Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Πηγές εκ της Πατερικής Γραμματείας δια την Αποτείχισιν -- Παναγιώτης Τσάλλος Ιστορικός

Ποιά η κοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους; (β΄ κορινθ. 6.14)
                                        ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το ζήτημα της αποτειχίσεως, όπως ορίζεται έως σήμερα η διακοπή του μνημοσύνου των αιρετικών επισκόπων  σε περίοδο αιρέσεως, παραμένει ένα από τα ζωτικότερης σημασίας  θέματα που απασχόλησαν ποτέ την Εκκλησία. Πρόκειται για τη πρώτη υγιή αντίδραση των Ορθοδόξων με απώτερο στόχο τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου και τη καταδίκη της αιρέσεως. Για την ακρίβεια, αποτελεί τη μόνη διαχρονικά ασφαλιστική δικλίδα, η οποία διαχωρίζει τους ακαινοτόμητους στη πίστη ορθοδόξους- από τους καινοτόμους αιρετικούς, ακόμα και όταν οι τελευταίοι είχαν την πολιτική εξουσία με το μέρος τους και κατείχαν την πλειάδα των επισκοπικών εδρών.
Ωστόσο, στόχος της παρούσας εργασίας δεν είναι ούτε η απολογία ούτε η επεξήγηση της ορθότητας της αποτειχίσεως - πόσο μάλλον αν λάβουμε υπόψη ότι η διακοπή του μνημοσύνου των αιρετικών επισκόπων και πατριαρχών από τους μεγάλους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι ένα στοιχείο αδιαμφισβήτητο για τους Ορθοδόξους. Στόχος είναι η δημιουργία ενός εγχειριδίου (corpus) με συγκεντρωμένες όσο το δυνατόν περισσότερες ιστορικές πηγές από όσες διατίθενται για το ζήτημα, ούτως ώστε ο όποιος ερευνητής, θεολόγος, ιερέας ή οι εκάστοτε συγγραφείς, να μπορούν εύκολα να ανατρέχουν σε αυτό. Στα παραπάνω, «υποφώσκει» και η προσδοκία μιας πιο εύκολης και, γιατί όχι, συχνότερης συγγραφής αντί-αιρετικών και απολογητικών βιβλίων.

Επιπρόσθετα, παρατίθεται ο αποσπασματικός σχολιασμός πηγών ιδιαίτερης σημασίας για τη τρέχουσα εποχή. Ο σχολιασμός αυτών ακολουθεί την παράθεση  της πηγής με τρόπο που να καθιστά  μη δυσλειτουργική την ανάγνωσή της.

Αναφορικά με τη δομή της εργασίας, η ταξινόμηση των πηγών έχει την εξής σειρά: Πρώτα παρατίθενται οι πηγές χρονολογικά - ανά αιώνες – για να ακολουθήσει η ονομαστική, δηλαδή κατά αλφαβητική σειρά κατάταξή τους. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν ήταν τυχαία, αλλά προέκυψε από μεθοδολογική ανάγκη προκειμένου να αναδειχτεί η «διαχρονικότητα» της στάσης των Αγίων Πατέρων στο ζήτημα της αποτειχίσεως. Τέλος, ας σημειωθεί ότι τα βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν είναι όλα Ορθόδοξα – πρόκειται για τις εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Πατρολογία Μigne, ΕΠΕ, εκδόσεις Αγίου Όρους κτλ., καθώς και το ότι συγγραφέας του εν λόγω εγχειριδίου αποτάσσεται των πνευματικών του δικαιωμάτων προτείνοντας την προς δόξαν Θεού ελεύθερη αναπαραγωγή του σε οποιαδήποτε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή.
                                                          











                                                            18/11/09
         (μνήμη Γαλακτίωνος και Επιστήμης μαρτύρων)


ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ-ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
·       Οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω· ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω.
(Ψαλμός ΚΕ’, στιχ. 4-5)

·       Ἀλλοτρίω δὲ (σ.σ. ποιμένα) οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπὸ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνὴν.
(Ιωάν. ι’ , στιχ. 5)

·       Ὅλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν. καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἀρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας; ἐγὼ μὲν γάρ, ἀπὼν τῷ σώματι παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτως τοῦτο κατεργασάμενον ν τ νόματι το κυρίου [μνησο, συναχθέντων μν κα το μο πνεύματος σν τ δυνάμει το κυρίου μν ησο, παραδοναι τν τοιοτον τ Σαταν ες λεθρον τς σαρκός, να τ πνεμα σωθ ν τ μέρ το κυρίου.
(Κορινθ. ε’, στιχ. 1-5)

(σ.σ. Η νουθεσία του Αγίου Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους αφορά και εμάς, τους αντιμετωπίζοντες την παναίρεση του Οικουμενισμού, και τούτο διότι κατά τους Αγίους Πατέρες η αίρεση αποτελεί πνευματική μοιχεία του χειρίστου είδους.)

·       Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μὴ συναναμίγνυσθαι Πόρνοις, οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου ἢ τοῖς πλεονέκταις καὶ ἅρπαξιν ἢ εἰδωλολάτραις, ἐπεὶ ὠφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν. νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν. Τί γάρ μοι τοὺς ἔξω κρίνειν; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε; τοὺς δὲ ἔξω ὁ θεὸς κρινεῖ. ἐξάρατε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.
 (Κορινθ. ε’, στιχ. 9-13)
        
·       Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ΄ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.              
(γαλ’. κεφ. ά. στιχ. 8)

·       …ὡς προειρήκαμεν , καὶ ἄρτι πάλιν λέγω: εἴ τις ὑμᾶς εὐγγελίζεται ὑμῖν παρ΄ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.                                                    
(γαλ’. κεφ. ά. στιχ. 9)

·       Εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβὰνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῶ μὴ λέγετε. Ὁ γὰρ λέγων αὐτῶ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς.                         
(Β΄ επιστολή  Ιωαν. στιχ. 10)

·       …στέλλεσθε ὑμᾶς άπό παντός ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατά τὴν παράδοσιν ἥν παρελάβατε παρ΄ἡμῶν.        
(Β’ Θεσ. γ’, στιχ. 6)

·       Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσιν λόγοις, τοῖς τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῇ κατ' εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. Ἀφίστασο ἀπὸ τοιούτων!
(Τιμόθ Α’, στ’, στιχ. 3-5)

·        Ὦ Τιμόθεε, τὴν παραθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν.      
(Τιμόθ Α’, στ’, στιχ. 20-21)

·       αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει, ὢν αὐτοκατάκριτος.
(Τίτ. γ’, στιχ. 10)

·       Καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν:  Ἐξέλθατε, ὁ λαός μου, ἐξ αὐτῆς,   ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καὶ ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μὴ λάβητε.
(Αποκ. Ιη’, στιχ. 4)



ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
·       Εἴ τις ἀκοινωνήτω, κὰν ἐν οἴκω συνεύξηται, οὗτως ἀφοριζέσθω.                  (Κανών Ι’ ΑποστόλωνΠηδάλιονΑθήνα 1886, σ. 13)

·       Εἴ τις Ἐπίσκοπος κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι΄ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένοιτο καθαιρείσθω, καὶ αφοριζέσθω. Καὶ οἰ κοινωνοῦντες αὐτῶ πάντες.                                                                                                        (Κανών Λ΄, Αποστόλων, Πηδάλιον, ό.π., σ. 32)

(σ.σ. Εάν για το μή δογματικό και σχετικά ιάσιμο ζήτημα της σιμωνίας οι ΄Αγιοι Απόστολοι προστάζουν την καθαίρεση/αφορισμό όχι μόνο του πταίσαντος, αλλά και όλων όσων κοινωνούν με αυτόν, αντιλαμβάνεστε πόσο έχουν αστοχήσει όσοι ισχυρίζονται ότι η αποτείχιση εκ των αιρετικών ψευδοποιμένων στηρίζεται πάνω σε δυνητικούς κανόνες...)

·       Και αυτός ο Κανόνας, όπως και οι παραπάνω, τιμωρεί και διαπαιδαγωγεί διπλά για το ένα και το αυτό αμάρτημα λέγοντας, ότι όποιος Επίσκοπος μεταχειρίσθηκε ως μέσο κοσμικούς άρχοντες καί μέσω της ανάμειξής τους να πάρει καμία Επισκοπή ή Μητρόπολη, πρέπει να καθαιρείται αμέσως και να αφορίζεται από την Εκκλησία. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να καθαιρούνται από το κληρικό τους αξίωμα και να αφορίζονται, όλοι όσοι κληρικοί είναι σε εκκλησιαστική κοινωνία με αυτόν είτε πρόκειται για τους Αρχιερείς που τον χειροτόνησαν είτε για Πρεσβυτέρους είτε για Διακόνους ή Υποδιακόνους ή Αναγνώστες.                                                                
(Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου στον Λ’ Αποστολικό Κανόνα, βλ. Ι. Ρίζος- Α. Τσακίρογλου, Το Μικρό Πηδάλιον, ΄Εκδοση 2017, σελ. 25-26)

·       Οἱ παρόντες δύο κανόνες ὁ ΚΘ’  καἰ ὁ Λ’ οὐ μόνον καθαιροῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας ἐκκόπτουσιν, ἤτοι ἀφορίζουσι, τοὺς διὰ χρημάτων ἐπισκόπους, ἢ πρεσβυτέρους, ἢ διακόνους γενομένους, καὶ τοὺς δι’ ἀρχόντων προστασίας ἐπισκόπους γενομένους. ῾Η γὰρ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος ὤνιος οὐκ ἔστι, φασί.  Καὶ ἡ ἐπιστολὴ δὲ τοῦ ἁγίου Ταρασίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ πρὸς τὸν πάπαν ᾿Αδριανὸν, φησὶ, φορητότερον εἶναι τὸν αἱρετικὸν Μακεδόνιον, τὸν βλασφημήσαντα δουλεύειν τὸ ἅγιον Πνεῦμα, τοῦ διὰ χρημάτων πωλοῦντος, ἢ ὠνουμένου τὸ τοῦ παναγίου Πνεύματος χάρισμα, ὅτι ὁ πιπράσκων, ὡς δεσπότης πιπράσκει˙ καὶ ὁ ἐξωνούμενος, ὡς δεσπόσων καταβάλλει τὸ ἀργύριον. ῾Η δὲ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Γενναδίου ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ καὶ ἀναθέματι τοὺς τοιούτους καθυποβάλλει, ταῦτα λέγουσα˙ ῎Εστω τοίνυν καὶ ἐστιν ἀποκήρυκτος, καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας τε καὶ λειτουργίας ἀλλότριος, καὶ τῆ κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος, ὁ διδοὺς, καὶ ὁ λαμβάνων ὤνιον τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, εἴτε κληρικὸς, εἴτε λαϊκὸς εἴη˙ καὶ ταῦτα μὲν οὕτως. ᾿Ερωτήσει δέ τις, ὡς τοῦ Λ’ κανόνος ἐπισκόπου μόνου μεμνημένου, ὡσαύτως καὶ τοῦ ΚΘ’ κανόνος ὑποδιακόνωνμὴ μεμνημένου, ἢ ἀναγνωστῶν, ἐὰν πρεσβύτερός τις γένηται, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, διὰ προστασίας ἄρχοντος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, διὰ δόσεως χρημάτων, τί ὀφείλει γενέσθαι; Λύσις. Καὶ οὖτοι καθαιρεθήσονται, καὶ ἀφορισθήσονται ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρόντος Λ’ κανόνος, λέγοντος, μὴ μόνους τοὺς πρωταιτίους τοῦ κακοῦ καθαιρεῖσθαι, καὶ ἀφορίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τοὺς κοινωνοῦντας αὐτοῖς. Καὶ ἡ ἐπιστολὴ δὲ τοῦ Γενναδίου, ὡς εἴρηται, οὐ μόνον τοὺς ἱερωμένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς, τοὺς τοιοῦτον κακὸν πεπραχότας, ἀναθέματι καθυποβάλει.
(Ερμηνεία εις τον Λ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Βαλσαμώνα. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και Πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, Β’ Τόμος, Αθήνα 1852, σελ. 38-39)

·       Εἴ τις Πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου χωρὶς συναγάγει, καὶ θυσιαστήριον ἔτερον πήξει, μηδὲν κατεγνωκὼς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν  εὐσεβεία, καὶ δικαιοσύνη, καθαιρείσθω, ὠς φίλαρχος. Τύραννος γαρ ἐστιν. Ὠσαύτως δε καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοὶ, καὶ ὂσοι ἄν αὑτῶ προσθῶνται, οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν, καὶ τρίτην παράκλησιν  τοῦ Ἐπισκόπου, γινέσθω.   
(ΛΑ’ Κανών των Αγίων Αποστόλων, Πηδάλιον, ό.π., σ. 32)

·       Όσοι δε χωρίζονται από τον επίσκοπό τους προ συνοδικής εξετάσεως, διατί αυτός κηρύττει δημοσία καμμίαν κακοδοξίαν και αίρεσιν, οι τοιούτοι, όχι μόνο εις τα ανωτέρω επιτίμια δεν υπόκεινται, αλλά και την πρέπουσαν εις τους ορθοδόξους τιμήν αξιόνονται, κατά τον ιε’ κανόνα της ΑΒ συνόδου.
(Ερμηνεία του ΛΑ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον ΄Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, Πηδάλιον, ό.π., σ. 40)

·       Τάξις συνέχει τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια. Δεῖ τοίνυν ἁπανταχοῦ τὴν εὐταξίαν φυλάττεσθαι, καὶ μᾶλλον παρὰ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ τοὺς λοιποὺς κληρικοὺς ὑπείκειν τῶ ἐπισκόπωΕἰ δέ τις πρεσβύτερος, ἐν μηδενὶ κατεγνωκὼς τοῦ ἰδίου ἀρχιερέως, μήτε ὡς περὶ τὴν εὐσέβειαν σφαλλομένου, μήτε ὡς ἄλλο τι ποιοῦντος παρὰ τὸ καθῆκον καὶ δίκαιον, διὰ φιλαρχίαν δὲ, παρασυναγωγὴν ποιήσει, ἰδιαιτέρως ἐκκλησιάζων, καὶ θυσιαστήριον πήξας, ἐν τούτω ἱερουργεῖ, καθαιρεῖσθαι διατάττεται ὁ κανὼν καὶ αὐτὸν, καὶ τοὺς αὐτῶ συνερχομένους κληρικοὺς, τοὺς δὲ λαϊκοὺς ἀφορίζεσθαι. Οὐ ταχεῖς δὲ τοὺς ἐπισκόπους εἰς κόλασιν εἶναι βούλεται˙ διὸ οὐδὲ ἀπεντεῦθεν αὐτοὺς τῆ καταδίκη ὑπάγειν διακελεύεται, ἀλλ’ ἐκ τρίτου τοὺς παρασυνάγοντας παρακαλεῖσθαι, ἀποστῆναι τοῦ ἀτάκτου ἐπιχειρήματος, ἐμμένοντας δὲ τούτω καταδικάζεσθαι. Τῆς δὲ ἐν Γάγγρα γενομένης συνόδου ὁ ἕκτος κανὼν, τοὺς παρὰ τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν ἰδία ἐκκλησιάζοντας παρὰ γνώμην τοῦ ἐπισκόπου, καὶ ὑπὸ ἀνάθεμα ποιεῖται˙ ὁμοίως δὲ καὶ ὁ δέκατος κανὼν τῆς ἐν Καρθαγένη συνόδου.
(Ερμηνεία εις τον ΛΑ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Ζωναρά. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων..., Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, ό. π., σελ. 39-40)

῾Εκάστης πόλεως ἱερωμένοι, καὶ λαϊκοὶ ὀφείλουσιν ὑποκεῖσθαι τῶ κατὰ χώραν ἐπισκόπω, καὶ μετὰ τούτου συνάγεσθαι καὶ ἐκκλησιάζειν, εἰμὴ καταγνώσουσι τούτου ὡς ἀσεβοῦς ἢ ἀδίκου˙ τηνικαῦτα γὰρ ἀποδιϊστάμενοι αὐτοῦ, οὐκ εὐθυνθήσονται. ῾Ο δὲ παρὰ ταῦτα ποιήσας, καὶ ἀνευλόγως ἐκ τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου ἀποσχισθεῖς, καὶ ἰδία ἐκκλησιάζων, εἰ μὲν κληρικός ἐστι, καθαιρεθήσεται ὡς φίλαρχος, εἰ δὲ λαϊκὸς,  ἀφορισθήσεται. Πλὴν ταῦτα διορίζεται γενέσθαι ὁ κανὼν μετὰ πρώτην, δευτέραν, καὶ τρίτην παραίνεσιν.᾿Ανάγνωθι καὶ τὸν ς’ κανόνα τῆς ἐν Γάγγρα συνόδου, καὶ τὸν ι’ τῆς ἐν Καρθαγένη.
 (Ερμηνεία εις τον ΛΑ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Βαλσαμώνα. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων..., Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, ό. π., σελ. 40-41)

·       Μηδένα τῶν ξένων ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι. Καὶ ἐπιφερομένων δὲ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν. Καὶ εἰ μὲν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν˙ εἰ δὲ μήγε, τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς ἐπιχορηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτοὺς μὴ προσδέξησθε. Πολλὰ γὰρ κατὰ συναρπαγὴν γίνεται.
(Κανών ΛΓ’, Αποστόλων, Πηδάλιον, ό.π., σ. 42)

·       Εἰς τὸν ΙΒ’ αὐτὠν κανόνα διορίζουν οἱ ᾿Απόστολοι νὰ μὴ δέχηται κανένας ξένος κληρικὸς ἀπὸ ἄλλον ᾿Επίσκοπον, χωρὶς νὰ ἔχη γράμματα συστατικά. Καὶ εἰς τὸν παρόντα δὲ κανόνα παρομοίως τοῦτο  αὐτὸ διορίζουσι, μὲ κάποιαν προσθήκην λέγοντες˙ Κανένας ξένος ᾿Επίσκοπος, ἢ  Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, δὲν πρέπει νὰ προσδέχηται ἀπὸ ἄλλους ᾿Επισκόπους, χωρὶς νὰ ἐπιφέρη γράμματα, ὁ μὲν ᾿Επίσκοπος τοῦ Μητροπολιτου του, ὁ δὲ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος τοῦ ᾿Επισκόπου, ἢ Μητροπολίτου του, συστατικὰ  καὶ τῆς πίστεως, καὶ τῆς καλῆς ζωῆς, μάλιστα δὲ τῆς κατηγορηθείσης αὐτοῦ ὑπολήψεως. ᾿Αλλὰ καὶ ἂν ἐπιφέρωσι μαζί τους τὰ τοιαῦτα συστατικὰ, πάλιν ἂς ἐξετάζωνται ἂν ἤναι ὀρθόδοξοι ἢ ὄχι˙ διότι ἴσως σφάλλωσιν εἰς τὴν πίστιν. Καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὰ συστατικὰ γράμματα, τὸ σφάλμα τοῦτο δὲν ἤξευρεν. ᾿Εὰν δὲ ἐξεταζόμενοι εὑρεθῶσιν ὅτι εἶναι κήρυκες τῆς ὀρθοδοξίας καὶ εὐσεβείας, τότε ἂς προσδέχωνται εἰς κοινωνίαν (ἂς μὴ συγχωρώνται ὅμως καὶ νὰ   συναριθμηθῶσιν εἰς καμμίαν ἐκεῖσε ἐκκλησίαν, καὶ νὰ ἐνεργῶσι τὰ τῆς ἱερωσύνης, χωρὶς νὰ ἔχουν κοντὰ εἰς τὰ συστατικὰ γράμματα, καὶ γράμμα ἀκόμη ἀπολυτικὸν καὶ δηλωτικὸν, ὅτι ἕχουν τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργοῦν, ὅπου ὑπάγουν, τὸ τῆς ἱερωσύνης λειτούργημα). Εἰ δὲ καὶ ἤθελαν εὑρεθῆ κακόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ, μὴ συγκοινωνήσητε, λέγει, μὲ αὐτούς˙ ἀλλὰ δότε εἰς αὐτοὺς τὰ χρειώδη καὶ ἀναγκαῖα, καὶ ἀποστείλατέ τους νὰ ὑπάγουν˙ διότι πολλὰ ἄτοπα ἀκολουθοῦν ἀπὸ τοὺς τοιούτους ξένους κατὰ συναρπαγὴν, μὲ τὸ νὰ μὴ γίνηται περὶ αὐτῶν ἡ πρέπουσα ἔρευνα. ῞Ορα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ΙΒ’ κανόνος τῶν ᾿Αποστόλων. (Ερμηνεία του ΛΓ’ Ιερού Κανόνος των Αγίων Αποστόλων από τον ΄Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, Πηδάλιον, ό.π., σ. 42)

·       Τοὺς ἐν ἐτέρα χώρα ἀπιόντας ἑτέρωθεν ἱερωμένους, ἀπαγορεύει ὁ κανών χωρὶς συστατικῶν δέχεσθαι. Εἰ δὲ καὶ συστατικὰ  ἐπιφέροιντο, οὐδὲ τότε ἀβασανίστως τούτους προσίεσθαι συγχωρεῖ, ἀλλ’ ἀνακρίνειν, εἰ ὀρθόδοξοι εἶεν, (ἵσως γὰρ ἠγνόησεν ὁ δοὺς τὴν συστατικὴν ἐπιστολὴν, ὅτι σφάλλονται πρὸς τὴν πίστιν)˙ καὶ τοιούτους ὄντας προσδέχεσθαι, καὶ συγκοινωνεῖν αὐτοῖς. Εἰ δ’ ἀμφίβολοι περὶ τὰ ὀρθὰ δόξουσι δόγματα, τὴν μετ’ αὐτῶν συνδιαγωγὴν παραιτεῖσθαι παρακελεύεται˙ χορηγεῖν δὲ τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς, καὶ οὕτως ἐκπέμπειν. Τὸ γὰρ τῶν πρὸς  τὸ ζῆν ἀναγκαίων ἐπιδεεῖς ὄντας αὐτοὺς παρορᾶν, καὶ οὕτως ἀπολύειν, ἀφιλάνθρωπον ἐκρίθη τοῖς Ἀποστόλοις, καὶ ἅμα φειδωλίαν κατηγοροῦν τῶν μὴ προσδεξαμένων αὐτούς. (Ερμηνεία εις τον ΛΓ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Ζωναρά. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων..., Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, ό. π., σελ. 44)

·       Τὸ δίχα συστατικῶν γραφῶν μὴ προσδέχεσθαι τοὺς ξένους ἐπισκόπους, ἢ πρεσβυτέρους, ἢ διακόνους, προεδιδάχθημεν. Ἀρτίως δὲ διορίζεται ὁ κανὼν ἀνακρίνεσθαι τούτους περὶ εὐσεβείας, καὶ συστατικὰ ἔχοντας˙ καὶ ἢ προσδέχεσθαι εἰς κοινωνίαν ὀρθοδόξους ὄντας, ἢ παραιτεῖσθαι, ὡς ἀμφιβόλους˙ τροφῆς δὲ αὐτοὺς μὴ ἀποστερεῖν ὥρισται˙ καὶ ὁ μὲν παρὼν κανὼν ταῦτα.᾿Εξ ἑτέρων δὲ κανόνων μαθήση, ὅτι κἂν συστατικά τινες ἐπιφέρωνται, καὶ οὐδὲ περὶ τὴν ὀρθοδοξίαν ἀμφίβολοι ὦσιν, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἀπολυτικὰς γραφὰς τῶν οἰκείων ἐπισκόπων ἐμφανίζειν ὀφείλουσιν, εἰ δὲ μὴ, οὐ παραχωρηθήσονται ἱερουργεῖν˙ τὸ μὲν γὰρ ἱερωθῆναι αὐτοὺς διὰ τῶν συστατικῶν γραφῶν ἐλέγχεται˙ τὸ δὲ ἐκχωρηθῆναι ἐπὶ ξένης ἱερουργεῖν, οὐκ ἀπὸ τούτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀπολυτικῶν γραμμάτων παρίσταται. Διὰ γὰρ τοῦτο, ὡς ἔοικε, καὶ ὁ παρὼν κανὼν κοινωνίας μόνης ἐμνήσθη, οὐ μὴν καὶ λειτουργίας, ὡς τῶν προσκομιζόντων συστατικὰς μόνας γραφὰς ἐκκλησιάζειν ἐπὶ ξένης μὴ κωλυομένων.                                            (Ερμηνεία εις τον ΛΓ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Βαλσαμώνα. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., σελ. 44-45)

·       Ξένος ἱερεὺς δίχα συστατικῶν οὐ προσδέχεται˙ καὶ ἐλθὼν ἐπανακρίνεται, καὶ εἰ μὲν ὀρθοτομῶν, προσίεται˙ εἰ δ’ οὔ, τὰ πρὸς χρείαν ἐφοδιαζόμενος ἀποπέμπεται. ῎Ανευ συστατικῶν οὐ δεῖ ξένον ἱερέα προσδέχεσθαι˙ εἰ δὲ καὶ συστατικὰ ἐπιφέρηται, δέον αὐτὸν καὶ οὕτως ἐπανακρίνεσθαι. Καὶ εἰ μὲν εὐσεβὴς ἀναμφιβόλως εὑρεθῆ, προσίεσθαι τοῦτον˙ εἰ δ’ ἀμφιβάλλεται, τὰ πρὸς διοίκησιν ἐπιχορηγεῖσθαι αὐτῶ, καὶ ἀποπέμπεσθαι.                                                   (Ερμηνεία εις τον ΛΓ’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων από τον Αριστηνό. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., σελ. 45)

·       Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.   
(Κανών ΜΕ’, Αποστόλων, Πηδάλιον, ό.π., σ. 50)

·       Αυτός ο Κανόνας ορίζει, ότι όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος μόνο συμπροσευχηθεί και όχι συλλειτουργήσει με αιρετικούς, πρέπει να αφορίζεται. Επειδή, όποιος συμπροσεύχεται με αφορισμένους, γιατί τέτοιοι είναι οι αιρετικοί, πρέπει και αυτός να αφορίζεται, κατά τον Ι’ των Αποστόλων. Εάν όμως επέτρεψε στους αιρετικούς να τελέσουν, ως κληρικοί, κάποιο εκκλησιαστικό λειτούργημα, να καθαιρείται. Επειδή, όποιος κληρικός συλλειτουργήσει με καθηρημένους, γιατί κατά τον Β’ και Δ’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου τέτοιοι είναι οι αιρετικοί, πρέπει να συγκαθαιρείται και αυτός, κατά τον ΙΑ’ των Αποστόλων. Διότι πρέπει να μισούμε και να αποστρεφόμαστε τους αιρετικούς και όχι να συμπροσευχόμαστε μαζί τους και να τους επιτρέπουμε να τελούν κάποιο εκκλησιαστικό λειτούργημα, σαν να ήταν κληρικοί ή ιερείς.
(Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στον ΜΕ’ Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποτόλων. Βλ. Ι. Ρίζος – Α. Τσακίρογλου, ό.π., σελ. 32-33) 

·       Ο ΞΕ’ Αποστολικός λέει, ότι όποιος εισέλθει σε συναγωγή αιρετικών για να συμπροσευχηθεί, εάν είναι κληρικός να καθαιρείται, αν είναι λαϊκός, να αφορίζεται. Η Σύνοδος μάλιστα της Λαοδικείας στον ΣΤ’ Κανόνα της δεν επιτρέπει να μπαίνουν οι αιρετικοί στην Εκκλησία. Επίσης, κατά  τον ΛΒ’ «δεν επιτρέπεται να παίρνει κάποιος ευλογίες από αιρετικούς, οι οποίες είναι αλογίες και όχι ευλογίες, αλλά ούτε πρέπει να συμπροσεύχεται κανείς με αιρετικούς ή σχισματικούς, κατά τον ΛΓ’ της ίδιας Συνόδου. Ο δε Θ’ Τιμοθέου δεν επιτρέπει να είναι αιρετικοί παρόντες στη Θεία Λειτουργία, μόνο να είναι έξω του Ναού αν υπόσχονται να μετανοήσουν και να αφήσουν την αίρεση. Αλλά και ο Θ’ της Λαοδικείας αφορίζει τους Χριστιανούς που πηγαίνουν στα κοιμητήρια ή στους ναούς των αιρετικών, για να προσευχηθούν ή για να βρουν γιατρειά οι ασθένειές τους. Αλλά και να συνεορτάζει δεν πρέπει ο Χριστιανός με τους αιρετικούς, ούτε να δέχεται τα δώρα που του δίνουν στη γιορτή του, όπως λέει ο ΛΖ’ Κανόνας της Λαοδικείας». (Συμφωνία Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου επί του ΜΕ’ Ιερού Κανόνα των Αγίων Αποτόλων. Βλ. Ι. Ρίζος – Α. Τσακίρογλου, ό.π., σελ. 33-34)

·       ᾿Επίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῶ πρὸς βελίαρ; ῍Η τίς μερὶς πιστῶ μετὰ ἀπίστου;                                                        
(Κανών ΜΣΤ’, Αποστόλων, Πηδάλιον, ό.π., σ. 54)

·       Οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικοὺς, καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοὶ, οἱ αἱρετικοὶ δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐλὲγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς ᾿Επισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους,  μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅποιος ᾿Επίσκοπος, ὴ Πρεσβύτερος ἤθελαν ἀποδεχθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ἢ τὴν παρ’ αὐτῶν προσαγομένην θυσίαν, ὁ τοιοῦτος, προστάζομεν νὰ καθαιρεθῆ. ᾿Επειδὴ ποίαν συμφωνίαν ἔχει ὁ Χριστὸς μὲ τὸν διάβολον; ῍Η ποίαν μερίδα ἔχει ὁ πιστὸς μὲ τὸν ἄπιστον; Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν , ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοὶ, ἢ τὸ ὀλίγώτερον δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των. Οἱ γὰρ συνευδοκοῦντες εἰς τὰς ἐκείνων τελετὰς, πῶς δύνανται νὰ ἐλέγξουσιν αὐτοὺς διὰ νὰ παραιτήσουν τὴν κακόδοξον καὶ πεπλανημένην των αἵρεσιν;                                                                    
(Ερμηνεία του ΜΣΤ’ Ιερού Κανόνος των Αγίων Αποστόλων από τον ΄Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, Πηδάλιον, ό.π., σ. 54-55)

·       μοίως κα ο λαϊκοί, τος τ γνώμ το Θεο ναντία δογματίσασιν μ πλησιάζετε μηδ κοινωνο τς σεβείας ατν γίνεσθε, λέγει γρ κα  Θεός· “ποσχίσθητε κ μέσου τν νδρν τούτων, να μ συναπόλησθε ατος”. Κα πάλιν· “ξέλθετε κ μέσου ατν, κα φορίσθητε, λέγει Κύριος, κα καθάρτου μ πτεσθε, κγ εσδέξομαι μς”.                                                                                                     
(Διαταγα τν γίων ποστόλων, βιβλίον στ΄, Περ σχισμάτων)

·       ...ἵνα μήποτε εἴπῃ ὁ λαϊκός· ἐγὼ πρόβατόν εἰμι καὶ οὐ ποιμήν. Ὥσπερ δὲ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθοράν, οὕτως τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον, ὅτι κατατρώξεται αὐτό. Διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων.
(Διαταγ. Αποστ. 2, 19) 

·       Εἰ δε τινες τῶν ἐν ἐκάστη πόλει, ἢ χώρα κληρικῶν ὑπὸ Νεστορίου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ὄντων, τῆς Ἱερωσύνης ἐκωλύθησαν διὰ τὸ ὀρθῶς φρονεῖν, ἐδικαιώσαμεν καὶ τούτους τὸν  ἴδιον ἀπολαβεῖν βαθμόν. Κοινῶς δὲ τοὺς τῆ ὀρθοδόξω, καὶ οἰκουμενικῆ Συνόδω συμφρονοῦντας κληρικοὺς κελεύομεν τοῖς ἀποστήσασιν ἢ ἀφισταμένοις Ἐπισκόποις μηδ’ ὅλως ὑποκεῖσθαι κατὰ μηδένα τρόπον.   
(Κανών Γ’ της Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, Πηδάλιον, Εκδόσεις Παπαδημητρίου,
σ. 172)

·       Πατριάρχης ὢν, ὡς εἴρηται, Κωνσταντινουπόλεως ὁ Νεστόριος, ἀφώρισέ τινας κληρικοὺς μὴ συμφρονοῦντας αὐτῶ· καὶ ἐν ἄλλαις δὲ πόλεσιν οἱ ὁμοδοξοῦντες ἐκείνω ἐπίσκοποι τὸ αὐτὸ πεποιήκασι. Τοὺς οὖν τῆς ἱερωσύνης κωλυθέντας, ὡς μὴ συντιθεμένους τῆ τοῦ Νεστορίου καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτῶ κακοδοξία, ἡ ἁγία σύνοδος διά τοῦ παρόντος κανόνος ἀποκατέστησεν εἰς τοὺς οἰκείους βαθμούς· καὶ διωρίσατο, τοὺς ὀρθοδόξους κληρικοὺς τοῖς ὁμογνωμονοῦσι τῶ Νεστορίω ἐπισκόποις μὴ ὑποκεῖσθαι κατὰ μηδένα τρόπον, μήτε ὡς κληρικοὺς, μήτε ὡς ἱερωμένους ἁπλῶς, καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ἐπισκόποις ὑποκειμένους, ἢ καὶ κανονικὰ τελεῖν αὐτοῖς ὀφείλοντας(Ερμηνεία εις τον Γ’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Ζωναρά. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., σελ. 496)

·       Τῶν εἰκότων ἦν τινας κληρικοὺς ὀρθοδόξους μὴ φρονῆσαι τὰ τοῦ Νεστορίου, ἢ τὰ τῶν συμφρονησάντων αὐτῶ ἐπισκόπων, καὶ διὰ τοῦτο ἀφορισθῆναι. ᾿Αποκαθίστησιν οὖν ὁ κανὼν τούτους εἰς τοὺς οἰκείους βαθμοὺς, προσεπάγων μὴ μόνους αὐτοὺς ἔχειν τὰς οἰκείας ἐπιτιμίας, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς κληρικοὺς τῶν τοιούτων ἐπισκόπων μηδόλως ὑποκεῖσθαι αὐτοῖς ὡς ἀποστατήσασιν.                                                               (Ερμηνεία εις τον Γ’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Βαλσαμώνα. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., σελ. 496-497)                                                                                          
·       ῝Ος ὑπὸ Νεστορίου τῆς ἱερωσύνης κεκώλυται, ἱερώτατος· ὁ δὲ δεκτέος ἐκείνω ἀνίερος.                                                                                              (Ερμηνεία εις τον Γ’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου από τον Αριστηνό. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., σελ. 497)  

·       Εἴ τις χριστιανοκατηγορικῆς αἱρέσεως ὄντα τινα ἢ ἐν αὐτῆ τὸν βίον ἀπορρήξαντα διεκδικεῖ (σ.σ.  αν προσπαθεί να δικαιώσει), ἀνάθεμα.
(Πρακτικῶν Ζ’ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi, 13, 400)                                                              
·       Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῆ ἐκκλησία συνευχομένοις, μηδὲ ἐν ἑτέρα ἐκκλησία ὑποδέχεσθαι τοὺς ἐν ἑτέρα ἐκκλησία μὴ συναγομένους.    Εἰ δὲ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων, ἢ Πρεσβυτέρων, ἢ Διακόνων, ἤ τις τοῦ Κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἴναι, ὡς αν συγχέοντα τὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.  
(Κανών Β’, Εν Αντιοχεία Σύνοδος, Πηδάλιον, ό.π., σ. 331)
·       ...᾿Επειδὴ δὲ ἀφορισμὸν ἀνέφερεν ὁ Κανὼν, διορίζει καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ἄδεια εἴς τινα, μήτε να συμπροσεύχεται εἰς ὀσπήτιον μὲ τοὺς ἀφορισθέντας  ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν, Κληρικοὺς ἢ λαϊκοὺς, μήτε εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν αὐτοὺς νὰ ὑποδέχεται. ῞Οποιος δὲ ᾿Επίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἤθελε συγκοινωνήσει μὲ τοὺς τοιούτους ἀκοινωνήτους, ἢ ἐν οἴκω, ἢ ἐν ᾿Εκκλησία, νὰ γίνεται καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διατὶ μὲ τοῦτο ὁποῦ κάμνει συγχέει καὶ παραβαίνει τοὺς περὶ τούτου διοριζομένους Κανόνας τῆς ᾿Εκκλησίας. (Εμηνεία του  Β’ Κανόνα της Εν Αντιοχεία Συνόδου από τον ΄Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, Πηδάλιον, ό.π., σ. 332)

(σ.σ. Απόλυτος συμφωνία υπάρχει μεταξύ της ανωτέρω ερμηνείας του Αγίου Νικοδήμου και αυτών του Ζωναρά, Βαλσαμώνα και Αριστηνού. Βλ. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., Τόμος Γ’, σελ. 126-129)

·       Ὥστε τοὺς ἀξίως τῶν οἰκείων ἐγκλημάτων ἀπὸ Ἐκκλησίας διωχθέντας, ἐάν τις Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος δέξηται εἰς κοινωνίαν, καὶ αὐτὸς ἔτι μὴ τῶ ἴσω ἐκλήματι ὑπεύθυνος φανῆ, ἄμα τοῖς τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου τὴν κανονικὴν ψῆφον ἀποφεύγουσιν.
(Κανών Θ’, Εν Καρθαγένη Τοπική Σύνοδος, Πηδάλιον, ό.π., σ. 381)

·       ῞Οτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι
( Κανών ΛΓ’, Εν Λαοδικεία Τοπική Σύνοδος, Πηδάλιον, ό.π., σελ. 352)

·       Διορίζει οὗτος ὁ Κανὼν νὰ μὴ συμπροσευχώμεθα οὔτε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς, ἤτοι τοὺς σφάλλοντας περὶ τὴν πίστιν, οὔτε μὲ τοὺς σχισματικοὺς, ἤτοι τοὺς κατὰ τὴν πίστιν μὲν ὀρθοδόξους ὅντας, χωριζομένους δὲ ᾶπὸ τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν διά τινας παραδόσεις καὶ ἔθιμα ἰάσιμα...                                                                                                                    
(Ερμηνεία Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη στον ΛΓ’ Ιερό Κανόνα της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, Πηδάλιο, ό.π, σελ. 353)

·       Ἐάν τις Πρεσβύτερος ἐν τῆ διαγωγῆ αὐτοῦ καταγνωσθῆ, ὀφείλει ὁ τοιοῦτος τοῖς γειτνιῶσιν Ἐπισκόποις προσαγγεῖλαι, ἴνα αὐτοὶ τοῦ πράγματος ἀκροάσωνται, καὶ δι’ αὐτῶν τῶ ἰδίω Ἐπισκόπω καταλλαγῆ. Τοῦτο δὲ ἐὰν μὴ ποιήση, ἀλλ’ ὅπερ ἀπείη,ὑπεροψία φυσιούμενος, ἐκ τῆς τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου κοινωνίας  ἑαυτὸν χωρίση, καὶ παρὰ μίαν μετά τινων σχίσμα ποιῶν, ἁγίασμα τῶ Θεῶ προσενέγκη, ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα  λογισθήτω καὶ τὸν ἴδιον τόπον ἀπολεσάτω, σκοπουμένου, μήποτε κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου  μέμψιν ἔχη δικαίαν.

                             Ερμηνεία Κανόνος από τον Άγιο Νικόδημο

Ηνωμένος είναι ο παρών Κανών με τον προ αυτού ανωτέρω. Λέγει γαρ ότι να αναθεματίζεται και ο από του Επισκόπου του χωρίσας εαυτόν Πρεσβύτερος, και τον τόπον του να χάνη, ήτοι να καθαίρεται, εάν όμως δεν αναγγείλη πρότερον το πράγμα, δια το οποίον κατηγορείται από τον Επίσκοπόν του εις τους γείτονας και πλησιοχώρους Επισκόπους, ίνα δι’ αυτών φιλιωθή με εκείνον, αλλά καταφρονήσας δι’ υπερηφάνειαν , αποστατήση. Προς τούτοις δε πρέπει να γίνεται εξέτασις, μήπως διά δικαίας κατηγορίας και εγκλήματα φεύγη την κοινωνίαν του Επισκόπου του ο Πρεσβύτερος. Ανάγνωθι και τον λα’ και λβ’ Αποστολικόν.
(Κανών ΙΑ’, Εν Καρθαγένη Σύνοδος, Πηδάλιον, ό.π., σ. 469) 

·       Χρὴ δέ, φησι, σκοπεῖν καὶ ἐξετάζειν, μή ποτε δικαίως αἰτιᾶται  τὸν ἴδιον ἐπίσκοπον ὁ κληρικὸς, καὶ εὐλόγως τὴν μετ’ αὐτοῦ κοινωνίαν ἐκκλίνη. Τὴν δὲ κατὰ τοῦ ἐπισκόπου μέμψιν, μὴ εἴπης εἶναι ἐξ ἁμαρτήματος, ἢ ἀπὸ ἄλλης αἰτιάσεως ἐγκληματικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ δογματικῆς, ἢ ἀδίκου διαγωγῆς. Οὐδὲ γὰρ ὁφείλει ὁ κληρικὸς ἀπὸ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ χωρίζεσθαι πρὸ καταδίκης, εἰμὴ προφανῶς αὐτὸν βλέπη ἀδικοῦντα, ἢ ἐναντιούμενον τῶ ὀρθῶ δόγματι.                     (Ερμηνεία εις τον ΙΑ’ Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου από τον Βαλσαμώνα. Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων…, ό. π., τόμος Γ’, σελ. 321)

·       Εἰ μὲν γὰρ ἐναντίαν τοῖς κανόσιν ἐπίσκοπος ἐνέγκη ψῆφον, τιμωρηθήσεται, ἥγουν καθαιρεθήσεται, μὴ δυνάμενος ἀμαθίαν ἢ ἀπειρίαν προβαλέσθαι· οὐ γὰρ συγγνωστέος ἔσεται λέγων μὴ εἰδέναι τοὺς κανόνας, οὕς ἀναγκάζεται διὰ γλώττης ἔχειν σχεδὸν ἀεί.
(Ερμηνεία εις τον ΙΕ’(ΙΔ’) Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου από τον Βαλσαμώνα. Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, Κακή Υπακοή Και Αγία Ανυπακοή, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 135)

·       Οἱ χειροτονούμενοι ἐπίσκοποι καὶ κληρικοί, ἐὰν μὴ ἀκριβῆ κατάληψιν ἔχωσιν τῶν δογματικῶν ὅρων καὶ τῶν κανονικῶν παραγγελιῶν, καὶ ἢ διδάσκοντες ἢ ἀποφαινόμενοι ἐκτραπῶσιν ἐκ τῆς εὐθείας καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ πρὸς διδασκαλίας ἀσεβεῖς καὶ ἀκανονίστους ἀποφάσεις, κανονικῶς καθαιρεθήσονται καὶ εἰς οὐδὲν ἀνύσιμον ἔσται αὐτοῖς ὁ μετάμελος.
(Ερμηνεία εις τον ΙΗ’(ΚΔ’-ΚΣΤ’) Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου από τον Βαλσαμώνα. Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, ό.π., σ. 136)

·       …Οἱ γάρ δι΄αἵρεσιν τινά παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην τῆς προς τον πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι την αἵρεσιν  δημοσία κηρύττοντος, και γυμνῆ τῆ κεφαλῆ ἐπ΄ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι  οὐ μόνον τῆ κανονικῆ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς προς τον καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά και τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και οὐ σχίσματι την ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων και μερισμῶν την Ἐκκλησίαν  ἐσπούδασαν ῥύσασθαι.
(Kανών ΙΕ’ της ΑΒ Συνόδου.)

(σ.σ. Ο πρωτοπρεσβύτερος και καθηγητής θεολογίας Θεόδωρος Ζήσης αναφέρει περί του παρόντος κανόνος ότι: Άριστο σχολιασμό περί του ότι και τα πρόβατα, οι πιστοί δηλαδή, έχουν ευθύνη για το αν θα ακολουθήσουν τους κακούς ποιμένες, ότι η υπακοή δεν είναι αδιάκριτη, αλλά διακριτική, μας προσφέρει το κείμενο των Αποστολικών διαταγών, το οποίο λέγει ότι δεν μπορούν να πουν οι λαϊκοί ότι εμείς ήμαστε πρόβατα, δεν πρέπει να αποφασίζουμε μόνοι μας, ο ποιμήν έχει την ευθύνη και αυτός θα δώσει λόγο. Αυτό είναι λάθος, διότι, όπως, όταν το πρόβατο δεν ακολουθεί τον καλό ποιμένα , κατασπαράσσεται από τους λύκους, έτσι και όταν ακολουθεί τον κακό ποιμένα, το περιμένει αναπόφευκτα ο θάνατος. Κατακλείεται δε αυτή η ανάλυση με τη σύσταση «Διό φευκτέον από των φθορέων ποιμένων».
Βλ. Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, ό.π., σ.23)

·       Εάν δε οι ρηθέντες πρόεδροι είναι αιρετικοί, και την αίρεσιν αυτών κηρύττουσι παρρησία, και δια τούτο χωρίζονται οι εις αυτούς υποκείμενοι, και προτού να γίνει ακόμη συνοδική κρίσις περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι αυτοί, όχι μόνο δια τον χωρισμό δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής της πρεπούσης, ως ορθόδοξοι, είναι άξιοι, επειδή όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησία από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών. Ορά και τον λα’ Αποστολικόν.
(Ερμηνεία του Κανόνα ΙΕ’ της ΑΒ’ Συνόδου, σελ 292 πηδαλίου, τυπογραφείο Βλαστού Βαρβαρρήγου, Αθήνα 1886)

·       Καὶ οὗτος ὁ κανὼν τὰ αὐτὰ τῶ ιγ’ καὶ ιδ’ κανόνι παρακελεύεται μέχρι τινός. Φησί γὰρ, πλέον ἁρμόζειν τὰ προσδιορισθέντα καὶ ἐπὶ πατριάρχου, ὅταν ἐκ τῆς τούτου κοινωνίας ἀποστήση τις ἑαυτὸν τολμηρῶς. ῾Ως δέ τινος εἰπόντος, ἐὰν ἐξ εὐλόγου αἰτίας, τυχὸν προφάσει αἱρέσεως, ἀποστῆ τις ἀπὸ τῆς τοῦ ἀρχιερέως κοινωνίας, διὰ τί κολασθήσεται; ᾿Επάγουσιν οἱ Πατέρες, ὡς ταῦτα πάντα τότε γίνονται, ὅταν προφάσει ἐγκληματικῆς τινος ὑποθέσεως καθ’ ἑαυτόν τις τοῦ οἱκείου ποιμένος  καταγνώσηται, καὶ ἀποσχίση ἑαυτὸν ἐκ τούτου, καὶ τοιουτοτρόπως διαρρήξη τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας. Εἰ γὰρ μὴ δί ἐγκληματικὴν αἰτίασιν, ἀλλὰ δί αἵρεσιν χωρίση τις ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ, ἢ τοῦ μητροπολίτου, ἢ τοῦ πατριάρχου, ὡς ἐπ’ ἐκκλησίας διδάσκοντος ἀνερυθριάστως διδάγματά τινα ἀπηλλοτριωμένα τοῦ ὀρθοῦ δόγματος, ὁ τοιοῦτος καὶ πρὸ ἐντελοῦς διαγνώσεως, πολλῶ δὲ πλέον καὶ μετὰ διάγνωσιν, ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίση, ἤγουν χωρίση ἀπὸ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος· οὐ γὰρ ἀπέσχισεν αὐτὸν ἀπὸ ἐπισκόπου, ἀλλ’ ἀπὸ ψευδεπισκόπου καὶ ψευδοδιδασκάλου· καὶ τὸ παρὰ τούτου γεγονὸς ἐπαίνου ἄξιον ἐστιν, ὡς μὴ κατατέμνον τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ μᾶλλον συνάπτον αὐτὴν, καὶ τοῦ μερισμοῦ ἀπαλλάττον. Εἴρηται δὲ τῶ κανόνι τὸ, πᾶσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι τὸν σχισματικὸν, διὰ τοὺς λέγοντας ὀφείλειν τοὺς τοιούτους ἐπὶ καιρόν τινα τῆς ἱερατείας παύεσθαι, καὶ μὴ καθαιρεῖσθαι. ᾿Εγκληματικὰ δὲ αἰτιάματα εἰσι, πορνεία, ἱεροσυλία, καὶ τῶν κανόνων ἀθετήσεις. Καλῶς δὲ εἶπεν ὁ κανὼν ἐπαινετέους εἶναι τοὺς ἀποσχίζοντας ἑαυτοὺς καὶ πρὸ καταδίκης, ἀπὸ τῶν διδασκόντων αἱρετικὰ διδάγματα, καὶ ὄντων προφανῶς αἱρετικῶν. Εἰ γὰρ κρύφα καὶ μετὰ ὑποστολῆς ψιθυρίζονται τὰ τῆς αἱρέσεως παρὰ τοῦ πρώτου, ὡς ἀμφιβάλλοντος, οὐκ ὀφείλει τις ἐξ αὐτοῦ πρὸ καταδίκης ἀποσχισθῆναι· εἰκὸς γάρ ἐστι μεταρρυθμισθῆναι τοῦτον πρὸς τὸ ὀρθόδοξον, πρὸ τῆς ἐντελοῦς ἀποφάσεως, καὶ ἀποστῆναι τῆς αἱρέσεως. Σημείωσαι ταῦτα, ἴσως ὠφελήσοντα κατὰ τῶν λεγόντων, μὴ καλῶς ἡμᾶς ἀποσχισθῆναι ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς παλαιᾶς Ρώμης, πρὸ τοῦ καταδικασθῆναι τοὺς περὶ ταύτην ὡς κακόφρονας. Καὶ ὁ μὲν παρὼν κανὼν τοὺς διὰ δογματικὴν αἰτίαν ἀποσχίζοντας οὐ κολάζει· ὁ δὲ λα’ ἀποστολικὸς κανὼν, καὶ τοὺς κατεγνωκότας τῶν οἰκείων ἐπισκόπων, ὡς προδήλως ἀδικούντων, καὶ ἀποσχίσαντας ἐξ αὐτῶν, ἀνευθύνους συντηρεῖ.
(Ερμηνεία του ΙΕ’ Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου από τον Βαλσαμώνα, Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β΄ σελ. 694-696)

(σ.σ. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Βαλσαμώνος όταν ο επίσκοπος δεν έχει φανερώσει τα αιρετικά του φρονήματα δημόσια, και ως εκ τούτου εμείς οι πιστοί δεν ήμαστε σίγουροι για την πίστη του, τότε δεν οφείλουμε να αποτειχιστούμε. Συνάγεται λοιπόν το λογικό συμπέρασμα πως όταν εκ του αντιθέτου ήμαστε σίγουροι για τα αιρετικά φρονήματα του ποιμενάρχη μας, τότε οφείλουμε να αποτειχιστούμε. Το ρήμα που χρησιμοποιεί εδώ ο Βαλσαμώνας δεν χωράει καμία δυνητική ερμηνεία, αφού οφείλω σημαίνει: 1) χρωστώ,    2) πρέπει να πληρώσω. Βλ. Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, H.GLiddell & RScott, εκδόσεις Πελεκάνος, 2007)

·       ῾Ωσαύτως καὶ εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ μητροπολίτης, κατὰ τοῦ πατριάρχου τοιαῦτα τολμήσει, πάσης ἱερατείας ἀλλοτριούσθω. Εἰ δέ τινες ἀποσταῖεν τινος, οὐ διὰ πρόφασιν ἐγκλήματος, ἀλλὰ διὰ αἵρεσιν, ὑπὸ συνόδου, ἢ ἁγίων Πατέρων κατεγνωσμένην, τιμῆς καὶ ἀποδοχῆς ἄξιοι, ὡς ὀρθόδοξοι.
(Ερμηνεία του ΙΕ’ Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου από τον Αριστηνό, Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β΄ σελ. 696)

·       ῞Απερ ὥρισαν οἱ τῆς συνόδου Πατέρες περὶ μητροπολιτῶν καὶ ἐπισκόπων, ταῦτα λέγουσι πλέον ἁρμόζειν καὶ περὶ πατριαρχῶν. Εἰ γάρ τις, φασὶ, μητροπολίτης, ἢ ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τολμήσει ἀποστῆναι τοῦ συγκοινωνεῖν τῶ πατριάρχη αὐτοῦ, καὶ ἀναφέρειν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, πρὶν ἢ ἐμφανίση τῆ συνόδω κατὰ τοῦ πατριάρχου, καὶ πρὸ τοῦ ἐξετασθῆναι ταῦτα, καὶ κατακριθῆναι ἴσως αὐτὸν, ὁ τοιοῦτος, ὡς σχίσμα ποιήσας, πάσης ἱερατείας ἀλλότριος ἔσται παντελῶς. Εἴρηται δὲ τὸ, πάσης, ἀντὶ τοῦ, οἱ μὲν ἀρχιερεῖς, τῆς ἀρχιερατικῆς, οἱ δὲ ἱερεῖς, τῆς ἱερατικῆς· τὸ δὲ παντελῶς, ὅτι  οὐκ ἐπί τινα χρόνον εἰρχθήσονται τοῦ ἱερουργεῖν, εἶτα ἀποκαταστήσονται αὖθις εἰς τὴν οἰκείαν τιμήν· ἀλλὰ τελείως ἐκπεσοῦνται τῆς ἀξίας αὐτῶν, καὶ οὐδὲ τιμὴν ἕξουσι μόνην ἀρχιερεῦσι καὶ ἱερεῦσιν ἀνήκουσαν. Εἶτα ἐπάγουσιν, ὅτι ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται, τουτέστι, βεβαίως τετύπωται, (ἡ γὰρ σφραγὶς εἰς βεβαίωσίν ἐστι τῶν σφραγιζομένων καὶ φυλακήν· ὅτι καὶ τὰ φυλακῆς ἄξια σφραγίζονται ἵν’ εἶεν ἀνεπιβούλευτα) περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καὶ τὴν ἕνωσιν διασπώντων τῆς ἐκκλησίας, ὅτε δηλαδὴ πορνείαν ἴσως τῶ αἰτιωμένω προσάπτουσιν, ἢ ἱεροσυλίαν, ἢ ἐπὶ χρήμασι χειροθεσίαν, ἢ ἄλλα τοιαῦτα τινα. Εἰ δ’ ὁ πατριάρχης τυχόν, ἤ ὁ μητροπολίτης, ἤ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικός εἴη, καί τοιοῦτος, ὡς δημοσίᾳ κηρύττειν τήν αἵρεσιν, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντί τοῦ ἀνυποστόλως καί μετά παρρησίας, διδάσκει τά αἱρετικά δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὁποῖοι ἄν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διά τοῦτο, ἀλλά καί τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτούς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας· τοῦτο γάρ δηλοῖ, τό, ἀποτειχίζοντες· (τό γάρ τεῖχος τῶν ἐντός αὐτοῦ πρός τούς ἐκτός χωρισμός ἐστιν)· οὐ γάρ ἐπισκόπου ἀπέστησαν, ἀλλά ψευδεπισκόπου καί ψευδοδιδασκάλου· οὐδέ σχίσμα κατά τῆς ἐκκλησίας ἐποίησαν, ἀλλά μᾶλλον σχισμάτων τήν ἐκκλησίαν ἀπήλλαξαν, ὅσον τό ἐπ’ αὐτοῖς.
(Ερμηνεία του ΙΕ’ Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου από τον Ιωάννη Ζωναρά, Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β΄ σελ. 693- 694)

(σ.σ.  Η παρούσα ερμηνεία του κανόνος από τον Ζωναρά κονιορτοποιεί την θεωρία του πατρός Επιφανίου Θεοδωρόπουλου περί Στρατηγών του αγώνος τους οποίους εμείς, οφείλουμε να ακολουθήσουμε στον στίβο της ομολογίας μόνο εάν και όποτε  θελήσουν αυτοί να κάνουν την αρχή. Σύμφωνα με την θεωρία του πατρός Επιφανίου, χωρίς στρατηγούς δεν μπορεί να υπάρξει αγώνας, μόνο αναμονή. Φυσικά, αυτή η θεωρία στερείται λογικής και ιστορικής τεκμηρίωσης. Ο Ζωναράς λέει ότι την ομολογία την κάνουν ὁποῖοι ἄν εἶεν, ενώ ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρει: «Ὥστε ὅτε περὶ πίστεως ὁ λόγος, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν:Ἐγὼ τὶς εἰμι; Ἱερεύς; ἀλλά οὐδαμοῦ. Ἄρχων; καὶ οὐδὲ οὕτως. Στρατιώτης; καὶ ποῦ; Γεωργός; καὶ οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο. Πένης, μόνον τὴν ἐφήμερον τροφὴν ποριζόμενος. Οὐδεὶς μοι λόγος  καὶ φροντὶς περὶ τοῦ προκειμένου. Οὐά, οἱ λίθοι κράξουσι, καὶ σὺ σιωπηλὸς καὶ ἄφροντις; Βλ. P.G. 99, 1321AB )

·       Ἐὰν Μητροπολίτης ἢ Πατριάρχης ἄρξηται νὰ διακυρύττη δημοσία ἐπ’ ἐκκλησίας αἱρετικήν τινα διδαχήν, ἀντικειμένην πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν, τότε οἱ προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καὶ χρέος ν’ ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα τοῦ Ἐπισκόπου ἐκείνου, διὸ οὐ μόνον εἰς οὐδεμίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ κανονικὴν ποινήν, ἀλλὰ θέλουσι καὶ ἐπαινεθῆ εἰσέτι, καθ’ ὅσον διὰ τούτου δὲν κατέκριναν καὶ δὲν ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τῶν νομίμων Ἐπισκόπων, ἀλλ’ ἐναντίον ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων, οὔτε καὶ ἐγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχῖσμα ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἀπήλλαξαν τὴν Ἐκκλησίαν, ἐν ὅσω ἠδυνήθησαν, τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διαιρέσεως.                                                                        
(Ερμηνεία ΙΕ’ Κανόνα της ΑΒ Συνόδου υπό του Κανονολόγου               Επισκόπου Νικοδήμου Μίλας. Οι Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μεθ’ ερμηνείας, ΙΙ, Novi Sad, σ. 290-291, μτφρ. εκ της Σερβικής υπό Ιερομ. – νυν επισκόπου- Ειρηναίου Μπούλοβιτς )

·       ῾Ημεῖς δὲ πᾶσα ἡ συναθροισθεῖσα ἐν τῶ τρικλίνω τῶ οὕτως ἐπιλεγομένω ᾿Αλεξιακῶ τῶν ἱερῶν Βλαχερνῶν θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος χάριτι Χριστοῦ καὶ νῦν τῆς εὐσεβείας ὑπερμαχούντες, καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι, τὸν μὲν Βαρλαὰμ ἐκεῖνον καὶ τὸν ᾿Ακίνδυνον, ὡς εἰς αὐτὰ τὰ καίρια τῆς εὐσεβείας ἐμπαροινήσαντας καὶ μηδαμῶς μεταμεληθέντας ἔτι περιόντας τῶ βίω, τῶ ἀπὸ Χριστοῦ ἀναθέματι δικαίως καθυποβάλλομεν. Τοὺς δὲ νῦν ἀναφανέντας καὶ συνοδικῶς ἐξελεχθέντας ἐκείνοις ὁμόφρονας, καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν, ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους ἔχομεν τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, εἰ μὴ μεταμεληθεῖεν, καὶ τῶ ἀπὸ Χριστοῦ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν, καὶ τοὺς κοινωνοῦντας τούτοις ἐν γνώσει ἀκοινωνήτους ἔχομεν, καὶ πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας τοὺς ἔχοντας ἀπογυμνοῦμεν. Τοὺς δ’ ὑπὸ τούτων συναρπαγέντας τε καὶ παρασυρέντας, καὶ μὴ τῶν ἐξάρχων τῆς αἱρέσεως ὄντας, ἀμεταμελήτους μὲν μένοντας, τοῖς ὁμοίοις καθυποβάλλομεν, μεταμεληθέντας δὲ γνησίως καὶ ἀναθεματίζοντας τὴν τε ταύτην κακοδοξίαν καὶ τοὺς εἰς τέλος ἐμμείναντας ταύτη, μὴ μόνον εἰς κοινωνίαν τὴν κατ’ εὐσέβειαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἱερωσύνην ἀσμενέστατα προσιέμεθα, μηδαμῶς τούτους ὑποβιβάζοντες, κατὰ τὴν ἐπὶ τοῖς τοιούτοις διάγνωσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου, διοριζομένης «ὅτι τοὺς μὲν πρωτάρχους καὶ προϊσταμένους καὶ τῆς δυσσεβείας ἐκδικητὰς οὐδὲ μεταμελουμένους ὅλως εἰς ἱερωσύνην παραδεχόμεθα, τοὺς δὲ βιασθέντας ἢ συναρπαγέντας τε καὶ παρασυρέντας, μεταμελομένους ἀληθῶς καὶ γνησίως, εἰς ἱερωσύνην κατὰ τὸν οἰκεῖον ἕκαστον βαθμὸν προσδεχόμεθα».
(51ος ῞Ορος της Εν Κων/λει 'Αγίας Συνόδου του 1351. Βλ. Πρωτοπρ. Ιωάννου Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Τόμος Β΄, Εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 270-271. Βλ. και Παναγιώτη Σημάτη, Η Αποτείχιση από τους Οικουμενιστές επείγουσα υπόθεση προβλεπόμενη από τους Αγίους Πατέρες, Αίγιο 2010, Υποσημείωση 31, όπου αναφέρεται ότι: Εφόσον ο κ. Βαρθολομαίος θεωρεί τον παπισμόν «αδελφήν Εκκλησίαν» και δίδει «κοινήν μαρτυρίαν πίστεως» με τον πάπαν, εις τα όμματα των Πατέρων της Εκκλησίας είναι ακοινώνητος. )



1ος ΑΙΩΝΑΣ

Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος
·       Πᾶς ὁ λέγων παρὰ τὰ διατεταγμένα, κἂν ἀξιόπιστος ᾖ, κἂν νηστεύῃ, κἂν παρθενεύῃ, κἂν σημεῖα ποιῇ, κἂν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ, προβάτων φθορὰν κατεργαζόμενος. εἴ τις ἀρνεῖται τὸν σταυρὸν καὶ τὸ πάθος ἐπαισχύνεται, ἔστω σοι ὡς αὐτὸς ὁ ἀντικείμενος· κἂν ψωμίσῃ τὰ ὑπάρχοντα πτωχοῖς, κἂν ὄρη μεθιστᾷ, κἂν παραδῷ τὸ σῶμα εἰς καῦσιν, ἔστω σοι βδελυκτός. εἴ τις φαυλίζει τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας, οὓς ὁ Χριστὸς παρὼν ἐπλήρωσεν, ἔστω σοι ὡς ὁ ἀντίχριστος. εἴ τις ἄνθρωπον ψιλὸν λέγει τὸν κύριον, Ἰουδαῖός ἐστιν χριστοκτόνος.
(Τhesaurus Linguae Graecae [TLG]Ignatius Scr. Eccl., Epistulae interpolatae et epistulae suppositiciae (recensio longior) [Sp.] Epistle 10, chapter 2, section 1, line 1)



2ος ΑΙΩΝΑΣ

Άγιος Ειρηναίος
·       Καὶ εἰσὶν οἱ ἀκηκοότες  αὐτοῦ ὅτι Ἰωάννης ὁ τοῦ Κυρίου μαθητὴς ἐν τῇ Ἐφέσῳ πορευθεὶς λούσασθαι καὶ ἰδὼν ἔσω Κήρινθον ἐξήλατο τοῦ βαλανείου μὴ λουσάμενος, ἀλλ' ἐπειπών· »Φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖον συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας ἐχθροῦ.» Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Πολύκαρπος Μαρκίωνί ποτε εἰς ὄψιν αὐτῷ ἐλθόντι καὶ φήσαντι· «Ἐπιγίνωσκε ἡμᾶς», ἀπεκρίθη· «Ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ.» Τοσαύτην οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτῶν ἔσχον εὐλάβειαν πρὸς τὸ μηδὲ μέχρι λόγου κοινωνεῖν τινι τῶν παραχαρασσόντων τὴν ἀλήθειαν, ὡς καὶ Παῦλος ἔφησεν· «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος.»
(TLG, Irenaeus Theol., Adversus haereses (liber 3)(1447:002)“Irénée de Lyon. Contre les hérésies, livre 333 voo. 22pub Cerf”, Ed. Rousseau, A., Doutreleau, L.Paris: Cerf, 1974; Sources chrétiennes 211. Section 5, line 19-33)

·       Μηδὲ μέχρι λόγου κοινωνεῖν τινι τῶν παραχαρασσόντων τὴν άλήθειαν.
(P.G. 7, 854A)

·       Από το γεγονός και μόνο ότι έχουν την αποστολική διαδοχή δεν μπορούν να έχουν απαίτηση να ήμαστε οπαδοί τους. Πρέπει να ακολουθούμε τους καλούς και να χωριστούμε από τους κακούς διαδόχους των Αποστόλων.                
(Αγίου Ειρηναίου, Κατά Αιρέσεων, IV, κεφ. 26)



3ος ΑΙΩΝΑΣ

Άγιος Κυπριανός
·       Δέον ὅπως (είναι αναγκαίο να) ἀποσυρώμεθα μακρὰν καὶ ἀποφεύγωμεν αὐτοὺς διότι, πᾶς συνδεόμενος μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν ὁδὸν τῆς πλάνης καὶ τῆς αἱρέσεως, περιπλανᾶται μακρὰν τῆς ἀληθινῆς ὁδοῦ καὶ θὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὸς εἰς παρομοίαν ἐνοχήν.                                                 
(PG 48, 765)



4ος ΑΙΩΝΑΣ

Μέγας Αθανάσιος
·       Τοῖς τὸν μονήρη βίον ἀσκοῦσι, καὶ ἐν πίστει Θεοῦ ἱδρυμένοις, ἀγαπητοῖς καὶ ποθεινοτάτοις ἀδελφοῖς ἐν Κυρίῳ χαίρειν. Εὐχαριστῶ μὲν τῷ Κυρίῳ, τῷ δόντι ὑμῖν εἰς αὐτὸν πιστεῦσαι, ἵνα μετὰ τῶν ἁγίων καὶ ὑμεῖς ἔχητε τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον· ἐπειδὴ δέ εἰσί τινες οἱ τὰ Ἀρείου φρονοῦντες, περιερχόμενοι τὰ μοναστήρια, δι' οὐδὲν ἄλλο εἰ μὴ ἵνα, ὡς πρὸς ὑμᾶς ἐλθόντες καὶ ἀφ' ἡμῶν ὑποστρέφοντες, τοὺς ἀκεραίους ἐξαπατῶσι· τινὲς δέ εἰσιν οἱ διαβεβαιοῦντες μὲν τὰ Ἀρείου μὴ φρονεῖν, συγκαταβαίνοντες δὲ, καὶ μετ' αὐτῶν εὐχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτό· ἀναγκαίως, παρακελευόντων τινῶν εἰλικρινεστάτων ἀδελφῶν, πρὸς ὑμᾶς γράφειν ἐσπούδασα, ἵνα τὴν εὐσεβῆ πίστιν, ἣν ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις ἐν ὑμῖν ἐργάζεται, ἀκεραίως καὶ ἀδόλως φυλάττοντες, οὐ μὴ πρόφασιν δῶτε σκανδάλου τοῖς ἀδελφοῖς. Ὅταν γάρ τινες ὑμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ πιστοὺς θεωρήσαντες μετ' αὐτῶν συνερχομένους καὶ κοινωνοῦντας, πάντως ὑπονοήσαντες ἀδιάφορον εἶναι τὸ τοιοῦτον, εἰς τὸν τῆς ἀσεβείας ἐμπεσοῦνται βόρβορονἽν' οὖν μὴ τοῦτο γένηται, θελήσατε, ἀγαπητοὶ, τοὺς μὲν φανερῶς φρονοῦντας τὰ τῆς ἀσεβείας ἀποστρέφεσθαι, τοὺς δὲ νομίζοντας τὰ Ἀρείου μὴ φρονεῖν, κοινωνοῦντας δὲ μετὰ τῶν ἀσεβῶν φυλάττεσθαι· καὶ μάλιστα ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν. Εἰ δέ τις προσποιεῖται μὲν ὁμολογεῖν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις, τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιαύτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένῃ, τὸν τοιοῦτον παραιτεῖσθε. Οὕτω γὰρ διατελοῦντες καθαρὰν τὴν πίστι διατηρήσετε· κἀκεῖνοι βλέποντες ὑμᾶς ὠφεληθήσονται, φοβηθέντες μὴ ἄρα ὡς ἀσεβεῖς καὶ τὰ ἐκείνων φρονοῦντες νομισθῶσιν.
(TLG, Athanasius Theol., Epistula ad monachos (2035: 055); MPG 26.Volume 26, page 1185, line 41 – page 1188, line 30)

·       να μ μακρς  λόγος γένηταιδι τοτο καλν ρκεσθναι τῇ θεί γραφῇ– κα πάντας ατῇ πεισθναι παραγγελούσ διά τε τς λλας αρέσεις κα μάλιστα δι ταύτην· στι δ ατς τ παράγγελμα τοτο· πόστητε, πόστητεξέλθετε κεθεν κα καθάρτου μ ψησθεξέλθετε κ μέσου ατν κα φορίσθητε ο φέροντες.
 (ΜθανασίουΤο ατο πρς πανταχο μοναχος περ τν γεγενημένων παρ τν ρειανν π Κωνσταντίου)

·       Αφού ο Αρτέμιος ερεύνησε και δεν βρήκε τον Άγιο, είπε στη σύναξη των αδελφών:᾿᾿Ελάτε να προσευχηθείτε για μένα᾿᾿. Εκείνοι τότε του είπαν:᾿᾿Δεν μπορούμε, επειδή έχουμε εντολή από τον πατέρα μας να μη προσευχόμαστε με κανένα που είναι μαζί με τους Αρειανούς᾿᾿– διότι έβλεπαν ένα αρειανό επίσκοπο μαζί του. 
 (Β.Ε.Π.Ε.Σ. τόμος 40,σελ. 185)

·       Βαδίζοντες τὴν ἀπλανῆ και ζωηφόρον ὁδόν, ὀφθαλμὸν μὲν ἐκκόψωμεν σκανδαλίζοντα, μὴ τὸν αἰσθητὸν ἀλλὰ τὸν νοητὸν. Οῖον ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἐστιν ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οῖκον, ἤ μετ΄ αὐτοὺς ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. 
(P.G. 35, 33) 

·       Ἐρώτ. ϟθʹΤί λέγει· «Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ;»
Ἀπόκ. Τοῦτο λέγει διὰ τοὺς πονηροὺς καὶ σκολιοὺς ἀνθρώπους. Ὅτι, ὥσπερ ἡ παλαιὰ ζύμη μικρὰ μὲν ἔστι, πολὺ δὲ ἄλευρον ποιεῖ ζυμωθῆναι· οὕτω καὶ ὁ κακοποιὸς ἄνθρωπος, τρέφων ἐν ἑαυτῷ τὴν κακίαν, μεταδίδωσι καὶ τοῖς ἄλλοις, καὶ γίνεται σκάνδαλον, καὶ καταβλάπτει πολλούς. Διὰ τοῦτο πάλιν λέγει· «Ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέοι·» τουτέστιν· Ἐκδιώξατε τὸν πονηρὸν καὶ σκολιὸν ἐξ ὑμῶν, ἢ φύγετε ἀπ' αὐτοῦ· ἐπειδὴ πᾶσα κακία μολύνει τὸν ἄνθρωπον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Δαβὶδ, φεύγων τοὺς πονηροὺς, ἔλεγεν· «Οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος, καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω. Ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων.» Διὰ τί δὲ ταῦτα ἐποίει; Ἐπειδὴ πάλιν λέγει ἀλλαχοῦ· «Μετὰ ὁσίου ὅσιος ἔσῃ, καὶ μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔσῃ, καὶ μετὰ στρεβλοῦ διαστρέψῃς.» Καὶ γὰρ οἷός ἐστιν ὁ συνοικῶν μετὰ σοῦ, τοιοῦτον ἀπεργάσεται εἶναί σε.
(TLG, Athanasius Theol., Quaestiones in scripturam sacram [Sp.] (2035: 080); MPG 28. Volume 28, page 757, line 5-24)

·       Εἶπεν  Κύριος: «Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶνοἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτωνἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγεςἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ἐάν οὖν τινα ἴδηςἀδελφέὅτι ἔχει σχῆμα σεμνοπρεπέςμη πρόσχηςὅτι ἐνδέδυται κώδιον προβάτουὅτι ὄνομα ἔχει πρεσβυτέρου ἐπισκόπου διακόνου ἀσκητοῦἀλλά τάς πράξεις αὐτοῦ περιέργασαι· εἰ ἔστι σώφρωνεἰ ἔστι φιλόξενος ἐλεήμων ἀγαπητικός ἐν προσευχαῖς καρτερικός ὑπομονητικόςΕἰ ἔχει κοιλίαν θεόνκαί τόν φάρυγγα ἅδηννοσῶν χρήματακαί καπηλεύων τήν θεοσέβειανἄφες αὐτόν· οὐ γάρ ἐστι ποιμήν ἐπιστημονικός,ἀλλά λύκος ἁρπακτικόςΕἰ δε οἶδας τά δένδρα δοκιμάζειν ἀπό τῶν καρπῶνποῖά ἐστι τῆ φύσειτῆ γεύσειτῆ πιότητιπολλῶ μᾶλλον ἀπό τῶν ἔργων ὀφείλεις δοκιμάζειν τους  Χριστεμπόρουςὅτιφοροῦντες φημάριον εὐλαβείαςψυχήν κέκτηνται διαβολικήνΕἰ δέ καί ἀπό ἀκανθῶν οὐ συλλέγεις σταφυλάς ἀπό τριβόλων σῦκατί ὑπολαμβάνειςὅτι ἀπό παραβατῶν ἔχεις τι ἀγαθόν ἀκοῦσαι ἀπό προδοτῶν μαθεῖν τι χρήσιμονἘκείνους τοίνυν ἀποστρέφου ὡς λύκους Ἀραβικούςκαί ἀκάνθας παρακοῆςκαί τριβόλους ἀδικημάτωνκαί δένδρα πονηράἘάν ἴδης συνετόνκατά τήν συμβουλεύουσαν σοφίανὄρθριζε πρός αὐτόνκαί σταθμούς θυρῶν αὐτοῦ ἐκτριβέτω  ποῦς σουἵνα παρ’ αὐτοῦ διδαχθῆς νόμου σκιαγραφήματακαί χαρίτων δωρήματαΟὔτε δέ λόγος σοφιστικός σχῆμα ἐπιθετικόν εἰσάγουσιν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶνἀλλά πίστις τελεία καί ἀπερίεργος μετά τῆς ἐναρέτου καί διαλαμπούσης προνοίας.
(Μ. Αθανασίου, Περί Ψευδοπροφητών, ΒΕΠΕΣ 33, 197)

·       Κάθε άνθρωπος που έχει την δυνατότητα να κρίνει, θα κολασθεί ακολουθώντας αμαθή και πλανεμένο ποιμένα που δέχεται ψευδή δοξασία ως αληθινή.
(Μ. Αθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 33, 214)

·       (σ.σ. Ο σχολιασμός της πηγής ανήκει στον π. Θεόδωρο Ζήση.)                           

Εἶχαν ξεσηκωθῆ οἱ μοναχοί τῆς Καππαδοκίας ἀκόμη καί ἐναντίον τοῦ Μ. Βασιλείου ἀντιδρῶντες, διότι πρός καιρόν καί γιά λόγους οἰκονομίας ἀπέφευγε νά ὀνομάσει τό Ἅγιον Πνεῦμα «ὁμοούσιον», προκειμένου νά προσελκύσει τούς μετριοπαθεῖς Πνευματομάχους. Ὁ Καππαδόκης πρεσβύτερος Παλλάδιος ἐνημέρωσε σχετικῶς τόν Μ. Ἀθανάσιο, ὥστε νά τούς συμβουλεύσει νά ὁμονοήσουν καί νά ὑπακούσουν στόν ἐπίσκοπο. Ἡ ἀπάντηση τοῦ ὄντως Μεγάλου ἀγωνιστοῦ καί προμάχου τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι τελείως διαφορετική ἀπό τίς ἀπαντήσεις πατριαρχῶν, ἀρχιεπισκόπων καί ἐπισκόπων τῆς σήμερον προς μοναχούς, ὅταν διαμαρτύρονται γιά παρεκκλίσεις ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Δεν τούς ἐπιπλήττει, γιατί ἐνδιαφέρονται γιά θέματα πίστεως, συνιστώντας τους νά περιορισθοῦν στά μοναστικά τους καθήκοντα, σάν νά ὑπάρχει ὑπέρτατο καθῆκον ἀπό τήν τήρηση τῆς πίστεως καί τήν ὑπεράσπισή της. Τούς συνιστᾶ νά ἐξακολουθήσουν νά ἔχουν ἐμπιστοσύνη καί νά κάνουν ὑπακοή στόν Βασίλειο, γιατί δέν ὑπάρχει κάτι ὕποπτο στήν στάση τουἌν ὑπῆρχε ὄντως κάτι ὕποπτο, τότε καλά κάνουν καί ἀνθίστανται, εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀντίσταση καί ἡ ἀνυπακοή τους.  Ὑπάρχει λοιπόν δικαιολογημένη ἀνυπακοή, ἁγία, θεία ἀνυπακοή, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Μακάρι νά μπορούσαμε νά διαπιστώσουμε καί σήμερα ὅτι ἁπλῶς οἰκονομοῦνται τά πράγματα μέ τούς αἰρετικούς…
…Γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ἐπειδὴ δὲ καὶ περὶ τῶν μοναζόντων τῶν ἐν Καισαρείᾳ ἐδήλωσας· ἔμαθον δὲ παρὰ τοῦ ἀγαπητοῦ ἡμῶν Διανίου, ὡς λυπουμένων καὶ ἀνθισταμένων αὐτῶν τῷ ἀγαπητῷ ἡμῶν Βασιλείῳ τῷ ἐπισκόπῳ· σὲ μὲν ἀπεδεξάμην δηλώσαντα, αὐτοῖς δὲ τὰ πρέποντα δεδήλωκα· ἵν' ὡς τέκνα ὑπακούωσι πατρὶ, καὶ μὴ ἀντιλέγωσιν, οἷς αὐτὸς δοκιμάζει. Εἰ μὲν γὰρ ὕποπτος ἦν περὶ τὴν ἀλήθειαν, καλῶς ἐμάχοντο· εἰ δὲ τεθαῤῥήκασι, τεθαῤῥήκαμεν δὲ καὶ πάντες ἡμεῖς, ὡς καύχημα τῆς Ἐκκλησίας ἐστὶν, ἀγωνιζόμενος μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, καὶ διδάσκων τοὺς δεομένους· οὐ χρὴ πρὸς τὸν τοιοῦτον μάχεσθαι, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἀποδέχεσθαι τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ συνείδησιν. Ἐξ ὧν γὰρ διηγήσατο ὁ ἀγαπητὸς Διάνιος, μάτην φαίνονται λυπούμενοι. Αὐτὸς μὲν γὰρ, ὡς τεθάῤῥηκα, τοῖς ἀσθενοῦσιν ἀσθενὴς γίνεται, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσῃ· οἱ δὲ ἀγαπητοὶ ἡμῶν, ἀποβλέποντες εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀληθείας αὐτοῦ, καὶ τὴν οἰκονομίαν, δοξαζέτωσαν τὸν Κύριον, τὸν δεδωκότα τῇ Καππαδοκίᾳ τοιοῦτον ἐπίσκοπον, οἷον καὶ ἑκάστη χώρα ἔχειν εὔχεται. Καὶ σὺ οὖν, ἀγαπητὲ, θέλησον αὐτοῖς δηλῶσαι, ἵνα, ὡς ἔγραψα, πεισθῶσι.   Τοῦτο γὰρ καὶ αὐτοὺς  συνίστησιν εὐγνώμονας πρὸς πατέρα· τοῦτο καὶ τὴν εἰρήνην ταῖς Ἐκκλησίαις διαφυλάξει. Ἐῤῥῶσθαί σε ἐν Κυρίῳ εὔχομαι, ἀγαπητὲ υἱέ».
   Εἶναι ἀξιοπαρατήρητο ἐπίσης στό κείμενο αὐτό τοῦ μεγάλου προμάχου καί ὑπερασπιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας ὅτι δέν συνιστᾶ στούς μοναχούς νά ἀκολουθήσουν καί αὐτοί τήν στάση καί τήν γραμμή τοῦ Μ. Βασιλείου ἐγκαταλείποντες τήν ἀκρίβειαν, ἀλλά νά δεχθοῦν τά ἀγαθά κίνητρά του, «τήν ἀγαθήν αὐτοῦ συνείδησιν».  
(Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, ό.π., σ. 27-29)



Μέγας Αντώνιος
·       Προσέξτε μόνο να μη μολύνετε τους εαυτούς σας με την εκκλησιαστική  κοινωνία των Αρειανών. Διότι η διδασκαλία τους δεν είναι των Αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατρός τους διαβόλου. Ως τέτοια δε, είναι ακαρποφόρητη και παράλογη και προϊόν ανόητης διανοίας, όπως ακριβώς είναι η αλογία των ημιόνων.  (Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, β΄ έκδοση- Ι.Μ. Αγίας Αναστασίας Ρωμαίας, Ρέθυμνο 2008, σελ. 36)

·       Να μιμήσθε τους Αγίους και να μη πλησιάζετε τους σχισματικούς Μελιτιανούς, επειδή γνωρίσατε την πονηρή και ανόσια προαίρεσή τους. Ούτε με τους Αρειανούς να έχετε καμία εκκλησιαστική κοινωνία, επειδή και η δική τους ασέβεια είναι φανερή σε όλους. Να μη ταράσσεσθε και αν ακόμη ιδήτε τους δικαστές να τους υπερασπίζονται, διότι η δύναμίς τους είναι δύναμις θνητών ανθρώπων και πρόσκαιρη, και σύντομα θα παύση να υπάρχη.
(Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, ό.π., σ. 36)

·         Να μην έχετε καμμία εκκλησιαστική κοινωνία με τους σχισματικούς ούτε καθόλου με τους αιρετικούς Αρειανούς. Άλλωστε, γνωρίζετε ότι  και εγώ τους απέφευγα εξ’ αιτίας της χριστομάχου και κακοδόξου αιρέσεώς τους.             
(Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, ό.π., σ. 36)

·         Στη βιογραφία του Μεγάλου Αντωνίου( που γράφτηκε από τον Μεγάλο Αθανάσιο)  διαβάζουμε: Και κατά την πίστην δε, ήταν λίαν θαυμαστός και ευσεβής. Διότι, ούτε προς τους σχισματικούς Μελετιανούς εκοινώνησεν ποτέ   - γνωρίζων αυτών την απαρχής πονηρίαν και αποστασίαν των- ούτε προς τους Μανιχαίους, η άλλους αιρετικούς ωμίλησε φιλικά …  θεωρών και διδάσκων την φιλίαν και ομιλίαν με αυτούς ως βλάβη και απώλεια ψυχής. Έτσι ακριβώς εσυχαίνετο και την αίρεσιν  των Αρειανών, και προέτρεπε πάντας  να μην προσεγγίζουν αυτούς,ούτε να μετέχουν της κακοδοξίας των.
(Θεοδώρητου Ιερομοναχού, Μοναχισμός και αίρεσις, Αθήνα 1977, σελ. 26-27)



Μέγας Βασίλειος
·       Να απέχετε από την εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς, αφού γνωρίζετε ότι η αδιαφορία σε αυτά τα ζητήματα μας στερεί την παρρησία ενώπιον του Χριστού...
(Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, όπ., σ. 48)

·       Oἵτινες τὴν ὑγιῆ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιοῦντες ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσιν, τοὺς τοιούτους , εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, άλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν.            
(Αρχιμανδίτου Χρυσοστόμου Σπύρου, Η Αποτείχισις μου, Σπέτσες 2008,
σελ. 16)

·       Καὶ γὰρ κἀκεῖνοι (σ.σ. οι ιατροί), ὅπερ ἂν εὕρωσι τῶν μελῶν ἀνιάτῳ πάθει προειλημμένον, ὡς μὴ ἐπὶ πολὺ χυθῆναι τὴν βλάβην κατὰ τὸ συνεχὲς τὰ παρακείμενα διαφθείρουσαν, τομαῖς καὶ καύσεσιν ἐξαιρεῖν εἰώθασιν. Ὅπερ καὶ ἡμῖν ἐπὶ τῶν ἐχθραινόντων ἢ ἐμποδιζόντων ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Κυρίου ἐξ ἀνάγκης ἐστὶ ποιεῖν, κατὰ τὸ πρόσταγμα αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰπόντος· Ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζῃ σε, ἔξελε αὐτὸν, καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ. Ἡ γὰρ ἐπὶ τῶν τοιούτων φιλανθρωπία παραπλησία ἐστὶ τῇ ἀπαιδεύτῳ χρηστότητι τοῦ Ἠλεὶ, ᾗπερ ἐπὶ τῶν υἱῶν παρὰ τὸ ἀρέσκον τῷ Θεῷ χρησάμενος ἐλέγχεται. Προδοσία οὖν ἐστι τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ κοινοῦ, καὶ ἐθισμὸς πρὸς ἀδιαφορίαν κακῶν, ἡ πρὸς τοὺς πονηρευομένους ἐσχηματισμένη χρηστότης, μηκέτι μὲν γινομένου τοῦ γεγραμμένου·Διὰ τί οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας; συμβαίνοντος δὲ ἐξ ἀνάγκης τοῦ ἐπιφερομένου, ὅτι Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Τοὺς δὲ ἁμαρτάνοντας, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε· καὶ τὴν αἰτίαν εὐθὺς ἐπάγει, λέγων·Ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσιν.
(TLG, Basilius Theol., Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae fusius tractatae), Volume 31, page 988, line  46)

·       Οἳ οὐδἂν πρὸς ὥραν (σ.σούτε καν μία ώρααὐτῶ ἐπεδεξάμεθα τὴν συνάφειαν, εἰ σκάζοντας αὐτοὺς περὶ τὴν πίστιν εὕρομεν.
(P.G. 32, 992-994)

·       ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΙΔʹ.

Τοῦ Κυρίου προστάσσοντος, «Ἐάν τίς σε ἀγγαρεύσῃ μίλιον ἓν, ὕπαγε μετ' αὐτοῦ δύο·» καὶ τοῦ Ἀποστόλου διδάσκοντος, ὑποτάσσεσθαι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ, εἰ δεῖ παντὶ καὶ ὅ τι δήποτε ἐπιτάσσοντι ὑπακούειν.

ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ.

Γῶν μὲν ἐπιτασσόντων ἡ διαφορὰ οὐδὲν ὀφείλει παραβλάπτειν τὴν ὑπακοὴν τῶν ἐπιτασσομένων· οὔτε γὰρ Μωσῆς παρήκουσε τοῦ Ἰοθὸρ ἀγαθὰ συμβουλεύσαντος· τῶν δὲ ἐπιτεταγμένων διαφορᾶς οὐκ ὀλίγης οὔσης (τὰ μὲν γὰρ ἐναντίως ἔχει πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, ἤτοι παραφθείροντα αὐτὴν, ἢ μολύνοντα πολλαχῶς ἐπιμιξίᾳ τοῦ κεκωλυμένου· τὰ δὲ συνεμπίπτει τῇ ἐντολῇ· τὰ δὲ, κἂν μὴ συνεμπίπτῃ κατὰ τὸ προφανὲς, ἀλλὰ συμβάλλεται, καὶ οἱονεὶ βοήθειά τίς ἐστι τῆς ἐντολῆς), ἀναγκαῖον μεμνῆσθαι τοῦ Ἀποστόλου εἰπόντος· Προφητείας μὴ ἐξουθενεῖτε· πάντα δὲ δοκιμάζοντες, τὸ καλὸν κατέχετε· ἀπὸ παντὸς εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε· καὶ πάλιν· Λογισμοὺς καθαιροῦντες, καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ. Ὥστε ἂν μέν τι συνεμπῖπτον τῇ ἐντολῇ τοῦ Κυρίου, ἢ συμβαλλόμενον ἐπιταχθῶμεν, ὡς τοῦ Θεοῦ θέλημα σπουδαιότερον καὶ ἐπιμελέστερον καταδέχεσθαι χρὴ, πληροῦντας τὸ εἰρημένον· Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ· ὅταν δέ τι ἐναντίον τῇ τοῦ Κυρίου ἐντολῇ, παραφθεῖρον ἢ μολῦνον αὐτὴν ἐπιταχθῶμεν παρά τινος, καιρὸς εἰπεῖν τότε· Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις· μνημονεύοντας τοῦ Κυρίου λέγοντος· Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν· καὶ τοῦ Ἀποστόλου τολμήσαντος ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἀσφαλείας καὶ αὐτῶν καθάψασθαι τῶν ἀγγέλων δι' ὧν φησι· Κἂν ἡμεῖς αὐτοὶ, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Ἐξ ὧν παιδευόμεθα, ὅτι, κἂν πολὺ γνήσιός τις ᾖ, κἂν ὑπερβαλλόντως ἔνδοξος ὁ κωλύων τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου προστεταγμένον, ἢ προτρέπων ποιεῖν τὸ ὑπ' αὐτοῦ κεκωλυμένον, φευκτὸς ἢ καὶ βδελυκτὸς ὀφείλει εἶναι ἑκάστῳ τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον.
 (TLG, Basilius Theol., Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae brevius tractatae), Volume 31, page 1160, line 1)

·        Εἴτε οὖν βαρὺς  πειρασμόςἀδελφοίὑπομείνωμεν τὰ ἐπίποναΟὐδεὶς γὰρ μὴ πληγεὶς ἐν ἀγῶσι μηδὲ κονισάμενος στεφανοῦταιΕἴτε κοῦφα ταῦτα τοῦ διαβόλου τὰ παίγνια καὶ οἱ ἐπιπεμφθέντες ἡμῖν ὀχληροὶ μένδιότι τοιούτου εἰσὶν ὑπηρέταιεὐκαταφρόνητοι δέὅτι τῇ πονηρίᾳ αὐτῶν  Θεὸς ἀδυναμίαν συνῆψεφυλαξώμεθα τὴν κατάγνωσιν ὡς ἐπὶ μικροῖς παθήμασι μεγάλα ὀδυρόμενοιἛν γάρ ἐστιν ὀδύνης ἄξιον αὐτοῦ ἐκείνου ἀπώλεια τοῦτῆς προσκαίρου ἕνεκεν δόξης (εἴπερ οὖν δόξαν χρὴ λέγειν τὸ δημοσίᾳ ἀσχημονεῖν), τῆς αἰωνίας τῶν δικαίων τιμῆς ἑαυτὸν ἀποστερήσαντοςΤέκνα ὁμολογητῶν καὶ τέκνα μαρτύρων ἐστὲ τῶν μέχρις αἵματος ἀντικαταστάντων πρὸς τὴν ἁμαρτίανΤοῖς οἰκείοις ἕκαστος χρησάσθω ὑποδείγμασι πρὸς τὴν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἔνστασινΟὐδεὶς ὑμῶν πληγαῖς κατεξάνθηοὐδενὸς οἶκος ἐδημεύθη· οὐ τὴν ὑπερορίαν ᾠκήσαμενοὐ δεσμωτήριον ἐγνωρίσαμενΤί πεπόνθαμεν δεινόν; Εἰ μὴ τάχα τοῦτο λυπηρὸν ὅτι μηδὲν πεπόνθαμεν μηδὲ ἐνομίσθημεν ἄξιοι τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων.
Εἰ δὲ ὅτι  δεῖνα τὸν οἶκον κατέχει τῆς προσευχῆςὑμεῖς δὲ ἐν τῷ ὑπαίθρῳ προσκυνεῖτε τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Δεσπότηντοῦτο ὑμᾶς ἀνιᾷἐνθυμήθητε ὅτι οἱ μὲν ἕνδεκα μαθηταὶ ἐν τῷ ὑπερῴῳ ἦσαν ἀποκεκλεισμένοιοἱ δὲ σταυρώσαντες τὸν Κύριον ἐν τῷ περιβοήτῳ ναῷ τὴν Ἰουδαϊκὴν λατρείαν ἐπλήρουνἸούδας γὰρ τὸν διἀγχόνης θάνατον τοῦ μεταἰσχύνης ζῆν προτιμήσας ἔδειξε τάχα τῶν νῦν ἀπερυθριασάντων πρὸς πᾶσαν ἀνθρώπων κατάγνωσιν καὶ διὰ τοῦτο ἀναιδῶς πρὸς τὰ αἰσχρὰ διακειμένων ἑαυτὸν αἱρετώτερον.
   Μόνον μὴ ἐξαπατηθῆτε ταῖς ψευδολογίαις αὐτῶν ἐπαγγελλομένων ὀρθότητα πίστεωςΧριστέμποροι γὰρ οἱ τοιοῦτοι καὶ οὐ χριστιανοίτὸ ἀεὶ αὐτοῖς κατὰ τὸν βίον τοῦτον λυσιτελοῦν τοῦ κατἀλήθειαν ζῆν προτιμῶντεςὍτε   ἐνόμισαν κτᾶσθαι τὴν κενὴν ταύτην ἀρχήνπροσέθεντο τοῖς ἐχθροῖς τοῦ Χριστοῦ· ὅτε εἶδον τοὺς λαοὺς ἀγριαίνονταςσχηματίζονται πάλιν τὴν ὀρθότηταΟὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδὲ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τὸν παρὰ τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένονΑὕτη ἐστὶν  ἐμὴ κρίσιςὙμεῖς δὲ εἴ τινα ἔχετε μεθἡμῶν μερίδαταὐτὰ ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι· εἰ δὲ ἐφἑαυτῶν βουλεύεσθετῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριοςἡμεῖς ἀθῷοι ἀπὸ τοῦ αἵματος τούτου.   Ταῦτα δὲ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶνἀλλὰ τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμηνὡς μὴ προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδὲ τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐπιβολὴν δεξαμένουςμετὰ ταῦτα εἰρήνης γενομένηςβιάζεσθαι ἑαυτοὺς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματιΠάντα τὸν κλῆρον τόν τε κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐπὶ τῆς παροικίαςμετὰ παντὸς τοῦ λαοῦ τοῦ φοβουμένου τὸν Κύριονἀσπαζόμεθα διὰ σοῦ.
(TLG, Basilius Theol., Epistulae, Epistle 240, section 2, line 1)

(σ.σ. Ο πατήρ Θεόδωρος Ζήσης σχολιάζει το ανωτέρω απόσπασμα ως εξής: Ο Μ. Βασίλειος, αγωνισθείς σθεναρώς εναντίον των Αρειανών και Πνευματομάχων, και μέλλων παρ’ ολίγον να εισπράξει την οργήν του αυτοκράτορος Ουάλεντος, του υποστηρίζοντος τους Αρειανούς και εξαναγκάσαντος εις υπακοήν όλους τους επισκόπους και τους πατριάρχας, εκφράζεται απαξιωτικά για τους επισκόπους που προδίδουν την πίστη τους, προκειμένου να ασκούν εξουσία και να έχουν άλλα πλεονεκτήματα. Δεν τους θεωρεί καν επισκόπους ως επισκόπους και συνιστά στους κληρικούς της Νικοπόλεως να μην έχουν καμμία κοινωνία με τον φιλαρειανό επίσκοπο Φρόντωνα· τους εξεγείρει ουσιαστικά σε ανυπακοή, στην αγία και θεία ανυπακοή. Τους εφιστά μάλιστα την προσοχή ότι δεν πρέπει να εξαπατηθούν από το ότι εμφανίζονται να έχουν ορθότητα πίστεως.
Βλέπε: Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, ό.π., σ. 30)

·       ---- Διάλογος Μόδεστου και Μ. Βασιλείου ----

{ Μόδεστος } Τί σοι, ὦ οὗτος, βούλεται, τοὔνομα προσειπών, οὔπω γὰρ ἐπίσκοπον ἠξίου καλεῖν, τὸ κατὰ τοσούτου  κράτους τολμᾶν, καὶ μόνον τῶν ἄλλων ἀπαυθαδιάζεσθαι;

{ Βασίλειος } Τοῦ χάριν, ὁ γεννάδας φησί, καὶ τίς ἡ ἀπόνοια; Οὔπω γὰρ ἔχω γινώσκειν.

{ Μόδεστος } Ὅτι μὴ τὰ βασιλέως θρησκεύεις, τῶν ἄλλων ἁπάντων ὑποκλιθέντων καὶ ἡττημένων.

{ Βασίλειος } Οὐ γὰρ ταῦτα βασιλεὺς ὁ ἐμὸς βούλεται, οὐδὲ κτίσμα τι προσκυνεῖν ἀνέχομαι, Θεοῦ τε κτίσμα τυγχάνων καὶ θεὸς εἶναι κεκελευσμένος.

{ Μόδεστος } Ἡμεῖς δέ, τί σοι δοκοῦμεν;Ἦ οὐδέν, ταῦτα προστάττοντες; Τί δαί; Οὐ μέγα σοι τὸ μεθ' ἡμῶν τετάχθαι καὶ κοινωνοὺς ἔχειν ἡμᾶς;

{ Βασίλειος } Ὕπαρχοι μέν ὑμεῖς, καὶ τῶν ἐπιφανῶν, οὐκ ἀρνήσομαι, οὔπω δὲ Θεοῦ τιμιώτεροι. Καὶ τὸ κοινωνοὺς ἔχειν, μέγα μέν· πῶς γὰρ οὔ; Πλάσμα Θεοῦ καὶ ὑμεῖς, ἀλλ' ὡσεί τινας ἄλλους τῶν ὑφ' ἡμῖν τεταγμένων· οὐ γὰρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλὰ πίστει χαρακτηρίζεσθαι».

 Τότε δὴ κινηθέντα τὸν ὕπαρχον ζέσαι τε πλέον τῷ θυμῷ καὶ τῆς καθέδρας ἐξαναστῆναι καὶ τραχυτέροις πρὸς αὐτὸν χρήσασθαι λόγοις.

{ Μόδεστος } Τί δαί; Οὐ φοβεῖ τὴν ἐξουσίαν;

{ Βασίλειος } Μὴ τί γένηται, μὴ δὲ τί πάθω;

{ Μόδεστος } Μή τι τῶν πολλῶν ἓν ἃ τῆς ἐμῆς δυναστείας ἐστίν.

{ Βασίλειος } Τίνα ταῦτα; γνωριζέσθω γὰρ ἡμῖν.

{ Μόδεστον } Δήμευσιν, ἐξορίαν, βασάνους, θάνατον.
{ Βασίλειος } Εἴ τι ἄλλο ἀπείλει· τούτων γὰρ οὐδὲν ἡμῶν ἅπτεται.»

 Καὶ τὸν εἰπεῖν·

{ Μόδεστος } Πῶς καὶ τίνα τρόπον;
{ Βασίλειος } Ὅτι τοι, δημεύσει μὲν οὐχ ἁλωτὸς ὁ μηδὲν ἔχων, πλὴν εἰ τούτων χρῄζεις τῶν τρυχίνων μου ῥακίων καὶ βιβλίων ὀλίγων, ἐν οἷς ὁ πᾶς ἐμοὶ βίος· ἐξορίαν δὲ οὐ γινώσκω, ὁ μηδενὶ τόπῳ περιγραπτὸς καὶ μήτε ταύτην ἔχων ἐμὴν ἣν οἰκῶ νῦν, καὶ πᾶσαν ἐμὴν εἰς ἣν ἂν ῥιφῶ· μᾶλλον δὲ τοῦ Θεοῦ πᾶσαν, οὗ πάροικος ἐγὼ καὶ παρεπίδημος· αἱ βάσανοι δὲ τί ἂν λάβοιεν, οὐκ ὄντος σώματος; Πλὴν εἰ τὴν πρώτην λέγοις πληγήν, ταύτης γὰρ σὺ μόνης κύριος· ὁ δὲ θάνατος εὐεργέτης, καὶ γὰρ θᾶττον πέμψει με πρὸς Θεόν, ᾧ ζῶ καὶ πολιτεύομαι καὶ τῷ πλείστῳ τέθνηκα καὶ πρὸς ὃν ἐπείγομαι πόρρωθεν.

 Τούτοις καταπλαγέντα τὸν ὕπαρχον·

Mόδεστος } Οὐδείς μέχρι τοῦ νῦν οὕτως ἐμοὶ διείλεκται καὶ μετὰ τοσαύτης τῆς παρρησίας, τὸ ἑαυτοῦ προσθεὶς ὄνομα.

{ Βασίλειος } Οὐδὲ γὰρ ἐπισκόπῳ ἴσως ἐνέτυχες, ἢ πάντως ἂν τοῦτον διειλέχθη τὸν τρόπον, ὑπὲρ τοιούτων ἀγωνιζόμενος. Τἆλλα μὲν γὰρ ἐπιεικεῖς ἡμεῖς, ὕπαρχε, καὶ παντὸς ἄλλου ταπεινότεροι, τοῦτο τῆς ἐντολῆς κελευούσης, καὶ μὴ ὅτι τοσούτῳ κράτει, ἀλλὰ μηδὲ τῶν τυχόντων ἑνὶ τὴν ὀφρὺν αἴροντες· οὗ δὲ Θεὸς τὸ κινδυνευόμενον καὶ προκείμενον, τἆλλα περιφρονοῦντες, πρὸς αὐτὸν μόνον βλέπομεν.
(TLG, Gregorius Nazianzenus Theol., Funebris oratio in laudem Basilii Magni Caesareae in Cappadocia episcopi (orat. 43)
Chapter 48, section 3, line 1)

(σ.σΟ πρωτοπρεσβύτερος και καθηγητής θεολογίας Θεόδωρος Ζήσης σχολιάζει τον ανωτέρω διάλογο ως εξήςΑὐτήν τήν ἀδιάλλακτη πρός τήν αἵρεση στάση καί πρός τους ὑποστηρικτάς της ἐκράτησε  ΜΒασίλειος καί ἐνώπιον τοῦ πλανητάρχου ἐκείνης τῆς ἐποχῆςτοῦ αὐτοκράτορος Οὐάλεντος ὁποῖος ἔστειλε τόν ἔπαρχο Μόδεστο νά κάμψει σέ ὑπακοή τόν ἄκαμπτο καί ἀνυποχώρητο ἱεράρχηΕἶχαν καμφθῆ ὅλοι, πατριάρχες καί ἐπίσκοποι, καί ὁ μόνος ἀνυπάκουος ἦταν ὁ Μ. Βασίλειος. Ἀσφαλῶς τά ἴδια θά ἔλεγαν καί τότε οἱ πρόθυμοι στίς ὑποχωρήσεις καί στους συμβιβασμούς: Καλά αὐτός μόνο ἔχει ὀρθότητα πίστεως; Ὅλοι οἱ ἄλλοι πλανῶνται;
Βλέπε: Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, ό.π., σ. 32)

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
·       Το έτος 379 αποστέλλεται ο Άγιος Γρηγόριος προς στήριξη των ελαχίστων ορθοδόξων της Κωνσταντινουπόλεως(επί αρειανισμού). Ο ίδιος περιγράφει την απελπιστική κατάσταση: τούτο το ποίμνιο ήταν κάποτε μικρό και ατελές, όσον αφορά τα φαινόμενα. Στη πραγματικότητα δεν ήταν καν ποίμνιο, αλλά μόνο μικρό ίχνος ή λείψανο ποιμνίου, ακατάστατο, άνευ επισκόπου, απερίφρακτο. Δεν είχε κατάλληλο τόπο για ’’βοσκή’’ ούτε μάνδρα να το περικλείει, και γι’ αυτό περιφερόταν ’’ἐν ὄρεσι και σπηλαίοις και ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς’’(Ἑβρ.ια’,38).Τα μέλη του ήταν διεσπαρμένα και ριγμένα άλλα εδώ και άλλα εκεί και όπως εύρισκαν το καθένα στεγάζονταν, έβοσκαν και κέρδιζαν την σωτηρία τους με πολλή δυσκολία. (Συντακτήριος, κεφ.’ ,P.G.36,460A) Ο ιερός Δοσίθεος συμπληρώνει: ἐπειδή οὐκ εῖχον οἱ ὀρθόδοξοι κἄν μίαν Ἐκκλησίαν(σ.σ. ήταν όλες των αρειανών), αὐτός(ο Γρηγόριος) μετέφερεν οἰκίαν τινά εἰς εὐκτήριον, ὅν ὠνόμασε Ἀναστασίαν… Ὅσους δε κόπους και ἀγῶνας ἐποίησε διά την εὐσέβειαν τις ἱκανός αὐτούς εἰπεῖν ἤ γράψαι; Ἀρκεῖ ὁ κοινός ἀδόμενος λόγος, ὅτι χιλίας Ἐκκλησίας ηὑρεν Ἀρειανῶν, και μήτε μίαν Ὁρθόδοξον, και μετά την παραίτησιν αὐτοῦ (σ.σ. το 381) ἠσαν χίλιαι και μία των Χριστιανῶν, και οὐδεμία τῶν Ἀρειανῶν
(Δωδεκάβιβλος, βιβλίο γ’, κεφ. β’, σελ. 15 )

·       Ο επίσκοπος Ναζιανζού και πατέρας του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου υπέγραψε εν απλότητι ένα ημιαρειανικό σύμβολο, κοινωνώντας με αυτό τον τρόπο από αφέλεια, με τους ομοιουσιανούς.  Τότε, «τοῦτον οἱ τῆς χώρας μονασταί μη ἀνασχόμενοι, τῆς κοινωνίας αὐτοῦ ἀποτέμνονται, συναπέστη δε αὐτοῖς και τοῦ λαοῦ μέρος οὑ το βραχύτατον».  (P.G. 35, 216 C)

·       Καὶ οὐχ ὁ λαὸς μὲν οὕτως, ὁ δὲ ἱερεὺς ἑτέρως· ἀλλά μοι νῦν ἐκεῖνο πληροῦσθαι δοκεῖ καθαρῶς, τὸ, Γέγονεν ὁ ἱερεὺς καθὼς ὁ λαὸς, ἐν κατάρᾳ πάλαι λεγόμενον. Καὶ οὐχ οἱ πολλοὶ μὲν οὕτως, οἱ δὲ ἁδροὶ τοῦ λαοῦ καὶ προέχοντες ἐναντίως· ἀλλ' οὗτοί γε καὶ φανερῶς πολεμοῦσι τοῖς ἱερεῦσιν, ἐφόδιον ἔχοντες εἰς πειθὼ τὴν εὐσέβειαν· καὶ ὅσοι μὲν περὶ πίστεως τοῦτο πασχόντων, καὶ τῶν ἀνωτάτω ζητημάτων καὶ πρώτων οὐδ' ἐγὼ μέμφομαι, ἀλλ' εἰ δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, καὶ προσεπαινῶ, καὶ συνήδομαι. Καὶ τούτων εἷς εἴην τῶν ὑπὲρ ἀληθείας ἀγωνιζομένων καὶ τῶν ἀπεχθανομένων· μᾶλλον δὲ καὶ εἶναι καυχήσομαι. Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον.  
(TLG, Gregorius Nazianzenus Theol., Apologetica (orat. 2) Volume 35,
page 488, line 22-37)



Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
·         Τῆς αἱρέσεως ἀποσχιζόμενοι τῆ εὐσεβεία διὰ παντὸς ἐνραπτόμεθα (σ.σἑνούμεθα).
(P.G. 44, 725)



Δίδυμος ο Τυφλός
·       ξέλθετε κ μέσου ατν κα φορίσθητε”· “ξ μν ᾖσαν, λλ’ οκ σαν έξ μν“. κα μάλιστα π κκλησίας τ ῥῆξαι κα σχίσαι τοτο σημαίνει τ ποβαλεν τος βλάπτοντας ατήν. ταν ον κ το κβληθναι πιτιμηθέντες καλο γένωνται, λοιπόν άπτονται.
(Διδύμου το Τυφλο, T.L.G., Commentarii in Ecclesiasten (3-4.12): Codex page 78, line 26)



Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
·        Μηδέποτε συμφιλιάσῃς μετὰ αἱρετικῶν. Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν· πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰσίν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Ἀσφαλίζου οὖν τὴν ψυχήν σου, ἀγαπητέ. Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ὅτι γάρ, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, οὐκ ἔχουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, οὐδὲ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι· δηλονότι οὐδὲ οἱ συμμιαινόμενοι αὐτοῖς· ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε.
(Αγίου Εφραίμ του  Σύρου, Περὶ μετανοίας καὶ κατανύξεως, l. 29-36)



Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
·       Πῶς οῦν ὁ Παῦλός φησι «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε»; Ἀνωτέρω εἰπών, «ῶν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν Πίστην», τότε εῖπε «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε». Τὶ οῦν, φησίν, ὅταν πονηρὸς ῆ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρὸς, πῶς λέγεις; Εἰ μὲν Πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἄν ἄνθρωπος ῆ, ἀλλὰ κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών. Εἰ δὲ βίου ἕνεκεν, μὴ περιεργάζου κατακρριτικῶς. Διότι καὶ τὸ «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», περὶ βίου ἐστίν, οὐ περὶ Πίστεως.
(P.G. 63231-232)

·       Δέος γὰρ μή τις παραφθαρῇ ὑπὸ τῆς τῶν αἱρετικῶν ἀγάπηςΤοῦτο γὰρ ὅλον αἰνίττεται τῷ οὕτως εἰπεῖνΚαὶ ὅρα πῶς αὐτὸ τίθησιν· Οὐ διἐμὲφησὶταῦτα λέγωἀλλἵνα ἦτε ὑμεῖς εἰλικρινεῖς· τουτέστινἽνα μηδὲν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχησθεΠῶς οὖν ἀλλαχοῦ φησινΕἰ δυνατὸνμετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύετε; Εἰρηνεύετε, εἶπενοὐ τοῦτο δηλῶνὅτι Οὐχ οὕτως ἀγαπᾶτεὥστε ὑπὸ τῆς φιλίας βλάπτεσθαι· Εἰ γὰρ  ὀφθαλμός σου  δεξιὸς σκανδαλίζει σε, φησὶνἔκκοψον αὐτὸνκαὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· ἀλλ να ἦτε εἰλικρινεῖς, τὸ κατὰ Θεὸν δηλονότικαὶ ἀπρόσκοποι, τὸ κατὰ ἀνθρώπουςΠολλοὺς γὰρ πολλάκις αἱ φιλίαι βλάπτουσινΕἰ γὰρ καὶ σὲ οὐδὲν βλάπτειφησὶνἀλλἕτερος προσκόπτειΕἰς ἡμέραν Χριστοῦ· τουτέστινἽνα τότε εὑρεθῆτε καθαροὶμηδένα σκανδαλίσαντες· Πεπληρωμένοι καρπῶν δικαιοσύνης τῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦεἰς δόξαν καὶ ἔπαινον Θεοῦ· τουτέστι μετὰ τῶν δογμάτων καὶ βίον ὀρθὸν ἔχοντες.
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In epistulam ad Philippenses (homiliae
1-15) Vol 62, pg 191, ln 2-21)

·       …μικρὸν παραποιηθὲν, τὸ ὅλον λυμαίνεται, εἶπε τὸ Εὐαγγέλιον ἀνατρέπεσθαι. Καθάπερ γὰρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρὸν τοῦ χαρακτῆρος περικόψας, ὅλον τὸ νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο· οὕτω καὶ ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντὶ λυμαίνεταιἐπὶ τὰ χείρονα προϊὼν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ποῦ τοίνυν εἰσὶν οἱ φιλονεικίας ἡμᾶς κρίνοντες ἕνεκεν τῆς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς διαστάσεως; ποῦ νῦν εἰσιν οἱ λέγοντες οὐδὲν μέσον εἶναι ἡμῶν κἀκείνων, ἀλλ' ἀπὸ φιλαρχίας τὴν διαφορὰν γίνεσθαι; Ἀκουέτωσαν τί φησιν ὁ Παῦλος, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον ἀνέτρεψαν οἱ καὶ μικρόν τι καινοτομοῦντες. Οὗτοι δὲ οὔ τι μικρόν· πῶς γὰρ, οἱ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ κτίσμα λέγοντες;
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In epistulam ad Galatas commentaries,
 Vol 61, pg 622, ln 32)

·       Καὶ ἓν πνεῦμα, καλῶς εἶπε, δεικνὺς ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σώματος ἓν πνεῦμα ἔσται, ἢ ὅτι ἔστι μὲν σῶμα εἶναι ἓν, οὐχ ἓν δὲ πνεῦμα· ὡς ἂν εἴ τις καὶ αἱρετικῶν φίλος εἴη· ἢ ἀπὸ τούτου πρὸς ὁμόνοιαν δυσωπεῖ, τοιοῦτό τι λέγων· Οἱ ἓν πνεῦμα λαβόντες, καὶ ἐκ μιᾶς ποτισθέντες πηγῆς, οὐκ ὀφείλετε διχονοεῖν…
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In epistulam ad Ephesios (homiliae 1-24), Vol 62, pg 79, ln 43-49)

·       … τῶν θείων νόμων ὑβριζομένων  σιγήσας καὶ παριδὼν τίνος οὐκ ἔσται κολάσεως ἄξιος;
(Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., De Babyla contra Julianum et gentiles (2062: 373)“Critical edition of, and introduction to, St. John Chrysostom's “De sancto Babyla, contra Iulianum et gentiles””, Ed. SchatkinM., 1967; DissFordhamSect 51, ln 18 )

(σ.σ. Όταν οι Θείοι νόμοι υβρίζονται και εμείς διατελούμε εν σιγή και ου κατ’ επίγνωση οικονομία, στηριζόμενοι σε νεφελώδεις δυνητικές θεωρίες, τότε, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο μας αναμένει η κόλασις. Μη γένοιτο.)

·       Διὸ χρὴ, κἂν πράττῃ τις τὸ πονηρὸν, καταγινώσκειν ἑαυτοῦ· ὁδὸς γὰρ τοῦτο ἐπὶ τὸ ἀποστῆναι τοῦ πονηροῦ
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., Expositiones in Psalmos, Vol 55, pg 252, ln 33-35)

Ὅταν οὖν εὐποιεῖν δέῃπᾶς ἄνθρωπός σοι ἐγγὺς ἔστω· ὅταν δὲ  τῆς
ἀληθείας γυμνάζηται λόγοςἐπιγίνωσκε τὸν οἰκεῖον καὶ τὸν ἀλλότριονΚἂν ἀδελφὸν ἔχῃς ὁμοπάτριον καὶ ὁμομήτριονκαὶ μὴ κοινωνήσῃ σοι κατὰ τὸν τῆς ἀληθείας νόμονἔστω σοι τοῦ Σκύθου βαρβαρικώτερος· κἂν Σκύθηςκἂν Σαυρομάτης τῶν δογμάτων δὲ εἰδῇ τὴν ἀκρίβειανκαὶ πιστεύῃ τοῦτο  καὶ αὐτὸς σὺαὐτοῦ τοῦ τὰς αὐτὰς ὠδῖνας σοὶ λύσαντος οἰκειότερος ἔστω καὶ ἐγγύτερος· καὶ τὸν βάρβαρον καὶ τὸν οὐ τοιοῦτον ἐντεῦθεν διακρίνωμενμὴ ἀπὸ τῆς γλώττηςμηδὲ ἀπὸ τοῦ γένουςἀλλἀπὸ τῆς γνώμης καὶ τῆς ψυχῆςΤοῦτο γὰρ μάλιστα ἄνθρωπος, ὅταν δογμάτων ἀκρίβειαν ἔχῃ καὶ πολιτείαν φιλόσοφον.                    (ΕΠΕ 7,400 και P.G. 55, 461)

·       Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; Παρεβάθη ὁ νόμος, κατεφρονήθη σωφροσύνη, πλημμελήματα τοσαῦτα ἐτολμήθη παρά τινος τῶν ἱερωμένων, τὰ ἄνω κάτω γέγονε, καὶ οὐ φρίττεις; Ἀλλ' ὁ μὲν προφήτης καὶ αὐτὰ τὰ ἀναίσθητα στοιχεῖα καλεῖ πρὸς ἔκτασιν καὶ κοινωνίαν τοῦ θρήνου τῶν κοινῇ πεπλημμελημένων κακῶν, Ἐξέστη ὁ οὐρανὸς, λέγων, καὶ ἔφριξεν ἡ γῆ ἐπὶ πλεῖον σφόδρα. Καὶ πάλιν· Πενθήσει ὁ Κάρμηλος, πενθήσει οἶνος, πενθήσει ἄμπελος. Καὶ τὰ μὲν ἄψυχα πενθεῖ, καὶ στένει, καὶ συναγανακτεῖ τῷ Δεσπότῃ· σὺ δὲ ὁ λογικὸς οὐκ ἀλγεῖς; οὐκ ἐπιτιμᾷς, οὐ γίνῃ χαλεπὸς τιμωρὸς τῶν τοῦ Θεοῦ νόμων, ἀλλὰ καὶ κοινωνεῖς;
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., Expositiones in Psalmos Vol 55, pg 252, ln 45-56)

·       Καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶςκαθάπερ καὶ ἔμπροσθεν ἐποιήσατεκοσμοῦντές τε ἑαυτοὺςκαὶ τὰς Ἐκκλησίας ἀσφαλιζόμενοιοὕτω καὶ νῦν ποιήσατεκαὶ τοὺς τοσαύτας ταραχὰς ἐμβαλόντας εἰς τὴν οἰκουμένην ἅπασανκαὶ τὰς Ἐκκλησίας διαταράξαντας ἀποστρέφεσθε μετὰ τῆς προσηκούσης ὑμῖν ἀνδρείαςΤοῦτο γὰρ ἀρχὴ τῆς λύσεως τοῦ χειμῶνοςτοῦτο ἀσφάλεια ταῖς Ἐκκλησίαιςτοῦτο τῶν κακῶν διόρθωσιςὅταν τοὺς τὰ τοιαῦτα πονηρευσαμένους ὑμεῖς οἱ ὑγιαίνοντες ἀποστρέφησθεκαὶ μηδὲν κοινὸν ἔχητε πρὸς αὐτούς.
(TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., Epistulae 18-242, Vol 52, pg 655, ln 15-25)

·        δὲ διχοστασία πόθεν; Ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν παρὰ τὴν διδαχὴν τῶν ἀποστόλωνΤὰ δὲ δόγματα τὰ τοιαῦτα πόθεν; Ἀπὸ τοῦ γαστρὶ δουλεύειν καὶ τοῖς ἄλλοις πάθεσινΟἱ γὰρ τοιοῦτοι, φησὶτῷ Κυρίῳ οὐ δουλεύουσινἀλλὰ τῇ αὑτῶν κοιλίᾳ. Ὥστε οὐκ ἂν γένοιτο σκάνδαλαοὐκ ἂν γένοιτο διχοστασίαεἰ μή τι παρὰ τὴν ἀποστολικὴν διδαχὴν ἐπινοηθείη δόγμα·  καὶ ἐνταῦθα δηλῶν ἔλεγεΠαρὰ τὴν διδαχήν. Καὶ οὐκ εἶπενἫν ἐδιδάξαμενἀλλ', Ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε, προκαταλαμβάνων αὐτοὺςκαὶ δεικνὺς πεπεισμένους δὴ καὶ ἀκούσαντας καὶ καταδεξαμένουςΚαὶ τί ποιήσομεν τοῖς τὰ τοιαῦτα κακουργοῦσιν; Οὐκ εἶπενὉμόσε χωρεῖτε καὶ πυκτεύετεἀλλ', Ἐκκλίνατε ἀπαὐτῶν. Εἰ μὲν γὰρ ἐξ ἀγνοίας  πλάνης τοῦτο ἐποίουνἔδει διορθοῦν· ἐπειδὴ δὲ εἰδότες ἁμαρτάνουσινἀποπηδᾶτεΚαὶ ἀλλαχοῦ δὲ τοῦτο λέγει· Συστέλλεσθε γὰρφησὶνἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος. Καὶ Τιμοθέῳ περὶ τοῦ χαλκέως διαλεγόμενοςτοιαῦτα παρῄνει λέγων· Ὃν καὶ σὺ φυλάσσου.           (TLG, Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In epistulam ad Romanos (homiliae 1–32) (2062: 155); MPG 60. Vol 60, pg 675, ln 49 κ. ε.)

·       Τί οὖν; φησί· πάντας  Θεὸς χειροτονεῖκαὶ τοὺς ἀναξίους; Πάντας μὲν  Θεὸς οὐ χειροτονεῖδιὰ πάντων δὲ αὐτὸς ἐνεργεῖεἰ καὶ αὐτοὶ εἶεν ἀνάξιοιδιὰ τὸ σωθῆναι τὸν λαόνΕἰ γὰρ διὄνουκαὶ διὰ Βαλαὰμδιὰ μιαροῦ ἀνθρώπουτοῦ λαοῦ ἕνεκεν ἐλάλησεπολλῷ μᾶλλον διὰ τοῦ ἱερέωςΤί γὰρ οὐ ποιεῖ  Θεὸς τῆς σωτηρίας ἕνεκεν τῆς ἡμετέρας; Τί γὰρ οὐ φθέγγεται; διὰ τίνος δὲ οὐκ ἐνεργεῖ; Εἰ διὰ τοῦ Ἰούδα ἐνέργησεκαὶ διὰ τῶν προφητευόντωνοἷς φησινΟὐκ οἶδα ὑμᾶςἀποχωρεῖτε ἀπἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, καὶ ἄλλοι δαίμονας ἐξέβαλον· πολλῷ μᾶλλον διὰ τῶν ἱερέων ἐνεργήσειἘπεὶ εἰ μέλλοιμεν τοὺς βίους ἐρευνᾷν τῶν ἀρχόντωναὐτοὶ μέλλομεν εἶναι χειροτονηταὶ τῶν διδασκάλωνκαὶ τὰ ἄνω κάτω γίνεταιἄνω οἱ πόδεςκαὶ κάτω  κεφαλήἌκουε Παύλου λέγοντος· Ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστινἵνα ὑφὑμῶν ἀνακριθῶ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· καὶ πάλινΣὺ τί κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου; Εἰ τὸν ἀδελφὸν οὐ δεῖ κρίνεινπολλῷ μᾶλλον τὸν διδάσκαλονΕἰ μὲν γὰρ τοῦτο ἐπέταξεν  Θεὸςκαλῶς ποιεῖςκαὶ ἁμαρτάνεις μὴ ποιῶν· εἰ δὲ τοὐναντίονμὴ τόλμαμηδὲ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ἐπιχείρειΤῷ Ἀαρὼν μετὰ τὴν μοσχοποιίαν ἐπανέστησαν οἱ περὶ Κορὲ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρών· τί οὖν; οὐκ ἀπώλοντο; Ἕκαστος τὰ ἑαυτοῦ μεριμνάτωΕἰ μὲν γὰρ δόγμα ἔχει διεστραμμένονκἂν ἄγγελος μὴ πείθου· εἰ δὲ ὀρθὰ διδάσκειμὴ τῷ βίῳ πρόσεχεἀλλὰ τοῖς ῥήμασινἜχεις Παῦλον καὶ δι' ἔργων καὶ διὰ λόγων ῥυθμίζοντά σε πρὸς τὸ δέον. Ἀλλ' οὐ δίδωσι πένησι, φησὶν, οὐδὲ καλῶς διοικεῖ. Πόθεν σοι τοῦτο δῆλον; Πρὶν ἢ μάθῃς, μὴ μέμψῃ, φοβήθητι τὰς εὐθύνας. Πολλὰ ἀπὸ ὑπονοίας κρίνεται. Μίμησαί σου τὸν Δεσπότην· ἄκουε αὐτοῦ λέγοντος· Καταβὰς ὄψομαι εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν συντελοῦνται· εἰ δὲ μὴ, ἵνα γνῶ. Εἰ δὲ κατέμαθες καὶ ἐξήτασας καὶ εἶδες, ἀνάμενε τὸν κριτήν· μὴ προαρπάσῃς τοῦ Χριστοῦ τὴν τάξιν· ἐκείνου ταῦτά ἐστιν ἐξετάζειν, οὐ σοῦ· σὺ δοῦλος εἶ ἔσχατος, οὐ δεσπότης· σὺ πρόβατον εἶ· μὴ τοίνυν περιεργάζου τὸν ποιμένα, ἵνα μὴ καὶ ἐφ' οἷς ἐκείνου κατηγορεῖς, εὐθύνας δῷς.
(ΕΠΕ 23, 492-494)

·       Στούς φυλακισμένους ἐπίσης Ἐπισκόπους καί κληρικούςοἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀποτειχισμένοι ἀπό τόν Πατριάρχηἐξ αἰτίας τῆς ἐξορίας του,   ἅγιος ἔγραφε:
«Μακάριοι τοῦ δεσμωτηρίουκαὶ τῆς ἁλύσεωςκαὶ τῆς τῶν δεσμῶν ὑποθέσεως ὑμεῖς· μακάριοι καὶ τρισμακάριοικαὶ πολλάκις τοῦτοοἳ πᾶσαν ἀνηρτήσασθε τὴν οἰκουμένην τῷ περὶ ὑμᾶς φίλτρῳἐραστὰς ὑμῶν καὶ τοὺς πόρρωθεν ὄντας πεποιήκατεΠανταχοῦ γῆς καὶ θαλάττης ᾄδεται ὑμῶν τὰ κατορθώματα ἀνδρεία ἀπερίτρεπτος γνώμητὸ ἀδούλωτον φρόνημαΟὐδὲν ὑμᾶς κατέπληξε τῶν δοκούντων εἶναι δεινῶνοὐ δικαστήριονοὐ δήμιοςοὐ βασάνων νιφάδεςοὐκ ἀπειλαὶ μυρίων γέμουσαι θανάτωνοὐ δικαστὴς πῦρ ἀπὸ τοῦ στόματος ἀφιείς...Ἐγγέγραπται ὑμῶν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆςμετὰ τῶν ἁγίων κατηριθμήθητε μαρτύρων. ...Ὑμεῖς οἱ νόμοις πατέρων καὶ θεσμοῖς παραβαθεῖσικαὶ ἱερωσύνῃ ἐπηρεαζομένῃ καὶ παρανομουμένῃ παραστάντεςκαὶ τοσαῦτα παθόντες ὑπὲρ ἀληθείαςκαὶ τοῦ λῦσαι συκοφαντίας ἀναισχύντους οὕτωςἐννοήσατε ἡλίκην λήψεσθε τὴν ἀμοιβήν».                                          (ΕΠΕ 38,48)

·       Ἤκουσα γὰρ κἀγὼ περὶ τοῦ λήρου ἐκείνου τοῦ Ἀρσακίου, ὃν ἐκάθισεν ἡ βασίλισσα ἐν τῷ θρόνῳ, ὅτι ἔθλιψε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς παρθένους μὴ θέλοντας αὐτῷ κοινωνῆσαι. Πολλοὶ δὲ αὐτῶν δι' ἐμὲ καὶ ἐν φυλακῇ ἀπέθανον. Ὁ γὰρ προβατόσχημος ἐκεῖνος λύκος, ὁ σχῆμα μὲν ἔχων ἐπισκόπου, μοιχὸς δὲ ὑπάρχων –ὡς γὰρ ἡ γυνὴ μοιχαλὶς χρηματίζει ἡ ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς ἑτέρῳ συναφθεῖσα οὕτω καὶ οὗτος μοιχός ἐστιν– οὐ σαρκός, ἀλλὰ πνεύματος· ζῶντος γὰρ ἐμοῦ ἥρπασέ μου τὸν θρόνον τῆς ἐκκλησίας.                                             (ΕΠΕ 38, 240)

·       Ἐδήλωσε γάρ μοι ὁ κύριός μου Παιάνιος ὅτι οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῦ τοῦ Φαρετρίου πάρεισιν αὐτόθι οἳ ἔφησαν ἡμῖν κοινωνεῖν καὶ μηδὲν κοινὸν ἔχειν πρὸς τοὺς ἐναντίους, μηδὲ συγγίνεσθαι αὐτοῖς, μηδὲ κοινωνῆσαι.                                                                                          
(ΕΠΕ, 37,430)

(σ.σ. Οἱ πρεσβύτεροι τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Φαρετρίου, διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τόν Φαρέτριον διά θέματα δικαιοσύνης, καί δέν ἤθελαν καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους ὅσοι παρηνόμησαν ἤ συμφωνοῦσαν μέ αὐτούς, ἀλλά μόνο μέ τόν ἅγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο καί ὅσους συμφωνοῦσαν μέ αὐτόν.)

·       Ἰωάννης λέγει· Καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασι· καὶ πάλιν, Βλέπετε ἑαυτοὺς, ἵνα μὴ ἀπολέσητε ἃ εἰργάσασθε· ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰς τὸν κόσμον ἐξῆλθον. Ἀγαπητοὶ, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἐστιν· ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται εἰς τὸν κόσμον εἰσεληλύθασι. Καὶ πάλιν λέγει· Εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς, καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μεθ' ἑαυτοῦ, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ Χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε.Ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς. Καὶ πάλιν, Πᾶς ὁ παραβαίνων, καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεὸν οὐκ ἔχει. Ταῦτα Ἰωάννης ἡμῖν παραινεῖ, Ἰωάννης ὁ υἱὸς τῆς βροντῆς, ὁ ὑπὲρ πάντας ἁγίους ἠγαπημένος, ὁ στηρίξας τὴν ἀπὸ περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης Ἐκκλησίαν, καὶ ἐμφράξας τὰ τῶν αἱρετικῶν στόματα τῇ θεολογίᾳ. Ἰάκωβος εἶπεν· Ὃς ἐὰν δοκῇ φίλος αὐτῶν εἶναι, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταταιἈκούσατε, πάντες οἱ τοῖς αἱρετικοῖς συνεσθίοντες, ὀδυνηρὰν ἀπόφασιν· ὅτι τοῦ Χριστοῦ ἐχθροί ἐστε. Οὐδὲ γὰρ ὁ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ βασιλέως συμφιλιάζων, δύναται τοῦ βασιλέως φίλος εἶναι· ἀλλ' οὐδὲ ζωῆς ἀξιοῦται, ἀλλὰ σὺν τοῖς ἐχθροῖς ἀπολεῖται, καὶ τὰ χείρονα ὑπομένει. Ἰούδας Ἰακώβου εἶπεν· Παρεισέδυσάν τινες ἄνθρωποι οἱ ἔκπαλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρῖμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν, καὶ τὸν μόνον Δεσπότην καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι. Καὶ πάλιν λέγει· Ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων ἔσονται ἐμπαῖκται, κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοί εἰσι οἱ ἀφόβως ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι ἄνυδροι, παντὶ ἀνέμῳ περιφερόμεναι, ἀστέρες πλανῆται, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰῶνας τετήρηται. Ταῦτα καὶ πλείονα τούτων παραινεῖ ἡμᾶς Ἰούδας ὁ καλός. Δεῦρο λοιπὸν, Παῦλε, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, εἰπὲ ἡμῖν καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν σοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἡμῖν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος πονηροῦ αἰῶνος· φανέρωσον τοὺς κρυφίους λύκους, θριάμβευσον καὶ στηλίτευσον τοὺς κλέπτας τῆς ἁγίας ποίμνης τοῦ Θεοῦ. Παῦλος εἶπεν· Οἶδα ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Ὁρᾷς πανταχοῦ τοὺς θεολόγους συμφωνοῦντας τῷ Διδασκάλῳ περὶ τῶν ἀθέων αἱρετικῶν, κύνας αὐτοὺς καὶ λύκους προσαγορεύοντας; καθὼς καὶ ἀλλαχοῦ φησιν ὁ Παῦλος· Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης. Βλέπετε ἀκριβῶς πῶς περιπατεῖτε, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Τίς ἕξει ἀπολογίαν ἀμελείας, ἀκούων τὰς τοσαύτας παραγγελίας; Καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν· Μὴ παραδέχεσθε αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν· καὶ πάλιν, Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καὶ πάλιν, Αἱρετικοὶ ἄνθρωποι προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι· καὶ ἀλλαχοῦ, Τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν. Ἀκούσατε πάλιν, οἱ τὰς ἀγάπας μετ' αὐτῶν ποιοῦντες· πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς ὀργῆς τῆς ἐπερχομένης ἐφ' ὑμᾶς, οἱ τούτοις συμμιαινόμενοι ἐν βρώσει, ἐν πόμασι; πῶς τολμᾶτε προσελθεῖν τοῖς θείοις μυστηρίοις καὶ φρικτοῖς τοῦ Χριστοῦ; ἢ οὐκ ἠκούσατε τοῦ μακαρίου Παύλου βοῶντος, ὅτι Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πιεῖν, καὶ ποτήριον δαιμόνων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν, καὶ τραπέζης δαιμονίων. Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε. Ἆρα δυσωπήσωμεν ὑμᾶς; ἢ εἰς κενὸν κοπιῶμεν καὶ εἰς ἀέρα λαλοῦμεν; Πλὴν διὰ τοὺς θέλοντας καὶ σπουδάζοντας ἀκούειν τὸν λόγον καὶ ποιεῖν, οὐκ ἀποκνήσω, οὐκ ἀποστήσομεν τῶν ῥημάτων Παύλου, ἀλλὰ πάλιν ταὐτὰ ἐρῶ· ἀκούσατε, Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Ποῦ εἰσιν οἱ θρασύστομοι, οἱ λέγοντες, μὴ εἰρῆσθαι ταῦτα ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς...
... Ἀκούσατε οἱ ὀρθόδοξοι, καὶ τοῖς αἱρετικοῖς μὴ συγκαταβαίνετε· ἀκούσατε ποιμένες, καὶ φρίξατε, καὶ μὴ σιγήσατε, ἀλλὰ κηρύξατε τὸν λόγον· μὴ δότε τόπον τῷ διαβόλῳ, μὴ δότε θήραν τοῖς λύκοις. Μιμήσασθε τὸν μακάριον ἀπόστολον Πέτρον, πῶς ἐν τῇ Ῥώμῃ τοῦ τρισκαταράτου Σίμωνος βλασφημοῦντος, καὶ λέγοντος ἑαυτὸν εἶναι τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, οὔτε κἂν πρὸς ὥραν ἐσιώπησεν, ἢ ἀνεβάλλετο, ἀλλ' ἐλέγξας, καὶ ψεύστην αὐτὸν ἀποδείξας, καὶ λῃστὴν καὶ ἀντίθεον, ῥίψας αὐτὸν τῇ ἀπωλείᾳ παρέδωκεν; Ὁμοίως δὲ καὶ τὸν τούτου υἱὸν, μᾶλλον δὲ τοῦ διαβόλου, Μοντανὸν, τὸν μιαρὸν καὶ ἀκάθαρτον καὶ ἄθεον, μετὰ τῶν δύο μοιχαλίδων, σπουδῇ πολλῇ ὁ Ἀπόστολος ἐλέγξας, καὶ ἀντίθεον ἀποδείξας καὶ ψευδόχριστον καὶ ψευδοπροφήτην, ἐφίμωσε, καὶ ἐνέφραξε τὸ μιαρὸν αὐτοῦ στόμα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, μὴ μακροθυμήσας, μὴ ἀναβαλλόμενος ἐπὶ τῇ τούτου βλασφημίᾳ. Οὕτως οὖν ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς, ποιμένες, καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκαθάρτοις τοῦ σκότους· μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε, ὥσπερ καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ...           ...  Καὶ τί ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς, ὁ πάντας ἀνθρώπους θέλων σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν, ὅτι ἐγγύς ἐστι πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ; Οὐ παρήκουσεν οὐδὲ ὑπερεῖδε τὴν δέησιν τῶν ἁγίων, ἀλλ' Ἔκλινεν οὐρανοὺς, καὶ κατέβη, καὶ πάντα ᾠκονόμησε πρὸς σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν, καὶ πάντα ὑπέδειξε ποιῶν καὶ διδάσκων. Εἶτα θέλων διδάξαι, ἵνα οἱ μέλλοντες προΐστασθαι τῶν Ἐκκλησιῶν, οὕτως ἐκδιώκωσι τοὺς αἱρετικοὺς, ἐποίησεν φραγέλλιον ἐκ σχοινίων, καὶ εἰσελθὼν πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, καὶ ἀπώσατο, καὶ ἐξεδίωξε, λέγων· Ὁ οἶκός μου, οἶκος προσευχῆς ἐστιν· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν. Ἀκούσατε οἱ προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὑμῖν γὰρ ὑπέδειξε τὸ καλὸν, ἵνα ἐξακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ, προσέχοντες πανταχόθεν ἀκριβῶς, καὶ τοὺς λύκους ἐκδιώκοντες, καὶ τὴν ποίμνην φυλάττοντες. Εἶτα ἐκβαλὼν ἔξω πάντας, δηλονότι τοὺς τὰ ἐναντία φρονοῦντας, τέλος δὲ καὶ τὴν ἐρήμωσιν αὐτῶν καὶ ἀφανισμὸν προειπὼν, τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι κατὰ γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς τὰ ἐναντία φρονοῦσι λέγων· Ἰδοὺ ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. Ὅρα πῶς οἱ λόγοι ἔργον ἐγένοντο· οἱ γὰρ ἐχθροὶ καὶ ἐπίβουλοι τῆς Ἐκκλησίας, ἤγουν οἱ αἱρετικοὶ, καθ' ἑκάστην γενεὰν τῇ ἀπωλείᾳ παραδίδονται, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὃν εἴρηκεν, ὅτι Πᾶσα φυτεία, ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ μου, ἐκριζωθήσεται· ὃ καὶ γέγονεν. Αὐτὸς γὰρ πρῶτος τοῦτο ἐποίησεν καὶ ὑπέδειξε.                                (TLGJoannes Chrysostomus Scr. Eccl., De pseudoprophetis [Sp.] Vol 59, pg 557-559)

·       ᾿Εκ τοῦ ἀμετανοήτου αἱρετικοῦ «ἀπόστηθι (σ.σ. ἀποχωρίσθητι), λοιπόν, καὶ στῆσον αὐτὸν κάτω μετὰ τοῦ Διαβόλου, μᾶλλον δὲ καὶ ἐκείνου κατώτερον».
(Φωνὴ τῶν Πατέρων, ᾿Αρ. Φύλλου 103, ᾿Ιανουάριος 2007, σ. 1)



Όσιος Μαρκιανός
·       Ο Μέγας Μαρκιανός προσπάθησε αρκετές φορές χρησιμοποιώντας πολλά επιχειρήματα να επαναφέρει στην συμφωνία της Εκκλησίας τον γέροντα Αβραάμη (διότι έτσι τον ονόμαζαν οι ντόπιοι). Επειδή όμως τον έβλεπε να απειθεί, διέκοψε φανερά πλέον την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Τελικά αφού πέρασε καιρός, ο θεσπέσιος εκείνος άνδρας απέβαλε την αξιόμεμπτη συνήθεια και ασπάσθηκε την συμφωνία της θείας εορτής.
(Φιλόθεος Ιστορία, P.G. 82, 1336B-D.  βλέπε και Οι αγώνες των μοναχών… σελ. 64 )



Όσιος Παχώμιος
·         Να μην έχετε καμία εκκλησιαστική κοινωνία με τους οπαδούς των αιρέσεων του Ωριγένους, του Μελετίου, του Αρείου και των λοιπών χριστομάχων.
(Β.Ε.Π.Ε.Σ. τόμος 40, σελ. 281)

5ος ΑΙΩΝΑΣ

Όσιος Αυξέντιος
·         ...Ἀργότερα, ὅταν πάλι ὁ βασιλεύς ἔστειλε ἀνθρώπους και τοῦ ἔφεραν τον Ὅσιο, τον ρωτοῦσε ἄν συμφωνῆ με την ἁγία Σύνοδο και κοινωνῆ με την Εκκλησία. Ὁ δε μακάριος είπε: «Πῶς μπορῶ να κοινωνήσω, ἐάν δεν ὁμολογῆται ἀπό την Σύνοδο, ὅτι ἡ Ἀειπάρθενος εἰναι πράγματι Θεοτόκος;» Τότε εἰπε ὁ βασιλεύς: «Ἐάν λοιπόν ἐξετάσης τα ὅσα ἡ Σύνοδος ἐπικύρωσε και ἐνέκρινε με καλό τρόπο για να ἀνατρέψη τις ὑπόλοιπες αἱρέσεις, θα συμφωνήσης και ἐσύ;» Τότε ἀπήντησε ὁ μακάριος: «Ἐάν ἡ Σύνοδος δεν ἐπιχείρησε να πράξη κάτι πού να ἀνατρέπη το Σύμβολο τῶν τριακοσίων δεκαοκτώ Πατέρων τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀλλά ἀνεκήρυξε με τέλειο τρόπο την Οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ και δεν ἀφαίρεσε το ὄνομα Θεοτόκος ἀπό την Παρθένο Μαρία, τότε κοινωνῶ ἀμέσως και συμφωνῶ μαζί της, εὐχαριστώντας τον Θεό και την εὐσέβειά σου».
(Ὁσίου Συμεῶν τοῦ Μεταφραστοῦ, P.G. 114, 1405D-1409B)



Αρχιμανδρίτου Βασιλείου και μοναχών
·         Απόσπασμα επιστολής προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ και Ουαλεντινιανό: Ἀλλά και τώρα ὁρισμένοι εὐλαβέστατοι ἱερεῖς  ἤλεγξαν πολλές φορές κατά την διάρκεια τῆς ἁγίας Συνόδου τον Νεστόριο προσωπικά για την ἀπείθειά του προς την ὀρθή πίστι. (Αὐτός κατέλαβε τον θρόνο τῆς ἐπισκοπῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως – ἄν πρέπει κἄν να λέγεται ἐπίσκοπος). Δεν λέγει δηλαδή, ὅτι ἡ ἁγία, Παρθένος Μαρία εἴναι Θεοτόκος και ὅτι ὁ Χριστός εἴναι κατά φύσι ἀληθινός Θεός. Ὅλοι αὐτοί οἱ ἱερεῖς σταμάτησαν και συνεχίζουν ἕως τώρα να μη ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία με τον Νεστόριο. Για τον ἴδιο λόγο και μερικοί ἄλλοι ἀποφεύγουν κρυφά την ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί του… …Ὁ Ὀρθόδοξος λαός λοιπόν ζητοῦσε την συνηθισμένη  Ὀρθόδοξο διδασκαλία και φώναζε δυνατά λέγοντας: Βασιλέα ἔχουμε, ἐπίσκοπο δεν ἔχουμε.
(P.G. 91, 1472A-1480A)

·       Απόσπασμα επιστολής προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ και Ουαλεντινιανό: Τινὲς κατὰ πρόσωπον  ἐν τῆ ἁγιωτάτη ἐκκλησία ἐπὶ λαοῦ ἤλεγξαν καὶ θλῖψιν οὐ μικρὰν ὑπέμειναν· τῶν τε άφελεστέρων τις μοναζόντων ἠναγκάσθη κατὰ ζῆλον, ἀνὰ μέσον τῆς Ἐκκλησίας, τὸν κήρυκα τῆς ἀνομίας ἐπισχεῖν τοῦ μὴ εἰσελθεῖν, συνάξεως οὔσης, αἱρετικοῦ αὐτοῦ ὄντος. Τοῦτον δὲ τυπτήσας, τοῖς μεγαλοπρεπεστάτοις ἐπάρχοις παρέδωκεν· ἔτι δὲ τυπτηθέντα καὶ πομπευθέντα δημοσία τοῦ κήρυκος βοῶντος ἔμπροσθεν αὐτοῦ, τῆ ἐξορία παρέπεμψεν.
(Θεοδώρητου Ιερομοναχού, ό.π., σ. 159)

·         Απόσπασμα επιστολής προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ και Ουαλεντινιανό: Παρακαλοῦμεν οὗν τὴν ἀθάνατον ὑμῶν εὐσεβέστατον πίστιν, ὧστε μὴ παριδεῖν ἐκ τοῦ λοιποῦ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μοιχευομένην παρὰ τῶν αἱρετικῶν ἐν τοῖς καιροῖς ὑμῶν τῶν ὀρθοδόξων καὶ εὐσεβεστάτων βασιλέων· οὐχ ὡς διὰ τοῦτο τὰς ὑμετέρας ὕβρεις βουλόμενοι ἐκδικεῖν· ὁ Θεὸς οἶδεν· άλλὰ ὡς θέλοντες τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ἀσάλευτον μένειν. Καὶ κελεύσει τὸ ὑμέτερον κράτος, τὴν ἁγίαν καὶ Οἰκουμενικὴν σύνοδον παραγενέσθαι ἐνταῦθα ἤδη, ἵνα τῆς συνόδου παραγενομένης, τὴν ἁγιωτάτην ἐκκλησίαν ὁ Θεὸς ἑνώση καὶ τὸν λαὸν συνάξη καὶ τοὺς ἱερέας ἀπολαβεῖν ἐν τῶ τῆς άληθινῆς πίστεως κηρύγματι ποιήση, πρὸ τοῦ εἰς πλᾶτος τὴν ἄδικον διδασκαλίαν ἐλθεῖν.                                                                                               
(Θεοδώρητου Ιερομοναχού, ό.π., σ. 160)

(σ.σ. οι Άγιοι Πατέρες δεν θα πρότειναν ποτέ να κάνουμε υπομονή άχρι καιρού, ή μέχρις ότου υπάρξει κοινό ποτήριο με τους αιρετικούς. Ας σημειωθεί ότι η επιστολή γράφτηκε πρό της Συνοδικής καταδίκης του Νεστορίου.)



Άγιος Γελάσιος
·       Έτερος φωστήρ της Παλαιστίνης ερήμου, ο οποίος δεν εδέχθη ουδεμίαν κοινωνίαν μετά του αιρετικού Θεοδοσίου, τυγχάνει και ο μέγας αββάς Γελάσιος. «.Ὅταν ὁ Θεοδόσιος ἐγένετο ἐγκρατὴς τοῦ θρόνου Ἱεροσολύμων ,«φόνοις αὐτὸν προαρπάσας» (σ.σ. αρπάζοντας το θρόνο του Ορθόδοξου πατριάρχη Ιουβενάλιου) τότε μεταστέλλεται καὶ τὸν ἀββᾶν Γελάσιον· καὶ προτρέπεται εἰς τὸ ἱερατεῖον, δελεάζων ἅμα καὶ ἐκφοβῶν· εἰσελθόντι οὗν αὐτῶ εἰς τὸ ἱερατεῖον, ἔλεγεν  ὁ Θεοδόσιος· ἀναθεμάτισον Ἰουβενάλιον· ὁ δὲ μηδὲν καταπλαγεὶς ἄλλον οὐκ οἶδα, φησίν, ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων, εἰ μὴ Ἰουβενάλιον· εὐλαβηθεὶς δὲ ὁ Θεοδόσιος, μὴ καὶ ἄλλοι τὸν εὐσεβῆ αὐτοῦ ζῆλον μιμήσωνται, κελεύει αὐτὸν εὐφυῶς ἔξω βληθῆναι τῆς Ἐκκλησίας.  
(Θεοδώρητου Ιερομονάχου, ό. π. , σελ. 46-47)



Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας
·         Ἀπευθυνόμενος στην αὐτοκράτειρα Θεοδώρα:Πρόσεξεστο ἑξῆς τον ἑαυτό σου τέκνο μου. Τά δυσάρεστα και πικρότατα οἰκογενειακά γεγονότα τῆς Ἰταλίας συνέβησαν, ἐπειδή παρασύρθηκες ἀπό την πονηρία τοῦ Θεοδοσίου. Ἀπόφευγε λοιπόν την παράλογη φιλονεικία και να δεχθῆς μαζί με τις τρεῖς ἄλλες ἅγιες Οἰκουμενικές Συνόδους… και τον ὅρο πού ἐξεφώνησε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος που συγκροτήθηκε τώρα στην Χαλκηδόνα. Να μη κοινωνῆς πλέον με τον Διόσκορο, ἀλλά με τον ἐπίσκοπο τῶν ἹεροσολύμωνἸουβενάλιο… 
(Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, ό.π., σ. 100)

(σ.σ. ότι είπε ο Μέγας ούτος Πατήρ ισχύει και για τις μέρες μας, μιας και ο οικουμενισμός έχει καταδικασθεί επίσημα από την Εκκλησία και συγκεκριμένα υπό της εν Μοντρεάλ τοπικής συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, το έτος 1983. Ο  πρόεδρος της συνόδου ήταν ο Άγιος Φιλάρετος του οποίου το τίμιο λείψανο παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού. Απομένει πλέον η επισημότερη καταδίκη της αίρεσης και των φορέων αυτής διά Πανορθοδόξου Συνόδου, της μόνης ικανής να αφαιρέσει την ιεροσύνη των δυνάμει αιρετικών. Παραθέτω την απόφαση της συνόδου:

Μοντρεάλ, Αύγουστος 1983
Τό άνάθεμα κατα της αίρέσεως του Οίκουμενισμου
Τοίς βάλλουσι κατα της Έκκλησίας του Χριστου και διδάσκουσιν ότι ή του Χριστου Έκκλησία μεμέρισται έν ούτω καλουμένοις «κλάδοις», οιτινες διαφέρουσιν αλλήλων έν διδασκαλία και τρόπω ζωης,η ότι ή Έκκλησία ουχ υφίσταται όρατώς,αλλάαπαρτισθήσεται έν τω μέλλοντι, οταν άπαντες οι «κλάδοι» η τμήματα η όμολογίαι ηπροσέτι και θρησκείαι ένωθώσιν έν ένι σώματι' και οίτινες ου διακρίνουσι την ιερωσύνην και τα μυστήρια της Έκκλησίας από την ιερωσύνην και τα μυστήρια τών αΙρετικών, αλλα λέγουσιν οτι τό βάπτισμα και ή ευχαριστία τών αΙρετικών είσiν ικανα πρός σωτηρίαν' ώσαύτως, τοίς κοινωνουσιν έν γνώσει τοίς προμνημονευθείσιν αΙρετικοίς η συνηγορουσι, διαδίδουσι ηυπεραμυνομένοις της καινοφανους αυτών αΙρέσεως του οίκουμενισμου έν προσχήματι αδελφικης αγάπης, η υποτιθεμένης ένώσεως τών διαχωρισθένων Χριστιανών, ΑΝΑΘΕΜΑ)*          
*πηγή:orthodoxlife,1983 no.6, 1984 no.4 ,  και Άγιος Αγαθάγγελος τεύχος Ιανουαρίου 1984

·         Πάντων τοίνυν τότε σχεδὸν τῶν τε πολιτῶν καὶ τῶν τῆς ἐρήμου μοναχῶν τῆ τούτου ἀποστασία ἐπακολουθησάντων, μόνοι οἱ περὶ τὸν Μ. Εὐθύμιον ἐκ πάσης τῆς ἐρήμου τούτω κοινωνῆσαι οὐκ ἠνέσχοντο.                                  
(Θεοδώρητου Ιερομονάχου, ό. π. , σελ. 46)



Επίσκοπος Κελεστίνος ( από τα πρακτικά της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου)
·         Ποῦ ἐστιν ἡ χρεωστουμένη περὶ τὴν ἱερὰν ἀγέλην φροντὶς τοῦ ποιμένος; ποῦ ἡ πρόνοια τῶν δεσποτικῶν περιβόλων; ποίαν δὲ ἐλπίδα ἕξει ἡ ἀγέλη, ὅτε λύκον ἑαυτὸν ὁ ποιμὴν δείκνυσιν καὶ οὕτως τοῖς προβάτοις ἐπέρχεται, ὡς καθ' ἑκάστου λυσσᾶν; ἐκείνωι γὰρ τῶι στόματι διασπαράττονται, ἀφ' οὗ τὰ ἀσεβῆ προφέρεται. τροφαὶ παραβάλλονται οὐχ αἱ πιαίνουσαι, ἀλλ' αἱ βλάπτουσαι· μακαρία δὲ ὅμως ἡ ἀγέλη ἧι παρέσχεν ὁ κύριος κρίνειν περὶ τῆς ἰδίας νομῆς. ὅθεν, ὡς οὐκ ἀμφιβάλλομεν ὅτι ποιεῖτε, τὴν ἀσεβῆ διάλεξιν ἀπωθεῖσθαι ὀφείλει ἡ πίστις ὑμῶν, ἵνα παρ' ὑμῖν ἐν Χριστῶι ἐγρηγορόσι φανερὰ ἦι διαφορὰ τροφῆς καὶ δηλητηρίου καὶ ἐπιμείνητε τούτοις ἅπερ τοῦ λόγου τῶν προτέρων ποιμένων διδάσκοντος μεμαθήκατε, εἰδότες ὅτι ἄχρι τοῦ παρόντος ἐσχήκατε ἱερέας ἔν τε διδασκαλίαι καὶ ἁγιότητι προύχοντας, οἵτινες οὐδέποτε χωριζόμενοι τῶν πατρικῶν παραδόσεων τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κυρίου μετὰ μεγίστης ἐκυβέρνησαν ἡσυχίας.
(TLG, Tomëvolumëpart 1,1,1, page 84, line 17-28)



Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας
·         Ο Νεστόριος φρονούσε τα του Αρείου και οι πιστοί «δέν ἤθελαν να ἔχουν  ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, ἐφόσον ἔχει τέτοια φρονήματα. Ἔτσι ἀκόμη και τώρα ὁ λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως δεν πηγαίνει στις ἐκκλησίες του, ἐκτός ἀπό ὀλίγους ἀνόητους και κόλακές του. Σχεδόν ὅλα τά μοναστήρια και οἱ ἀρχιμανδρῖται τους και πολλοί συγκλητικοί δεν κοινωνοῦν μαζί του, ἐπειδή φοβοῦνται μήπως ἀδικηθοῦν ἀπό την πίστι του»...
(Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, ό.π., σ. 66.  Βλέπε και… Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, επιστολή ια’. P.G. 77,81BC )

·         …  ἀσπίλους καὶ ἀμώμους ἑαυτοὺς τηρήσατε, μήτε κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίω), μήτε μὴν ὡς διδασκάλω προσέχοντες, εἰ μένει λύκος ἀντὶ ποιμένος… Τοῖς δε γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις ἥ καθαιρεθεῖσι παρά αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς, οὐ τὴν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δὲ μᾶλλον τοὺς πεπονθότας, κἀκεῖνο λέγοντες αὐτοῖς: εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίω, μακάριοι, ὅτι τῆς δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ πνεῦμα εἰς ὑμᾶς ἀναπέπαυται…    (MANSI IV, 1096)                    

(σ.σ. Ο Άγιος Κύριλλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, επαινεί τους χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως επειδή δεν κοινωνούσαν εκκλησιαστικά με τον Νεστόριο. Το απόσπασμα αυτό γράφτηκε πριν από την σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου (431) που καταδίκασε επίσημα τις κακοδοξίες του Νεστορίου και των ομοφρόνων του, γι αυτό και αποτελεί εξαίσιο δείγμα για την κανονικότητα της αποτείχισης πριν από την επίσημη καταδίκη της εκάστοτε αίρεσης.)      

·         Οὐδέ γάρ ἐνδέχεται περιϊδεῖν ἡμᾶς ᾿Εκκλησίας οὕτω τεθορυβημένας καί σκανδαλισθέντας λαούς καί πίστιν ὀρθήν ἀθετουμένην, καί διασπώμενα παρά σοῦ τά ποίμνια, τοῦ σώζειν ὀφείλοντος, εἴπερ ἦσθα καθ’ ἡμᾶς ὀρθῆς δόξης ἐραστής, τήν τῶν ἁγίων πατέρων ἰχνηλατῶν εὐσέβειαν· ἅπασι δέ τοῖς παρά τῆς σῆς εὐλαβείας (σ.σ. απευθύνεται εδώ στον Νεστόριο, προ της συνοδικής του καταδίκης) κεχωρισμένοις διά τήν πίστιν, ἤ καθαιρεθεῖσι λαϊκοῖς τε καί κληρικοῖς, κοινωνικοί πάντες ἐσμέν· οὐ γάρ ἐστι δίκαιον τούς ὀρθά φρονεῖν ἐγνωκότας σαῖς ἀδικεῖσθαι ψήφοις, ὅτι σοί καλῶς ποιοῦντες ἀντειρήκασι.
(Επιστολή Γ’ Κυρίλλου προς Νεστόριον. Πρωτοπρ. Ιωάννη Ρωμανίδη, ό.π., σελ. 20)

·         «Ἄκουε δέ, τίνα λέγουσιν εἶναι τὸν Χριστόν [Ἰησοῦν], ἵνα ἔτι μειζόνως αὐτοὺς μισήσῃς... Ἆρα ἔστι τι τούτων ἀσεβέστερον; ἔστι τι τούτων ἀθλιώτερον; Ἐγὼ διηγοῦμαί σοι τὴν πλάνην, ἵνα μειζόνως αὐτοὺς μισήσῃς. Φεῦγε οὖν τὴν ἀσέβειαν, μηδὲ χαίρειν λέγε τῷ τοιούτῳ, ἵνα μὴ κοινωνήσῃς τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους· καὶ μήτε πολυπραγμονήσῃς, μήτε εἰς λόγους αὐτοῖς ἐλθεῖν θελήσῃς. Καὶ μίσει μὲν πάντας αἱρετικούς, ἐξαιρέτως δὲ τὸν τῆς μανίας ἐπώνυμον...· ἀλλὰ διὰ τὰ δυσσεβῆ δόγματα μίσει τὸν τῆς κακίας ἐργάτην, τὸ δοχεῖον παντὸς ρύπου, τὸν πάσης αἱρέσεως βόρβορον ὑποδεξάμενον. Φιλοτιμούμενος γὰρ ἐν κακοῖς ἐξαίρετος γενέσθαι, τὰ πάντων λαβών, καὶ μίαν αἵρεσιν πεπληρωμένην βλασφημιῶν καὶ πάσης παρανομίας συστησάμενος,λυμαίνεται τὴν ἐκκλησίαν, (μᾶλλον δὲ τοὺς ἐκτὸς τῆς ἐκκλησίας) ὡς λέων περιπατῶν καὶ καταπίνων. Μὴ πρόσεχε αὐτῶν τῇ χρηστολογίᾳ, μηδὲ τῇ νομιζομένῃ ταπεινοφροσύνῃ· ὄφεις γάρ εἰσι γεννήματα ἐχιδνῶν. Καὶ Ἰούδας ἔλεγε, Χαῖρε Ῥαββὶ, καὶ προεδίδου. Μὴ τοῖς φιλήμασι πρόσεχε, ἀλλὰ τὸν ἰὸν φυλάσσου. Καὶ ἵνα μὴ μάτην δοκῶμεν αὐτοῦ κατηγορεῖν, ἐν παρεξόδῳ τίς ἐστιν οὗτος ὁ Μάνης εἴπωμεν, καὶ τί διδάσκει ἐκ μέρους· …κλέπτης γάρ ἐστιν ἀλλοτρίων κακῶν, ἐξιδιοποιούμενος τὰ κακά. Καὶ γέγραπται· Ὃς δ' ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν. Ἐβλασφήμησεν οὖν, Πνεῦμα ἅγιον ἑαυτὸν εἰπών. Ὁ ἐκείνοις κοινωνῶν, βλεπέτω μετὰ τίνων ἑαυτὸν ἐντάσσει».
(Κυρίλλου ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχησις αʹ Φωτιζομένων, ἐν Ἱεροσολύμοις σχεδιασθεῖσα, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ τοῖς τῷ βαπτίσματι προσελθοῦσι, 6.12 ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΣΕΩΝ)

·         Διττὸς ἐν ἡμῖν ὁ μολυσμὸς, ὦ Παλλάδιε, σαρκός τε καὶ πνεύματος. Καὶ κατασπιλοῖ μὲν τὴν σάρκα τὰ ταύτης ἔκτοπά τε καὶ ἀνόσια πάθη, ψυχήν τε καὶ νοῦν· μάλιστα μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἡ ἐξ ὀρθότητος τῆς δογματικῆς ἐπὶ τὰ χείρω παραφορὰ, καὶ τῆς ὑγιοῦς πίστεως ἡ παραφθορά· καὶ προσέτι δὲ δόλοι καὶ ἀπάται, ψευδορκίαι, ψιθυρισμοὶ, φυσιώσεις, ἔριδες, ζῆλοι, καὶ ὅσα τούτοις ἀγχοῦ τε καὶ ἀδελφὰ, καὶ ἰσομοιροῦσαν ἔχει τὴν ἐπὶ φαυλότητα καταβοήν.
(TLG, Cyrillus Theol., De adoratione et cultu in spiritu et veritate, Volume 68, page 989, line 37-46)



Εκκλησιαστική ιστορία Νικηφόρου Καλλίστου
·         Ὁ Θεοδόσιος ὡδήγησε ἔξω ἀπό την πόλι τον ἐπίσκοπο Σεβηριανό και ἐκεῖ τον φόνευσε, ἐπειδή δεν ἤθελε να ὑποταχθῆ στην κακοδοξία του. Ἔπειτα διήγειρε μεγάλο διωγμό σε ὅλη την ἁγία πόλι, ἐναντίον ἐκείνων που δεν ἤθελαν να κοινωνήσουν με αὐτόν. Ἄλλους λοιπόν τυράννησε με βασανιστήρια, ἄλλων ἅρπαξε την περιουσία, ἄλλων κατέκαυσε τα σπίτια, ὥστε ἡ πόλις να φαίνεται ὅτι κυριεύεται ἀπό βαρβάρους.
 (P.G. 147, 32A, τόμος ιε’, κεφ. θ’)



Προκήρυξις  κατά του Νεστορίου ( συνταχθείσα υπό του λαϊκού Ευσεβίου,   μετέπειτα επισκόπου Δορυλαίου.) 
·       «Διαμαρτυρία προτεθεῖσα ἐν δημοσίω παρὰ τῶν κληρικῶν Κων/λεως καὶ κατὰ ἐκκλησίαν ἐμφανισθεῖσα, ὥς ὅτι ὁμόφρων ἐστὶ Νεστόριος Παύλου τοῦ Σαμοσατέως τοῦ ἀναθεματισθέντος πρὸ ἑκατὸν ἑξήκοντα ἐτῶν ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων».
   ΟΡΚΙΖΩ τὸν λαμβάνοντα τόδε τὸ χαρτίον κατὰ τῆς ἁγίας Τριάδος, ὥστε φανερὸν αὐτὸ ποιῆσαι ἐπισκόποις, πρεσβυτέροις, διακόνοις, ἀναγνώσταις, λαϊκοῖς οἰκοῦσι Κων/λιν, ἔτι τε καὶ τὸ ἴσον αὐτοῖς ἐκδοῦνται (ἤτοι ν’ ἀντιγράψη αὐτὸ) πρὸς ἔλεγχον τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου, ὅτι ὁμόφρων ἐστὶ τοῦ ἀναθεματισθέντος Παύλου τοῦ Σαμοσατέως πρὸ ἑκατὸν ἑξήκοντα ἐτῶν ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων…
(MΗΛΙΑ, Α’, σ. 442)

(σ.σ. Η παρούσα περικοπή παρουσιάζει τρία αξιοσημείωτα ευρήματα τα οποία μας βοηθούν να βγάλουμε ασφαλή και χρήσιμα συμπεράσματα δια την παναίρεση της εποχής μας. Πρώτον, συντάχθηκε προ της συνοδικής καταδίκης του Νεστορίου, δεύτερον, κατονομάζει τον Νεστόριο ως αιρετικό και τον συνταυτίζει με τον Παύλο του Σαμοσάτεως, ο οποίος ήταν τη δεδομένη στιγμή κεκριμένος από Ορθόδοξη Σύνοδο αιρετικός. Μάλιστα, η πατριαρχική ιδιότητα του Νεστορίου δεν αναφέρεται καθόλου! Τρίτον, η προκήρυξη απευθύνεται σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας, ακόμα και στους λαϊκούς, γεγονός που καταμαρτυρεί την ευθύνη που όλοι έχουμε εν καιρώ αιρέσεως. Μάλιστα, η διαμαρτυρία συνετάχθη υπό ενός λαϊκού. Φυσικά, πρέπει να μας προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι μετά τους αγώνες του Ευσεβίου κατά της [άκριτης ακόμα] αιρέσεως, του δόθηκε από την Εκκλησία το επισκοπικό αξίωμα…) 



Όσιος Υπάτιος
·         Γνούς δε ὁ Ὑπάτιος, ὅτι παρ’ ὅ δεῖ ἐφρόνησεν ὁ Νεστόριος, εὐθέως περιεῖλεν ἐν τῶ ἀποστολείω το ὄνομα αὐτοῦ, τοῦ μη ἀναφέρεσθαι ἐν τῆ προσφορᾶ. Γνούς δε τοῦτο ὁ εὐλαβέστατος Εὐλάλιος, δεδοικώς την ἔκβασιν τοῦ πράγματος, ἠν γάρ ἐγκρατής ἐν τῆ πόλει ὁ Νεστόριος, λέγει τῶ Ὑπατίω: Διατί περιεῖλες το ὄνομα αὐτοῦ μη γινώσκων το ἀποβησόμενον; Ὁ δε Ὑπάτιος ἔφη:Ἐγώ ἀφ οὑ ἔγνων ὅτι ἄδικα λέγει περί τοῦ Κυρίου μου, οὐ κοινωνῶ αὐτῶ οὔτε ἀναφέρω το ὄνομα αὐτοῦ. Ἐκεῖνος γάρ οὐκ ἔστιν ἐπίσκοπος. Τότε λέγει ὁ ἐπίσκοπος ἐν ὀργῆ: ὕπαγε, διόρθωσον ὅ ἐποίησας, ἐπεί τι ποιῆσαι ἔχω εἰς σε. Ὁ δε Ὑπάτιος ἀπεκρίθη: ὅ θέλεις ποίησον, ἐγώ γάρ πάντα προεθέμην παθεῖν και οὕτω ταῦτα ἐποίησα… 
(Αcta Sanctorum, Nov./B, page 267)

(σ.σ.  Τα διαδραματιζόμενα γεγονότα αποτελούν έναν ακριβή οδοδείκτη για την επίλυση δύο σημαντικών προβλημάτων που μπερδεύουν αρκετό κόσμο.      α) όσους λένε ότι τα Άγια Μυστήρια είναι άκυρα άνευ της μνημονεύσεως του επισκόπου και β) ότι όταν κάποιος αποτειχιστεί από τον αιρετικό, οικείο του επίσκοπο, πρέπει υποχρεωτικά να μνημονεύσει κάποιον άλλον ορθόδοξο επίσκοπο, διαφορετικά το μυστήριο θα είναι ελλιπές. Εδώ ο Άγιος, τελούσε τα μυστήρια χωρίς να μνημονεύει τον (άκριτο από Σύνοδο τη δεδομένη στιγμή) Νεστόριο, που ήταν ο οικείος του επίσκοπος, ενώ επίσης δεν γίνεται καθόλου αναφορά για το ότι επιχείρησε να εισαγάγει στα δίπτυχα του το όνομα ενός άλλου ορθοδόξου επισκόπου. Αν η πράξη αυτή ήταν απαραίτητη για την ορθόδοξη και αγιοπατερική πορεία της αποτείχισης, θα αναφερόταν στο συγκεκριμένο περιστατικό ως απαιτούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρξουν παρανοήσεις από τους σύγχρονους και μεταγενέστερους χριστιανούς. )

Συνέχεια : http://apotixisis.blogspot.ca/




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου