Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Τη Η΄ (8η) του αυτού μηνός η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.                                                                                 
Μαριάμ της Θεόπαιδος και Θεοτόκου τα άγια Γενέθλια εορτάζομεν σήμερον. Ταύτης ο πατήρ Ιωακείμ και η μήτηρ Άννα είλκον αμφότεροι το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· όθεν ήσαν και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενέστατοι από όλους. Επειδή δε παρέμενον άτεκνοι και ωνειδίζοντο δια την ατεκνίαν των ταύτην, τούτου ένεκεν δεν έπαυον από του να προσφέρουν εις τον Θεόν διπλά τα δώρα των ως πλούσιοι και φιλόθεοι. Επειδή όθεν και οι δύο ελυπούντο δια το όνειδος της ατεκνίας, ο μεν Ιωακείμ επήγεν εις το όρος, η δε Άννα εισήλθεν εις τον κήπον και οι δύο ομού παρεκάλουν με δάκρυα τον Θεόν δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας· δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων Αγίων Αγιωτάτην· και ούτω απέκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων· και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν ης ηξιώθησαν· επειδή από την ιδικήν των θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού. Πως δε και η θεοπρομήτωρ Άννα κατήγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ λέγομεν με συντομίαν τα εξής: Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαριάμ την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιάκωβον, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν και Άνναν. Και η μεν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν, η δε Σοβή γεννά την Ελισάβετ, η δε Άννα γεννά την Θεοτόκον· ώστε η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος είναι εγγοναί μεν του Ματθάν και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξαδέλφαι μεταξύ των. 

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ ξίφει τελειούται.                                              
Ευψύχιος ο Μάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της πόλεως Καισαρείας· επειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αυτός εβαπτίσθη και εδέχθη την εις Χριστόν πίστιν· και διαμοιράσας εις τους πτωχούς όλα τα υπάρχοντά του, εκήρυττεν εις όλους τους απίστους τον Χριστόν. Δια τούτο συλλαμβάνεται από τον άρχοντα της Καππαδοκίας, κατά τους χρόνους του βασιλέως Ανδριανού, εν έτει ριζ΄ (117), και αφού εξέσθη εις τας πλευράς, ρίπτεται εις την φυλακήν. Άγγελος δε Κυρίου φανείς ιάτρευσεν αυτόν· όθεν πάλιν κρεμάται και ξέεται δυνατά και τελευταίον αποκεφαλισθείς, αντί αίματος εκβάλλει γάλα και ύδωρ και ούτω λαμβάνει παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. 

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Απόστολοι Εύοδος και Ονησιφόρος

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΕΥΟΔΟΥ και ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ.                
Εύοδος  ο Άγιος Απόστολος ήτο εις από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους και έγινεν Επίσκοπος εις την μεγάλην Αντιόχειαν, ύστερον από τον Απόστολον Πέτρον. Αυτός λοιπόν, αφ’ ου έγινε κήρυξ μεγαλόφωνος του Ευαγγελίου και έλαμψεν εις όλας τας αρετάς, απήλθε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Ονησιφόρος, τον οποίον αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Τιμόθεον Δευτέρα Επιστολή λέγων· «Δώη Κύριος έλεος τω Ονησιφόρου οίκω, ότι πολλάκις με ανέψυξε και την άλυσίν μου ουκ επησχύνθη» (Β΄ Τιμοθέου, α: 16)· ούτος, λέγω, έγινεν Επίσκοπος Κολοφώνος, της εν τη Μικρά Ασία ευρισκομένης· φανείς δε επιτήδειος εις τους λόγους και ανδρειότατος και μέχρις αίματος στερεώσας την του Χριστού πίστιν, μετέβη εις ουρανούς και τώρα συναγάλλεται εις τας αιωνίους μονάς, συναποτελών τον χορόν των Αποστόλων και των κηρύκων της πίστεως. 

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Σώζων

Τη  Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΣΩΖΟΝΤΟΣ.                                  
Σώζων ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από την Λυκαονίαν (ήτις είναι μέρος της Καππαδοκίας, ήτοι της Καραμανίας και νεύει προς Νότον κατά την Κιλικίαν), ακμάσας εν έτει σπη΄ (288), ωνομάζετο δε πρότερον Ταράσιος, αλλ’ αφού πιστεύσας εις τον Χριστόν έλαβε το θείον Βάπτισμα, ομού με τον προτερινόν του ασεβή βίον απέρριψε και το πρώτον του όνομα και μετωνομάσθη Σώζων. Έζη δε εις την περιφέρειαν εκείνην μετερχόμενος το έργον ποιμένος προβάτων. Αλλ’ όμως εγένετο συνάμα έκτοτε και ποιμήν ανθρώπων· διότι εις όσους τόπους μετέβαινε με το ποίμνιόν του ίνα βασκήση αυτό, εις όλους τους ανθρώπους, τους οποίους συναντούσεν, ωμίλει τον λόγον της ευσεβείας κηρύττων τα σωτήρια του Ευαγγελίου διδάγματα, και πολλούς από εκείνους κατώρθωνε δια της διδασκαλίας του να οδηγή εις την μάνδραν του Χριστού. Ήτο δε ο λαμπρός αυτός αριστεύς της θείας πίστεως ιλαρός μεν και γλυκύτατος κατά τον χαρακτήρα και πράος, έχων το θέλημά του εστηριγμένον εις τον νόμον του Κυρίου, και επάνω εις αυτόν εμελετούσεν ημέραν και νύκτα και με αυτήν την πολιτείαν και ζωήν του αληθώς ηξιώθη να απολαύση ο τρισμακάριος τον μακαρισμόν του Προφητάνακτος Δαβίδ. Με τοιαύτην όθεν ζωήν διήγε πάντοτε ο μακάριος Σώζων, και ούτως επολιτεύετο εν τω κόσμω· έτυχε δε μίαν φοράν με το ποίμνιόν του εις ένα μέρος όπου υπήρχε πηγή δροσερά, πέριξ δε αυτής βαθεία και άφθονος χλόη, εις την οποίαν άφησε το ποίμνιόν του να βοσκήση. Εκεί δε όπου εκάθητο προσέχων το ποίμνιόν του, ήλθεν εις αυτόν γλυκύτατος ύπνος, και συνάμα μία οπτασία, η οποία τον εθάρρυνε και τον ενίσχυεν έτι μάλλον προς την ευσέβειαν και τον έκαμε θερμότερον και του έδωσε πολύ θάρρος. Είτα δε η οπτασία εκείνη του απεκάλυψε και μίαν χάριν, ήτις έμελλε να έλθη άνωθεν εκ των ουρανών εις εκείνον τον τόπον. Ήκουσε δηλαδή φωνήν, η οποία του έλεγεν, ότι αυτός εδώ ο τόπος και η χώρα θα αποβή εις ωφέλειαν πολλών ανθρώπων, διότι εδώ θα εύρουν την σωτηρίαν των και θα δοξάζουν την Αγίαν Τριάδα. Εγερθείς δε εκ του ύπνου ο καλός εκείνος ποιμήν, ο μακάριος Σώζων, έρχεται εις την Πομπηϊούπολιν, και αφού παρετήρησε καλά και είδεν ότι η ασέβεια και η ειδωλολατρία ευρίσκετο εκεί εις μεγάλην ακμήν και αύξησιν, η δε Χριστιανική πίστις και ευσέβεια προς τον αληθινόν Θεόν ήτο όλως διόλου παρημελημένη και περιφρονημένη, δεν υπέμεινεν αυτό, και δεν εβάσταξεν η ψυχή του, αλλ’ αμέσως μία μεγάλη και οξυτάτη ορμή και προθυμία εισέδυσεν εις την καρδίαν του, και εις πόνος τόσον δριμύς τον εκυρίευσεν όλον, ώστε ελθών πλησίον εις τον ναόν εκείνων των ασεβών, εις τον οποίον ίστατο το χρυσούν άγαλμα, κατέθραυσεν αμέσως την χρυσήν δεξιάν χείρα του, και αφού την επώλησεν εις τους χρυσοχόους αντί μεγάλης αξίας, εμοίρασεν όλα τα χρήματα, τα οποία έλαβεν, εις τους πτωχούς και ενδεείς της πόλεως εκείνης. Εις την πράξιν ταύτην προέβη ο μακάριος Σώζων κρυφίως, χωρίς να τον αντιληφθούν διόλου οι νεωκόροι, οι οποίοι ιδόντες τον ακρωτηριασμόν του αγάλματος, ήρχισαν πάραυτα να συλλαμβάνουν πολλούς ανθρώπους αθώους, οίτινες δεν είχον διαπράξει το έργον αυτό, και τους έσυρον εις το δικαστήριον ως ενόχους της ιεροσυλίας δια να δικασθούν και τιμωρηθούν, τους οποίους εθεώρησαν ως πλέον μιαρωτάτους από τους κακούργους όλους, όσους είχον κεκλεισμένους εις το δεσμωτήριον, επειδή δήθεν είχον διαπράξει μίαν μεγάλην ιεροσυλίαν και είχον βλάψει του θεού των το άγαλμα. Δεν ήθελε δε ουδείς να έλθη εις βοήθειαν των δυστυχών εκείνων αθώων, αλλά και όσοι ήσαν φίλοι των τους απεστρέφοντο, και οι δεσμοφύλακες ακόμη· διότι με αυτόν τον τρόπον φερόμενοι οι ασεβείς εκείνοι άνθρωποι ενόμιζον ότι θα φανούν ευχάριστοι εις τον θεόν των, εάν με σκληρότητα ήθελον φερθή προς τους συλληφθέντας. Αλλ’ όμως ο γενναίος αθλητής Σώζων, επιθυμών να παρουσιασθή και να ομολογήση την ευσέβειαν, απολύση δε ούτω και σώση τους αθώους εκείνους ανθρώπους, οίτινες δεν ήξευρον οι ταλαίπωροι κανέν από τα συμβάντα, εμφανίζεται εις τους νεωκόρους και αναγγέλλει ότι αυτός είναι ο αυτουργός της πράξεως, δια της οποίας αφήρεσε την χρυσήν χείρα τού αγάλματος. Ακούσαντες αυτά οι νεωκόροι τον συνέλαβον αμέσως και τον έφεραν εμπρός εις τον ηγεμόνα της Κιλικίας Μαξιμιανόν, όστις εδείκνυε μεγάλην σπουδήν δια την αύξησιν και επικράτησιν της ασεβείας, εκτελών αυστηρώς το βασιλικόν διάταγμα, το οποίον είχεν εκδοθή εκείνας τας ημέρας. Ούτος είχε διατάξει να προσφέρουν μεγαλοπρεπή και πολυδάπανον θυσίαν εις το χρυσούν αυτό άγαλμα, το οποίον ετιμάτο εις την πόλιν εκείνην, θέλων με τούτο να φανερώση επιδεικτικώς εις το πλήθος την δεισιδαιμονίαν του, την οποίαν είχεν εις τα είδωλα, και να φανή με αυτόν τον τρόπον αρεστός εις τον βασιλέα. Καθίσας όθεν ο ηγεμών επί βήματος υψηλού, διέταξε να του παρουσιάσουν τον Μάρτυρα, προς τον οποίον με πάσαν σοβαρότητα και υπερηφάνειαν και με ένα πολύ υπερφίαλον βλέμμα λέγει· «Πως ονομάζεσαι, ποία είναι η θρησκεία σου και από ποίαν χώραν είσαι»; Ο δε Μάρτυς απήντησεν· «Οι μεν γονείς μου, όταν εγεννήθην, Ταράσιον με ωνόμασαν, αλλά εις το θείον Βάπτισμα με μετωνόμασαν Σώζοντα· πατρίς μου δε είναι η Λυκαονία, διότι εκεί εγεννήθην· εις δε την πίστιν είμαι Χριστιανός και τον Χριστόν μόνον τον αληθινόν Θεόν προσκυνώ και λατρεύω, ο οποίος έκτισε τον ουρανόν και την γην». Ηρώτησε τότε ο Μαξιμιανός· «Ποία αφορμή σε έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν»; Απήντησεν ο Σώζων· «Ποιμαίνω μίαν ποίμνην προβάτων και περιέρχομαι τον τόπον προς βοσκήν αυτών· οποιονδήποτε δε μέρος με χλόην άφθονον και με ύδατα διαυγή, το οποίον να είναι κατάλληλον προς βοσκήν εύρω, εις κάθε καιρόν του χρόνου, εις αυτό οδηγώ και τα πρόβατά μου να βοσκήσουν». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Πως ετόλμησες να διαπράξης μίαν τόσον μεγάλην ασέβειαν και να αφαιρέσης την δεξιάν χείρα του θεού»; Εις ταύτα αποκριθείς ο Σώζων είπεν· «Ότι μεν αυτό το οποίον έπραξα δεν είναι κανέν τολμηρόν έργον ούτε τις θα ήθελε το θεωρήσει ως έγκλημα, μού φαίνεται ότι και ο ιδικός σου θεός το μαρτυρεί· διότι αυτός ούτε καμμίαν οργήν έδειξεν εναντίον μου, όταν του αφήρεσα την χείρα, ούτε ομιλεί καν όλως ούτε αγανακτεί, διότι έπαθέ τινα δεινήν ύβριν και καταισχύνην· αλλ’ ούτε υβρισθείς εποίησε κακόν τι εις εμέ τον υβρίσαντα αυτόν· εάν δε ίσως επί τέλους ήθελε λάβει φωνήν, μου φαίνεται ότι αυτός περισσότερον θα εγκαλέση σάς και φανερά θα σας κατηγορήση, ότι αφήσατε τον Δημιουργόν των όλων και προς την άψυχον ύλην, λίθους και ξύλα και μέταλλα στραφέντες, αυτά νομίζετε θεόν και αυτά λατρεύετε, και εφάνητε τω όντι αχάριστοι και αγνώμονες προς τον ευεργέτην». Λέγει ο ηγεμών· «Εάν αληθινά θέλης, όχι μόνον να λάβης συγχώρησιν δι’ όπερ έπραξας, αλλά προσέτι και αμοιβάς μεγάλας, άφησε αυτάς τας φλυαρίας και σώσον, Σώζον, τον εαυτόν σου, ελθέ να προσκυνήσης τους θεούς». Ο δε Μάρτυς είπε· «Και πως δεν θα είμαι εγώ πολύ περισσότερον αναισθητότερος και από αυτόν τον θεόν σας, αφού θα προτιμήσω να τιμώ αυτόν, ο οποίος ούτε τον εαυτόν του δεν ηδυνήθη να υπερασπίση, όταν κατησχύνθη από εμέ; Ούτε καμμίαν  φωνήν άφησε, ούτε επροσκάλεσε κανένα εις βοήθειάν του, ούτε εάν ήθελε πάθει και το πλέον από όλα αθλιώτερον ήτο ικανός να διαμαρτυρηθή. Πρόσεχε λοιπόν, ω ηγεμών, μήπως με το να τιμάς και να πλάττης και κατασκευάζης εκάστην ημέραν θεούς, και να μεταπλάττης άλλους, πρόσεξε, λέγω, μήπως ούτω πράττων, κάμνεις χειροτεχνίαν την δημιουργίαν των θεών». Τότε ο Μαξιμιανός, αναβράσας από τον θυμόν του, παρέδωκε τον Μάρτυρα εις πικράς τιμωρίας και φοβερά βασανιστήρια. Και κατά πρώτον μεν έξεσαν το σώμα του με σιδηρούς όνυχας· η δεινοτάτη δε αύτη βάσανος έφθανε μέχρι των οστών του Μάρτυρος, όστις επεκαλείτο την βοήθειαν και συμμαχίαν του Θεού, με μεγάλην ιλαρότητα και απάθειαν υπομένων την σκληράν αυτήν τιμωρίαν ωσάν να είχε το σώμα του από σίδηρον και διέμενεν απαθέστερος και από αυτούς ακόμη τους ξέοντας. Τότε ο Μαξιμιανός ήρχισε να μεταχειρίζηται άλλα διαφόρου είδους βασανιστήρια, και διέταξε να φορέσουν εις τον Αθλητήν υποδήματα, τα οποία είχον εντός καρφία σιδηρά και τον αναγκάζουν να βαδίζη. Εκείνος δε ο μακάριος, μη αισθανόμενος διόλου τον πόνον, έτρεχεν ως να επατούσεν επάνω εις ρόδα· και καθώς έβλεπε να τρέχουν από τους κατατρυπηθέντας πόδας του άφθονα αίματα, ενόμιζεν ο αοίδιμος ότι περιβρέχεται από κανέν ευχάριστον και γλυκύτατον ύδωρ, τους δε χλευασμούς του τυράννου και τους εμπαιγμούς των παρεστώτων εθεώρει ως ευφημίας του και εγκώμια, και εφαίνετο ότι είναι στολισμένος ο Αθλητής με το αίμα καλύτερον και ευμορφότερον από ό,τι ήτο εστολισμένος ο ηγεμών με την χλαμύδα του αξιώματός του. Είτα ήρχισε και ο ηγεμών να τον εμπαίζη και του έλεγεν· «Αύριον όταν θα εξέλθη η θεά, να παίξης τον αυλόν, ω Σώζον, και σου ορκίζομαι ότι αυτή η ιδία θα σε απαλλάξη ευθύς από πάσαν τιμωρίαν και ποινήν, και θα σε αθωώση από το έγκλημά σου, το οποίον εναντίον της διέπραξας».  Προς ταύτα ο Μάρτυς απήντησε· «Συ μεν λέγεις αυτά εις εμπαιγμόν και χλεύην ιδικήν μου, με το να σε παρακινή εις αυτό ο κακός δαίμων, τον οποίον φέρεις εις τα σπλάγχνα σου· εγώ δε, γνώριζε, ότι μετά από το μεγάλον καλόν, το οποίον ηξιώθην να απολαύσω, το άγιον Βάπτισμα, έπαιξα με χαράν τον αυλόν μου εις ένα αγρόν όπου εσύναζα τα πρόβατά μου εις βοσκήν, καλέσας αυτά με του αυλού τον ήχον, και τώρα άδω τω Κυρίω άσμα καινόν, κατά τον Προφητάνακτα, με το οποίον ευαγγελίζομαι την σωτηρίαν όλων των ανθρώπων, την οποίαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ωκονόμησε γενόμενος άνθρωπος, σταυρωθείς και αναστάς· η δε ιδική σου θεά θα ίσταται ως ο όνος έναντι του αυλού, κατά την παροιμίαν, με το να είναι όλως διόλου άψυχος και αναίσθητος». Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός έγινεν όλως διόλου θηρίον από τον θυμόν του εναντίον του Μάρτυρος, και διέταξε να τον μαστιγώσουν σκληρότερα από πρωτύτερα τόσον, ώστε, ως είπε, να σαλευθούν αι αρθρώσεις και αι συνδέσεις των οστών του με την βάσανον ταύτην και να διαλυθούν άπασαι αι αρμονίαι του σώματός του, και να εκχυθούν τα εντόσθιά του όλα ως το ύδωρ. Έπειτα διέταξε με μίαν φοβεράν απειλήν να ανάψουν πυράν, εντός της οποίας να ρίψουν ό,τι λείψανον ήθελεν απομείνει από τα μέλη του μετά την σκληροτάτην μαστίγωσιν, δια να κατακαή και να μη απολαύση ούτε την ταφήν την οποίαν απολαμβάνουν κοινώς όλοι οι άνθρωποι. Ταύτα διέταξεν ο Μαξιμιανός και όλα εγένοντο· και με τας φοβεράς πληγάς, τας οποίας έδιδον οι δήμιοι εις τον Μάρτυρα με τας μάστιγας, έπιπτον αι σάρκες του εις τεμάχια και απεγυμνώνετο η εσωτερική του σώματός του διάπλασις, ώστε να φαίνωνται τα εντόσθιά του. Ο δε γενναίος του Χριστού Αθλητής εφαίνετο ωσάν να ευρίσκετο εντός ωραιοτάτου τινός κήπου ή χλοερού τινος λειμώνος κόπτων άνθη εαρινά· επάνω δε εις την χαράν αυτήν και αγαλλίασιν παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας του Θεού. Αμέσως δε ήναψαν οι δήμιοι την πυράν· και καθώς η φλοξ αυτής ανέβαινεν υψηλά, αίφνης μια φοβερά βροντή ηκούσθη, η οποία επροξένησε φρίκην εις τους παρεστώτας και τρόμον, και συγχρόνως μια δυνατή βροχή με χάλαζαν κατέπεσεν, η οποία τους δημίους διεσκόρπισε και εγένοντο άφαντοι. Οι δε φιλομάρτυρες και μάλιστα οι πλέον θερμότεροι και επισημότεροι από τους Χριστιανούς, ευρόντες ευκαιρίαν κατάλληλον, επειδή δεν τους ημπόδιζε κανείς πλέον ούτε τους έβλεπε, μετά πολλής χαράς περισυνέλεξαν τα μαρτυρικά λείψανα. Εις το διάστημα αυτό επήλθε πλέον και η νυξ· αλλά και τούτο ακόμη δεν έφερε κανέν εμπόδιον εις το ευσεβές έργον των· διότι ακριβώς δεν ήτο νυξ και σκότος η νυξ εκείνη, διότι φως λαμπρότατον λάμπον θαυμασίως διηυκόλυνε τους ευσεβείς εκείνους και ευλαβείς Χριστιανούς, ώστε να διακρίνουν τα εναπομείναντα μέλη του Μάρτυρος και ούτω πολύ εύκολα με αυτήν την φωταυγίαν εσύναξαν άπαντα, τα οποία μετά πολλής ευλαβείας και κατανύξεως έθαψαν λαμπρώς τη εβδόμη του Σεπτεμβρίου μηνός. Το δε φως εκείνο, το οποίον τους ωδήγησεν εις την συλλογήν των ιερών μελών, ήλθε και άνω του τάφου και παρέμεινεν έως ου γίνη η ταφή όλων των λειψάνων· μετά δε την ταφήν, η νυξ πάλιν έλαβε την φυσικήν της σκοτίαν. Και ούτω δι’ όλων αυτών των σημείων ανεκηρύχθη ο λαμπρός στεφανίτης και Αθλητής Σώζων, εις δόξαν του Θεού και Πατρός και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του Αγίου Πνεύματος της Παναγίας Τριάδος. Η πρέπει τιμή και κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Οι άγιοι Μάρτυρες Κυριάκος και Σαραπάβων

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΥΡΙΑΚΟΣ ο δημότης και ΣΑΡΑΠΑΒΩΝ ο βουλευτής ξίφει τελειούνται.   
Κυριακός και Σαραπάβων οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως εν έτει σν΄ (250)· διαβληθέντες δε ως Χριστιανοί εις τον άρχοντα Ουαλέριον, παρεστάθησαν έμπροσθέν του· ο δε άρχων καταπλαγείς δια την στερεάν και άφοβον καρδίαν των, προστάσσει να θανατωθούν δια ξίφους· όθεν αφού εθανατώθησαν, έλαβον τα σώματα αυτών Χριστιανοί τινες της Αλεξανδρείας και ενεταφίασαν αυτά, δια να είναι εις την πόλιν αυτών πολύτιμος και ασύλητος θησαυρός. 

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ευδόξιος, Ρωμύλος, Ζήνων και Μακάριος

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΔΟΞΙΟΥ, ΡΩΜΥΛΟΥ, ΖΗΝΩΝΟΣ και ΜΑΚΑΡΙΟΥ.   
                                                                                                                      
Ρωμύλος ο Άγιος Μάρτυς εμαρτύρησε κτά τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως Τραϊανού, του βασιλεύσαντος εν Ρώμη από του έτους 98 έως του έτους 118μ.Χ. ότε μέγας εγένετο διωγμός κατά των Χριστιανών υπό των ειδωλολατρών. Κατά την εποχήν εκείνην απεστέλλοντο πανταχού κατά των Χριστιανών γράμματα βασιλικά προστάσσοντα αυτούς ή να θυσιάζουν εις τους θεούς ή να αποθνήσκουν εις διαφόρους βασάνους. Απέστειλε δε τότε ο Τραϊανός εις το μέρος της Ανατολής ένδεκα χιλιάδας στρατού δια πολεμικήν υπηρεσίαν, ήλπιζε δε αναμφιβόλως ότι ούτοι όχι μόνον τας δια τον πόλεμον εντολάς αλλά προ πάντων τας κατά των Χριστιανών διαταγάς θα εκτελέσωσιν. Αλλ’ οι μακάριοι εκείνοι, Χριστιανοί όντες και τα χριστιανικά έργα προ πάντων επιμελούμενοι, ουδένα των Χριστιανών εδίωξαν ή εκάκωσαν, παριδόντες εις τούτο την βασιλικήν προσταγήν. Μάχην δε συνάψαντες κατά των εχθρών, ήραν νίκην μεγάλην και λαμπράν. Τούτο ακούσας ο βασιλεύς Τραϊανός, αντί να ευεργετήση αυτούς δια την νίκην, αυτός ουδέν περί της νίκης ελάλησεν, αλλ’ επειδή παρέβλεψαν τας βασιλικάς διαταγάς και ουδένα των Χριστιανών εκάκωσαν, δια τούτο εξώρισεν αυτούς πάντας εις Μελιτινήν, πόλιν της Αρμενίας, και εις άλλα πλησίον αυτής μέρη. Αλλ’ εκείνοι, όντες μιμηταί του πραοτάτου Ιησού Χριστού, υπέμειναν την εξορίαν γενναίως μετά ημερότητος και τας ύβρεις μετά παντελούς αοργιστίας. Βλέπων τας παρανομίας ταύτας του βασιλέως ο ανδρείος Ρωμύλος, όστις ήτο τότε εις τας βασιλικάς αυλάς την αξίαν πραιπόσιτος (βαθμός αξιωματικού), και καθ’ ο ανήρ Χριστιανός και τίμιος, λέγει εις τον βασιλέα μετά παρρησίας· «Τα όσα πράττεις, ω βασιλεύ, ούτε εις τον εαυτόν σου ούτε εις το υπήκοόν σου συμφέρουν». Ο δε βασιλεύς, αν και χάριτας δια ταύτα έπρεπε να ομολογήση εις τον θείον Ρωμύλον, ότι δια το συμφέρον αυτού ελάλησε ταύτα, ανόητος όμως υπάρχων και αχάριστος, ύβριζεν αυτόν μάλλον οργιζόμενος, και ως μέγα έγκλημα εχαρακτήρισεν εις αυτόν την ευσέβειαν. Ο Άγιος όμως δια μεν τας ύβρεις ουδέν εφρόντιζεν, αλλ’ έχαιρε δι’ αυτάς· δια δε την της ευσεβείας καταφρόνησιν, ζήλω θείω κινούμενος, ύβριζε τους θεούς θαρσαλέως, ωμολόγει τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και τον εαυτόν του εκήρυττε Χριστιανόν. Εξαγριωθείς όθεν ο Τραϊανός έτι περισσότερον δια την τόσην του Αγίου παρρησίαν, προστάσσει ευθύς ίνα απλώσωσιν αυτόν κατά γης και να τον ραβδίζωσιν ανηλεώς. Ο δε Μάρτυς ευχαρίστως δεχόμενος τας πληγάς, εβόησε· «Γνώρισον νυν, ω βασιλεύ, ότι με ευεργετείς τα μέγιστα· διότι το μεν σώμα μου περιχεόμενον δια του ιδίου μου τούτου αίματος και βαφόμενον ως πορφύρα, τον της ειδωλικής δυσωδίας καπνόν και μολυσμόν αποπλύνεται, η δε ψυχή τον της αφθαρσίας καθαρόν χιτώνα περιβάλλεται». Μη υποφέρων ταύτα ο τύραννος, αλλ’ εις μεγαλύτερον θυμόν εξαφθείς, ταχείαν απόφασιν θανάτου εξέδωκε κατά του Μάρτυρος Ρωμύλου, και σύντομον το μαρτύριον αυτού διέπραξεν, αποφασίσας να αποκεφαλίση τον Μάρτυρα. Και ούτως ο Άγιος ευχαρίστως το δια Χριστόν εδέξατο ξίφος, τελειώσας το του Μαρτυρίου λαμπρόν και σύντομον στάδιον τη έκτη του Σεπτεμβρίου μηνός. Πολλού μετά ταύτα παρελθόντος χρόνου και βασιλεύοντος εν Ρώμη του ασεβεστάτου Διοκλητιανού εν έτει 290 – 303, εξεδόθη πάλιν πρόσταγμα πικρού θανάτου κατά των Χριστιανών· υπήρχε δε τότε εν τη πόλει της Μικράς Αρμενίας Μελιτινή ανήρ τις Χριστιανός ένδοξος και τίμιος, Ευδόξιος ονόματι (ωνομάζετο δε ούτος και Μαριανός) και κόμης κατά την αξίαν. Ούτος, επειδή επίστευεν εις τον Χριστόν,κατεβιβάσθη της αξίας. Προς τούτον όθεν αποστείλας ο τότε εν Μελιτινή ηγεμονεύων στρατιώτας, εζήτει να συλλάβη αυτόν. Ο δε Ευδόξιος τούτο μαθών ενεδύθη πενιχράν στολήν δια να μη γνωρισθή υπό των στρατιωτών και εξελθών της οικίας του παρουσιάζεται εις τους απεσταλμένους. Oι δε τούτον ιδόντες και μη γνωρίσαντες, ηρώτησαν αυτόν, που άρα ευρίσκεται ο κόμης Ευδόξιος. Ο δε λέγει εις αυτούς· «Έλθετε εις την οικίαν μου και αναπαυθήτε ολίγον εκ της οδοιπορίας και εγώ υπόσχομαι να σας υποδείξω τον ζητούμενον». Και ούτως εισαγαγών αυτούς εις τον οίκον του και ετοιμάσας τράπεζαν, φιλοφρόνως όσον ηδύνατο εφιλοξένησεν. Αφού δε έφαγον, εκείνοι μεν την υπόσχεσιν απαιτούντες, παρεκάλουν να φανερώση εις αυτούς τον ζητούμενον· εκείνος δε ευθύς αποκαλύπτει εις αυτούς τον εαυτόν του λέγων· «Εγώ ειμι ο Ευδόξιος, τον οποίον ζητείτε». Ούτος ο λόγος οξύτερον μαχαίρας εκέντησε την καρδίαν αυτών δια την καλήν φιλοξενίαν αυτού, οίτινες και ευγνωμονούντες είπον εις αυτόν· «Δεν γινόμεθα προδόται του φιλοφρόνως ημάς φιλοξενήσαντος, ίνα μη κακήν φιλοξενίαν ανταλλάξωμεν· διο και σε συμβουλεύομεν ίνα αποφύγης και αποκρυβής και ημείς λέγομεν προς τον ηγεμόνα, ότι δεν ηδυνήθημεν να σε εύρωμεν». Και εκείνοι μεν τοιαύτας χάριτας ήθελον να αποδώσωσιν εις τον Ευδόξιον, εκείνος όμως τον υπέρ Χριστού θάνατον ποθών και θείας πλησθείς χάριτος, απεφάσισεν ίνα απέλθη προς τον ηγεμόνα ακολουθών τους στρατιώτας και μαρτυρήση δια τον Χριστόν, και όχι να αποφύγη το υπέρ Χριστού μαρτύριον. Όθεν καλέσας την γυναίκα αυτού, Βασίλισσαν ονομαζομένην, ήτις και Μανδάνη ωνομάζετο (διπλούν και αύτη είχε το όνομα ως και ο ανήρ της) παρήγγειλεν εις αυτήν όσα ήσαν αναγκαία· και πάντα τα του οίκου εις την φροντίδα αυτής καταλείψας, την τελευταίαν ταύτην εντολήν έδωκεν, να μη δακρύση δηλαδή όλως δια τον μαρτυρικόν αυτού θάνατον, μάλλον δε λαμπροφόρως και φαιδρώς να τιμήση την ημέραν της αυτού τελευτής. Παρευθύς όθεν καταφρονεί σύζυγον, τέκνα και συγγενείς δια τον Χριστόν και πορεύεται μετά των στρατιωτών προς τον ηγεμόνα. Ιδών δε τούτον ο ηγεμών, λέγει εις αυτόν· «Χαίροις, ω Κόμη Ευδόξιε». Ο δε αντεχαιρέτησεν ειπών· «Χαίροις και συ, ω ηγεμών».  Πάλιν ο ηγεμών λέγει προς τον Άγιον· «Ζητούμεν από την ενδοξότητά σου όπως και εις τα βασιλικά υπηρετήσης προστάγματα και εις τους θεούς την πρέπουσαν θυσίαν προσφέρης, προ πάντων εις τον πατέρα πάντων των θεών, τον μέγαν Δία, εις τον μαντικόν Απόλλωνα και εις την φιλτάτην παρθένον Άρτεμιν». Λέγει ο Μάρτυς· «Δι’ εμέ θυσία είναι η προς τον αληθή Θεόν πίστις και λατρεία, όστις εκ του μη όντος τα πάντα εποίησεν· εις αυτόν μόνον προσφέρω θυσίαν αινέσεως, τον εν τρισίν υποστάσεσι θεολογούμενον, και ζωής ταμίαν και οικονόμον της αληθούς σωτηρίας γνωριζόμενον· εκείνους δε, τους οποίους θεούς συ ονομάζεις, εγώ ξύλα και λίθους θεωρώ μηδέ ολίγον διαφέροντας της λοιπής αψύχου ύλης». Προς ταύτα ο ηγεμών, κεκυριευμένος υπό της μέθης της ασεβείας και μη έχων τι να απολογηθή δια την εαυτού αμάθειαν, είπε μόνον τούτο· «Εγώ σε παρεκίνησα εις το να εκτελέσης τας προσταγάς του βασιλέως και να ποιήσης εις τους θεούς τα συνήθη χρέη· συ όμως, καθώς βλέπω, και θεούς και βασιλέα παραβλέπεις· και ταύτα πράττων, τους μεν θεούς, τους οποίους ο βασιλεύς τιμά και σέβεται, αναισχύντως εξύβρισας, νομοθετείς δε διδάσκων νεοφανή τινα λατρείαν και εις ταύτην, ως ήκουσα και έμαθον, παρασύρεις τους ανθρώπους». Ταύτα ο ηγεμών προς τον Άγιον διαλεγόμενος επί παρουσία πολλών στρατιωτών εξετράπη και είπε μεγαλοφώνως· «Όσοι από σας τους στρατιώτας δεν ακολουθείτε εις τα βασιλικά προστάγματα, λύσατε τας στρατιωτικάς ζώνας και ούτω γυμνοί του αξιώματος, με το οποίον σάς ετίμησεν ο βασιλεύς, σταθήτε έμπροσθέν μου»! Έλεγε δε ταύτα ο ηγεμών, όπως, εάν τινες έχουν φιλίαν και κλίσιν προς τον Ευδόξιον λόγω της στρατιωτικής επικοινωνίας και βουλόμενοι να επικοινωνήσωσι και εις αυτό έτι το φρόνημα τούτου, εντραπώσι και μεταμεληθώσι δι’ όσα κακώς κατά την διεστραμμένην γνώμην του έπραξαν. Εφρόνει ο ασύνετος, ότι πολλοί ολίγοι τοιούτοι θα υπήρχον. Ταύτα ειπών εφρόνει, ότι τον μεν Ευδόξιον θα καταισχύνη ως εναντία της στρατιάς όλης φρονούντα, ποιήσει δε κατ’ αυτού ότι και αν βούλεται ευρίσκων αυτόν μόνον. Αλλ’ ο εξουθενών τα τοιαύτα της πανουργίας σοφίσματα μόνος σοφός Θεός τι εποίησε; Κατά της κεφαλής αυτού μάλλον την μεθοδείαν ταύτην παρεσκεύασεν. Διότι ο Άγιος Ευδόξιος, ενδεδυμένος ων τότε την της βασιλικής αξίας στολήν, ως ήκουσε τα τοιαύτα, παρευθύς λύσας την ζώνην απέρριψεν αυτήν εις το του ηγεμόνος πρόσωπον. Το κίνημα τούτο του Αγίου ζήλος θείος και παρακίνησις εγένετο εις τον περιεστώτα στρατόν, οίτινες χίλιοι εκατόν τέσσαρες όντες και έχοντες εις μνήμην τας του Ευδοξίου θείας διδασκαλείας, λύσαντες και ούτοι τας ζώνας αυτών απέρριψαν κατά πρόσωπον του ηγεμόνος. Τούτο δε ιδών εκείνος και φοβηθείς δια το πλήθος, ανέφερε την υπόθεσιν εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν· ούτος δε προστάσσει όπως τους μεν πρωταιτίους και αρχηγούς της τοιαύτης τόλμης υποβάλη εις βασάνους βαρυτάτας, τους δε λοιπούς συμμορφώση προς την βουλήν αυτού, ήτοι να πείση αυτούς προς την λατρείαν των ειδώλων. Λαβών τοιαύτην εξουσίαν ο ηγεμών παρά του ασεβεστάτου βασιλέως, και παραστήσας επί του βήματος τον γενναίον Ευδόξιον, ανήγγειλεν εις αυτόν τας μωράς του βασιλέως παραγγελίας και απαιτήσεις· είτα δε τας διαλέξεις καταλιπών, λέγει προς αυτόν· «Θυσίασε εις τους θεούς θεληματικώς, διότι και ακουσίως θέλεις ποιήσει τούτο, όταν ίδης ετοιμαζόμενα τα κατά σου βασανιστήρια, τα οποία είναι δεσμά, φυλακαί, πληγαί, πυρ και άλλα βαρύτατα, τα οποία και δια μόνης της ακοής δίδουσι φόβον και τρόμον». Ταύτα ακούσας ο Μάρτυς όχι μόνον δεν εφοβήθη, αλλά μάλλον ενεθαρρύνθη και ο προς το μαρτύριον πόθος αυτού ηύξησε περισσότερον· δι’ ο και είπε προς τον ηγεμόνα· «Παίζεις βλέπω, ω ηγεμών· διότι εγώ τα τοιαύτα ως των μικρών παιδίων τα μεμορφωμένα φόβητρα λογίζομαι, αποβλέπων εις τας ουρανίους παρά Θεού αμοιβάς· φοβούμαι δε μόνον εκείνο το πυρ το ακοίμητον της κολάσεως, τον βρυγμόν των οδόντων, και τα άλλα πικρότατα κολαστήρια, όσα περιμένουσι τους αρνητάς του Θεού· τα δε ιδικά σου, αδύνατα και μηδαμινά εις εμέ φαίνονται· το πυρ αυτό το πρόσκαιρον όπου με φοβίζεις, φαίνεται εις εμέ ψυχρότερον του ύδατος· το δε ξίφος σου, ευεργεσίαν μεγάλην λογίζομαι· διότι δι’ αυτού θα πεμφθώ εις τας του ουρανού αιωνίους μονάς και τα άρρητα εκείνα αγαθά». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και απελπισθείς πλέον περί της μεταστροφής του Αγίου, ήρχισε τα βασανιστήρια. Όθεν διέταξεν ίνα απλωθή κατά γης και τυφθή σφοδρώς υπό τεσσάρων στρατιωτών δια ωμών βουνεύρων. Τούτου δε γενομένου, και τυπτόμενος ο Άγιος σφοδρώς επί πολλήν ώραν, έχαιρεν αγαλλόμενος, και ως ασώματος εν τω θνητώ σώματι εφαίνετο, και ως τρυφάς τας βασάνους ελογίζετ. Τούτο ιδών ο τύραννος και αισχυνθείς, διέταξε να αφήσωσι τον Μάρτυρα από των βασάνων και να εγκλείσουν αυτόν εις την φυλακήν. Μετά δε τινας ημέρας εκβαλών εκείθεν τον Άγιον, λέγει εις αυτόν· «Άραγε, Ευδόξιε, μετενόησας δια την προτέραν σου κακήν γνώμην και μανίαν ή όχι»; Και ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ως βλέπω, ω ηγεμών, δεν ηννόησας ακόμη εκ της δοκιμής των βασάνων, τα οποία μου έδωσες μέχρι τώρα, ποίον Θεόν εγώ λατρεύω. Θέλεις όμως εννοήσει ίσως τούτο, όταν και άλλα πικρότερα και περισσότερα βάσανα προς εμέ δώσης». Ένεκα των λόγων τούτων του Μάρτυρος εγένετο θερμότερος εις την μανίαν ο ηγεμών· όθεν προσέταξεν ίνα τύψωσι και συντρίψωσι τον αυχένα αυτού με σφαίρας μολυβδίνας και εκριζώσωσι τας αρμονίας των μελών αυτού (βάσανος αύτη πικροτάτη πασών των άλλων)· εφεύρεν όμως ταύτην ο ηγεμών απελπισθείς και ιδών το αμετάθετον του Μάρτυρος. Ο δε Άγιος πάσχων ίστατο ακλόνητος καταισχύνων τον ηγεμόνα, όστις απεφάσισε πλέον κατά του Αγίου τον θάνατον, ίνα απαλλαγή του τοιούτου ανδρός. Παραλαβόντες λοιπόν οι δήμιοι τον Άγιον Ευδόξιον έφερον αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης· εκεί δε σταθείς ο Μάρτυς και χείρας και όμματα προς ουρανόν υψώσας, προσηυχήθη ούτω· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο προσδεξάμενος την θυσίαν του Άβελ, τας ολοκαρπώσεις του Αβραάμ και των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων Προφητών και Δικαίων και των Μαρτύρων τα αίματα, και των Ασκητών τους μακρούς πόνους και την υπερφυά καρτερίαν, αυτός και νυν ιλέω όμματι την εμήν βλέψον θυσίαν και μη υπερίδης με, Κύριε, τον δια σε μέλλοντα χύσαι το βραχύ μου τούτο αίμα εκ θερμοτάτης προαιρέσεως σοι προσφερόμενον· ιδού, ως βλέπεις, την ψυχήν μου δια σε σήμερον αποτίθεμαι». Είτα δε πάλιν προσθέσας και τούτο, είπεν· «Ας απολαύσωσι, φιλάνθρωπε Δέσποτα, της παρά Σου βοηθείας, οι δι’ εμού το Σον Άγιον όνομα επικαλούμενοι. Μνήσθητι του λαού σου· μνήσθητι της κληρονομίας σου, ης εκτήσω, και δος αυτοίς το παρά Σου έλεος, Κύριε». Ταύτα προσευχηθείς προς τον Θεόν ο Άγιος, ιδού βλέπει εκεί παρεστώσαν την σύζυγον αυτού Βασίλισσαν· και ενθυμήσας εις αυτήν την εντολήν την οποίαν της έδωκε πρότερον, και ασφαλέστερον βεβαιωθείς περί της εκτελέσεως αυτής και επιστηρίξας, προσηυχήθη δι’ αυτήν δώσας και την τελευταίαν ταύτην εντολήν ειπών· «Τάφον δι’ εμέ ετοίμασον εις το χωρίον Άμνινα, και εκεί θάψον το σώμα μου». Επίσης βλέπει ο Άγιος μεταξύ του παρισταμένου εκεί πλήθους φίλον τού τινα Ζήνωνα ονόματι, κλαίοντα δια την αυτού τελευτήν και στέρησιν, προς τον οποίον είπε· «Μη κλαίε, ω φίλε Ζήνων, δια τον εμόν χωρισμόν· διότι ελπίζω εις τον Θεόν, τον οποίον εγώ λατρεύω, ότι δεν θέλει χωρίσει ημάς απ’ αλλήλων, τους οποίους έκπαλαι η φιλία και ο αδελφικός έρως ήνωσε· γνωρίζω δε καλώς, ότι ως επί ενός πλοίου, ούτως εκ του βίου τούτου ομού θα αποπλεύσωμεν». Εκ τούτων των λόγων ο Ζήνων θερμανθείς την καρδίαν, Χριστιανόν εαυτόν ενώπιον παντός του λαού εκήρυξε· τούτο δε ακούσαντες οι δήμιοι, συνέλαβον αυτόν ως Χριστιανόν και προστάξει του ηγεμόνος ξίφει την κεφαλήν αυτού απέτεμον· και ούτω ταχέως έλαβε πέρας η πρόρρησις του Αγίου Ευδοξίου ιδόντος τον φίλον αυτού δια μαρτυρικού θανάτου τελειωθέντα. Είτα φωνή τις κατελθούσα άνωθεν εκάλει και αυτόν εις την αιώνιον χαράν· διο και ως ευωχίαν τινά εζήτει τον θάνατον, και παραδώσας εις το ξίφος την μακαρίαν αυτού κεφαλήν, τελειούται ούτω μετά του φίλου αυτού. Η δε φιλτάτη του Αγίου Ευδοξίου σύζυγος Βασίλισσα, ιδούσα τον υπέρ Χριστού σφαγιασθέντα αγαπητόν αυτής άνδρα, προσέδραμεν εις την σφαγήν αυτού ταχέως, και έχουσα μεθ’ εαυτής ποκάριον μαλλίου, ενέπλησεν αυτό αθλητικού αίματος. Είτα λαβούσα και το νεκρόν σώμα, εκήδευσεν αυτό φιλοτίμως ως διετάχθη, μηδέ των άλλων εντολών του Αγίου αμελήσασα. Έπειτα παρασταθείσα και αυτή αυτόκλητος εις τον τύραννον, εχλεύασε καταμυκτηρίσασα τους αναισθήτους θεούς εκείνου, και κηρύξασα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ταύτα ακούσας ο άρχων, λέγει εις αυτήν· «Συ μεν ποιείς ταύτα επιθυμούσα τον θάνατον, ίνα φθάσης τον άνδρα σου· αλλά δια ποίαν αιτίαν θέλεις να καταταγής μετά των ασεβών τούτων Γαλιλαίων; Εγώ όμως ουδαμώς, αν και είσαι αξία θανάτου, θα σου δώσω τον θάνατον· μη λοιπόν επιθυμείς να λάβης τούτον παρ’ εμού». Η δε αγία γυνή λέγει εις αυτόν· «Ο καρδιογνώστης Θεός, γνωρίζων τα της καρδίας μου, αποδέχεται την προαίρεσίν μου και την γνώμην μου προ του έργου· όχι ότι υστερήθην των στεφάνων μη φονευθείσα παρά σου, αλλά δια την προθυμίαν την οποίαν κατέβαλον θέλω αξιωθή των ίσων μαρτυρικών άθλων μετά του ιδίου μου ανδρός, και ούτω των ίσων δωρεών απολαύσω». Και ταύτα ειπούσα, διώκεται απ’ εκεί. Μετά παρέλευσιν επτά ημερών φαίνεται κατ’ όναρ εις αυτήν ο Άγιος Ευδόξιος λέγων να είπη προς τινα φίλον του, ονόματι Μακάριον, όπως μεταβή εις το πραιτώριον και ομολογήση τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ειπούσης δε ταύτα της γυναικός εις τον Μακάριον, ταχέως και προθύμως εκείνος έδραμεν εις το πραιτώριον. Γνωρίσαντες δε αυτόν οι στρατιώται φίλον όντα του Αγίου Ευδοξίου και Χριστιανόν, συλλαβόντες έφερον εις τον ηγεμόνα, παρά του οποίου ερωτάται ευθύς περί της θρησκείας και του γένους αυτού. Ο δε όντως μακάριος αποκριθείς είπε· «Χριστιανός είμαι και Χριστού δούλος, τους δε θεούς των Ελλήνων καταφρονώ ως δαιμόνια. Ταύτα δε ο θαυμάσιος Ευδόξιος με εδίδαξε, και εις τον μόνον αληθινόν Θεόν εστερέωσεν· όθεν και εις αυτόν τον αληθινόν Θεόν θυσία επιθυμώ να γίνω, δια της οποίας θα δυνηθώ να φθάσω ταχέως τον ποθούμενον κύριόν μου Ευδόξιον». Ο ηγεμών λοιπόν, ως ήκουσε το του Ευδοξίου όνομα και εγνώρισεν ότι εκείνου υπήρξε μαθητής, απηλπίσθη πανταχόθεν και εσκέφθη ότι ματαίως περί του Μακαρίου φροντίζει· διότι ως ο διδάσκαλος, είπεν, ούτω θέλει είναι και ο μαθητής αυτού· όθεν προσέθεσε· «Και ο κακοδαίμων ούτος Μακάριος ξίφει την κεφαλήν αφαιρεθήσεται». Παρευθύς λοιπόν οι δήμιοι το προστασσόμενον εποίησαν· και ούτως ο Μακάριος, ως αληθώς μακάριος εγένετο και εις τον χορόν των προ αυτού Μαρτύρων κατετάγη. Τοιούτον τρόπαιον κατά του κοινού της φύσεως ημών πολεμίου έστησαν οι γενναίοι του Χριστού αθλοφόροι, ο Ρωμύλος, λέγω, Ευδόξιος, Ζήνων και Μακάριος, και έλαβον τον της νίκης στέφανον εν ουρανοίς παρά του στεφοδότου Χριστού του Θεού ημών· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το θαύμα του Αρχιστρατήγου ΜΙΧΑΗΛ εν Κολασσαίς της Φρυγίας

Τη στ΄ (6η) του αυτού μηνός μνήμη του εν Κολασσαίς της Φρυγίας γενομένου θαύματος παρά του                                                                    
Μιχαήλ ο μέγας Αρχιστράτηγος του Θεού και πάλαι μεν, προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό, αλλά και μετά την επί γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου πολύ μεγαλυτέραν ευσπλγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Χριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Χριστού. Όθεν από τότε και περισσοτέρας ευεργεσίας έκαμεν εις ημάς, μία των οποίων είναι και η εν Κολασσαίς της Φρυγίας γενομένη, της οποίας την ανάμνησιν εορτάζομεν σήμερον. Ακούσατε όμως απ’  αρχής την υπόθεσιν προς όφελος μεν ιδικόν σας, προς τιμήν δε και έπαινον του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Και δια τους άλλους Αγίους της Εκκλησίας μας να διηγήται τις, ευλογημένοι Χριστιανοί, και τα έργα των τα θεάριστα να αναφέρη εις ενθύμησιν, όχι μόνον είναι καλόν προς τον Θεόν, αλλά και προς ημάς τους Χριστιανούς είναι πολύ ωφέλιμον, επειδή η ενθύμησις των Αγίων είναι σημείον της αγάπης, την οποίαν έχομεν εις αυτούς, η δε αγάπη αυτή, την οποίαν έχομεν εις τους Αγίους, προς αυτόν τον Χριστόν τον αληθή Θεόν διαβαίνει, τον οποίον αυτοί οι Άγιοι εσπούδασαν να ευχαριστήσουν με τα έργα των, από τον Οποίον και αυτοί πάλιν αντεδοξάσθησαν. Καλόν όθεν είναι, και ωφέλιμον, να διηγήται τις και δια τους άλλους Αγίους· αλλά το να διηγήται περί των Αγίων Αγγέλων, να αναφέρη και τα θαύματά των, είναι πλέον ωφελιμώτερον δι’ έκαστον Χριστιανόν, διότι όσον αυτοί έχουν περισσοτέραν παρρησίαν προς τον Θεόν και εγγύτατα, ως άϋλοι και ασώματοι όπου είναι, τόσον και ημείς περισσοτέραν ωφέλειαν ψυχικήν απολαμβάνομεν από τας διηγήσεις τών θαυμάτων των. Αλλά των μεν άλλων Αρχαγγέλων, του Γαβριήλ δηλαδή και του Ραφαήλ, εις άλλας ημέρας είναι αι διηγήσεις των θαυμάτων των, σήμερον δε βούλομαι να διηγηθώ προς ημάς το θαύμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, το οποίον έκαμεν εις τας Χώνας, και περί του οποίου είναι η πανήγυρίς μας. Αλλά πριν να αρχίσω την υπόθεσιν, σας παρακαλώ, ευλογημένοι Χριστιανοί, ίνα μετά πάσης προθυμίας ακούσητε τους λόγους μου· διότι εγώ μεν βούλομαι να διηγηθώ απ’ αρχής καταλεπτώς πως έγινε το τοιούτον παράδοξον θαύμα παρά του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, δια να μη γίνη ελλιπής ο λόγος μου· υμείς δε ακούσατε προθύμως, ίνα λάβητε και τέλειον τον μισθόν παρά του ρχιστρατήγου Μιχαήλ. Όταν το Πνεύμα το Άγιον κατήλθεν εκ των ουρανών και εφώτισε τους Αποστόλους, τους Μαθητάς του Χριστού και κήρυκας του Ευαγγελίου, τους υπηρέτας της ιδικής μας σωτηρίας, τότε έκαστος εξ αυτών διεμοιράσθη εις τας πόλεις και εις τας χώρας του κόσμου, δια να μεταδώση το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Τότε και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, τον οποίον μαρτυρεί το Άγιον Ευαγγέλιον, ότι τον ηγάπα ο Χριστός περισσότερον των άλλων Μαθητών, επήγε και αυτός εις μίαν πόλιν της Ασίας λεγομένην Έφεσον, η οποία είναι εις τα σύνορα της Ιωνίας και της Λυδίας. Εκεί εύρεν ανθρώπους πολύ πεπλανημένους, μη γινώσκοντας Θεόν αληθινόν, οι οποίοι ως βεβυθισμένοι εις την μαύρην νύκτα της αθεϊας και απιστίας έκαμνον θυσίας και ετίμων ως θεόν την μιαράν Άρτεμιν, η οποία εις τον παλαιόν καιρόν ήτο γυνή ανδρεία και κυνηγετική, οι δε Έλληνες του καιρού εκείνου οι πεπλανημένοι την ωνόμασαν θεάν και την προσεκύνουν και την ελάτρευον με μεγάλας θυσίας. Τοιούτους ανθρώπους πεπλανημένους ευρών εκεί ο Θεολόγος Ιωάννης τους ωδήγησε προς την ευσέβειαν με το φως της θεογνωσίας και τους επέτρεψε να γνωρίζουν μόνον αληθινόν Θεόν τον Χριστόν, καθώς το διηγείται το Ευαγγέλιόν του. Μετά την Έφεσον μετέβη εις άλλην πόλιν της Ασίας, λεγομένην Ιεράπολιν, η οποία είναι εις τα σύνορα της Φρυγίας και της Λυδίας και έχει πολλά θερμά ύδατα, δια να εύρη τον Απόστολον Φίλιππον, διότι αυτός εκεί εδίδασκε τότε. Οι δε άνθρωποι της Ιεραπόλεως πάλαι τόσον ήσαν τυφλοί και πεπλανημένοι, ότι την έχιδναν (τον όφιν τον θανατηφόρον) είχον δια θεόν και την προσεκύνουν. Βλέποντες οι Απόστολοι του Χριστού, Ιωάννης και Φίλιππος, την τοσαύτην πλάνην των ανθρώπων και θέλοντες να δείξουν ότι μάταιον πράγμα ήλπιζαν οι ταλαίπωροι Ιεραπολίται, εδεήθησαν προς τον αληθή Θεόν, τον Χριστόν, και παρευθύς ενεκρώθη το μέγα θηρίον εκείνο. Τούτο ως είδον οι μιαροί εκείνοι και πεπλανημένοι άνθρωποι, αντί να επιστρέψουν και να γνωρίσουν την αλήθειαν, εδαιμονίσθησαν σφόδρα κατά των Αποστόλων, διότι εθανάτωσαν τον θεόν των και ήθελαν να καταργήσουν τας πατροπαραδότους θρησκείας των και ορμήσαντες μετά μανίας μεγάλης και λύσσης, ήπλωσαν, σύραντες τον Άγιον Φίλιππον, και τον εκάρφωσαν εις τον σταυρόν και ούτω πικρώς και ανηλεώς βασανίζοντες αυτόν εθανάτωσαν. Και εκ της παρούσης μεν ζωής τούτον εξήγαγον, εις δε την αιώνιον Βασιλείαν των ουρανών παρέπεμψαν. Αλλά ο διδάσκαλος Χριστός δεν άφησεν άτιμον και άδοξον τον Μαθητήν του, αλλά επειδή τον είδεν ότι έγινε κοινωνός του πάθους του τον έκαμε και κοινωνόν της δόξης των θαυμάτων του· δια τούτο, αφού ο Απόστολος Φίλιππος παρέδωσε το πνεύμα του εις τον Σταυρόν, παρευθύς εσείσθη άρδην όλη η Ιεράπολις από τα θεμέλια, καθώς και η κτίσις πάσα εσαλεύθη, ότε αυτός ο Σωτήρ ημών Χριστός τον εκούσιον περί ημών κατεδέξατο θάνατον εν τω Σταυρώ. Τούτο ως είδον οι άθεοι Ιεραπολίται εφοβήθησαν φόβον μέγαν και μετενόησαν δια την ασέβειάν των και πεσόντες εις τους πόδας του Αποστόλου Ιωάννου εζήτουν συμπάθειαν. Βαπτίσας ουν ο Θεολόγος Ιωάννης αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξας αυτούς την αλήθειαν, επορεύθη εις έτερον τόπον, Χαιρέτοπον λεγόμενον, κείμενον πλησίον της Ιεραπόλεως, ομοίως δε και εκεί διδάξας και θαυματουργήσας έφερε τους Έλληνας εις θεογνωσίαν. Εκεί λέγουσιν ότι προεφήτευσεν ο Άγιος, ότι εις τους υστέρους καιρούς θα αναβλύση εις εκείνον τον τόπον μέγα αγίασμα, τιμώμενον εις το όνομα του ρχιστρατήγου Μιχαήλ, όπερ θα κάμνη παράδοξα θαύματα. Και ο μεν Θεολόγος Ιωάννης ταύτα προφητεύσας επορεύθη εις άλλας χώρας να διδάξη τον λόγον του Ευαγγελίου, μετά δε ολίγας ημέρας ύδωρ ανέβλυσεν εκ της γης εκείνης, το οποίον όστις έπινε μετά πίστεως παρευθύς ηλευθερούτο από πάσαν ασθένειαν. Τοσαύτα λοιπόν θαύματα και ιατρεία εγίνοντο καθ’ εκάστην εκεί, ώστε όχι μόνον οι Χριστιανοί, αλλά και αυτοί οι άπιστοι Έλληνες επήγαιναν και έπιναν απ’ εκείνο το ύδωρ και εύρισκον ιατρείαν. Από τα άλλα πολλά θαύματα, όσα εγίνοντο τον καιρόν εκείνον εις τους αθέους Έλληνας, ακούσατε εν παράδοξον πως έγινεν.                                         Άνθρωπός τις πλούσιος (Έλλην) εις την πόλιν της Λαοδικείας, η οποία και αυτή είναι εις τα σύνορα της Λυδίας, είχε θυγατέρα μονογενή, άλαλον δε και βωβήν από την κοιλίαν της μητρός της· όθεν είχε μεγάλην λύπην περί ταύτης, βλέπων αυτήν άλαλον και έδιδε σχεδόν ειπείν και αυτήν την ψυχήν του, μόνον να την ίδη να ομιλήση. Μίαν ημέραν λοιπόν είδεν οπτασίαν καλήν, ότι άνθρωπός τις του έλεγε καθ΄ ύπνον, να υπάγη εις το Αγίασμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και δεν θα γυρίση απ’ εκεί πικραμένος, αλλά και της θυγατρός του την ιατρείαν θα απολαύση και την σωτηρίαν της ψυχής του θα κερδήση. Τούτο δε το όραμα είδεν όχι διότι ήτο άξιος να βλέπη τοιαύτας οπτασίας, αφού ήτο εσκοτισμένος όλως διόλου εις την ασέβειαν της ειδωλολατρίας, αλλά ο Θεός, ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, θέλων με την θαυματουργίαν, η οποία έγινε μετά ταύτα εις την θυγατέρα του, να επιστρέψη και εκείνον και να στερεωθούν και άλλοι εις την ευσέβειαν, ωκονόμησε και είδε την τοιαύτην οπτασίαν. Ότε εξύπνησεν ο άνθρωπος εκείνος, μετά φόβου και τρόμου παραλαβών την θυγατέρα του, επήγεν εις το Αγίασμα του Αρχαγγέλου και εύρεν εκεί ανθρώπους πολλούς συνηθροισμένους, οι οποίοι έχοντες διαφόρους ασθενείας, μόνον ότι έπινον απ’ εκείνο το ύδωρ ή το έχυναν επάνω εις το σώμα των, παρευθύς ηλευθερώνοντο από ό,τι πάθος αρρωστίας είχον. Βλέπων ταύτα ο πατήρ της παιδός ηρώτησε τους ανθρώπους εκείνους τίνος όνομα αναφέρουσιν, όταν χύνωσιν επ’ αυτών ή πίνωσι το ύδωρ και ευρίσκουσι την ιατρείαν· οι δε είπον εις αυτόν· «Το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος, και του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ του δούλου αυτής αναφέρομεν». Ταύτα ως ήκουσε, μηδέν οκνήσας, αλλά πιστεύσας εξ όλης καρδίας και δεηθείς του Θεού, του εν Τριάδι υμνουμένου, και του Αρχαγγέλου αυτού Μιχαήλ, έλαβεν απ’ εκείνο το Αγίασμα μετά πίστεως και έδωκεν εις την θυγατέρα του και έπιε, παρευθύς δε, ω του θαύματος! όχι μόνον η παις ηλευθερώθη από τον δεσμόν της αφωνίας, αλλά και αυτός και αυτή εσώθησαν από τα δεσμά της απιστίας και ήρχισαν με φωνάς ευχαριστηρίους να δοξάζουν τον Θεόν και να μεγαλύνουν τον αυτού θεράποντα Μιχαήλ. Τι το μετά ταύτα; Εβαπτίσθη ο άρχων εκείνος και η θυγάτηρ αυτού και πάντες οι μετ’ αυτού και εγένοντο Χριστιανοί. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και Ναόν πολυτελή και πολυέξοδον έκτισεν εις το Αγίασμα εκείνο και το εσκέπασε με κτίσμα θολωτόν ωραιότατον, τόσον ώστε έλεγε μετά του Προφήτου Δαβίδ· «Κύριε ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου Σου». Και αυτός μεν ούτω πιστεύσας και τοιαύτας ανταμοιβάς αποδώσας εις τον Αρχάγγελον δια την ευεργεσίαν του, επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού, δοξάζων τον Θεόν όχι μόνον δια την θαυματουργίαν, την οποίαν είδεν εις την θυγατέρα του, αλλά πολύ περισσότερον δια την ιδικήν του επιστροφήν. Μετά δε πάροδον ενενήκοντα ετών, παιδίον τι, Άρχιππος ονόματι, εκ της πόλεως των Ιεραπολιτών ορμώμενον, από γονείς Ορθοδόξους και από ρίζαν αγαθήν αγαθόν βλάστημα, κατά το δέκατον έτος της ηλικίας αυτού, επήγεν εις τον Ναόν του Αρχαγγέλου, ως να ωδηγείτο υπό της άνωθεν προνοίας και έγινε νεωκόρος της Εκκλησίας του Αγίου. Τόσην δε εγκράτειαν είχε και άλλας αρετάς, ώστε και χαρισμάτων θεϊκών ηξιώθη· διότι όχι μόνον του σώματος τας επιθυμίας εκράτει, τας βλαπτούσας την ψυχήν, αλλά ουδέ άρτον έτρωγεν ούτε εις λουτρόν ελούσθη ποτέ ούτε εις ανάπαυσιν της σαρκός εκοιμήθη, και ταύτα έπραττε το παιδίον ότε ακόμη ήτο ανήλικον. Και φαγητόν μεν έβραζε τας αγρίας βοτάνας δίχως άλας και έτρωγε μίαν φοράν την εβδομάδα, ποτόν δε είχε το εκ του αγιάσματος ύδωρ, δια ενδύματα δε είχε δύο σακκία τρίχινα, το μεν εν δια να το φορή, το δε άλλο να σκεπάζεται την νύκτα. Και κατ’ έτος ήλλασσε τα σακκία και εφόρει μεν εκείνο με το οποίον εσκεπάζετο, εσκεπάζετο δε με εκείνο όπερ εφόρει και ούτως ήσαν τα σακκία εκείνα πάντοτε και σκέπασμα και φόρεμα του Αρχίππου. Κάτωθι δε της στρωμνής του είχε πέτρας λαξευτάς εστρωμένας και εις το προσκεφάλαιόν του ήτο άλλο σακκί, γεμάτον ακάνθας και ούτως ελάμβανεν ολίγον ύπνον προς σύστασιν της ανθρωπίνης φύσεως. Αλλ’ η μεν δίαιτα του παιδίου εκείνου, έως ου ανεπτύχθη εις άνδρα και έως ότου εκοιμήθη εν Κυρίω, τοιαύτη ήτο, ας μη απιστή δε κανείς ακούων, ότι είχε τοιαύτην σκληροτάτην και υπερφυά δύναμιν, αλλά ας ενθυμηθή ότι εις οποίαν ψυχήν έμβη ο φόβος του Θεού και η αγάπη των μελλόντων αγαθών, όχι μόνον τόσα παρακινεί τον άνθρωπον να κάμνη, αλλά και περισσοτέρους πειρασμούς του σώματος καταπείθει αυτόν να υπομένη και να τους νομίζη δια τρυφήν και ανάπαυσιν.  Και έχομεν παράδειγμα εις τούτο τους Μάρτυρας και Οσίους, οι οποίοι πάντα πειρασμόν και πάσαν ιδέαν βασάνων και θλίψεις και στενοχωρίας του σώματος υπέμειναν, μόνον δια να κερδήσουν την Βασιλείαν των ουρανών. Αλλά ας έλθωμεν εις τα επίλοιπα της ιστορίας. Ο εκκλησιάρχης εκείνος Άρχιππος, όστις είχε την τοιαύτην διαγωγήν, την οποίαν ηκούσατε, δεν έπαυε από του να έχη καθ’ εκάστην εις τους οφθαλμούς του το σωτήριον, όπερ είναι δεύτερον βάπτισμα, μετά συντετριμμένης δε καρδίας εμελέτα αείποτε εν τη καθαρά αυτού καρδία τον Θεόν τοιαύτα· «Να μη ίδωσιν οι οφθαλμοί μου τα αγαθά του κόσμου τούτου, μηδέ να συγχυσθή ο νους μου από πρόσκαιρον ματαιότητα, μόνον συ, Κύριε πολυέλαιε, πλήρωσον τους οφθαλμούς μου δακρύων πνευματικών, ταπείνωσον την καρδίαν μου και κατεύθυνον τα διαβήματά μου εις τον νόμον σου· διότι τι κέρδος έχω από το πήλινον σώμα τούτο, όπερ σήμερον μεν είναι, αύριον δε φθείρεται, το οποίον ώσπερ χλόη εξανθεί, κατά δε την εσπέραν απομαραίνεται; Εν μόνον είναι αιώνιον αγαθόν, η σωτηρία της ψυχής, όπερ χάρισαί μοι, Κύριε Παντοδύναμε». Ταύτα και τα τοιαύτα καθ’ εκάστην ημέραν μελετών και λέγων ο Άρχιππος είχε και τον Θεόν ευήκοον εις τας δεήσεις του· τα δε πλήθη των απίστων, τα οποία ήσαν πέριξ εις το Αγίασμα, βλέποντες τας καθ’ εκάστην ημέραν γινομένας θαυματουργίας, συγχρόνως δε φθονούντες και την ενάρετον πολιτείαν του Οσίου Αρχίππου και μη θέλοντες να βλέπωσιν αυτόν αθλητικώς αγωνιζόμενον, ελάλησαν πονηρά. Και μίαν ημέραν συναχθέντες ομοθυμαδόν έδραμον μετά μανίας πολλής κατά του Οσίου Αρχίππου, βουλόμενοι και αυτόν να θανατώσουν και το Αγίασμα παντελώς να εξαφανίσωσι. Σύραντες δε αυτόν από των τριχών της κεφαλής και του πώγωνος, οι μεν έτυπτον μετά ράβδων και ξύλων, οι δε προσεπάθουν να κατασκάψουν και να καταχώσουν το Αγίασμα. Αλλά, ω των ανεκδιηγήτων σου, Χριστέ, κριμάτων! Φλοξ εκείθεν εξελθούσα εφόβησε πάντας και προς φυγήν έτρεψεν· όθεν ως είδον το τοιούτον ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά ταύτα ηθέλησαν να κάμουν άλλην μηχανήν χειροτέραν, βουλόμενοι και τον Ναόν να αφανίσωσιν από θεμελίων και τον Όσιον κακώς να θανατώσωσι. Ποία δε ήτο η μηχανή; Πλησίον εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου, εις τον οποίον ήτο και το Αγίασμα, έτρεχε ποταμός από το αριστερόν μέρος, Χρύσος ονομαζόμενος· εκείνον τον ποταμόν ηβουλήθησαν οι άπιστοι Έλληνες να φέρωσι κατεπάνω του Αγιάσματος και της Εκκλησίας, δια να μιχθή το Αγίασμα με το ύδωρ του ποταμού και να μη γνωρίζηται πλέον παντελώς μηδέ οι Χριστιανοί πίνοντες να ιατρεύωνται. Ταύτα μεν εκείνοι εμελέτησαν και έκοψαν τον ποταμόν από την πρώτην αυτού ροήν, δια να έλθη κατά του Αγιάσματος. Αλλά τις λαλήσει τας δυναστείας του Κυρίου, και ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις αυτού; Ο ποταμός, ώσπερ να ήτο έμψυχος, εφοβήθη την χάριν του Αρχαγγέλου και παρευθύς εγύρισε προς τα δεξιά μέρη της Εκκλησίας, άλλο τόσον μακράν, όσον ήτο και πρωτύτερα από το αριστερόν μέρος· και είναι και έως την σήμερον ημέραν ούτω ρέων ο ποταμός εκείνος, εις πίστωσιν του θαύματος. Ως είδον οι ασεβέστατοι, ότι εις το εναντίον έγινε το επιχείρημά των και η αδικία, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, εψεύσατο εαυτή, μετεχειρίσθησαν δευτέραν μηχανήν πλέον μεγαλυτέραν και φοβερωτέραν της προτέρας, την οποίαν και αυτήν άνωθεν και απ’ αρχής θα σας διηγηθώμεν. Δύο ποταμοί μεγάλοι αναβλύζοντες από ανατολών, ο μεν Λυκόκαστρος, ο δε Κούφος ονομαζόμενοι, έτρεχον κατά τον τόπον εκείνον· τρέχοντες δε προ της Εκκλησίας κεχωρισμένοι και περικυκλούντες τον Ναόν από μακρόθεν ως νήσον, μετά ταύτα ενούνται εις πολύ διάστημα και ως εις ποταμός διασχίζοντες την Λυκίαν εκχύνονται εις την θάλασσαν κατέναντι της νήσου Ρόδου. Αυτούς τους δύο ποταμούς ο φθονών εις τα αγαθά διάβολος, ο σπορεύς των ζιζανίων, τους συνεβούλευσε να στρέψουν κατεπάνω της Εκκλησίας και του Αγιάσματος του Αγίου, ώστε μηδέ ίχνος να φαίνηται πλέον ή σημείον, όπου ήτο το Αγίασμα· διότι ήτο και ο τόπος εύκολος, είχε δε και μεγάλην κατωφέρειαν, τόσον ώστε κατερχόμενον το ύδωρ με ορμήν να μη αφήση λίθον επί λίθου εις το μέρος εκείνο. Ήτο δε και πέτρα από μακρόθεν της Εκκλησίας, υψηλή κατά πολλά και μεγάλη, την οποίαν οι ασεβέστατοι επελέκησαν και έσκαψαν εις εν μέρος, δια να έρχεται το ρεύμα του ποταμού με θυμόν· έπειτα έκαμαν τάφρους μεγάλας και χανδάκια και περιέφραξαν τον τόπον εκείνον, ώστε να συναχθή το ύδωρ εις το μέρος της πέτρας και τότε να χαλάσουν την δέσιν, δια να έλθη το ρεύμα μετά μεγάλου θυμού να εξαλείψη και τον Ναόν και το Αγίασμα και τον Άρχιππον. Αλλά οι μεν μιαροί εκείνοι ούτως ηγωνίζοντο νύκτα και ημέραν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, θέλοντες να εκπληρώσουν τον θυμόν των· ο δε του Θεού δούλος Άρχιππος, βλέπων την τοσαύτην μανίαν των ασεβών και ενθυμούμενος εις πόσον κίνδυνον έμελλε να καταντήση το πράγμα, κείμενος επί γυμνού του εδάφους εδέετο του Θεού και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ίνα μείνη η βουλή των ασεβών ματαία και ανενέργητος και ισχύση η δύναμις του Θεού περισσότερον, παρά τας βουλάς των πεπλανημένων ανδρών εκείνων. Και εκείνος μεν εδέετο του Θεού νύκτα και ημέραν. Αφού δε επέρασαν δέκα ημέραι και συνεκεντρώθη ύδωρ περισσόν, διέλυσαν οι άθεοι τον φραγμόν περί το μεσονύκτιον, δια να χυθή ο ποταμός έξαφνα και παρ’ ελπίδα του Αρχίππου, να γίνη δε και του τόπου και του Οσίου εν τω άμα ο όλεθρος· αυτοί δε εστάθησαν εις το αριστερόν του Ναού, περιμένοντες το αποβησόμενον. Ο Άρχιππος, ως ήκουσε την σύγχυσιν των ανθρώπων και την ταραχήν των υδάτων, πλέον προθυμότερον προσηύχετο, λέγων τα του Προφήτου Δαβίδ λόγια· «Επήραν οι ποταμοί, Κύριε, επήραν οι ποταμοί φωνάς αυτών» και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα προσευχομένου του Οσίου, θεία όρασις εφάνη, ώσπερ καταβάσα εκ των ουρανών, και εκάλει εξ ονόματος τον Άρχιππον. Αυτός δε μη δυνάμενος να ατενίζη προς το ορώμενον, έπεσεν επί πρόσωπον εις την γην. Τότε του είπεν ο λαλών· «Ανάστα εις τους πόδας σου και έλα εδώ έξω να ίδης την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού». Ανεθάρρησε τότε ο Άρχιππος εκ της φωνής και εξήλθε και είδε στύλον πυρός, φθάνοντα από της γης έως τον ουρανόν και φωνήν ήκουσεν απ΄ εκείθεν, ήτις του έλεγε να σταθή εις το αριστερόν μέρος και να μη φοβήται. Τότε ο φαινόμενος εσήκωσε την δεξιάν του και έκαμε τον τύπον του Σταυρού εις την πέτραν, την επάνωθεν της Εκκλησίας, λέγων· «Έως αυτού να είναι η κίνησίς σου». Και με το ακόντιον, το οποίον εφαίνετο βαστάζων εις την χείραν του, εκτύπησεν ισχυρώς τον τόπον και εσχίσθη η πέτρα από άνωθεν έως κάτω. Αλλ’ ω της δυνάμεώς σου, Χριστέ Βασιλεύ! «Είδοσαν αυτόν ύδατα», ως λέγει ο θείος Δαβίδ, «και εφοβήθησαν» και ως τείχος εστάθησαν. Πάλιν δε ποιήσαντος του Αρχαγγέλου το σημείον του Σταυρού και ειπόντος· «Χωνευθήτωσαν ενταύθα τα ύδατα», σεισμός μέγας και φοβερός εγένετο και το ύδωρ των ποταμών ευθέως κατεχώσθη εις την φάραγγα εκείνην την βαθυτάτην και είναι και έως την σήμερον ούτω φαινόμενοι οι ποταμοί εκείνοι και χωνευόμενοι εις την πέτραν, προς το άνωθεν μέρος της Εκκλησίας, ως προς το Βήμα· δια τούτο και ο τόπος εκείνος, πρώην ονομαζόμενος Κολασσαί, έκτοτε μετωνομάσθη Χώναι, δια την χώνευσιν των ποταμών εκείνων. Δια τοιαύτης βοηθείας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ελευθερωθείς ο Άρχιππος εκ του πικρού θανάτου, λαμπρά τη φωνή ύμνει και εδόξαζε τον Θεόν και τον αυτού λειτουργόν Αρχιστράτηγον Μιχαήλ μεγαλοφώνως εμεγάλυνε. Ζήσας δε εκεί ενιαυτούς εβδομήκοντα και καλώς και θεαρέστως πολιτευσάμενος και επαυξήσας τον κόπον της αρετής του, προς ον ηγάπα Χριστόν χαίρων ανέδραμεν, ώσπερ καλός γεωργός σπείρας εν δάκρυσι, ν’ απολαύση τους καρπούς των ιδρώτων αυτού ευφραινόμενος. Και άλλα δε θαύματα άπειρα εγίνοντο καθ’ εκάστην ημέραν εις το Αγίασμα εκείνο, τα οποία εάν θελήση να διηγηθή τις λεπτομερώς, θα ομοιάση εκείνον όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Αλλά η μεν διήγησις του θαύματος του γενομένου παρά του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ εις τας Χώνας, περί του οποίου είναι και η πανήγυρίς μας σήμερον, ούτως έγινεν, ευλογημένοι Χριστιανοί. Πρέπον δε είναι εις ημάς, οι οποίοι ακούομεν των Αγίων τας ιστορίας και τα θαύματα, να μη επιθυμώμεν όλως δι’ όλου τα γήϊνα, αλλά να αναβιβάζωμεν τον νουν μας προς μόνα τα ουράνια· γνωρίζω και εγώ βέβαια πως από γης επλάσθη το σώμα μας και αγαπώμεν τα γήϊνα. Αλλά όστις θέλει να φανή δόκιμος κατά την ημέραν εκείνην την φοβεράν της κρίσεως, δεν είναι πρέπον να συλλογίζηται τας αναπαύσεις του σώματος, επειδή είναι φθαρταί και πρόσκαιροι, αλλά της αθανάτου και αφθάρτου ψυχής την ανάπαυσιν πρέπει να αναζητή και να επιδιώκη πάντοτε. Πως δε γίνεται αύτη η ανάπαυσις της ψυχής, ας ακούσωμεν του Αποστόλου Παύλου λέγοντος εν τη προς Κορινθίους Δευτέρα επιστολή· «Εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον αιώνιον εν τοις ουρανοίς». Ποία δε είναι η επίγειος κατοικία του σκήνους μας; Το σώμα το φθαρτόν και πρόσκαιρον, όπερ είναι μεν ως οίκος της ψυχής, όταν δε θελήση ο τεχνίτης Θεός να το χαλάση, ουδείς δύναται να εναντιωθή εις Αυτόν. Ποίος δε είναι ο οίκος ο αχειροποίητος, ο αιώνιος εις τους ουρανούς; Η αιώνιος Βασιλεία, η παλαιά μας Πατρίς, το πολίτευμα των αγαθών Χριστιανών, περί του οποίου και αλλού λέγει: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». Δι’ αυτόν τον οίκον πρέπει όλως δι’ όλου να φροντίζωμεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, και να αγωνιζώμεθα, διότι εάν είχε κανείς δύο οίκους, ένα παλαιόν και σεσαθρωμένον, εκτισμένον από πλίνθους και ακάθαρτον κατά πολλά, και έτερον νέον και εύμορφον από λίθους πολυτίμους κατεσκευασμένον, ειπέτε μοι εις ποίον ηγάπα καλλίτερα να κατοική ο άνθρωπος εκείνος; Φανερόν είναι, ότι εις τον δεύτερον· ούτω και ημείς, επειδή συγκείμεθα από δύο πράγματα, και λεγόμεθα σύνθετοι από σώμα και ψυχήν, και το μεν σώμα είναι πρόσκαιρον οίκημα της ψυχής, η δε ψυχή λέγεται αιώνιος κατοικία του Θεού, δια τούτο πρέπει την αιώνιον κατοικίαν του Θεού να αγωνιζώμεθα πώς να καλλωπίσωμεν και όχι πώς να την χαλάσωμεν. Διότι όστις φθείρει τον ναόν του Θεού, ήτοι την ψυχήν του, φθερεί τούτον ο Θεός, ως ορίζει πάλιν ο αυτός Απόστολος Παύλος, εν τη προς Κορινθίους πρώτη επιστολή λέγων· «Ή ουκ οίδατε, ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστί εξ εαυτών»; Πότε δε μολύνεται το σώμα, ευλογημένοι Χριστιανοί, και γίνεται ανάξιον οίκημα του Αγίου Πνεύματος; Όταν ποιώμεν τα έργα της σαρκός. Ας ακούσωμεν του αυτού Αποστόλου λέγοντος εν τη προς Γαλάτας επιστολή: «Φανερά δε εστι τα έργα της σαρκός, άτινα εστι μοιχεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθρα, έρις, ζήλοι, θυμοί, ερίθειαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνος, φόνος, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις»· αυτά είναι τα έργα της σαρκός, αυτά μολύνουσι το σώμα, αυτά μιαίνουσι την ψυχήν. Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν δια την πρόσκαιρον θεραπείαν του σώματος χάσωμεν την αιώνιον ανάπαυσιν της ψυχής; Τι το κέρδος μας, εάν δια ολιγοχρόνιον ανάπαυσιν του σώματος κολάσωμεν την ψυχήν μας αιωνίως; Τι ωφέλησαν τον πλούσιον εκείνον της ευαγγελικής παραβολής αι πολλαί χαραί και τα συμπόσια τα περισσά; Εις ουδέν. Ολίγας ημέρας εχάρη, αλλά απέθανε και επήγεν εις την φλόγα την ακατάπαυστον της κολάσεως· εδώ εχαίρετο και ηυφραίνετο, αλλά εκεί εθλίβετο· εδώ έτρωγε και έπινεν, αλλά εκεί παρεκάλει τον Αβραάμ να στείλη τον Λάζαρον, τον ποτέ καταπεφρονημένον πτωχόν, δια να βάψη τον δάκτυλόν του εις το ύδωρ του Παραδείσου, να στάξη καν μίαν σταγόνα εις την γλώσσαν του την καιομένην. Βλέπετε, ευλογημένοι Χριστιανοί, τι απολαμβάνουσιν εκείνοι, οίτινες ζητούν την ανάπαυσιν του σώματος; Ενώ οι φροντίζοντες να ταλαιπωρούν το σώμα και να κόπτουν τα κακά των θελήματα, ουχί ούτως απολαμβάνουσιν, αλλά μάλλον ζωήν αιώνιον και χαράν παντοτινήν και Βασιλείαν ουρανών κληρονομούσι· μάρτυρα έχομεν τον θείον Απόστολον Παύλον, λέγοντα εν τη προς Κορινθίους πρώτη επιστολή: «Υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ». Διατί, Παύλε; «Ίνα μη άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι», τουτέστι, δια τούτο ταλαιπωρώ το σώμα μου και ως δούλον το σύρω εις το θέλημα του Θεού, ίνα μη κηρύττων εις άλλους την οδόν της Βασιλείας των ουρανών, αυτός εγώ μένω αδόκιμος δηλαδή αποδοκιμασθώ ως ευρεθείς ανάξιος δι’ αυτήν, αυτό σημαίνει αδόκιμος. Ώστε θέλει να είπη ο θείος Απόστολος, ότι δια τούτο στενοχωρώ το σώμα μου, ίνα μη άλλοι σωθώσι και εγώ μη κριθείς άξιος, ως μη τηρήσας το θέλημα του Θεού, ευρεθώ έξω της Βασιλείας των ουρανών. Μέγα εμπόδιον είναι προς αρετήν, αδελφοί μου ηγαπημένοι, η θεραπεία του σώματος· διο λέγει πάλιν ο αυτός Απόστολος Παύλος εν τη προς Γαλάτας επιστολή· «Η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός»· ήτοι το σώμα και η ψυχή είναι εναντία πράγματα· διότι το μεν σώμα είναι γήϊνον, η δε ψυχή ουρανία· το μεν είναι φθαρτόν, η δε άφθαρτος· επιθυμεί πάντοτε το σώμα τα εναντία της ψυχής. Ποία; Την πολυφαγίαν, την πολυποσίαν, την αμαρτίαν, τα οποία είναι θάνατος νοητός της ψυχής· η δε ψυχή πάλιν αγαπά εγκράτειαν, νηστείαν, αρετάς, άτινα υπερβαρύνουσι την σάρκα. Επειδή επιθυμεί το εν τα εναντία του άλλου, ας αφήσωμεν λοιπόν το φρόνημα της σαρκός, η οποία είναι εχθρά εις τον Θεόν, ως διορίζει ο αυτός Απόστολος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή, και ας αποκτήσωμεν τα συμφέροντα της ψυχής. Ταύτα τα πράγματα ας φροντίσωμεν να κατορθώσωμεν, τα οποία ουδέ μετά τον θάνατόν μας χάνονται. Ας ίδωμεν τους εμπόρους τι κάμνουσι· κινδυνεύουσι νύκτα και ημέραν, θάλασσαν πλέουσι πολλάκις και τρικυμίας φοβεράς υπομένουσι, δεν φοβούνται πως θα πνιγώσι, δεν συλλογίζονται πως θα αιχμαλωτισθώσιν. Άλλοι δε πάλιν εις την στερεάν πεινώσι, κακοπαθούσι, ψύχη και παγετούς υπομένουσι, την καύσιν του ηλίου δέχονται, τους κλέπτας και τους ληστάς αψηφούν και ταύτα πάντα υπομένουσι, μόνον δια να αποκτήσουν κέρδος πρόσκαιρον και φθαρτόν. Ημείς δε, οίτινες ελπίζομεν να κερδήσωμεν Βασιλείαν ουρανών αιώνιον, οίτινες θαρρούμεν να απολαύσωμεν τα αγαθά, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»· δια ταύτα, είπατέ μοι, δεν πρέπει να υπομένωμεν πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν; Ναι, λέγομεν· και τον θάνατον, το βαρύτατον πράγμα, πρέπει να τον νομίζωμεν ως χαράν και αγαλλίασιν, μόνον να μη στερηθώμεν των αιωνίων αγαθών. Διότι και οι Άγιοι οι παλαιοί ούτως επολιτεύθησαν· οι Μάρτυρες, αυτόν τον σκοπόν έχοντες, υπέμειναν τας βασάνους· οι Όσιοι, αυτά συλλογιζόμενοι, ενήστευσαν και εταλαιπώρησαν την σάρκα. Αυτά και ημείς, ευλογημένοι Χριστιανοί, συλλογιζόμενοι νύκτα και ημέραν, ας σπουδάσωμεν να εκκόψωμεν τα θελήματα του σώματος και να αυξήσωμεν της ψυχής τα συμφέροντα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Oi Αγιοι Μέδιμνος, Ουρβανός και Θεόδωρος

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΕΔΙΜΝΟΥ, ΟΥΡΒΑΝΟΥ, ΘΕΟΔΩΡΟΥ και των συν αυτοίς ογδοήκοντα Ιερέων άμα και Λευϊτών (ήτοι Διακόνων), κατά την θάλασσαν εν πλοίω πυρποληθέντων και τελειωθέντων.                                                       
Μέδιμνος και οι συν αυτώ Άγιοι εδιώχθησαν εκ της Εκκλησίας υπό του κακόφρονος και Αρειανού Ουάλεντος του βασιλέως εν έτει τξδ΄ (364) και αφού υπέφεραν πολλά βάσανα και τιμωρίας, τελευταίον ετέθησαν μέσα εις πλοίον άνευ έρματος, το οποίον αφέθη εις το πέλαγος και όταν έφθασαν εις τον κόλπον τον καλούμενον Αστακηνόν, έστειλαν οι Αρειανοί τινάς ομόφρονάς των ομού με λέμβον, οίτινες έθεσαν πυρ εις το πλοίον· όθεν οι Άγιοι πολεμούντες με πυρ και ύδωρ εκάησαν ομού με το πλοίον και εις τον βυθόν της θαλάσσης παρεδόθησαν, ούτω δε εν Κυρίω ετελειώθησαν.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς ΑΒΔΑΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΑΒΔΑΙΟΣ Επίσκοπος, εν τοις βασάνοις τελειούται.                                                                                                                                      
Αβδαίος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Θεοδοσίου μεν του Μικρού, βασιλέως Ρωμαίων, Ισδιγέρδου δε βασιλέως των Περσών εν έτει υιβ΄ (412)· κρατηθείς δε από τον αρχιμάγον, εβιάσθη να προσκυνήση τον ήλιον και το πυρ· όθεν επειδή δεν επείσθη, τύπτεται εις όλον το σώμα με ραβδία εκ ροδής, πλήρη ακανθών και ρόζων τόσον πολύ, ώστε έγινεν οιονεί νεκρός. Όθεν υποστηριζόμενος από τους δημίους εφέρθη εις τον οίκον του και μετ’ ολίγην ώραν παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. 

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Προφήτης Ζαχαρίας πατήρ του Προδρόμου

Τη Ε΄ (5η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Προφήτου ΖΑΧΑΡΙΟΥ πατρός του Προδρόμου.                                                                                                                            
Ζαχαρίας ο θείος Προφήτης, επειδή εκήρυττε παρρησία την Θεοτόκον Μαρίαν, ότι αυτή είναι ομού Μήτηρ και Παρθένος και επειδή προσέταξε την Θεοτόκον, αφού εγέννησε τον Χριστόν, να μη εξέρχηται του τόπου εκείνου, όστις ήτο διωρισμένος εν τω ναώ να στέκωνται αι παρθένοι και προς τούτοις, επειδή ο υιός του Ιωάννης κατά τον καιρόν της βρεφοκτονίας εζητείτο και δεν ευρίσκετο, διότι εκρύπτετο πέραν του Ιορδάνου ποταμού εντός σπηλαίου ομού με την μητέρα του, δια ταύτας τας τρείς αιτίας φονεύεται εις το μέσον του θυσιαστηρίου από τους Ιουδαίους κατά προσταγήν του Ηρώδου.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Τη 4η Σεπτεμβρίου μνήμη των Αγίων τριών χιλιάδων και εξακοσίων είκοσιν οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων τριών χιλιάδων και εξακοσίων είκοσιν οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.                                                                                                                          
Οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες ευρέθησαν κεκρυμμένοι εις βουνά και σπήλαια της Νικομηδείας εν έτει 290, τους οποίους αφού πρότερον εβασάνισεν ο βασιλεύς Μαξιμιανός με διαφόρους βασάνους, τελευταίον τους εθανάτωσε και ούτως έλαβον της αθλήσεως τους αμαράντους στεφάνους. 

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΘΑΘΟΥΗΛ και ΒΕΒΑΙΑΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΑΘΟΥΗΛ και ΒΕΒΑΙΑΣ. 
Θαθουήλ και Βεβαία οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις τον καιρόν Αδριανού βασιλέως εν έτει ριζ΄ (117), από τους οποίους ο Θαθουήλ ήτο ιερεύς της δαιμονικής πλάνης, διδαχθείς δε από ένα Επίσκοπον προσέδραμεν εις την πίστιν του Χριστού· όθεν δια την αιτίαν ταύτην δέρεται με ραβδία από τον τοπάρχην Αύγαρον και τυφλούται τους οφθαλμούς· είτα δεθείς οπίσω τας χείρας, πλήττεται εις την κοιλίαν· κρεμασθείς δε από την μίαν χείρα, ξέεται και καίεται υποκάτω με πυρ· έπειτα τεθείς εις όργανον μηχανικόν, πριονίζεται από την κεφαλήν και φονεύεται με μάχαιραν, ομού με την αδελφήν του Βεβαίαν. 

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΚΕΝΤΥΡΙΩΝΟΣ, ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ΑΜΜΙΑΝΟΥ και ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ, ορμωμένων εκ κώμης Κανδαύλης.

Κεντυρίων και οι συν αυτώ Άγιοι Μάρτυρες δια την εις Χριστόν ομολογίαν βασανίζονται πρώτον με διαφόρους βασάνους υπό Μαξιμιανού βασιλέως, εν έτει σπη΄ (288), έπειτα ρίπτονται μέσα εις λουτρόν ανημμένον και διαφυλαχθέντες αβλαβείς υπό θείου Αγγέλου κόπτονται τους πόδας με πέλεκυν. Είτα ριφθέντες μέσα εις την πυράν, τελειούνται εν Κυρίω. 

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η Αγία ΕΡΜΙΟΝΗ μία των τεσσάρων θυγατέρων Φιλίππου του Αποστόλου

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΕΡΜΙΟΝΗ μία των τεσσάρων θυγατέρων Φιλίππου του Αποστόλου εν ειρήνη τελειούται.                                                                                 
Ερμιόνη η Αγία του Χριστού Παρθενομάρτυς ήτο θυγάτηρ του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, ενός των επτά Διακόνων, του βαπτίσαντος τον ευνούχον της βασιλίσσης Κανδάκης. Ούτος είχε τέσσαρας θυγατέρας, περί ων ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις τας Πράξεις μαρτυρεί, ότι ήσαν παρθένοι προφητεύουσαι (Πρ. κα: 9). Εκ τούτων η Ερμιόνη και η Ευτυχίς μετέβησαν εις την Ασίαν προς αναζήτησιν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Μη ευρούσαι δε τούτον, επειδή είχεν ήδη μεταθέσει αυτόν ο Θεός ως τον Ενώχ και τον Ηλίαν, εύρον αντ’ εκείνου τον μαθητήν του Αποστόλου Παύλου Πετρώνιον, υφ’ ου και εδιδάσκοντο μιμούμεναι τας αρετάς του. Μετήρχετο δε η Ερμιόνη την ιατρικήν τέχνην· διο και πολλοί προσέτρεχον προς αυτήν και ιατρεύοντο με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού. Όταν δε ο βασιλεύς Τραϊανός διέβαινε δια να υπάγη να πολεμήση κατά των Περσών, τότε διεβλήθη προς αυτόν η Αγία Ερμιόνη ως Χριστιανή· όθεν παραστήσας αυτήν έμπροσθέν του ο βασιλεύς, εδοκίμαζε να την απατήση με κολακείας και να την χωρίση από την πίστιν του Χριστού· αλλ’ επειδή δεν ηδυνήθη να την καταπείση, δια τούτο προσέταξε να ραπίζουν αυτήν εις το πρόσωπον ώρας αρκετάς, αλλ’ η Μάρτυς, βλέπουσα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν καθήμενον εν τω κριτηρίω εις σχήμα του Πετρωνίου, συνομιλούντα και ενδυναμώνοντα αυτήν, εκ τούτου ενόμιζε τα ραπίσματα ως ουδέν· όθεν και ο βασιλεύς βλέπων το στερεόν και αμετάβλητον του νοός της και εντραπείς αφήκεν αυτήν. Από τότε όθεν η Αγία Ερμιόνη ήνοιξεν εις την Ασίαν εν ιερόν πανδοχείον και δεχομένη όλους τους ξένους παρηγόρει αυτούς ψυχικώς και σωματικώς· ηδύναντο δε πας τις να ίδη, ότι εκεί εδοξάζετο ο Κύριος καθ’ εκάστην ημέραν από κάθε άνθρωπον, τούτο δε εγένετο έως ότου έζη ο Τραϊανός. Aφού δε εβασίλευσεν Ανδριανός, ο γαμβρός του Τραϊανού, εν έτει ριζ΄ (117), και έμαθε τα περί της Αγίας Ερμιόνης, ευθύς έστειλε και την έφερε και λέγει προς αυτήν· «Λέγε μοι, ω γραϊδιον, πόσων ετών είσαι και από ποίον γένος υπάρχεις»; Η δε Αγία απεκρίθη· «Ο Χριστός μου ηξεύρει πόσων ετών είμαι και από ποίον γένος υπάρχω». Ο δε βασιλεύς είπεν· «Εκβάλετε το παλλίον (το επανωφόριον) αυτής και δέρετέ την άσπλαγχνα», οι δε λέγοντες προς αυτήν· «Εις ό,τι σε ερωτά ο βασιλεύς αποκρίνου με σεμνότητα». Εν όσω δε καιρώ εδέρετο η Αγία, δεν έλειπεν ο ψαλμός από το στόμα της· αφού δε οι δήμιοι απέκαμον δέροντες, προσέταξεν ο βασιλεύς να βάλουν περόνας κάτωθι των ποδών της Μάρτυρος. Επειδή δε η Αγία, λαμβάνουσα την βάσανον ταύτην, ηυχαρίστει περισσότερον τον Θεόν, δια τούτο ήναψεν ο βασιλεύς από τον θυμόν και προστάσσει να καύσουν λέβητα γεμάτον από πίσσαν και θείον και άσφαλτον και μόλυβδον και ούτω να ριφθή εντός αυτού η Αγία. Όθεν αναβλέψασα εις τον ουρανόν και ζητήσασα ενίσχυσιν από τον Θεόν, εσφράγισε τον εαυτόν της με το σημείον του Σταυρού και ούτως εισήλθεν εις τον ανημμένον λέβητα. Και ω του θαύματος! παρευθύς έσβησε το πυρ και εχύθησαν έξω ο μόλυβδος και τα λοιπά είδη και η Μάρτυς έμεινεν αβλαβής. Ο δε βασιλεύς, βλέπων το τοιούτον θαύμα, ωργίσθη περισσότερον και προστάσσει να καύσουν εκ δευτέρου τον λέβητα τόσον πολύ, ώστε να χωνεύσουν εντός αυτού και αυτά τα οστά της Μάρτυρος. Τούτο ποιήσαντες οι δήμιοι, έβλεπον την Αγίαν, ότι εστέκετο εις το μέσον του λέβητος ως να εστέκετο μέσα εις δρόσον, ήτις και είπε προς τον τύραννον· «Βασιλεύ, ζη Κύριος ο Θεός! Αν συ, μακράν του πυρός καθήμενος, δεν αισθάνεσαι την καύσιν του λέβητος τούτου, ουδέ εγώ αισθάνομαι αυτήν». Ο δε βασιλεύς, θαυμάσας εις τούτο, εσηκώθη από τον θρόνον του και επλησίασε και εγγίσας την χείρα του εις τον λέβητα, ευθύς απεσπάσθη το δέρμα και οι όνυχες της χειρός του. Τότε η Αγία εφώναξε μέσα από τον λέβητα· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε βασιλεύς τούτο ακούσας εθυμώθη δυνατά και προστάσσει να καή εν τηγάνιον μέγα έως να σπινθηροβολή και μέσα εις αυτό να βάλουν γυμνήν την Αγίαν· όταν λοιπόν εμβήκεν η Αγία εις το πεπυρακτωμένον τηγάνιον, Άγγελος Κυρίου, ο φυλάττων αυτήν, εσκόρπισε το πυρ από το εν και από το άλλο μέρος του τηγανίου και τους μεν παρευρεθέντας εκεί κατέκαυσε, την δε Αγίαν ετήρησε μέσα εις το τηγάνιον ως εις χλοηφόρον τόπον, υμνούσαν και δοξάζουσαν ευχαρίστως τον Κύριον. Τούτο το παράδοξον θαύμα βλέπων ο Ανδριανός ετρόμαξε και προστάσσει να εκβάλουν την Μάρτυρα από το τηγάνιον, φοβούμενος μήπως κατακή και αυτός από το πυρ. Όταν λοιπόν εξήλθεν η Αγία, λέγει προς τον Ανδριανόν· «Βασιλεύ, ήξευρε, ότι ο Κύριός μου με έκαμε να υπνώσω μέσα εις το τηγάνιον και λοιπόν είδον εις τον ύπνον μου, ότι προσεκύνουν τον μεγάλον θεόν Ηρακλέα». Ο δε βασιλεύς τούτο ακούσας εχάρη και προστάσσει αυτήν να έμβη μέσα εις τον ελληνικόν ναόν· εισελθούσης δε της Αγίας και προσευξαμένης εις τον αληθή και φιλάνθρωπον Θεόν, ευθύς έγινε βροντή από τον ουρανόν και μαζί με την βροντήν έπεσαν όλα τα είδωλα, όσα ευρίσκοντο εις τον ναόν και κατασυντριβέντα έγιναν ώσπερ κονιορτός. Τότε η Αγία εξήλθεν από τον ναόν και λέγει εις τον βασιλέα· «Είσελθε, ω βασιλεύ, εις τον ναόν και βοήθησον τους θεούς σου, διότι αυτοί έπεσαν και δεν ημπορούν να εγερθώσιν». Εισερχόμενος δε ο βασιλεύς και βλέπων την συντριβήν και τον κατακερματισμόν των ειδώλων, προσέταξε να αποκεφαλίσουν την Αγίαν έξω της πόλεως. Έλαβον όθεν αυτήν οι δήμιοι Θεόδουλος και Θεότιμος και εξήλθον της πόλεως· και επειδή ώρμησαν να αποκεφαλίσουν αυτήν προτού να προσευχηθή, εξηράνθησαν αι χείρες αυτών· όθεν προσπεσόντες εις την Αγίαν επίστευσαν ολοψύχως εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και ευθύς εγένοντο υγιείς. Παρακαλέσαντες δε την Αγίαν να προσευχηθή και δι’ αυτούς, ίνα παραδώσωσι τας ψυχάς των εις τον Κύριον έμπροσθέν της, εκοιμήθησαν τον αιώνιον ύπνον και έλαβον μακάριον τέλος· έπειτα και η Αγία εκοιμήθη εις τον ίδιον τόπον. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί λαβόντες τα τίμια αυτών λείψανα ενεταφίασαν αυτά εις την πόλιν της Εφέσου, εν τόπω σεμνώ και τιμίω, εις δόξαν Πατρός, Υιού και γίου Πνεύματος. Αμήν. 

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Tου Αγίου Προφήτου και Θεόπτου ΜΩΫΣΕΩΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Προφήτου και Θεόπτου ΜΩΫΣΕΩΣ.                             
Μωϋσής ο Προφήτης και θεόπτης, ο υπέρτατος των φιλοσόφων και ο σοφώτατος των νομοθετών και των ιστοριογράφων απάντων ο αρχαιότατος, κατήγετο εκ φυλής Λευϊ· ο πατήρ του ωνομάζετο Αμράμ και η μήτηρ του Ιωχαβέδ, εγεννήθη δε εις την Αίγυπτον το αφοα΄ (1571) π. Χ. Εις την Αίγυπτον οι Ισραηλίται είχον εγκατασταθή από της εποχής του Ιωσήφ, όστις είχεν αναγορευθή υπό του Φαραώ αντιβασιλεύς. Ο Ιωσήφ εκάλεσεν εις την Αίγυπτον τον πατέρα του Ιακώβ και τους αδελφούς του. Έκτοτε αυτοί και οι απόγονοί των παρέμενον εις την Αίγυπτον. Μετά τον θάνατον του Ιακώβ οι Ισραηλίται επληθύνθησαν τόσον, ώστε απετέλεσαν έθνος μέγα. Ο αγαθός εκείνος Φαραώ της Αιγύπτου, όστις είχεν ανυψώσει τον Ιωσήφ εις το αξίωμα της αντιβασιλείας, απέθανεν, ανέβησαν δε εις τον θρόνον άλλοι Φαραώ, οι οποίοι ουδέν εγνώριζον περί του Ιωσήφ. Φοβούμενος λοιπόν ένας νέος Φαραώ την αύξησιν των Ισραηλιτών εσκέφθη να καταστρέψη αυτούς δα παντός τρόπου. Όθεν κατέθλιβεν αυτούς και επέβαλλε διαφόρους σκληράς και απανθρώπους εργασίας. Αλλ’ όσω περισσότερον κατεθλίβοντο οι Ισραηλίται, τόσω περισσότερον επληθύνοντο. Τότε ο Φαραώ διέταξε τας μαίας των Εβραίων να αφήνωσι μόνον τα θηλυκά παιδία των Ισραηλιτών, όσα μαιεύουσι, τα δε αρσενικά να φονεύωσιν. Αλλ’ αι μαίαι, φοβούμεναι τον Θεόν, δεν εξετέλεσαν την σκληράν ταύτην διαταγήν. Δια τούτο ο Φαραώ οργισθείς διέταξε να ρίπτωνται εις τον ποταμόν της Αιγύπτου Νείλον όλα τα άρρενα βρέφη των Ισραηλιτών. Τότε λοιπόν η Ιωχαβέδ εγέννησε τον Μωϋσήν, όστις ήτο παιδίον ωραιότατον, η δε μήτηρ του μετά φόβου και αγωνίας έκρυπτεν αυτό τρεις όλους μήνας. Αλλ’ επειδή δεν ηδύνατο να το κρύπτη περισσότερον, το έβαλε μέσα εις εν κιβώτιον σπάρτινον το οποίον επίσσωσε, λαβούσα δε τούτο η αδελφή του παιδίου Μαριάμ, έθεσεν εις την όχθην του ποταμού και περιέμενεν εκεί πλησίον δια να ίδη τι θα απογίνη. Μετ’ ολίγον η θυγάτηρ του Φαραώ Θέρμουθιν κατέβη μετά των δούλων της εις τον ποταμόν δια να λουσθή. Είδε το κιβώτιον, και έστειλε μίαν δούλην της και το έφερεν. Ανοίξασα το κιβώτιον, είδεν εντός αυτού παιδίον, το οποίον έκλαιε. Το ελυπήθη και είπε· «Θα είναι από τα παιδιά των Εβραίων». Τότε η αδελφή του παιδίου Μαριάμ επλησίασε και είπεν εις την θυγατέρα του Φαραώ· «Θέλεις να φέρω Εβραίαν τροφόν να θηλάζη το παιδίον»; Εκείνη δε είπε· «Ναι». Αμέσως έσπευσεν η καλή αδελφή και έφερε την μητέρα της, η οποία μετά χαράς ενεκφράστου έλαβε πάλιν το παιδίον εις τας αγκάλας της και το ανέθρεψεν. Όταν δε εμεγάλωσεν, έφερεν η μήτηρ το παιδίον εις την θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και το ωνόμασε Μωϋσήν (υδατόσωστον), διότι εσώθη εκ του ύδατος. Ο Μωϋσής λοιπόν ανετράφη εις τα ανάκτορα του Φαραώ, όπου και εδιδάχθη όλην την σοφίαν των Αιγυπτίων επί τεσσαράκοντα έτη. Ο Μωϋσής ανδρωθείς έμεινε πιστός εις τους ομοεθνείς του, ησθάνετο δε λύπην βαθείαν βλέπων πόσον σκληρώς επιέζοντο και ετυραννούντο. Μίαν ημέραν είδεν Αιγύπτιον, ο οποίος έδερεν αδίκως Ισραηλίτην. Στρέψας δε τους οφθαλμούς του πέριξ και ιδών ότι κανείς δεν τον έβλεπεν, εφόνευσε τον Αιγύπτιον και έχωσεν αυτόν εις την άμμον. Αλλ’ η πράξις αύτη δεν έμεινε κεκρυμμένη· έγινε δε γνωστή και εις αυτόν τον βασιλέα, ο οποίος εζήτει να θανατώση τον Μωϋσήν. Δια τούτο ο Μωϋσής έφυγε και ήλθεν εις την γην Μαδιάμ. Εκεί δε πλησίον φρέατος, όπου εκάθισε δια να αναπαυθή, υπερήσπισεν ο Μωϋσής επτά παρθένους εναντίον άλλων ποιμένων, οι οποίοι ήθελον δια της βίας να εκδιώξωσιν αυτάς και να ποτίσωσιν αυτοί τα πρόβατά των. Τούτο έγινεν αφορμή να γνωρισθή ο Μωϋσής με τον πατέρα των παρθένων, τον ιερέα Ιοθόρ, ο οποίος αγαπήσας τον Μωϋσήν έδωκεν εις αυτόν την θυγατέρα του Σεπφώραν εις γυναίκα. Κατά το διάστημ τούτο οι Ισραηλίται, στενάζοντες εν τη δουλεία, επεκαλούντο εις βοήθειαν τον Θεόν, και ο Θεός δεν ελησμόνησε τον λαόν αυτού. Ενεθυμήθη την υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκεν εις τον Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και απεφάσισε να τους ελευθερώση. Ο δε Μωϋσής εσχόλαζε και προσηύχετο πάντοτε εις τον Θεόν και δια της μελέτης και προσευχής εκαθάριζε τον νουν και την καρδίαν του· όθεν είδε τον Θεόν εις το όρος Σινά, καθώς ήτο δυνατόν να ίδη άνθρωπος τον Θεόν και γίνεται θεατής του εν τη βάτω θαύματος, ήτις φλεγομένη και μη κατακαιομένη προεικόνιζε την εν τη Παρθένω πραγματικήν και ουσιώδη κατοίκησιν της Θεότητος. Ο Μωϋσής έβοσκε τότε τα πρόβατα του πενθερού του εις την έρημον· αναβάς δε εις το όρος Χωρήβ, πλησίον του Σινά, είδε την βάτον, η οποία εξέπεμπε φλόγας χωρίς όμως να καίηται και να χωνεύηται. Επλησίασε λοιπόν και ήκουσε φωνήν εκ της βάτου λέγουσαν· «Μωϋσή, Μωϋσή· μη πλησιάσης, διότι ο τόπος, εις τον οποίον ίστασαι, είναι άγιος. Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ». Ο Μωϋσής εκάλυψε το πρόσωπον φοβηθείς, ο δε Κύριος είπε πάλιν προς αυτόν· «Είδον τα δεινά του λαού μου εις την Αίγυπτον και θέλω να ελευθερώσω αυτόν και να τον οδηγήσω εις γην αγαθήν, ρέουσαν γάλα και μέλι, εις την γην Χαναάν. Ύπαγε λοιπόν εις τον Φαραώ και ζήτησον την άδειαν να εξαγάγης εκ της Αιγύπτου τους Ισραηλίτας». Ο Μωϋσής εν τη ταπεινοφροσύνη του εφοβήθη ν΄ αναλάβη έργον τόσον μέγα. Αλλ’ ο Κύριος τον ενίσχυσε, βεβαιώσας αυτόν ότι θα είναι μετ’ αυτού. Ο Μωϋσής εδίσταζεν ακόμη, διότι ήτο βραδύγλωσσος και ισχνόφωνος· αλλ’ ο Κύριος τον ενεθάρρυνε και πάλιν, ειπών ότι θα δώση εις αυτόν βοηθόν τον αδελφόν του Ααρών. Ο Μωϋσής υπήκουσε· παραλαβών δε τον Ααρών ήλθεν εις την Αίγυπτον και ανήγγειλεν εις τους Ισραηλίτας τον σκοπόν της ελεύσεώς των. Παρουσιάσθησαν λοιπόν ο Μωϋσής και ο Ααρών προς τον Φαραώ και εν ονόματι του Θεού εζήτησαν να επιτρέψη εις τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν εις την έρημον δια να τελέσωσιν εορτήν εις τον Θεόν. Αλλ’ ο Φαραώ απέπεμψεν αυτούς, ειπών ότι και τον Θεόν δεν γνωρίζει και τους Ισραηλίτας δεν εξαποστέλλει, διέταξε μάλιστα να τους καταπιέζωσι βαρύτερα και σκληρότερα. Ο Μωϋσής παρηγόρει τους ομοεθνείς του και τους υπέσχετο ότι ταχέως θα ελευθερωθώσι. Παρουσιάσθη δε και πάλιν εις τον Φαραώ και έκαμεν ενώπιον αυτού διάφορα έκτακτα σημεία δια να πείση αυτόν ότι από τον Θεόν εστάλη. Αλλ’ η καρδία τού Φαραώ εσκληρύνθη και δεν επείθετο. Τότε ο Θεός έστειλε δέκα μεγάλας τιμωρίας ή πληγάς κατά του Φαραώ και της χώρας του. Και εφ’ όσον μεν διήρκει η τιμωρία, ο Φαραώ ήτο έτοιμος ν’ αφήση τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν· όταν δε παρήρχετο η τιμωρία, η καρδία του εσκληρύνετο έτι περισσότερον. Την τελευταίαν όμως φοβερωτέραν και σκληροτέραν τιμωρίαν εφοβήθη τόσον πολύ, ώστε επείσθη να δώση την άδειαν να αναχωρήσωσι. Και ούτως οι Ισραηλίται τετρακόσια τριάκοντα έτη μετά την υπόσχεσιν του Θεού προς τον Αβραάμ, ανεχώρησαν εξ Αιγύπτου συμποσούμενοι εις εξακοσίας χιλιάδας ανδρών χωρίς των γυναικών και των παιδίων. Ο Θεός ωδήγει τους Ισραηλίτας εις τον δρόμον των, την μεν ημέραν ως στύλος νεφέλης, την δε νύκτα ως στύλος πυρός. Αλλ’ ο Φαραώ μετανοήσας εδίωξεν αυτούς δι’ εξήκοντα εκλεκτών αρμάτων και ίππων και στρατού πολυαρίθμου. Οι Ισραηλίται είχον φθάσει εις την Ερυθράν θάλασσαν, ότε οι Αιγύπτιοι επλησίασαν. Φόβος μέγας και απελπισία κατέλαβε τους Ισραηλίτας, διότι ευρίσκοντο μεταξύ των εχθρών και της θαλάσσης. Αλλά δια της θείας βοηθείας, του Μωϋσέως πατάξαντος δια της ράβδου του την θάλασσαν, τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης εσχίσθησαν εις δύο και οι Ισραηλίται διέβησαν αυτήν αβλαβώς ως δια ξηράς. Οι δε Αιγύπτιοι καταδιώκοντες αυτούς κατεποντίσθησαν, διότι, όταν διέβησαν οι Εβραίοι, εκλείσθη και πάλιν η θάλασσα. Τότε ο Μωϋσής και οι Ισραηλίται εδόξασαν από καρδίας τον Θεόν και έψαλλον την επινίκιον ωδήν του Μωϋσέως· «Άσωμεν τω Κυρίω…» (Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. Βοηθός και σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν· ούτος μου Θεός, και δοξάσω αυτόν. Θεός του πατρός μου, και υψώσω αυτόν… Άρματα Φαραώ και την δύναμιν αυτού έρριψεν εις θάλασσαν… Η δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύϊ, η δεξιά σου χειρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς… Τις όμοιός σοι εν θεοίς, Κύριε, τις όμοιός σοι…» ‘Εξοδ. ιε: 1-11), την οποίαν και μέχρι σήμερον η Εκκλησία ημών ψάλλει. Από της Αιγύπτου εις την γην Χαναάν φέρει μακρά και κατάξηρος έρημος. Επί τρεις ημέρας οι Ισραηλίται ωδοιπόρουν χωρίς να εύρωσι πουθενά ύδωρ. Όταν δε έφθασαν εις Μερράν, εύρον μεν εκεί ύδωρ, αλλ’ ήτο πικρόν και δεν ηδύναντο να πίωσι. Τότε ο λαός αχαριστών εγόγγυζε κατά του Μωϋσέως· ο Θεός όμως έδειξεν εις τον Μωϋσήν ξύλον (προεικόνισμα του Σταυρού), το οποίον έβαλεν εις το πικρόν ύδωρ και μετεβλήθη τούτο εις γλυκύ. Έπειτα ήρχισαν και πάλιν οι Ισραηλίται να γογγύζωσι κατά του Μωϋσέως και του Ααρών, διότι δεν είχον άρτον και κρέας, και έλεγον· «Είθε να απεθνήσκομεν εις την Αίγυπτον, όπου είχομεν τα πάντα εν αφθονία, μάλιστα δε τα κρέατα και τα σκόροδα και τα κρόμμυα· μας εφέρατε εις την έρημον ταύτην  δια να αποθάνωμεν της πείνης». Αλλά και πάλιν ήκουσεν ο Θεός τας δεήσεις του Μωϋσέως και έπεμπεν εις τους Ισραηλίτας όρτυγας και μάννα, το οποίον ήτο λευκόν τι φαγητόν μικρόν και στρογγύλον κι είχε γεύσιν πίττας σεμιγδαλίνου ζυμωμένης μετά μέλιτος. Επειδή δε όταν επροχώρησαν βαθύτερον έλειψε πάλιν το ύδωρ και οι Ισραηλίται εγόγγυζον πάλιν, ο Μωϋσής επεκαλέσθη την βοήθειαν του Θεού, ο δε Θεός τού είπε να κτυπήση με την ράβδον του μίαν πέτραν· αφού δε έκαμε τούτο ο Μωϋσής, εξήλθεν ύδωρ άφθονον. Οι Ισραηλίται είχον και να πολεμήσωσιν εναντίον των μαχίμων και αλλοφύλων Αμαληκιτών, οι οποίοι προσέβαλον αυτούς· αλλ’ ο Μωϋσής έπεμψε κατ’ αυτών τον Ιησούν, τον υιόν του Ναυή, με εκλεκτούς άνδρας, αυτός δε προσηύχετο με εκτεταμένας τας χείρας, εις σχήμα σταυρού, τας οποίας εστήριζον ο Ααρών και ο Ωρ και ούτω κατετρόπωσαν αυτούς. Τον τρίτον μήνα, μετά την αναχώρησιν αυτών από την Αίγυπτον, οι Ισραηλίται εστρατοπέδευσαν αντικρύ του όρους Σινά. Ο Μωϋσής ανέβη εις το όρος· καλέσας δε έπειτα τους Ισραηλίτας ανήγγειλεν εις αυτούς εν ονόματι του Θεού, ότι εάν υπακούωσιν εις την φωνήν του Θεού και φυλάττωσι την Διαθήκην του, θα είναι λαός αυτού περιούσιος και εκλεκτός, ιερόν βασίλειον και έθνος άγιον. Ο λαός εδέχθη· και ο Μωϋσής παρήγγειλεν εις αυτόν να καθαρισθή και να προετοιμασθή. Την τρίτην ημέραν ηκούσθησαν από πρωϊας βρονταί, αστραπαί και νεφέλη σκοτεινή εφαίνοντο επί του όρους Σινά, φωνή σάλπιγγος ήχησε και ο λαός όλος έγινε περιδεής και έντρομος. Τότε ο Μωϋσής ωδήγησε τον λαόν κάτωθι του όρους, αυτός δε ανελθών επ’ αυτού έλαβε παρά του Θεού τας δέκα εντολάς, αι οποίαι ήσαν γεγραμμέναι επί δύο πλακών και περιείχον συντόμως τα καθήκοντα του ανθρώπου προς τον Θεόν και προς τον πλησίον. Επειδή όμως ο Μωϋσής έμεινεν επί του όρους Σινά τεσσαράκοντα ημέρας, ο λαός, νομίσας ότι δεν επιστρέφει πλέον, εζήτησε παρά του Ααρών θεούς, οι οποίοι να τον οδηγώσιν. Ο δε Ααρών αναγκασθείς συνέλεξε τα χρυσά ενώτια του λαού και κατεσκεύασε χρυσούν μόσχον, εις τον οποίον ο λαός εθυσίαζε και πέριξ του οποίου έτρωγε και έπινε και εχόρευεν. Όταν δε ο Μωϋσής κατέβη από το όρος κρατών εις τας χείρας του τας δύο πλάκας του Νόμου, και είδε τον χρυσούν μόσχον, ωργίσθη και έρριψε κατά γης τας πλάκας του Νόμου και τας συνέτριψε, κατέκαυσε δε και τον χρυσούν μόσχον. Έπειτα ετιμώρησε βαρύτατα τους πρωταιτίους και επέπληξεν αυστηρώς τον λαόν, ο οποίος μετενόησε δια την ασέβειάν του και ελάτρευσε πάλιν τον αληθινόν Θεόν. Ο δε Πανάγαθος Θεός εδέχθη την μετάνοιαν του λαού και συνεχώρησεν αυτόν. Τότε ο Μωϋσής ανέβη και πάλιν εις το όρος και έγραψεν επί δύο άλλων πλακών τας δέκα εντολάς καθ’ υπαγόρευσιν του Θεού και τας έδωκεν εις τον λαόν δια να τας φυλάττη. Αφού ο Μωϋσής έδωκε τας δέκα εντολάς, διέταξε τον λαόν και έφερε προς αυτόν παν ό,τι είχε χρυσούν και πολύτιμον, εξ αυτών δε κατεσκεύασε την Κιβωτόν της Διαθήκης εκ ξύλου περιχρυσωμένου έσωθεν και έξωθεν και καλυπτομένου δια χρυσών Χερουβίμ. Κατεσκεύασε δε και πολύτιμον σκηνήν, την λεγομένην Σκηνήν του Μαρτυρίου, η οποία εχρησίμευεν ως κινητός ναός. Διηρείτο δε η σκηνή εις δύο μέρη, και το μεν ενδότατον εκαλείτο Άγια Αγίων ή άδυτον, το δε έμπροσθεν ιερόν. Εντός της σκηνής εφυλάττετο η Κιβωτός της Διαθήκης, η οποία περιείχε τας δύο λιθίνας πλάκας και επί της οποίας εκρέματο χρυσή λυχνία επτάφωτος. Ίστατο επίσης εντός της σκηνής και τράπεζα χρυσή, επί της οποίας ήσαν οι άρτοι της προθέσεως και χρυσούν θυμιατήριον. Ενώπιον δε της Κιβωτού της Διαθήκης εστήθη το θυσιαστήριον, επί του οποίου προσεφέροντο αι θυσίαι, ήσαν δε αύται ή εκ ζώων έναιμοι, δι’ εκχύσεως δηλαδή του αίματος τών επί του θυσιαστηρίου σφαζομένων ζώων, ή αναίμακτοι εκ διαφόρων προϊόντων της γης. Τα της λατρείας ανέθεσεν ο Μωϋσής εις την φυλήν του Λευί. Ο Ααρών και οι απόγονοι αυτού ήσαν ιερείς, εις δε εξ αυτών αρχιερεύς. Οι ιερείς προσέφερον τας θυσίας, οι δε Λευίται διηκόνουν αυτούς. Ο Μωϋσής ώρισε και διαφόρους εορτάς, δια των οποίων ο ισραηλιτικός λαός έμελλε να φυλάττη ζωηράν την λατρείαν του αληθινού Θεού. Πλην του Σαββάτου, ήτοι της εβδόμης ημέρας της εβδομάδος, η οποία εωρτάζετο εις ανάμνησιν της καταπαύσεως του Θεού από των έργων της δημιουργίας, ο Μωϋσής ώρισε και τας εξής εορτάς: Το Πάσχα, ή εορτήν των αζύμων, εις ανάμνησιν της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου και την διάβασιν της Ερυθράς θαλάσσης. Την Πεντηκοστήν, εορταζομένην πεντήκοντα ημέρας μετά το Πάσχα, εις ανάμνησιν της παραδόσεως του Νόμου. Την Σκηνοπηγίαν εορταζομένην οκτώ ημέρας εις ανάμνησιν της εν τη ερήμω διαμονής των Ιουδαίων υπό σκηνάς. Την εορτήν του Εξιλασμού, κατά την οποίαν εισήρχετο ο Αρχιερεύς εις τα Άγια των Αγίων και προσέφερε θυσίαν υπέρ του λαού. Την εορτήν του Ιωβιλαίου εορταζομένην καθ’ έκαστον τεσσαρακοστόν δεύτερον έτος, το οποίον ωνομάζετο έτος αφέσεως. Ώρισεν επίσης ο Μωϋσής να αναγινώσκηται εις τον λαόν ο Νόμος ανά παν έβδομον έτος. Ώρισε τα καθήκοντα των γονέων και των τέκνων, τα καθήκοντα προς τας χήρας και τα ορφανά, προς τους πτωχούς και δυστυχείς· και πολλά άλλα καλά και ωφέλιμα διέταξε. Δι’ όλων τούτων ο Μωϋσής εζήτει προ πάντων να οδηγήση τους Ισραηλίτας εις την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον και να καταστήση αυτούς ικανούς να γίνωσιν άγιοι, καθώς Άγιος είναι ο Θεός. Οι Ισραηλίται διαμείναντες εν έτος εις την έρημον Σινά ανεχώρησαν εκείθεν και έφθασαν εις τα μεθόρια της γης Χαναάν εις την αρχήν του δευτέρου έτους. Τότε ο Μωϋσής εκλέξας δώδεκα άνδρας, ανά ένα εξ εκάστης φυλής, τους έστειλε να κατασκοπεύσωσι την γην Χαναάν. Οι άνδρες ούτοι επέστρεψαν μετά τεσσαράκοντα ημέρας και ως δείγμα της ευφορίας του τόπου έφερον μεταξύ άλλων κλήμα μετά σταφυλών, το οποίον εβάσταζον δύο άνδρες επάνω εις ξύλον. Είπον ότι είναι γη ρέουσα μέλι και γάλα, αλλ’ ότι έχει κατοίκους ρωμαλέους και πόλεις μεγάλας και ισχυράς· ότι δε κατοικούσιν εκεί και γίγαντες, προς τους οποίους αυτοί συγκρινόμενοι φαίνονται ως ακρίδες. Ταύτα ακούσαντες οι Ισραηλίται ήρχισαν να κλαίωσι και να γογγύζωσι πάλιν κατά του Μωϋσέως και να ζητώσι να εκλέξωσιν αρχηγόν δια να επιστρέψωσιν εις την Αίγυπτον. Ο Ιησούς και ο Χάλεβ, οι οποίοι εζήτουν να τους ησυχάσωσιν, εκινδύνευσαν να λιθοβοληθώσι. Ο Θεός εισακούσας τας δεήσεις του Μωϋσέως δεν ηθέλησε να καταστρέψη τον αχάριστον και ασεβή λαόν. Κατεδικάσθησαν όμως όλοι εκτός του Ιησού και του Χάλεβ ν’ αποθάνωσιν εις την έρημον πριν ίδωσι την γην Χαναάν. Ο Ααρών κατεδικάσθη να μη εισέλθη εις την γην Χαναάν, διότι εν τη αγανακτήσει του κατά του αχαρίστου λαού έδειξε ποτε ολιγοπιστίαν και ο Μωϋσής παρώξυνεν ως άνθρωπος τον Θεόν, διότι αποκρινόμενος προς τον λαόν, όστις τον εστενοχώρει, είπε με δισταγμόν· «Ακούσατέ μου, οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ»; (Αριθμ. κ: 10) δια τούτο δεν εισήλθε και αυτός εις την Γην της Επαγγελίας. Τεσσαράκοντα όλα έτη έμειναν οι Ισραηλίται εις την έρημον. Καθ’ όλον δε το μακρόν τούτο διάστημα εγόγγυζον διαρκώς εναντίον του Μωϋσέως και ηνώχλουν αυτόν και ελύπουν. Ο Κορέ, εκ της φυλής Λευϊ, ο Δαθάν και Αβειρών, εκ της φυλής Ρουβήν και 250 εκλεκτοί άνδρες εστασίασάν ποτε εναντίον του Μωϋσέως, αλλ’ ετιμωρήθησαν πάντες παρά του Θεού δια θανάτου. Και όλος δε ο λαός, υπομένων διαφόρους κακουχίας και στερήσεις, εξηγείρετο εναντίον του Μωϋσέως και Ααρών, αλλ’ ετιμωρείτο δια την απιστίαν αυτού και αχαριστίαν. Εν τούτοις έφθασαν οι Ισραηλίται εις τα σύνορα της Παλαιστίνης. Εκεί δε ο Ααρών, αναβάς μετά του Μωϋσέως εις το όρος Ωρ, απέθανε και ο λαός τον επένθησε τριάκοντα ημέρας. Ενώ οι Ισραηλίται εξηκολούθουν την πορείαν των, οι βασιλείς των Αμορραίων και της Βασάν εξεστράτευσαν εναντίον αυτών, αλλ’ οι Ισραηλίται τους ενίκησαν και εκυρίευσαν και τας χώρας των. Και οι Μαδιανίται αντεστάθησαν, αλλά και τούτους ενίκησαν οι Ισραηλίται. Είχον ήδη καταλάβει οι Ισραηλίται την αριστεράν όχθην του Ιορδάνου και τίποτε πλέον δεν ημπόδιζεν αυτούς να εισέλθωσιν εις την Γην της Επαγγελίας. Όταν δε ο Μωϋσής έφθασεν εις την Γην της Μωάβ συνεκάλεσε τον λαόν και απηρίθμησε τας ευεργεσίας του Θεού προς αυτόν και τον προέτρεψε να μένη πιστός εις τον αληθινόν Θεόν και να φυλάττη τας εντολάς αυτού. Αφού δε, κατά διαταγήν του Θεού, διώρισε διάδοχόν του τον Ιησούν τον υιόν του Ναυή και παρουσίασεν αυτόν εις τον λαόν, ηυλόγησε δια τελευταίαν φοράν μίαν εκάστην φυλήν ιδιαιτέρως, αναβάς δε έπειτα εις την κορυφήν Φασγά του όρους Ναβαύ της Μωάβ· είδε μακρόθεν την γην Χαναάν, την οποίαν του έδειξεν Άγγελος Κυρίου και εκεί απέθανε. Και έθαψαν αυτόν οι Ισραηλίται εις την πεδιάδα Μωάβ, και τον έκλαυσαν τριάκοντα ημέρας. Ο Μωϋσής απέθανεν εις ηλικίαν 120 ετών περί το 1451 π. Χ. Ούτε οι οφθαλμοί του είχον αμαυρωθή, ούτε η δύναμίς του είχεν ελαττωθή. Υπέμεινε πολλάς θλίψεις και δοκιμασίας, αλλ’ εις τα δεινά ευρισκόμενος ήλπιζεν εις τον Θεόν, του οποίου την βοήθειαν μετά πίστεως επεκαλείτο και ελάμβανεν. Ο Μωϋσής συνέγραψε και τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία και Πεντάτευχος καλούνται. Τούτου είναι επίσης αι εκ της Παλαιάς Διαθήκης δύο πρώται της Στιχολογίας Ωδαί: «Άσωμεν τω Κυρίω κτλ» περί της οποίας εγράψαμεν ανωτέρω και το «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω κτλ.», εκ των οποίων την μεν πρώτην έψαλε παρά τον αιγιαλόν της Ερυθράς θαλάσσης ευθύς μετά την διάβασιν αυτής, ως ανωτέρω είπομεν, την δε δευτέραν επί την γην Μωάβ, προ της τελευτής αυτού ολίγας ημέρας.