Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

Εις το προ διετίας άρθρον μας εν τη «Αγιορειτική Βιβλιοθήκη» περί των τριών Ιεραρχών, περιωρίσθημεν εις την σκιαγράφησιν των ιδιαιτέρων εκάστου πνευματικών χαρισμάτων. Εις το ασκητικόν του ενός, το κοινωνικόν του δευτέρου, το θεολογικόν χάρισμα του τρίτου, ως και εις τους πνευματικούς, κοινωνικούς και θεολογικούς αγώνας των.                                                                                        
Εις το παρόν τεύχος του καλού τούτου και συντηρητικού Περιοδικού, θα μεταφέρωμεν τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος» εντεύθεν της εποχής των κατά δέκα πέντε αιώνας ολοκλήρους, εις τον ιδικόν μας αιώνα, εις την εποχήν μας ειδικώς. Και θα τους θέσωμεν ενώπιον των προβλημάτων του 20ου αιώνος, καταβάλλοντες την προσπάθειαν να διακρίνωμεν τας πιθανάς σκέψεις των και τον τρόπον δράσεως εκάστου, εντός του κλίματος της Ορθοδοξίας.                                                                                                                                             
Πολλάκις, η έλλειψις φαντασίας και βαθείας κρίσεως, μας κάμνει να βλέπωμεν τους θείους άνδρας δεδεμένους με την εποχήν των, να τους αξιολογώμεν μέσα εις αυτήν και να μη δυνάμεθα να τους αντιληφθώμεν χωρίς αυτήν. Εάν, καθ’ υπόθεσιν, τους απεδίδαμεν σκέψεις, τρόπους δράσεως, στόχους αγώνων, ενδιαφέροντα της εποχής μας ή πάσης άλλης εποχής, πιθανόν να ηκούαμεν διαμαρτυρίας δια την παραμόρφωσίν των!                                                                                   
Εν τούτοις είναι αληθέστατον, ότι έκαστος ωμίλησε κατά τας ανάγκας της εποχής του, έδρασεν ως χριστιανός αγωνιστής εις τα πλαίσια της εποχής του, όπως κατ’ αναλογίαν θα ηγωνίζετο και θα εθεολόγει εντός των ρευμάτων άλλης εποχής, η οποία έχει την ιδιοτυπίαν της. 
                                                                                                            
Η αξία των Τριών Ιεραρχών και γενικώς των αγίων Πατέρων, κατ’ ουδένα τρόπον αντλείται εκ της μορφής της δράσεώς των εις τον θεολογικόν, τον ασκητικόν ή τον κοινωνικόν τομέα. Η αξία των έγκειται εις το φως της αγιότητός των, εις τον θείον των έρωτα, εις την αγάπην της αληθείας, εις την αγάπην του Θεού και του πλησίον. Αυτός είναι ο πυρήν των. Το κάλυμμα, η μορφή, είναι άλλο πράγμα. Θα ήτο βλασφημία να είπωμεν ότι ήσαν ό,τι ήσαν μόνον εις την εποχήν των.                                                                 
Ας σκεφθώμεν ιστορικώς. Μέσα εις ποίαν πραγματικότητα έζησαν; Είχον τα σημερινά θεολογικά, εκκλησιαστικά και κοινωνικά προβλήματα; Ευρίσκοντο προ μιας Εκκλησίας κατατετμημένης εις Ορθοδοξίαν, Καθολικισμόν, Προτεσταντισμόν; Εις τας αιρέσεις των Χιλιαστών, των Κοπτών, Αρμενίων και τόσον απιθάνων ομολογιών; Είχον ν’ αντιμετωπίσουν εχθρούς τρομερούς, κεκρυμμένους και εμφανείς, ως ο Κομμουνισμός, ο Μασσωνισμός, ο Σιωνισμός, η Ουνία, ο θεωρητικός υλισμός και η πληθύς των φιλοσοφικών συστημάτων; Εγνώρισαν μίαν δημοκρατίαν, αναγνωρίζουσαν πολιτικάς και κοινωνικάς ελευθερίας εις ανθρώπους, αγομένους και φερομένους εκ των ενστίκτων μάλλον ή υπό του ορθού λόγου; Υπήρχε τότε η αδιανόητος γειτνίασις των Εθνών, ώστε εντός 20 ωρών να συναντώνται άνθρωποι ευρισκόμενοι απ’ αλλήλων εις τα ακραία σημεία της γης;                                                                                                                                                   
Οι Τρεις Ιεράρχαι είχον τα προβλήματά των ασφαλώς. Αλλά προβλήματα απλά εν σχέσει με τα σημερινά. Έζων και έδρων εντός μιας πολιτείας μοναρχουμένης, εντός μιας Εκκλησίας επαρχιακής εκτάσεως, εν μέσω ενός λαού ανελευθέρου, είτε ειδωλολατρικός ήτο είτε χριστιανικός. Τα κύρια ζητήματα, περί τα οποία εστρέφετο η δραστηριότης των, ήσαν η συντήρησις της δογματικής διδασκαλίας, η πνευματική οικοδομή, η καταπολέμησις μιας αιρέσεως που κατά καιρούς ενεφανίζετο και η απολογία προς «ανομοίους», δηλαδή Εθνικούς και Εβραίους.                                                    
Προβλήματα σύνθετα, όπως τα σημερινά δεν υπήρχον. Πολιτεία πολεμούσα ή μη ευνοούσα το έργον της Εκκλησίας, όπως σήμερον, δεν υπήρχε. Τας αιρέσεις με μίαν απόφασιν Συνοδικήν τας διέλυον. Οι στόχοι δράσεως των Τριών Ιεραρχών ήσαν λίαν περιωρισμένοι. Σπανία ήτο η σύγκρουσις μεταξύ Αυτοκράτορος και Εκκλησίας, εις την οποίαν νικήτρια ανεδεικνύετο πάντοτε η Εκκλησία. Μία μόνον περίπτωσις υπάρχει εις την ανατολικήν αυτοκρατορίαν, καθ’ ην η πολιτεία εστράφη κατά της Εκκλησίας: η περίπτωσις του Παραβάτου Ιουλιανού.
Εάν λοιπόν οι ίδιοι Τρεις Ιεράρχαι, με τα φυσικά και θεία χαρίσματά των, με την αγιότητά των, την ασκητικότητα, την παιδείαν των, με όλην την θύραθεν και εσωτερικήν συγκρότησίν των, ήνοιγον τους οφθαλμούς των όχι εις τον 4ον αιώνα, αλλά εις τον 20ον εντός του χώρου της ελληνικής Ορθοδοξίας, πως θα εσκέπτοντο, πως θα έζων και ποίαν δράσιν θα ανέπτυσσον; Άραγε θα είχον τας αυτάς ιδέας ως προς την ζωήν της Εκκλησίας, την διοίκησιν, την τάξιν, την δράσιν, την λατρείαν, τον μοναχικόν βίον, τας σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, τας διεκκλησιαστικάς σχέσεις; Ποίαν γνώμην θα είχον και πως θα αντιμετώπιζον τους φανερούς και αφανείς εχθρούς της Εκκλησίας; Ποίαν θέσιν θα ελάμβανον έναντι της λεγομένης Οικουμενικής Κινήσεως και έναντι των ποικίλων αιρέσεων; Πως θα εξεμεταλλεύοντο τας πολιτικάς ελευθερίας, εν ονόματι των οποίων οι εχθροί της Εκκλησίας την πολεμούν ποικιλοτρόπως; Πως θα έβλεπον το άγνωστον εις αυτούς φαινόμενον των βαπτισμένων ορθοδόξως και γενομένων κομμουνιστών ή μασώνων; Ποία μέτρα θα ελάμβανον έναντι των αιρετικών που ασκούν προσηλυτισμόν; Θα απέκοπτον ομαδικώς εκ του σώματος της Εκκλησίας τα πλήθη των συγχρόνων «εξισωτών»; Πως θα έβλεπον τας προόδους της επιστήμης, τι θα επευλογούσαν και ποίον μέσον του μηχανικού πολιτισμού θα απεδοκίμαζον; Ποίον μέσον ενδεχομένως θα εξεμεταλλεύοντο; Το ραδιόφωνον, αίφνης, ως μέσον διδασκαλίας και επαφής με τα εσκορπισμένα ανά τον κόσμον τέκνα της Εκκλησίας, δεν θα εχρησιμοποίουν; Δι’ αυτού δεν θα εξέθετον την Ορθόδοξον διδασκαλίαν και δια των αιθέρων δεν θα εξαπέλυον τα κύματα του ελέγχου των προς τους ανά τα πέρατα αιρετικούς; Όταν μάλιστα ο Χρυσόστομος έλεγεν εις την ανυποψίαστον εποχήν του των σημερινών προόδων: «Ήθελον αναβήναι εις όρος υψηλόν και ειπείν: υιοί ανθρώπων έως πότε βαρυκάρδιοι; Ίνα τι αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος;» Διατί δεν θα εξεμεταλλεύοντο και ραδιόφωνον και τηλεόρασιν και Τύπον και κινηματογράφον, αφού ταύτα δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, αλλά γίνονται και καλά και κακά αναλόγως του σκοπού των, αφού ως γνωστόν ο σατανάς ήδη έχει κατακτήσει τον κόσμον δι’ αυτών;
Ο Μοναχισμός, τον οποίον εβίωσαν και όστις υπήρξεν ιδιαίτερον μέλημά των, ποίαν κατεύθυνσιν θα ελάμβανεν, υπό την δημιουργικήν των πνοήν; Θα έμενε λυμφατικός, απροσάρμοστος, αναξιολόγητος, εις μίαν εποχήν που τέκνα φίλαγνα της Εκκλησίας, εκκαιόμενα δια την ωφέλειαν του πλησίον, ενθουσιώντα δια δραστηριοποίησιν της αγάπης των προς τον Θεόν και την Εκκλησίαν, εξωπλισμένα επιστημονικώς δι’ αγώνας κηρύγματος, συγγραφής, λειτουργικής και μυστηριακής ζωής, μη ευρίσκοντα το ανάλογον εις αυτά μοναστικόν σχήμα, αλλάσσουν κατεύθυνσιν επί προφανεί ζημία της Εκκλησίας; Πως θα άφηναν οι φιλομόναχοι τρεις Ιεράρχαι αναξιοποίητον μίαν τεραστίαν δύναμιν, που εκπροσωπεί ο Μοναχισμός, όταν γνωρίζωμεν πως εσκέπτοντο και πως ειργάζοντο τότε, δια να καταστήσουν τον μοναχικόν βίον ωφέλιμον εις την Εκκλησίαν; Εάν ο Μέγας Βασίλειος εις την επισκοπικήν του περιφέρειαν ίδρυσεν εγγύς εις τας κώμας Μοναστήρια, «συζεύξας και διατειχίσας» αυτά, συζεύξας με τον κόσμον και διατειχίσας από του κόσμου, «ίνα μη το φιλόσοφον μένη ακοινώνητον και το πρακτικόν αφιλόσοφον», διατί σήμερον δεν θα ωργάνωνε μοναστικάς αδελφότητας προς αγιασμόν των ιδίων και δράσιν υπέρ της Εκκλησίας; Και μάλιστα εις εποχήν που η Εκκλησία κυκλούται υπό παντοειδών εχθρών;                                                                                                                                       
Ποίαν στάσιν θα ελάμβανον έναντι ενός ειδωλολατρούντος κράτους, ανεχομένου απλώς την Εκκλησίαν και διαφθείροντος ψυχικώς την χριστιανικήν νεότητα και πως δεν θα ίδρυον σχολεία και σχολάς, δια να παιδαγωγούν Ορθοδόξως τα τέκνα του Θεού; Πως θα αντιμετώπιζον τους συγχρόνους Ακρίτας και Παπανούτσους, αυτοί που δι’ ήσσονος σπουδαιότητος θέματα δεν έπαυον να στηλιτεύουν και Πολιτείαν και Βασιλείς;                                                                                                                                            
Ενώπιον των νέων ηθών που εκόμισαν οι νέοι καιροί, ενώπιον των νέων συνθηκών που χαρακτηρίζουν την εποχήν μας και που επιβάλλουν αναθεωρήσεις εις τα ζητήματα των Τυπικών, της Λατρείας, της αμφιέσεως του Κλήρου, τι θα έκαμνον οι «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεύσαντες τον Θεόν άγιοι Πατέρες, όταν είχον προ αυτών υποδείγματα δι’ οικονομίας, και συγκαταβάσεις και προσαρμογήν από αυτόν τούτον τον Απόστολον των Εθνών Παύλον; Χωρίς να εθυσίαζον την ουσίαν, δεν θα ελάμβανον υπ’ όψιν το ηυξημένον κριτικόν πνεύμα των πιστών, την υψωθείσαν μορφωτικήν στάθμην των και την ικανότητά των να δύνανται να διακρίνουν τι εστι «Σάββατον» και τι «άνθρωπος»;
Όσον και να θέλωμεν να αποστρέφωμεν το πρόσωπον από τους λεγομένους «νεωτεριστάς», οι οποίοι πάντως και φόβου Θεού δεν στερούνται και μαθήσεως εις τα εκκλησιαστικά είναι κάτοχοι, βέβαιον είναι ότι δεν δυνάμεθα να τους αγνοήσωμεν. Ούτε θα τους ηγνόουν, φρονούμεν, οι Τρεις Ιεράρχαι, οι οποίοι θα εστρατεύοντο και εν τόπω και εν χρόνω. Εδώ βεβαίως πρέπει να διαστείλωμεν τους επιζητούντας μίαν δικαιολογημένην και επιβαλλομένην προσαρμογήν εις τον τρόπον ζωής της Εκκλησίας «νεωτεριστάς» από τους άνευ όρων καταλύοντας τα πάντα εν τη Εκκλησία, εν ονόματι της «αγάπης» και «δια την αντιμετώπισιν κοινών εχθρών». Με αυτούς διαφωνούμεν, διότι εν καταπατήσει Όρων και Ι. Κανόνων, προβαίνουν εις ενεργείας απτομένας της δογματικής διδασκαλίας της εκκλησίας και ακολούθως σκανδαλίζουν τους πιστούς και διχάζουν το πλήρωμα αυτής.                                                                                                                                                     
Αντιλαμβανόμεθα, αίφνης, ότι αι προθέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου μέχρις ενός ορίου, τυγχάνουν της εγκρίσεως μεγάλου τμήματος της Ορθοδοξίας και δεν στερούνται ποιας τινος δικαιολογίας. Όταν όμως μετουσιούνται εις ενεργείας αποβαινούσας επιζημίους δια το γόητρον της Ορθοδοξίας και την ευστάθειαν των πιστών εν τη αδαμαντίνη ημών πίστει, τότε οφείλομεν να τας αποδοκιμάσωμεν. «Το καλόν ουκ έστι καλόν, αν μη καλώς γένηται». Και δυστυχώς αι καλαί προθέσεις δεν συμβαδίζουν με ευνοϊκάς πάντοτε και καλάς συνθήκας.                                                     Εις το σημείον αυτό ας μας επιτραπή να είπωμεν τινά δια τας ενεργείας του Οικουμενικού Θρόνου, επί του οποίου εκάθησαν δύο εκ των Τριών Ιεραρχών, περί ων ασχολούμεθα.                                                                                                                                                        
Ο Παναγιώτατος κ. Αθηναγόρας ήτο ο μόνος, λόγω θέσεως και αξιώματος εν τη Εκκλησία, όστις θα ηδύνατο να προωθήση πάντα τα θέματα εν τη Ορθοδοξία και, ως διάδοχος του Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, να εκφράση την Ορθοδοξίαν εις την εποχήν μας. Αλλά πως; Όχι δια Διασκέψεων και διορθοδόξων συνεδρίων μη κεκτημένων αδιάσειστον κύρος εν τη Εκκλησία. Αλλά δι’ Οικουμενικής Συνόδου.                                                                                                                            
Γνωρίζομεν τας υφισταμένας δυσχερείας. Αλλ’ εάν από το 1949, ότε ανήλθεν εις τον θρόνον του τεθλιμμένου Αποστόλου Ανδρέου, αντί να αφήνη να παρέρχεται πολύτιμος χρόνος δι’ ενεργειών και δηλώσεων, αι οποίαι μόνον σκανδαλισμόν προεκάλουν εις τους πιστούς με μείωσιν του κύρους της Ορθοδοξίας, εκαλλιέργει το έδαφος δια μίαν Οικουμενικήν Σύνοδον, ήδη θα είχομεν μίαν Εκκλησίαν δυναμένην να ονομάζεται ζώσα, ως αποκρινομένη εις την εποχήν μας.                                                              
Το Συνέδριον της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1920 διεδέχθη η Πανορθόδοξος Διάσκεψις εν Αγίω Όρει το 1930 (εις το οποίον παρέστη και ο ίδιος ως Κερκύρας). Εάν τα εν τω καταλόγω θέματα εδίδοντο ταις Ορθοδόξοις Εκκλησίαις προς μελέτην δια μίαν Προσύνοδον, επί τω τέλει όπως αποτελέσουν αντικείμενον ερεύνης υπό συγκαλουμένης αργότερον Οικουμενικής, ίσως εν τω διαστήματι της δεκαπενταετούς Πατριαρχείας του, να καθίστα την πρόθεσιν πραγματικότητα. Οπότε δεν θα επεζητούσαμεν τώρα να μας ομιλήσουν μόνον οι Τρεις Ιεράρχαι, μεθ’ όλου του κύρους των, αλλά μία Οικουμενική Σύνοδος, ήτις εν Πνεύματι αγίω θα μας εβεβαίωνε τας καρδίας, όχι εις το τι και πως πιστεύειν και ζην (τούτο το γνωρίζομεν και παραμένει αναλλοίωτον), αλλά «πως δει αναστρέφεσθαι» έναντι των «οικείων της πίστεως», έναντι των «εξισωτών» μας, έναντι των αιρετικών, έναντι των Κατηχουμένων και των ούπω ευαγγελισθέντων, έναντι του «κόσμου». Και εντεύθεν θα κατέπαυε και η έρις μεταξύ «συντηρητικών» και «προδευτικών», που κατά βάθος ουδείς εξ αυτών στερείται ενός ποσοστού αληθείας, και η Εκκλησία μας, η αγιωτάτη και Ορθόδοξος, δεν θα κατηγορείτο, όχι πάντοτε αδικαιολογήτως, ότι απέβη ασυγχρόνιστος και δεν δύναται να παρακολουθήση τα τέκνα της.                                          
Εις το «πως δει αναστρέφεσθαι» περιλαμβάνονται πλείστα σύγχρονα προβλήματα, δια την αντιμετώπισιν των οποίων δεν έχομεν κεκυρωμένην απόφασιν της Εκκλησίας, η οποία έχει να ομιλήση εις γλώσσαν ανεπίδεκτον αντιρρήσεων, από του ογδόου αιώνος.                                                                                                                                           
Αντιπαρερχόμεθα, ως μη σοβαρόν και εν τινι μέτρω βλάσφημον τον ισχυρισμόν, ότι η Εκκλησία «εσφράγισε» την διδασκαλίαν της εις τας επτά Οικουμενικάς Συνόδους. Εάν λάβη κανείς υπόψη τον αιώνιον χαρακτήρα της Εκκλησίας, και ότι μόνον εντός πέντε αιώνων συνήλθεν επτάκις εις Οικουμενικάς και ισαρίθμους τοπικάς Συνόδους, φαντάζεται ποίον χάσμα, ποία έλλειψις συνεχείας έχει δημιουργηθή εις διάστημα δώδεκα ολοκλήρων αιώνων! Και μάλιστα πόσον η ανάγκη καθίσταται επιτακτική εκ της κοσμογονικής εποχής μας! συνεπεία δε αυτής της καταστάσεως ο πιστός Κυρίου λαός έχει μερισθή εις «συντηρητικούς» και «νεωτεριστάς», χωρίς να είναι κανείς εις θέσιν να καθορίση ακριβώς τι εκπροσωπούν οι μεν και τι οι δε. Βέβαιον όμως είναι ότι αι νέαι συνθήκαι ζωής ήνοιξαν ευρύτατον χάσμα μεταξύ ποιμαινούσης Εκκλησίας και λαού, χάσμα, όπερ ματαίως η Εκκλησία αγωνίζεται να γεφυρώση με τας παλαιάς μεθόδους της και προ παντός χωρίς αποστολικόν ζήλον.


Γραφέν το 1969 υπό του μακαριστού Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου