Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Βίος και πολιτεία της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής.

Βίος και πολιτεία της Αγίας ενδόξου Πανευφήμου Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της  Μαγδαληνής.                                                                                                                                      

Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρίσκουσι χάριν και δόξαν. Ηγάπησαν βεβαίως πάντες οι Άγιοι τον Θεόν, και δια τούτο εύρον χάριν και δόξαν παρ’ αυτού. Χάριν μεν εύρον διότι τα σώματα αυτών, κείμενα εν τοις μνήμασι, αναβλύζουσι μύρα και θαύματα επιτελούσιν εις τους ορθώς και μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτούς. Δόξαν δε έλαβον την ουράνιον εκείνην του Θεού, εις την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι πόσην δόξαν θέλουσιν έχει οι Άγιοι, όταν ακούσωσι παρά του Χριστού το «Ευ δούλοι αγαθοί, επί ολίδα ήτε πιστοί, επί πολλών καταστήσω υμάς, εισέλθετε εις την βασιλείαν μου»; Ίδετε τι κέρδος έχουσι οι ζητούντες το θέλημα αυτού και τας εντολάς αυτού τηρούντες. Ούτοι είναι μακάριοι, ούτοι θέλουσιν ίδει τον Θεόν, ούτοι θέλουσιν εύρει την χάριν αυτού και την δόξαν. Εκ τούτων μία υπάρχει και η ένδοξος Μαρία η Μαγδαληνή, διότι αύτη τον Θεόν εζήτησε και ηγάπησεν αυτόν· διο χάριν εύρε και δόξαν αυτού, και εγένετο Αγία και Ισαπόστολος. Εις πολλούς δε τόπους το όνομα το άγιον αυτού εκήρυξε, και Μυροφόρος εγένετο, και θαυματουργός κατέστη, και τους πόδας του Κυρίου εφίλησε, και πολλά πράγματα εύρομεν εις τας αγίας Γραφάς δι’ αυτής. Αλλά και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί δοξάζουσι αι επαινούσιν αυτήν, περί της αγάπης και της πίστεως, την οποίαν είχεν εις τον Χριστόν. Αύτη λοιπόν η Μαρία ήτο από τα Μάγδαλα, πόλιν ήτις έκειτο εις το οροθέσιον της Συρίας, πλουσία σφόδρα και ωραία την όψιν και το κάλλος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Σύρος, η δε μήτηρ της Ευχαριστία. Ούτοι ήσαν ονομαστοί και ένδοξοι εις πάντα, και κατά την ευγένειαν περιφανείς και κατά τον πλούτον περίβλεπτοι. Αύτη λοιπόν η μακαρία ακούσασα περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, ότι ευρίσκεται εις Ιεροσόλυμα, όπου διδάσκει και θαύματα πολλά ποιεί, τυφλούς φωτίζει, λεπρούς καθαρίζει, νεκρούς ανιστά και δαιμονιζομένους θεραπεύει, καταλιπούσα τα Μάγδαλα, ήλθεν εις Ιερουσαλήμ ζητούσα τον Κύριον, τον οποίον ευρούσα ηκολούθει εις αυτόν ψυχικώς τε και σωματικώς· μαθήτρια δε αυτού γίνεται, και χάριν ευρίσκει μεγάλην παρ’ αυτώ. Ηνωχλείτο δε αύτη η Μαρία η Μαγδαληνή υπό δαιμονίων επτά, και δια της Χριστού χάριτος λυτρούται και απαλλάττεται αυτών και ιατρεύεται. Δαιμόνια δε ακούων επτά, εννόει τα των επτά αρετών υπάρχοντα εναντία πνεύματα. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενοδοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Ταύτα πάντα είναι εναντία και αντίπαλα πασών των αρετών. Καθότι πάσα αμαρτία έχει τον δαίμονα, ήτοι το ενεργούν αυτήν πνεύμα. Εκ τούτων λοιπόν των επτά πνευμάτων, τα οποία είχεν η μακαρία, ελύτρωσεν αυτήν ο Κύριος και εθεράπευσεν. Απαλλαγείσα λοιπόν η μακαρία Μαρία πάσης κακίας ενέδυσεν εαυτήν με το ένδυμα της αγαθότητος και ηκολούθησε τον Χριστόν ως μαθήτρια και Διάκονος, μέχρι του πάθους αυτού· και τα του κόσμου άπαντα φθαρτά εις ουδέν λογισαμένη, και πλούτον και δόξαν και ωραιότητα και ει τι έτερον όμοιον με ταύτα βδελυξαμένη παντελώς, εγένετο Μυροφόρος ομού μετ’ άλλων γυναικών, δια την αιτίαν δε ταύτην ηγάπησεν αυτήν ο Δεσπότης Χριστός. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος προσέλαβεν αυτήν σύντροφον και συνοδοιπόρον, όταν επορεύετο εις τον τάφον. Αύτη πρώτη των άλλων Μυροφόρον είδε την Ανάστασιν του Κυρίου μετά της Θεοτόκου, και εφίλησε τους πόδας του Κυρίου και εψηλάφησεν αυτόν. Αλλά και εν τω καιρώ της Αναστάσεως είδε το μεσονύκτιον Άγγελον ως αστραπήν, ο οποίος εκύλισε τον λίθον του μνήματος και τότε έσπευσε να ευαγγελισθή εις τους Μαθητάς και Αποστόλους την Ανάστασιν του Κυρίου ειπούσα και εις αυτόν τον Πέτρον το χαρμόσυνον άγγελμα. Αύτη η Αγία κατά την ημέραν της Αγίας Αναστάσεως ήλθε πολλάκις εις το μνημείον μεθ’ ετέρων γυναικών, δεικνύουσα τον τάφον κενόν. Ακόμη δε και μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην ήλθεν εις το μνημείον· έπειτα δε πάλιν είδε δύο Αγγέλους κατά την ημέραν εκείνην εις τον τάφον, ένα προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, οίτινες και ελάλησαν εις αυτήν λέγοντες· «Τίνα ζητείς»; Αλλά και τον Κύριον είδε νομίσασα αυτόν ως κηπουρόν· διο και ωνειδίσθη παρά Κυρίου και ήκουσε το «Μη μου άπτου», όταν εγνώρισεν αυτόν. Μετά δε ταύτα ήτο εις Ιεροσόλυμα ομού με άλλας γυναίκας, έως της Αναλήψεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτων ούτως εχόντων, όταν συνεπληρώθη η Πεντηκοστή, κατά την οποίαν εγένετο η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα, η δε Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, σφοδροτέραν αγάπην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επιδεικνύουσα, επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Καίσαρα, φέρουσα αναφοράν προς αυτόν, ήτις έλεγεν· «Ο Πιλάτος τον οποίον απέστειλας εις Ιερουσαλήμ ηγεμόνα, έκαμε κρίσιν άδικον εις τον Ιησούν τον Υιόν της Μαρίας, ο οποίος εποίει σημεία μεγάλα και τέρατα εις τον λαόν, δίδων εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, εγείρων τους νεκρούς, καθαρίζων τους λεπρούς, εκβάλλων δια μόνου του λόγου δαιμόνια και απλώς, πάσαν νόσον θεραπεύων. Οι δε αρχιερείς Άννας και Καϊάφας, δια ζήλον και φθόνον παρέδωκαν αυτόν εις τον ηγεμόνα Πιλάτον, όστις πολλά εξετάσας αυτόν και μηδέν άξιον θανάτου ευρών εις αυτόν εσταύρωσεν αυτόν. Τότε η κτίσις ιδούσα την αδικίαν εσαλεύθη, ο ήλιος ημαύρωσε τας ακτίνας, η δε σελήνη μετεβλήθη εις σκότος, η γη εσείσθη, αι πέτραι διερράγησαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, και οι νεκροί ανέστησαν». Ταύτα ακούσας ο Καίσαρ, και ότι εγένετο κατ’ εκείνην την ώραν σκότος, το οποίον εγένετο εις όλον τον κόσμον, και γράψας τον καιρόν, εγνώρισεν ότι το αληθές λέγει η γυνή. Όθεν παραχρήμα γράφει εις Ιερουσαλήμ, όπως έλθη ο Πιλάτος εις την Ρώμην, ομοίως να έλθουν ταχέως και οι αρχιερείς του ενιαυτού εκείνου Άννας και Καϊάφας. Και ο μεν Καϊάφας λέγουσιν ότι απέθανεν εις την Κρήτην, ο δε Άννας ανήλθεν εις Ρώμην. Τότε ο Καίσαρ εξέδωσεν απόφασιν δι’ αυτόν, ίνα εκδάρωσι μίαν βουβάλαν, και με το νωπόν αυτής δέρμα τυλίξωσιν αυτόν, ούτω δε τυλιγμένον στήσωσιν αυτόν εις τον ήλιον. Τούτου λοιπόν γενομένου έσφιγξεν αυτόν το δέρμα και απέρρηξεν οδυνηρώς την ελεεινήν αυτού ψυχήν. Δια δε τον Πιλάτον επρόσταξεν ο βασιλεύς να τον φέρωσιν προ του βήματος αυτού, ίνα απολογηθή δια το κακόν το οποίον έκαμεν. Είχε δε ο βασιλεύς την εξής συνήθειαν, ότι ουδείς άξιος θανάτου επετρέπετο να ίδη το πρόσωπον αυτού, εάν δε και έβλεπεν αυτό, συνεχωρείτο εκ του θανάτου. Επειδή λοιπόν έμελλεν ο Πιλάτος να ίδη το πρόσωπον του βασιλέως και να ερωτηθή υπ’ αυτού, πως εθανάτωσεν αδίκως τον ποιήσαντα τοσαύτα θαύματα και τέρατα εις τον λαόν, εποίησε πρώτον απόφασιν, ότι καν ίδη το πρόσωπον αυτού ο Πιλάτος, ουδεμίαν ελευθερίαν θέλει έχει. Καθίσαντος λοιπόν του Καίσαρος επί του βήματος, παρίσταται ο Πιλάτος, τον οποίον ιδών ο Καίσαρ εστάθη όρθιος (διότι τόσον εδοξάσθη ο Πιλάτος). Ήτο δε εκεί παρούσα και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήτις ως είδε τούτον λέγει προς τον Καίσαρα· «Γίνωσκε, κύριε Καίσαρ, ότι ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου εκείνου, του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού, δια τούτο και απήλαυσε τοιαύτης τιμής». Να δικάζη δηλαδή αυτόν ο Καίσαρ ιστάμενος όρθιος. Είχε δε πράγματι αγοράσει ο Πιλάτος τον ιματισμόν του Ιησού, τον άνωθεν υφαντόν και άρραφον, τον οποίον έπλεξε δια των ιδίων της χειρών η Παρθένος Μαρία. Τον ιματισμόν αυτόν ηγόρασεν ο Πιλάτος από τους στρατιώτας. Διότι οι στρατιώται κατά τον καιρόν της Σταυρώσεως διεμοιράσθησαν μεταξύ των τα ιμάτια του Ιησού και έλαβον έκαστος ανά εν μέρος. Επειδή όμως το εξωτερικόν ένδυμα ήτο από επάνω έως κάτω υφαντόν, χωρίς καμμίαν ραφήν, δια να μη το καταστρέψωσιν, είπον μεταξύ των· «Μη σχίσωμεν αυτό, αλλά βάλωμεν κλήρους τίνος λάχοι». Τούτον λοιπόν τον ιματισμόν ηγόρασεν ο Πιλάτος και ενεδύθη αυτόν έσωθεν των ιματίων αυτού προς βοήθειαν, δια τούτο είπεν η Μαγδαληνή Μαρία· «κύριε Καίσαρ, ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου ανθρώπου εκείνου του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού». Εκδύσαντες τότε τον Πιλάτον εύρον τον ιματισμόν του Ιησού, καθώς είπεν η Μαρία, και τον εξέβαλον εξ αυτού. Τότε ενεδύθη πάλιν ο Πιλάτος τα ιμάτιά του, αλλ’ εστερήθη πλέον της προτέρας τιμής. Ήρχισε λοιπόν να ερωτά αυτόν ο Καίσαρ, λέγων εις αυτόν· «Πως ετόλμησας να τελέσης τοιούτον άδικον φόνον εις τον Ιησούν; Δεν ήκουσας τα θαύματα τα οποία εποίησεν εις πάσαν την Ιερουσαλήμ και εις τα όρια εκείνα, ένδοξα όλα και θαυμάσια; Τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, νεκρόν ανέστησε τετραήμερον ονόματι Λάζαρον, και άλλα όσα τεράστια και τας ακοάς υπερβαίνοντα εποίησεν; Ποίαν λοιπόν αιτίαν εύρες κατ’ αυτού, και εποίησας ταύτην την αδικίαν και παρανομίαν»; Απεκρίθη τότε ο Πιλάτος και λέγει προς τον Καίσαρα· «κύριε Καίσαρ, ονομαστέ και θαυμαστέ, οι αρχιερείς και οι γραμματείς των Ιουδαίων παρέδωκαν εις εμέ αυτόν, λέγοντες και βοώντες, ότι δεν τηρεί το Σάββατον, ότι παραβαίνει τον νόμον του Μωυσέως, ότι κωλύει τα τέλη και τους φόρους σου του Καίσαρος, και εξεγείρει τον όχλον· και εγώ τούτον ακούσας, πολλάκις είπον προς αυτούς· λάβετε αυτόν υμείς, και κατά τον ιδικόν σας νόμον κρίνατε. Οι δε ήρχισαν με μεγάλην φωνήν να κράζουν· θανάτωσον αυτόν, διότι είναι άξιος θανάτου· ότι και εαυτόν Υιόν Θεού εποίησε, και άλλους λόγους πολλούς είπεν άπας ο λαός κατά του κράτους σου λέγων, ότι εάν δεν σταυρώσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος· και ότι πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών, αντιλέγει εις τον Καίσαρα. Ταύτα και τα τοιαύτα ακούσας εγώ περί του κράτους και της εξουσίας σου, ηγωνιζόμην πολύ να απολύσω αυτόν. Ιδών δε ότι ουδέν ωφελούμαι, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται εις τον λαόν, έκρινα να παραδώσω τον Ιησούν εις θάνατον· ταύτα δε έπραξα δια τον φόβον σου». Τότε ο Καίσαρ λέγει προς τον Πιλάτον· «Άθλιε και ταλαίπωρε, επειδή εξουσίαν είχες να απολύσης αυτόν, τίνος ένεκεν δεν τον απέλυσας»; Διέταξε τότε να βάλωσι τον Πιλάτον εις φυλακήν, έως ου σκεφθή δια ποίου πικρού θανάτου να θανατώση αυτόν, δια την άδικον δίκην, την οποίαν έκαμε κατά του Ιησού, του δικαίου εκείνου και αναμαρτήτου· τότε οι του Καίσαρος υπηρέται, παραλαβόντες τον Πιλάτον, ωδήγησαν αυτόν εις την εξωτερικήν φυλακήν· διότι αι φυλακαί της Ρώμης ήσαν έξωθεν της πόλεως. Χρονοτριβήσαντες δε του Πιλάτου εις την φυλακήν εφρόντιζον επιμελώς οι γνώριμοι και οι γνήσιοι φίλοι αυτού να λυτρώσωσιν αυτόν εκ της ζοφεράς εκείνης φυλακής· αλλά δεν ετόλμων να ομιλήσωσι περί αυτού εις τον Καίσαρα. Πλην μίαν των ημερών, δια να εύρωσιν αφορμήν, ωργάνωσαν κυνήγιον έξω της Ρώμης πλησίον της φυλακής, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένος ο Πιλάτος. Εις το κυνήγιον δε αυτό θα επήγαιναν ομού μετά του Καίσαρος, παρήγγειλαν δε εις τον Πιλάτον, όταν ίδη τον Καίσαρα εκεί πλησιάσαντα, να κύψη εκ της θυρίδος ικετεύων και παρακαλών όπως τύχη ελέους. Όταν λοιπόν ήρχισαν να κυνηγούν τα εκεί συνηγμένα ζώα, ήτοι λαγωούς, ελάφους και ει τι έτερον γένος των ζώων έτυχε να ευρίσκεται εις εκείνην την πεδιάδα, μία έλαφος, ωραιοτέρα όλων των άλλων, εμφανισθείσα εις το μέσον, ήρχισε να τρέχη φεύγουσα δι’ όλων αυτής των δυνάμεων. Ελθούσα δε επάνω του τείχους της φυλακής, εστάθη εκεί. Ταύτην ιδών ο Καίσαρ, ευθύς την κατεδίωξε και ηγωνίζετο όπως δια παντός τρόπου συλλάβη αυτήν. Τότε ο Πιλάτος έκυψεν εκ της θυρίδος, ίνα ικετεύση τον Καίσαρα, την στιγμήν όμως εκείνην ο Καίσαρ είχε φθάσει πλησίον της ελάφου και έρριψε κατ’ αυτής το βέλος του, φυγόν δε τούτο από της χειρός αυτού έκρουσε τον Πιλάτον εις το μέσον της καρδίας και ούτως ετελειώθη δια πικρού θανάτου. Ταύτα μεν ούτως έχουν, ημείς δε εις το προκείμενον επανέλθωμεν. Έρχεται λοιπόν και πάλιν η Μαγδαληνή Μαρία, εις Ιερουσαλήμ, εύθυμος ούσα διότι εποίησε την εκδίκησιν του Κυρίου, εκεί δε εγένετο μαθήτρια και ακόλουθος του Αγίου Αποστόλου Πέτρου. Μετά δε χρόνους δεκατέσσαρας από της Χριστού Αναλήψεως, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα του Κυρίου, όπως κηρύξωσιν εις πάντα τον κόσμον το όνομα αυτού, την ένσαρκον οικονομίαν και την Αγίαν αυτού Ανάστασιν. Η δε Μαγδαληνή Μαρία παρεδόθη υπό του Αποστόλου Πέτρου εις Μάξιμον τινα, όστις ήτο εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, έμεινε δε εις Ιεροσόλυμα. Επειδή δε πάντες οι Απόστολοι εσκορπίσθησαν, οι παράνομοι Ιουδαίοι, κατακαιόμενοι υπό του φθόνου κατά του Αγίου Αποστόλου Μαξίμου, συνέλαβον αυτόν και τον επεβίβασαν ομού μετά της μακαρίας Μαρίας και άλλων πολλών Χριστιανών εις εν πλοίον, μη έχον ούτε ιστία ούτε κώπας, ούτε επισιτισμόν ποσώς έχον, όπως καταποντισθώσι, και βυθισθώσιν αδίκως. Αλλ’ όμως το θέλημα του Αγίου Θεού, και ο αληθινός κυβερνήτης των πιστών αυτού ικετών ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν επέτρεψε να απολεσθώσιν, αλλ’ έσωσεν αυτούς ακινδύνως και ωδήγησεν εις την Γαλλίαν, εις πόλιν λεγομένην Μασσαλίαν. Εκεί λοιπόν προσορμισθέντες και υπό της πείνης, της δίψης και του δεινοτάτου ψύχους πιεζομένους, ουδείς ευρέθη να υποδεχθή αυτούς ή να φιλοξενήση φιλοφρόνως, διότι πάντες οι άνθρωποι του τόπου εκείινου ήσαν ειδωλολάτραι· έτρεχον δε όλος ομού ο λαός του τόπου εκείνου εν μια ημέρα εις όποιον είδωλον εσέβοντο, δια να προσφέρουν εις αυτό θυσίαν. Ταύτα λοιπόν ιδούσα η μακαρία Μαγδαληνή Μαρία εστάθη μετά πολλής παρρησίας και ιλαρωτάτου προσώπου, και μετά ευλάλου γλώσσης ήρχισε να κηρύττη τον λόγον του Θεού λέγουσα προς αυτούς· «Άνδρες άριστοι, μάθετε να γνωρίζετε τον ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Θεόν τον ισχυρόν και δυνατόν, τον Θεόν τον αληθινόν, και αρνησάμενοι τα κωφά και άλαλα είδωλα, πιστεύσατε εις τον προαιώνιον Λόγον του Θεού, όστις είναι ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του κόσμου, ο λυτρωσάμενος ημάς εκ της των αλάλων και κωφών ειδώλων πλάνης». Ακούοντες δε εκείνοι τους λόγους της μακαρίας Μαρίας εθαύμαζον δια την γλυκύτητα του λόγου αυτής, και εξεπλήσσοντο δια την ωραιότητα του κάλλους αυτής. Αφού δε αύτη ετελείωσε τον λόγον της διδαχής, έτυχε να έλθη και ο άρχων του τόπου εκείνου μετά της γυναικός αυτού, προσκομίζοντες θυσίαν προς το είδωλον και θεόν αυτών, δια να αποκτήσωσι τέκνον, διότι ήσαν άτεκνοι. Τότε λοιπόν ιδούσα τούτον η Μαγδαληνή Μαρία ήρχισε να κηρύττη μετά παρρησίας το όνομα του Χριστού. Αφού λοιπόν παρήλθεν η ημέρα εκείνη ενεφανίσθη η μακαρία Μαρία κατά το διάστημα της νυκτός εις την γυναίκα του άρχοντος μετά φόβου λέγουσα προς αυτήν· «Τίνος ένεκεν δεν θέλετε να κάμετε καλωσύνην εις τους ξένους τούτους, τους πεινώντας και διψώντας και από το ψύχος αποθνήσκοντας; Και ούτοι δούλοι του Θεού είναι». Παρήγγειλε δε εις αυτήν μετ’ επιτιμήσεως να είπη αυτά τα οποία της είπε, εις τον άνδρα της, ίνα ποιήση έλεος εις τους ξένους. Η δε αρχόντισσα εφοβήθη να είπη την όρασιν, την οποίαν είδε. Πάλιν δε κατά την επιούσαν νύκτα φαίνεται η Μαρία λέγουσα προς αυτήν τα αυτά λόγια, παρήγγειλε δε και πάλιν να είπη ταύτα εις τον άνδρα αυτής· η δε και πάλιν παρήκουσε και ουδέν είπεν εκ των οραθέντων. Τότε τι ποιεί η δούλη του Θεού; Φαίνεται πάλιν δια τρίτην φοράν εις τον άρχοντα και την γυναίκα αυτού, μετά θυμού πολλού· το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν ωσεί πυρ κατακαίον τον οίκον αυτού, και λέγει προς αυτόν· «Κοιμάσαι, ω τύραννε, σώμα του πατρός σου του Σατανά, μετά εχίδνης της γυναικός σου, εις την οποίαν παρήγγειλα να είπη εις σε λόγον και δεν ηθέλησεν· αναπαύεσαι, ω εχθρέ του Σταυρού του Χριστού, εσθίων και πίνων δια πολλών φαγητών και διαφόρων ποτών γεμίζων την κοιλίαν σου, τους δε ξένους και αγίους του Θεού αφήκες να αποθάνουν βασανιζόμενοι υπό της πείνης, της δίψης και της ψυχρότητος, συ δε κοιμάσαι εις το παλάτιόν σου τετυλιγμένος με πλούσια σκεπάσματα· οι δε δούλοι του Θεού αποθνήσκουσι άοικοι πιεζόμενοι υπό του ψύχους. Εβράδυνας τόσον πολύ να ποιήσης εις αυτούς αυτό το καλόν· διο θέλει έλθει επί σε η οργή του Θεού». Ταύτα δε ειπούσα ανεχώρησεν απ’ αυτού. Έξυπνος τότε γενομένη η αρχόντισα κατείχετο υπό φόβου και μεγάλως αναστέναξεν· ουδέν όμως εξ όσων είδεν ετόλμα να είπη εις τον άνδρα αυτής. Τότε ο άρχων λέγει προς αυτήν· «Γνωρίζεις, ω γύναι, το όνειρον το οποίον ενυπνιάσθην εγώ»; Η δε λέγει· «Ναι, και δειλιώ και τρέμω πολλά». Είπεν εκείνος: «Τι πρέπει να ποιήσωμεν εις τούτο το πράγμα»; Η δε λέγει εις αυτόν: «Καλύτερον είναι να ποιήσωμεν το διαταχθέν υπό της δούλης του Θεού, ίνα καταπραϋνωμεν το θείον, παρά να παρακούσωμεν και να υποστώμεν την αφόρητον δίκην». Πρωϊας λοιπόν γενομένης, παραλαβόντες τους ξένους εις τον οίκον των, εφιλοξένησαν αυτούς φιλοφρόνως και πρεπόντως ανέπαυσαν, προσφέραντες πλουσιοπαρόχως ό,τι είχον ανάγκην. Επειδή δε η μακαρία εδίδασκεν, εν μια των ημερών λέγει ο άρχων προς αυτήν· «Άραγε, δύνασαι να με πληροφορήσης δι’ έργων, επιδεικνύουσα φανερώς εις εμέ την πίστιν, την οποίαν διδάσκεις»; Λέγει εις αυτόν η Αγία· «Δύναμαι δια θαύματος, του Αγίου Θεού βοηθούντος μοι». Τότε ο άρχων, συν τη αυτού γυναικί, απεκρίθησαν λέγοντες προς αυτήν· «Δύνασαι να αιτήσης παρά του Θεού σου να αποκτήσωμεν παιδίον; Και εάν μεν τούτο ποιήσης, ημείς μεθ’ όλου του οίκου μας θέλομεν πεισθή εις όλα τα υπό σου διδασκόμενα και κηρυττόμενα». Υπεσχέθη τότε η Αγία και δεηθείσα προς τον Θεόν επέτυχε του σκοπού. Παρελθουσών δε ολίγων ημερών συνέλαβεν η γυνή, ιδών δε ο άρχων, ότι είναι αληθές, ηβουλήθη να απέλθη εις την Ρώμην προς τον Απόστολον Πέτρον, όπως μάθη εάν είναι αληθή όσα λέγει και διδάσκει η Μαρία. Λέγει εις αυτόν η γυνή αυτού· «Θέλω και εγώ να έλθω μαζί σου εις την Ρώμην, να γνωρίσω τον Πέτρον». Τότε αποκριθείς ο άρχων είπεν εις αυτήν· «Δεν επιτρέπεται εις σε τοιούτον ταξείδιον, ίνα μη πάθης κακόν τι εις την θάλασσαν, επειδή είσαι έγκυος». Ήρχισε τότε εκείνη να κλαίη πικρώς και οδυνηρώς, προσπίπτουσα δε εις τους πόδας αυτού εζήτει ίνα υπάγουν ομού. Η δε μακαρία Μαρία έπεισε τον άρχοντα να συμφωνήση εις την επιθυμίαν εκείνης, και ηυλόγησεν αυτούς λέγουσα· «Η δύναμις του Θεού έστω μεθ’ υμών». Εσφράγισε δε αυτούς δια του σημείου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ίνα μη ο υπεναντίος σκανδαλίση αυτούς εν τη οδώ. Ητοίμασαν λοιπόν το πλοίον, και αγοράσαντες ό,τι είχον ανάγκην τα έβαλον εις αυτό, τα δε επίλοιπα αυτών παρέδωκαν εις τας χείρας της Αγίας και ανεχώρησαν. Πορευομένων δε αυτών προς την Ρώμην, έφθασεν η ώρα της γεννήσεως αυτής, γεννήσασα δε παιδίον άρρεν, απέθανεν η μήτηρ αυτού. Ενώ δε οι ναύται εβούλοντο να ρίψωσιν αυτήν εις την θάλασσαν, ο άρχων ευρισκόμενος εις μεγάλην θλίψιν και απορίαν περί της γυναικός και του παιδίου, μη γνωρίζων τι να πράξη, παρεκάλεσε τους ναύτας ίνα μη ρίψωσι τα νεκρά σώματα εις την θάλασσαν, αλλά μάλλον να υπάγωσιν εις τινα ερημόνησον και εκεί να θάψωσιν αυτήν, τούτο δε και εποίησαν. Ιδόντες λοιπόν βουνόν τι εις την θάλασσαν απήλθον εκεί, εύρον δε έσωθεν σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον εισελθόντες έθηκαν την μητέρα μετά του βρέφους. Ο δε πατήρ τούτου κλαύσας πικρώς εσκέπασεν αυτά δια του μανδηλίου αυτού, και εμβάς εις το πλοίον επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Άγιον Απόστολον Πέτρον, και διηγήθη εις αυτόν πάντα όσα εποίησεν εις αυτόν Μαρία η Μαγδαληνή, ως και περί της γυναικός και του παιδίου αυτού και πως απέθανον, και έθηκεν αυτά εις το σπήλαιον. Ταύτα ακούσας ο Απόστολος Πέτρος εδίδαξεν αυτόν περί υπομονής, τον συνεβούλευσε δε να μη λυπήται, αλλά να είναι καρτερικός και να αναμένη άνευ αμφιβολίας την πραγματοποίησιν πάντων των υπό της Μαρίας της Μαγδαληνής λαληθέντων και ότι ουδέν εξ αυτών θέλει υστερήσει· διότι αν και η γυνή μετά του παιδίου απέθανον, όμως ζώσιν εν Κυρίω· διότι η προς τον Θεόν πίστις εις πάντα δύναται να συνεργήση. Δια τοιούτων πολλών παρακλητικών λόγων εδίδαξεν αυτόν. Επειδή δε ο άρχων έβαλε κατά νουν να αναβή εις Ιεροσόλυμα δια να προσκυνήση τον τάφον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συναπήλθε μετ’ αυτού και ο Απόστολος Πέτρος, δια να δείξη εις αυτόν πάντας τους τόπους, όσους επεριπάτησεν ο Κύριος, εκεί όπου εσταυρώθη, απέθανεν, ετάφη, ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Παραμείνας λοιπόν ο άρχων εις Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, και μέλλων να επανέλθη εις την πατρίδα αυτού, έλαβε παραγγελίαν παρά του Αποστόλου Πέτρου, ίνα βαπτισθή υπό Μαρίας της Μαγδαληνής. Εμβάς δε εις το πλοίον, ενεθυμήθη πως εξήλθεν εκ της χώρας αυτού χαίρων και αγαλλόμενος μετά της συμβίας αυτού, πως δε τώρα επανακάμπτει λυπούμενός τε και στενοχωρούμενος δια την στέρησιν αυτής και του παιδίου· ταύτα δε συλλογιζόμενος, ηβουλήθη να υπάγη εις τον τόπον εις τον οποίον έθηκε τα λείψανα της γυναικός και του παιδίου αυτού, ίνα καν λάβη ταύτα προς παρηγορίαν. Την βουλήν ταύτην ενέβαλεν εις αυτόν ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος αφ’ ενός μεν ίνα παρηγορήση αυτόν, αφ’ ετέρου δε, το οποίον είναι και το μεγαλύτερον, ίνα δοξάση την Αγίαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν. Όταν λοιπόν επλησίαζον εις το όρος εκείνο, βλέπουσιν παιδίον μικρόν παίζον εις την θάλασσαν και λίαν εθαύμασαν. Το δε παιδίον ιδόν αυτούς έφυγε και εισήλθεν εις το σπήλαιον, εις το οποίον ήτο η μήτηρ αυτού. Τότε εισελθόντες και οι περί τον έρχοντα εις το σπήλαιον, βλέπουσι την γυναίκα σώαν, κεκαλυμμένους έχουσαν τους οφθαλμούς αυτής, ωσάν να εκοιμάτο, ήρχισαν δε να κλαίουν· αφυπνισθείσα τότε η γυνή ενέπλησεν αυτούς φόβου και τρόμου. Ήρχισε τότε ο άρχων να ερωτά αυτήν λέγων· «Πως ανέζησας, και τοσούτον χρόνον πως διέτριβες»; Η δε αποκριθείσα είπεν· «Η δούλη του Θεού Μαρία η Μαγδαληνή ήρχετο συνεχώς ενταύθα φέρουσα πάντοτε τροφήν εις ημάς». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθαύμαζε και ενεός γενόμενος ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα. Έπειτα αναχωρήσαντες εκείθεν εισήλθον εις το πλοίον, και μετά πλείστης χαράς έφθασαν εις την χώραν αυτών· ένθα καταξιωθέντες να ίδωσι την Αγίαν, ηυχαρίστησαν τον Κύριον, τον ποιήσαντα τοιαύτα θαυμάσια, και τας ακοάς υπερβαίνοντα. Συνομιλήσαντες λοιπόν περί τούτων αρκετά δεν έπαυσαν να έχουν κατά νουν και η Αγία και ο άρχων το παράγγελμα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, την τέλεσιν δηλαδή του αγίου Βαπτίσματος. Εβάπτισε λοιπόν η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή τον άρχοντα μεθ’ όλου του οίκου του, ή καλύτερον να είπωμεν μεθ’ όλου του λαού. Καταστήσασα δε ιερούς Ναούς και καλώς τα περί τούτων οικονομήσασα, και πάντας εμπλήσασα της ζωηρρύτου διδαχής, τούτους μεν παρέδωκεν εις τον αληθή Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον και επίστευσαν, αύτη δε η θαυμαστή και μεγάλη όντως, ουδόλως υπολογίζουσα το μήκος της οδού, ούτε εκ της ασθενείας της γυναικείας φύσεως δειλιάσασα, έφθασεν εις Έφεσον, όπου συνήντησε τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον, τον υιόν της βροντής, τον και επί του δεσποτικού στήθους γνησίως αναπεσόντα· παρέμεινε δε μετ’ αυτού κοινωνούσα του κηρύγματος, των θλίψεων, των δεσμών, της φυλακής, και όλων των άλλων ανιαρών αυτού. Επειδή δε και αυτή άνθρωπος ήτο και έπρεπε να πληρωθή και εις αυτήν ο κοινός νόμος της φύσεως, ησθένησεν ολίγον και παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας του Θεού. Φιλόχριστοι δε τινες καλώς κηδεύσαντες το ταύτης πάντιμον σώμα έθαψαν φιλοτίμως παρά την είσοδον του σπηλαίου, εις το οποίον εκοιμήθησαν οι επτά Παίδες, πλείστα θαύματα τελέσασα κατά τε την κατάθεσιν του αγίου αυτής λειψάνου και κατά τον μετά ταύτα χρόνον. Και ταύτα μεν είναι τα μέχρι τότε κατορθώματα της Αγίας. Άξιον δε είναι να είπωμεν και περί της ανακομιδής του τιμίου ταύτης λειψάνου. Λέων ο Σοφός ο εν ευσεβεί τη λήξει γενόμενος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, οικοδομήσας εκ βάθρων την περικαλλή Μονήν του Αγίου Λαζάρου, και διακοσμήσας αυτήν δια θαυμασίας τέχνης, επειδή ήτο φιλάγιος καθώς ήτο και φιλοδίκαιος και επειδή ήθελε να καταστήση την Μονήν αυτήν εντιμοτέραν, ανεκόμισεν εξ Εφέσου με μεγάλας τιμάς και μεγαλυτέραν ευσέβειαν, κατά το έτος οκτακόσια ενενήκοντα από Χριστού (890), το τίμιον λείψανον της μακαρίας ταύτης και μεγάλης Μαγδαληνής και κατέθεσεν εις την Μονήν ταύτην, ένθα και νυν υπάρχει τιμωμένη πιστώς εις αυτήν και λαμπρώς και ποθεινώς κατ’ έτος εορταζομένη, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω πρέπει δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου