Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Η ανάμνησις του μεγάλου σεισμού και της εις τον αέρα αρπαγής του Παιδός.

Τη αυτή ημέρα η ανάμνησις του μεγάλου σεισμού και της εις τον αέρα αρπαγής του Παιδός.                                                                                                                                     

Κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μικρού, εν έτει υι΄ (410), ο πανάγαθος Θεός ηβουλήθη, με τας κρίσεις τας οποίας γνωρίζει, να πληροφορήση τους ανθρώπους, αφ’ ενός μεν δια την κοινήν και εσχάτην πάντων ανάστασιν, αφ’ ετέρου δε, ότι πρέπει να υμνώσιν ορθώς τον Θεόν· όθεν συνεχώρησε να γίνη σεισμός φοβερός. Δια τον φόβον δε του σεισμού όλος ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως, ομού με τον Βασιλέα, τον Αγιώτατον Πατριάρχην Πρόκλον και όλον τον Κλήρον, ευρίσκοντο άπαντες ομού έξω εις την πεδιάδα, και εποίουν λιτανείας. Επειδή δε τότε ήρξατο η αίρεσις των Θεοπασχιτών εξ επηρείας του διαβόλου, οι οποίοι προσέθετον εις τον Τρισάγιον Ύμνον το «ο Σταυρωθείς δι’ ημάς», τούτου ένεκα αιφνιδίως ηρπάγη έμπροσθεν π΄ντων εν παιδίον εις τον αέρα. Όθεν όλοι βλέποντες το παράδοξον τούτο, με φόβον και έκπληξιν ανεφώνουν επί πολλάς ώρας το «Κύριε, ελέησον». Και ιδού πάλιν κατεβιβάσθη το παιδίον από νεφέλης, και μετά μεγάλης φωνής απεκάλυψεν εις όλους, ότι οι χοροί των Αγγέλων εν ουρανοίς αναφέρουσιν εις τον Θεόν τον Τρισάγιον Ύμνον χωρίς την προσθήκην του «ο Σταυρωθείς», λέγοντες: «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Και το μεν παιδίον ευθύς μετά τους λόγους τούτους παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Θεού, ο δε σεισμός ευθύς έπαυσε. 

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Οσιομάρτυς ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Οσιομάρτυς ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ ο Αναχωρητής και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες πεντακόσιοι τεσσαράκοντα εξ, εν έτει από Χριστού τγ΄ (303) σταυρωθείς τελειούται.                                                                                                 

Παφνούτιος ο Όσιος και Μάρτυς ησκήτευε κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Διοκλητιανού βασιλεύσαντος των Ρωμαίων κατά τα έτη σπδ΄ -  τε΄ (284-305), ήτο δε εις τινα επαρχίαν της Αιγύπτου καλουμένην Γεντυρίαν. Κατά την εποχήν εκείνην εγένετο εξουσιαστής της Αιγύπτου ειδωλολάτρης τις, ονομαζόμενος Αρριανός, ο οποίος εκίνησεν εκεί μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Ούτος ακούσας ότι εις τα μέρη της Γεντυρίας ευρίσκετο ο Αναχωρητής Παφνούτιος, όστις ήτο άνθρωπος δίκαιος και επίσημος εις όλην την περιοχήν εκείνην και σεβόμενος τον Χριστόν, διέταξε δύο εκατοντάρχους να υπάγουν να τον φέρουν σιδηροδέσμιον εις αυτόν· ο δε Άγιος Παφνούτιος, μη γινώσκων τα εναντίον του αποφασισθέντα, ανέβη εις το όρος και ηγρύπνει κατά την συνήθειάν του. Προσευχόμενος λοιπόν εις εκείνο το όρος εφάνη εις αυτόν Άγγελος Κυρίου λέγων· «Χαίρε, Παφνούτιε, Αθλητά του Χριστού»· είπε δε και ο Παφνούτιος προς αυτόν· «Χαίρε, και συ, Κύριέ μου»· έπειτα του λέγει ο Άγγελος· «Ακολούθει μοι, Παφνούτιε, δια να σκεπάσω τον οίκον τον οποίον από μικρόν παιδίον έκτισες». (Εφανέρωνε δε με τούτους τους λόγους ο Άγγελος ότι την αρετήν, την οποίαν ηγωνίζετο να κατορθώση εκ νεότητός του, έφθασε πλέον ο καιρός να την τελειώση, και να βάλη εις αυτήν ως σκέπασμα και τέλος το υπέρ Χριστού Μαρτύριον). «Ύπαγε λοιπόν εις το κελλίον σου και φόρεσε την ιερατικήν σου στολήν, με την οποίαν αναφέρεις εις τον Θεόν την αναίμακτον και θείαν προσφοράν ως Ιερεύς του Υψίστου Θεού, και όπλισον τον εαυτόν σου, διότι ήλθον σήμερον να σε καλέσω εις τον νυμφώνα του Κυρίου σου, δια να απολαύσης τα αιώνια αγαθά του Θεού, χωρίς να έχης πλέον καμμίαν φροντίδα· διότι σε διέβαλον ασεβείς τινες και μισόχριστοι εις τον Αρριανόν τον εξουσιαστήν, και αυτός διέταξε διακοσίους στρατιώτας να σε υπάγουν δέσμιον εις το κριτήριόν του. Αλλ’ έχε θάρρος και μη φοβήσαι, ότι εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου, και καθώς ήμην πρότερον πλησίον των γονέων σου, θα είμαι και τώρα ομού με σε, και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα σε ενδυναμώση και θα σε κάμη να καταισχύνης τον Αρριανόν και τα είδωλά του». Ακούσας δε ταύτα ο μακάριος Παφνούτιος, εμβήκεν εις το κελλίον του και φορέσας την ιερατικήν στολήν εξήλθεν ευφραινόμενος, ως να εκαλείτο εις τράπεζαν και διασκέδασιν· και καθώς εβάδιζεν εις την οδόν προς την Αίγυπτον, τον εκράτησεν εκ της χειρός ο Άγγελος και συνωδοιπόρει ομιλών μετ’ αυτού περί των εν ουρανοίς μυστηρίων, έως του Νείλου ποταμού, και τότε ο Άγγελος, φανερώσας εις αυτόν πάντα όσα έμελλε να πάθη, ανέβη εις τους ουρανούς. Την ώραν εκείνην εξήλθε του ακατίου (πλοίου μικρού) και ο Αρριανός ο εξουσιαστής, μεθ’ όλης της συνοδείας του και των στρατιωτών του, και εκάθισεν επί θρόνου παρά τον Νείλον· ο δε θείος Οαφνούτιος, ελθών έμπροσθεν του Αρριανού, εφώναξε παρρησία· «Εγώ είμαι ο ζητούμενος Παφνούτιος, και μη βάλης εις κόπον τους στρατιώτας να υπάγουν να με ζητούν· διότι συ μεν έχεις στρατεύματα, τα οποία συνάγουν τους Χριστιανούς, δια να χύσουν το αίμα των· ημείς δε οι Χριστιανοί έχομεν τους Αγίους Αγγέλους, οι οποίοι μας συνάγουν εις την Βασιλείαν του Θεού· λοιπόν Χριστιανός είμαι και εγώ, και ό,τι θέλεις κάμε εις εμέ». Ατενίσας δε αυτόν αγρίως ο εξουσιαστής είπεν· «Συ είσαι ο Παφνούτιος, ο αποστάτης, ο καταφρονών τους νόμους τους βασιλικούς και ατιμάζων τους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ναι εγώ είμαι». Ο κριτής είπε· «Τόσον άθεος είσαι, και υβρίζεις τους μεγάλους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Δεν είμαι άθεος, αλλά παιδιόθεν λατρεύω και προσκυνώ Θεόν ζώντα και αληθινόν· συ δε, ο οποίος λατρεύεις πολλούς θεούς, είσαι αληθώς άθεος». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη σφόδρα και είπε· «Μα τους μεγάλους θεούς, με πικράς και σκληράς τιμωρίας έχω να σε παιδεύσω», και παρευθύς διέταξε να του βάλουν σίδηρα εις τας χείρας και τους πόδας, και να τον φυλάττουν μετά των άλλων αλυσοδέτων, όπερ και εγένετο, και ήτο ο Άγιος εν μέσω των κλεπτών και κακούργων· και ο μεν εξουσιαστής απεμακρύνετο εκείθεν, ο δε μακάριος Παφνούτιος, μη δυνάμενος να περιπατήση ελευθέρως δια τας αλυσίδας, τας οποίας είχε, μετά μεγάλης δυσκολίας ηκολούθει την συνοδείαν, παραθαρρύνων δε εαυτόν έλεγε· «Παφνούτιε, συλλογίσου τον κλήρον, ο οποίος σοι έλαχε και ενθυμήσου ότι και ο Κύριός σου εν μέσω ληστών εκρέματο». Όταν δε εισήλθεν ο εξουσιαστής και εκαθέστη εις τον θρόνον του κριτηρίου, εζήτησεν ευθύς τον Παφνούτιον· ο δε Άγιος, συρόμενος βιαίως από τους στρατιώτας της αδικίας, εδόξαζε τον Θεόν, και όταν ανεβιβάσθη εις το κριτήριον ελύθησαν αυτομάτως τα σίδηρα και έπεσαν από τας χείρας και τους πόδας του έμπροσθεν του Αρριανού, ο οποίος είπε πάλιν προς αυτόν· «Παφνούτιε, διατί είσαι τόσον τρελλός, και δεν θυσιάζεις εις τους μεγάλους θεούς, αλλά προκρίνεις να αποθάνης κακόν θάνατον»; Ο δε Μάρτυς του είπεν· «ο τοιούτος θάνατος δεν είναι δι’ ημάς τους Χριστιανούς θάνατος, αλλά ζωή αιώνιος· λοιπόν εγώ εις κανένα άλλον δεν προσφέρω θυσίαν, ειμή εις τον Παντοκράτορα Θεόν, τον Βασιλέα των αιώνων». Τότε ο κριτής διέταξε και έφεραν όλα τα τιμωρητικά εργαλεία έμπροσθεν του Μάρτυρος και του λέγει: «Παφνούτιε, εάν δεν μου υπακούσης, να θυσιάσης εις τους μεγάλους θεούς, έχεις να βασανισθής με όλα αυτά τα βασανιστήρια, τα οποία βλέπεις». Ο δε Μάρτυς μειδιών είπε προς αυτόν: «Τύραννε Αρριανέ, νομίζεις ότι φοβούμενος εγώ τα βασανιστήριά σου θα αρνηθώ τον Θεόν μου; Μη γένοιτο! Τούτο μόνον σου λέγω, ότι η ζωή των Χριστιανών είναι ανωτέρα των βασανιστηρίων σου, και δεν τα φοβούμεθα τελείως· διότι είμεθα δεδοκιμασμένοι και γεγυμνασμένοι εις πολλούς αγώνας και κακοπαθείας, και ο Κύριος ημών και λυτρωτής, όστις μας ενδυναμώνει να νικήσωμεν τους αποκρύφους πολέμους του Σατανά, πάλιν θα μας ενδυναμώση να νικήσωμεν και το ιδικόν σου ουτιδανόν διωγμόν». Ο κριτής είπε: «Μακρολογείς, Παφνούτιε, και το κριτήριον δεν υποφέρει να ακούη την πολυλογίαν σου». Παρευθύς δε διέταξε τους στρατιώτας και εκρέμασαν τον Μάρτυρα, και έξεσαν τας σάρκας του τόσον πολύ, ώστε εχύθησαν τα έντερά του εις την γην και όλον το έδαφος εκοκκίνισεν από τα αίματα. Υψώσας τότε ο Άγιος τους οφθαλμούς και τον νουν του εις τον ουρανόν, είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν αποφεύγω την εις εμέ οικονομίαν σου, διότι έτοιμος είμαι να αποθάνω δια το όνομά σου το άγιον· αλλά παρακαλώ την αγαθότητά σου, μη με αφήσης να αποθάνω ακόμη, έως ότου καταισχύνω τον Αρριανόν και τους θεούς του, δια να κλίνουν γόνυ και να σε προσκυνήσουν οι επουράνιοι και οι επίγειοι και οι καταχθόνιοι, και να σε δοξάσουν όλα τα έθνη». Αφού δε ετελείωσεν ο Άγιος την προσευχήν ταύτην, απεστάλη Άγγελος εξ ουρανού, όστις τον κατεβίβασεν από εκεί όπου τον είχον κρεμάσει και τον απέθεσε κάτω εις την γην, και λαβών με τας χείρας του τα εκκεχυμένα έντερα, τα έβαλεν εις τον τόπον των· έπειτα σφραγίσας αυτόν τρις δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού, τον κατέστησε και πάλιν όλον υγιά και ολόκληρον, και ήτο ως να μη εβασανίσθη παντάπασι. Οι δε δύο στρατιώται, οι οποίοι τον έξεον, βλέποντες τον Άγγελον, ο οποίος έκαμεν υγιά τον Άγιον, επίστευσαν εις τον Χριστόν και παρουσιασθέντες έμπροσθεν του κριτού, έρριψαν τας στρατιωτικάς των ζώνας και εκραύγασαν: «Γίνωσκε, ρριανέ, ότι και ημείς από την σήμερον είμεθα Χριστιανοί». Ο δε κριτής είπε προς αυτούς: «Ειπέτε μοι την αλήθειαν, τρισάθλιοι, τι είδετε και ήλθετε εις τοιαύτην τρέλλαν, κατεφρονήσατε το κριτήριον, ηρνήθητε τους δικαίους θεούς, και το σέβας των βασιλέων»; Εκείνοι δε απεκρίθησαν ομοφώνως αμφότεροι· «Ημείς, εκείνα τα οποία είδομεν, ω εξουσιαστά, δεν ημπορούμεν να σου τα είπωμεν, ότι ούτω γράφει εις την Αγίαν Γραφήν των Χριστιανών: «Μη δότε τα άγια τοις κυσί, μηδέ βάλετε τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Ο Αρριανός είπε: «Λοιπόν ίσον με εκάμετε με τους σκύλους και με τους χοίρους»; Οι δε στρατιώται είπον: «Χειρότερος είσαι, επειδή εκείνα τα άλογα ζώα είναι δικαιότερά σου· διότι έκαστον άλογον ζώον δοξάζει τον Θεόν με την φωνήν την οποίαν έχει εκ φύσεως, συ δε ο λογικός και κατ’ εικόνα Θεού πεπλασμένος αρνείσαι και ατιμάζεις τον ποιητήν σου Θεόν· και τι άλλο δύναται να γίνη ποτέ χειρότερον τούτου»; Τότε ο κριτής, θυμωθείς πολλά κατ’ αυτών, διέταξε παρευθύς να τους αποκεφαλίσουν, σημειώσας δε τα ονόματά των, τους έστειλεν έξω της πόλεως και απεκεφαλίσθησαν· και ούτω τελειωθέντος του Μαρτυρίου των δύο στρατιωτών, του Διονυσίου λέγω και του Καλλιμάχου, ανέβησαν ούτοι εν δόξη μαρτυρική εις τον ουρανόν. Ο δε Αρριανός, προστάξας να φυλακισθή ο Μάρτυς Παφνούτιος, ανεχώρησε δια το παλάτιόν του· οι δε στρατιώται αρπάσαντες τον Μάρτυρα τον έκλεισαν εις εν σκοτεινόν δωμάτιον της φυλακής· και την άλλην ημέραν έκαμεν ο εξουσιαστής ζήτησιν των χρεοφειλετών του δημοσίου ταμείου και ευρών αυτούς τεσσαράκοντα τον αριθμόν, άνδρας βουλευτάς κατά την αξίαν, έβαλεν εις την φυλακήν· και την νύκτα εκείνην, καθ’ ην ούτοι ήσαν εν τη φυλακή, έλαμπε φως μέγα εκεί καθώς λάμπει ο ήλιος· το οποίον βλέποντες οι τεσσαράκοντα εκείνοι άρχοντες, είπον εις τον δεσμοφύλακα· «Τι είναι αυτό όπου έκαμες; Διατί έβαλες πυρ μέσα εις την φυλακήν; Ως φαίνεται θέλεις να καύσης την φυλακήν, και να ελευθερώσης τους άλλους φυλακισμένους, ημάς δε να βάλης εις κίνδυνον, δια τούτο το έκαμες». Ο δε δεσμοφύλαξ είπε: «Και εγώ, αδελφοί, θαυμάζω πολύ περί τούτου, διότι πυρ εις την φυλακήν τελείως δεν έφερα, και είναι τώρα δύο νύκτες όπου λάμπει ο τόπος ούτος, και σκότος παντελώς δεν εγένετο, αφού εισήλθεν ενταύθα ο Χριστιανός Παφνούτιος, αλλά το φως αυτού εξαπλώνεται εις ημάς όλην την νύκτα». Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες εκείνοι επήγαν ευθύς εκεί όπου ήτο ο Παφνούτιος, και ήκουσαν έξωθεν ότι προσηύχετο υπέρ σωτηρίας της πόλεως· ανοίξαντες δε την θύραν και εισελθόντες, είδον αυτόν έχοντα υψωμένας τας χείρας του εις τον ουρανόν, αι οποίαι έλαμπαν ως λαμπάδες ανημμέναι, και γύρωθέν του εξήρχετο ευωδία άρρητος· και παρευθύς πεσόντες εις τους πόδας του τον προσεκύνησαν, και διήλθον ούτω όλην εκείνην την νύκτα. Tο πρωϊ, αφού ετελείωσεν ο Άγιος την προσευχήν, τους ηρώτησε: «Διατί ευρίσκεσθε εις την φυλακήν»; Και εκείνοι απεκρίθησαν: «Διότι χρεωστούμεν δημόσια χρήματα». Ο δε Άγιος τους είπε: «Διατί δεν υπακούετε εις εμέ, να πιστεύσητε εις τον αληθή Θεόν, ίνα μη ενοχλήσθε πλέον; Διότι αν ομολογήσητε το όνομά Του το Άγιον, θα ελευθερωθήτε από όλα τα χρέη των αμαρτημάτων σας, θα εξαλειφθή το χειρόγραφον των αμαρτιών σας, θα γίνητε πολίται του ουρανού, και τα ονόματά σας θα γραφώσιν αιωνίως εις την βίβλον της ζωής». Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες απεκρίθησαν όλοι συμφώνως: «Ημείς από σήμερον εξ όλης μας ψυχής πιστεύομεν και ομολογούμεν τον Θεόν τον οποίον πιστεύεις και συ». Τους λέγει ο Άγιος: «Το λοιπόν εγέρθητε, ω τέκνα μου, να υπάγωμεν ομού εις τον εξουσιαστήν, ότι τα ονόματα υμών εγράφησαν εις τους ουρανούς». Ευθύς τότε ηνοίχθησαν αι θύραι και ο Άγιος μετά των άλλων τεσσαράκοντα εξελθόντες απαρατήρητοι της φυλακής μετέβησαν εις το κριτήριον του Αρριανού, όπου ο Άγιος είπε: «Βήμα, Βήμα, ήτοι κριτήριον, κριτήριον, ήλθα εναντίον σου· ότι συ μεν είσαι μετά του Απόλλωνος, εγώ δε είμαι μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Ο δε Αρριανός διέταξε να συλλάβουν τον Άγιον· ευθύς όμως ως ώρμησαν οι στρατιώται εναντίον του, εγένετο ούτος άφαντος· οι δε τεσσαράκοντα εκείνοι άρχοντες εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς, κάμε και εις ημάς ό,τι θέλεις». Ταύτα ακούσας ο εξουσιαστής ηγανάκτησε και λέγει προς αυτούς: «Τι επάθετε; Μήπως σας εκακοφάνη, διότι σας εφυλάκισα δια τα δημόσια χρήματα»; Οι δε άρχοντες ομοφώνως απεκρίθησαν: «Δεν προσέχομεν εις τους λόγους σου, αλλά προτιμώμεν την ουράνιον ελπίδα· όθεν εγκαταλείπομεν τα πρόσκαιρα και ελπίζομεν εις τα αιώνια· ίνα δε γνωρίσης την στερεότητα της γνώμης μας, σου αφήνομεν όλα μας τα υπάρχοντα, και έχε την κυριότητα αυτών ως και την κατοχήν των εισοδημάτων μας κι των πραγμάτων μας· αι δε γυναίκες και τα τέκνα μας, εάν μεν θέλουν, ας μας ακολουθήσουν· ει δε και δεν θέλουν, ας μας συγχωρήσουν». Ο δε Αρριανός ανταπήντησε: «Τι είναι αυτή η τρέλλα, η οποία σας κατέλαβε; Διότι, καθώς βλέπω, την ανοησίαν του αποστάτου Παφνουτίου έχετε και σεις». Οι δε Μάρτυρες του είπον: «Κλείσε το στόμα σου και σιώπα, μη βλασφημής τον άνθρωπον του Θεού». Ακούσας ταύτα ο εξουσιαστής ήναψεν από θυμόν και εγένετο έξω φρενών· όθεν διέταξε να βασανίσουν τους Αγίους· αφού δε τους εβασάνισαν επί ώραν πολλήν, τους έφεραν εις έρημον τόπον και ανάψαντες πυράν μεγάλην, τους έρριψαν εντός αυτής· και όλοι ομού οι τεσσαράκοντα, κρατούντες ο εις την χείρα του άλλου, ετελειώθησαν δια πυρός εις μίαν και την αυτήν ημέραν, και τοιουτοτρόπως απέλαβον το στέφανον του Μαρτυρίου.  Ο δε Άγιος Παφνούτιος, περιπατών εντός της πόλεως και ιδών την θύραν ενός πλουσίου ανοικτήν, επήγεν εκεί και είπεν εις την θυρωρόν: «Δος μοι ολίγον ύδωρ να πίω». Εκείνη δε, γνωρίζουσα αυτόν πρότερον, του είπεν: «Έμβα μέσα, πάτερ»· και παρευθύς έτρεξεν εις την κυρίαν της και της είπεν: «Έλα έξω, κυρία, να ίδης τον Άγιον Παφνούτιον, όστις πολλά θαύματα ετέλεσε ενώπιον του εξουσιαστού Αρριανού». Ευθύς δε εξελθούσα η κυρία της εις την αυλήν της οικίας και ιδούσα τον Άγιον, ο οποίος έστεκεν ως Άγγελος Θεού, προσκυνήσασα του είπε: «Κατά αλήθειαν, όλον μου τον πλούτον εάν εξώδευα, δεν θα ήτο ούτος ικανός να σε κάμη να έλθης εις τον οίκον μου· είθε να δοξασθώ σήμερον δόξαν θεϊκήν, ότι ηθέλησας να έλθης εις ημάς». Λέγουσα δε ταύτα έφερε τον Άγιον εις το εσωτερικόν του οίκου της και τον εκάθισεν εις θρόνον αργυρούν· ο δε μακάριος Παφνούτιος είπεν εις αυτήν· «Θύγατερ, εις τι σας χρησιμεύει το πολύ χρυσίον και αργύριον; Διότι εκείνος, ο οποίος έχει ταύτα, καυχάται εις ματαίας ελπίδας· άκουσόν μου, τέκνον, και έκλεξον δια τον εαυτόν σου την αγγελικήν και αθάνατον πολιτείαν, αντί να έχης ταύτα τα επίγεια και φθαρτά αγαθά». Ταύτα ακούσασα η θυγάτηρ της από το δωμάτιόν της, εξήλθεν ευθύς έξω φορούσα πολύτιμον ένδυμα και χρυσούν στέφανον εις την κεφαλήν. Ο δε Άγιος Παφνούτιος, εγερθείς του θρόνου, εκάθισε κάτω εις το έδαφος· ομοίως και η μήτηρ και η θυγάτηρ της εκάθισαν έμπροσθεν των ποδών του. Τότε ο Άγιος είπε προς αυτάς: «Τέκνα, αφήσατε τον μάταιον και φθαρτόν πλούτον, τον οποίον έχετε, επειδή είναι γεγραμμένον, ότι η σκωρία φθείρει τον χρυσόν και οι σήτες τρώγουσι τα φορέματα, η δε ωραιότης του προσώπου, τιθεμένη εις τον τάφον, μεταβάλλεται εις ασχημίαν· μόνη δε η δόξα του Κυρίου και η Βασιλεία Αυτού μένουσιν εις τους αιώνας των αιώνων». Πριν δε να τελειώση τους λόγους του ο θείος Παφνούτιος, εμβήκεν εις τον οίκον ο ανήρ της γυναικός, και παρευθύς έσπευσεν η γυνή να του δώση την είδησιν δια τον Παφνούτιον· πριν όμως να του είπη αυτή λόγον τινά, της λέγει εκείνος· «Διατί δεν ηξιώθην και εγώ να ευρεθώ ομού μετά των ομοίων μου βουλευτών, οι οποίοι ηξιώθησαν της αιωνίου ζωής; Είθε να εύρισκα και εγώ τον άνθρωπον εκείνον, τον λεγόμενον Παφνούτιον, και να τον έφερον εις τον οίκον μου, να ευχηθή υπέρ ημών, όπως δια των ευχών του κληθώμεν και ημείς θεόθεν και αξιωθώμεν της δόξης του». Και λέγων ταύτα ο Ευστόργιος (τούτο ήτο το όνομά του) ήκουσε παρά της γυναικός του· «Εγένετο, κύριέ μου, ο πόθος σου, διότι εντός του οίκου σου ευρίσκεται ο δούλος του Θεού Παφνούτιος, εστολισμένος δια πάσης χάριτος και σοφίας του Θεού». Όθεν εμβάς μετά χαράς ο Ευστόργιος και ιδών αυτόν, έπεσεν εις την γην και τον προσεκύνησεν· ο δε Άγιος, εγείρας αυτόν είπε· «Κατά αλήθειαν, υιέ μου αγαπητέ, ο Κύριος με απέστειλε σήμερον εις σας, επειδή και είσθε σκεύη όντως εκλεκτά· όθεν μη αμελήσητε, αλλά εγερθήτε να υπάγωμεν εις τον κριτήν, ίνα ομολογήσητε παρρησία το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και λάβητε τον ουράνιον στέφανον». Ευθύς με τον λόγον τούτον του Αγίου ηγέρθησαν άπαντες και ο μεν Παφνούτιος εβάδιζεν εμπρός, εκείνοι δε τον ηκολούθουν, ο μεν Ευστόργιος εκ δεξιών, η δε Ερμιόνη, η γυνή του, εξ αριστερών, η δε Στεφανώ, η θυγάτηρ αυτών, σπεύσασα προεπορεύετο πάντων. Η Ερμιόνη δε προσευχομένη είπε ταύτα: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ιδού ότι ημείς αφήσαμεν την θύραν μας ανοικτήν δια το όνομά σου το Άγιον. Και συ λοιπόν, Κύριέ μου, άνοιξον εις ημάς τας θύρας του ουρανού και δείξον εις ημάς το αληθινόν φως, όπερ υπεσχέθης εις τους αγαπώντας Σε». Ότε δε επλησίασαν εις το κριτήριον, προλαβών αυτούς ο θείος Παφνούτιος παρουσιάσθη εις τον κριτήν και είπε: «Βήμα, βήμα, κατά σου πάλιν ήλθον· και συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού». Ο δε Αρριανός εθυμώθη σφόδρα δια τούτους τους λόγους και εγερθείς έτρεξεν ως άγριος λύκος, δια να αρπάση τον Άγιον με τας ιδίας του χείρας· και παρευθύς Άγγελος Κυρίου τον ήρπασεν από του μέσου και δεν εφάνη τι έγινεν. Ο δε Ευστόργιος, η Ερμιόνη και η Στεφανώ ανέβησαν εις το κριτήριον, και εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς και ποίησον εις ημάς παν ό,τι θέλεις». Τότε ο κριτής, ατενίσας αγρίως τον Ευστόργιον, του είπεν : «Ευστόργιε, ως από μίαν βρύσιν εποτίσθητε αμφότεροι μανίαν, συ τε και η γυνή σου, και ετρελλάθητε; Ή δεν γνωρίζετε, ότι και οι λησταί και οι ιερόσυλοι κρίνονται εις το κριτήριόν μου; Προσκύνησον τους μεγάλους θεούς των βασιλέων, και ύπαγε εις τον οίκον σου εν ειρήνη, ότι, εάν δεν υπακούσης, μέλλεις να αποθάνης με κακόν θάνατον». Ο δε Ευστόργιος του είπε: «Μη φροντίζης περί τούτου· διότι δεν είμαι τοιούτος να δελεασθώ από την ιδικήν σου κακοτεχνίαν, ή να πλανηθώ από τα τεχνάσματα του πατρός σου του διαβόλου, και της μητρός σου της ανομίας». Ο δε κριτής στραφείς προς την κόρην της λέγει: «Πως ονομάζεσαι»; Εκείνη του απεκρίθη: «Στεφανώ». Της λέγει εκείνος: «Θυσίασε, Στεφανώ, εις τους θεούς, δια να λάβης μεγάλην τιμήν από εμέ». Η Στεφανώ του ανταπεκρίθη: «Δεν θα θυσιάσω ποτέ εις τους ακαθάρτους θεούς σου, αλλά προσφέρω το σώμα μου θυσίαν ζώσαν, ευάρεστον εις τον επουράνιον Θεόν και Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν». Τότε ο κριτής, θυμωθείς σφόδρα, διέταξε να την κρεμάσουν ενώπιον των γονέων της· και παρευθύς εκρεμάσθη από τους στρατιώτας και εξέετο· ήτο δε τότε κατά την ηλικίαν έως δεκαοκτώ ετών. Εξέσχιζον λοιπόν οι στρατιώται ασπλάγχνως τας πλευράς της μακαρίας Στεφανώς, η δε μήτηρ της την ενεθάρρυνε λέγουσα: «Τέκνον γλυκύτατον, υπόμεινον ακόμη ολίγην ώραν την βάσανον, ίνα νικώσα λάβης από τον Θεόν της νίκης τον στέφανον· γινώσκεις, φιλτάτη μου θύγατερ, ότι σου ητοίμασα προίκα μεγάλην, δια να σε υπανδρεύσω με τον πρώτον της πόλεως· τώρα όμως, τέκνον μου αγαπητόν, έχεις να κληρονομήσης την αληθινήν και παντοτεινήν κληρονομίαν· διότι ο Νυμφίος σου είναι αθάνατος και ο νυμφών, εις τον οποίον υπάγεις, έχει αιώνιον ευωδίαν και είναι αδιάφθορος, μόνον υπόμεινον έως τέλους, ίνα στεφανωθής και δοξασθής». Ομοίως και ο πατήρ αυτής την ενίσχυσε λέγων· «Ενδυναμού και ανδρίζου, θύγατερ, διότι σήμερον εγνώρισα, ότι ηξιώθην να κληθώ από τον Θεόν εις τον άφθαρτον νυμφώνα Του, και χαίρω και αγάλλομαι, ότι πρότερον από εμέ, αποστέλλω σε δώρον εις τον Δεσπότην Χριστόν». Και οι μεν τίμιοι γονείς της έλεγον ταύτα, οι δε στρατιώται εξέσχισαν τας πλευράς της έως εις τα σπλάγχνα, οπότε η μακαρία Στεφανώ παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού· και λαμβάνοντες αυτήν νεκράν οι γονείς της με τας ιδίας χείρας των, την έβαλαν έμπροσθεν του εξουσιαστού, ο οποίος διέταξε τότε και απεκεφάλισαν και αυτούς την αυτήν ώραν και ετελείωσαν ούτω τον αγώνα του μαρτυρίου και οι τρεις, και ανέβησαν εις τους ουρανούς μετά δόξης μαρτυρικής. Ο δε όντως γενναίος του Χριστού Αθλητής Παφνούτιος την μεν νύκτα προσηύχετο εις τον Θεόν, την δε ημέραν εγύριζεν όλην την πόλιν, και εζήτει όσους εγνώριζεν ότι είναι έτοιμοι να πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν, και να λάβωσι τον στέφανον του μαρτυρίου. Όθεν εν μια των ημερών ευρήκε δεκαέξ παιδία, πορευόμενα εις το σχολείον και τα οποία ήσαν τέκνα των τεσσαράκοντα βουλευτών, των μαρτυρησάντων πρότερον, ως είπομεν, και είπε προς αυτά: «Θαυμάζω, τέκνα μου αγαπητά, πως στέργετε να αποχωρισθήτε των πατέρων σας, οι οποίοι εκλέξαντες την απόλαυσιν του Χριστού εβασίλευσαν εις τους ουρανούς, και χαίρουσι τώρα μετά των Αγγέλων· είθε και σεις, ω φίλτατα τέκνα μου, να υπακούσετε εις εμέ, όλα ομού καθώς είσθε, να πιστεύσετε εις τον ιδικόν μου Θεόν, και να με ακολουθήσετε να υπάγωμεν εμπρός εις τον εξουσιαστήν, να ομολογήσετε τον Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν και Βασιλέα των αιώνων· διότι αν υπάγετε προς τον Χριστόν, τον διδάσκαλον της αληθείας, θα μάθητε την μάθησιν και σοφίαν των Αγίων Αγγέλων». Ταύτα είπεν ο Άγιος, και παρευθύς ο νους των παιδίων εστράφη εις τους λόγους του, τους οποίους εδέχθησαν και επίστευσαν εις τον Χριστόν, και είπον όλα ομού: «Ας υπάγωμεν, Πάτερ Παφνούτιε, προς τον εξουσιαστήν, και κανέν πράγμα δεν θα εμποδίση την προθυμίαν μας, διότι από του νυν πλέον αποξενούμεθα του ματαίου τούτου κόσμου, επειδή αι καρδίαι μας επληρώθησαν Πνεύματος Αγίου, και υψώθησαν εις τον ουρανόν, εκεί όπου ευρίσκονται οι γονείς μας». Τότε ο θείος Παφνούτιος, ως ο καλός ποιμήν ο τιθείς την ψυχήν αυτού υπέρ του ποιμνίου του, τρέχων πρώτος ανέβη εις το κριτήριον και είπε καθώς και πρότερον· «Βήμα, βήμα, κατά σου πάλιν ήλθον, ω Αρριανέ, συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού». Ο δε εξουσιαστής προσέταξεν ευθύς τους στρατιώτας του και έσυραν τα ξίφη των, και κρατούντες αυτά γυμνά εις τας χείρας, περιεκύκλωσαν τον Άγιον· αλλ’ ω του θαύματος! ηρπάγη ούτος απ’ έμπροσθέν των και έγινεν άφαντος· την ώραν δ’ εκείνην ανέβησαν εις το κριτήριον οι δεκαέξ παίδες, φωνάζοντες: «Και ημείς Χριστιανοί είμεθα». Λέγει προς αυτούς ο εξουσιαστής· «Που είναι οι γονείς σας; Διότι σεις είσθε ακόμη παίδες και δεν είσθε ικανοί προς απολογίαν, αλλ’ υπάγετε να παίξετε». Του απεκρίθησαν οι τίμιοι παίδες: «Ημείς είμεθα τέκνα των τεσσαράκοντα βουλευτών των μαρτυρησάντων πρότερον, και έχομεν ηλικίαν αρκετήν, και ερώτησέ μας ό,τι θέλεις να σου αποκριθώμεν». Ο εξουσιαστής τους είπε: «Θυσιάσατε εις τους θεούς, δια να μη αφανισθούν τα σώματά σας βασανιζόμενα». Οι δε τίμιοι παίδες είπον εις αυτόν: «Βασάνισέ μας καθώς θέλεις και τότε θα ίδης την δόξαν του Θεού ημών». Βλέπων τότε ο εξουσιαστής προς ένα εκ των παίδων εκείνων, τον μικρότερον, έως δεκατριών ετών, του λέγει: «Τέκνον μου, τι θα κερδήσης, εάν αποθάνης με κακόν θάνατον; Άκουσέ μου ό,τι σε συμβουλεύω ως πατήρ σου, δια να σε καταστήσω εις μεγάλην τιμήν, να σου δώσω πολλά χρήματα και να γράψω εις τον βασιλέα να σου δώση και μέγα αξίωμα· μόνον θυσίασε εις τους μεγάλους θεούς, εις τον Απόλλωνα και εις την Άρτεμιν, δια τους οποίους έγραψεν ο βασιλεύς, ότι αυτοί είναι οι ζώντες θεοί» Το δε παιδίον του λέγει: «Που είναι το πρόσταγμα του βασιλέως σας»; Τότε ο εξουσιαστής προσέταξε και το έφεραν· λαβόντες δε αυτό οι μιαροί ιερείς των ειδώλων, το προσεκύνησαν, ομοίως και ο εξουσιαστής το ησπάσθη πρώτον, έπειτα το έδωκεν εις το παιδίον, το οποίον λαβόν αυτό το ανέγνωσε, και είδεν ότι ήτο υπό του Διοκλητιανού γεγραμμένον, να προσκυνώσιν εβδομήκοντα θεούς ονομαστί. Τούτου γενομένου διέταξεν ο εξουσιαστής και ήναψαν τον βωμόν, λαβών δε λιβανωτόν έβαλεν εις τον βωμόν· έπειτα είπεν εις το παιδίον: «Βάλε και συ, τέκνον μου, θυμίαμα εις τον βωμόν». Το δε παιδίον, πλησιάσαν εις τον βωμόν, έρριψε μέσα εις αυτόν το πρόσταγμα του βασιλέως φωνάζον· «Ένας είναι ο Θεός, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Ιδόντες οι ιερείς των ειδώλων, ότι εκαύθη το βασιλικόν πρόσταγμα, εγένοντο έξω φρενών υπό του θυμού και της λύπης, ανέσπων τας τρίχας της κεφαλής των και επλήγωνον τα σώματά των με τας μαχαίρας. Ομοίως και ο εξουσιαστής, αγανακτήσας υπερβολικώς, διέταξε και έρριψαν τον παίδα μέσα εις τον βωμόν· εθαύμαζεν όμως δια την τόλμην αυτού· ομοίως και οι άλλοι ειδωλολάτραι έμειναν εκστατικοί εις την φρόνησίν του, οι δε άλλοι παίδες, οι συμμαθηταί και συνηλικιώται του, έλεγον εις τον Μάρτυρα: «Αδελφέ, μνήσθητι και ημών προς τον ύψιστον Θεόν, τον ποιητήν του παντός, και δεήθητι αυτού δι’ ημάς, επειδή δια της φρονήσεώς σου έγινες απαρχή εις τον Θεόν και πρώτος από της συνοδείας ημών εδόθης εις Αυτόν δώρον άξιον· δια τούτο και ημείς, ακολουθούντες το ιδικόν σου παράδειγμα, θέλομεν καταξιωθή της Βασιλείας των ουρανών δια να συναγαλλώμεθα μετά των πατέρων ημών». Το δε παιδίον, ευρισκόμενον εντός του πυρός, εμβλέψαν εις τον ουρανόν και ευχαριστήσαν τω Θεώ, εσφράγισε το πρόσωπόν του δια του σημείου του Τιμίου Σταυρού, και ούτω παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού· ο δε κριτής, εγγράψας τα ονόματα και των άλλων παιδίων, διέταξε να τα λογχεύσουν και ούτω να τα θανατώσουν. Εξαφαφόντες όθεν αυτά οι στρατιώται έξω της πόλεως τα εθανάτωσαν με τα ακόντια κατά την προσταγήν του κριτού και τοιουτοτρόπως ετελειώθη εν Κυρίω και τούτων των παιδίων το μαρτύριον. Ο δε Άγιος Παφνούτιος περιεφέρετο ζητών να επιστρέψη εις την θεοσέβειαν και άλλους πεπλανημένους· πορευθείς δε έως εις το χείλος του ποταμού, είδεν εκεί συνάθροισιν πολλών ανθρώπων, τους οποίους επλησίασεν· εκείνοι δε κλίναντες τας κεφαλάς προσεκύνησαν αυτόν, ο δε Άγιος τους ηυλόγησε λέγων: «Χαίρετε, τέκνα εν Κυρίω· διατί δεν ήλθετε και σεις να αγωνισθήτε, εφ’ όσον είναι έτοιμος ο αγών, και η ανταμοιβή αυτού είναι ητοιμασμένη δια σας; Υπακούσατέ μου καν τώρα και πιστεύσατε εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Βασιλέα των αιώνων, και ομολογήσατε το άγιόν Του όνομα έμπροσθεν του κριτού, και θα σας χαρίση ο Κύριος την αιώνιον ζωήν». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι επίστευσαν όλοι εις τον Χριστόν, και έλαβον Πνεύμα Άγιον, δοξάζοντες τον Θεόν. Παρευθύς δε αφήσαντες τα πλοιάριά των (διότι ήσαν αλιείς, ογδοήκοντα τον αριθμόν) επήγαν εις την πόλιν· ο δε Άγιος, τρέχων εμπρός, προσήλθεν εις τον κριτήν, και εφώναξε πάλιν καθώς και πρότερον: «Βήμα, βήμα, κατά σου ήλθον πάλιν, ω Αρριανέ, συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού· ήλθον προς σε ίνα σε νικήσω». Ο δε κριτής, πολλά παροργισθείς, διέταξε και πάλιν να τον συλλάβουν. Επειδή δε ήλθεν πλέον η ώρα δια να λάβη και ο Άγιος τον στέφανον του Μαρτυρίου, δεν εγένετο άφαντος ως και πρότερον· όθεν εστάθη και συνέλαβον αυτόν οι στρατιώται κι τον έδεσαν. Κατόπιν ανέβησαν εις το κριτήριον οι ογδοήκοντα αλιείς και εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς». Ο δε κριτής είπε προς αυτούς: «Ποίος σας εγέλασε να αποθάνητε κακώς»; Εκείνοι όμως είπον ομού, ως εξ ενός στόματος: «Ήλθομεν εδώ δια να καταισχύνωμεν και σε και τα είδωλά σου». Τους λέγει ο κριτής: «Κακούργοι άνθρωποι! Δια ποίαν αιτίαν, εν ω εγώ σας ομιλώ με ημερότητα, σεις μοι αποκρίνεσθε με αυθάδειαν»; Και παρευθύς διέταξε να τους δείρουν· οι δε εβδομήκοντα εξ αυτών ορμήσαντες εκρήμνισαν τον θρόνον του κριτού· και βλέποντες αυτούς οι στρατιώται, έσυραν τα ξίφη των και τους επλήγωσαν. Τότε ο κριτής θυμωθείς σφόδρα διέταξε να τους θανατώσουν όλους. Και λαβόντες αυτούς οι υπηρέται της αδικίας, τους έφεραν εις έρημον τόπον, και κατακόψαντες αυτούς τους εθανάτωσαν, και ετελειώθη ούτως εν Χριστώ το μαρτύριον αυτών. Μετά ταύτα ο τύραννος Αρριανός, κρίνων τον Άγιον, του είπεν: «Αποστάτα και κακέ άνθρωπε και μάγε· τώρα έχω να κάμω τους περιεστώτας όλους να γνωρίσουν, ότι ο Ιησούς Χριστός σου, τον οποίον πιστεύεις επικαλούμενος, δεν θα σε λυτρώση από τας χείρας μου». Και ευθύς προστάζει να αναβιβασθή ο Άγιος εις τον σιδηρούν τροχόν, όστις ήτο κατεσκευασμένος ούτως ώστε το επάνω μέρος αυτού να είναι κοπτερόν, ως στόμα μαχαίρας, το δε κάτω μέρος ως πριόνιον, τροχιζόμενος δε δια του σατανικού εκείνου τροχού να διαμερισθή εις τέσσαρα τεμάχια. Αφού δε είδεν ο κριτής κατακεκομμένον τον Άγιον εις τέσσαρα τεμάχια, εγέλασε πολλά και είπε μεγαλοφώνως: «Που είναι ο Θεός σου, Παφνούτιε; Διατί δεν ήλθε να σε λυτρώση από τας χείρας μου; Λοιπόν εγνώρισες καν τώρα, ότι δεν είναι άλλος θεός, ει μη ο Απόλλων και ο Ζεύς και η Άρτεμις και η Αθηνά; Ούτοι είναι οι ζώντες θεοί, οι οποίοι έδωσαν το κράτος της βασιλείας εις τον Διοκλητιανόν» Έπειτα κατά προσταγήν του ασεβεστάτου εξουσιαστού, απελθόντες εις το παλάτιόν του, διότι ήτο μεσημβρία, απετέθη το σώμα του Αγίου επάνω εις το πτερύγιον του ναού των ειδώλων, δια να το καταφάγουν τα πετεινά του ουρανού. Το σώμα όμως του Αγίου ποσώς δεν επείραξαν τα πετεινά, διότι πρώτον μεν καταβάς Άγγελος Κυρίου το εσκέπασεν, έπειτα δε καταβάς εκ του ουρανού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, έχων εκ δεξιών αυτού τον Αρχάγγελον Μιχαήλ και εξ ευωνύμων τον Φαβριήλ, εστάθη παρά το σώμα του Αγίου· και οι μεν Άγγελοι συνάξαντες τα κατακεκομμένα μέλη του συνήνωσαν αυτά προς άλληλα· ο δε Σωτήρ ημών απλώσας την δεξιάν Του χείρα είπεν: «Η χειρ η οποία έπλασε τον πρωτόπλαστον άνθρωπον, αυτή πάλιν τώρα αναπλάττει και σε»· έπειτα ενεφύσησεν εις αυτόν πνεύμα ζωής και δυνάμεως και, ω του θαύματος! παρευθύς ανέζησε και εδόξαζεν Αυτόν· ο δε Κύριος ευλογών αυτόν είπε: «Δούλε μου αγαπητέ και πιστέ Παφνούτιε, ύπαγε να ελέγξης τον αναίσχυντον Αρριανόν, τον ονειδίζοντα το όνομά μου». Και ευθύς ανέβη εις τους ουρανούς. Ο δε Άγιος, ζητήσας τον Αρριανόν, και ευρών αυτόν εν ω έκρινεν εις την αγοράν, του είπε: «Με γνωρίζεις Αρριανέ; Εγώ είμαι ο δούλος του Θεού Παφνούτιος, τον οποίον κατέκοψας εις τέσσαρα μέρη, Χάριτι όμως του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ανέζησα και ομιλώ έμπροσθέν σου. Διατί ονειδίζεις το όνομα του Θεού μου, του ποιητού απάντων των όντων; Ιδού ο Κύριός μου με ανέστησεν, ίνα ελέγξω την ασέβειάν σου και διδάξω τοις πάσιν, ότι συ είσαι αδύνατος, και λατρεύεις είδωλα κωφά και τυφλά, κατεσκευασμένα εξ ύλης αναισθήτου». Τότε ο πραιπόσιτος Ευσέβιος, βλέπων τον Άγιον Παφνούτιον αναστάντα εκ νεκρών, επίστευσεν εις τον Χριστόν, και είπεν εις τους τετρακοσίους στρατιώτας τούς υπό την εξουσίαν του: «Υπακούσατέ μου, αδελφοί, και πιστεύσατε εις τον Θεόν του ουρανού και της γης, ο οποίος ανέστησε τον δούλον του Παφνούτιον, και τον έστειλε να εξέγξη τον Αρριανόν δια την πλάνην του και δια την ματαίαν ελπίδα, την οποίαν έχει εις τα είδωλα, δια να πιστεύσουν και άλλοι, ότι δεν είναι άλλος Θεός, ει μη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· και καθώς εγώ έκαμα αρχήν και σας ήνοιξα τον δρόμον εις την πίστιν, ούτω και ο Χριστός θα σας ανοίξη τον δρόμον του ουρανού». Και παρευθύς όλοι μια φωνή ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· όθεν παραλαβών αυτούς ο μακάριος Ευσέβιος επήγεν εις τον εξουσιαστήν φωνάζων· «Χριστιανός είμαι». Ομοίως και οι στρατιώται του έλεγον μετά παρρησίας: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς, και κάμε ό,τι θέλεις εις ημάς». Ο δε εξουσιαστής, ταύτα ακούσας, έμεινεν εκστατικός, και λέγει εις τον Ευσέβιον: «Δεν έχω εξουσίαν να σε κρίνω, αλλά ύπαγε εις τον δούκα να σε κρίνη εκείνος». Του λέγει ο Ευσέβιος: «Σοι εδόθη εξουσία, Αρριανέ, να με κρίνης». Απεκρίθη ο Αρριανός: «Δεν θέλω να ακούσω τελείως Χριστιανόν». Του λέγει ο Ευσέβιος: «Ομολόγησε ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός ει μη εις μόνος, ο κατοικών εις τους ουρανούς, και αρνήσου τα είδωλα δια να ζήσης και συ μεθ’ ημών ει τους αιώνας». Ο δε Αρριανός είπε: «Μη γένοιτο να αρνηθώ ποτέ τους θεούς, διότι ο Απόλλων και η Άρτεμις είναι ζώντες θεοί». Τότε ο μακάριος Ευσέβιος, γεμίσας τας δύο χείρας του κόνιν λεπτήν, την έρριψεν εις το πρόσωπον του εξουσιαστού λέγων: «Αύτη η κόνις είναι η δύναμίς σου και η δύναμις των θεών σου· μόνον τελείωσε τα έργα του πατρός σου του σατανά». Ο δε εξουσιαστής εθυμώθη σφόδρα και έβαλε και τον έδειραν λέγων προς αυτόν: «Ευσέβιε, δεν σε θανατώνω τώρα, αλλά θα σε βασανίζω ολίγον κατ’ ολίγον, και θα σε βάλω εις την φυλακήν, έως ου ακούση ο βασιλεύς ότι ητίμασες το κριτήριόν μου». Ο δε Ευσέβιος είπε: «Δια να γνωρίσης την δύναμιν του Κυρίου μου Ιησού Χριστού δεν παρέρχεται η σήμερον ημέρα, εάν μη μεταλάβω μυστικώς της τραπέζης του Κυρίου μου (εννοών ότι την ημέραν εκείνην έμελλε να αποθάνη), και συ δεν δύνασαι να κάμης ό,τι θέλεις, εάν δεν δώσης την απόφασιν του θανάτου μου». Και τότε μεν ο εξουσιαστής αναβάς εις την άμαξάν του ανεχώρησεν· επιστρέψας όμως έπειτα και θέλων να καταβή της αμάξης εκρατείτο αοράτως, και δεν ηδύνατο να καταβή· πλην δεν μετενόησε τελείως ο παράνομος, αλλά παρήγγειλε να φέρουν εις την άμαξαν το μεσημβρινόν φαγητόν του· όθεν ο μάγειρος γεμίσας ένα δίσκον από διάφορα φαγητά, τα έφερεν εις αυτόν· και ευθύς ως ήπλωσε την χείρα του εις τον δίσκον, εξηράνθη αύτη και δεν ηδύνατο να την σαλεύση· τότε του λέγει ο συγκάθεδρός του· «Αυθέντα, ας μη μείνωμεν εις την πόλιν ταύτην, διότι κινδυνεύει να αφανισθή και η πόλις δια της μαγείας του Παφνουτίου». Αγανακτών λοιπόν ο εξουσιαστής δια το κακόν το ακολουθήσαν εις αυτόν, διέταξε να καύσουν ζώντας τον πραιπόσιτον και τους στρατιώτας του· οι δε υπηρέται της αδικίας, ανάψαντες τέσσαρας καμίνους, κατέκαυσαν εντός αυτών τους Αγίους Μάρτυρας, και ούτως ετελειώθησαν άπαντες εν Κυρίω και απέλαβον του μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Αρριανός εξήλθε της πόλεως και διέταξε να τον ακολουθή ο Μάρτυς Παφνούτιος· πλησιάσας δε εις τον ποταμόν Νείλον εμβήκεν εις το πλοίον του, διέταξε δε και έδεσαν μίαν μυλόπετραν εις τον λαιμόν του Μάρτυρος και τον έρριψαν εις τον ποταμόν· ευρισκόμενος δε εντός του πλοίου του είδε και ήκουσε τον Άγιον Παφνούτιον, με την μυλόπετραν εις τον λαιμόν κραυγάζοντα: «Αρριανέ, Αρριανέ, συ μεν χρειάζεσαι πλοίον και άνεμον δια να πλέης, εγώ όμως ούτε πλοίον ούτε άνεμον χρειάζομαι, διότι είναι κυβερνήτης μου ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός· και συ μεν αποστέλλεις τους ανθρώπους, ίνα σοι ετοιμάσωσι κατοικίας, αλλ’ εγώ ετοιμάζω εις τον Κύριόν μου ψυχάς λογικάς προς κατοίκησιν εις τα ουράνιά Του δώματα».Τότε ο συγκάθεδρος τού Αρριανού είπεν: «Ας  μη αφήσωμεν τον άνθρωπον τούτον να μας ακολουθήση, ότι έχει να αφανίση όλον τον τόπον με τας μαγείας του», ομοίως και ο Αρριανός απορών δεν ήξευρε τι να κάμη. Όθεν εξήλθον και οι δύο του πλοίου και διέταξε να γράψωσιν υπομνήματα περί του Μάρτυρος, τι έκαμε δηλαδή και τι υπέστη· κατόπιν παρέδωκε τον Άγιον Παφνούτιον μετά των υπομνημάτων εις τέσσαρας στρατιώτας δια να τον απαγάγωσι προς τον Διοκλητιανόν· ότε δε έφθασαν και ανέγνωσεν ο Διοκλητιανός τα έγγραφα του Αρριανού, εθαύμασε και παρευθύς απεφάσισε να σταυρωθή ο θείος Παφνούτιος, και εξαγαγόντες αυτόν οι στρατιώται έξω της πόλεως, τον εσταύρωσαν εις μίαν ξηράν φοινικιάν· σταυρούμενος δε ο μακάριος ηυλόγει και εδόξαζε τον Θεόν· η δε ξηρά εκείνη φοινικιά, αναβλαστήσασα ευθύς, δι προσταγής Θεού, ήπλωσε δώδεκα κλάδους γεμάτους από φοίνικας· όπερ βλέποντες οι σταυρωταί του επίστευσαν εις τον Ιησούν Χριστόν. Ήτο δε όταν εσταυρώθη ο Άγιος Δευτέρα ώρα της ημέρας, και έμεινεν επί του σταυρού έως ώρας ενάτης, και τότε παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις τον Χριστόν, και έλαβε παρ’ Αυτού τον αμάραντον στέφανον, οι δε στρατιώται καταβιβάσαντες το άγιόν του λείψανον το ενεταφίασαν εντίμως κατά την εικοστήν πέμπτην του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει τγ΄ (303) από Χριστού· έπειτα παρουσιασθέντες εις τον Διοκλητιανόν ωμολόγησαν έμπροσθέν του τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εξηυτέλισαν τα είδωλα εκείνου· δια τούτο θυμωθείς ο τύραννος κατ’ αυτών διέταξε και τους απεκεφάλισαν παρευθύς και ούτως ετελείωσαν και αυτοί το Μαρτύριον και απέλαβον τον άφθαρτον στέφανον. Άπαντες δε οι δια του Αγίου Παφνουτίου μαρτυρήσαντες είναι πεντακόσιοι τεσσαράκοντα εξ (546), οίτινες συναγάλλονται μετ’ αυτού εις την Βασιλείαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.  

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Της Οσίας ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ, θυγατρός Παφνουτίου του Αιγυπτίου.

Τη ΚΕ΄ (25η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ, θυγατρός Παφνουτίου του Αιγυπτίου.                                                                  
                     
Ευφροσύνη η Οσία μήτηρ ημών εγεννήθη εν Αλεξανδρεία κατά τας ημέρας του βασιλέως Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υι΄ (410). Ο πατήρ της, ονόματι Παφνούτιος, ήτο εις εκ των πλουσιωτέρων και περιφανεστέρων ανδρών της Αλεξανδρείας, έζη δε μετά της γυναικός του εν πολλή αρετή και ευσεβεία. Ούτοι, πριν αποκτήσουν την Ευφροσύνην, ελυπούντο πολύ, διότι δεν είχον κληρονόμον, και καθ’ εκάστην εδέοντο του Θεού με νηστείας, αγρυπνίας, ελεημοσύνας και άλλα όμοια, να δώση εις αυτούς τέκνον. Και η μεν γυνή προσηύχετο εις τον οίκον αυτών μιμουμένη την πάλαι Άνναν, και έλεγε ταύτα δακρύουσα· «Κύριε Σαβαώθ, εάν επιβλέψης επί την δούλην σου και μοι δώσης τέκνον, υπόσχομαι να σου το αφιερώσω ως δώρον τέλειον». Ο δε Παφνούτιος, μεταβαίνων εις ιερά φροντιστήρια, παρεκάλει τους εναρέτους Μοναχούς να δέωνται του Θεού δι’ αυτό. Ακούσας δε ούτος ότι εις εν Μοναστήριον υπήρχεν ενάρετός τις και άγιος Γέρων, έχων προς Θεόν πολλήν παρρησίαν και βίου καθαρότητα, μετέβη εκεί και ασπασάμενος τον Ηγούμενον είπεν εις αυτόν· «Επίβλεψον επ’ εμέ, τίμιε Πάτερ· ίδε την ταπείνωσίν μου, διάλυσον το νέφος της αθυμίας μου δια του φωτός των προσευχών σου, και δεήθητι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να μου δώση τεκνογονίαν, ότι εγώ και η γυνή μου πολλήν θλίψιν έχομεν». Ταύτα ειπών μετά δακρύων, τον ελυπήθη ο άγιος Γέρων συμπαθώς· όθεν ποιήσας ευχήν πολλάκις προς Κύριον δι’ αυτόν, επήκουσεν ο ελεήμων Θεός, και συλλαβούσα η γυνή του Παφνουτίου γεννά θυγάτριον ωραιότατον. Έγινε τότε κοινή χαρά εις αυτόν τον οίκον και πολλή αγαλλίασις, και διότι έλυσε την λύπην αυτών και κατήφειαν ωνόμασαν αυτήν Ευφροσύνην, την οποίαν ο Παφνούτιος ως καρπόν ευχής έτρεφε με αρετήν μάλλον παρά με σαρκικά και πρόσκαιρα βρώματα, και της ηρμήνευε τα ιερά γράμματα, νουθετών αυτήν καθ’ εκάστην εις τας εντολάς του Κυρίου, ήτις όσον ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν, τοσούτον επλήθυνε και εις την της ψυχής ωραιότητα. Όταν η Ευφροσύνη έγινε δωδεκαετής, εκοιμήθη η μήτηρ της. Αυτή όμως, ποθούσα τον αληθή Νυμφίον, επεμελείτο το κάλλος της αρετής. Οι δε τα σωματικά μόνα φρονούντες γείτονες, βλέποντες την του σώματος ωραιότητα, τα χρηστά ήθη, την ευταξίαν αυτής και ευγένειαν, εζήτησαν να συμπενθερεύσουν με τον Παφνούτιον. Ο δε υπεσχέθη αυτήν ενός μεγάλου και πλουσίου άρχοντος, και ήξευρε μεν της κόρης την φιλόθεον γνώμην, την οποίαν είχε, να δουλεύση τω Δεσπότη Χριστώ, όμως διότι ήτο ο συμπένθερος εξ ευγενών, απεφάσισε το συνοικέσιον. Ο δε Κύριος, ο αληθής Νυμφίος της κόρης, ζηλών εζήλωσε και αρπάσας αυτήν εκ μέσου αυτών εις βίον κρείττονα και πολιτείαν ισάγγελον καθωδήγησε· και ακούσατε, να λάβητε πολλήν αγαλλίασιν. Όταν έφθασε το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας της η Ευφροσύνη και ήθελον να τελέσουν τους γάμους, λαβών αυτήν ο πατήρ της απήλθεν εις το ρηθέν Μοναστήριον, λέγων ταύτα προς τον Ηγούμενον· «Ιδού, Πάτερ τίμιε, σου παρουσιάζω τον καρπόν της σης ευχής και δεήσεως, να την ευχηθής, διότι την υπάνδρευσα, και θα την στείλω ταχέως εις τον νυμφίον της, και νουθέτησον αυτήν, πώς να ευαρεστήση τω Θεώ». Είπε λοιπόν εις αυτήν ο Ηγούμενος σωτήρια λόγια και ψυχωφελή επί τρεις ημέρας ενώπιον του Παφνουτίου. Εν τούτω δε τω μεταξύ έβλεπεν η Ευφροσύνη την ευταξίαν των αδελφών και την ευλάβειαν εις τας ψαλμωδίας και προσευχάς και ετέρας υπηρεσίας του Πνεύματος, και έλεγε καθ’ εαυτήν ταύτα· «Όντως μακάριοι οι άνθρωποι ούτοι, οίτινες διάγουσιν εις την ζωήν ταύτην δια τον Κύριον πολιτείαν ισάγγελον, και μετά θάνατον πάλιν υπάγουσι να αγάλλωνται αιωνίως εις την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Μετά τρεις ημέρας, θέλοντος να αναχωρήση του Παφνουτίου, προσέπεσεν η κόρη εις τους πόδας του Ηγουμένου να την ευλογήση. Αυτός δε γνωρίσας με τους διορατικούς οφθαλμούς της ψυχής του την γνώμην της κόρης, έκαμε την κατάλληλον ευχήν, λέγων· «Ο Θεός, τέκνον μου, να οικονομήση το συμφέρον της ψυχής σου, να σε στερεώση εις τον φόβον του, και να σε αξιώση μετά των εκλεκτών αυτού της ουρανίου μακαριότητος». Δια των λόγων τούτων του Ηγουμένου ήναψεν εις την ψυχήν της έτι μάλλον ο θείος έρως· επιστρέψασα δε εις την οικίαν της έλεγε καθ’ εαυτήν· «Μακάριοι οι μισούντες τον πρόσκαιρον κόσμον, και δουλεύοντες τω Θεώ δια την ψυχήν των, ότι πολλήν παρ’ Αυτού την αμοιβήν θα απολαύσωσι». Μελετώσα δε ταύτα διηνεκώς, δεν επεμελείτο ποσώς να στολίση και να καλλωπίση το σώμα, ούτε καν με ύδωρ θερμόν να νίψη το πρόσωπον, αλλά μάλιστα με νηστείας και δάκρυα εφαίδρυνε την της ψυχής ωραιότητα. Όλα της τα στολίδια και περιδέραια και βραχιόλια και ενώτια και δακτυλίδια και πάντα τον χρυσόν και άργυρον διεμοίρασεν εις τους πτωχούς. Δεν εφόρει μεταξωτά ιμάτια, ούτε μαλακά, αλλά τρίχινα· δεν συνωμίλει με φιλοκόσμους και φιληδόνους γυναίκας, ούτε ποσώς ήθελε να ακούση λόγια άσεμνα και άχρηστα παραμύθια, αλλά μόνον όταν ήρχετο εις την οικίαν της Πνευματικός ή Μοναχός, διελέγετο και ήκουε τα θεία διδάγματα. Ότε δε ποτε είχον εορτήν εις το ειρημένον Μοναστήριον και ετέλουν μνημόσυνον των κτιτόρων, εκάλεσαν και τον Παφνούτιον, όστις απελθών έμεινεν εκεί τρεις ημέρας· όθεν εύρεν άδειαν η Ευφροσύνη να εκτελέση εκείνο το οποίον επόθει. Κατ’ εκείνας τας ημέρας ήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν, κατά θείαν οικονομίαν και πρόνοιαν, από τινα σκήτην εις Πνευματικός ενάρετος. Τούτον εκάλεσεν η Ευφροσύνη, χάριν εξομολογήσεως, και είπεν εις αυτόν όλον της τον πόθον, τον οποίον είχε να απαρνηθή τον κόσμον δια την αγάπην του Κυρίου ημών, και τον ηρώτησε, πώς να πράξη εις αυτήν την περίστασιν. Ο δε απεκρίθη· «Γινώσκεις, ω θύγατερ, ότι ο Κύριος λέγει εις το ιερόν Ευαγγέλιον· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Αφού λοιπόν αυτός ο φιλόστοργος Δεσπότης ήναψε την καρδίαν σου εις τον θείον αυτού και σωτήριον έρωτα, σπεύσον, όσον δύνασαι το συντομώτερον, άρον τον Σταυρόν και ακολούθησον Αυτόν προ του να ψυχρανθή ο πόθος σου. Μη αφήσης να φθείρη την παρθενίαν σου φθαρτός άνθρωπος, αλλά νυμφεύσου τον ουράνιον Βασιλέα, να αγάλλεσαι μετ’ Αυτού εις ζωήν την αιώνιον». Η δε Ευφροσύνη, ως ήκουσεν αυτά, εχάρη πάρα πολύ και παρεκάλεσεν αυτόν να την αξιώση του Αγγελικού Σχήματος. Ο δε προθύμως εξετέλεσε το ζητούμενον, και επιτελέσας ευχήν, εκούρευσεν αυτήν και την ενέδυσε το μοναχικόν σχήμα, δεόμενος του Θεού να την αξιώση να τελειώση τον πόθον της. Ούτω ποιήσας, αυτός μεν απήλθεν εις το ασκητήριόν του, εκείνη δε εσυλλογίζετο που να υπάγη και πώς να κρυφθή, δια να μη την εύρωσιν οι συγγενείς της και την εμποδίσωσι. Ταύτα διαλογιζομένη έκρινεν ότι εάν απέλθη εις Παρθενώνα ή Μοναστήριον γυναικών, ήτο ενδεχόμενον να την εύρωσιν· όθεν εκδυθείσα την ιδίαν στολήν, απέρριψεν ομού με τον χιτώνα και την γυναικείαν ασθένειαν, και ενδύεται εις σχήμα ανδρός ιμάτιον σωτηρίου, διαφεύγει της προσοχής των δούλων αυτής, εγκαταλιμπάνει οικίαν λαμπράν, άργυρον, χρυσόν, μαργαρίτας και πάσαν απόλαυσιν, έτι δε απαρνείται πατέρα, μνηστήρα και συγγενείς, καταφρονεί σαρκός ηδυπάθειαν και ηδονάς του παρόντος βίου, και αναλαμβάνει τον Σταυρόν του Χριστού τον γλυκύτατον, απελθούσα εις εκείνο το Μοναστήριον αυτήν ταύτην την ημέραν, καθ’ ην απ’ εκεί ανεχώρησεν ο Παφνούτιος. Ο δε Προεστώς την ηρώτησε κατά την τάξιν πόθεν ήτο και τι εζήτει. Η δε απεκρίθη· «Σμάραγδος ονομάζομαι, δέσποτα, και είμαι ευνούχος εκ του παλατίου του βασιλέως Θεοδοσίου· επειδή δε εβαρύνθην τους θορύβους και την σύγχυσιν του βίου, ακούσας δε και την καλήν φήμην και τας αρετάς της αγιωσύνης σας, ήλθον να σας παρακαλέσω να με δεχθήτε εις την συνοδείαν σας». Ο δε θεοφιλής Προεστώς ευφρανθείς εις τους λόγους της και βλέπων του ήθους την ευκοσμίαν, είπεν εις αυτήν· «Ιδού το Μοναστήριον, τέκνον, και αν σου αρέση, παράμεινον· πλην επειδή είσαι πολύ νέος και δεν γνωρίζεις την των Μοναχών κατάστασιν, πρέπει να σου δώσωμεν ένα Γέροντα, εις τον οποίον να υποταχθής, έως να μάθης της πολιτείας αυτής την ακρίβειαν». Η δε έκλινε την κεφαλήν και υπεσχέθη να κάμνη αόκνως πάντα τα προσταττόμενα, όχι μόνον του Γέροντος, εις τον οποίον θα υπετάσσετο, αλλά και πάσης της αδελφότητος. Εκάλεσεν όθεν ο Ηγούμενος ένα σοφό εις τα θεία και ενάρετον Γέροντα, ονόματι Αγάπιον, ευρισκόμενον  εις το άκρον της απαθείας και λέγει εις αυτόν· «Δέξου τον νέον αυτόν εις την κέλλαν σου υποτακτικόν, και κάμε τρόπον να γίνη εναρετώτερός σου». Υπετάσσετο δε η Ευφροσύνη εις τον Γέροντα με πολλήν προθυμίαν και φρόνησιν. Ο δε εχθρός και επίβουλος δαίμων εφθόνησεν, ότι μία απαλή κόρη τον ενίκησε και εμηχανάτο να σμικρύνη τον πόθον της, και ποτέ μεν της ενεθύμιζε την αγάπην του πατρός της και τον πόθον του μνηστήρος, ποτέ δε την δόξαν του κόσμου, τον πλούτον και την λοιπήν της σαρκός τρυφήν. Ιδών δε ότι δεν ηδύνατο να χαυνώση τον τόνον της αρετής, έτρωσε τους άλλους Μοναχούς εις έρωτα του κάλλους της, και βλέποντες αυτήν εσκανδαλίζοντο. Όθεν εφανέρωσαν ταύτα εις τον Προεστώτα, όστις διέταξεν τον Σμάραγδον να ησυχάζη εις εν κελλίον αναχωρητικόν, και ούτε αυτός να υπάγη αλλαχού ούτε άλλον αδελφόν να υποδέχεται εις την κέλλαν του, ούτε να συνομιλή με τινα το σύνολον, αλλά να αναγινώσκη μόνος του την ακολουθίαν, και ο Αγάπιος να του κομίζη τα προς την χρείαν, ου μόνον τα πνευματικά, αλλά και τα σωματικά, τουτέστι τροφάς και ενδύματα. Εχάρη λοιπόν η μακαρία, ότι ελυτρώθη πάσης ενοχλήσεως, και επλεόναζε μάλλον εις τον προς Χριστόν έρωτα, προσθέτουσα νηστείαν εις τας νηστείας, και δι’ αγρυπνιών και προσευχών αγωνιζομένη περισσότερον, ώστε εθαύμαζεν ο Αγάπιος και το διηγείτο εις πάσαν την αδελφότητα. Ο δε πατήρ αυτής, επανελθών εις την οικίαν εκ της Μονής και μη ευρών την φιλτάτην του θυγατέρα, έκαμε μεγάλην εξέτασιν εις τους δούλους και τας παιδίσκας, ερωτών μήπως και απήλθεν εις τινα των συγγενών της. Αι δε απεκρίθησαν· «Χθες μετά το δείπνον έκλεισε την θύραν του κοιτώνος αυτής και εκοιμήθη κατά το σύνηθες, σήμερον δε το πρωϊ εισήλθομεν και δεν την ευρήκαμεν». Ευθύς δε έστειλε να ερωτήση, μήπως την επήρεν ο αρραβωνιστικός της, ο οποίος ακούσας το αιφνίδιον αυτό μήνυμα εταράχθη, και δραμών εις τον Παφνούτιον, τον εύρε να ξεσχίζη με τους όνυχας τας σιαγόνας του και να ανασπά το γένειον, λέγων· «Οίμοι! Τέκνον μου φίλτατον, πώς να υπομείνω την στέρησίν σου; Άλλο τέκνον δεν έχω, να λαμβάνω μικράν παράκλησιν. Εγώ σε ανέτρεφον με πόθον πολύν, δια να έχω βακτηρίαν και βοήθειαν εις το γήρας μου, και συ με εγκατέλειψας τον τρισάθλιον; Οίμοι! Ποίος εσκότισε το φως των οφθαλμών μου; Ποίος επήρε τον πλούτον μου; Ποίος λύκος ήρπασε την αμνάδα μου; Ω Ευφροσύνη, η χαρά της ψυχής, η πνοή και ζωή μου και άνεσις! Τις ετόλμησε να εγγίση εις το ευγενικόν σου και ωραιότατον πρόσωπον»; Αλλά και ο μνηστήρ αυτής εθρήνει έτι περισσότερον. Βλέποντες δε ότι τα δάκρυα δε τους έδιδον καμμίαν ωφέλειαν, έστειλαν πεζούς και ιππείς εις πάσαν χώραν και πόλιν να ερευνήσωσιν, εις την Λιβύην, την Παλαιστίνην και την Αίγυπτον, και απανταχού εις λιμένας και Μοναστήρια και εις πάντας τους κρυψώνας, αλλά μάτην εκοπίαζον, ότι ο Κύριος την εσκέπαζε και δεν αφήκε να φανερωθή, όπως μη εμποδισθή ο σωτήριος πόθος της. Αφού δε απηλπίσθησαν δια την εύρεσιν αυτής, επλήσθη έτι μάλλον η οικία θρήνων και οδυρμών, και οσάκις έβλεπεν ο Παφνούτιος κανέν κόσμημα αυτής ή ιμάτιον ηύξανε τον οδυρμόν και τα δάκρυα. Έδραμε δε και εις τον αγιώτατον Ηγούμενον του Μοναστηρίου εκείνου να του αναγγείλη την συμφοράν του, έχων εις αυτόν ελπίδα, ότι καθώς το πρώτον δια των προσευχών αυτού του εχάρισεν ο Κύριος την Ευφροσύνην, ούτω πάλιν ηδύνατο να του φανερώση τι έγινεν. Έρχεται λοιπόν προς αυτόν, και πίπτων εις τους πόδας αυτού εβόησεν· «Οίμοι, Πάτερ, απώλεσα τον καρπόν των ευχών σου! Εχάθη η Ευφροσύνη από τον οίκον μου, και δεν ηξεύρει κανείς των δούλων τι έγινεν. Όταν ήλθον εδώ εις την εορτήν σας, την ημέραν αυτήν εστερήθην το φως των οφθαλμών μου. Λοιπόν δέομαί σου, κάμε μου την χάριν, σχολάσατε πάσαν υπηρεσίαν της Μονής δι’ αγάπην μου, και κάμετε κοινώς άπαντες εις τον Δεσπότην παράκλησιν, να μου αποκαλύψη τι έγινεν η χαρά μου και η της ψυχής μου απόλαυσις». Δακρύσας όθεν και σπλαγχνισθείς αυτόν ο Όσιος συνάγει πάσαν την αδελφότητα, διηγείται την θλίψιν του φίλου των, και προστάσσει να νηστεύσωσιν όλην την εβδομάδα και να προσεύχωνται, έως να αποκαλύψη εις τινα ο Κύριος εις ποίον τόπον ευρίσκεται το ζητούμενον. Ούτω λοιπόν εποίησαν, αλλά ουδεμίαν οπτασίαν είδον, διότι η Οσία Ευφροσύνη εδέετο αφ’ ετέρου να μη την φανερώση ποσώς ο Κύριος. Όθεν παρεχώρησεν ο ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος Κύριος να βασανίζηται ο Παφνούτιος μάλλον και να πενθή οδυρόμενος, παρά να παρηγορήση αυτόν και να λυπήση την ψυχήν εκείνην, η οποία τον επόθησε, και δι’ αγάπην του κατεφρόνησε πατρικήν αγάπην και πάσαν απόλαυσιν. Λέγει δε ο Όσιος εις τον Παφνούτιον· «Μη λυπήσαι, τέκνον μου, μήτε αγενώς και αφρόνως να οδύρησαι, ώσπερ οι άπιστοι οι μη έχοντες άλλην μακαριότητα, ειμή μόνον την της παρούσης ζωής· αλλά πίστευσόν μοι τω γέροντι, ότι εις αγαθήν οδόν και θεοφιλή απήλθεν η θυγάτηρ σου, ότι εάν δεν συνέβαινεν ούτω, δεν θα μας κατεφρόνει ο Κύριος, αλλά θα μας εδείκνυε τι εγένετο· όθεν, δια να μη εμποδίση την σωτηρίαν της, την σκεπάζει. Λοιπόν ευχαρίστει και προσκύνει την Βασιλεία Του, ελπίζω δε εις ολίγον καιρόν να την ίδης εις την ζωήν ταύτην, εάν είναι εις ωφέλειαν της ψυχής σου· ει δε μη θα συναντηθήτε εις την ουράνιον του Χριστού Βασιλείαν, δια να συναγ΄λλεσθε αιωνίως». Παρηγορηθείς όθεν ο Παφνούτιος ολίγον απήλθεν, αλλά και πάλιν ήρχετο πολλάκις εις την Μονήν, δια να βλέπη τους αγίους άνδρας εκείνους και να λαμβάνη μικράν παρηγορίαν από τους θείους αυτών λόγους. Ημέραν τινά λέγει ο Ηγούμενος εις τον Παφνούτιον· «Θέλεις να ίδης ένα αδελφόν όπου έχομεν, νέον την ηλικίαν, εις δε την αρετήν λίαν θαυμάσιον, ονόματι Σμάραγδον, όστις είναι από ευγενούς οικογενείας και εγκατέλειψε τον πλούτον και την δόξαν του κόσμου και τόσον αγωνίζεται εις τας εντολάς του Κυρίου, ώστε δεν είναι άλλος τις όμοιός του»; Ταύτα ακούσας εχάρη ο Παφνούτιος και οδηγηθείς υπό του Αγαπίου, απήλθεν εις το κελλίον εκείνου. Η δε Ευφροσύνη, ως είδε τον πατέρα της, έτρεξαν τα δάκρυά της ποταμηδόν, αλλ’ αυτός δεν την εγνώρισεν, ότι από την πολλήν νηστείαν και κακοπάθειαν ήτο η μορφή της ενηλλαγμένη και οι χαρακτήρες της όψεως μεταβεβλημένοι, ενόμιζε δε ότι τον ελυπήθη δια την συμφορ΄ν του και έκλαυσεν. Αφ’ ου δε έπαυσαν τα δάκρυα έκαμεν ευχήν κατά την συνήθειαν, και είτα λέγει εις τον Παφνούτιον· «Πίστευσόν μοι, άνθρωπε, ότι εάν ήτο η θυγάτηρ σου εις οδόν απωλείας, δεν θα κατεφρόνει ο ελεήμων Θεός τας ευχάς και τας ελεημοσύνας και τα δάκρυα σου και τας δεήσεις ημών των αμαρτωλών του τε Καθηγουμένου και ημών πάντων δι’ αγάπην σου· αλλά πιστεύω εις τον Θεόν, ότι εξελέξατο την αγαθήν μερίδα, υπακούσασα τω προστάγματι του Δεσπότου, λέγοντος εις το Ιερόν Ευαγγέλιον· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, και ουκ αποτασσόμενος πάσι τοις εαυτού, ουκ έστι μου άξιος». Όθεν μη λυπού, αλλ’ έχε υπομονήν. Δυνατός είναι ο Θεός να σου φανερώση τι έγινεν. Ενθυμήσου του Πατριάρχου Ιακώβ, όστις κλαύσας τον υιόν του Ιωσήφ ως νεκρόν πολυετώς, ηξιώθη να τον ίδη ανελπίστως εις τοσαύτην δόξαν, όθεν μετέστρεψε την λύπην εις αγαλλίασιν. Έχε και συ την ελπίδα σου εις τον Κύριον, και σε βεβαιώ, εν φόβω Θεού, να ίδης την θυγατέρα σου πριν αποθάνης». Ταύτα ειπούσα απέλυσεν αυτόν. Ο δε απελθών είπε προς τον Ηγούμενον· «Ευχαριστώ σοι, Άγιε Πάτερ, ότι τόσον ηυφράνθην με τους λόγους του Οσίου Σμαράγδου, ώσπερ να είδον τρόπον τινά αυτό τούτο το τέκνον μου». Έκαμε λοιπόν η Ευφροσύνη αγνώριστος εις το Μοναστήριον χρόνους οκτώ και τριάκοντα, και τότε ησθένησε. Ο δε Παφνούτιος έτυχεν εκεί εκ θείας Προνοίας, και ιδών κλινήρη τον Σμάραγδον, έκλαυσε πικρώς λέγων· «Οίμοι τω αθλίω! Τις να με παρηγορήση εις το γήρας μου; Τριάκοντα και οκτώ έτη είναι όπου έχασα το τέκνον μου, και κανείς δεν μοι έδωσε θάρρος και ελπίδα ότι θα το ίδω, αλλά μόνον συ, φίλτατε αδελφέ, τώρα δε ούτε εκείνο βλέπω, ούτε σε έχω πλέον, όστις ήσο παρηγορία της λύπης μου. Τώρα απελπίζομαι κι δεν πιστεύω να ίδω πλέον την θυγατέρα μου». Η δε είπεν εις αυτόν· «Διατί θλίβεσαι τόσον και απελπίζεσαι; Έχε υπομονήν, και υπόμεινον άλλας τρεις ημέρας, να ίδης του Θεού τα θαυμάσια». Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος, νομίζων ότι ο Κύριος απεκάλυψεν εις τον Σμάραγδον το ζητούμενον, και δια τούτο του είπε να μείνη τρεις ημέρας. Όταν έφθασεν η τελευταία ώρα της Οσίας Ευφροσύνης, εκάλεσεν αύτη τον Παφνούτιον και του είπεν· «Επειδή ο Παντοδύναμος Θεός ωκονόμησε τα κατ’ εμέ ως ηθέλησε και με ηξίωσε να τελειώσω την καλήν μου πρόθεσιν, τώρα δε απέρχομαι εις την αιώνιον αγαλλίασιν δια να λάβω τον ητοιμασμένον μοι στέφανον, σήμερον θέλω να σε απαλλάξω της φροντίδος. Όθεν γίνωσκε, ότι εγώ είμαι η θυγάτηρ σου, και δια να μη με εμποδίσης ήλλαξα σχήμα, και με εβοήθησεν ο Θεός, και ωκονόμησε να μη με γνωρίσης, και πάλιν τώρα σε έφερε, δια να με ίδης, να παρηγορηθής και να ενταφιάσης το σώμα μου. Όταν ήλθον εδώ εις την Μονήν, υπεσχέθην του Ηγουμένου, ως έχουσα πλούτον πολύν, εάν υποφέρω έως τέλους, να αφιερώσω αυτόν εις την Μονήν. Λοιπόν δέομαί σου, εκπλήρωσον την υπόσχεσίν μου, δος εις τους Πατέρας όσα ήθελες να δώσης εις εμέ, ότι είναι πολλοί ενάρετοι άνθρωποι». Ταύτα δε ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν αυτής εις χείρας Θεού. Ο Παφνούτιος, εκπλαγείς δια το απροσδόκητον του πράγματος, έπεσεν εις την γην ως νεκρός άφωνος και άλαλος. Ο δε Αγάπιος, ακούσας τα διατρέξαντα, έδραμε και τον ερράντισε με ολίγον ύδωρ εις το πρόσωπον, αφού δε συνήλθε, τον ηρώτησε τι έπαθεν. Ο δε έκλαιε λέγων· «Άφες με να ξεψυχήσω, ότι είδον θαύμα εξαίσιον». Είτα αναστάς, έβρεχε το άγιον λείψανον με την ροήν των δακρύων και έλεγεν· «Οίμοι, τέκνον γλυκύτατον! Διατί δεν μοι το ωμολόγησες πρότερον, δια να έλθω και εγώ να γίνω ο άθλιος συνεργάτης σου, αλλ’ έθλιψας τοσούτον τα σπλάγχνα μου; Οίμοι τω αθλίω και άφρονι! Πως είχον εις τας χείρας μου το ζητούμενον και δεν το ηννόησα; Τι να πράξω σήμερον; Να εορτάσω και να ευφρανθώ ότι σε εύρον, ή να θρηνήσω τον θάνατόν σου υπό πατρικών σπλάγχνων νικώμενος; Αλλ’ αμαρτία είναι να κλαίη τις εκείνους, οι οποίοι λυτρώνονται από την λυπηράν ζωήν ταύτην και υπάγουσιν εις κρείττονα και αιώνιον. Μακαρία συ και όντως αοίδιμος, ότι σοφώς και τεχνηέντως ενίκησας τας πανουργίας και τας ενέδρας του δαίμονος και απολαύεις τον Παράδεισον. Η μεν φύσις με αναγκάζει να κλαίω, αλλά θρηνούντα με χαρά διαδέχεται μετατρέπουσα εις ευφροσύνη τα δάκρυα, και επιποθώ να αναχωρήσω του σώματος, να έλθω εις τον Παράδεισον, να αγαλλώμεθα πάντοτε, καθώς ελπίζω εις την φιλανθρωπίαν του Θεού, να με αξιώση δια των σων ευχών και δεήσεων». Ταύτα ιδών ο Αγάπιος, ηννόησεν ότι ο Σμάραγδος ήτο η θυγάτηρ του Παφνουτίου, και σπεύσας το ανήγγειλεν εις τον Προεστώτα και εις πάσαν την Αδελφότητα. Όθεν έδραμον όλοι και διηγωνίζοντο ποίος να πλησιάση πρότερον εις εκείνο το άγιον λείψανον, όπως το ασπασθή δι’ ευλάβειαν. Εις δε Ασκητής, έχων τον ένα οφθαλμόν τυφλόν, ασπασθείς την Αγίαν, ω του θαύματος! ευρέθη με δύο οφθαλμούς και από το τεράστιον αυτό κατεννόησαν πόσης παρρησίας ηξιώθη προς Κύριον, και ηύξησαν μάλιστα την προς αυτήν ευλάβειαν και δοξολογήσαντες ικανώς, ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπεν, εκείνο το ιερώτατον λείψανον, έλαμψε δε το πρόσωπον της Αγίας ως ο ήλιος. Ο δε Παφνούτιος από τότε δεν ανεχώρησε της Μονής, αλλά διεμοίρασεν όλα του τα υπάρχοντα εις πτωχούς, εις σχολεία και εις Εκκλησίας και κατώκησεν εις το Μοναστήριον, γενόμενος δε Μοναχός, έμεινεν εις το κελλίον της Ευφροσύνης, εις την αυτήν ψάθην κατακλινόμενος. Επέζησε δε ως Μοναχός δέκα έτη εναρετώτατα και ευσεβέστατα. Μετά δε την τελευτήν τούτου, τον ενεταφίασαν εις το μνημείον της Ευφροσύνης, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Το εξαίσιο θαύμα της Θεοτόκου της Μυρτιδιώτισσας

Τη αυτή ημέρα μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.                                                                               

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ’ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ’ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο ευλαβής εκείνος Χριστιανός, και στρεφόμενος ένθεν κακείθεν δια να ίδη ποίος του ωμίλησεν, ουδένα έβλεπεν· όθεν φοβηθείς εποίησε το σημείον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λέγων συγχρόνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι· και συ Κυρία μου και Δέσποινα, ήτις έχεις πολλήν την παρρησίαν προς τον Μονογενή Σου Υιόν, μη βραδύνης να φανερώσης εις εμέ, εάν είναι θέλημά σου, την σημασίαν της φωνής, την οποίαν ήκουσα». Και ταύτα ειπών προσευχόμενος, ήρχισεν είτα ερευνών εντός του δάσους δια να εύρη το ποθούμενον· και ούτως ερευνών μετά πόθου, βλέπει αίφνης εντός των κλάδων μιάς μυρσίνης (μυρτιάς) μίαν εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· ιδών δε ταύτην έλαβε μεγάλην ψυχικήν χαράν, και εγνώρισεν ότι η φωνή, την οποάν ήκουσεν, ήτο της Υπεραγίας Θεοτόκου, και τον ωδήγησεν εκεί δια να εύρη την αγίαν Εικόνα Της. Πεσών λοιπόν ο ευλαβής και καλός εκείνος Χριστιανός προσεκύνησε μετά δακρύων και ευχαριστιών την θεομητορικήν αγίαν Εικόνα και μετ’ ευλαβείας ησπάσθη αυτήν· ησθάνετο δε και πολλήν ευωδίαν θυμιαμάτων εις τον τόπον εκείνον. Επεδόθη όθεν μετά προθυμίας βοηθούμενος και από την θεομητορικήν δύναμιν εις το να κόπτη τα δένδρα και να καθαρίζη το μέρος εκείνο, κτίσας δε εκεί κατά το δυνατόν εις αυτόν μικρόν Ναόν της Θεοτόκου, έθεσεν εντός αυτού την ρηθείσαν αγίαν Εικόνα, την οποίαν επωνόμασε «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», επειδή εύρεν αυτήν εντός των μυρτιών· όθεν και ο τόπος εκείνος ονομάζεται Μυρτίδια δια την αφορμήν του παλαιού εκείνου δάσους των μυρτιών. Έκτισε δε ο καλός εκείνος Χριστιανός και μικρόν κελλίον πλησίον της Εκκλησίας, και γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εκεί, υπηρετών εις τον θείον της Θεοτόκου Ναόν και προσκυνών μετά πάσης ευλαβείας την αγίαν και θαυμασίαν Εικόνα Της· αποθανόντος δε αυτού, έμεινεν εκεί ύστερον εις ευλαβής Μοναχός, ονομαζόμενος Λεόντιος, όστις εμεγάλωσε τον Ναόν, κτίσας και κελλία πέριξ αυτού, και ούτω κατέστησεν εκεί τέλειον Μοναστήριον. Έκτοτε ολίγον κατ’ ολίγον επλάτυνεν η φήμη περί της Αγίας ταύτης Εικόνος, και εκ διαφόρων μερών προσήρχοντο ευλαβώς οι Χριστιανοί προς προσκύνησιν Αυτής φέροντες και πολλάς ελεημοσύνας και αφιερώματα, διότι και πολλά θαύματα εγίνοντο εις τους μετά πίστεως προσερχομένους, και ούτως η φήμη και η δόξα της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης εξηπλώθη συν τη παρόδω του χρόνου εις όλον τον κόσμον. Βραδύτερον εις ευλαβής Χριστιανός, ονομαζόμενος Θεόδωρος Κουμπανιός, έχων ιδιαιτέραν ευλάβειαν εις την θαυμασιωτάτην ταύτην Εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης, εκτός των άλλων λειτουργιών και πανηγύρεων, τας οποίας ετέλει εις το Μοναστήριον αυτό, είχε και ταύτην την καλήν συνήθειαν, και λαμβάνων μεθ’ εαυτού πάντας τους συγγενείς και φίλους του, μετέβαινεν εκεί τεσσαράκοντα ημέρας μετά την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ήτοι την κδ΄ (24ην) Σεπτεμβρίου, και ετέλει λειτουργίαν και πανήγυριν· έκτοτε δε εσυνηθίσθη η εορτή αύτη να τελήται εις όλην την νήσον των Κυθήρων. Συνέβη όμως μετά παρέλευσιν καιρού να ασθενήση ο ρηθείς Θεόδωρος, κατασταθείς εκ της ασθενείας παράλυτος, κατακείμενος ούτως εις τον κράββατον χρόνους πολλούς. Όμως και καθ’ όλον το διάστημα της δεινής αυτού ασθενείας δεν παρέλειψε την συνηθισμένην του εορτήν και πανήγυριν· αλλ’ αν και λόγω της ασθενείας δεν ηδύνατο και ούτος να μεταβή εις τον Ναόν της Θεοτόκου, έστελλεν όμως πάντοτε τα τέκνα και τους συγγενείς του και ετέλουν ευλαβώς την πανήγυριν, δίδοντες και ελεημοσύνην πλουσιοπάροχον εις το Μοναστήριον· ούτε δε η πίστις και η ευλάβεια αυτού προς την Κυρίαν Θεοτόκον ωλιγόστευσέ ποτε, αλλά και μακρόθεν ευρισκόμενος εις την κλίνην, μετά δακρύων προσηύχετο λέγων· «Κυρία μου Μυρτιδιώτισσα, ελέησόν με τον αμαρτωλόν, συ ήτις είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, η καταφυγή και η επίσκεψις εκείνων, οι οποίοι σε επικαλούνται, η σκέπη και προστασία των παρακαλούντων Σε, βοήθησον καμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου, και αξίωσόν με της ποθουμένης υγείας, δια να έλθω σωματικώς καν τον ερχόμενον χρόνον, πριν τελειώση η ζωή μου, δια να προσκυνήσω την αγίαν Εικόνα σου». Ταύτα και άλλα περισσότερα μετ’ ευλαβείας και δακρύων έλεγε κατ’ έτος ο ασθενής Θεόδωρος, και πάντοτε δοξάζων τον Θεόν ετέλει την συνηθισμένην πανήγυριν. Μετά δε παρέλευσιν αρκετών ετών, ελθούσης πάλιν της πανηγύρεως, αφού ητοιμάσθησαν πάντα τα απαιτούμενα δι’ αυτήν, και επρόκειτο να εκκινήσωσιν, προσκαλέσας ο Θεόδωρος τα τέκνα του, λέγει προς αυτά κλαίων· «Αδελφοί και τέκνα, φίλοι και συγγενείς μου, εγώ βλέπω τον εαυτόν μου εις ταύτην την πολυχρόνιον παράλυσιν, εκ της οποίας επί τόσα έτη δεν δύναμαι να θεραπευθώ· λοιπόν σας παρακαλώ να ετοιμάσητε κράββατον δια να με σηκώσητε και να με φέρετε εις το Μοναστήριον, ίνα ίδω με τους οφθαλμούς μου και προσκυνήσω την αγίαν Εικόνα της Κυρίας μου Μυρτιδιωτίσσης, ίσως ευσπλαγχνισθή και με θεραπεύση τον άθλιον, καθώς ποιεί εις πάντας τους επικαλουμένους αυτήν». Ακούσαντες τα τοιαύτα λυπηρά και πίστεως, ευλαβείας και κατανύξεως γέμοντα λόγια οι παίδες και οι συγγενείς του Θεοδώρου, ητοίμασαν τον κράββατον, τον οποίον άραντες τέσσαρες έφερον τον ασθενούντα εις τον Ναόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου των Μυρτιδίων και ετοποθέτησαν αυτόν έμπροσθεν της σεβασμίας αυτής Εικόνος, καθώς εζήτησεν. Υψώσας λοιπόν τα όμματα ο Θεόδωρος προς την Εικόνα της Θεοτόκου και κλαίων έλεγε προς αυτήν μετ’ ευλαβείας· «Κυρία μου και Δέσποινα, Βασίλισσα του ουρανού και της γης· Συ είσαι η προφητευθείσα Κόρη, η οποία εγέννησας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον Μονογενή Υιόν και Λόγον του Θεού του ζώντος και αειπάρθενος έμεινας, και έλαβες τόσην χάριν, ώστε έγινες Μήτηρ του Θεού του Υψίστου, τον Οποίον κρατήσασα ως βρέφος εις τας αγίας αγκάλας σου, έχεις τόσην εξουσίαν και το θέλειν και το δύνασθαι, και δίδεις πάσαν χάριν εις εκείνους όπου σου ζητήσουν, διότι έχεις εις τας χείρας σου την πηγήν και την αιτίαν πασών των χαρίτων. Συ λοιπόν όπου είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, των ορφανών η προστασία, των ασθενών η ιατρεία, των θλιβομένων η παρηγορία, των κινδυνευόντων η σωτηρία, ποίησον έλεος και εις εμέ, μεσίτευσον εις τον πολυεύσπλγχνον μονογενή Σου Υιόν, ίνα ελεήση καμέ τον αμαρτωλόν· και καθώς πολλούς ασθενείς ιάτρευσε, πολλούς νεκρούς ανέστησε και παραλύτους ηνώρθωσε δια μόνου του θεϊκού λόγου του, όταν ήτο εις τον κόσμον, ούτω να κάμη και εις εμέ τον ταπεινόν. Σήμερον οπότε πανηγυρίζομεν οι αμαρτωλοί την τεσσαρακοστήν ημέραν απ΄της αγίας Σου Κοιμήσεως, δείξον τα ελέη Σου, δείξον την δυναστείαν σου εις εμέ, καθώς και εις πολλούς άλλους έδειξας κατά ταύτην την αγίαν ημέραν· πολλά γαρ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου· μη παρίδης τα δάκρυά μου, μη παραβλέψης τους στεναγμούς μου· σπλαγχνίσθητι το βάρος της μακράς μου ασθενείας και τους μεγάλους και ανυποφόρους πόνους μη κωλύσωσι τα από νεότητός μου αμαρτήματα την άπειρόν σου αγαθότητα, αλλά χάρισόν μοι την ζητουμένην και ποθουμένην υγείαν». Οι συναθροισθέντες εις τον Ναόν, ακούοντες τα τοιαύτα παρακλητικά λόγια όπου έλεγε μετά δακρύων ο Θεόδωρος, ελυπήθησαν και έκλαυσαν παρακαλούντες και αυτοί δια την θεραπείαν του· και κατά την τάξιν Ιερείς και λαϊκοί έψαλλον τον Εσπερινόν και τον Όρθρον, την ακολουθίαν δηλαδή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου· καθ’ ην δε ώραν εψάλλοντο οι Κανόνες, εξήλθεν εις εκ της Εκκλησίας δια τινα ανάγκην, και επιστρέψας ούτος μετά βίας, είπε προς τους εντός της Εκκλησίας· «Αδελφοί, ήκουσα πολλού λαού ταραχήν και θόρυβον προς το μέρος της θαλάσσης, ως να έρχωνται προς ημάς». Τούτο ακούσαντες εκείνοι εφοβήθησαν μεγάλως· διότι το Μοναστήριον ευρίσκετο πλησίον της θαλάσσης και ηνωχλείτο συχνά από τους πειρατάς· μάλιστα εκ του μέρους εκείνου εξήρχοντο και έκαμνον πολλάς κλοπάς και αιχμαλωσίας εις τα διάφορα χωρία της νήσου. Εξήλθον και άλλοι της Εκκλησίας δια να βεβαιωθώσι περί των λεγομένων, και επιστρέψαντες είπον, ότι «αυτή η ταραχή ουδέν άλλο εστίν ειμή βαρβάρων επιδρομή ερχομένων δια να μας αιχμαλωτίσωσιν». Όθεν εκ του φόβου των, αφήσαντες την ακολουθίαν και την Εκκλησίαν, έφυγον όλοι εις τα βουνά, και άλλοι εκρύβησαν εις τα δάση δια να προφυλαχθώσιν από τοιούτον κίνδυνον, αν και δεν έβλεπον τίποτε, διότι ήτο ακόμη νυξ. Εκ του φόβου και της βίας αναχωρήσαντες πάντες, εγκατέλειψαν τον παράλυτον Θεόδωρον, ως να μη είχεν ούτος τέκνα και συγγενείς, αλλ’ εβιάζοντο ποίος να φύγη πρότερον χωρίς καν να ειδοποιήσωσιν αυτόν· μείνας δε ούτος ακίνητος ωσεί νεκρός και απηλπισμένος από πάσης ανθρωπίνης βοηθείας ήρχισε προσευχόμενος προς την Θεοτόκον μεγαλοφώνως και μετά δακρύων λέγων· «Ω Παρθενομήτορ Μαρία Θεοτόκε, Δέσποινα του κόσμου και ελπίς εμού του δυστυχούς, ιδού πάντες έφυγον και εμέ αφήκαν μόνον και αβοήθητον· δι’ ο παρακαλώ την αγίαν σου Χάριν να με βοηθήσης και να με σκεπάσης υπό την σκέπην των πτερύγων σου, ίνα διαφύγω τας ασπλάγχνους χείρας των αθέων βαρβάρων». Ταύτα λέγων μετά δακρύων θερμών ο Θεόδωρος, του εφάνη ως να ήκουσε φωνήν λέγουσαν εις αυτόν· «Ανάστα και συ και φύγε»· και ούτως (ω του θαύματος!) ήρχισεν ολίγον κατ’ ολίγον να κινήται ο πριν παράλυτος και ακίνητος, και κατελθών του κραββάτου, εφ’ ου κατέκειτο, ήρχισε να τρέχη δρομαίος φροντίζων να φθάση τους άλλους οίτινες έφευγον, και μένων εκστατικός δια την παράδοξον αυτήν μεταβολήν του εαυτού του και θεραπείαν, του εφαίνετο το πράγμα ως όνειρον. Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, έφθασε και η ημέρα, και μη βλέπων τινά ο Θεόδωρος ούτε εκ των βαρβάρων, ούτε εκ των Χριστιανών των ελθόντων εις την Εκκλησίαν, εθαύμαζε βλέπων τον εαυτόν του υγιά ωσεί να μη είχε ποτέ ασθένειαν· κατανοήσας δε τέλος πάντων την θαυμαστήν και απροσδόκητον βοήθειαν και θεραπείαν, την οποίαν η Δέσποινα και Κυρία του κόσμου ενήργησεν εις αυτόν, από την πολλήν του χαράν έλεγεν επί πολλήν ώραν το «Κύριε, ελέησον· δοξάζω σε, Θεέ μου· δοξάζω σε, Παναγία μου· δοξάζω, Κυρία μου, την ελεημοσύνην σου· ευχαριστώ, Μυρτιδιώτισσά μου Κεχαριτωμένη, το όνομά σου το άγιον, δια την μεγάλην και υπερθαύμαστον βοήθειαν, την οποίαν εις εμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου έδωκας, επειδή γνωρίζω τον εαυτόν μου όλον υγιά ο προ ολίγου ασθενής και παράλυτος». Μετά την ευχαριστίαν και δοξολογίαν ταύτην, ήρχισε να φωνάζη τους συγγενείς του λέγων· «Τέκνα μου, συγγενείς μου και φίλοι, αδελφοί Χριστιανοί, έλθετε να ευχαριστήσωμεν την Μυρτιδιώτισσαν και να δοξολογήσωμεν το άγιόν Της όνομα, και να μη φοβήσθε· διότι δεν είναι εδώ εχθροί βάρβαροι, καθώς ενομίσατε· αλλ’ έλθετε ίνα ίδητε το εξαίσιον θαύμα, το οποίον ενήργησεν εις εμέ και να δοξάσωμεν την Χάριν Αυτής». Ακούοντες εκείνοι τας τοιαύτας φωνάς και νομίζοντες, ότι προέρχονται αύται εκ των βαρβάρων, προσποιουμένων δια να εξαπατήσωσιν αυτούς, εκρύπτοντο έτι περισσότερον εις τα βαθύτερα μέρη του δάσους, και άλλοι έφευγον τρέχοντες περισσότερον· ο δε Θεόδωρος μετά μεγαλυτέρας φωνής έλεγεν· «Έλθετε, τέκνα μου», κράζων το καθ’ εν εξ ονόματος, και λέγων· «Εγώ είμαι ο πατήρ σας, όστις ήμην παράλυτος, και η Κυρία μας με ιάτρευσε· πλησιάσατε λοιπόν χωρίς φόβον δια να ευχαριστήσωμεν την Χάριν Της». Ακούσαντές τινες και γνωρίσαντες την φωνήν του, και μη βλέποντες εκτός αυτού έτερόν τινα, επλησίασαν αυτόν τον πρώην παράλυτον και ακίνητον, είτα δε εφώναξαν και τους λοιπούς και συνηθροίσθησαν άπαντες· και βλέποντες τελείως αυτόν υγιά, εξέστησαν και έκραξαν το «Κύριε, ελέησον». Ερωτώντες δε τον ασθενή πως ιατρεύθη, ήκουσαν παρ’ αυτού καταλεπτώς όσα ανωτέρω εγράφησαν. Γνωρίσαντες όθεν πάντες την φανεράν θαυματουργίαν της Θεομήτορος, επέστρεψαν μετά του θεραπευθέντος παραλύτου εις το Μοναστήριον· και τελειώσαντες την ακολουθίαν και την θείαν Λειτουργίαν, έδωκαν δόξαν μετά χαράς μεγάλης εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, ήτις αν και πολλάκις βραδύνει την βοήθειάν Της, δια να ίδη την υπομονήν του παρακαλούντος, δεν λησμονεί όμως, αλλ’ εις την ώραν, κατά την οποίαν δεν ελπίζει τις, λαμβάνει την ποθουμένην υγείαν. Εώρταζε λοιπόν ο Θεόδωρος ούτος κατ’ έτος την ημέραν ταύτην της θεραπείας του εις όλην του την ζωήν, κάμνων μεγάλην πανήγυριν· και μετά τον θάνατόν του αφήκεν εντολήν εις τα τέκνα του, ίνα τελώσι την εορτήν ταύτην, την οποίαν μέχρι και σήμερον οι απόγονοί του τελούσι κατά το δυνατόν· έκτοτε δε η ευλάβεια των Χριστιανών προς την θείαν ταύτην Εικόνα της Μυρτιδιωτίσσης εξηπλώθη εις όλον τον κόσμον, και εις μνήμην του θαύματος τούτου κατά την ημέραν ταύτην συναθροίζεται πς ο λαός της νήσου των Κυθήρων εις το Μοναστήριον των Μυρτιδίων και τελεί μεγάλην εορτήν και πανήγυριν προς δόξαν της Κυρίας ημών Θεοτόκου της Μυρτιδιωτίσσης, της οποίας να διηγήται τις τα άπειρα θαύματα, άπερ καθ’ εκάστην τελεί εις τους μετά πίστεως προσερχομένους, είναι αδύνατον· αλλ’ όμως ημείς να είπωμεν ολίγα προς δόξαν αυτής και ούτω να καταπαύσωμεν τον λόγον. Μίαν φοράν ήλθον οι βάρβαροι δια θαλάσσης, ίνα λεηλατήσωσι το Μοναστήριον των Μυρτιδίων, και πλησιάσαντες την νύκτα αντικρύ αυτού, είδον πολλάς πυράς πέριξ του Μοναστηρίου· όθεν νομίσαντες ότι τους ηννόησαν οι άνθρωποι της νήσου και κατήλθον εκεί δια να τους πολεμήσωσι, φοβηθέντες μεγάλως οι βάρβαροι επέστρεψαν άπρακτοι και ούτως εσώθη το Μοναστήριον και όλη η νήσος δια της προστασίας της Κυρίας ημών Θεοτόκου. Άλλοτε πάλιν εταξίδευεν εν πλοίον εις την θάλασσαν και εκεί απέναντι ακριβώς του Μοναστηρίου των Μυρτιδίων συνήντησε φοβεράν τρικυμίαν και μέγαν κλύδωνα της θαλάσσης, ώστε εκινδύνευε τούτο να καταποντισθή αύτανδρον. Τότε οι άνθρωποι του πλοίου επεκαλέσθησαν την Κυρίαν Θεοτόκον την Μυρτιδιώτισσαν και τον μέγαν Άγιον Νικόλαον να τους βοηθήσωσιν, όπως διασωθώσιν εκ του κινδύνου, υποσχόμενοι να υπάγωσιν έκαστος εις τον οίκον Της ελεημοσύνην το κατά δύναμιν προς βοήθειαν του Μοναστηρίου, και εν τω άμα έπαυσεν η τρικυμία, και διασωθέντες οι άνθρωποι μετέβησαν άπαντες εις το Μοναστήριον, αποδώσαντες τας ευχαριστίας των εις την Κυρίαν Θεοτόκον και αρκετήν χρηματικήν βοήθειαν, εκ της οποίας εκτίσθη ο Ναός του Αγίου Νικολάου εις τον «μαύρον βράχον», προς ενθύμησιν του θαύματος. Πολλάκις εγένετο εις την νήσον ταύτην των Κυθήρων πείνα μεγάλη, ένεκα της αφορίας της γης και της αστοχίας των καρπών, και δια της προμηθείας της Κυρίας Θεοτόκου, της οποίας την βοήθειαν και αντίληψιν επικαλούνται πάντες, ήρχοντο καρποί εκ μακρινών μερών και εκυβερνάτο ο λαός. Δια τας πολλάς ευεργεσίας και χάριτας, τας οποίας ελάμβανον και λαμβάνουσιν οι Χριστιανοί προστρέχοντες εις την θαυματουργόν Εικόνα της Μυρτιδιωτίσσης, εξ ευγνωμοσύνης προς την Χάριν Αυτής, άλλοι έκτισαν κελλία, άλλοι αφιέρωσαν κτήματα και άλλα πράγματα εις μνημόσυνον αυτών και τοιουτοτρόπως έφθασε το Μοναστήριον εις την οποίαν κατάστασιν και ευπρέπειαν φαίνεται σήμερον. Βλέπων δε ο λαός τα άπειρα θαύματα τα γινόμενα υπό της αγίας ταύτης Εικόνος, εξ ευλαβείας προς αυτήν και δι’ ευχαριστίαν προς την Θεοτόκον, απεφάσισαν ίνα ενδύσωσι την Εικόνα δι’ αργυρού επενδύματος· όθεν έστειλαν εις την Κρήτην την απαιτουμένην ύλην προς κατασκευήν του επενδύματος· ότε δε ητοιμάσθη τούτο, το πλοίον το οποίον έφερεν αυτό προς τα Κύθηρα, έξω του λιμένος της νήσου, του λεγομένου «Καψάλη», υπέστη επίθεσιν εκ μέρους Τουρκικών πλοίων εχόντων σκοπόν ίνα αιχμαλωτίσωσιν αυτό. Τούτο έβλεπον οι Χριστιανοί ιστάμενοι επί της ξηράς, χωρίς βεβαίως να γνωρίζωσιν, ότι εντός του κινδυνεύοντος πλοίου υπήρχεν το επένδυμα της αγίας Εικόνος, και ο διοικητής της νήσου, όστις φωτισθείς ασφαλώς υπό της Κυρίας Θεοτόκου, δια να δώση ολίγον θάρρος, διέταξεν ίνα πυροβολήσωσιν εκ του φρουρίου δια μιας μικράς λουμπάρδας (είδους μικρού πυροβόλου της εποχής εκείνης). Η σφαίρα της μικράς λουμπάρδας εκείνης κατευθυνθείσα υπό αοράτου δυνάμεως έφθασε πλησίον των Τουρκικών πλοίων, τα οποία φοβηθέντα υπεχώρησαν, αφήσαντα το καταδιωκόμενον πλοίον ανενόχλητον δια να εισέλθη εις τον λιμένα· ιδών δε ο διοικητής και οι λοιποί το διάστημα όπερ διήνυσεν η σφαίρα χωρίς το εκπέμψαν αυτήν πυροβόλον όπλον να έχη την προς τούτο απαιτουμένην δύναμιν, ηννόησαν ότι συμβαίνει τι το θαυμαστόν και παράδοξον· διο κατελθόντες εις τον λιμένα και μαθόντες, ότι εντός του πλοίου εκείνου υπήρχε το επένδυμα της αγίας Εικόνος, εχάρησαν χαράν μεγάλην δια την Χάριν Της και το θαύμα όπερ έκαμε, διαφυλάξασα εκ των χειρών των Αγαρηνών το υπό των πιστών προσφερόμενον εις αυτήν δώρον. Και ούτω μετ’ ευχαριστιών μεγάλων επενέδυσαν την θαυματουργόν Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου Μυρτιδιωτίσσης. Πολλάκις, όταν συμβή ανομβρία, οι κάτοικοι της νήσου ποιούσι λιτανείας δια περιφοράς της αγίας Εικόνος, και ευθύς έρχεται βροχή δροσίζουσα την γην, ήτις δίδει τους καρπούς της προς συντήρησιν των ευλαβών προσκυνητών της Θεοτόκου. Επίσης και όταν επιδημήση λοιμική θανατική νόσος δια λιτανειών και παρακλήσεων προς την Θεοτόκον οι κάτοικοι της νήσου και δια περιφοράς της θαυματουργού Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης αποδιώκουσι το κακόν της νόσου, χωρίς να προξενήση φθοράν εις τους ανθρώπους, όπως συμβαίνει εις άλλας χωρας και επαρχίας· και ταύτα ουχί άπαξ και δις εγένοντο, αλλά πλειστάκις, καθώς και αι προφορικαί παραδόσεις και αι έγγραφοι μαρτυρίαι βεβαιούσιν. Ότε οι Τούρκοι επολέμουν εις την νήσον Κρήτην, ήλθεν ο στόλος αυτών εις τα Κύθηρα, και εξήλθε πλήθος πολύ την νύκτα εις εν χωρίον ονόματι της «Κυράς» εις τον ποταμόν, έχοντες σκοπόν ίνα αιχμαλωτίσωσιν όσους δυνηθώσιν εκ των κατοίκων. Κατ’ οικονομία όμως του Θεού και της Κυρίας Μυρτιδιωτίσσης τους αντελήφθησαν τινες, οίτινες δια φωνών ειδοποίησαν τους κατοίκους· όθεν αι μεν γυναίκες και τα παιδιά εκρύβησαν εις τα δάση, οι δε άνδρες ετοιμασθέντες εξήλθον προς πόλεμον. Οι δε Τούρκοι είχον διαταγήν παρά του πασά των όπως επιστρέψωσιν εις τα πλοία, μόλις ακούσωσι δύο κανονιοβολισμούς. Δεν παρήλθεν όμως ώρα πολλή και ηκούσθησαν οι δύο κανονιοβολισμοί· οι δε Τούρκοι, νομίσαντες ότι είναι το σύνθημα του πασά, επέστρεψαν εις τα πλοία των κατά διαταγήν, χωρίς να προφθάσωσι να βλάψωσι τινά Χριστιανόν εκτός μόνον των όσων έκαυσαν και έκλεψαν. Εθαύμασεν ο πασάς δια το αιφνίδιον της επιστροφής του στρατού του, και ηρώτα να μάθη την αιτίαν· εκείνοι δε εβεβαίωνον, ότι ήκουσαν δύο κανονιοβολισμούς, και δια τούτο επέστρεψαν· αυτός όμως έλεγεν ότι βεβαίως αυτός δεν επυροβόλησε και αδυνατεί να εννοήση πως συνέβη τούτο. Όμως οι Χριστιανοί πάντες ηννόησαν, ότι αι εις είδος κανονιοβολισμών ακουσθείσαι δύο βρονταί εκείναι προήλθον εκ της προστασίας της Θεοτόκου, της οποίας επεκαλέσθησαν την βοήθειαν, ψάλλοντες κατά την ώραν εκείνην μετ’ ευλαβείας παράκλησιν έμπροσθεν της αγίας Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης. Όχι μόνον ταύτα τα θαύματα, αλλά και άλλα πλείστα ετέλεσεν η Κυρία Θεοτόκος, μεταξύ των οποίων είναι και η κατά το έτος αψλβ΄ (1732) θεραπεία του εκ της νήσου ταύτης πλουσίου ετοιμοθανάτου ασθενούς Ιωάννου Καλούτση. Έτι δε και μέχρι σήμερον καθ’ εκάστην τελεί η πανάμωμος Δέσποινα δια της ιεράς Της ταύτης Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης, της οποίας και η θεωρία μόνη φανερώνει την ην έχει μεγάλην χάριν. Και τόση είναι η ευλάβεια των Χριστιανών προς Αυτήν, ώστε εκ των πολλών αφιερωμάτων έχει καταστή ολόχρυσος· και κρέμανται έμπροσθέν της διάφορα χρυσά και αργυρά αφιερώματα υπό διαφόρων θεραπευθέντων ή άλλο τι αίτημα λαβόντων απ΄την θεομητορικήν μεγαλειότητα· και παρ’ όλον ότι η νήσος αύτη είναι πτωχή, η ευλάβεια όμως των κατοίκων αυτής προς την Θεοτόκον είναι πολλή και μεγάλη· δια τούτο και το Μοναστήριον έχουσι πεπροικισμένον δια πολλών και διαφόρων κτημάτων, ευρισκόμενον και τούτο εις τόπον έρημον και ήσυχον και ψυχικής χαράς και αγαλλιάσεως γέμοντα· εκείθεν δε ώσπερ άλλος ήλιος η Πάναγνος Δέσποινα εφαπλοί τας ακτίνας των θαυμάτων Της δια της χαριτοβρύτου αυτής Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης· ης ταις αγίαις πρεσβείαις σωθείημεν άπαντες. Αμήν. 

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ο Όσιος Κόπρις

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών  ΚΟΠΡΙΟΣ.                                                   

Κόπρις ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη  εις τινα κοπρίαν, ευρισκομένην έξωθεν του Μοναστηρίου του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, διότι διωκομένη η μήτηρ αυτού από τους Αγαρηνούς, ομού με άλλους πολλούς πλησιοχώρους και καταφεύγουσα προς τον Άγιον Θεοδόσιον δια να σωθή από τας χείρας των ασεβών, εκρατήθη από τα κοιλοπονήματα. Και ευρίσκουσα την εκεί κοπρίαν, εγέννησεν επάνω εις αυτήν. Αφού δε επέρασαν οι Αγαρηνοί, ευρίσκοντες οι Μοναχοί το βρέφος εν τη κοπρία, κατά προσταγήν του Αγίου Θεοδοσίου έλαβον αυτό και επωνόμασαν Κόπριν. Έτρεφον δε αυτό με γάλα αιγός, η οποία έβοσκε μεν ομού με τας άλλας αίγας, όταν δε ήρχετο ο καιρός δια να θηλάζη το παιδίον, τότε διεχωρίζετο από τας άλλας και μόνη κατέβαινεν από το βουνόν. Και αφού εθήλαζε το παιδίον, πάλιν επέστρεφεν εις την συνήθη της βοσκήν. Και τούτο εποίει, έως ου το παιδίον ηύξησε και έτρωγε στερεωτέραν τροφήν. Ούτος λοιπόν, όταν έφθασεν εις ηλικίαν τελειοτέραν, έγινεν αγαπητός εις τον μέγαν Θεοδόσιον. Και επειδή εφύλαξεν αμόλυντον το κατ’ εικόνα, δια τούτο ηξιώθη και της του Πνεύματος Χάριτος, και τα θηρία υπέτασσε. Διότι μίαν φοράν ευρίσκων άρκτον τινά, ήτις έτρωγε τα μαρούλια του κήπου, έλαβεν αυτήν από το ωτίον και εξήγαγε του κήπου. Και επιτιμήσας αυτήν με την ευχήν του μεγάλου Θεοδοσίου την άκαμε να μη έμβη πλέον εις τον κήπον. Αλλά και αναβαίνων ποτέ εις το βουνόν ομού με τον όνον του Μοναστηρίου δια να κόψη ξύλα, επειδή μία άρκτος επλήγωσε τον όνον εις το μηρίον, εκράτησεν ο Όσιος την άρκτον, και εφόρτωσεν εις αυτήν τα ξύλα, ειπών· «Δεν θα σε αφήσω πλέον, αλλά συ θα κάμνης την υπηρεσίαν του όνου, τον οποίον επλήγωσας, έως ου υγιάνη εκείνος». Και λοιπόν δια της ευχής του Αγίου Θεοδοσίου υπετάσσετο εις αυτόν η άρκτος και έφερε τα ξύλα. Ούτος μίαν φοράν υπηρετών εις το μαγειρείον και βλέπων, ότι ο λέβης έβραζε και εχύνετο έξω το μαγειρευόμενον όσπριον, επειδή δεν εύρε την συνειθισμένην χουλιάραν, έβαλε γυμνήν την χείρα του μέσα εις τον λέβητα εκείνον και, ω του θαύματος! ευθύς έπαυσε το υπερβολικόν βράσιμον, χωρίς να πάθη παραμικράν βλάβην η χειρ του. Επειδή δε ήτο εστολισμένος με παν είδος αρετής, και μέχρι του γηρατείου του, δεν ημέλησε την άσκησιν (διότι αν και ήτο ετών ενενήκοντα, όμως ο τρισμακάριστος πάντοτε ίστατο εις τόπον απόκρυφον και προσηύχετο), δια ταύτα, λέγω, τα ένθεα αυτού κατορθώματα ηξιώθη να βλέπη τον μέγαν Θεοδόσιον, μετά τον εκείνου θάνατον, ο οποίος εφαίνετο εις αυτόν και συνέψαλλε μετ’ αυτού. Ακολούθως ήκουσε και μίαν φωνήν αυτού του ιδίου Θεοδοσίου, ήτις έλεγεν εις αυτόν ταύτα· «Αδελφέ Κόπρι, ιδού έφθασεν ο καιρός του θανάτου σου. Όθεν ελθέ προς εμέ, δια να αναπαυθής εις τον ετοιμασθέντα σοι τόπον της αναπαύσεως». Λάμψας λοιπόν ο Όσιος ούτος μεταξύ των Αγίων εκείνων Πατέρων ως ήλιος, εστολισμένος μάλιστα και με το λαμπρόν της ιερωσύνης αξίωμα, μετ’ ολίγας ημέρας, αφού ήκουσε την άνωθι φωνήν, ησθένησεν ολίγον. Και αποχαιρετήσας όλους τους Πατέρας και αδελφούς, απήλθε προς Κύριον. 

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος Θέκλα

Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου ΘΕΚΛΗΣ.                                                                                                              

Θέκλα η ένδοξος Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος του Χριστού, η πιστή του θείου Παύλου μαθήτρια, ήτο από το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, θυγάτηρ ούσα ευγενούς τινος και επιφανούς Ελληνίδος γυναικός ονόματι Θεοκλείας, είχε δε και αρραβωνισθή με άνδρα τινά ονόματι Θάμυριν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν παρεγένετο από την Αντιόχειαν εις το Ικόνιον ο μέγας κήρυξ και ευαγγελιστής της αληθείας Παύλος, η πολύφθογγος σάλπιγξ του Χριστού, δια να κηρύξη τον σωτήριον λόγον, έχων εις την συνοδείαν του δύο άνδρας, Δημάν τε και Ερμογένην, οίτινες ήσαν πονηροί και υποκριταί, δεικνύοντες ότι τον ηυλαβούντο εις το φαινόμενον, ενώ η γνώμη των ήτο όλως διεστραμμένη. Ο δε θείος Παύλος, ως του Ιησού Χριστού μιμητής και αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πανουργίαν τινά, αλλά τους ηγάπα ως αδελφούς και τους εδίδασκε πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πως του απεκαλύφθη ο Κύριος ενώ εβάδιζε προς Δαμασκόν και πως επίστευσεν εις Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την πόλιν του Ικονίου και το έμαθεν ο εκεί διαμένων ευσεβής και αγαθός άνθρωπος Ονησιφόρος, εξήλθεν ευθύς με την γυναίκα και τους παίδας αυτού ζητών τον Παύλον, τον οποίον δεν είδε ποτέ του, και μόνον από τον μαθητήν του Τίτον είχεν ακούσει τίνος είδους ήτο εις την θεωρίαν, δηλαδή μικρός το ανάστημα, φαλακρός εις την κεφαλήν, καμπυλομύτης και απλώς ειπείν όλος Πνεύματος Αγίου πεπληρωμένος και χάριτος. Ιδών λοιπόν αυτόν, τον εγνώρισεν από τα ρηθέντα σημεία, και εχαιρέτησεν αυτόν, λέγων: «Χαίροις, υπηρέτα του ευλογημένου Χριστού». Ο δε Παύλος απεκρίθη με σεμνόν και χαρούμενον πρόσωπον: «Η Χάρις του Θεού είη μετά του οίκου σου». Δημάς δε και Ερμογένης, οι άνωθι αναφερόμενοι, είπον εις αυτόν· «Άρα δεν είμεθα και ημείς δούλοι του Χριστού; Διατί μόνον αυτόν εχαιρέτησες»; Ο δε Ονησιφόρος από ταύτα τα λόγια εννοήσας την κακίαν αυτών είπεν· «Εγώ δεν βλέπω εις σας καρπόν δικαιοσύνης· όμως καλώς ήλθετε· κοπιάσατε και σεις έως τον οίκον μου να αναπαυθήτε». Απελθόντες δε, έβαλε τράπεζαν, και τους εφιλοξένησεν επιμελώς ο Ονησιφόρος· έπειτα ήρχισε να διδάσκη ο Απ. Παύλος το Ευαγγέλιον, λέγων· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Μακάριοι οι σώφρονες και εγκρατείς, οίτινες δεν εμόλυναν την παρθενίαν αυτών· διότι οι τοιούτοι γίνονται Ναοί και οικητήρια του Παναγίου Πνεύματος. Μακάριοι οι το θείον του Χριστού δεξάμενοι Βάπτισμα και τηρούντες τα σώματα αυτών άσπιλα και καθαρά έως τέλους· διότι οι τοιούτοι θα αξιωθώσι μεγάλης δόξης εις τον Παράδεισον, και δεν θα δοκιμάσωσι βάσανόν τινα της αιωνίου κολάσεως». Τοιαύτα του Παύλου διδάσκοντος, μεταξύ των άλλων ακροατών ήτο και η Θέκλα, ήτις ίστατο εις το παράθυρον και ηκροάζετο του θείου Παύλου τα λόγια, αλλά το πρόσωπόν του δεν έβλεπεν· όμως με τα ζωήρρυτα εκείνα και γλυκύτατα λόγια ετρώθη την ψυχήν έρωτα θείον και υπερθαύμαστον, αλλοιωθείσα την καρδίαν τοιουτοτρόπως, ώστε ημέλησε πάσαν φροντίδα και μέριμναν σώματος, και ίστατο εις την θυρίδα τρία ημερονύκτια και τόσην γλυκύτητα ησθάνετο εις τα λόγια του Αποστόλου, ώστε έμενεν ώσπερ εις έκστασιν και ούτε ποσώς απεκρίνετο εις την μητέρα αυτής, ήτις επάσχισε πολλά να την ποσύρη από τον τόπον εκείνον, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν νομίζουσα η μήτηρ της, ότι παρεφρόνησε, παρήγγειλε του γαμβρού της, όντος μεγάλου άρχοντος, από τους πρώτους της πόλεως· ούτος δε απήλθεν ευθύς εις τον οίκον της πενθεράς αυτού, η οποία του είπε: «Γίνωσκε, ότι τρεις ημέρας καθέζεται η μνηστή σου εις το παράθυρον ακλινώς, ακροωμένη την διδαχήν αυτού του ξένου, και ούτε να φάγη ηθέλησεν, ούτε να πίη· ύπαγε, κάμε ό,τι δύνασαι να την εκβάλης απ’ εκεί συντομώτερα». Ο δε απελθών επάσχισε πολλά, και της είπε λόγια πρώτον παραπονετικά έρωτος και αισθηματικά, κατά την συνήθειαν των νέων, έπειτα βλέπων, ότι δεν τα έβαλε ποσώς εις τον νουν της, την εφοβέρισε με απήνειαν και πολλήν αυστηρότητα, να την κακοποιήση· αλλά εκείνη ίστατο στερεά ως αδάμας και ούτε καν λόγον ψιλόν απεκρίνετο εις αυτόν. Λοιπόν είχον όλοι οι συγγενείς θλίψιν πολλήν. Ο δε Θάμυρις εθυμώθη κατά του Παύλου, και απήλθε να τον κακοποιήση ως τούτου αίτιον. Καθ’ οδόν δε συνήντησε τους δύο πανούργους, Δημάν και Ερμογένην, και τους ηρώτησε τι άνθρωπος είναι ο Παύλος και ποία η διδασκαλία του. Οι δε απεκρίθησαν· «αυτός πόθεν είναι δεν ηξεύρομεν, μόνον διδάσκει, ότι όστις φυλάξη παρθενίαν μένει αθάνατος, και δια τα λόγια αυτά κάμνει τας γυναίκας και χωρίζονται από τους άνδρας αυτών, καθώς το έπαθεν η Θέκλα· αλλ’ ε΄ν θέλης να την φέρης εις το θέλημά σου, ύπαγε εις τον ηγεμόνα της πόλεως, διάβαλε τον Παύλον, να τον παιδεύση, καθώς του πρέπει, και τότε θέλει φοβηθή η μνηστή σου και θα υπακούση εις το συνοικέσιον». Εκάλεσε λοιπόν ο Θάμυρις αυτούς τους δύο, και τους εφίλευσεν εις το δείπνον, και το πρωϊ έδραμεν ως άγριον θηρίον μετά όχλου πολλού εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και αρπάσας τον Παύλον τον επήγεν εις τον ηγεμόνα, λέγων ότι είναι κακοποιός άνθρωπος, και πλανά τας γυναίκας, και τας χωρίζει από τους άνδρας των. Ο δε άρχων είπεν εις τον Παύλον· «Ειπέ μας ποίος είσαι και ποία είναι η διδασκαλία σου»; Ο δε απεκρίθη· «Ο αληθής και ζωοποιός Θεός, όστις ποθεί την σωτηρίαν των ανθρώπων, με απέστειλε, να κηρύττω τον Υιόν αυτού Ιησούν Χριστόν, όστις έπαθε δια την αγάπην ημών, και μας παρήγγειλε να απέχωμεν από όλα τα πονηρά έργα, και να διάγωμεν εν παρθενία, σωφροσύνη τε και αγάπη προς αλλήλους. Λοιπόν, ω ανθύπατε, τι άδικον κάμνω να κηρύττω όσα ο Κύριος και ο Θεός με επρόσταξε»; Τότε ο ηγεμών διώρισε να τον βάλουν εις την φυλακήν δεδεμένον επί τινας ημέρας και να τον κρίνη έπειτα. Ταύτα μαθούσα η Θέκλα εξήφθη από θείον έρωτα, και απεφάσισε να μαρτυρήση δια την αγάπην του Χριστού. Λαβούσα όθεν τα χρυσά στολίδια και τους μαργαρίτας αυτής, απήλθεν εν ώρα μεσονυκτίου εις την φυλακήν, και τα έδωσε του δεσμοφύλακος δώρον, δια να την αφήση να ίδη τον Παύλον· όθεν αφήκεν αυτήν, και εισελθούσα εις την φυλακήν κατεφίλει τα δεσμά του Παύλου με πολλήν ταπείνωσιν και ευλάβειαν, δεομένη τούτου και ικετεύουσα να την διδάξη επιμελώς και να την οδηγήση προς την ευσέβειαν. Ο δε θείος Απόστολος έχων όλως την πίστιν εις τον Θεόν, ελάλει περί της ενσάρκου οικονομίας αυτού υψηλά νοήματα, και περί καταφρονήσεως κόσμου, παρακινών αυτήν προς σωφροσύνην και παρθενίαν σαρκός και πνεύματος. Η δε ηκροάζετο με τόσον πόθον, ώστε της εφαίνετο ο Απόστολος ώσπερ να ήτο αυτός ο Κύριος, και τα λόγια του εδέχετο εις την καρδίαν, και τα είχε γλυκύτερα της ανβροσίας και του νέκταρος. Το πρωϊ, όταν είδον οι συγγενείς αυτής, ότι έλειπεν από την οικίαν, έδραμον όλοι και την εζήτουν εις όλην την πόλιν, νομίζοντες ότι έφυγε με κακόν σκοπόν και αγάπην έρωτος. Ο δε Θάμυρις, ερευνών εις τόπους διαφόρους, έμαθε τέλος παρά τινος δούλου του, ότι ήτο εις την φυλακήν με τον ξένον δέσμιον. Όθεν απελθών και ευρών αυτήν καθεζομένην παρά τους πόδας του Παύλου με δεσμά πόθου συνδεδεμένην, εθυμώθη, και λαβών όχλον ικανόν, απήλθεν εις τον ανθύπατον και ανήγγειλε ταύτα. Ο δε εκέλευσε και έφεραν τον Απόστολον. Η δε ,άρτυς του Χριστού έμεινεν εις την φυλακήν και εκάθητο εις τον τόπον του Παύλου δια ευλάβειαν. Εις ολίγην ώραν παρουσίασαν και αυτήν εις το κριτήριον, και εβόησεν όχλος πολύς προς τον άρχοντα· «Φόνευσον τον μάγον αυτόν και γόητα»! Ο δε άρχων ήκουε τα λόγια του Παύλου ηδέως και εβούλετο να τον απολύση, αλλ’ εφοβείτο τον όχλον. Λοιπόν είπε προς την Θέκλαν· «Διατί δεν θέλεις τον μνηστήρα σου»; Αυτή δε ούτε τον ηγεμόνα εκοίταξεν, ούτε τινά απόκρισιν έδωκε, μόνον τον Παύλον έβλεπεν, ώσπερ να ήτο αυτός η αναψυχή της· όθεν η μήτηρ αυτής Θεόκλεια, από τον πολύν της θυμόν, εβόησε προς τον άρχοντα· «Καύσε την άνομον εις το μέσον του θεάτρου, δια να φοβηθούν αι άλλαι γυναίκες, να μη καταφρονώσι τους άνδρας των». Όταν λοιπόν είδεν ο άρχων, ότι όχι μόνον ο όχλος, αλλά και αυτοί οι συγγενείς της την κατέκριναν, έδωκε κατ’ αυτής την απόφασιν να την καύσωσι, τον δε Παύλον να φραγγελώσωσι και έπειτα να τον διώξουν έξω της πόλεως. Ταύτα κελεύσας ο ανθύπατος ανέστη του θρόνου και απήλθεν εις το θέατρον με τον δήμον όλον, ίνα ίδωσι της κόρης τον θ΄νατον, η οποία δεν εσκέπτετο τόσον εαυτήν όσον τον πνευματικόν της πατέρα· όθεν εκοίταξε πέριξ να τον ίδη. Τότε εμφανίζεται εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός εις σχήμα του Παύλου καθεζόμενος εν μέσω του όχλου. Τούτον ιδούσα έλαβε θάρρος εν εαυτή, λέγουσα κατά μόνας· «Επειδή είμαι ολιγόψυχος και ανυπόμονος, ήλθεν ο διδάσκαλός μου Παύλος να με ενθαρρύνη». Ταύτα σκεπτομένη βλέπει τον Κύριον ανερχόμενον εις τους ουρανούς. Λαβούσα όθεν βεβαίαν πληροφορίαν δια την διδασκαλίαν του Παύλου, επορεύετο γαλλιωμένη εις το μαρτύριον. Οι δε παίδες και αι νεάνιδες εσύναξαν ξύλα δια να την κατακαύσουν. Εγύμνωσαν όθεν αυτήν και την έρριψαν εις το μέσον της φλογός. Ο δε ηγεμών, ιδών ταύτης το κάλλος και την ωραιότητα, εξεπλάγη και ελυπείτο σφόδρα, διότι έμελλε να απολεσθή τοιαύτη παρθένος υπέρκαλος και τόσον επόνεσεν η ψυχή του, ώστε εδάκρυσεν. Η δε μεγαλόψυχος κόρη, έχουσα έσω αυτής τον ένθεον έρωτα, όστις κατέκαιε την καρδίαν της, δεν εδειλία πυρ ένυλον και ομόδουλον, αλλ’ ίστατο άφοβος, και είχε τας χείρας και τα όμματα υψωμένα προς τον ουρανόν, προσευχομένη νοερώς και αναμένουσα εκείθεν την βοήθειαν· όθεν δεν απέτυχε της ελπίδος, αλλ’ εδροσίζετο μάλλον υπό του πυρός και δεν κατεφλέγετο. Έτι δε και βρονταί φοβεραί και αστραπαί εγένοντο εις τον αέρα, και ήλθε σκότος μέγα, συγχρόνως δε βροχή ραγδαία και χάλαζα τοσαύτη εις το θέατρον, ώστε εφόνευσε πολλούς ποθούντας να ίδωσι ταύτης την απώλειαν, το δε πυρ κατεσβέσθη και οι όχλοι διεσκορπίσθησαν. Η δε Αγία του Χριστού Μάρτυς μείνασα μόνη έβαλε τα ιμάτιά της και ανεχώρησεν εκείθεν, ζητούσα τον Παύλον, και ερωτώσα να μάθη που ευρίσκετο. Ο δε θείος Παύλος, αφού τον εμαστίγωσαν και τον έξωσαν της πόλεως, απήλθε μετά του Ονησιφόρου, της γυναικός και των τέκνων αυτού, και εκρύβησαν εις ένα παλαιόν τάφον, νηστικοί τρεις ημέρας. Εν δε παιδίον του Ονησιφόρου είπε προς τον Παύλον· «Κύριε, ο πατήρ μας δεν φροντίζει πλέον δι’ ημάς, και ιδού αποθνήσκομεν από την πείναν· λοιπόν βοήθησέ μας». Ο δε Παύλος, εκδυθείς το επανωφόριόν του, του το έδωσε να το πωλήση, δια να αγοράση άρτους. Απελθών λοιπόν ο νέος εις την αγοράν, και ιδών την Αγίαν υγιά και ελευθέραν, εθαύμασε, διότι ενόμιζεν ότι πλέον είχε γίνει πυρίκαυστος. Όθεν την ηρώτησε περί τούτου· η δε είπεν εις αυτόν ότι ο Κύριος την ελύτρωσε και εζήτει τον Απόστολον. Ο δε νέος είπεν· «Ακολούθει μοι, να σου δείξω αυτόν, όστις έχει τώρα ημέρας εξ νηστικός και προσεύχεται εις τον Θεόν δια σε». Η δε απελθούσα, εύρεν αυτόν γονυκλινή και λέγοντα ταύτα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, παρακαλώ την Χάριν σου, βοήθησον την δούλην σου Θέκλαν, και φύλαξον αυτήν, ίνα μη εγγίση αυτήν το πυρ». Αυτή δε ακούσασα ταύτα απ’ έξω του τάφου, εβόησε λέγουσα· «Ευλογητός ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην, διότι με ελύτρωσες του πυρός, ίνα ίδω τον Απόστολόν σου». Ο δε ακούσας την φωνήν και ιδών αυτήν, ηγαλλιάσατο λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου καρδιογνώστα, ότι επήκουσας της δεήσεώς μου». Ευφρανθέντες λοιπόν άπαντες εφιλεύθησαν άρτον και ύδωρ και ολίγα χόρτα και ενδυναμωθέντες ή μάλλον ειπείν από την θείαν Χάριν και δύναμιν, ήτις έτρεφε και υπέρ πάντα τα βρώματα, εδόξασαν  τον Θεόν. Μετά την ευχαριστίαν είπεν η Αγία προς τον Απόστολον· «Δέομαί σου να κόψης τας τρίχας της κεφαλής μου, δια να ενδυθώ ανδρικήν στολήν και να σε ακολουθήσω όπου απέλθης». Ο δε είπεν εις αυτήν· «Ο καιρός είναι αισχρός, και οι άνθρωποι εις το κακόν πρόθυμοι, και συ ωραία την όψιν· λοιπόν φοβούμαι μη σου τύχη άλλος πειρασμός χειρότερος του προτέρου και δεν δυνηθής να τον υπομείνης». Η δε απεκρίθη· «Μόνον σημείωσον εις εμέ την σφραγίδα του Χριστού, και ελπίζω εις αυτόν, μη μου άψηται ουδεμία βάσανος». Ο δε είπεν αυτή· «Μακροθύμησον, και θα έλθη εις σε η δωρεά του Θεού». Έπειτα λέγει του Ονησιφόρου· «Υπάγετε εις την οικίαν σας, και ευχαριστώ την αγάπην σας, εγώ δε υπάγω όπου με προστάξη ο Κύριος». Αποχαιρετήσας λοιπόν αυτούς, απήλθεν ο Παύλος εις ντιόχειαν, ακολουθούσης αυτόν της Αγίας· και καθώς εισήλθον εις την πόλιν, τους υπήντησεν ο πρώτος των μεγιστάνων, το όνομα Αλέξανδρος, πολύς εις την κακίαν και εις την πολιτείαν άσωτος, όστις, ιδών την Θέκλαν τοσούτον ωραίαν, εμέθυσεν εξ έρωτος και λέγει του Παύλου· «Λάβε, άνθρωπε, όσα χρήματα θέλες απ’ εμού, και δός μοι την κόρην αυτήν». Ο δε απεκρίθη: «Εγώ, κυριέ μου, δεν την ηξεύρω, ούτε την ορίζω». Ο δε Αλέξανδρος, ως παρρησίαν πολλήν έχων και ηγεμών υπάρχων της πόλεως, ήρπασε την κόρην με αναισχυντίαν και κατεφίλει αυτήν. Η δε έσπρωχνεν αυτόν ανδρείως και έλεγε μεγαλοφώνως· «Μη δυναστεύης την δούλην του Θεού, αναιδέστατε, ότι εγώ είμαι πρώτη των Ικονίων, και διότι δεν θέλω να υπανδρευθώ με έδιωξαν της πόλεως». Ταύτα λέγουσα και σύρουσα το ιμάτιόν του το εξέσχισε, και κατήσχυνεν αυτόν ενώπιον πάντων. Ο δε εντραπείς, εφοβέρισεν αυτήν λέγων, ότι, εάν δεν του υπακούση θα την δαβάλη εις τον ανθύπατον να την θανατώση, όπερ και εγένετο. Κατέκριναν λοιπόν αυτήν να την ρίψουν εις τα θηρία ως ιερόσυλον, καθό τολμήσασαν να σχίση του ηγεμόνος το ιμάτιον. Η Αγία εζήτησε χάριν παρά του ανθυπάτου, να την παραδώση εις χείρας τινός γυναικός εντίμου, να την φυλάττη αμόλυντον έως την τρίτην ημέραν, οπότε ήθελε να θηριομαχήση. Ο δε υπήκουσε και παρέδωκεν αυτήν μιάς γυναικός χήρας ευγενεστάτης και πλουσίας, Τρυφαίνης ονόματι, της οποίας απέθανε προ ολίγου μία θυγάτηρ, Φαλκονίλλα ονομαζομένη. Έλαβε λοιπόν την Θέκλαν η Τρύφαινα και τόσον την ηγάπησεν εκείνας τας τρεις ημέρας, βλέπουσα τοιούτον αγγελικόν πρόσωπον και ακούουσα τοιαύτα μελίρρυτα λόγια, ώστε επόνει η ψυχή της να την χωρισθή, και έκλαιεν όταν την ωδήγουν εις τον τόπον της καταδίκης. Καταφρονήσασα δε την αξίαν του γένους της, ηκολούθησε και αυτή με άλλας γυναίκας, και επήγαν εις το θέατρον να ίδωσι το αποβησόμενον. Έκλαιον δε αι νεάνιδες πάσαι, και εσυμπονούσαν αυτήν, και κατελάλουν την αδικοκρισίαν ταύτην. Οι δε υπηρέται έδεσαν την Μάρτυρα και την έρριψαν εις το μέσον των θηρίων, όπου ήτο μία λέαινα αγριωτάτη πάντων, η οποία, ως έφθασε πλησίον της Αγίας, μετέβαλε την αγριότητα εις πραότητα και έλειχε με την γλώσσαν τους πόδας της. Ήτο δε η επιγραφή της καταδίκης αύτη: «Ως ιερόσυλος κατεδικάσθη εις θάνατον». Ταύτα βλέπων ο μεν όχλος εξίσταντο λέγοντες· «αδίκως κατεκρίθη η ανεύθυνος»· η δε Τρύφαινα, ενδυναμωθείσα υπό της θείας Χάριτος, εισήλθεν ανδρείως εις τα θηρία και λαβούσα την Μάρτυρα απήλθον εις την οικίαν της αγαλλιώμεναι. Την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι την θυγατέρα της η Τρύφαινα κατ’ οικονομίαν Θεού και φιλανθρωπίαν ανείκαστον, ήτις λέγει εις αυτήν· «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ εμού θυγατέρα σου, ότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάμη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος εις τον τόπον των Δικαίων». Έξυπνος δε γενομένη η Τρύφαινα, είπε της Αγίας· «Τέκνον μου δεύτερον, κάμε μου παρακαλώ σε την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιον, ότι μου το εζήτησε δια οράματος». Τότε η Αγία ευθύς άρασα τας χείρας και την φωνήν εις ουρανούς, είπε: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις την ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά σου το άγιον». Εχαίρετο όθεν η Τρύφαινα ακούουσα ταύτα, ελυπείτο όμως δια την Θέκλαν και έκλαιε, μαθούσα ότι ήρχετο πάλιν ο Αλέξανδρος δια να την συλλάβη και να την θανατώσουν. Πράγματι δε εις ολίγην ώραν έφθασε λέγων ταύτα: «Κυρία, ο ανθύπατος κάθηται εις το κριτήριον, και όλος ο δήμος συνήχθη να ίδωσι της Θέκλης τον θάνατον. Λοιπόν απόστειλον αυτήν τάχιστα». Η δε υβρίσασα αυτόν, απεδίωξεν άπρακτον. Μετά δε ολίγον διάστημα ήλθον οι υπηρέται του ανθυπάτου, να την αρπάσουν βιαίως. Η δε Τρύφαινα, μη δυναμένη ν’ αντισταθή, έλαβεν αυτήν εκ της χειρός, και απήρχετο κλαίουσα και λέγουσα ταύτα· «Οίμοι τη αθλία! Προ ολίγων ημερών συνώδευσα εις τον τάφον την Φαλκονίλλαν μου, και πάλιν τώρα στερούμαι σε την δευτέραν φιλτάτην μου θυγατέρα». Η δε Αγία, βλέπουσα της Τρυφαίνης την ευσπλαγχνίαν τε και συμπάθειαν, εδάκρυσε λέγουσα· «Κύριέ μου και Βασιλεύ, εις τον οποίον πιστεύω, απόδος τον μισθόν άξιον της Τρυφαίνης, διότι τοσούτον με ηγάπησε και εφύλαξε την παρθενίαν μου». Θόρυβος δε και βοή μεγάλη εγένετο, όταν ήρπασαν οι δήμιοι την Θέκλαν· και γυμνώσαντες αυτήν έρριψαν εις τα θηρία, και απέλυσαν κατ’ αυτής λέοντας και άρκτους φοβεράς. Η δε λέαινα εκείνη η αγριωτάτη εστάθη πλησίον της Αγίας, απαντώσα τα άλλα θηρία, και δεν τα άφηνε να την εγγίσωσι. Τότε μία άρκτος μεγάλη έδραμε να ξεσχίση την Μάρτυρα, η δε λέαινα ηναντιώθη ισχυρώς και την εθανάτωσε. Ταύτα ιδών ο Αλέξανδρος έρριψεν έσω εις τον λάκκον ένα λέοντ μεγαλώτατον και φοβερόν, όστις ήτο συνηθισμένος να τρώγη ανθρώπους, και τότε τον είχεν από σκοπού νηστικόν επί πολλάς ημέρας. Η δε λέαινα πάλιν επανέστη κατά του λέοντος και επολέμησαν ώραν πολλήν τοσούτον ισχυρώς και ανδρείως, ώστε εξέψυχαν και τα δύο την αυτήν ώραν. Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εκέλευσε να βάλουν και άλλα θηρία πολλά· αλλά μάτην εκοπίαζεν ο δύστηνος, ότι όλα εστέκοντο ως αρνία ήμερα έμπροσθεν της Αγίας. Λαβόντες όθεν εκείθεν την Αγίαν την ωδήγησαν εις μίαν βαθυτάτην και φοβεράν λίμνην, εντός της οποίας ήσαν φώκαι πολλαί. Η δε Αγία, ως είδε την λίμνην, έπεσε εις αυτήν λέγουσα ταύτα: «Εις το όνομά σου, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, λαμβάνω σήμερον το άγιον Βάπτισμα». Αι δε γυναίκες έκλαιον νομίζουσαι ότι θα φαγωθή από τας φώκας, και θ’ αφανισθή τοσούτον κάλλος, και την παρεκίνουν να μη εισέλθη· αλλ’ ευθύς κατήλθεν εξ ύψους θεία βοήθεια, εν είδει πυρός και αστραπών, εκ του οποίου ενεκρώθησαν αι φώκαι, νεφέλη δε εσκέπασε την Θέκλαν δια να μη την βλέπουν γυμνήν οι περιεστώτες. Έρριψαν δε εις την λίμνην άλλα θηρία αγριώτατα, αλλά αι γυναίκες έρριψαν έσω νάρδον, κασίαν και άμωμον, δια να αποκοιμηθούν τα θηρία από την ευωδίαν των μύρων και να μη την βλάψωσιν, όπερ και εγένετο. Τότε ο Αλέξανδρος είπε προς τον ανθύπατον· «Έχω δύο ταύρους αγριωτάτους και φοβερωτάτους, και ας την δώσωμεν εις αυτούς να την θανατώσουν». Ο δε απεκρίθη· «Κάμε ό,τι θέλεις εις αυτήν συ, ότι εγώ πλέον δεν βάλλω χείρα επ’ αυτής». Δέσαντες λοιπόν αυτήν την έβαλον εις τους ταύρους, τους οποίους κατέκαιον με πεπυρωμένα σίδηρα και τους εκέντων δια να αγριεύσουν χειρότερα· αλλά και τότε αυτοί μεν έμειναν άπρακτοι, τα δε δεσμά της Αγίας ελύθησαν, το πυρ εσβέσθη και αυτή ίστατο αβλαβής. Η δε Τρύφαινα, βλέπουσα όλα ταύτα τα μαρτύρια και τας θλίψεις, ελιποθύμησε και έπεσεν εις την γην ως νεκρά. Ο δε Αλέξανδρος εφοβήθη, διότι η Τρύφαινα ήτο συγγενής τού Καίσαρος, και λέγει εις τον ανθύπατον· «Κέλευσον να εκβάλωσιν έξω την Θέκλαν, και ας υπάγη όπου θέλει, να μη το μάθη ο βασιλεύς δια την Τρύφαιναν και μας θανατώση». Προσκαλέσας δε ο άρχων την Αγίαν, είπεν εις αυτήν· «Τις είσαι; Δια ποίαν αιτίαν  δεν σε έβλαψαν τα θηρία»; Η δε απεκρίθη· «Δούλη είμαι Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, όστις έχει ζωής και θανάτου την εξουσίαν, και όστις πιστεύει εις αυτόν, δεν του εγγίζει τις βάσανος, ο δε απιστήσας λαμβάνει τον αιώνιον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο άρχων εκέλευσε και την ενέδυσαν. Η δε είπεν εις αυτόν: «Ο Θεός να σε ενδύση σωτηρίαν εν ημέρα κρίσεως». Τότε έγραψε γράμμα ο άρχων προς τους Ικονίους λέγων: «Σας χαρίζω την θεοσεβή Θέκλαν». Εχάρησαν όθεν πάσαι αι γυναίκες, και φωνή μεγάλη εδόξαζον τον Κύριον, λέγουσαι: «Εις Θεός μέγας ο λυτρώσας εκ τόσων κινδύνων την δούλην Του». Η δε Τρύφαινα συνελθούσα ενηγκαλίσατο την Θέκλαν αγαλλομένη και λέγουσα· «Τώρα πιστεύω, ότι ζη και η θυγάτηρ μου Φαλκονίλλα. Ελθέ λοιπόν εις τον οίκον μου, φίλτατον τέκνον, να σου γράψω όλα μου τα υπάρχοντα». Έμειναν δε ομού ημέρας τινάς, διδάσκουσαι τον σωτήριον λόγον, και επέστρεψαν πολλάς εις θεογνωσίαν αληθινήν. Η Θέκλα όμως δεν ηδύνατο να υπομένη την του Αποστόλου στέρησιν, αλλά απέστειλεν εις διαφόρους τόπους ζητούσα τούτον και μαθούσα ότι εδίδασκεν εις τα Μύρα της Λυκίας, ενεδύθη ανδρικήν στολήν και λαβούσα μετ’ αυτής πολλούς νέους απήλθε προς αυτόν μετά πόθου και θερμού πνεύματος. Ο δε Παύλος, ιδών αυτήν εξαίφνης με τόσον πλήθος ανδρών, εθαύμασεν, ακούων μάλιστα όσα έπαθεν εις Αντιόχειαν. Η Θέκλα είπεν εις τον Απόστολον περί της Τρυφαίνης και του πολλού χρυσίου και αργυρίου, τα οποία διεμοίραζεν εις πτωχούς Χριστιανούς. Αφού δε ηυφράνθησαν πνευματικώς ημέρας τινάς, ο Παύλος λέγει εις αυτήν· «Γινώσκω, φιλτάτη μου θύγατερ, ότι ελυπήθης, διότι σε εγκατέλειψα· αλλά ήξευρε, ότι δια το συμφέρον σου το έκαμα, δια να μη θαρρής εις εμέ, αλλά εις τον Κύριον να ελπίζης εξ όλης καρδίας σου και όχι εις φίλους και συγγενείς σου· και ούτως εγένετο και εφάνης ανωτέρα τόσων βασάνων με την δύναμιν και βοήθειάν Του». Η δε απεκρίθη· «Την αυτήν γνώμην είχον και εγώ, μάρτυς μου ο Κύριος, ότι το έκαμες δια το όφελός μου και δεν εφοβούμην καμμίαν βάσανον. Μόνον δια την παρθενίαν μου ελυπούμην, μήπως και πάθω βιαίως τίποτε· αλλά ο Δεσπότης μου Χριστός, ο εκ της Αειπαρθένου γεννηθείς, με εφύλαξε καθαράν και άμωμον». Τότε της είπεν ο Απόστολος: «Θέλημα του Κυρίου είναι να υπάγης ταχέως εις την πατρίδα σου». Η δε, ως μαθήτρια καλή και υπήκοος δεν ηθέλησε να εναντιωθή ποσώς εις το πρόσταγμά του, αλλά κλίνασα την κεφαλήν προσεκύνησε, και ευλογηθείσα παρ’ αυτού ανεχώρησε, και απήλθεν εις Ικόνιον εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και πίπτουσα εις το έδαφος, όπου πρώην εκάθητο διδάσκων ο θείος Απόστολος, κατέβρεχεν αυτό δια θερμών δακρύων εξ ευλαβείας λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, διότι εφώτισάς με εις τούτον τον οίκον και εγνώρισά Σε. Συ μόνος είσαι Θεός αληθής, ότι εκ του πυρός και εκ των θηρίων με έσωσας, και σοι μόνω πρέπει δόξα τε και προσκύνησις εις τους αιώνας· αμήν». Ο Ονησιφόρος και πάντες οι μετ’ αυτού ηυφράνθησαν, ακούσαντες τα κατ’ αυτήν, και εδόξασαν τον Κύριον. Η δε Μάρτυς, ευρούσα νεκρόν τον Θάμυριν, την δε μητέρα της έτι ζώσαν, απήλθε προς αυτήν, και επάσχισε πολύ να την επιστρέψη προς την ευσέβειαν, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν εξελθούσα της πόλεως, επήγεν εις το μνημείον όπου ήτο ο Παύλος κεκρυμμένος μετά του Ονησιφόρου, και προσευχομένη εδέετο του Κυρίου να την οδηγήση όπου είναι ευάρεστον. Έπειτα ανεχώρησεν εις την Σελεύκειαν πλησίον, επάνω εις εν όρος λεγόμενον Καλαμών, εις το οποίον την ωδήγησε μία νεφέλη φωτεινή· όθεν εννοήσασα ότι ήτο θέλημα του Κυρίου να κατοικήση εις εκείνο το όρος, ένθα εύρε και σπήλαιον, εισήλθεν εντός αυτού και διέτριψεν εκεί έτη πολλά, υπομείνασα διαφόρους και χαλεπούς πειρασμούς υπό των δαιμόνων, αλλά νικήσασα αυτούς Χάριτι και βοηθεία του Θεού. Εξήλθε δε η φήμη της Αγίας εις τόπους και πόλεις και ήρχοντο προς αυτήν γυναίκες πολλαί, και διδασκόμεναι τα προς σωτηρίαν άφηναν την δόξαν του κόσμου και ήρχοντο εκεί και ησκήτευον. Όχι δε μόνον τας ψυχάς εθεράπευεν η μακαρία, αλλά και τα σώματα, ει τι πάθος είχον, ιάτρευε δια της παρρησίας της προς Κύριον, και ήτο θαύμα εξαίσιον, ότι μόλις ως επλησίαζεν ο ασθενής εις το σπήλαιον, ευθύς εθεραπεύετο. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί περιεπάτουν και παράλυτοι ηγείροντο και δαιμονιώντες εθεραπεύοντο, και πάντες οι εν Σελευκεία οικούντες ηυχαρίστουν, ευρόντες ιατρόν τοσούτον εύσπλαγχνόν τε και άμισθον και μόνον οι ιατροί εσκανδαλίζοντο, ότι εις την Θέκλαν έτρεχον οι άρρωστοι πάντες, και επομένως εκινδύνευον να πτωχεύσωσι. Φθονήσαντες λοιπόν και πολλά θυμωθέντες, συμβούλιον έλαβον λέγοντες· «Αύτη η παρθένος είναι ιέρεια της μεγάλης Αρτέμιδος και δια την παρθενίαν της βοηθεί η θεά και τελεί τοιαύτα θαύματα· ας την μολύνωμεν σαρκικώς, να χάση ταύτην την χάριν». Ταύτα διασκεψάμενοι οι παμμίαροι, επλήρωσαν νέους τινάς ακολάστους να την βιάσωσιν, οίτινες απήλθον ευθύς εις το σπήλαιον, και έκρουσαν την θύραν· όθεν εξήλθεν η Αγία, γινώσκουσα εκ θείας Χάριτος την αιτίαν, δι’ ην εκείνοι οι αναίσχυντοι ήλθον εκείσε· πλην ηρώτησεν αυτούς τι εζήτουν. Οι δε είπον εις αυτήν ότι να κοιμηθώσι μετ’ αυτής παρεγένοντο. Η δε την αναισχυντίαν αυτών ακούσασα, είπεν· «Εγώ είμαι γραία δούλη ταπεινή του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, και εάν βουληθήτε και πράξητε πονηρόν εις εμέ, ζημίαν πολλήν θα πάθητε». Οι δε απεκρίθησαν· «Αδύνατον είναι να επιστρέψωμεν άπρακτοι». Ταύτα λέγοντες απεπειρώντο να την προσελκύσωσιν, η δε είπεν εις αυτούς εν ταπεινώσει· «Κ΄μετε υπομονήν, τέκνα μου, ολίγον, να ίδητε την δόξαν του Θεού». Ταύτα ειπούσα και εις τους ουρανούς τα όμματα άρασα ηύξατο· «Κύριε Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οίκτίρμων, η ελπίς των απηλπισμένων, η των αβοηθήτων βοήθεια, ο εκ πυρός και θηρών, Θαμύριδός τε και Αλεξάνδρου και βυθού διασώσας με, και ευδοκήσας εν εμοί να δοξασθή το Σον Πανάγιον όνομα, ρύσαι με εκ των χειρών των ανόμων τούτων, και μη αφήσης να υβρίσωσι την παρθενίαν μου, την οποίαν εις σε αφιέρωσα, ότι σε επιποθώ, Νυμφίε μου άμωμε, και σε προσκυνώ συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας· αμήν». Τότε γίνεται φωνή ουρανόθεν προς αυτήν λέγουσα· «Μη φοβού, Θέκλα δούλη μου αληθής, μετά σου γαρ ειμι· ιδού αυτή η πέτρα, η οποία είναι έμπροσθέν σου, ανοίγεταί σοι, ίνα είναι κατοικία σου αιώνιος». Τότε η Μάρτυς, ως είδε την πέτραν διανοιγείσαν, ευθύς εισήλθεν εις το σχίσμα, η δε πέτρα πάλιν εκλείσθη ως πρότερον και δεν εφαίνετο ποσώς ρήγμα. Εκείνοι δε οι βέβηλοι τούτο το θαύμα ορώντες εξεπλήττοντο, και μη δυνάμενοι τι άλλο να κάμωσιν, ήρπασαν το ωμόφορον αυτής, και έσχισαν μέρος τι ολίγον, και τούτο κατά θείαν οικονομίαν, άμα μεν εις πίστιν του γενομένου, άμα δε εις ευλογίαν και παραμυθίαν των μεταγενεστέρων ευσεβών τε και φιλοχρίστων. Ήτο δε η Αγία δέκα οκτώ ετών όταν ήρχισε το μαρτύριον, έκαμε δε την οδοιπορίαν εις τας περιόδους και εις την άσκησιν επί έτη εβδομήκοντα δύο (72), ώστε ήτο ενενήκοντα (90) ετών, όταν απήλθε προς Κύριον. Τοιούτον ήτο το τέλος της Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου Θέκλης, τοιούτος ο Βίος, τα έπαθλα, και το υπέρ του Κυρίου μαρτύριον. Αυτήν ας έχωμεν και ημείς άγρυπνον αεί των ψυχών ημών φύλακα, και πρέσβυν ευπρόσωπον προς Θεόν, και οξείαν εν κινδύνοις αντίληψιν. Ης ταις πρεσβείαις και των αιωνίων τύχοιμεν αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.