Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Επιστροφή του Οσίο Αντωνίου από του όρους Άθω εις Ρωσίαν.

Επιστροφή του Οσίο Αντωνίου από του όρους Άθω εις Ρωσίαν.                                                             

Ο μεν λοιπόν Όσιος Αντώνιος ευρίσκετο εις το ησυχαστήριον της Σαμαρείας αγωνιζόμενος με άκραν σκληραγωγίαν· ο δε άγιος γέρων Ηγούμενος, ο κουρεύσας αυτόν, ωραματίσθη ίνα αποστείλη και πάλιν τον Όσιον Αντώνιον εις Ρωσίαν προς τους εκείσε μονάζοντας·  όθεν ανήγγειλεν εις αυτόν την θεϊκήν προσταγήν λέγων· «Θέλημα Θεού είναι, τέκνον, ίνα απέλθης πάλιν εις Ρωσίαν εις ψυχών πολλών σωτηρίαν». Προεφήτευσε δε εις αυτόν τα μέλλοντα να συμβώσιν, ότι πολλών Μοναχών πατήρ μέλλει να γίνη και ευχηθείς ατόν απέστειλεν εν ειρήνη. Λαβών λοιπόν την ευχήν του γέροντος ο Αντώνιος επανήλθεν εις την Ρωσίαν και αναβάς εις το όρος του σπηλαίου και ιδών τον τόπον καλλιεργημένον κατανυγείς εδεήθη του Θεού μετά δακρύων λέγων· «Γενηθήτω το θέλημά Σου το άγιον, Κύριε, ας αφιερωθή ο τόπος ούτος εις απαρχήν ευλογίας του Αγίου Όρους Άθω και η ευχή του εμού Γέροντος του κουρεύσαντός με και αποστείλαντός με ενταύθα έστω μετ’ εμού και τοις συν εμοί περιτειχίζουσα και ενισχύουσα του ησυχάσαι με ώδε». Ταύτα επευξάμενος, εισελθών κατώκησεν εις το σπήλαιον αγωνιζόμενος, έργον αδιάλειπτον έχων την προσευχήν και εσθίων άρτον ξηρόν και ύδωρ ημέραν παρ’ ημέραν, ενίοτε δε και δύο ημέρας νηστεύων, την τρίτην ημέραν έτρωγεν. Άνθρωποι δε τινες διερχόμενοι εκείθεν είδον τον Όσιον εις τοιαύτην ακτημοσύνην και πολλήν κακοπάθειαν και σπλαγχνισθέντες έφερον εις αυτόν τα προς το ζην αναγκαία· τινές δε εξ αυτών ζηλώσαντες την ασκητικήν διαγωγήν ηθέλησαν να παραμείνωσι μετ’ αυτού, μετά των οποίων ήσαν και ο Όσιος Νίκων και ο Θεοδόσιος, τους οποίους αποδεξάμενος, μετά καιρόν τον μεν Νίκωνα εποίησεν ιερέα, τον δε Θεοδόσιον ο Νίκων εκούρευσε Μοναχόν· ο δε Θεοδόσιος ανεδέχετο τους προσερχομένους δια του αγγελικού σχήματος. Μετά παρέλευσιν καιρού ετελεύτησεν ο αείμνηστος δουξ Ιαροσλάβος και έλαβε την εξουσίαν Ιζεσλάβ ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος. Του δε Οσίου ενασκουμένου εν τω σπηλαίω διεδόθη η φήμη αυτού πανταχού εις όλην την γην της Ρωσίας, καθώς το πάλαι του μεγάλου Αντωνίου εις όλην την γην της Αιγύπτου·  ώστε και ο λαμπρός Δουξ, ως ευλαβέστατος ων, ακούσας την αρετήν αυτού ήλθε μετά των συγκλητικών αρχόντων αυτού προς τον Όσιον και έλαβε την ευλογίαν του· όθενέγινεν εξακουστός ο Όσιος, και ήρχοντο οι ποθούντες την ασκητικήν βιοτήν, τους οποίους ο Όσιος υποδεχόμενος καθωδήγει εις τον δρόμον της αρετής. Προσήλθε δε και τις ευγενής, Βαρλαάμ καλούμενος, υιός Ιωάννου άρχοντος μεγάλου·  και έτερος νέος Εφραίμ το όνομα, υιός θετός του ηγεμόνος Ιζεσλάβ, ευνούχος ων, τους οποίους ο Αντώνιος ευαγγελικώς αποδεξάμενος, είπεν εις τον Όσιον Νίκωνα και ενέδυσεν αυτούς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών, καθώς εκείνοι επιμόνως εζήτησαν. Ούτοι όμως είχον φύγει κρυφίως, διο και έγινε μεγάλη ταραχή και εξέτασις περί αυτών και ηκολούθησε μέγας πειρασμός εις τον Αντώνιον, διότι μαθών ο άρχων την φυγήν του υιού αυτού Βαρλαάμ, ήλθεν εις το σπήλαιον με πλήθος στρατιωτών πνέων θυμού και τους μεν Μοναχούς εκείθεν διεσκόρπισε, τον δε υιόν αυτού Βαρλαάμ εκβαλών του σπηλαίου βιαίως και εκδύσας αυτόν τα πένθιμα των Μοναχών ιμάτια ενέδυσεν αυτόν πολυτελή λαμπράν στολήν και έφερεν άκοντα εις το παλάτιον αυτού. Ο δε ηγεμών Ιζεσλάβ μαθών περί του ευνούχου αυτού Εφραίμ, ότι εκούρευσεν αυτόν ο Αντώνιος Μοναχόν, οργισθείς λίαν κατά του Αντωνίου, ότι ηγάπα τον Εφραίμ πολύ, ώρισεν ίνα διωχθή εκείθεν ο κουρεύσας αυτόν Νίκων, καθότι και άλλοι πολλοί αφήνοντες τον κόσμον έφευγον εις την έρημον και εμόναζον· όθεν οι πολίται ώρισαν ίνα τον μεν Αντώνιον εξορίσωσιν εκείθεν, τους δε Μοναχούς πάντας να διώξωσι και τον τόπον να αφανίσωσι. Στενοχωρηθείς λοιπόν ο Αντώνιος εκ του μίσους του ηγεμόνος, ανεχώρησεν εκείθεν ομού με τους εναπολειφθέντας Μοναχούς εις άλλον τόπον μακράν του Κιέβου. Η δε γυνή του ηγεμόνος, μαθούσα την φυγήν του Αντωνίου, ελυπήθη σφόδρα και παρεκάλει τον αυθέντην να μη διώκη τους δούλους του Θεού, ίνα μη επέλθη οργή τις θεϊκή εις αυτόν καθώς συνέβη και εις την πατρίδα αυτής Λεχίαν· διότι ο εκεί άρχων είχε διώξει τινάς Μοναχούς εκ της επικρατείας Λεχίας, επειδή εις του παλατίου αυτού, Μωϋσής καλούμενος φυγών κρυφίως εμόνασε, οργισθείς δε ο άρχων απεδίωξε τους εκεί μονάζοντας, αλλ’ απέθανεν αιφνιδίως. Ταύτα έλεγεν η γυνή αυτού, ήτις ήτο θυγάτηρ στρατηγού της Λεχίας, προσθέσασα και τούτο, ότι μετά τον άωρον θάνατον του ρηθέντος έγινε σύγχυσις εις τον λαόν μεγάλη, πολλοί δε εφονεύθησαν μετά του αρχιστρατήγου και του Μητροπολίτου· όθεν συνεβούλευσε τον ηγεμόνα να απέχη τοιούτου εγχειρήματος και καταδρομής των αγίων ανδρών μήπως πάθη τα όμοια. Ταύτα ακούσας ο ηγεμών παρά της καλής συζύγου αυτού, μετέβαλε την οργήν και άλογον ορμήν αυτού, φοβηθείς την θείαν εκδίκησιν, αποστείλας δε ανθρώπους εκάλεσε τους Οσίους να επιστρέψουν αφόβως εις το ησυχαστήριον· αναζητήσαντες δε οι πεμφθέντες μετά δύο ημέρας εύρον τον Όσιον Αντώνιον και προσπεσόντες εις αυτόν εζήτουν συγχώρησιν και παρεκάλουν, ίνα επιστρέψη εις το ασκητήριόν του. Ο δε Όσιος υπακούσας επανήλθεν εις το σπήλαιον και ησύχαζε, δεόμενος του Θεού να παρέχη εις αυτόν υπομονήν εις τους πειρασμούς και τας θλίψεις τας εκ του πονηρού επερχομένας, λέγων την ευχήν των τριών Παίδων· «Μη δη παραδώης ημάς εις τέλος δια το όνομά Σου το άγιον». Ο δε Κύριος, επακούσας της δεήσεως αυτού, όχι μόνον τους διασκορπισθέντας αδελφούς συνήθροισεν, αλλά και άλλοι εκ διαφόρων πόλεων και χωρών προσήρχοντο δεόμενοι του Οσίου να τους υποδεχθή και διαφυλάξη αυτούς εκ της του κόσμου και διαβόλου απάτης και οδηγήση εις οδόν σωτηρίας. Τούτους ο Όσιος υπεδέχετο ειλικρινώς, διδάσκων και καθοδηγών αυτούς εις την του μονήρους βίου διαγωγήν· μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν έλεγεν εις τον Όσιον Νίκωνα και εκούρευεν αυτούς μοναχούς· όθεν ηυξήθη ο αριθμός έως δώδεκα. Σκάψαντες τότε το σπήλαιον ωκοδόμησαν εις αυτό Εκκλησίαν και κελλία, τα οποία μέχρι σήμερον σώζονται κάτωθεν του νεοκτισθέντος Μοναστηρίου εις το σπήλαιον. Παρέμεινε δε εκεί ο Όσιος Αντώνιος χρόνους τεσσαράκοντα, στηρίζων τους μαθητάς αυτού· τους οποίους νουθετών, έλεγε μετ’ άλλας πολλάς νουθεσίας και ταύτα· «Αδελφοί εν Κυρίω και τέκνα, γινώσκετε ότι ο Κύριος δια προμηθείας της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου συνήθροισεν ημάς εν τούτω τω χορώ, και έθεσεν ημάς ως απαρχήν ευλογίας και είμεθα ευλογία του αγιωνύμου όρους Άθω, επισκοπή της Κυρίας ημών Δεσποίνης και αειπαρθένου Μαρίας, την οποίαν και κοινήν προστάτιν και έφορον έχομεν· ότι καθώς ο οσιώτατος πατήρ εμού Θεόκτιστος ο της Μονής Εσφιγμένου εκούρευσεν εμέ και διάδοχον αυτού κατέλιπεν, ούτω και εγώ εκούρευσα σας και καταλείπω κλήρον εις τούτον τον άγιον τόπον, όπως σώζεται η απαρχή και ευλογία του Αγίου Όρους Άθω εις καθιέρωσιν πρώτον της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και δεύτερον της συγκροτηθείσης ταύτης Μονής του σπηλαίου· δια τούτο πρέπον είναι ίνα πολιτεύεσθε αξίως της κλήσεως υμών, καθώς εμάθετε και εδιδάχθητε παρ’ εμού του ταπεινού πατρός σας». Αυτά και άλλα διδάξας και νουθετήσας αυτούς εφανέρωσεν εσχάτως ότι αυτός βούλεται να ησυχάση κατά μόνας ησύχως ως επόθει και θέλει αφήσει εις αυτούς ηγούμενον έτερόν τινα, ίνα ποιμαίνη αυτούς. Όθεν και διώρισε τον μακάριον Βαρλαάμ ηγούμενον, ως έμπειρον όντα και ενάρετον, αυτός δε εκλείσθη εις το σπήλαιον μόνος μακρυνθείς των θορύβων και οχλήσεων των πολλών. Μετά δε ταύτα ανεχώρησεν εκείθεν εις άλλο όρος και ήρχισε να σκάπτη άλλο σπήλαιον, το οποίον είναι το νυν καλούμενον Σπήλαιον. Ο δε ηγούμενος Βαρλαάμ και οι αδελφοί, λαβόντες ευχήν παρά του Οσίου Αντωνίου, έμειναν εις το πρώτον σπήλαιον οσίως και εναρέτως πολιτευόμενοι· αλλ’ επειδή και συνήχθησαν πολλοί και ούτε τα κελλία ούτε ο Ναός εχώρει αυτούς, έκριναν καλόν να οικοδομήσουν Ναόν ευρύχωρον έξωθεν του σπηλαίου. Ελθόντες λοιπόν προς τον Όσιον Αντώνιον ανήγγειλαν, ότι οι αδελφοί επερίσσευον και εστενοχωρούντο εις τον Ναόν και να δώση εις αυτούς ευλογίαν να οικοδομήσουν άλλον Ναόν ευρύχωρον επ’ ονόματι της Θεοτόκου έξωθεν του σπηλαίου. Ο δε Όσιος έδωκεν εις αυτούς ευλογίαν και επιστρέψαντες ήρχισαν την οικοδομήν άνωθεν του σπηλαίου, ένθα ωκοδόμησαν Ναόν και ετίμησαν αυτόν εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, είχε δε την προστασίαν της Μονής ο Βαρλαάμ. Ο δε ηγεμών ηβουλήθη να οικοδομήση Ναόν μέγαν επ’ ονόματι του Αγίου Δημητρίου, ότι Δημήτριος εκλήθη εις το Άγιον Βάπτισμα· ήγειρε λοιπόν Ναόν μέγαν λιθόκτιστον πλησίον του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εν τω σπηλαίω και ώρισεν, ίνα ο Βαρλαάμ ηγουμενεύη εις αυτόν, διότι πολλοί άρχοντες κατέβαλον χρήματα ικανά εις την τοιαύτην οικοδομήν και έγινεν ο Ναός ωραίος και μέγιστος μεν, ουχί όμως κατάλληλος και ήσυχος δια Μοναχούς. Μεταβάς λοιπόν ο Βαρλαάμ εις τον νέον Ναόν κατά τον ορισμόν του ηγεμόνος, έμειναν οι αδελφοί απροστάτευτοι και συναχθέντες οι αδελφοί εξέλεξαν τρεις, τους πλέον εναρέτους, δια να υπάγουν εις τον Όσιον Αντώνιον, ίνα εκλέξη εξ αυτών Ηγούμενον· ηρώτησε δε αυτούς ποίον ήθελον· οι δε είπον· «Εκείνον τον οποίον η Κυρία Θεοτόκος και η αγιωσύνη σου ήθελον εκλέξει, πάτερ». Είπε τότε εις αυτούς ο Αντώνιος· «Όστις εξ ημών υπάρχει πράος και ειρηνικός και ταπεινός, ούτος ας δεχθή την προστασίαν». Τότε ομοφώνως άπαντες εζήτησαν τον Όσιον Θεοδόσιον, ως κατά πάντα ομότροπον όντα του Οσίου Αντωνίου· ήσαν δε τότε αδελφοί τον αριθμόν είκοσι, ευλογήσας δε ο Όσιος τον Θεοδόσιον, βαλόντες δε εκείνοι μετάνοιαν εις τον Όσιον Αντώνιον ανεχώρησαν χαίροντες. Λαβών λοιπόν την προστασίαν της Μονής ο Θεοδόσιος, έλαβε ζήλον ένθεον και προσέθηκε κόπους και αγώνας προς τους προτέρους του, επεκαλείτο δε μετά δακρύων τας ευχάς του Οσίου Αντωνίου, ίνα λάβη χάριν παρά Θεού εις το να διοική οσίως τους αδελφούς. Ο δε Όσιος Αντώνιος πάλιν ηύχετο υπέρ της ποίμνης αυτού και δια των ευχών αυτού επλήθυνεν ο αριθμός των αδελφών. Ήθελαν λοιπόν να οικοδομήσωσι νέον Μοναστήριον· όθεν προσελθόντες προς τον Αντώνιον, εζήτουν και πάλιν την άδειαν παρ’ αυτού· ο δε θείος Αντώνιος, χαράς αφάτου πλησθείς δια την αύξησιν, ηυχαρίστησε τον Θεόν ειπών· «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον, ότι ηυλόγησε την απαρχήν του Αγίου Όρους Άθω και επλήθυνε το πνευματικόν μου σπέρμα κατά την πρόρρησιν του αγίου Γέροντός μου· δεδοξασμένον έσται το όνομα το Άγιον Αυτού, του ευδοκήσαντος να συστήση Μάνδραν ιεράν των λογικών αυτού προβάτων». Μετά δε την ευχήν απέστειλεν ένα των αδελφών προς τον φιλόχριστον ηγεμόνα παρακαλών αυτόν και δι’ επιστολής ταύτα· «Χριστιανικώτατε αυθέντα, ιδού ότι ο Κύριος ηυδόκησε να πληθύνη τους Μοναχούς του σπηλαίου, το δε μονύδριον είναι μικρόν και στενοχωρούνται· διο παρακαλούμεν όπως δοθή παρά της σης μεγαλειότητος το επάνωθεν του σπηλαίου μέρος, ίνα κτισθή το Μοναστήριον εις ανάπαυσιν των αδελφών». Tαύτα αναγνούς ο ευσεβέστατος ηγεμών υπερεχάρη· απέστειλε δε ευθύς άρχοντα επιστάτην εις το να δοθή ο τόπος εις την Μονήν και ούτως ωκοδόμησεν ο Θεοδόσιος με τους αδελφούς Ναόν εκεί μέγαν ξυλοστέγαστον· ότε δε ετελειώθη, εκοσμήθη με ιεράς εικόνας, σκεύη και ιερά άμφια λαμπρά, έκτισαν δε και τα κελλία κύκλωθεν του Ναού, περιτειχίσαντες την Μονήν στερεώς, συνήχθησαν δε εις αυτήν οι αδελφοί του σπηλαίου πάντες, έκτοτε δε απεκλήθη εκείνη η Μονή του Σπηλαίου ευλογίας απαρχή του Αγίου Όρους  Άθω. Μετά δε ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ηβουλήθη να κτίση και ετέραν Μονήν, ίνα συναχθώσι και εν εκείνη αδελφοί· διότι πανταχόθεν συνέρρεον καθ’ εκάστην· όθεν εζήτησε πρώτον παρά του Οσίου πατρός αυτού Αντωνίου άδειαν, και παρ’ εκείνου λαβών ευλογίαν συνέστησε Μονήν ετέραν λαμπράν. Μετά ταύτα ήρχισε να συνθέτη τύπον εκκλησιαστικής ακολουθίας, πώς να ψάλλωσιν οι αδελφοί· ευρέθη δε τότε κατ’ οικονομίαν Θεού κάποιος Μιχαήλ Μοναχός ελθών από την Κωνσταντινούπολιν μετά του Μητροπολίτου Γεωργίου χειροτονηθέντος παρά του Οικουμενικού Πατριάρχου. Τούτον τον Μοναχόν Μιχαήλ ηρώτησεν ο Θεοδόσιος, ως ασκήσαντα εις την περιώνυμον Μονήν των Στουδίων, έμαθον δε παρ’ εκείνου πάσαν την διάταξιν του τυπικού, το πώς να ψάλλωσι και να ίστανται εν τω Ναώ προσευχόμενοι, πώς να εσθίωσιν εν τη τραπέζη κοινώς, πώς να φυλάττωσι τας νηστησίμους ημέρας και πώς να καταλύωσι τας εορτασίμους. Όλας αυτάς τας διατάξεις παρέλαβεν ο Θεοδόσιος παρά του οσιωτάτου Μιχαήλ του Στουδίου και Εφραίμ του ευνούχου, περί του οποίου προείπομεν ότι και αυτός είχε προγράψει τυπικόν του Αγίου Όρους  Άθω, τον οποίον Αγιορειτικόν τύπον παρέδωκεν ο Θεοδόσιος εις την Μονήν, παρά της οποίας παραλαβούσαι και αι λοιπαί Μοναί της Ρωσίας φυλάττουσιν άχρι του νυν· όθεν και προτιμητέα των λοιπών εν Ρωσία η του Σπηλαίου, ότι εις αυτήν και ο Πανόσιος Αντώνιος ήσκησε και τους ασκητικούς αγώνας ετέλεσεν, ως και ο μαθητής αυτού Θεοδόσιος, ο κτίσας και κοσμήσας αυτήν, αλλά και τους προσερχομένους επίσης υποδεχόμενος και εις τον Θεόν οδηγών τους σωζομένους, τύπος και αυτός και υπογραμμός κατά πάντα γενόμενος. Κατ’ εκείνους τους χρόνους ήλθεν εις αυτήν την Μονήν και ο Όσιος Νέστωρ, ο πρώτος ιστοριογράφος της Ρωσικής γης, όστις και τους βίους των δύο τούτων Οσίων Αντωνίου και Θεοδοσίου συνέγραψεν, ότι κατά τους αυτούς χρόνους ήκμασε σύγχρονος και αυτός, ως αυτός γράφει. Τούτον υπεδέχθη ο Όσιος Θεοδόσιος αδεία του Οσίου πατρός ημών Αντωνίου. Ούτος ο Νέστωρ ηρώτησε την αιτίαν πως έλαβε την τοιαύτην ονομασίαν να καλήται Σπήλαιον, μαθών δε την αιτίαν εσημείωσεν αυτήν εις αϊδιόν του μνημόσυνον· ο αυτός συνέγραψε και τα θαυμάσια του πανοσίου Αντωνίου τα όσα ζων έτι και όσα μετά θάνατον ετέλεσεν ο αείμνηστος, προς ωφέλειαν των αναγινωσκόντων, αλλ’ ουχί άπαντα, ως πολλά και αναρίθμητα όντα· διότι τα περισσότερα τούτων έμειναν απαράδοτα, καθ’ ότι πλείστους κόπους και αγώνας εποίησε και πλείστους πειρασμούς εκ των πονηρών πνευμάτων και ανθρώπων εδοκίμασεν. Ωσαύτως και τας όσας ιάσεις και θεραπείας εις τους νοσούντας εχορήγησε και παραδόξως ενήργησεν αδύνατον είναι να απαριθμηθώσιν ή να γραφώσιν άπαντα όσα ο πανάγαθος Θεός ετέλεσε δια μέσου του Οσίου πατρός ημών Αντωνίου· εδόξασε τον αυτού θεράποντα εις όλην την γην της Ρωσίας και εφάνη ιατρός άμισθος εις πάντας, ιώμενος παραλυτικούς, δαιμονιζομένους, λεπρούς και λοιπάς ασθενείας ανιάτους άνευ ιατρικών βοτάνων, δια δε την άκραν αυτού ταπείνωσιν προσεποιείτο ότι με την δόσιν των βοτάνων και ακροδρύων εθεραπεύοντο. Εξ αυτών, αφού έτρωγεν ολίγον ο Όσιος ηυλόγει τα υπόλοιπα και έδιδεν αυτά εις τους ερχομένους χάριν ιατρείας, τα οποία άμα οι νοσούντες ελάμβανον και έτρωγον, θαυμασίως ελάμβανον την υγείαν των, καθώς και ο Κύριος ιάτρευσε και ήγειρε τον επί πολλά έτη κείμενον παράλυτον εις την κολυμβήθραν της Βηθεσδά και άλλους πολλούς. Ήτο δε ο Όσιος πεπλουτισμένος και με το χάρισμα της διοράσεως και προοράσεως, προβλέπων και προλέγων τα μέλλοντα, καθώς ο λόγος θέλει φανερώσει και μάλιστα εξ ενός διηγήματος προς πίστωσιν των λοιπών·  θέλομεν λοιπόν διηγηθή ενταύθα, ότι προεγνώρισε και προείπε την καταδρομήν των βαρβάρων, ήτις δια τας αμαρτίας των Χριστιανών συνέβη κατ’ εκείνους τους χρόνους και ήτις έχει ούτω. Ο αρχηγός του έθνους των Πολοβτσιανών εκίνησε πόλεμον κατά της Ρωσίας. Περιτρέχων δε τας πόλεις και χώρας ηφάνιζε και ηχμαλώτιζε τους λαούς, φονεύοντες ανηλεώς οι βάρβαροι τους Χριστιανούς· όθεν ο ηγεμών του Κιέβου Ιζεσλάβ ητοιμάσθη προς πόλεμον κατά των βαρβάρων. Πρώτον λοιπόν επήγεν ο ηγεμών μετά τινων αρχόντων εις τον Όσιον Αντώνιον, ίνα ερωτήσωσιν αυτόν αν θα νικήσωσιν εις τον πόλεμον· ο δε Όσιος, γνωρίσας το μέλλον, δακρύσας πρώτον, έπειτα είπεν εις αυτούς μετά πόνου ψυχής· «Δια τας αμαρτίας των Χριστιανών επήλθεν η τοιαύτη οργή του Θεού και θέλετε νικηθή από τους βαρβάρους, οίτινες θέλουν καταδιώξει ημάς· και άλλοι μεν εκ του στρατεύματος των Χριστιανών θέλουν φονευθή, άλλοι υπό των ίππων θέλουν καταπατηθή και τελευτήσει, άλλοι δε θέλουν αιχμαλωτισθή». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και οι άρχοντες δεν προσέπεσον εις τον Όσιον να ζητήσωσι δια των ευχών του την εξ ύψους αρωγήν και βοήθειαν, αλλά θαρρήσαντες εις την ανδρείαν αυτών και εις τον στρατόν εκίνησαν τον πόλεμον. Παραχωρήσει Θεού όμως καταληφθέντες υπό δειλίας ενικήθησαν υπό των αντιπάλων, και οι περισσότεροι του στρατεύματος εσφάγησαν, άλλοι δε εις φυγήν τραπέντες, οι μεν υπό των ίππων καταπατηθέντες έπεσον, οι δε εις τον ποταμόν Άλπε πεσόντες επνίγησαν, άλλοι δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο δε ηγεμών μόλις φυγών εσώθη εις Κίεβον, μετά τινος άρχοντος, Σεβόλουμ  καλουμένου, έτερος δε άρχων, ο Γιαροσλάβ, κατέφυγεν εις την πόλιν Τερνιβέβ· τα δε έθνη εκείνα διατρέχοντα την γην της Ρωσίας ηχμαλώτιζον τους λαούς λεηλατούντες πόλεις και χώρας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου