Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Η ΑΓΙΑ ΗΜΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ.

«Έλαμψεν η χάρις σου Κύριε· έλαμψεν ο φωτισμός των ψυχών ημών· ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας· αποθώμεθα τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…». Από την Υμνολ. Του Τριωδίου.


Ουδεμία άλλη περίοδος ευρίσκεται εγγύτερον προς τον χαρακτήρα και την φύσιν της αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, όσον η περίοδος της αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής. Διότι ο κύκλος της περιόδου αυτής, αποτελεί την επί το αυστηρότερον ανακεφαλαίωσιν των σκοπών της Εκκλησίας, οίτινες συμπυκνούμενοι εν τη αγία Τεσσαρακοστή, εκφράζονται δυναμικώς εις την πρακτικήν των πιστών ζωήν. Η φύσις της Εκκλησίας είναι πολεμική, και χωρίς την διαρκή στρατείαν, χωρίς τους πνευματικούς αγώνας, χωρίς τον προς πάσαν μορφήν Κακού πόλεμον, Εκκλησία δεν νοείται. Ο αγωνιστικός χαρακτήρ της, είναι εκείνο εις το οποίον ευρίσκει δικαίωσιν η ύπαρξίς της, εκείνο, δια του οποίου εκφράζει το περιεχόμενόν της, εκείνο, όπερ εξηγεί και δικαιολογεί την ίδρυσίν της. Ο πόλεμος ο αδιάλειπτος της Εκκλησίας προς το ποικίλον Κακόν, ουδέν άλλο σημαίνει ή, ότι γνωρίζει το έκδηλον ή το λανθάνον Κακόν, ότι οφείλει να το πολεμή και ότι, δια τούτο ανεδύθη εκ του παγετού της ανυπαρξίας της πορφυρούσα και ακατανίκητος την αγίαν Πεντηκοστήν. Άρα ο πόλεμός της, η εν Κυρίω άθλησίς της, εκφράζουν την βαθυτέραν ουσίαν της, το περιεχόμενόν της, τους θείους σκοπούς της. Η Εκκλησία εγένετο όχι δια να εξαφανίση το Κακόν, αλλά δια του αγώνος της να το νικά, διότι γνωρίζει, ότι του Κακού η ύπαρξις είναι συνυφασμένη με την ύπαρξιν του κόσμου, είναι εντός του κόσμου. Το Κακόν ευρίσκεται εν τη οικονομία του Θεού. όχι ότι ο Θεός εποίησε το Κακόν, αλλά, φθόνω διαβόλου εισαχθέν εις τον κόσμον, το χρησιμοποιεί ο Θεός ως στοιχείον θεμελιώδες της πανσόφου οικονομίας του. η Εκκλησία, λοιπόν, είναι αγωνιστική και δια της κατά του Κακού νίκης της, όχι του αφανισμού του – «επεί οφείλομεν άρα εκ του κόσμου εξελθείν» -- δικαιώνει την εν Χριστώ τω Θεώ ύπαρξίν της.

***
Η Εκκλησία είναι σύνολον πιστών. Πάντες είμεθα «αλλήλων μέλη» ενός σώματος, ούτινος η κεφαλή είναι ο Χριστός. Έκαστος εξ ημών δεν δύναται να είπη εις τον έτερον, «ουκ έχω σου χρείαν», ως δεν δύναται να το είπη εν μέλος του σώματος ημών εις το άλλο. Οι πιστοί «δέδενται» δια του δεσμού της κοινής πίστεως προς τον Χριστόν και της κοινής προς αυτόν αγάπης, και τούτο είναι όπερ συγκροτεί και συνέχει την Εκκλησίαν, την καθιστά μίαν αδιάσπαστον ενότητα. Εκκλησία δεν είναι μόνον ο Χριστός χωρίς των πιστών, και ούτε οι πιστοί είναι Εκκλησία χωρίς του Χριστού. Είμεθα ηνωμένοι μετ΄ αυτού, ηγορασμένοι δι΄ αυτού, νυμφευμένοι με αυτόν. Ο Χριστός είναι «εν ημίν» και ημείς είμεθα «εν αυτώ». Ο αγών, επομένως, της Εκκλησίας είναι αγών του Χριστού και των πιστών, εφ΄ όσον είμεθα εν σώμα. Είμεθα εν σώμα αδιαίρετον, αδιάσπαστον, ηγιασμένον, νικών. Αλλά τούτο ισχύει, εφ΄ όσον παραμένομεν ηνωμένοι με τον Χριστόν, εφ΄ όσον εναρμονιζόμεθα με το θέλημά του. Άλλως τιτρωσκόμεθα υπό των εχθρών μας και αιχμαλωτιζόμεθα και θανατούμεθα. Χωρίς Χριστού, αδύνατον σωθήναι, απολλύμεθα. Ημείς άνευ Χριστού είμεθα ασθενείς, ανίκανοι να αγωνισθώμεν και να νικήσωμεν. Όταν νικώμεν, η νίκη είναι του Χριστού δι΄ ημών. Ο Χριστός θέλει να νικώμεν· εις τούτο εκλήθημεν. Αλλά δια να μας βοηθήση ο νικοποιός Χριστός, πρέπει να τον επικαλεσθώμεν, να τον ικετεύσωμεν δια να συμμαχήση μεθ΄ ημών. Διότι η ελευθερία μας μας επιτρέπει να μην τον επικαλούμεθα εφ΄ όσον το θέλομεν. Εκ της κακής χρήσεως της ελευθερίας μας αυτής, εντός της ηνωμένης και αγίας Εκκλησίας, σχηματίζομεν ένα μεγάλον αριθμόν πεπτωκότων, υποπιπτόντων, χειμαζομένων, προσκλαιόντων. Είμεθα οι αμαρτωλοί. Υπεύθυνοι εν αμαρτίαις, δούλοι των παθών, παραβάται των εντολών, εσκληρυμένοι εν κακοίς. Είμεθα και Τελώναι και Φαρισαίοι και Άσωτοι και Πόρναι. Δεν περιπατούμεν «εν καινότητι ζωής». Φέροντες εν εαυτοίς εισέτι τον παλαιόν Αδάμ, διατελούμεν υπό το καταθλιπτικόν βάρος της αναδοχής ζοφεράς κληρονομικότητος. Εν τη αμώμω, λοιπόν, και ασπίλω Εκκλησία του Χριστού, υπάρχουν τα αμαρτωλά, τα αδύνατα τέκνα της, άτινα πάντοτε συνιστούν την απαισίαν πλειονότητα. Η Μήτηρ Εκκλησία γνωρίζουσα τούτο, κατατήκεται υπό της λύπης, διο και μετέρχεται παν μέσον, γίνεται τα πάντα τοις πάσιν, ίνα τους πάντας κερδίση, ως έχουσα «τον κρατήρα των ακενώτων δωρεών». Και δια μεν τον τέλειον πιστόν, αποτελεί τον μυστικόν θάλαμον, εν ω πνευματικώς συνάπτεται ο Χριστός με την ψυχήν. Δια δε τον ασθενή τη πίστει, γίνεται στήριγμα, δια τον πενθούντα παράκλησις, δια τον νοσούντα ιατρός, δια τους κλυδωνιζομένους εύδιος λιμήν. Δια τας παρθένους, ο Νυμφίος Χριστός, δια τους νέους η διδάσκαλος της κοσμιότητος. Δια τους γέροντας η βακτηρία, δια τους αθυμούντας, η εν Χριστώ ευθυμία, δια τους λυπουμένους η χαρά, δια τους χειμαζομένους το θείον θάλπος, δια τους δεδουλωμένους τοις πάθεσιν, η «ελευθερία η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν». Εν τη Εκκλησία ο ράθυμος διεγείρεται εις εργασίαν, ο οργίλος πραϋνεται, ο λύκος μεταμορφούται εις αρνίον, η πόρνη σωφρονεί, ο άσωτος επιστρέφει, ο ληστής θεολογεί, ο διώκτης γίνεται Απόστολος. Αλλά «αμαρτωλοί» δεν είναι μόνον οι θανασίμως αμαρτάνοντες. Είναι και πάντες οι πιστοί, «καν μία ώρα η ο βίος αυτών». Και αν ακόμη εις ύψη αρετών φθάσωμεν, πάλιν υπέρ αφέσεως αμαρτιών δέον να προσευχώμεθα. Διότι κρινόμενοι με το μέτρον της αγιότητος, ευρισκόμεθα λειπόμενοι αρετής. Και όταν ανέλθωμεν όλην την κλίμακα της τελειότητος, δεν πρέπει να αγνοούμεν, ότι η τελειότης είναι ατέλεστος, δεν έχει τέλος, και ότι όσον προαγόμεθα εις την αρετήν, τόσον πιστοποιούμεν τας ατελείας μας και επομένως την αμαρτωλότητά μας.
***
Αυτομάτως, κατά συνέπειαν, ανακύπτει η αναγκαιότης της μετανοίας, όχι μόνον δια τους καθ΄ οιονδήποτε έκδηλον τρόπον αμαρτάνοντας, αλλά και για τους «αγίους». Όθεν η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αποτελεί τον κύκλον ιδιαζούσης μετανοίας, δια πάντας αδιακρίτως τους πιστούς. Η Μετάνοια είναι χάρις. Δεν είναι εύκολον εις πάντα, όπως εύρη την αμαρτίαν του, την μισήση και χωρήση προς μετάνοιαν. Διο και παρακαλούμεν τον Χριστόν, την Παναγίαν Μητέρα του και τους αγίους του, ίνα μας βοηθήσουν εις την κατανόησιν της αμαρτωλότητός μας και είτα, μας ενδυναμώσουν προς επιστροφήν, προς αλλαγήν, εις μετάνοιαν. Αλλ΄ η μετάνοια είναι αγών. Αγών οδυνηρός, αγών, όστις απαιτεί και ιδρώτας και δάκρυα και αίμα, διότι δι΄ αυτού προσπαθούμεν να ανασπάσωμεν ερριζωμένας κακίας, να συντρίψωμεν πάθη, να ανακόψωμεν χρονίαν αμαρτωλότητα, πρόδηλον ή κρυπτήν, δια των λογισμών, να στερεώσωμεν εαυτούς εις το αγαθόν. Ο αγών ούτος είναι ατομικός, αφορά εις ένα έκαστον και εκφράζει τον ειδικής μορφής πολεμικόν χαρακτήρα της Εκκλησίας. Είναι αγών ενός μεν, πλην όμως επικουρούμενος δια των προσευχών όλων των πιστών, -- εφ΄ όσον «όταν πάσχη εν μέλος συμπάσχει πάντα τα μέλη» -- γίνεται η υπόθεσις του ενός, υπόθεσις ολοκλήρου της Εκκλησίας. Εκτός του προσωπικού των πιστών αγώνος, υπάρχει και έτερος. Ο απρόσωπος, ον διεξάγει η Εκκλησία εν Πνεύματι αγίω εν τη περιοχή των δογμάτων και της διδασκαλίας αυτής, κατά των ετεροδιδασκαλιών και των αιρέσεων. Ούτος ο αγών είναι περιστατικός, δεν έχει τον χαρακτήρα της αναγκαιότητος του ανά πάσαν στιγμήν ηθικού αγώνος των πιστών επί μέρους, αλλά συνιστάται καθ΄ ην στιγμήν άνεμοι καινοτομιών και οθνείων ευαγγελισμών αναρριπίζουν την Εκκλησίαν. Τοιούτους αγώνας η Εκκλησία διεξήγαγε κατά το μακρόν παρελθόν της, οίτινες ανέδειξαν αυτήν νικήτριαν, και οίτινες εκφράζουν τον γενικής μορφής πολεμικόν χαρακτήρα της, εφ΄ όσον είναι ανέφικτον να μη πολεμήται υπό του εχθρού της, «ος εστιν ο διάβολος, ο πλανών την οικουμένην». Χάριν της οικοδομής του πληρώματός της, η Εκκλησία ώρισε κατά την αγίαν Τεσσαρακοστήν, όπως οι πιστοί εν τη περιόδω ταύτη, θερμότερον μετανοώσιν, εφ΄ οις έπραξαν κακοίς, δια νηστειών, αγρυπνιών και προσευχών, αίτινες κατανύσσουν την ψυχήν και «αποδεκατούν» τας αμαρτίας. Σχολιάζοντες εν τοις ι. Ναοίς, και δια της αναμνήσεως του εορτασμού γεγονότων και προσώπων, συνδεδεμένων με τους ιερούς υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνας, στερεούνται επί πλείον εν τη αμωμήτω αυτής πίστει. Αποδεικνύουν ούτω τον διπλούν πολεμικόν χαρακτήρα αυτής.
***
Δυστυχώς όμως ο σημερινός Χριστιανός, δεδουλωμένος «να μεριμνά και να τυρβάζη περί πολλά» αποστρέφει το πρόσωπον από του ενός, του οποίου εστί χρεία. Στερείτε ούτω τόσων αγαθών, άτινα προώρισε δι΄ αυτόν ο Χριστός δια της Εκκλησίας του. και ενώ τον καλεί εις τους ιερούς Ναούς του, ίνα, δια των εις αυτούς διδασκομένων και ψαλλομένων, τω μορφώση φρόνημα αντάξιον της υψηλής χριστιανικής του κλήσεως, κατανύξη την βαρυνθείσαν ταις του βίου πραγματείαις ψυχήν του, διεγείρη την πολλά πλημμελήσασαν καρδίαν του, τω παράσχη, τέλος, τας υπερτάτας του πνεύματος απολαύσεις, αυτός, «ναυτιών τω σάλω των βιωτικών μελημάτων», παραμένει ψυχρός και αδιάφορος, χωρίς ειρήνην, χωρίς ζήλον Θεού και με απροσδιόριστον λύπην εις την καρδίαν «ως και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Και εξ εφαρμογής της εκ των ιερών Ναών μακρύνσεως, ή μιας ώρας μόνον την εβδομάδα Εκκλησιασμού, δια πολλών εν αμαρτίαις προφάσεων, ακολουθεί η ραθυμία προς την θείαν ζωήν, η λήθη των υποχρεώσεων, ας ανελάβομεν εν τω αγίω Βαπτίσματι, και η άγνοια της ητοιμασμένης ημίν βασιλείας, αλλά και της κολάσεως, της αποκειμένης τοις μακρύνουσιν εαυτούς από τον Χριστόν. Βαρυτέρα δε η ευθύνη του χριστιανού και ανυπολόγιστος η πνευματική ζημία καθίσταται, όταν αμελή των έναντι της Εκκλησίας καθηκόντων του, ιδίως εν ταις αγίαις ημέραις της Μ. Τεσσαρακοστής κατά τας οποίας ακούονται εν τοις ι. Ναοίς αι ωραιότεραι, μελωδικώτεραι και κατανυκτικώτεραι στροφαί της θεοπνεύστου Υμνολογίας μας, δι΄ ων η ψυχή δακρύει εν μετανοία, η καρδία σκιρτά εκ της μυστικώς υπό του Χριστού χορηγουμένης ελπίδος, και ο νους καταλάμπεται υπό ουρανίου φωτός, όπερ η Μήτηρ Εκκλησία καταυγάζει αφάτως τοις τέκνοις αυτής.
***

Ουδένα ονειδίζομεν, ουδένα μεμφόμεθα. Γνωρίζομεν τας εν τω κόσμω σημερινάς συνθήκας βίου και δακρύομεν δια τους αδελφούς ημών, υπέρ ων και «εντυγχάνομεν τω Κυρίω στεναγμοίς αλαλήτοις»· διότι είτε εξ αδηρίτου ανάγκης, είτε εξ ολιγοπιστίας, δεν δύνανται να συμμετάσχουν εις την κοινήν λατρείαν και τους πνευματικούς αγώνας της Εκκλησίας, ούτε εις το χαροποιόν πένθος των ημερών τούτων και τους στεφάνους, ους δικαιωματικώς αίρουν οι καλώς αθλούντες. Αλλ΄ εάν ανελογίζοντο και συνησθάνοντο όσα τελούνται και αναγινώσκονται και ψάλλονται εν τοις ι. Ναοίς, άρα δεν θα ηγωνίζοντο να υπερπηδήσουν τα εγειρόμενα ενώπιόν των κοσμικά εμπόδια, δια να απολαύσουν τοιούτων υπερκοσμίων μηνυμάτων, τοιούτου αγιαστικού λουτρού, τοιαύτης γλυκύτητος, δι΄ ης γεύει ο Χριστός τους δούλους του; Ω, που είναι οι χρόνοι του Βυζαντίου μας, όπου αι Εκκλησίαι ωνομάζοντο Μοναστήρια, επειδή εφηρμόζετο πιστώς εν αυταίς το αγγελικόν Μοναστηριακόν τυπικόν; Που αι μακραί ι. Ακολουθίαι, εν αις συνωθείτο το πλήθος των ευσεβών δια να ενωτισθή τα εκ βαθέων κεκραγάρια της Εκκλησίας προς Κύριον; Που είναι η μακαρία εκείνη εποχή, εν τη οποία οι φιλόθεοι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου αφήνοντες την εν τω θρόνω των μεγαλοπρεπή στάσιν, περιεβάλλοντο τον κυματοειδή Μανδύαν και εκανονάρχουν τας πνευματικάς ωδάς εν τω Ναώ της του Θεού Σοφίας, υπό τα όμματα του εν τω Τρούλλω Παντοκράτορος και της παρισταμένης Συγκλήτου, ενώ ο Χριστοφόρος λαός, κατακροτούμενος υπό των αιθερίων υμνολογιών, έκλινε γόνυ εν κατανύξει και χαρά, προς τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Που οι φιλομοναστικοί Βασιλείς και Βασίλισσαι, οίτινες έζων εν τοις Παλατίοις ως Μοναχοί, το μεν διαιτώμενοι λιτότατα, το δε φορούντες τριχίνους χιτώνας δια να δαμάζουν την σάρκα, χωρίς καν να γίνωνται αντιληπτοί υπό των ανθρώπων; Που οι Βυζαντινοί Βασιλείς, οίτινες εγκατέλειψαν τους θρόνους αυτών εξ αγάπης εις τον Θεόν, και δια του θείου και αγγελικού σχήματος των Μοναχών ήλλαξαν τα μεγάλα αυτών ονόματα ως ο Μανουήλ ο Πορφυρογέννητος, Ιωάννης ο Δούκας, Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος, Ιωάννης Καντακουζηνός, και τόσοι άλλοι; Που αι Βασίλισσαι, ως η Μαρία, η Ειρήνη, η Θεοδώρα, η Μαρία, η Άννα, η Ειρήνη και τόσαι άλλαι, αίτινες, δια του θείου και αγγελικού σχήματος των ορθοδόξων Μοναζουσών μετωνομάσθησαν κατά προτίμησιν δια του ονόματος Ξένη, διότι ήσαν ξέναι τω όντι εν τω κόσμω τούτω και είχον πόλιν αυτόν τον ουρανόν; Διατί σήμερον έλειψεν από την Ορθοδοξίαν μας ο τοιούτος ζήλος, οπού τους έκαμνε να προκρίνουν με τόσον συγκινητικόν και έκδηλον τρόπον τα ουράνια των επιγείων; Που της Ελλάδος, αφήκεν η εκκοσμίκευσις των πάντων να εφαρμόζεται το Τυπικόν της Εκκλησίας, να αναγινώσκωνται Μοναστικά και Πατερικά βιβλία και να φωτίζωνται αι ψυχαί των Χριστιανών μας, ειμή μόνον εις το, πληττόμενον και αυτό, μοναδικόν Μοναστικόν μας Κέντρον, το άγιον Όρος και εις ευαρίθμους εν τω κόσμω ι. Μονάς; Διατί;..                                                                                                        
Το διατί αυτό απαιτεί απάντησιν. Και θα την δώσωμεν εις άλλο άρθρον εν καιρώ, δια να μάθωμεν διατί είμεθα δυστυχείς και εδώ και θα είμεθα και αλλού….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου