Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Ο Άγιος Σπυρίδων

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Επισκόπου Τριμυθούντος της εν Κύπρω, του Θαυματουργού.               

Σπυρίδων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, της οικουμένης το καύχημα και των πιστών το αγλάϊσμα, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306- 337) και του υιού αυτού Κωνσταντίου (337-361), κατήγετο δε εκ της περιφήμου νήσου Κύπρου. Τοσούτον δε η αρετή και τα ένθεα του Αγίου τούτου κατορθώματα την οικουμένην κατηύγασαν, ώστε δεν πρέπει να μείνη κανείς Χριστιανός όστις να μη γνωρίση εν πάση λεπτομερεία τον Βίον του. Ο Θεοφόρος ούτος Πατήρ είναι εκείνος, όστις λαβών μέρος εις την εν Νικαία Αγίαν Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον εποίησεν ενώπιον πάντων των απαρτιζόντων αυτήν Αγίων Πατέρων το μέγα εκείνο και υπερφυές θαύμα της κεραμίδος, δια του οποίου τον μεν φιλόσοφον του Αρειανισμού κατέβαλε, τας δε αληθείας της Ορθοδόξου ημών Πίστεως  εκράτυνεν.                                                                            
Ας ίδωμεν όμως, ευλογημένοι Χριστιανοί, απ΄ αρχής τον ένθεον αυτού Βίον και ας εγκύψωμεν εις την μελέτην αυτού, διότι ούτος, όπως και όλων των φιλοθέων ανδρών οι Βίοι, δίδουν πολλήν ωφέλειαν εις την ψυχήν, και κατ΄ αλήθειαν δύνανται να αυξήσουν τον πλούτον αυτής, διότι μας κάμνουν όχι μόνον να απέχωμεν από το κακόν, αλλά και να προκόπτωμεν εις το καλόν. Επειδή όστις έχει περιπέσει εις αμαρτήματα, ακούων τοιαύτας πράξεις ενθέους και κατορθώματα υπερφυσικά, διορθώνεται, μισεί την παλαιάν του κακίαν, επιμελείται την αρετήν και γίνεται θερμότερος εις την άσκησιν αυτής, παρακινούμενος εις μίμησιν αναλόγως της δυνάμεως αυτού και προσπαθεί να μιμηθή το όμοιον. Και πάντων μεν των Αγίων αι Βιογραφίαι είναι ωραίαι και ψυχωφελέσταται, ως είπομεν· όμως ο Βίος του Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος είναι πλέον ευφρόσυνος εις την ψυχήν και ηδύτατος εις την ακοήν, διεγείρων άμα τον νουν και την καρδίαν. Τούτου λοιπόν του μεγάλου Πατρός τον Βίον και τα εξαίσια θαύματα άρχομαι διηγούμενος προς την υμετέραν αγάπην, και σας παρακαλώ όλους να ακούσητε μετά προθυμίας και κατανύξεως. Ούτος ο μέγας Πατήρ ημών Σπυρίδων ήτο από της νεότητος αυτού άνθρωπος απλούς πολύ και ταπεινός, εμιμείτο δε πάντοτε του μακαρίου Δαβίδ του Προφήτου την πραότητα, του Ιακώβ το άπλαστον και του Αβραάμ το φιλόξενον, διαμοιράζων όλην την περιουσίαν αυτού εις πένητας. Δια τας αρετάς του δε ταύτας δεν εκληρονόμησε γην φθαρτήν, αλλά την μακαρίαν και αδιάδοχον, κατά την αψευδή του Κυρίου επαγγελίαν ειπόντος: «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην» (Ματθ. ε: 5) και «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε: 7). Δια τον πρόσκαιρον δε πλούτον, τον οποίον εις τούτον τον κόσμον κατεφρόνησε τότε, απολαμβάνει και τώρα και εις τους απεράντους αιώνας τον άσυλον θησαυρόν, τον Χριστόν δηλαδή, τον Μαργαρίτην τον πολύτιμον. Επλούτησε δε και δια ποταμών θαυμάτων, τα οποία ενεργούνται καθ΄ εκάστην και ουδέποτε εξαντλούνται.            Ήτο δε ο Άγιος κατ΄ αρχάς ποιμήν προβάτων, πλην δεν ήτο αγροίκος εις το ήθος και αμίλητος, αλλά μάλιστα επιμελητής καλών τάξεων και προς τους πτωχούς και ξένους τόσον ελεήμων και εύσπλαγχνος, ώστε εδέχετο πάντα άνθρωπον εις τον οίκον του και με πολλήν αγάπην, κατά την δύναμιν αυτού, τον εφίλευεν. Ένιπτε των κεκοπιασμένων τους πόδας, ητοίμαζε τράπεζαν και υπηρέτει εις όλα τα χρειαζόμενα με τόσην ταπείνωσιν και ευλάβειαν, όσην δεικνύουν οι πιστοί δούλοι προς τους αυθέντας των. Είχε δε συγκεκραμένην με την σεμνότητα την σωφροσύνην και με την ανδρείαν την πραότητα και τας λοιπάς αρετάς. Έλαβε δε ο Άγιος και σύζυγον κατά τους ιερούς νόμους, τιμιωτάτην και σώφρονα, μετά της οποίας απέκτησε και τέκνα, μετά δε τον θάνατον αυτής διήγε μετά οσιότητος χωρίς τινα ηδονήν ή επιθυμίαν σαρκός αλλά πάσαν αρετήν εργαζόμενος, εμελέτα σπουδαίως τον νόμον του Θεού, γενόμενος εις την ψυχήν φιλανθρωπότατος και εις την γνώμην επιεικέστατος και απλώς ειπείν ήτο αληθής εικών και αρχέτυπον των αρετών, έχων ιστορημένας όλας τας αρετάς εις εαυτόν, τόσον ώστε πολύ ολίγοι ηδυνήθησαν να τον μιμηθούν εις τας χάριτας.                                                                                         
Ούτω λοιπόν λάμπων εις τας πράξεις της ζωής του ο Άγιος ηξιώθη πολλών και πλουσίων δωρεών παρά Θεού, αι οποίαι δύνανται να μας φανερώσουν την εν ουρανοίς δόξαν αυτού και μεγαλειότητα. Εθεράπευε διαφόρους ασθενείας, εφώτιζε τυφλούς, εδίωκε τα πονηρά πνεύματα και πλείονα άλλα θαύματα ετέλει άξια εκπλήξεως, με την Χάριν της θείας Δυνάμεως, την οποίαν είχε συνεργόν και τον εβοήθει· όθεν έγινε και Ποιμήν ανθρώπων αντί ποιμήν προβάτων, ως ήτο το πρότερον. Όταν δε ο Μέγας Κωνσταντίνος εγένετο βασιλεύς των Χριστιανών, τότε και ο θαυματουργός Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμυθούντος γνωρίζεται, ήτις είναι πόλις της Κύπρου περίφημος. Πόσην δε επιμέλειαν είχεν εις την αρετήν, μετά την εις Επίσκοπον χειροτονίαν του, φανερώνουν σαφέστατα τα θαυμάσια, τα οποία ετέλεσε και τα οποία είναι αδύνατον να εξιστορήσωμεν άπαντα, διότι είναι αναρίθμητα· και πάλιν να αποσιωπήσωμεν όλα είναι πρόξενον μεγάλης ζημίας. Θέλομεν λοιπόν διηγηθή ολίγα εκ των πολλών και ταύτα κατά σειράν, ήτοι θα είπωμεν πρώτον όσα γράφει ο Μεταφραστής Συμεών, τα οποία είναι όλα αξιόπιστα και παραδεδεγμένα υπό της Εκκλησίας, από τους παλαιούς χρόνους, ύστερον δε θέλομεν διηγηθή τα νεώτερα, όσα δηλαδή ετελέσθησαν υπό του Αγίου μετά την εις Κέρκυραν μετακομιδήν του ιερού αυτού Λειψάνου, και ταύτα πάλιν όχι όλα, διότι και τούτο είναι αδύνατον, αλλ΄ ολίγα τινά εξ αυτών προς πίστωσιν και των άλλων, αφήνοντες τα περισσότερα, εξ όσων άλλοι μεταγενέστεροι έγραψαν.                       
Θέλων ο μεγαλοδύναμος Θεός, ως δίκαιος Κριτής, να παιδεύση την νήσον της Κύπρου, την υστέρησεν από βροχήν και ήτο τοσαύτη ανομβρία, ώστε έγινε πείνα μεγάλη, ταύτην δε ηκολούθησε θανατικόν ως συνήθως συμβαίνει και καθ΄ εκάστην απέθνησκον αναρίθμητοι. Ήτο όθεν ανάγκη, έναντι του μεγάλου αυτού θυμού του Κυρίου, να ευρεθή εις έτερος Ηλίας ή άλλος τις όμοιος εκείνου εις τα έργα, όστις να δυνηθή να ανοίξη δια της προσευχής του τους ουρανούς. Όντως δε τοιούτος ήτο ο μέγας κατά την ψυχήν και θαυμαστός Σπυρίδων, ο οποίος, βλέπων το τρομερόν αυτό κακόν να αφανίζη καθημερινώς το λογικόν του ποίμνιον, ως αληθής ποιμήν και ουχί μισθωτός επόνει τα σπλάγχνα υπό της πατρικής αγάπης νικώμενος και έκαμε προς τον Θεόν δέησιν. Ο δε ουράνιος Πατήρ ημών, ως εύσπλαγχνος, δεν παρείδε την προσευχήν του δούλου του, αλλ΄ ευθύς επλήρωσε δια νεφών τον ουρανόν και (το θαυμασιώτερον!) δια να μη νομίση κανείς, ότι η βροχή έγινεν από τα στοιχεία με τους νόμους της φύσεως, ωκονόμησε και ίσταντο επί ώραν πολλήν τα νέφη και δεν έβρεχον, έως ου επαναλάβη ο Άγιος την δέησιν, όστις προσηυχήθη και πάλιν θερμότερον. Τότε, ευθύς ως έτρεξαν τα δάκρυα του Σπυρίδωνος, ήλθεν εις την γην τοσαύτη βροχή, Χάριτι του παντελεήμονος Θεού, ώστε επότισεν όλην την νήσον και ηύξησαν τα γεννήματα, οι δε άνθρωποι ελυτρώθησαν από τα δεινά των. Τολμώ όθεν να είπω, ότι ο Σπυρίδων ήτο και από τον Ηλίαν φιλανθρωπότερος· διότι εκείνος απέκλεισε πρώτον τους ουρανούς και ύστερα ήνοιξεν αυτούς, ούτος όμως ως εύσπλαγχνος δεν τον εμιμήθη εις το πρώτον, αλλά μόνον εις το δεύτερον. Ακούσατε δε έτερον θαύμα παρόμοιον.                                
Άλλον καιρόν ήτο μεγάλη συμφορά και ακαρπία μεγάλη εις την νήσον, όσοι δε είχον σίτον και άλλους καρπούς εις τας αποθήκας έτρωγον και έπινον, καθώς το κάμνουν και τώρα οι πλούσιοι, αγαλλόμενοι εις τας τοιαύτας παιδεύσεις του Θεού και ακρίβαινον τους καρπούς, δια να κερδήσουν οι ανόσιοι περισσότερα από την δυστυχίαν των πενήτων. Απήλθε λοιπόν πένης τις και άπορος εις φιλάργυρον, παρακαλών αυτόν με ταπείνωσιν να του δανείση ολίγον καρπόν, δια να σώση την οικογένειάν του. Έκειτο δε ο πτωχός εις τους πόδας του πλουσίου μετά δακρύων δεόμενος δια να τον κινήση εις οίκτον. Αλλά δεν έκλινεν εκείνη η λιθίνη ψυχή εις συμπάθειαν. Ιδών λοιπόν ότι ματαίως έκλαιε και παρεκάλει τον άσπλαγχνον, έδραμε προς τον Άγιον, αναγγέλλων πρώτον μεν την εσχάτην αυτού πτωχείαν και δεύτερον την του πλουσίου σκληρότητα. Ταύτα ακούσας ο Άγιος, πεφωτισμένος παρά Θεού, προεφήτευσεν εκείνο όπερ έμελλε να γίνη την νύκτα και του λέγει· «Μη λυπήσαι, διότι αύριον θα ίδης εμπεπλησμένον τον οίκον σου, τον δε πλούσιον από όλους χλευαζόμενον να σε παρακαλή και μη θέλων να πάρης όσον σίτον χρειάζεσαι». Τότε ο πτωχός, νομίζων ότι του είπε ταύτα ο Άγιος μόνον προς παρηγορίαν της θλίψεώς του, απήλθε περίλυπος, βλέπων κενήν, καθώς ενόμιζε, και άπρακτον την ελπίδα του. Αλλά το μεσονύκτιον, Θεού θέλοντος, ήλθε βροχή τόσον ραγδαία, ώστε κατεστράφησαν οι σωροί του πλουσίου, οι δε καρποί εχύθησαν εις το μέσον της οδού και ήσαν εις την διάθεσιν παντός, όστις ήθελε να πάρη χωρίς να πληρώση. Την πρωϊαν, ιδών ο πλούσιος την συμφοράν, την οποίαν έπαθε δικαίως, εθρήνει. Οι δε έχοντες ανάγκην έδραμον δια να αρπάσωσιν, ήτο δε μετ΄ αυτών και ο προαναφερθείς πτωχός, όστις θαυμάζων την πρόρρησιν του Αγίου κατεγέλα τον πλούσιον και χωρίς να σπείρη ενέπλησε καρπόν την οικίαν του. Όταν δε ο ωμός εκείνος και άσπλαγχνος πλούσιος είδεν ότι ήρπαζον αφόβως το πράγμα του, δια να δείξη γνώμην φιλόχριστον ο φιλόχρυσος, έτι δε και δια να εκπληρωθή η πρόρρησις του Αγίου, έλεγεν εις τους πτωχούς να λάβωσιν όσον βούλονται. Τόσον λοιπόν ήτο συμπαθής ο Άγιος, ώστε όχι μόνον δια πολλούς, αλλά και δι΄ ένα ήνοιξε τους καταρράκτας του ουρανού δια να ωφελήση πτωχούς και να συνετίση πλουσίους. Και πολλοί μεν άλλοι διωρθώθησαν, πλην ο προαναφερθείς εκείνος φιλάργυρος ουδόλως ωφελήθη, ούτε ευσπλαγχνικώτερος έγινε, καθώς θέλετε ακούσει εν συνεχεία.        
Εις έτερος γεωργός, γνώριμος του Αγίου, έχων μεγάλην στέρησιν σίτου και από την πείναν ταλανιζόμενος, απήλθε προς αυτόν τον άφρονα πλούσιον, ελπίζων ότι τον εσωφρόνισε το προηγούμενον πάθημα. Ο δε πλούσιος τον μεν σίτον εζημιώθη, την δε φειδωλίαν και την προς τον πλησίον ωμότητα ουδόλως μετέβαλε. Του έλεγε λοιπόν ο πτωχός να του δανείση ολίγον καρπόν και το θέρος να του τον αποδώση με το διάφορον. Αλλ΄ εκείνος του απεκρίθη με την συνήθη σκληρότητά του, ότι χωρίς χρήματα ούτε κόκκον σίτου δεν του έδιδε. Μη έχων λοιπόν ο τάλας άλλην ελπίδα, μιμείται τον άλλον πτωχόν, περί του οποίου προείπομεν, και τρέχει προς τον ευλογημένον Σπυρίδωνα, τον οποίον ως κοινόν θησαυρόν είχον όλοι οι πένητες και του λέγει την ανάγκην του, την ασπλαγχνίαν, την οποίαν επέδειξεν ο πλούσιος και την απάντησιν εκείνου. Τότε τον παρηγορεί ο Άγιος και τον αποστέλλει εις τον οίκον του. Την δε πρωϊαν επήγεν ο Άγιος μόνος προς τον πτωχόν φέρων τεμάχιον χρυσίου εις σχήμα όφεως και του λέγει· «Ύπαγε, τέκνον, βάλε το χρυσίον εις ενέχυρον, δια να λάβης εκείνο το οποίον χρειάζεσαι». Λαβών εις χείρας τον χρυσούν όφιν ο πτωχός επήγε τρέχων και με μεγάλην χαράν εις τον πλούσιον, ιδών δε αυτό ο πρώην σκληρός και αδυσώπητος και κωφός τα ώτα προς δέησιν, έγινεν ευθύς γλυκύς και φιλάνθρωπος και έδωσεν εις τον πτωχόν σίτον τόσον, ώστε του έφθασε και έσπειρε και εξοικονόμησε τας ανάγκας τού οίκου του, έως ότου ήλθεν η νέα εσοδεία, η οποία με το θέλημα του Θεού, και δια πρεσβειών του Αγίου, έγινε τόσον καλή, ώστε έφθασεν εις τον πτωχόν να καλύψη τας ανάγκας του και να πληρώση το χρέος του.                                                                                  
Λαβών τότε ο πτωχός το χρυσίον το επέστρεψεν ως ευλαβής και πιστός εις τον Άγιον, όστις είπε προς αυτόν· «Ας υπάγωμεν, τέκνον μου, να το δώσωμεν εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, όστις σε ευσπλαγχνίσθη και το εδάνεισεν». Απελθόντες λοιπόν εις κήπον τινα, έβαλε χαμαί το χρυσίον και βλέπων προς τον ουρανόν, είπε ταύτα· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα ποιών και μετασκευάζων μόνω τω βούλεσθαι, καθώς ποτε κατά τον καιρόν Μωϋσέως μετεσχημάτισας εις όφιν την ράβδον του, αυτός και το χρυσίον τούτο, καθώς πρότερον από όφιν εις τοιούτον είδος μετέβαλες, ούτω και τώρα μετάστρεψον αυτό εις την προτέραν μορφήν, δια να δοξασθή το σον Πανάγιον Όνομα και να γνωρίση ο άνθρωπος ούτος την κηδεμονίαν και φροντίδα, την οποίαν έχεις προς ημάς και να βεβαιωθή δια της πράξεως, ότι είναι αληθέστατον το ρητόν της Γραφής το λέγον: «πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν» (Ψαλμ. ριγ: 11). Ούτως είπεν ο Άγιος και (ω του θαύματος!) ευθύς έγινεν όφις ζων το άψυχον χρυσίον και εισήλθεν εις την φωλεάν του, από την οποίαν τον επήρε το πρώτον ο Άγιος και τον μετέβαλεν εις την χρυσήν εκείνην μορφήν. Τούτο το παράδοξον θαύμα βλέπων ο γεωργός όλος τρέμων από το θάμβος και εκπληττόμενος, έπεσε κατά γης και έχυνε θερμότατα δάκρυα, νομίζων εαυτόν ανάξιον της τοιαύτης Χάριτος. Ο δε Άγιος, εγείρας αυτόν, του έδωσε ψυχικήν και σωματικήν δύναμιν, λέγων προς αυτόν να μη δίδη εις ανθρώπους την δόξαν και την αίνεσιν, αλλ΄ εις τον Παντοδύναμον Θεόν. Τούτο το θαύμα δεν χρειάζεται να καλλωπίση κανείς με λόγους, διότι αφ΄ εαυτού του είναι μέγα και τεράστιον· αλλ΄ ακούσατε και έτερον όμοιον.                                                                      
Άνθρωπος τις ενάρετος, φίλος ακριβός του Αγίου, εμισείτο υπό κακοτρόπων τινών δια τας αρετάς και τας φιλοθέους πράξεις του· όθεν τον εσυκοφάντησαν, ότι δήθεν έπραξε κακόν μέγα, δια το οποίον τον απεφάσισεν ο έπαρχος αδίκως εις θάνατον. Τούτο μαθών ο Άγιος εκίνησε παρευθύς να υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον τον είχον δέσμιον, να τον λυτρώση από τον θάνατον. Ήτο δε χειμών και η οδός διήρχετο από ποταμόν τινα, όστις ήτο από τας βροχάς πλημμυρισμένος και δεν είχε πέρασμα. Τότε ο Άγιος ενθυμούμενος τι εποίησεν ο Ιησούς του Ναυή εις τον Ιορδάνην και διέβησαν με την Κιβωτόν τόσον θαυμάσια (Ιησού Ναυή γ: 11-17), έχων δε πίστιν βεβαίαν, ότι ο αυτός Θεός, όστις ενήργησε τοιαύτα τεράστια,  ηδύνατο να τελέση και έτερα όμοια, προστάσσει τον ποταμόν ως δούλον του, λέγων· «Στάσου, ο Δεσπότης των απάντων ορίζει να περάσω δια να λυτρώσω τον φίλον μου». Ούτως είπε και ευθύς ο λόγος έργον εγένετο και, ω εξαισίου τερατουργήματος! Εστάθη οπίσω το ρεύμα και έμεινεν ο τόπος κενός έως ου διήλθεν ο Άγιος και όσοι άλλοι ευρέθησαν, ούτως ώστε δεν έγινεν η πάρεργος αύτη υπόθεσις ολιγώτερον θαυμασία από την κυρίως υπόθεσιν δια την οποίαν μετέβαινεν ο Άγιος. Μάλιστα από τούτο κατωρθώθη και εκείνο ταχύτερον, διότι όσοι είδον τοιούτον φρικωδέστατον θέαμα, έδραμον εις την πόλιν πρότερον, κηρύττοντες μεγαλοφώνως το θαυματούργημα. Τούτο μαθών και ο έπαρχος εξεπλήττετο και ευλαβηθείς τον Άγιον ελευθερώνει τον φίλον του και χαρίζει τούτον εις αυτόν μετά χαράς αντιλαμβάνων παρά του Αγίου την ευλογίαν του. Ο δε Άγιος, λαβών αυτόν, έστρεψεν οπίσω χαίρων και αγαλλόμενος. Ουχί δε μόνον της θαυματουργίας την χάριν είχεν ο Άγιος, αλλά και το της προφητείας και προοράσεως και διοράσεως χάρισμα, γνωρίζων τα κρύφια μυστήρια και τας αμαρτίας εκάστου, τον οποίον έβλεπεν. Όθεν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον έως ότου φέρη αυτόν εις μετάνοιαν, από δε το κάτωθεν θαύμα να πιστωθήτε την αλήθειαν.                                                                                                                                  
Ηγάπα ο Άγιος πάντοτε κατά πολλά την ταπείνωσιν, εταλαιπώρει δε εαυτόν και εις τα αναγκαία του σώματος και εξόχως είχε συνήθειαν να περιπατή πεζός, μη ιππεύων, ουδέποτε μιμούμενος τον Διδάσκαλον και Σωτήρα μας. Μίαν δε φοράν είχεν οδοιπορήσει επί πολύ και διαβαίνων από χωρίον τι κάθιδρως και κεκοπιακώς από το μάκρος της οδού επήγεν εις φίλον του, να λάβη άνεσιν, εκείνος δε τον υπεδέχθη αγαλλιώμενος, ξενίζων αυτόν και ετοιμάζων νιπτήρα να πλύνη χριστομομήτως τους πόδας του. Οι δε γείτονες, ακούσαντες ότι ο μέγας Σπυρίδων ήτο εκεί, έτρεχον όλοι και εφιλονείκουν τις να τον περιποιηθή περισσότερον. Γυνή δε τις αμαρτωλή επήγε να φιλήση τους πόδας του, αυτός δε γνωρίσας με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος την απόκρυφον αμαρτίαν της γυναικός, της είπεν ηπίως και ταπεινώς, χωρίς να τον ακούση άλλος τις· «Μη μου εγγίσης, ω γύναι». Τούτο δε είπε, δια να την κάμη να έλθη εις μετάνοιαν και να μισήση την πονηράν εργασίαν, καθώς και ύστερον έγινε, διότι σπεύδουσαν περισσότερον να πλησιάση την ήλεγξεν εκφώνως ο Άγιος και φανερώς την αμαρτίαν αυτής κατωνόμασε. Τότε η γυνή εκείνη παρακινουμένη από τον της συνειδήσεως έλεγχον και εκπληττομένη εις τοιούτον θαυμάσιον, έκλινεν εις την γην την κεφαλήν μετά πολλής κατανύξεως και έπλυνε τους πόδας αυτού, ουχί δια ύδατος χλιαρού, αλλά μάλιστα δια δακρύων θερμών, εξομολογουμένη παρρησία το κεκρυμμένον αυτής ανόμημα. Καθώς δε αυτή εμιμήθη την πόρνην, ήτις έδραμεν εις τον Δεσπότην Χριστόν και πλύνουσα δια των δακρύων της τους αχράντους πόδας του Κυρίου, έλαβε των ανομημάτων την συγχώρησιν, ούτω και ο Άγιος μιμούμενος τον Χριστόν της είπε τα αυτά τα σωτήρια λόγια· «Θάρσει, θύγατερ· αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Ματθ. θ: 2)· και· «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν. ε: 14). Ούτω λοιπόν εθεραπεύθη η ασθενής, όσοι δε άλλοι ήκουσαν την υπόθεσιν έλαβον παρ΄ αυτής παράδειγμα διορθώσεως. Αρκετός είναι ο λόγος έως εδώ και ήρκουν τα προρρηθέντα θαυμάσια να φανερώσουν την αρετήν του μεγάλου Σπυρίδωνος· αλλά δια να εννοήσητε ποίος ήτο εις την πίστιν και πόσον ζήλον είχε προς την ευσέβειαν, ακούσατε και το εφεξής.                                                       
Όταν εβασίλευσεν ο Μέγας Κωνσταντίνος συνηθροίσθη η Αγία και περιώνυμος Α΄ Οικουμενική Σύνοδος των Τριακοσίων Δέκα και Οκτώ (318) Θεοφόρων Παυέρων, δια να καταδικάσουν την αίρεσιν του ασεβούς Αρείου, του λέγοντος κτίσμα τον Κτίστην και να δογματίσουν τον Υιόν του Θεού ομοούσιον του ανάρχου Πατρός. Ήσαν δε οι πρώτοι υπέρμαχοι της αιρέσεως, ο Νικομηδείας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θέογνις και ο Χαλκηδόνος Μακάριος, οίτινες έχοντες αρχηγόν τον Άρειον, εφρόνουν κτιστόν τον αληθινόν Υιόν του Θεού οι ασύνετοι. Ω μανίας και λύσσης αμέτρου! Τα πονηρότατα κτίσματα εδογμάτιζον κτίσμα τον Κτίστην της κτίσεως. Οι δε της ευσεβείας υπέρμαχοι, οίτινες συνηθροίσθησαν δια να στερεώσουν την Ορθόδοξον Πίστιν και να καταδικάσουν την αντίχριστον πλάνην, ήσαν οι περισσότεροι, ήσαν δε άπαντες Πατέρες ενάρετοι και θαυμάσιοι, αι πράξεις και αρεταί των οποίων έλαμπον με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Μεταξύ δε τούτων διεκρίνοντο ο μέγας εν Αγίοις Αλέξανδρος, όστις ήτο μεν τότε ακόμη Ιερομόναχος, αλλ΄ επείχε τον τόπον του μακαρίου Μητροφάνους Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, όστις ήτο κλινήρης και ο μέγας Αθανάσιος, Διάκονος τότε ακόμη ων, επέχων το τόπον του Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Κατά τούτων εφθόνησάν τινες, διότι δεν είχον ακόμη το αξίωμα της Αρχιερωσύνης, όμως ούτοι ήσαν πρώτοι εις τας διαλέξεις.                                                                                         
Πλησίον λοιπόν τοιούτων φωστήρων ήτο και ο ταπεινόφρων Σπυρίδων, του οποίου η αρετή και η θεία Χάρις, ήτις κατώκει εις αυτόν, επερίσσευσε την κοσμικήν σοφίαν των φιλοσόφων. Εις δε φιλόσοφος ήτο εις το λέγειν ικανώτερος των άλλων, διότι είχε μεγάλην ευγλωττίαν και μάθησιν και τόσον εβοήθει τον Άρειον με την πολλήν εμπειρίαν του, ώστε απεστόμωνε πολλούς και οι Ορθόδοξοι δεν ηδύνατο να αναπτύξουν εις βοήθειάν των συλλογισμόν τινα, τον οποίον να μη αντικρούση με την πολλήν του μάθησιν ο φιλόσοφος. Δια να φανή λοιπόν  ότι η νίκη δεν είναι εις τα λόγια των ψευδοσυλλογισμών, αλλ΄ εις την αλήθειαν του Χριστού, δεν τον ενίκησεν άλλος τις από τους εγγραμμάτους Πατέρας, ειμή ο απλούς και αγράμματος Σπυρίδων, όστις δεν εγνώριζεν άλλο τι ειμή Ιησούν τον Εσταυρωμένον. Όταν λοιπόν είδε τον φιλόσοφον θερμαινόμενον πολύ από την διάλεξιν, να λέγη λοιδορίας κατά του Χριστού και άλλα λόγια βλάσφημα, επλησίασε και του λέγει ο Άγιος· «Έλα να ομιλήσης και μετ΄ εμού, φιλόσοφε». Τότε οι άλλοι Ορθόδοξοι, γνωρίζοντες την απλότητα αυτού, την απαιδευσίαν εις την Ελληνικήν γλώσσαν και την μικράν μάθησίν του, τον ημπόδιζον και δεν τον άφηνον να ομιλήση με τον φιλόσοφον. Ο δε Άγιος γνωρίζων πόσα περισσότερα δύναται να επιτύχη η άνωθεν σοφία από την ανθρωπίνην την καταργουμένην και άσοφον, δεν υπήκουσεν εις τούτο· όθεν είπε ταύτα προς τον φιλόσοφον· «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού δος και εις εμέ ολίγην ακρόασιν». Ο δε ρήτωρ του λέγει· «Ειπέ ει τι θέλεις». Τότε ο μέγας την αρετήν και απλούς την μάθησιν Σπυρίδων υπό του Παναγίου Πνεύματος εμφορούμενος και κρατών εις χείρας κεραμίδα, λέγει· «Εις είναι ο Θεός του ουρανού και της γης, ο των απάντων Δημιουργός. Ούτος έκαμε τας ουρανίους Δυνάμεις, έπλασε τον άνθρωπον και εποίησεν όλα τα φαινόμενα και τα αόρατα πράγματα. Με τούτου τον Λόγον και το Πνεύμα ηπλώθη ο ουρανός, παρήχθη η γη, συνήχθη η θάλασσα, ετάθη ο αήρ, εγεννήθησαν όλα τα ζώα και επλάσθη ο άνθρωπος, το μέγα τούτο κτίσμα και θαυμάσιον δημιούργημα. Όλα από τούτον έγιναν· αστέρες, φωστήρες, ημέρα, νύκτα και τα επίλοιπα. Τούτον τον Λόγον γνωρίζοντες ημείς, ότι είναι Υιός του Θεού αληθής, ομοούσιος με τον Πατέρα, πιστεύομεν ότι εγεννήθη από την Παρθένον, εσταυρώθη και ετάφη ως άνθρωπος και ως Θεός ανέστη συναναστήσας και ημάς, και χαρίζει ημίν άφθαρτον ζωήν και αϊδιον. Τούτον πιστεύομεν ακόμη Κριτήν του κόσμου, όστις μέλλει να έλθη δια να κρίνη τον κόσμον όλον, ημείς δε θέλομεν δώσει εις Αυτόν απολογίαν δι΄ όλα τα έργα, τους λόγους και τα ενθυμήματα ημών».                                                                                
«Τούτον γνωρίζομεν Ομοούσιον με τον Πατέρα, Σύνθρονον, Ομότιμον και Ομόδοξον. Η Αγία Τριάς όμως αν και είναι τρία Πρόσωπα και τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, όμως και τα τρία αυτά πρόσωπα είναι εις Θεός και μία Ουσία άρρητος και ακατάληπτος, την οποίαν ο νους του ανθρώπου δεν δύναται να χωρέση και να καταλάβη, δια το άπειρον της Θεότητος· διότι καθώς είναι αδύνατον να βάλης όλον το πέλαγος της θαλάσσης εις μικρότατον αγγείον, ούτω δεν είναι δυνατόν ανθρώπινος νους να χωρέση το άπειρον πέλαγος της ακαταλήπτου Θεότητος· και δια να πιστωθής την αλήθειαν, πρόσεχε εις τούτο το μικρόν και ευτελέστατον πράγμα, αν και δεν έπρεπε να παρομοιάσωμεν εκείνην την άκτιστον και υπερούσιον Φύσιν με κτιστόν και φθαρτόν δημιούργημα, όμως, επειδή οι οφθαλμοί είναι πιστότεροι των ώτων και πας ολιγόπιστος, όπως σεις, δεν πιστεύει εν ευκολία, εάν δεν ίδη με τους σωματικούς οφθαλμούς, δια τούτο θέλω σας αποδείξει οφθαλμοφανώς την αλήθειαν με την κεραμίδα ταύτην, ήτις είναι και αυτή και τρισύνθετος και μιας ουσίας και φύσεως».                                                                        
Αφού είπε ταύτα ο Άγιος, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού με την δεξιάν, εκράτει δε με την αριστεράν την κεραμίδα και λέγει· «Εις το όνομα του Πατρός», και ευθύς, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ βασιλεύς! το πυρ εκ του οποίου ήτο εψημένη η κεραμίς, ανέβη προς τα άνω· λέγει είτα «και του Υιού», και ευθύς το ύδωρ δι΄ ου επλάσθη αύτη έρρευσε προς τα κάτω· λέγει πάλιν· «και του Αγίου Πνεύματος», και ανοίξας την χείρα του, είχε μείνει εν αυτή μόνον το χώμα εξ ου κατεσκευάσθη αύτη. Το θαύμα τούτο βλέποντες άπαντες εξέστησαν και μάλιστα ο φιλόσοφος, ο οποίος την μεν ακοήν επλήγη, την δε ψυχήν εξεπλάγη και η φωνή του εχάθη. Μετά δε ώραν ικανήν απεκρίνατο· «Όσα είπες, Άγιε άνθρωπε, τα δέχομαι όλα και τα ομολογώ». Ο δε Άγιος του λέγει· «Επειδή λοιπόν ομολογείς με τον λόγον, έλα να δείξης και με το έργον, ότι πράγματι γνωρίζεις ποίος είναι ο Θεός όστις εποίησε τα πάντα· ας υπάγωμεν εις την Εκκλησίαν να λάβης το σημείον της Ορθοδόξου Πίστεως».       
Τότε ο φιλόσοφος, επιστρέψας ευθύς προς ακριβή θεοσέβειαν, είπε προς τους παρεστώτας και τους μαθητάς αυτού ταύτα· «Ω άνδρες, έως ου ο αγών περιωρίζετο εις λόγους μόνον, αντέλεγον και εγώ με την τέχνην της έξω σοφίας· αλλ΄ εφ΄ όσον όχι πλέον λόγοι, αλλά θεία τις Δύναμις και θαυματουργία ηγέρθη εναντίον μου και μου απέδειξε με την απλότητα των λόγων του Αγίου τούτου ανδρός την άρρητον αυτής Δύναμιν, ομολογώ ότι ενικήθην. Δεν εντρέπομαι δε να είπω τούτο, αλλά συμβουλεύω και σας να μισήσητε την απιστίαν εξ όλης καρδίας σας, και πιστεύοντες εις τον Χριστόν, να ακολουθήσητε εις την Πίστιν του Αγίου τούτου γέροντος, του οποίου η μεν γλώσσα είναι ανθρωπίνη, τα δε λόγια αγγελικά και ουράνια». Πόσην αισχύνην νομίζετε, ω ακροαταί, να έλαβον εκ των λόγων τούτων οι Αρειανοί και πόσην τιμήν και χαράν οι νικήσαντες Ορθόδοξοι; Τοσαύτη ήτο η νίκη των Ορθοδόξων, ώστε δεν έμειναν εις την αρειανήν πανωλεθρίαν ειμή μόνον εξ, οι δε λοιποί άπαντες επέστρεψαν εις την Ορθοδοξίαν, γνωρίσαντες την αλήθειαν. Ούτω λοιπόν εκυρώθη η απόφασις της Συνόδου και έμειναν οι αιρετικοί καταφρονεμένοι, οι δε ευσεβείς αγαλλόμενοι και έκθαμβοι από την θαυματουργίαν του απλουστάτου Σπυρίδωνος. Ευχαριστούντες όθεν τον Σωτήρα Κύριον, είχον τον Άγιον εις μεγάλην ευλάβειαν, όχι μόνον ο κοινός λαός και οι Αρχιερείς, αλλά και αυτός ο βασιλεύς τον εθαύμασε και τον ετίμησεν ικανώς, τον παρεκάλει δε να δέεται υπέρ αυτού πάντοτε εις τον Θεόν. Αφού δε ετελειώθη η Σύνοδος τον προέπεμψε κατευόδιον εις τον τόπον του.          
Ελθών εις την Κύπρον ο Άγιος, εύρεν αποθαμμένην την θυγατέρα του Ειρήνην, η οποία δεν είχε γνωρίσει άνδρα, αλλ΄ είχε φυλάξει την παρθενίαν της άσπιλον, δια να την προσφέρη εις τον ουράνιον Νυμφίον Χριστόν. Υπέμεινε δε ο Άγιος την θλίψιν καρτερικώς ως φρόνιμος, μετ΄ ολίγας δε ημέρας έρχεται γυνή τις δακρυρροούσα, και του λέγει, ότι έδωσε παρακαταθήκην τινά εις την θυγατέρα του, ήτοι χρυσούν κόσμημα πολύτιμον, να της το φυλάξη. Μετά ταύτα εκοιμήθη και δεν επρόφθασε να της το ζητήση. Ο δε Άγιος ερευνήσας όλον τον οίκον επιμελώς και μη ευρίσκων το ζητούμενον, επήγεν εις τον τάφον της θυγατρός του, ακολουθούντων και ετέρων τινών, και ομιλήσας προς αυτήν ως να ήτο ζώσα την ηρώτησε λέγων· «Ειρήνη τέκνον μου, που άβαλες το χρυσούν κόσμημα της γυναικός»; Η δε νεκρά με ζώσαν φωνήν απεκρίνατο· «Εις τον δείνα τόπον το έχω φυλαγμένον, Πάτερ μου». Έφριξαν τότε πάντες οι ακούσαντες εις το παράδοξον τερατούργημα. Ο δε Άγιος, ως να ήτο ζωής και θανάτου κύριος, είπε πάλιν προς αυτήν· «Κοιμήθητι, τέκνον, έως να σε αναστήση ο Κύριος εις την κοινήν ανάστασιν». Είτα πορευθείς εις τον τόπον, τον οποίον του υπέδειξεν η θυγάτηρ του, εύρε το χρυσίον, και ούτως έλαβε πίστωσιν περισσοτέραν το θαυμάσιον.                                                                          
Δια να μη απομείνει άμοιρος της χάριτος του Αγίου η Αντιόχεια, ακούσατε τι ο Θεός ωκονόμησε. Μετά την κοίμησιν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διεμοίρασαν οι υιοί αυτού το Βασίλειον, και επήρε τα μέρη της Ανατολής ο Κωνστάντιος. Ευρισκόμενος δε ούτος εις την Αντιόχειαν, περιέπεσεν εις δεινήν ασθένειαν και δεν ηδύνατο ουδείς ιατρός να τον θεραπεύση, ειμή μόνον ο μέγας και Παντοδύναμος Θεός, όστις ιατρεύει τας ψυχάς και τα σώματα, προς τον οποίον ηύχετο καθ΄ εκάστην και ο βασιλεύς δεόμενος μετά πολλής ευλαβείας και ταπεινότητος. Νύκτα δε τινα βλέπει εις το όραμά του Άγγελον Κυρίου, και του δεικνύει χορόν Επισκόπων, εις το μέσον του οποίου ίσταντο δύο, ως προστάται και αρχηγοί των άλλων, και του λέγει· «Βλέπεις εκείνους τους δύο Επισκόπους, ω βασιλεύς; αυτοί μόνον δύνανται να σε θεραπεύσουν». Εγερθείς του ύπνου διελογίζετο τίνες να ήσαν εκείνοι, τους οποίους του έδειξεν ο Άγγελος· αλλά να εννοήση ουδόλως ηδύνατο, διότι ούτε όνομα των ανδρών του είπεν, ούτε πατρίδα. Έστειλε λοιπόν πρόσταγμα να συναχθούν εις το παλάτιόν του όλοι της επαρχίας του οι Επίσκοποι, δια να εύρη τους οραθέντας. Τούτου γενομένου, συνήχθησαν Επίσκοποι ικανοί, αλλά δεν είδε μεταξύ αυτών τον ποθούμενον. Όθεν στέλλει και εις την Κύπρον γράμματα να έλθωσι και αυτής οι Επίσκοποι. Τότε ο μέγας Σπυρίδων, υποτασσόμενος εις το βασιλικόν πρόσταγμα, επήγεν ευθύς συνοδευόμενος από φίλον του τινά, ενάρετον και άγιον άνθρωπον, Τριφύλλιον το όνομα, όστις δεν ήτο ακόμη τότε Επίσκοπος, αλλ΄ ο Άγγελος του έδειξεν ούτω του βασιλέως, διότι ήτο εψηφισμένος από την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Απήλθον λοιπόν και οι δύο εις τα βασίλεια, ενδεδυμένοι ταπεινά, καθώς ήσαν και εις την γνώμην και εις το φρόνημα. Όταν δε εισήλθον εις το παλάτιον, ιδών αυτούς ούτως ευτελείς υπηρέτης τις αυθάδης και πολύ αναίσχυντος, του εφάνησαν ανάξιοι να υπάγουν εις τον βασιλέα τοιούτοι άνθρωποι και διώκων αυτούς, έδωκε ράπισμα του ευλογημένου Σπυρίδωνος, όστις, ως γενναία ψυχή όπου ήτο και έτοιμος να πάθη και περισσότερα δι΄ αγάπην του Διδασκάλου του, έκαμεν εκείνο, το οποίον αυτός ο Χριστός παραγγέλλει εις το ιερόν Ευαγγέλιον, στρέφει δηλαδή και το άλλο μέρος του προσώπου του δια να του δώση και δεύτερον ράπισμα. Αυτή η μεγάλη ταπείνωσις συνεκλόνισεν εκείνον τον άφρονα, μάλιστα δε ακούσας ότι ήτο Αρχιερεύς προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και εδέετο μετά δακρύων να του δώση συγχώρησιν. Τότε ο Άγιος τον συνεχώρησε παρευθύς, μιμούμενος την μακροθυμίαν του Σωτήρος, και με λόγους ψυχωφελείς τον ενουθέτησε να μη είναι πλέον τόσον αυθάδης και υβριστής προς τους ξένους ανθρώπους και μάλιστα τους εκκλησιαστικούς. Ακολούθως ανέβησαν εις το παλάτιον και εισήλθον εις την αίθουσαν του θρόνου. Βλέπων δε ο Τριφύλλιος τόσον ωραία και πλούσια πράγματα, εθαύμαζε, διότι δεν τα είχεν ίδει άλλην φοράν.                                                                 
Ήτο δε τότε νέος την ηλικίαν ο Τριφύλλιος και ιδών τον βασιλέα με φοβερόν και περίδοξον σχήμα, επί του θρόνου καθεζόμενον, εξεπλήττετο. Ο δε Άγιος εγνώρισε τους διαλογισμούς του Τριφυλλίου και του λέγει· «Τι θαυμάζεις; Μηπως αυτός είναι θαυμασιώτερος από τους άλλους ανθρώπους ή δικαιότερος, επειδή έχει τοσαύτην κενοδοξίαν και ματαιότητα; Δεν αποθνήσκει και αυτός αύριον ως ο ευτελής και άδοξος πένης; Μήπως δεν θα τον βάλουν και αυτόν εις τον τάφον να σαπηθή; Ή μήπως και εις το φοβερόν Δικαστήριον δεν θα παρασταθή με τρόπον αδέκαστον; Διατί τιμάς τα φθαρτά και τα ρέοντα ως εστώτα και δεν στοχάζεσαι εκείνην την δόξαν την επουράνιον»; Ενώδε ούτως αυτοί συνωμίλουν, τους εκύτταζεν από τον θρόνον ο βασιλεύς και βλέπων ότι το σχήμα του Αγίου ωμοίαζε μετά του υπ΄ αυτού οραθέντος και εις την στολήν και εις την ράβδον και εις τα επίλοιπα, τον εγνώρισεν· αλλά τον Τριφύλλιον δεν ηδύνατο να τον γνωρίση, διότι δεν ήτο καθώς τον είδεν εις την όρασιν. Τότε από την χαράν λησμονήσας την ασθένειαν και το της αλουργίδος αξίωμα, τρέχει προς τον μέγαν Σπυρίδωνα με πολλήν ταπείνωσιν και ευτέλειαν, δεικνύων δια του έργου πόσον μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ ενός προσκαίρου βασιλέως και ενός δούλου του Επουρανίου και Αιωνίου Παντάνακτος και υποκλίνας την κεφαλήν εζήτει την ευχήν του Αγίου μετά δακρύων, ως να ήτο αύτη κανέν ισχυρότατον φάρμακον, το οποίον ηδύνατο ευκόλως να θεραπεύση το πάθος του. Πράγματι, ευθύς ως ήγγισεν η χειρ του Αγίου εις την βασιλικήν κεφαλήν (ω της οξυτάτης ιατρείας!) έφυγεν η ασθένεια και έλαβεν ο βασιλεύς την ποθουμένην ίασιν.                                                                     
Τις να διηγηθή την χαράν και αγαλλίασιν, η οποία έγινε την ημέραν εκείνην εις τα βασίλεια; Μεγάλην εορτήν και χαρμόσυνον πανήγυριν ήγειραν, έχοντες όλοι εις τα χείλη των τον Σπυρίδωνα. Αυτός ηκούετο πανταχού, αυτόν έβλεπον όλοι και αυτός ήτο από όλους το τιμώμενον πρόσωπον. Τι όθεν εγένετο; Εθεράπευσε μήπως το σώμα μόνον του βασιλέως ο καλός ιατρός και αφήκε την ψυχήν αθεράπευτον; Όχι· αλλά και εις αυτήν έδωκε τα αρμόδια φάρμακα, λέγων τα εξής ψυχωφελέστατα λόγια· «Ενθυμού πάντοτε, ω βασιλεύ, την ευεργεσίαν, την οποίαν σου έκαμεν ο Θεός ο πανάγαθος και ας είσαι συμπαθής εις τους πταίοντας και εις τους πτωχούς ευεργετικός και φιλόδωρος. Προς όσους είναι υστερημένοι από τα χρειαζόμενα πράγματα, άνοιγε τα σπλάγχνα και την χείρα φιλανθρωπότατα και απλώς όσον υπερβαίνειςτους άλλους εις την αξίαν, τόσον πρέπει να είσαι και εις την αρετήν υψηλότερος, διότι, εάν δεν είσαι τοιούτος, δεν λογίζεσαι βασιλεύς, αλλά άθλιος τύραννος. Μεταξύ δε των άλλων φύλαττε ακριβώς την ευσέβειαν και μη δεχθής παραμικρόν τι δόγμα, το οποίον να μη δέχεται η Αγία Εκκλησία μας».                                      
Ο μεν λοιπόν Άγιος είπε ταύτα· ο δε βασιλεύς, θέλων να του ανταμείψη την χάριν, του έδιδε πολύ χρυσίον, αλλ΄ αυτός δεν το εδέχθη ουδόλως, λέγων· «Δεν είναι πρέπον, ω βασιλεύς, να με ανταμείψης με μισητήν φιλίαν. Φαίνεται εις σε εύλογον να διαπλεύσω τοσούτον πέλαγος, να υπομείνω την δριμύτητα του χειμώνος και των ανέμων την αγριότητα, δια να λάβω χρυσίον εις πληρωμήν, το οποίον είναι πάντων των κακών η αιτία και πάσης δικαιοσύνης απώλεια»; Αλλ΄ όσον εκείνος επροφασίζετο, τόσον ο βασιλεύς εδέετο βιαιότερον, παρακαλών αυτόν να το δεχθή, διότι εθεώρει μεγάλην δι΄ αυτόν αισχύνην να λάβη τοιαύτην ευεργεσίαν και να μη δώση ουδεμίαν ανταμοιβήν. Όθεν ηναγκάσθη ο Άγιος να λάβη βιαίως το χρυσίον, πριν όμως εξέλθη από την χώραν το διεμοίρασεν όλον εις τους πένητας, διδάσκων με την πράξιν πως πρέπει να υπολογίζουν τον χρυσόν όσοι ποθήσωσι τον Χριστόν· διότι όστις επιθυμεί χρήματα, είναι αυτοθέλητος αιχμάλωτος αυτών. Τούτο μαθών ο βασιλεύς τον ηυλαβήθη ακόμη περισσότερον, ενθυμούμενος δε τας νουθεσίας του πάντοτε έκαμνε πολλήν φιλανθρωπίαν εις ξένους και πένητας, χήρας και ορφανά ηυσπλαγχνίζετο και πάντας τους ενδεείς πλουσιοπαρόχως ηλέει· αλλά και δια τους Κληρικούς όλους εκ της αγάπης του Σπυρίδωνος ενομοθέτησε πρώτος αυτός από όλους τους βασιλείς, να μη πληρώνουν φόρον τινά, κρίνων άπρεπον να πληρώνουν οι υπηρέται και αντιπρόσωποι του επουρανίου Βασιλέως φόρους εις τον επίγειον και θνητόν άνακτα.                                
Αφού ανεχώρησεν ο Άγιος από τα βασίλεια, τον επήρε φιλόχριστος τις να τον φιλοξενήση εις την οικίαν του· εκεί ήλθε γυνή τις βάρβαρος, μη γνωρίζουσα να ομιλήση ελληνικά, βαστάζουσα βρέφος αποθαμμένον εις τας αγκάλας της και το θέτει εις τους πόδας του Αγίου, δεομένη με νεύμα και σχήματα και άμετρα δάκρυα να το αναστήση. Την ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, επόνεσε τα σπλάγχνα ως συμπαθέστατος και εβούλετο να κάμη προς Θεόν δέησιν· αλλά πάλιν του εφαίνετο τόλμη μεγάλη να ζητήση από τον Δεσπότην Χριστόν τοιούτον χάρισμα. Συνεβουλεύθη όθεν τον Διάκονόν του Αρτεμίδωρον, άνθρωπον ευλαβή και ενάρετον, τι να πράξη. Ο δε απεκρίνατο· «Επειδή ο ελεήμων Θεός επακούει τας προσευχάς σου, καθώς πολλάκις εγνωρίσθη, δεήσου της ευσπλαγχνίας του να αναζωώση και τούτο τα βρέφος· τον βασιλέα ιάτρευσας και τους πτωχούς ν΄ αφήσης παραπονουμένους»; Πείθεται εις την καλήν συμβουλήν ο Άγιος, κλίνει τα γόνατα, καταβρέχει την γην με δάκρυα και δέεται του ευσπλάγχνου Ιατρού μετά πίστεως να αναστήση τον παίδα της ταλαιπώρου μητρός και να την δείξη «επί τέκνω ευφραινομένην» (Ψαλμ. ριβ: 9). Ούτω λοιπόν ο Άγιος προσηύξατο· ο δε παντοδύναμος Θεός, ο αναστήσας ποτέ δια Ηλιού τον παίδα Σαραφθίας της Σωμανίτιδος, αυτός πάλιν και του Σπυρίδωνος ήκουσε και ηγέρθη θαυμασίως το πρώην νεκρόν παιδίον και κλαυθμηρίζον εζήτει την τροφόν και μητέρα του. Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Ως είδεν η γυνή ζων το ηγαπημένον τέκνον της, από την υπερβολήν του πράγματος και την άμετρον χαράν της εξέψυχε. Παρακάλεσε λοιπόν πάλιν τον μέγαν Σπυρίδωνα ο Αρτεμίδωρος να μη τους αφήση λυπημένους, αλλά καθώς έδωκεν εις την μητέρα το βρέφος, ούτω να δώση και εις το τέκνον την μητέρα του ζώσαν. Πείθεται ο Άγιος και ανυψώσας τους οφθαλμούς προς ουρανόν, εδεήθη πάλιν εις Εκείνον, όστις ζωοποιεί τους νεκρούς και κυβερνά τον κόσμον όλον με την σοφίαν του· είτα στρέφει προς την νεκράν και λέγει· «Εν ονόματι του Κυρίου ανάστηθι». Η δε ευθύς ηγέρθη ως από ύπνου και λαμβάνει το βρέφος εις τας αγκάλας της. Τούτου γενομένου, παρήγγειλεν εις την γυναίκα και εις τον Διάκονον να μη φανερώσουν εις ουδένα το θαυμάσιον. Αλλ΄ ο Διάκονος, εν όσω μεν έζη ο Άγιος, δεν το είπεν· αφού όμως εκοιμήθη, το εδημοσίευσε πανταχού, κρίνων ζημίαν των φιλοθέων να σιωπήση το τοιούτον τεράστιον.                                                                               
Αφού επέστρεψεν από την Αντιόχειαν εις την Κύπρον ο Άγιος και έφθασε Χάριτι Θεού κατευόδιον εις τον οίκον του, επήγεν άνθρωπος τις εις αυτόν να αγοράση αίγας, αφού δε συνεφώνησαν την τιμήν εκάστης αιγός, είπεν ο Άγιος εις τον αγοραστήν να βάλη εις εν μέρος τα χρήματα δι΄ όσας αίγας θα αγοράση και ούτω να τας λάβη. Αυτός δε βλέπων ότι από την απλότητά του ούτε καν εμέτρησε τα αργύρια, εκράτησε την αξίαν μιας αιγός και επλήρωσε τας άλλας. Ο Άγιος όμως, ως προορατικός, εγνώρισε τον δόλον, αλλά δεν είπε τίποτε, όταν δε επήγαν εις την μάνδραν, είπε προς αυτόν· «Είσελθε, τέκνον, και λάβε όσας επλήρωσας». Εκείνος όμως, ως φιλάργυρος, έλαβε και μίαν επί πλέον απλήρωτον, όταν δε απεμακρύνθη ολίγον, επέστρεψεν η αίξ, ως να είχε γνώσιν ότι ήτο απλήρωτος και εισήλθεν εις την μάνδραν και ούτως εποίησε τρις. Ο δε αδικητής εκείνος, βλέπων ότι αύτη δεν τον ηκολούθει, την εσήκωσεν εις τον ώμον του. Η δε πάλιν αντεμάχετο και εφώναζεν ελέγχουσα τον πλεονέκτην, ηγωνίζετο δε να φύγη από τας χείρας του και τον εκτύπα με τα κέρατα, ώστε εθαύμαζον οι παρεστώτες. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Τέκνον, μήπως και ελησμόνησες να την πληρώσης και δια τούτο δεν έρχεται»; Τότε ωμολογήσας την αλήθειαν, εζήτησε συγχώρησιν και αφού την επλήρωσεν, εξήλθεν εκείνη μόνη από την μάνδραν και τον ηκολούθει.                                         
Εις την αυτήν νήσον και εις απόστασιν τριάκοντα σταδίων (5.550μ. περίπου) από της Μητροπόλεως Κωνσταντίας, είναι χωρίον Ερυθρά καλούμενον. Εις τούτο απήλθε ποτέ ο Άγιος δια τινα υπόθεσιν και εισελθών εις την Εκκλησίαν προσέταξε τον Διάκονον του χωρίου να είπη τον εσπερινόν σύντομα, διότι ήτο από την οδοιπορίαν κατάκοπος και ήθελε να αναπαυθή. Ο Διάκονος όμως έψαλλεν αργά το «Κύριε, εκέκραξα», δια να τον επαινέσουν. Τότε ο Άγιος βαρυνθείς, του λέγει αυστηρά· «σιώπα»· ευθύς δε εχάθη η φωνή του και έμεινε βωβός και άφωνος ο προ μικρού υψίφωνος και μεγαλόφωνος. Όθεν ετελείωσε τον Εσπερινόν μόνος ο Άγιος. Τούτο μαθόντες άπαντες οι κάτοικοι του χωρίου εκείνου συνήχθησαν όλοι, αφ΄ ενός μεν δια να ίδωσι τον Άγιον, αφ΄ ετέρου δε δια να τον παρακαλέσουν να ευσπλαγχνισθή τον Διάκονον, εξόχως μάλιστα οι συγγενείς του εδέοντο να τον συγχωρήση. Ο δε Άγιος προσευχηθείς του επανέφερε μεν την φωνήν όχι όμως και τόσον εύλαλον ως το πρότερον, αλλ΄ ολίγον βραχείαν, τούτο δε έπραξεν εις ψυχικήν θεραπείαν του και δια να μη υπερηφανεύηται.                                                                                                                                   
Άλλοτε πάλιν εισήλθεν ο Άγιος εις την Εκκλησίαν να ψάλη Εσπερινόν και σταθείς φαιδρός εις το θυσιαστήριον εφημέρευεν· αλλ΄ άνθρωποι δεν ήσαν εκεί να αποκριθώσιν, ειμή μόνον Διάκονος τις, όστις ήναπτε τας κανδήλας και ο οποίος ήκουε φωνή άνωθεν αοράτως, ως μυριάδων ανθρώπων, αποκρινομένην και λέγουσαν· «Και τω Πνεύματί σου», ήτο δε η φωνή αυτή τόσον γλυκυτάτη και εναρμόνιος, ώστε δεν ωμοίαζεν ουδόλως με ανθρωπίνην. Καθώς δε ετελείωνεν ο Διάκονος την ευχήν με φόβον και έκστασιν, ήκουε πάλιν, ω του θαύματος! το «Κύριε, ελέησον» θεσπεσίως επαδόμενον. Η δε φωνή αυτή ηκούσθη και έξω της Εκκλησίας· όθεν οι πλησίον εκεί κατοικούντες, ακούοντες την μελωδικήν αυτήν βοήν, έδραμον εις τον Ναόν και εισελθόντες εις αυτόν εύρον τον Αρχιερέα μόνον και ολιγοστούς άλλους, οίτινες ομοίως έλεγον ότι ήκουον μεν φωνήν έμμουσον πλήρη αγαλλιάσεως θειοτάτης, αλλ΄ ουδένα έβλεπον. Θαυμάσαντες λοιπόν όλοι εδόξαζον τον Θεόν, όστις δοξάζει τους δούλους του. Άλλοτε έψαλλε τον Εσπερινόν, εις δε το μέσον αυτού εκάη το έλαιον του λύχνου και έμελλε να σβύση· όθεν ίστατο με λύπην ο Άγιος και έβλεπε τον λύχνον. Ευθύς τότε από αόρατον δύναμιν εξεχείλισεν ούτος από έλαιον, το οποίον εχύνετο κατά γης, έβαλον δε οι υπηρέται κάτωθεν αυτού αγγεία πολλά, τα οποία εγέμισαν.                                                                                     
Καιρόν τινα επήγεν ο Άγιος εις χώραν καλουμένην Κυρήνην με τον μαθητήν του Τριφύλλιον, όστις ήτο τότε χειροτονημένος Επίσκοπος. Ενώ δε διέβαινον από τόπον ωραιότατον, Παρτύμνην λεγόμενον, βλέπων ο Τριφύλλιος την ωραιότητα και την τερπνότητα αυτού, επεθύμησε να αποκτήση και αυτός εκεί περιβόλιον και να το αφιερώση εις την Επισκοπήν του. Και μόνον όμως ότι διελογίσθη τούτο απλώς, χωρίς να είπη τίποτε δια στόματος, εγνώρισεν ο Άγιος τον διαλογισμόν του και του λέγει· «Διατί βάλλεις εις την καρδίαν σου κενά και μάταια πράγματα και επιποθείς δένδρα και χωράφια, τα οποία φαίνονται μόνον ότι είναι αληθινά, πλην όμως δεν έχουν τίποτε άλλο εκτός από το όνομα; Ημείς έχομεν εις τους ουρανούς αγαθά πανευφρόσυνα, άφθαρτα και αιώνια και οικίαν αχειροποίητον· αυτά να επιποθής, Τριφύλλιε, και με εκείνων την ελπίδα να χαίρης και προ της ώρας, διότι εκείνα δεν μεταβιβάζονται από του ενός εις τον άλλον, αλλ΄ όστις αξιωθή άπαξ να τα απολαύση, είναι παντοτεινός κύριος αυτών». Ταύτα ακούσας ο Τριφύλλιος και μεταμεληθείς, εζήτησε συγχώρησιν, διήλθε δε τόσον ενάρετον βίον ο μακάριος, ώστε έγινε σκεύος εκλογής, κατά τον θείον Παύλον, και ηξιώθη πολλών χαρισμάτων.                                                                                                                       
Γυνή τις ονόματι Σωφρονία, εις την πίστιν ευσεβής, έχουσα άνδρα ειδωλολάτρην, επήγαινεν εις τον Άγιον πολλάκις και τον παρεκάλει να λυτρώση από της απιστίας τον άνδρα της, ο οποίος είχε και πολλήν ευλάβειαν προς τον Άγιον και πολλάκις συνωμίλουν μεταξύ των φιλικώς, διότι ηγωνίζετο ο Άγιος να τον ελκύση. Καθώς λοιπόν έτρωγον ομού ημέραν τινά εις την Επισκοπήν, είπε ταύτα προς τον υπηρέτην αυτού ο Άγιος· «Γνώριζε, τέκνον, ότι ο βοσκός μας απεκοιμήθη και έχασε τα πρόβατα, αφού δε εξύπνησεν, τα εζήτησεν εις τόπον πολύν, αλλά δεν ηδυνήθη να τα εύρη· όθεν λυπηθείς δι΄ αυτό, μας έστειλεν είδησιν και τώρα έφθασεν εις την θύραν ο απεσταλμένος. Ύπαγε λοιπόν και ειπέ του ότι τα εύρεν όλα ο βοσκός εις το δείνα σπήλαιον και ας μη στενοχωρείται». Αφού λοιπόν είπε ταύτα ο υπηρέτης εις τον απεσταλμένον, ο οποίος, πράγματι, είχε φθάσει εις την θύραν, έμεινεν εκείνος εν αναμονή και εις ολίγον διάστημα έφθασε και έτερος απεσταλμένος, όστις είπε όσα προηγουμένως προείπεν ο Άγιος, ότι δηλαδή ευρέθησαν εις το σπήλαιον τα χαμένα πρόβατα. Ταύτα ακούσας ο ειδωλολάτρης εξέστη και ήθελε να προσφέρη θυσίαν προς τον Άγιον, αλλ΄ ο Άγιος ημπόδισεν αυτόν λέγων· «Εγώ δεν είμαι Θεός, αλλά δούλος του Θεού ομοιοπαθής με σε, αλλά διότι προσκυνώ τον αληθή Θεόν, μου δίδει τοιαύτα χαρίσματα· εάν λοιπόν ομολογήσης και συ Αυτόν Θεόν αληθινόν, τότε θέλεις γνωρίσει το κράτος Αυτού και την άμαχον δύναμιν». Με τοιαύτα λόγια και έργα θαυμάσια έκαμεν η φιλόχριστος εκείνη ψυχή τον ειδωλολάτρην να έλθη προς την ευσέβειαν και ενεδύθη τον Χριστόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Είχε δε ο Άγιος και αιγοπρόβατα, καθώς είπομεν, δια τας ανάγκας των πτωχών της Επισκοπής, νύκτα δε τινα επήγαν κλέπται να τα κλέψωσιν· αλλ΄ ο πανάγαθος Κύριος, ως επιμελητής του Ποιμένος, είχε και την μέριμναν των προβάτων. Μόλις λοιπόν εισήλθον οι κλέπται εις την αυλήν, εις την οποίαν ήσαν τα πρόβατα, ευθύς εδέθησαν αοράτως χείρας και πόδας με δεσμά και αλύσεις· όθεν μη δυνάμενοι να σαλεύσουν, έστεκον ούτως όλην την νύκτα, έχοντες οπίσω τας χείρας δεδεμένας ως κατάδικοι. Ιδών δε αυτούς το πρωϊ ο Άγιος εις τούτο το σχήμα, τους ελυπήθη και ποιήσας δέησιν δι΄ αυτούς, τους ελύτρωσεν από τα δεσμά και τους λέγει· «Τέκνα μου, μη κάμνετε πλέον ούτως, ίνα μη κολασθήτε, αλλά κερδίζετε την ζωοτροφίαν σας με τον κόπον σας». Έπειτα τους έδωκε δωρεάν και δύο κριούς με ιλαρόν πρόσωπον, δια τον κόπον της αθελήτου εκείνης αγρυπνίας των.                                                                                                             
Τον καιρόν εκείνον ηθέλησεν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας να κάμη Σύνοδον, να συναχθούν οι Αρχιερείς όλοι της επαρχίας του και να κάμουν προς τον Θεόν κοινήν δέησιν, δια να συντριβούν όσα είδωλα ευρίσκοντο ακόμη εις διαφόρους τόπους, διότι είχε πολύν πόθον να τα αφανίση τελείως ως ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος. Ήλθον λοιπόν άπαντες οι Επίσκοποι και άλλοι ενάρετοι άνθρωποι και γενομένης κοινής προσευχής, επήκουσεν ο ευεργέτης Θεός των δούλων αυτού και πίπτοντα άπαντα κατά γης συνετρίβησαν και έγιναν κόνις, ένα δε μόνον έμεινεν εις τον τόπον του. Λοιπόν και πάλιν έκαμαν δι΄ αυτό και κοινήν παράκλησιν και ξεχωριστά έκαστος, αλλά το μιαρώτατον εκείνο δεν έπεσε. Τούτο δε όλον έγινεν οικονομικώς, δια να δοξάση τον δούλον αυτού ο Κύριος και να φανερώση εις πολλούς εκείνο, το οποίον δεν εγνώριζον, τουτέστιν οποίος ήτο ο μέγας Σπυρίδων και οποίαν δύναμιν εκέκτητο η δέησίς του. Όθεν την νύκτα εκείνην είδεν ο Πατριάρχης καθ΄ ύπνους Άγγελον Κυρίου και του λέγει· «Μη λυπείσαι δια το είδωλον, το οποίον δεν έπεσε, διότι ούτως είναι το θέλημα του Κυρίου, έως να έλθη από την Κύπρον ο μέγας Σπυρίδων, ο Τριμυθούντος Επίσκοπος, και προσκάλεσον αυτόν τάχιστα». Ταύτα ακούσας ι Πατριάρχης εχάρη λίαν και έστειλε πλοίον και γράμματα παρευθύς, γράφων την αιτίαν και την οπτασίαν, την οποίαν είδε, παρακαλών όπως έλθη χωρίς πρόφασιν τινά ο Άγιος. Λαβών ο Άγιος τα γράμματα του Πατριάρχου ως υπήκοος δεν ημέλησεν, αλλ΄ εκίνησε παρευθύς και φθάνων εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας, τον οποίον λέγουσι νέαν Πόλιν, εξήλθεν από το πλοίον να υπάγη εις το Πατριαρχείον, κατά διάνοιαν προσευχόμενος και ευθύς ως ήγγισεν εις την γην οι πόδες του, το είδωλον εκείνο, το οποίον ανθίστατο πρότερον και δεν έπιπτε με τας ευχάς τόσων Αρχιερέων, εκρημνίσθη, ω του θαύματος! την ώραν εκείνην και έγινε χώμα λεπτότατον. Τούτο ιδών ο Πατριάρχης εγνώρισε τον ερχομόν του Αγίου και λέγει εις τους παρεστώτας· «Να είσθε βέβαιοι, ότι ήλθεν ο μέγας Σπυρίδων και δα τούτο κατεκρημνίσθη το είδωλον». Τότε οι Αρχιερείς και ο λαός όλος εξήλθον μετ΄ ευλαβείας και προϋπήντησαν εντίμως τον Άγιον, καθώς έπρεπε. Τούτο το μέγα θαυμάσιον εκηρύχθη πανταχού και έλαβον όλοι πολλήν αγαλλίασιν και όχι μόνον οι Ορθόδοξοι εις την πίστιν εστερεώθησαν, αλλά και πολλοί Έλληνες εβαπτίσθησαν. Τα θαύματα δε ταύτα του Αγίου όχι μόνον με λόγους απλούς αδημοσιεύθησαν, αλλά και δι΄ εικόνων ιστορήθησαν, όπως δια της εικόνος εκείνης της αψίδος, της μεταξύ του αρχοντικού λεγομένου πυλώνος και του Ναού ισταμένης, εν τη πόλει της Τριμυθούντος. Εις τον Ναόν αυτόν εφημέρευε ζων ο Άγιος και υπό την αψίδα εκείνην υπήρχεν ο τάφος αυτού ο επί αιώνας ολοκλήρους αποθησαυρίσας το ιερόν αυτού Λείψανον. Η δε αγία αυτού μετάστασις εγένετο ούτω.                                                                                                       
Τον καιρόν του θέρους είχεν εργάτας εις το χωράφιόν του και ως ταπεινόφρων εθέριζε και αυτός· τότε, χωρίς καθόλου να φαίνωνται σύννεφα, ήλθον ουρανόθεν ψιχαλίδες λεπταί ωσάν δρόσος μόνον εις την κεφαλήν του Αγίου και όχι άλλου τινός εκ των συμπαρευρισκομένων, εφανέρωσε δε τούτο ότι θάλλει και αυτός κατά τας αρετάς ως αγαθόν σπαρτόν με την ουράνιον δρόσον και ότι ήλθεν η ώρα να εσοδειασθή από τον ουράνιον Γεωργόν ο άριστος ούτος και έμψυχος καρπός. Καθώς λοιπόν έθεσε την δεξιάν χείρα εις την ιεράν αυτού κεφαλήν και δεικνύει εις τους παρεστώτας ταύτην την δρόσον, έγινε και άλλο θαυμάσιον και του εφύτρωσαν την ώραν ταύτην τρίχες τινές ξανθαί και μαύραι, αι οποίαι δεν γνωρίζω τι εσήμαινον· αλλ΄ ο Άγιος εγνώρισε τούτο και λέγει προς τους παρεστώτας· «Μάθετε, ότι εις ολίγην ώραν  χωρίζεται η ψυχή μου από του σώματος, ο δε Πανάγαθος Θεός θέλει τιμήσει με δόξαν πολλήν την τελευτήν μου, αναρίθμητοι δε άνθρωποι θέλουν κάμνει κατά την ημέραν αυτήν μεγάλην πανήγυριν». Αυτά και έτερα προφητεύσας και νουθετήσας τους παρόντας να φυλάττωσι τας εντολάς του Κυρίου και μάλιστα την προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπην, αφήκε την ιεράν του ψυχήν εις χείρας Θεού τη ιβ΄  (12η) Δεκεμβρίου του έτους τμη΄ (348) ων ετών εβδομήκοντα οκτώ (78), καταλιπών εις την πατρίδα αυτού το ιερόν του Λείψανον, προς παραμυθίαν των πιστών και ως πηγήν ιαμάτων. Διότι και τώρα μετά την κοίμησιν αυτού, καθ΄ ο μάλιστα πλησιέστερος προς τον Θεόν και έχων την παρρησίαν μεγαλυτέραν, δεν έπαυσεν ούτε παύει τας θαυματουργίας, αλλά καθ’  εκάστην τελεί εξαίσια, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά εις πίστωσιν και των άλλων και ούτω να χαλάσωμεν τα ιστία του λόγου, διότι επλεύσαμεν μέγα πέλαγος και επιβάλλεται να προσορμισθώμεν τέλος και εις τον λιμένα της σιωπής.                       
Έλεγε φιλόχριστος τις αληθής και ενάρετος, φίλος μέγας του Αγίου ταύτα. «Κατά την δωδεκάτην του Δεκεμβρίου επήγα και εγώ εις την εορτήν του μεγάλου Σπυρίδωνος, και πλησιάσας εις τον τάφον του, ησθανόμην θείαν επισκοπήν ενεργουμένην από το άγιον αυτού Λείψανον, και τόσην άνεσιν και γλυκύτητα έλαβεν η καρδία μου, ώστε επήρθη το πνεύμα μου και μόνον τα ουράνια αγαθά εφαντάζετο. Λησμονήσας όθεν παντελώς τα επίγεια, αλλά και του ιδίου μου σώματος, έμεινα άφωνος και άσιτος, ούτε ωμίλησα μετά τινος, ούτε τροφήν ή πόσιν εγεύθην όλην την ημέραν εκείνην, ειμή μόνον την Αγίαν Σάρκα και το Τίμιον Αίμα του Δεσπότου Χριστού, τα οποία εκοινώνησα».               
«Άλλοτε πάλιν, κατ΄ αυτήν ταύτην την ημέραν της εορτής, επήγα εις τον τάφον του Αγίου, και όταν ησπάσθην το ιερόν αυτού Λείψανον, ενεπλήσθη η καρδία μου γλυκύτητα άμετρον. Έπειτα επήγα να αγοράσω ενδύματα να ενδύσω πτωχούς, διότι ο χειμών εκείνος ήτο ψυχρός πολύ, αφού δε επήρα όσα ήθελα, εβουλόμην να απιστρέψω εις το χωρίον μου, διότι είχα μεγάλην ανάγκην· αλλ΄ ο ουρανός ήτο κατάφορτος από βαρέα και σκοτεινά νέφη, δεικνύων ότι πρόκειται να κάμη μεγάλας βροχάς. Μη έχων όθεν τι άλλο να κάμω, έρριψα τας ελπίδας μου εις τον Θεόν και εις τον Άγιον. Φορτώνω λοιπόν τας ημιόνους και προστρέξας εις τον Ναόν, λέγω ταύτα εκ πίστεως· «Οδήγησόν μας εις την οδοιπορίαν ταύτην, Άγιε του Θεού, συνόδευσον ημάς και κράτει τα φοβερά νέφη και την βίαν και αγριότητα των ανέμων, να μη μας προξενήση η βροχή βλάβην τινά». Ταύτα ειπών εξήλθον της πόλεως, καθ΄ όλην δε την οδοιπορίαν έβλεπα οφθαλμοφανώς τον Άγιον και ημπόδιζε την βροχήν, κρατών τα νέφη· η δε βροχή ήτο από την σύγχυσιν του αέρος και την συνέλευσιν των νεφών τόσον χαμηλά, ώστε εγνωρίζετο φανερά η θαυματουργία. Όταν δε έφθασε εις τον οίκον μου, ο μεν Άγιος έγινεν άφαντος, η δε καρδία μου επλήσθη χαράς, ως να είχεν εγγίσει εις αυτήν ο Άγιος και να της μετέδωσεν από την ηδονήν αυτού την ευφρόσυνον. Τότε ευθύς ως εισήλθον εις την οικίαν μου, κατέβη τόσον μεγάλη και ραγδαία βροχή, ώστε εκράτησε τρεις ημέρας».                                         
«Όχι δε μόνον τότε μου επήκουσεν ο Άγιος, αλλά και άλλην αθυμίαν και λύπην μου πάλιν, κατ΄ άλλο έτος, μου έλυσεν, ότε ήτο η εορτή του και δεν ηδυνάμην να υπάγω. Είχον όθεν εκ τούτου θλίψιν άμετρον, όμως προσηυχόμην, δεόμενος αυτού να με επισκεφθή και πάλιν και να με αξιώση της συνήθους ευφροσύνης και χάριτος. Τότε μου εφάνη ότι επήγα εις τον Ναόν και είδα τον Άγιον ψάλλοντα με τους χοροστάτας και εδοξολόγει έως τέλους του όρθρου και εκοινώνησεν όλους τους αδελφούς εκ της αυτού ελλάμψεως και ευλογήσας ημάς ανεχώρησε. Ταύτα ιδών δι΄ εκστάσεως έλαβα μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν άλλων.                                                                                                   
Ούτως ο Άγιος εθανάτωσε και την γυναίκα εκείνην, η οποία μοιχευθείσα ηρνείτο την αμαρτίαν της και δεν ήθελε να ομολογήση αυτήν· αλλά και ότε ακόμη εγέννα το μοιχίδιον παιδίον, έλεγεν ότι από τον άνδρα της συνέλαβεν, αν και ο ανήρ της προ είκοσι μηνών είχεν αναχωρήσει εις μακρινόν ταξίδιον.                 
Έως εδώ, αδελφοί, είναι όσα θαυμάσια γράφει ο Μεταφραστής, ότι ετέλεσεν ο μέγας Σπυρίδων· αλλά και τώρα και πάντοτε όστις επικαλεσθή αυτόν μετά της προσηκούσης ευλαβείας και πίστεως, λυτρώνεται από κάθε κίνδυνον, καθώς πολλοί το εγνώρισαν εις διαφόρους καιρούς και τόπους. Εξόχως δε εις την περίφημον νήσον της Κερκύρας, όπου νυν ευρίσκεται το ιερόν αυτού και πάνσεπτον Λείψανον, σώον ακόμη, ω του θαύματος! χιλίους εξακοσίους τόσους χρόνους τώρα και δεν εφθάρη ουδόλως, αλλά μένει ακέραιον προς απόδειξιν και στήριγμα της Ορθοδόξου ημών Πίστεως και προς παντοτεινόν παράδειγμα αρετής, εναντίον των αμεταθέτων της φύσεως όρων· επειδή όπου βούλεται ο Θεός νικάται φύσεως τάξις. Έμεινε δε το ιερώτατον του Αγίου Σπυρίδωνος Λείψανον υπό την γην έτη πολλά, πλείστα όσα θαύματα καθ΄ εκάστην επιτελούν, είτα ανακομισθέν και σώον και ακέραιον, Χάριτι Θεού ευρεθέν, απεθησαυρίζετο μέχρι του εβδόμου αιώνος εις την ιδίαν αυτού πατρίδα άπειρα καθ΄ εκάστην βρύον θαύματα. Δα τας επιγενομένας όμως τότε καταδρομάς των βαρβάρων το άγιον αυτού Σκήνος μετηνέχθη Θεού ευδοκία εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα ετιμάτο, ως ηγιασμένον παρά Θεού, υπό πάντων των Ορθοδόξων, μάλιστα δε υπό των εν τη Πόλει, οίτινες είχον τούτο ως θησαυρόν πολύτιμον, όταν δε τούτο εξετίθετο προς προσκύνησιν παρευρίσκοντο και αυτοί οι αυτοκράτορες, ως πληροφορούμεθα από του οκτωήχου δοξαστικού του εσπερινού της ιδιαιτέρας αυτού Ακολουθίας.                         
Μετά δε την της Κωνσταντινουπόλεως αξιοθρήνητον άλωσιν και τα επακολουθήσαντα εν ταύτη δεινά, Ιερεύς τις, Γεώργιος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, παρέλαβεν εκείθεν το ιερώτατον του Αγίου Σπυρίδωνος Λείψανον και δια μυρίων περιπετειών και προφυλάξεων μετέφερεν αυτό εις Κέρκυραν, ένθα ευρών πανευκλεή και σεβάσμιον Ναόν κατέθηκεν εν αυτώ το πάνσεπτον Λείψανον· και ως έχων το υψηλόν της ιερωσύνης αξίωμα, προσέφερε καθ΄ εκάστην τω Κυρίω τας ευχαριστίας. Με την εκεί δε κατάθεσιν του ιερού Λειψάνου και την επισκίασιν του Παναγίου Πνεύματος, ελάμβανον χώραν εις τον Ναόν αυτόν πλείσται ιάσεις και θαυματουργίαι, δια τας οποίας ο της Κερκύρας χριστεπώνυμος λαός εκπληττόμενος προσέτρεχε μετά πάσης ευλαβείας εις το ιερόν του γίου τέμενος, ευχαριστών τον δοξάσαντα αυτόν Κύριον, δια την απόλαυσιν τοιούτου θησαυρού και τοιούτου πολιούχου υπερασπιστού. Ανακαινισθείσης μετά ταύτα της πόλεως και εις έτερον μέρος μετατεθείσης, οι τότε εκ Κερκύρας Ιερείς της οικογενείας Βούλγαρη, εις τους οποίους δια τινος γυναικός ονόματι Ασημίνης είχε μεταβιβασθή η κατά κόσμον κυριότης του ιερού τούτου Λειψάνου εγείρουσιν άλλον Ναόν επ΄ ονόματι του Αγίου, όστις Ναός και δια πλουσίων δώρων και πολυτίμων αφιερωμάτων του Κερκυραϊκού λαού και των ξένων έγινε περίδοξος, καθώς και τώρα φαίνεται. Εντός δε του Ναού τούτου η αξιοθέατος θήκη των Αγίων Λειψάνων δοξάζεται παρά πάντων δια τας διαφόρους θαυματουργίας και ο θαυματουργός Σπυρίδων πάντας εκπλήττει δια τα άπειρα θαύματα, τα οποία και μετά θάνατον ενεργεί, εξ ων ολίγα τινά μόνον είναι δυνατόν να αναφέρωμεν ενταύθα προς πίστωσιν και των άλλων.                                                                                                          
Το πάλαι ποτέ, εις την νήσον των Κερκυραίων, στερουμένην των προς το ζην αναγκαίων και κατακυριευμένην από βιαίαν πείναν, ο Άγιος εχάρισε σίτον δια πλοίων, επιφανείς εις τους πλοιάρχους και προμηνύσας εις τούτους την ανάγκην της νήσου, κατά το άγιον και Μέγα Σάββατον· δια τούτο λαμπρώς και τερπνόν ετελέσθη το τότε Πάσχα εις την πρώην τεθλιμμένην νήσον, με την του Αγίου προμήθειαν. Και πάλιν, εις τινα Θεόδωρον, έμπορον εκ της Ανατολής, όστις εστερήθη παντελώς την όρασιν, προσέτρεξε δε με θερμήν πίστιν εις τον Ναόν του Αγίου, εχάρισεν εις αυτόν οξύτατον το φως.                                                         
Και άλλοτε, ενώ λοιμός εμάστιζε την πόλιν των Κερκυραίων, προσέτρεχον δε πάντες αδιακρίτως υγιείς τε και ασθενείς εις το ιερόν του Αγίου τέμενος έπρεπεν, ένεκα του μιάσματος, κατά τους νόμους της φύσεως, να μολυνθή η πόλις ολόκληρος· εν τούτοις ουδέν σχεδόν υπέφερεν ο ευλαβής εκείνος λαός, αλλά ταχέως πάλιν δια της μεσιτείας του Αγίου ηξιώθη της προτέρας υγιεινής καταστάσεως. Προσέτι  δε εις δύο τυφλούς κωπηλάτας, οίτινες ως ανίκανοι απεπέμφθησαν  εκ του στόλου των Ενετών, ο μεν εκ πλοίου του Αντωνίου Βερνάρδου, ο δε εξ Ιερωνύμου του Μαυρικανού, ο μέγας Σπυρίδων εχορήγησεν ολόκληρον την όρασιν. Ποίον δε δεν εξέπληξε το θαύμα εκείνο, το οποίον επετέλεσεν ο Άγιος, όταν άνθρωποί τινες, από ζήλον ευλαβείας, αναβάντες αφόβως εις την υψιώροφον κορυφήν του κωδωνοστασίου της Εκλησίας του Αγίου, δια να σβέσωσιν αναφανείσαν εκεί φλόγα, ήτις ανήφθη συνεπεία κεραυνού και εκ της οποίας ηπειλείτο να κατακαή ολόκληρος ο Ναός, ένεκα δε της κεραυνικής βίας κατακρημνισθέντες από του ύψους εκείνου ουδέν έπαθον κακόν, αλλά διεσώθησαν αβλαβείς;                                                                        
Άλλοτε πάλιν εις των αριστοκρατών, μάταια φλυαρών και φρυαττόμενος, κατεγέλα παιδίον το οποίον, επειδή είχεν ανίατον ασθένειαν, κατέπεσε χάριν θεραπείας εις την οδόν, ίνα διέλθη άνωθεν αυτού η θήκη των Λειψάνων του Αγίου καθ΄ ην ώραν ελιτανεύετο τούτο κατά παλαιάν συνήθειαν και τον πάτριον νόμον. Προσέτι δε χλευάζων και τους γονείς αυτού, οίτινες προσέκλαιον, προέφθασεν η θεία Δίκη τον άφρονα και εξαίφνης την αυτήν ώραν διαρραγέντος πυροβόλου το πυρ κατέκαυσε τον δεξιόν οφθαλμόν αυτού. Τούτου πολλοί τότε ζώντες εχρημάτισαν αυτόπται μάρτυρες. Διο μετά ταύτα ολονύκτιος εστάθη η μετάνοια αυτού εν τω Ναώ του Αγίου και παννύχιοι μετά δακρύων αι προσευχαί του ζητούντος συγχώρησιν από τον Άγιον.                                          
Κατά δε το 1673 σωτήριον έτος, ενώ πάλιν λοιμώδες μίασμα διέφθειρε και αγρούς και πόλιν και κώμας, ώστε εις πάντας επεκρέματο αφεύκτως ο σκληρός θάνατος, διότι είχε κατακυριευθή υπό του λοιμού σχεδόν ολόκληρος η νήσος (και τούτο δις κατά το αυτό έτος) ο θαυματουργός ούτος Άγιος εθεράπευσε την νήσον και έκαμε πάντας να ιατρευθώσι δια μιάς. Και τω όντι ήτο μέγα το θαύμα να βλέπη τις κατά την ημέραν της πανηγύρεως του υπό του Αγίου γενομένου θαύματος εις τον παραδόξως ως είπομεν ομματωθέντα τυφλόν Θεόδωρον, τη δεκάτη Τρίτη του Ιουλίου μηνός, τους πρώην ημιθανείς εν τω άμα τεθεραπευμένους και υγιαίνοντας. Αλλά και δεύτερον θαύμα εποίησεν ο Άγιος κατ΄ αυτήν την Αγίαν ημέραν των Βαϊων, καθ΄ ην τελείται η ετήσιος λιτή του μεγάλου Σπυρίδωνος, και είδον πάλιν οι άνθρωποι, ω του θαύματος! καταπεπαυμένον τον λοιμόν. Εποίησε δε και άλλο μέγα τω όντι και εξαίσιον τερατούργημα ο Άγιος Σπυρίδων, διαφυλάξας την νήσον αλύμαντον από της επιδρομής των Αγαρηνών της γενομένης κατά το έτος 1716, όπερ θαύμα άπασα η νήσος Κέρκυρα θαυμάζει και του οποίου με λαμπράν φωνήν ανακηρύττει το παράδοξον.                                                                                              
Ο δε αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας Ανδρέας ο Πιζάνης διενοήθη να ανεγείρη εις τον Ναόν του Αγίου θυσιαστήριον δια να τελήται εν αυτώ καθ΄ εκάστην υπό Λατίνου Ιερέως λειτουργία, νομίσας ότι δια τούτου θ΄ αποδώση εις τον Άγιον ευχαριστίαν, δια την ελευθέρωσιν της πόλεως από της καταδρομής των βαρβάρων. Αλλά πως ποτε ο της Ορθοδοξίας πρόμαχος ήθελε συγχωρήσει εις την σεπτήν Εκκλησίαν αυτού να θυσιάζηται ο Υιός του Θεού υπό ετεροδόξων ιερέων με άζυμα; Όθεν δις φανερωθείς ο Άγιος εις τον ύπνον αυτού διέταξεν αυτόν ν΄ απομακρυνθή από το επιχείρημα τούτο, αλλ΄ ούτος δεν κατεπείθετο, διότι επίστευσε περισσότερον εις την θεολογίαν αυτού, όστις του έλεγεν ότι το όνειρον έγινεν εκ συνεργείας διαβολικής· ηπείλει δε ακόμη και τους Ιερείς τους δικαιούχους του αγίου Λειψάνου, διότι δεν συγκατετίθεντο εις τοιούτον καινοτόμημα. Αφού λοιπόν δια της οπτασίας δεν απεμακρύνετο του επιχειρήματος, ήναψε παραδόξως νύκτα τινά η πυριτιδοθήκη του παλαιού φρουρίου και κατακρημνίσασα τας εν τη ακροπόλει οικίας, εφόνευσε πάντας τους περί αυτήν και πολλούς των άλλων Λατίνων· και ο μεν Ανδρέας Πιζάνης επνίγη μεταξύ δύο ξύλων περισφιγξάντων τον τράχηλον αυτού, ο δε κακόβουλος αυτού θεολόγος ευρέθη νεκρός.                                                                                                
Ότε δε ταύτα συνέβαινον, ο προ της πυριτιδοθήκης διωρισμένος φύλαξ έβλεπε τον Άγιον προσερχόμενον με δάδα, όστις και τον μετέφερε σώον πλησίον της Εκκλησίας του Εσταυρωμένου. Εις δε των εν τη πόλει Ενετών, ευρισκόμενος κατά την ιδίαν ώραν εις το υπερώον αυτού, είδε τρεις φλόγας εξερχομένας από το κωδωνοστάσιον της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνος και διευθυνομένας προς την ακρόπολιν, ευθύς δε μετά τούτο και η πυριτιδοθήκη ανετινάχθη. Εις δε την Ενετίαν, κατά την αυτήν νύκτα, κεραυνός επιπεσών επί της εικόνος του Πιζάνου κατέκαυσεν αυτήν, χωρίς να βλάψη άλλον τινά των εν τη οικία. Πάντα δε τα παράδοξα ταύτα ετελέσθησαν κατά το 1718 τη 12η Νοεμβρίου. Ω θαύμα! Ω κλέος των Ορθοδόξων! Ποίος λοιπόν τώρα και από ταύτην την κρίσιν του ουρανού δεν βλέπει βλασφήμους και βδελυκτάς ενώπιον του Θεού τας καινοτομίας της παπικής Εκκλησίας; Αλλ΄ είθε να φωτίση αυτούς ο Θεός να επιστρέψωσιν εις την αλήθειαν, από την οποίαν παρεξετράπησαν! Τοιούτος λοιπόν ήτο περί την πίστιν και μετά θάνατον ο θείος Σπυρίδων,                                    
Αλλά ποίος δύναται να διηγηθή τα δια του πολιούχου Πατρός ημών καθ΄ εκάστην τελούμενα τερατουργήματα; Την Κυριακή των Βαϊων, την εποχήν καθ΄ ην ο αείμνηστος Νικηφόρος ο Θεοτόκης, ο νέος της Εκκλησίας φωστήρ, εδίδασκεν εν Κερκύρα, απαριθμών τα διάφορα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος, εις την προστασίαν του οποίου αφιέρωνε τους ακροατάς αυτού, ομιλών προς αυτόπτας και μάρτυρας μετά δύο εβδομάδας λέγει, ότι ενώ το χαριτόβρυτον του Αγίου Λείψανον ελιτανεύετο, έφερον γυναίκα τινά δαιμονιώσαν, ήτις εξέβαλλεν αφρούς από το στόμα και έτριζε τους οδόντας αυτής· και μολονότι ήτο αύτη δεδεμένη χείρας και πόδας, δύο και τρείς άνθρωποι μόλις και μετά βίας ηδύναντο να εμποδίσωσι την ορμήν των κινημάτων αυτής. Το πρόσωπόν της ήτο παραμορφωμένον και δεν ωμοίαζε με μορφήν ανθρώπου· η φωνή της ήτο ηλλοιωμένη και διάφορος, διότι πότε μεν εμυκάτο ως βους, πότε υλάκτει ως κύων και άλλοτε εκλαυθμύριζεν ως μικρόν βρέφος. Αφού δε την εξήπλωσαν τρεις φοράς κατά γης και τρεις φοράς διήλθεν επ΄ αυτής το Λείψανον του Θαυματουργού Σπυρίδωνος, εις τύπον της Αγίας Τριάδος, την οποίαν εν τω μέσω της Συνόδου εκήρυξεν, ευθύς, ω του θαύματος! η γυνή ήλθεν εις εαυτήν, έπαυσε να οδύρεται και να εκπέμπη τας αλλοκότους εκείνας κραυγάς και ωμίλησεν ως άνθρωπος. Όθεν εν τω άμα ηλευθέρωσεν αυτήν από τα δεσμά· εγερθείσα δε μόνη με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου και προσκυνούσα ηυχαρίστει αυτόν.                                                                                                                                       
Κατά το 1769 έτος παραδόξως εθεράπευσε παραλυτικόν τινα γερμανόν στρατιώτην απόμαχον, όστις μετά πίστεως και θερμοτάτων δακρύων προσέπεσεν εις τους πόδας του Αγίου, ο δε τότε κυβερνήτης της νήσου Ανδρέας Δόνας, ακούσας τον θόρυβον των ανθρώπων και των κωδώνων δια το εξαίσιον τούτο θαύμα προσεκάλεσε τους ιατρούς των δημοσίων νοσοκομείων και πληροφορηθείς παρ΄ αυτών περί τούτου επορεύθη εις την Εκκλησίαν του Αγίου ένθα έψαλαν ευχαριστήριον ύμνον προς τον Άγιον.                         
Έτι δε η νήσος της Κερκύρας η έχουσα τον Θαυματουργόν Σπυρίδωνα προστάτην  και εν ταις περιστάσεσι βοηθόν, πανδήμως διακηρύττει την περί τα τέλη του έτους 1855 χορηγηθείσαν υπό του Αγίου προστασίαν, ως εκ της οποίας εσώθη από της λαοφθόρου και καταστρεπτικής χολέρας, ήτις, οσάκις ενεφανίζετο εν Ευρώπη, απεδεκάτιζε πολυανθρώπους πόλεις και ουδεμία ανθρώπινος αρωγή ή ιατρική βοήθεια ηδύναντο να αναχαιτίση αυτήν, οδεύουσαν πάντοτε προς το έργον της καταστροφής. Όντως, περί τον Οκτώβριον του 1855, η τότε καταμαστίζουσα την Ευρώπην χολέρα ενσκήπτει αίφνης εις Κέρκυραν και πρώτον κρούσμα αναφαίνεται εις το προάστιον Μανδουκίου. Τρόμος μέγας καταλαμβάνει την πόλιν και άπασαν την νήσον. Καθ΄ όλα τα φαινόμενα και ως εκ της καταστάσεως της τε πόλεως και των προαστίων και ως εκ του μεγάλου αριθμού των κατοίκων σχετικώς προς την έκτασιν της πόλεως και μάλιστα των συνοικιών αυτής, εφαίνετο ότι ήθελεν επιπέσει μανιώδης κατά των κατοίκων και σχεδόν άπασαι αι οικογένειαι ώφειλον να ετοιμασθώσιν, ίνα πενθηφορήσωσι και πλήθος τάφων ώφειλον να ανοιχθώσιν. Άπας λοιπόν ο λαός ομοθυμαδόν, ευθύς ως ηκούσθη το πρώτον κρούσμα, προσφεύγει κατά το εσπέρας εις την Εκκλησίαν του Αγίου μετά δακρύων και γονυπετής επικαλείται την αρωγήν αυτού, επί τρεις συνεχείς εσπέρας απευθύνων παρακλήσεις προς τον Θεόν και προς τον Άγιον. Ως εκ της προς τον Θεόν όθεν μεσιτείας του Αγίου, η Κέρκυρα δεν υπέκυψεν εις την κοινήν τύχην όλων των άλλων πόλεων, εις τας οποίας η χολέρα ενεφανίσθη· και τω όντι ο αριθμός των κρουσμάτων και των θανάτων απέβη μυριάκις μικρότερος από ό,τι ανεμένετο αναποφεύκτως.                                                  
Η επί της νήσου όμως επισκοπή και αντίληψις του Αγίου εγένετο περισσότερον αισθητή κατά την πρώτην Κυριακήν του Νοεμβρίου, κατά την οποίαν γίνεται ως γνωστόν καθ΄ έκαστον έτος λιτανεία του ιερού Λειψάνου, και κατά την οποίαν συνέρχεται πολυάριθμος λαός. Τότε ενόμιζόν τινες, και μάλιστα οι ιατροί, ότι ένεκα της συρροής του λαού η νόσος ήθελεν έτι μάλλον εξαπλωθή και οι νεκροθάπται θα ειργάζοντο αδιακόπως. Ουδείς όμως εκ του λαού συνεμερίσθη τον φόβον αναθέσαντες τας ελπίδας των εις τον Άγιον. Πράγματι κατ΄ εκείνην την ημέραν άπας σχεδόν ο λαός της εξοχής συνέρρευσεν εις την πόλιν και άπασα η πόλις και η εξοχή συνεκεντρώθησαν εις την πλατείαν, δια της οποίας έμελλε να διέλθη το ιερόν Λείψανον. Εγένετο λοιπόν μετά του ιερού Κλήρου δέησις και παράκλησις προς τον θαυματουργόν Σπυρίδωνα και γονυπετούντες και δακρύοντες επεκαλούντο την βοήθειαν αυτού και την προς τον Θεόν μεσιτείαν του. Συγκίνησις μεγάλη κατελάμβανε τότε το πλήθος και θέαμα καταπληκτικώτατον ήτο να βλέπη τις τον προς τον Άγιον σεβασμόν και την πίστιν του λαού. Και όντως, μέγας ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού! από της ημέρας εκείνης λίαν επαισθητή εγένετο η ελάττωσις των κρουσμάτων, οι θάνατοι σχεδόν εξέλιπον και η νόσος έφευγεν απελθούσης της θείας οργής, η δε βροτοκτόνος χολέρα εμηδενίζετο έναντι της ισχύος των μεσιτειών του Αγίου και κατά την ενδεκάτην Δεκεμβρίου τα κρούσματα έπαυσαν ολοτελώς. Ουδείς κάλαμος, ουδεμία γλώσσα, ηδύνατο να περιγράψη την ευγνωμοσύνην του λαού προς τον Άγιον. Ο δε Αρχιερεύς του καιρού εκείνου Αθανάσιος συνέταξεν επίτηδες ευχαριστίαν προς τον Κύριον και προσέταξε να ψαλή εις απάσας τας Εκκλησίας της Επισκοπής του.                           
Έτερον θαύμα του Αγίου ιστορεί ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Βάλμης, εις φυλλάδιον εκδοθέν κατά το έτος 1856, είναι δε τούτο το εξής: Γυνή τις, Βασίλω ονόματι, εκ Ζαγορίου της Ηπείρου, θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Σίμου και της Χριστίνης Κυρίτση, συμβία Ιωάννου Ανδρέου, εκ Βούνου χωρίου της Χειμάρρας, πορευθείσα κατά το έτος 1853 Ιουνίου 13, μετ΄ άλλων εγχωρίων γυναικών εις παρακείμενον όρος, δύο ημέρας μακράν, όπως προμηθευθώσι, κατά την συνήθειάν των, ξύλον τι εύκαυστον, το οποίον οι εν Ηπείρω Έλληνες μετεχειρίζονται ως δαδίον, επανήλθεν την 16ην. Κατάκοπος δε, ως ήτο επόμενον, εκ της μακρινής οδοιπορίας και του επί των ώμων της υπερόγκου βάρους, εκάθισε να γευματίση· ενώ δε ήτο ακόμη κάθιδρως έλουσεν ακολούθως τους εκ της οδοιπορίας ερρυπωμένους πόδας και χείρας αυτής εις ψυχρόν ύδωρ. Δεν επρόφθασεν όμως να αποπερατώση την εργασίαν ταύτην και αμέσως εξηράνθησαν ο αριστερός αυτής πους και η χειρ και εμαζεύθησαν, προς μεγίστην οδύνην και πικρά δάκρυα της δυστυχούς εκείνης γυναικός. Τα όσα δε η τάλαινα έπραξεν εις διάστημα δύο και περισσοτέρων ετών, όπως ιατρευθή και απαλλαχθή της βασανιστικής ταύτης μάστιγος, άπαντα απέτυχον· αρκεί τούτον μόνον να είπωμεν, ότι υπό μανιώδους θλίψεως και απελπισίας ορμωμένη, κατέφυγε και εις τινα Αγαρηνόν χόντζαν προς θεραπείαν, αλλά πολλά εις την πλάνην αυτού δαπανήσασα εγκαταλείφθη, οδυρομένη την αθεράπευτον συμφοράν της.                                                                                                     
Διάγουσα λοιπόν τοιαύτην, ως δύναται τις να συμπεράνη, αξιοδάκρυτον ζωήν, έλαβε τον από του ανδρός της χωρισμόν, με την συμφωνίαν τούτου και της εκεί Εκκλησίας. Επαχθής ήδη καταντήσασα και εις τον εαυτόν της και προς πάντας συγγενείς τε και γνωστούς, οίτινες είχον βαρυνθή πλέον να υπηρετώσι μίαν χείρας και πόδας κεκρατημένην, εις πάσας τας επειγούσας ανάγκας της, παρεδόθη έκτοτε εις τους κλαυθμούς και οδυρμούς, μετά μετανοίας και συντριβής καρδίας δεομένη εις τον πανοικτίρμονα Θεόν και τους Αγίους του, όπως συγχωρήση τας αμαρτίας της και απαλλάξη αυτήν της οδυνηράς ταύτης ασθενείας. Βλέπει λοιπόν καθ΄ ύπνον κατά τον Δεκέμβριον του 1855, Κληρικόν τινα, όστις πατήσας τον εξηραμμένον αυτής πόδα της έλεγε· «Μη γράψης προς τον εν Κερκύρα αυτάδελφόν σου, ως κατά νουν έχεις, αλλά έλα αυτοπροσώπως». Εις έκτασιν ούτω διαμείνασα και κινηθείσα υπό περιεργείας, ηρώτησε· «Ποίος είσαι συ»; Ο δε φαινόμενος Κληρικός απεκρίνατο· «Ο Άγιος είμαι εγώ τον οποίον τοσάκις επεκαλέσθης». Εγερθείσα τότε έντρομος η γυνή εκ της οπτασίας ταύτης και το όραμα τούτο διηγηθείσα εις τους οικείους αυτής, συνεφώνησαν πάντες, να εκτελέση τα εις το όραμα διαταχθέντα προς αυτήν.  Τούτο λοιπόν μετ΄ ενθέρμου πίστεως απεφάσισεν εξ όλης ψυχής να εκπληρώση η δυστυχής εκείνη γυνή και φερθείσα μέχρι του παραθαλασσίου της Ηπείρου εντός κοφίνου δεδεμένου επί ίππου και ούτω αποβιβασθείσα εις την Κερκυραϊκήν προκυμαίαν, διήγειρεν εις πάντας την φρίκην, βλέποντας την απελπιστικήν κατάστασιν του ελεεινού εκείνου σώματος και το ανίατον της νόσου αυτής. Μετεκομίσθη δε από της παραλίας μέχρι της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνος εφ΄ αμάξης, είτα τοποθετηθείσα επί καρέκλας μετεφέρθη μέχρι της λάρνακος του θαυματουργού Σπυρίδωνος, ένθα προσπέσασα μετ΄ απαρηγορήτου κλαυθμού, εδέετο του Αγίου ακαταπαύστως όπως πρεσβεύση προς τον πολυεύσπλαγχνον και παντοδύναμον Θεόν ημών και απολαύση ούτω την συγχώρησιν των αμαρτιών της, την σωματικήν υγείαν και της ψυχής αυτής την αιώνιον σωτηρίαν. Μέγας ο Κύριος εν τοις Αγίοις Αυτού! Τα θερμά της πίστεώς της δάκρυα και η πρεσβεία του Αγίου ημών Προστάτου εκίνησαν την θείαν ευσπλαγχνίαν· διο εις την δευτέραν εκ των τριών ολονυκτίων δεήσεών της, τας οποίας έκαμε κατακειμένη πλησίον της λάρνακος του Αγίου, περί το μεσονύκτιον, έλαβε την ποθουμένην υγείαν, καλέσασα δε τον εφημέριον του Ναού, εκήρυττε μετά δακρύων το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος. Εξομολογηθείσα όθεν μετ΄ αληθούς μετανοίας και κατανύξεως, την πρωϊαν  της επιούσης ημέρας ήλθε μόνη, περιπατούσα ορθία, ενώπιον της ωραίας Πύλης και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων· σώα δε και υγιής επιστρέψασα εις την πατρίδα αυτής εδόξαζε τον Θεόν και εκήρυττε την Χάριν, την οποίαν ο μέγας και θαυματουργός Σπυρίδων απήλαυσε παρά Θεού.                                                
Ιωάννης τις επονομαζόμενος Πάλλιος, υιός μονογενής Σπυρίδωνος και Αικατερίνης Βρίκου, Ορθοδόξων Ελλήνων διαμενόντων προ χρόνων εις την Βαρλέτταν, πόλιν της μεσημβρινής Ιταλίας, περί τας αρχάς Νοεμβρίου του έτους 1861, διάγων το όγδοον έτος της ηλικίας του, προσεβλήθη υπό βαρυτάτου τυφοειδούς πυρετού, όστις επί δέκα επτά ήδη ημέρας προέβαινεν από ημέρας εις ημέραν επί το χείρον εναντίον όλων των μέσων της ιατρικής επιστήμης. Την πρωϊαν της δεκάτης εβδόμης ημέρας ο νέος έκειτο πολύ βαρέως. Η όψις του εφαίνετο νεκρική, οι σφυγμοί είχον σχεδόν αρχίσει να εκλείπουν, τα άκρα ήσαν ακίνητα και ψυχρά, η φωνή είχε σβεσθή εντελώς και η αναπνοή ήτο ρογχώδης. Εν γένει η κατάστασις αυτού παρουσίαζεν όλα εκείνα τα σημεία, τα οποία δεικνύουν επικείμενον τον θάνατον. Όθεν η μήτηρ αυτού, ήτις καθ΄ όλον το διάστημα της νόσου δεν έπαυε κλαίουσα και ικετεύουσα γονυκλινώς τον Άγιον Σπυρίδωνα, κατά την τρομεράν εκείνην στιγμήν επολλαπλασίασε τους κλαυθμούς και τας δεήσεις της και αίφνης ως εκ θείας τινός εμπνεύσεως κινουμένη ανέκραξε· «Θέλω να τηλεγραφήσετε αμέσως προς τους εν Κερκύρα συγγενείς μας, όπως ανοίξωσι την λάρνακα του Αγίου και κάμουν παράκλησιν δια τον Γιαννάκην μου. Ο Άγιος βέβαια δια της προς Θεόν μεσιτείας του θα μου τον σώση και θα μου τον χαρίση· διότι τον παρεκάλεσα με όλην την ψυχήν και καρδίαν μου».                                                                     
Εγένετο λοιπόν το τηλεγράφημα ευθύς και, ω του θαύματος! ο νέος περί την ενδεκάτην προ μεσημβρίας, κατά την ώραν, δηλαδή, κατά την οποίαν ηνοίχθη η λάρναξ και εγένετο η παράκλησις, ενώ έκειτο εις την αυτήν και ίσως χειροτέραν κατάστασιν από εκείνην της πρωϊας καταλαμβάνεται αίφνης υπό σπασμωδικής τινος κινήσεως όλου του σώματος, η οποία υπό των εκεί παρόντων ιατρών εξελήφθη ως η τελευταία αντίδρασις της ζωτικής δυνάμεως, αλλ΄ ήτο αληθώς η δια της προς τον Θεόν μεσιτείας του Αγίου εκτίναξις και αποδίωξις της θανατηφόρου ασθενείας, διότι μετ΄ολίγον το φαινόμενον τούτο παρήλθεν και παρουσιάσθη η σωτήριος κρίσις δι΄ αφθόνων ιδρώτων, ο δε νέος ήνοιξεν ευθύς τους οφθαλμούς και ανέλαβε και όψιν και σφυγμούς και εν γένει όλα τα σημεία της ζωής, ώστε άπαντες οι περιεστώτες, μη εξαιρουμένων και αυτών των ιατρών, εξέστησαν και ανέκραξαν· «Όντως θαύμα εγένετο, θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού»! Μετά τούτο ήρχισεν η ανάρρωσις, η οποία όμως έβαινε σχετικώς βραδέως και ο νέος έμενεν εισέτι άφωνος, πράγμα το οποίον ελύπει όχι ολίγον τους γονείς του· αλλά και αύτη η κατάστασις παρήλθε δια πρεσβειών του αυτού Αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος κατά την ενδεκάτην Δεκεμβρίου, παραμονήν της εορτής αυτού. τότε και η γλώσσα του νέου ωμίλησε και ούτως ανέλαβε καθ΄ όλα την υγείαν αυτού προς δόξαν του Θεού και του πιστού αυτού θεράποντος Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος.                                                                                                                       
Ούτος είναι ο Βίος και ταύτα τα μάλλον γνωστά παλαιά θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος. Αλλά ποίος δύναται, ως είπομεν, να απαριθμήση επακριβώς το πλήθος των θαυματουργιών τόσον των παλαιοτέρων, όσον και των της τελευταίας εκατονταετίας, μέχρι και σήμερον; Η Κέρκυρα είναι θεατής των απείρων αυτού θαυμάτων. Όλοι οι απανταχού Ορθόδοξοι, και οι Δυτικοί ακόμη, μαρτυρούν και κηρύττουν την θαυματουργόν χάριν του Αγίου Σπυρίδωνος. Οι θαλασσοπορούντες δε ιδιαιτέρως και οι εν θλίψεσιν ευρισκόμενοι προς τον Άγιον Σπυρίδωνα καταφεύγουσι. Τα πολλά και πολύτιμα αφιερώματα τα εν τη Εκκλησία αυτού ευρισκόμενα είναι τρανή απόδειξις των θαυματουργιών αυτού. Ουδείς μετά πίστεως και κατανύξεως προσφεύγων προς τον Άγιον Σπυρίδωνα αποτυγχάνει του ποθουμένου. Όθεν ας αναπέμψωμεν όλοι ημείς οι ταπεινοί Έλληνες και μάλιστα οι εκ της νήσου Κερκύρας καταγόμενοι ομοφώνως δόξαν και ευχαριστίαν προς τον πανάγαθον Θεόν τον παραχωρήσαντα εις την φιλτάτην ημών πατρίδα τοιούτον ιερόν κειμήλιον, και ας αναφωνήσωμεν· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις εις τους αιώνας». Αμήν.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου