Το δε μεσονύκτιον είδεν όραμα, ότι ελειτούργει εις Ιερεύς, και ο Άγιος ήτο συλλειτουργός· τότε, όταν εγνώρισε τον Όσιον, έπεσεν εις τους πόδας του λέγων· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, και ιάτρευσόν με τον δείλαιον, ότι δύνασαι να με καθαρίσης, ως παρρησίαν έχων μεγίστην προς Κύριον». ταύτα λέγοντος αυτού, εξήλθε φως από το Άγιον Βήμα, κι περιέλαμψε τον Όσιον, όστις ήγγισε την χείρα του εις την σάρκα του Βάρδα λέγων· «Ιδού αι αμαρτίαι σου συνεχωρήθησαν, και εκαθαρίσθη το σώμα σου· μη λυπήσαι λοιπόν του λοιπού, αλλ’ ύπαγε εις ειρήνην, ευχαριστών τον Σωτήρα Χριστόν, όστις ως δίκαιος σε επαίδευσε, και πάλιν ως εύσπλαγχνος σε ιάτρευσε». Ταύτα βλέπων ο Βάρδας εξύπνησε και ευρέθη (ω του θαύματος!) τεθεραπευμένος· ότι το δέρμα του όλον εξεδάρη ως του όφεως, και έπεσεν εις την γην η λέπρα, η δε σάρξ του έμεινε τρυφερά και μόνον εις τα χείλη του έμεινε μόριον τι, δια να φαίνηται η μαρτυρία του θαύματος. Εκεί εις το Μοναστήριον του Οσίου ήτο και εις Μοναχός παράλυτος εκ νεότητος, όστις δεν ηδύνατο να μετακινηθή τελείως από την θέσιν του, αλλά εκείτετο ως λίθος άψυχος. Βλέποντες λοιπόν οι Μοναχοί της Μονής, ότι έκαμνεν εις όλους θαύματα το άγιον λείψανον, ήγειραν τον παράλυτον και τον έθεσαν έμπροσθεν του τάφου· και παρευθύς (ω της μεγίστης σου προς Θεόν παρρησίας, Μελέτιε!) ηγέρθη υγιής, περιπατών ανεμπόδιστα ο πρώην παράλυτος, και υμνολόγει τον Κύριον και τον τούτου θεράποντα. Εις την Μονεμβασίαν ήτο άλλος τις ασθενής, Κλήμης ονομαζόμενος, όστις είχε δύο ασθενείας· ήτοι πρώτον μεν ήτο ανοιγμένος και ήσαν πρησμένα τα δίδυμά του· δεύτερον είχε το ήπαρ του σεσαπημένον έσωθεν· και είχε δύο μεγάλους πόνους ο τάλας και οδύνην ανείκαστον. Ακούσας ούτος του Οσίου Μελετίου τα θαύματα μετέβη και αυτός και έμεινεν εις τον Ναόν του ημέρας τινάς ευχόμενος. Και μίαν νύκτα βλέπει και αυτός τον Όσιον εις τον ύπνον του, και του λέγει να του δείξη το πάθος, και του εφάνη ότι του ήγγισεν εις το ήπαρ και εις τα δίδυμα· τότε εξυπνήσας ευρέθη, ω της χάριτός σου, Χριστέ Βασιλεύ! όλος υγιής από τας δύο ασθενείας και περιεπάτει αγαλλιώμενος. Τοιαύται σου των πόνων αι αμοιβαί του καθ’ ημάς αιώνος κάλλος, Μελέτιε· τοιαύτα σου των ασκητικών αγώνων τα έπαθλα· τοιαύτην προς Θεόν παρρησίαν επλούτησας. Ικετεύομέν σε λοιπόν και ημείς οι αχρείοι υμνηταί και ικέται σου, να παρακαλής τον ελεήμονα Θεόν υπέρ ημών, να μας ενδυναμώνη δι’ ευχών σου αγίων, να φυλάξωμεν τα άγια του προστάγματα, δια να τύχωμεν και της Ουρανίου Βασιλείας του, να τον δοξάζωμεν πάντοτε. Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν.