Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Περί της οικοδομής του θείου Ναού.

Περί της οικοδομής του θείου Ναού.                                                                                                            
 Μετά χρόνους τινάς, αφ’ ότου ο Σίμων έδωκε τον στέφανον και την χρυσήν ζώνην εις τον Θεοδόσιον, ήλθον εκ Βυζαντίου τέσσαρες αρχιτέκτονες ένδοξοι προς τον Όσιον Αντώνιον και τον Θεοδόσιον, ερωτώντες αυτούς και λέγοντες· «Εις ποίον τόπον βούλεσθε να οικοδομήσετε τον Ναόν»; Ο δε Αντώνιος είπεν· «Όπου ο Κύριος ευδοκήσει και φανερώσει εις ημάς». Λέγουν οι αρχιτέκτονες· «Και πως σεις, οι οποίοι γνωρίζετε την ημέραν της τελευτής σας, αγνοείτε τον τόπον της οικοδομής; Δεν εδώκατε σεις τον μισθόν της οικοδομής εις Κωνσταντινούπολιν; Πως λοιπόν τώρα λέγετε δεν γνωρίζετε»; Τότε ο Αντώνιος, γνωρίσας τω πνεύματι ότι επισκοπή τις θεία εγένετο άνωθεν, ηρώτησε τους αρχιτέκτονας λέγων εις αυτούς· «Είπατε εις ημάς, τέκνα, τίνες είναι οι λόγοι τους οποίους λαλείτε προς ημάς; Ότι περί τούτων ουδέν γνωρίζομεν». Οι δε απεκρίθησαν λέγοντες· «Καθημένων ημών εις τινα οίκον εις Κωνσταντινούπολιν, ημέραν τινά, πρωϊας έτι ούσης, ανατέλλοντος του ηλίου, ήλθον προς ημάς βασιλικοί τινες άνθρωποι προσκαλούντες ημάς, ίνα απέλθωμεν ταχέως εις τον Ναόν των Βλαχερνών, ότι ζητεί ημάς η βασίλισσα προς οικοδομήν Παλατίου τινός· ημείς δε νομίσαντες ότι η γυνή του βασιλέως εκάλει ημάς ίνα απέλθωμεν μετά των βασιλικών δορυφόρων εκείνων εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν, ηρωτήσαμεν αυτούς ποίος ζητεί ημάς. Οι δε εκεί παρόντες νέοι τινές θαυμάσιοι άνδρες είπον εις ημάς· η βασίλισσα Κυρία ημών προσκαλεί ημάς».                               
«Μεταβάντες λοιπόν τότε ημείς εις τον Ναόν, είδομεν την Βασίλισσαν με πλήθος δορυφόρων περικυκλουμένην και πεσόντες προσεκυνήσαμεν Αυτήν ευλαβώς. Εκείνη δε είπεν εις ημάς· «Θέλω ίνα απέλθητε εις Κίεβον της Ρωσίας και οικοδομήσετε Ναόν ωραίον εις την πρωτεύουσαν εκείνην πόλιν· ιδού δε δίδω εις ημάς από τώρα την πληρωμήν του κόπου σας δια χρόνους τρεις εκδουλεύσεως, όπως οικοδομήσετε τον Ναόν ως εγώ επιποθώ». Τότε ημείς προσκυνήσαντες την Βασίλισσαν είπομεν προς Αυτήν· «Εις μακρινόν τόπον στέλλεις ημάς, Κυρία, και εις γην αλλοτρίαν και προς ποίον θα υπάγωμεν»; Η δε είπεν εις ημάς· «Ιδού ούτοι οι δύο Μοναχοί Αντώνιος και Θεοδόσιος, οίτινες είναι πλησίον μου (δείξασα σας δακτυλοειδώς), προς αυτούς θα υπάγετε». Τότε πάλιν είπομεν προς Αυτήν· «Τίνος ένεκεν, ω Δέσποινα, δίδεις εις ημάς το χρυσίον από εδώ; Ούτοι οίτινες μέλλουν να οικοδομήσουν τον Ναόν ας έχουν και την φροντίδα της πληρωμής του μισθού του έργου ημών». Απεκρίθη προς ταύτα η Βασίλισσα· «Ο Αντώνιος ούτος αφού τελέση την ευχήν της ενάρξεως της οικοδομής του Ναού θέλει απέλθει εις τας αιωνίους Μονάς, ίνα αναπαυθή. Ο Θεοδόσιος δε ούτος, μετά τον δεύτερον χρόνον της οικοδομής, θέλει ακολουθήσει και αυτός τον γέροντα δια να αναπαυθή εις την ατελεύτητον μακαριότητα. Τούτου λοιπόν ένεκα δίδω εις σας το χρυσίον ως μισθόν της εργασίας σας, λάβετε δε όσον βούλεσθε, διότι άλλος να σας πληρώση εκεί δεν έχει, ουδέ δύναται· ότε δε η οικοδομή του Ναού περατωθή, τότε εγώ η ιδία θα έλθω μόνη εκεί να ίδω το έργον σας και να μείνω εκεί δια παντός».                                                                                        
 «Ταύτα η Βασίλισσα ημών ειπούσα, έδωκεν εις ημάς το χρυσίον το οποίον έχομεν μεθ’ ημών· είτα έδωκεν εις ημάς και λείψανα Αγίων επτά Μαρτύρων, ήτοι του Αγίου Αρτεμίου, του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, του Αγίου Μάρτυρος Λεοντίου, του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου του εν Ασκάλωνι, του Αγίου Μάρτυρος Αρέθα, του Αγίου Μάρτυρος Θεοδώρου και έτερον του Αγίου Μάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου». Ταύτα τα επτά λείψανα δούσα η Βασίλισσα είπεν, ίνα θέσωμεν αυτά εις τα θεμέλια του βήματος του Ναού προς αγιασμόν και στερέωσιν αυτού, όπως διαμείνη αιωνίως έως της συντελείας. Τότε ημείς παραλαβόντες το χρυσίον και τα άγια λείψανα ηρωτήσαμεν και δια το μήκος, το εύρος και το ύψος του Ναού, πόσον επιθυμεί να γίνη· Εκείνη δε είπε· «Το μέτρον του Ναού απέστειλε προηγουμένως εκεί ο Υιός μου και όταν υπάγετε θέλετε εύρει αυτό· όταν δε εξέλθετε εκ του Ναού τούτου των Βλαχερνών θέλετε ίδει τον Ναόν τον οποίον μέλλετε να οικοδομήσετε». Ως δε εξήλθομεν του Ναού των Βλαχερνών ημείς, είδομεν εις το ουράνιον ύψος Ναόν θαυμαστόν, τον οποίον σταθέντες εβλέπομεν θαυμάζοντες. Ότε δε είδομεν αυτόν καλώς εστράφημεν εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν και ηρωτήσαμεν την Βασίλισσαν εις τίνος Αγίου όνομα θέλει εγερθεί ο Ναός· Η δε είπεν· «Εις το Εμόν όνομα». Τότε ημείς εντραπέντες και υπό δειλίας κρατηθέντες, δεν απετολμήσαμεν να ερωτήσωμεν και να μάθωμεν το όνομα Αυτής, διότι μόνη Αύτη είπεν επ’ ονόματι της Θεοτόκου να σεμνύνεται ο Ναός. Είτα έδωκεν εις ημάς και μίαν εικόνα της Θεοτόκου, ειπούσα· «Επ’ ονόματι Αυτής να τιμηθή ο Ναός». Τότε ημείς προσκυνήσαντες την Βασίλισσαν, ελάβομεν την Εικόνα εκείνην και επορεύθημεν εις τους οίκους ημών και ητοιμάσθημεν εις ποντοπορίαν κατά την διαταγήν της Βασιλίσσης, επιβάντες δε εις πλοίον επλεύσαμεν και εφθάσαμεν ήδη προς υμάς». Ταύτα ακούσας ο Όσιος Αντώνιος και ο Θεοδώσιος και οι λοιποί αδελφοί της Μονής έμειναν εξεστηκότες· και επάραντες τας χείρας προς τον ουρανόν εδόξαζον τον Θεόν και την Θεοτόκον εμεγάλυνον δια τα παράδοξα και θαυμάσια ταύτα σημεία. Ο δε Όσιος Αντώνιος είπεν εις τους αρχιτέκτονας· «Ημείς, ω τέκνα, ούτε την Κωνσταντινούπολιν είδομεν, ούτε εις την γην των Ελλήνων απήλθομεν προσφάτως, καθώς σεις λέγετε, αλλά προ ετών». Οι δε οικοδόμοι ώμνυον μεθ’ όρκου λέγοντες· «Εκ των χειρών των δύο υμών ελάβομεν το χρυσίον, το οποίον η Θεοτόκος παρέδωκεν εις ημάς. Σεις δε οι ίδιοι προεπέμψατε ημάς εκ των οικιών ημών έως του πλοίου και ιδού μετά δύο ημέρας εφθάσαμεν ώδε». Τότε είπεν εις αυτούς ο Αντώνιος· «Σύνετε, ω τέκνα, ότι μεγάλης χάριτος ηξιώθητε· όθεν πρέπον είναι εις υμάς, ίνα μετά προθυμίας πολλής αρξάμενοι εκτελέσητε το έργον σας κατά την θείαν βούλησιν. Μάθετε όμως τούτο, ότι οι νέοι εκείνοι, οίτινες εκ των οίκων σας προσεκάλεσαν ημάς δεν ήσαν άνθρωποι, ως νομίζετε, αλλά θείοι Άγγελοι, η δε Βασίλισσα εκείνη δεν ήτο η γυνή του επιγείου βασιλέως, αλλά η Μήτηρ του επουρανίου Βασιλέως Χριστού του Θεού ημών· οι δε δύο Μοναχοί εκείνοι οι δώσαντες εις υμάς το χρυσίον δεν είμεθα ημείς, αλλ’ ο τα πάντα προς το συμφέρον οικονομών Θεός ούτως ωκονόμησεν, ίνα οικοδομηθή ο Ναός Αυτού».                         
«Η προς ημάς λοιπόν έλευσις, ω τέκνα, υπάρχει ευλογημένη, οδηγόν αγαθόν έχουσα την εικόνα της Θεοτόκου, την οποίαν η ιδία Δέσποινα του παντός ενεχείρισεν εις υμάς και Αυτή θέλει αποδώσει τον μισθόν σας ως υπέσχετο, και θέλετε απολαύσει τα ουράνια αγαθά εκείνα, α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε, τα οποία ουδείς άλλος δύναται να χαρίση εις τινα ειμή μόνη Αύτη η πάντων Βασίλισσα και ο μονογενής Αυτής Υιός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός». Ταύτα ειπών ο Αντώνιος, επέδειξεν εις αυτούς τον στέφανον και την χρυσήν ζώνην ειπών· «Ιδού η ζώνη την οποίαν ο Σίμων εκ της Ιταλίας εκόμισε με της οποίας το μέτρον θέλει κτισθή ο Ναός εις τε το μήκος και το πλάτος και ύψος αυτού». Ταύτα ακούσαντες οι οικοδόμοι εθαύμασαν και πεσόντες προσεκύνησαν τον θαυμαστόν Θεόν ημών, είτα επηρώτησαν τον Αντώνιον εις ποίον τόπον ητοίμασαν να εγερθή ο Ναός. Ο δε Αντώνιος είπεν· «Ας δεηθώμεν του Θεού εκτενώς ημέρας τρεις, και αυτός θέλει δείξει εις ημάς τον τόπον τον οποίον προητοίμασεν». Εν τω μεταξύ ο λαός της πόλεως Κιέβου, μαθόντες την έλευσιν των οικοδόμων, συνήχθησαν εις την Μονήν· και οι μεν έλεγον εις τούτον τον τόπον αρμόζει να κτισθή, άλλοι δε αλλαχού. Ο δε ευσεβέστατος ηγεμών, διερχόμενος και αυτός εκείθεν, ιδών την αμφισβήτησιν του λαού, ηρώτησε το αίτιον της συνάξεως, και μαθών τα πάντα παρά των οικοδόμων εκείνων, χαράς και θάμβους πλησθείς και εμπνευσθείς θεόθεν, έδειξε δακτυλοειδώς τόπον ιδικόν του λέγων· «Ιδού ο εμός χώρος ούτος, τούτον αφιερώ εις τον Θεόν εις οικοδομήν του Ναού, εις αυτόν δε τον τόπον οικοδομήσατε τον Ναόν». Ταύτα είπεν ο ηγεμών. Ο δε Όσιος Αντώνιος προσηύχετο κατά μόνας ως και οι Μοναχοί κατ’ ιδίαν έκαστος. Κατά δε την πρώτην νύκτα προσευχομένου του Αντωνίου, ήκουσε φωνήν λέγουσαν εις αυτόν· «Αντώνιε, εύρες χάριν παρ΄ εμοί». Ο δε Αντώνιος είπε· «Κύριε, εάν εύρον χάριν ενώπιόν σου, ας καταβή δρόσος εις τον τόπον εις τον οποίον ηυδόκησας να οικοδομηθή ο οίκος σου, εις δε την λοιπήν γην ας γίνη ξηρασία ως και εις τον θεράποντά σου Γεδεών τον Προφήτην υπέδειξας». Το δε πρωί ο τόπος επί του οποίου έμελλε να οικοδομηθή ο Ναός ευρέθη όλος υγρός ως τον πόκον του Γεδεών· ο δε λοιπός τόπος ήτο κατάξηρος. Την δευτέραν νύκτα εδεήθη του Θεού ο Αντώνιος, ίνα ο μεν τόπος εις τον οποίον έμελλε να κτισθή ο Ναός μείνη κατάξηρος, ο δε λοιπός έξωθεν να είναι κάθυγρος, ούτω δε και εγένετο το πρωί, διότι όλος ο χώρος έξωθεν μεν ήτο υγρός, εις δε τον τόπον εις τον οποίον έμελλε να κτισθή ο Ναός ήτο ξηρασία. Την δε τρίτην ημέραν σταθείς ο Αντώνιος ηυλόγησε τον τόπον και λαβών την χρυσήν ζώνην εμέτρησε τον τόπον· είτα υψώσας τας χείρας αυτού προς τον ουρανόν, ηύξατο να καταβή πυρ ουρανόθεν ως και ο Ηλίας εποίησε, προς πίστωσιν πάντων, ότι θέλημα Θεού ήτο εις τον τόπον εκείνον να οικοδομηθή ο Ναός. Ευχομένου δε του Οσίου, κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγε το δάσος των δένδρων και θάμνων πάντων της γης εκείνης· τους δε λίθους και το χώμα της γης το πυρ εκείνο έλειξεν, εις όλον τον τόπον επί του οποίου έμελλε να οικοδομηθή ο Ναός, ώστε πάντες οι παρευρεθέντες έπεσον πρηνείς κατά γης εκ του φόβου αυτών, μείναντες ως νεκροί άφωνοι. Όθεν επληροφορήθησαν ότι θέλημα Θεού ήτο να κτισθή ο Ναός εις τον τόπον εκείνον. Και ποιήσαντος ευχήν του Οσίου Αντωνίου, έβαλον τα θεμέλια εν έτει 1073 κατά τους χρόνους του Βυζαντινού βασιλέως Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Δούκα του Παρακοιμωμένου και Πατριάρχου Γεωργίου, Μιχαήλ δε Αρχιεπισκόπου Ρωσίας. Κατέθεσαν δε τα άγια λείψανα των Αγίων επτά Μαρτύρων εις τα θεμέλια του Ναού, κατά την διάταξιν της Θεοτόκου και εκεί μένουσι μέχρι της σήμερον. Ήρχισε λοιπόν ο αρχιτέκτων την οικοδομήν του Ναού ως άλλος Βεσελεήλ, οδηγούμενος παρά του νέου Μωϋσέως Αντωνίου, όστις καθώς ο θαυματουργός Νικόλαος ευρέθη θαυμασίως εις Βυζάντιον και ήλεγξε τον βασιλέα Κωνσταντίνον και τον Αβλάβιον, ούτω και ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος προσευχόμενος εις το σπήλαιον, ευρέθη παραδόξως εις Βυζάντιον, καθώς ο Αββακούμ· και αυτός ιδιοχείρως έδωσε το χρυσίον εις τους οικοδόμους· όθεν κατά το μήκος της ζώνης τριάκοντα μέτρα ύψος, δέκα εις πλάτος, και πεντήκοντα εις το μήκος, εκτίσθη ο θαυματόβρυτος Ναός της Θεοτόκου, εκεί όπου θεία χάριτι μέχρι της σήμερον ευρίσκεται. Ο δε Όσιος Αντώνιος, καθώς ητοίμασε την οικοδομήν του θείου Ναού, ούτως ητοίμασε και την εκ των επιγείων αναχώρησιν αυτού προς τας αιωνίους Μονάς· και καθώς ο χειροποίητος Ναός εκείνος εκτίζετο με θαυμάσιον καλλονήν, ούτω και ο αχειροποίητος οίκος της αιωνίου μακαριότητος ητοιμάσθη εις τους ουρανούς, ως και αυτός προητοίμασεν εαυτόν προς την εκεί αποδημίαν και κατασκήνωσιν της άνω Ιερουσαλήμ, της αγίας πόλεως Σιών, ως περί αυτής γράφει ο Θεολόγος Ιωάννης εις την Αποκάλυψιν αυτού, ότι Ναός της πόλεως αυτής είναι ο Κύριος. Κατά τον λόγον λοιπόν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, τον οποίον είπεν εις τους οικοδόμους εν τω πανσέπτω Ναώ των Βλαχερνών, ότι ο Όσιος Αντώνιος την ευχήν της ενάρξεως της οικοδομής μόνον θέλει ποιήσει, είτα θέλει μεταβή εκ της προσκαίρου ζωής εις την αιώνιον ανάπαυσιν, ούτω και εγένετο. Ο δε Όσιος Θεοδόσιος μετά το δεύτερον έτος της οικοδομής του θείου Ναού εκοιμήθη και αυτός εν Κυρίω και απήλθε χαίρων εις τους ουρανούς. Εδοκιμάσθη δε ο Όσιος Αντώνιος με πολλούς πειρασμούς ως χρυσός εν καμίνω· ότι ο αντικείμενος Σατάν, βλέπων τα ένθεα αυτού κατορθώματα, εξήγειρε κατ’ αυτού αισθητούς και νοητούς πειρασμούς καθώς και εις τας ημέρας του ηγεμόνος Ιζεσλάβ. Κατέτρεξε δε ο μιαρός Σατάν τον Όσιον και εδίωξε του σπηλαίου και δια δευτέραν φοράν καθώς και πρότερον. Συνέβη δε τούτο ως εξής· ότε οι βάρβαροι νικήσαντες τον στρατόν των Χριστιανών κατέτρεχον τας πόλεις και κατεδυνάστευον τους κατοίκους του Κιέβου, παρεκίνει ο λαός τον Ιζεσλάβ, ίνα κινήση πόλεμον κατά των εχθρών· αυτός δε φοβούμενος μήπως ήθελε νικηθή πάλιν, ως πρότερον, καθώς προεγράψαμεν, δεν ήθελε να κινηθή. Όθεν ο λαός επανεστάτησε κατ’ αυτού και εκβαλόντες τους εγκεκλεισμένους εις τας φυλακάς και τον άρχοντα Ισλάβαν ανεβίβασεν αυτόν εις τον θρόνον· ο δε Ιζεσλάβ κατέφυγεν εις Λεχίαν. Γενόμενος λοιπόν εξουσιαστής ο Ισλάβας, εθυμώθη κατά του Οσίου Αντωνίου εκ συνεργείας του πονηρού· διότι άρχων τις διέβαλε τον Όσιον ως επίβουλον του Ισλάβα, και υπερασπιστήν όντα του φυγόντος Ιζεσλάβ και ότι ο Όσιος τας τοιαύτας ταραχάς υπεκίνησεν. Ο δε Όσιος Αντώνιος επεμελείτο τότε Μοναχόν τινα έγκλειστον Ισαάκιον καλούμενον, όστις πλανηθείς από τον πονηρόν εδέχθη φαντασίαν, κατά την οποίαν του εφάνη ο Σατανάς εις είδος Χριστού και απατηθείς εχόρευσε μετ’ αυτού, είτα καταπληγώσας αυτόν αφήκεν ημιθανή κείμενον και εκινδύνευεν ο άθλιος εις θάνατον. Τούτο μαθών ο Αντώνιος σπλαγχνισθείς παρέλαβεν αυτόν και επεμελείτο την θεραπείαν του· ο δε διάβολος, φθονήσας την ιατρείαν του Ισαακίου, θέλων ίνα μείνη ανίατος και κερδήση αυτόν, μη επιτυχών δε εξήγειρε τον τοιούτον πειρασμόν κατά του Αντωνίου, του να διωχθή εκείθεν, το οποίον και κατώρθωσε δια του Ισλάβα, όστις εδίωξε τον Όσιον εκ του σπηλαίου. Ο δε αδελφός του άρχοντος, μαθών τον διωγμόν του Οσίου, αποστείλας δια νυκτός ανθρώπους ιδικούς του, έφερεν αυτόν εις Τζερνόκοβον ή Τζερνίγωβ, ένθα εξουσίαζεν ο άρχων ούτος· ένθα ευρών τόπον ήσυχον ο Αντώνιος, εις όρος Μονδίνε καλούμενον, πλησίον της πόλεως, έσκαψε σπήλαιον και κατώκησε, το οποίον ύστερον έγινε Μοναστήριον. Μετά δε ολίγον καιρόν, γνωρίσας ο αυθέντης ότι αδίκως εδιώχθη ο Όσιος και ότι καμμίαν επιβουλήν κατ’ αυτού δεν εποίησε και ότι σατανική ενέργεια ήτο να διωχθή εκείθεν ο Όσιος, δια να εμποδίση την των πολλών ωφέλειαν, μεταμεληθείς, απέστειλεν ανθρώπους προς τον Όσιον εις την επαρχίαν Τζεριβόσκιεβαλ, παρακαλών αυτόν να επανέλθη εις το σπήλαιόν του. Ο δε ΌΟσιος, ως πράος και αμνησίκακος ων, εδέχθη την πρόσκλησιν του άρχοντος και επέστρεψεν εις τους αδελφούς, οίτινες ήσαν τεταραγμένοι δια την αναχώρησίν του και ευρίσκοντο ως πρόβατα χωρίς ποιμένα· ότι ο Θεός δεν ήθελε να λείψη ένας τοιούτος φωστήρ, όστις εφώτιζε δια των αρετών αυτού και θαυμάτων πάσαν την των Ρώσων ευσεβή επικράτειαν. Επανελθών λοιπόν ο Όσιος εις Κίεβον, ήρχισεν ανασυνιστών το μοναδικόν τάγμα ως πρότερον, το οποίον ήρχισε παρά Βλαδιμήρου του ευσεβούς άρχοντος, αλλ’ ύστερον ημελήθη, πάλιν δε παρά του Οσίου Αντωνίου συνεκροτήθη και επληθύνετο· από όσους δε πειρασμούς εδοκίμασε, μάλλον ενεδυναμούτο και εστερεούτο ο Άγιος, χωρίς ποσώς να εκκλίνη του όρου της ηθικής ή ασκητικής αυτού διαγωγής. Εκοπίασε λοιπόν ο Όσιος εις το σπήλαιον πολύ, έως ου τον εχθρόν τελείως εξενεύρισε και με την υπομονήν, καρτερίαν και προσευχήν αυτού παντελώς κατεπάτησεν, ότι κατά τον λόγον του Κυρίου το γένος αυτό το σατανικόν εν προσευχή και νηστεία διώκεται. Οι δε λοιποί του Οσίου αγώνες ήσαν αναρίθμητοι· η στάσις αυτού παννύχιος· η αγρυπνία σύντονος, γονυκλισίαι αναρίθμητοι, προσευχή αδιάλειπτος, οι δε λοιποί αγώνες απαράμιλλοι χωρίς να αμελήση ποσώς ή να αφήση το σπήλαιον· ότι πάντοτε εις σκοτεινόν, αφεγγή και στενόν τόπον επάλαιε μετά του δεινού κοσμοκράτορος ο αείμνηστος. Καθώς δε εις μεγαλυτέρους πόνους εξεδόθη, ούτω και μεγαλύτερα θαυμάσια ετέλει παραδόξως ο σημειοφόρος πατήρ Αντώνιος. Αλλά ποίον πρώτον των ενθέων κατορθωμάτων αυτού να διηγηθώμεν καθώς πρέπει; Ότι όλην την ζωήν αυτού εις αρετάς και θαύματα διετέλεσεν, εις σπήλαια οικιών ως εις τάφον και όλος ο βίος αυτού μία ενθύμησις θανάτου ήτο κατά τον θείον Απόστολον τον λέγοντα· «Καθ’ ημέραν αποθνήσκω», κατά δε τον ψαλμωδόν· «ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην· και εφύλαξα τον νόμον και τα δικαιώματά σου, Κύριε, ότι αγαλλίαμα της καρδίας μου εισίν»· διο και η καρδία αυτού ήτο έτοιμος πάντοτε προς την εκείθεν αποδημίαν. Μόνον δε δια το λογικόν αυτού ποίμνιον εφρόντιζεν, ίνα μη αφήση αυτό τεταραγμένον· αυτός δε επόθει πάντοτε να εκδημήση εκ του σώματος προς τον ποθούμενον εις αυτόν Θεόν κατά τον θείον Απόστολον· «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α: 23). Προγνωρίσας λοιπόν την εκ του σώματος διάζευξιν, συνήγαγε τα πνευματικά αυτού τέκνα και ενουθέτει αυτά, υποσχόμενος εις αυτούς ότι μετά θάνατον θέλει ευρίσκεται πνευματικώς με αυτά και δεν θέλει χωρισθή εκ του τόπου αυτού και εκ του Αγίου Όρους και εκ των επικαλουμένων αυτόν με πίστιν, αλλά θα επισκέπτεται και θα οικονομή αυτούς σωματικώς τε και ψυχικώς και όσους παραμείνωσιν εις εκείνον τον άγιον τόπον και αγωνίζωνται δια την εαυτών σωτηρίαν, αφήκε δε την ευλογίαν αυτού την εκ του όρους Άθω δι’ αυτού ίνα μεταδοθή εν Ρωσία, ίνα διαμείνη εις τους μετέπειτα αιωίως. Ως δε αυτός αγωνισθείς και τελέσας καλώς τον δρόμον του εξεδέχετο της δικαιοσύνης τον στέφανον παρά του δικαίου κριτού, ούτω και αυτοί να αγωνίζωνται μέχρι τέλους της ζωής αυτών, ίνα στεφανωθώσιν. Ως δε αυτός εφάνη ελεήμων εις όλους, ούτως ηύχετο να πολιτεύωνται και τα τέκνα αυτού, υπάρχοντες συμπαθείς και ελεήμονες προς τους ενδεείς και ξένους, ίνα και αυτοί ελεηθώσι παρά του ελεήμονος Θεού, και τελέσωσι την παρούσαν βιοτήν εν μετανοία και εξομολογήσει. Έζησε λοιπόν ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος εις το σπήλαιον εκείνο, το οποίον ύστερον ο ίδιος εποίησε, χρόνους δέκα εξ και εν αυτώ ετελειώθη εν Κυρίω, απελθών εις τας αιωνίους μονάς τη δεκάτη Ιουλίου, εν έτει από κτίσεως κόσμου 6581, από δε της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού 1073· έζησε δε χρόνους ενενήκοντα, επί αυθεντών ηγεμόνων Κιέβου της Ρωσίας Σιατοσλάβου, Ιαροσλάβου, Ιζεσλάβ και Ισλάβα, επί δε βασιλέων Κωνσταντινουπόλεως Βασιλείου του νέου και Πορφυρογεννήτου και Ρωμανού Αργυροπούλου, μέχρι Ρωμανού εσχάτου του Διογένους, ο δε θάνατος του Οσίου ήτο τω όντι τίμιος έναντι Κυρίου και απέλαβε τον μισθόν των πόνων αυτού. Ότε δε εκοιμήθη εις το σπήλαιον, το οποίον σώζεται νυν κάτωθεν της μεγίστης Μονής (της οποίας ο Ναός τότε εκτίζετο, ως προείπομεν) εκεί έσωθεν του σπηλαίου ενεταφιάσθη το ιερόν αυτού λείψανον, ένθα τους ασκητικούς αυτού αγώνας ετέλεσε. Διότι ούτω ήτο πρέπον, ότι καθώς ο θείος πατήρ μεμονωμένως και κεχωρισμένως της συναυλίας των πολλών τον βίον διήνυσε, όπως απερισπάτως τω Θεώ εν ησυχία προσεύχεται, ούτω και το άγιον αυτού λείψανον να ενταφιασθή μόνον, μακράν των λοιπών σωμάτων, ως και ζων ηγάπησεν. Ουχί δε μετά των πολλών· διότι έπρεπε καθώς ο πάλαι νομοθέτης του Ισραηλιτικού λαού με κεκαλυμμένον πρόσωπον κατερχόμενος εκ του όρους Σινά ελάλει προς τους υιούς Ισραήλ, δια την δόξαν του προσώπου αυτού, ούτω και ο νέος ούτος νομοθέτης των της Ρωσίας Μοναχών του νέου Ισραήλ. Καθώς έζη εν τω σπηλαίω συνομιλών μετά του Θεού μόνος και δια των υψηλών θεωριών κατελαμπρύνετο το πρόσωπον αυτού εκ της θείας ελλάμψεως, ούτω και μόνος έπρεπε να ενταφιασθή εν τω σπηλαίω. Καθώς δε ο θεσπέσιος Μωϋσής λαβών τας πλάκας του νόμου παρά Θεού έδωκεν εις τους Εβραίους, ούτω και ο μακάριος Αντώνιος, λαβών τας εντολάς του αγίου σχήματος παρά του αγίου Γέροντος εκ του αγιωνύμου όρους του Άθωνος, παρέδωκεν αυτάς εις τους εν Ρωσία Μοναχούς τας οποίας φυλάττουσιν απαραβάτως μέχρι της σήμερον. Καθώς δε το σώμα του προφήτου Μωϋσέως ετάφη εις το όρος μη γνωσθέν παρά των Εβραίων, δια Αγγέλου ενταφιασθέν, ούτω και ο τάφος του Οσίου Αντωνίου μένει άγνωστος εις τους πολλούς μέχρι του νυν. Καθώς δε ο μέγας εκείνος παλαιός Αντώνιος, ο καθηγητής της ερήμου, ετάφη κρυφίως παρά των μαθητών αυτού, παραγγείλας εις αυτούς, ίνα μη φανερώσωσι τον τάφον αυτού και μένει μέχρι του νυν άγνωστος, ούτω και ο νέος καθηγητής και πολιστής της ερήμου και ποδηγέτης των εν Ρωσία μοναστών, εν αγνώστω τόπω του σπηλαίου ετάφη και μένει ο τάφος του άγνωστος εις τους πολλούς μέχρι της σήμερον ημέρας, ο δε θαυμαστός εν βουλαίς Θεός ημών κρύπτει το ιερόν αυτού λείψανον, ίνα μένη άθικτον, ανέπαφον και αμέριστον μέχρι της παλιγγενεσίας, ίνα λάβη πάλιν αυτό και δια νεφέλης αρπαγείς απαντήση τον μετά δόξης ερχόμενον κριτήν ζώντων και νεκρών. Πολλοί πολλάκις εδοκίμασαν ίνα σκάψωσι το σπήλαιον και εύρωσι και λάβωσι μέρος προς αγιασμόν αυτών, αλλ’ εξήλθε πυρ και κατεδίωξεν αυτούς, καθώς και εις το του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου του εν Θεσσαλονίκη· παιδευθέντες δε σωματικώς, κατεκαύθησαν τα μέλη του σώματος των τολμησάντων να ανοίξωσι τον τάφον αυτού, έως ου μετανοήσαντες θερμώς δια την τόλμην αυτών, έλαβον την ίασιν παρά του Αγίου και την συγχώρησιν. Αν όμως και το ιερόν αυτού λείψανον μένη κεκρυμμένον από πάντας και μη ορώμενον εις το φανερόν, αλλ’ η χάρις αυτού και αντίληψις διανέμεται εις πάντας τους πιστούς τους αιτουμένους την βοήθειαν αυτού. Οξέως δε προφθάνει και τελεί παντοδαπάς τας ιάσεις εις τους ευλαβώς ερχομένους εν τω σπηλαίω αυτού, και την εικόνα αυτού κατασπαζομένους. Όχι δε μόνον εις τον εν Ρωσία Ναόν και σπήλαιον αυτού τελεί τας ιάσεις, αλλά πολλώ μάλλον και εν τω πρώτω αυτού οικήματι το εις το όρος της Σαμαρείας του Άθω το της ιεράς Μονής Εσφιγμένου, ένθα τους πρώτους αυτού αγώνας ετέλεσε και ως από σχολής της ουρανίου διδασκαλίας τελειωθείς, διδάσκαλος απεστάλη εις τους εν Ρωσία μονάζοντας, όπου και ο ιερός αυτού Ναός ανηγέρθη εις τιμήν και μνήμην αυτού.  Ως φως χρηματίσας απελαύνει το σκότος των της πονηρίας πνευμάτων, το δε σκότος των υπ’ εκείνων ενεργουμένων μακράν εκδιώκει και πάθη ποικίλα ψυχών και σωμάτων αφθόνως θεραπεύει. Καθώς και ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος υπ’ αυτού ιατρεύθη περί του οποίου ακούσατε. Ούτος ο Όσιος Ιωάννης (ούτος είναι ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο Έγκλειστος του εν Κιέβω σπηλαίου), φθόνω του πονηρού εδοκιμάσθη από πόλεμον πορνείας, εις τρεις ολοκλήρους χρόνους πολεμούμενος, πολλούς δε αγώνας και άσκησιν μετελθών δεν ηδυνήθη να απαλλαγή, έως ου ελθών εις τον τάφον του μάκαρος Αντωνίου έμεινε δεόμενος ημέρας και νυκτός· ήκουσε δε φωνήν θαυμασίως παρά του ζώντος Οσίου εν Κιέβω λέγουσαν εις αυτόν ταύτα· «Ιωάννη, Ιωάννη, πρέπει εις σε να κλεισθής εις σπήλαιον απρόσιτος εν ησυχία μακράν συνομιλίας και όψεως των ανθρώπων, και ούτω θέλει σε βοηθήσει ο Κύριος». Όθεν λάκκον ορύξας εν τω σπηλαίω ο Ιωάννης, ετάφη χωσθείς έως οσφύος αυτού και ούτω δια πρεσβειών του Οσίου Αντωνίου απηλλάγη του πολέμου, λαβών το χάρισμα της απαθείας και ηξιώθη να βλέπη τα πνεύματα της ακαθαρσίας ερχόμενα προς αυτόν δια να τον προσβάλλουν, αλλά δεν ηδύναντο να προσεγγίσωσιν αυτόν, περιπεφραγμένον όντα τη του Οσίου επικουρία. Εκ τούτου λοιπόν και εξ άλλων πολλών γίνεται φανερόν ότι ο Όσιος Αντώνιος και μετά θάνατον παρίσταται αοράτως εις τα τέκνα αυτού, επισκεπτόμενος και φυλάσσων αυτά καθάπερ και ζων παραδόξως από Κιέβου ευρέθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του Οσίου Θεοδοσίου και έδωκε το χρυσίον εις τους οικοδόμους εις ανέγερσιν του ιερού Ναού και αύθις πάλιν μετά δεκαετίαν εφάνη και απέστειλε τους ζωγράφους δια να ζωγραφίσωσι τον νεόδμητον Ναόν, ως ενταύθα ακολούθως θέλομεν υπομνήσει περί της εικονογραφήσεως του ιερού Ναού και περί του θαύματος του γενομένου εις τους ζωγράφους. Μετά την οσίαν κοίμησιν του πανοσίου πατρός ημών Αντωνίου, οικοδομουμένου του ιερού Ναού δι’ επιστασίας του Οσίου πατρός ημών Θεοδοσίου, ως προείπομεν, κοιμηθέντος και αυτού μετά δύο ετών παρέλευσιν, έλαβε την προστασίαν της μονής ο Όσιος Στέφανος, και ούτως ετελείωσε το έργον της οικοδομής του θείου Ναού. Τότε δε εκοιμήθη και αυτός εν Κυρίω, είτα δ’ έγινεν Ηγούμενος ο Όσιος Νίκων, εις του οποίου τας ημέρας έγινε θαύμα ανήκουστον παρόμοιον της αποστολής των οικοδόμων του θείου Ναού δια την εικονογράφησιν όλου του Ναού· συνέβη δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Εφάνησαν εις Κωνσταντινούπολιν ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος και ο Όσιος Θεοδόσιος ως ζώντες· προσεκάλεσαν δε ζωγράφους επιτηδείους δια να εικονογραφήσουν τον Ναόν, έφεραν δε αυτούς εις τον Ναόν των Βλαχερνών και έδειξαν εις αυτούς την εικονογράφησιν του θαυμασίου εκείνου Ναού, είπον δε εις αυτούς, ότι κατ’ αυτήν την εικονογράφησιν παρομοίως θέλετε εικονογραφήσει τον εν Ρωσία Ναόν της μονής Σπηλαίου εις Κίεβον. Συμφωνήσαντες δε την τιμήν του μισθού και των εξόδων αυτών, επλήρωσαν αυτούς (καθώς και πρότερον τους οικοδόμους). Λαβόντες δ’ εκείνοι τα χρήματα, ανέβησαν εις πλοίον. Πλέοντος δε του πλοίου εθεώρησαν εις το ύψος του ουρανού και είδον τον θαυμάσιον εκείνον Ναόν και ηπόρησαν. Βλέποντες δε αυτόν ούτω μέγιστον και υψηλόν με τρούλλον, υπελόγισαν ότι τα χρήματα άτινα έλαβον δεν ήσαν αρκετά δια την αγιογράφησιν αυτού· όθεν μεταμεληθέντες εβούλοντο να επιστρέψουν εις Βυζάντιον εις τους οίκους αυτών. Κατά την νύκτα όμως εκείνην, διότι ήτο εσπέρα τότε, ότε είδον την οπτασίαν του Ναού, ηγέρθη άνεμος ισχυρός, και μη γνωρίζοντες που έπλεον, συναρπασθέντος του πλοίου, άνευ κυβερνήσεως πηδαλίου, ώσπερ να εσύρετο δεδεμένον υπό τινων, εφέρετο. Οι δε ναύται μετά των επιβατών ηγωνίζοντο να επαναφέρωσιν αυτό εις τα όπισθεν, αλλά δεν ηδύναντο, διότι δι’ αοράτου δυνάμεως εφέρετο. Κατά την επομένην νύκτα είδον πάλιν τον Ναόν και μίαν εικόνα της Θεοτόκου, εις την οποίαν  ήτο η Θεοτόκος ως βασίλισσα καθώς εφάνη εν τω Ναώ των Βλαχερνών προς τους οικοδόμους, ομοία με την εικόνα την οποίαν έδωκεν εις αυτούς ίνα φέρωσιν εν τη μονή του Σπηλαίου, όταν τους εκάλεσε και τους απέστειλε δια να οικοδομήσωσι τον Ναόν. Ταύτην  λοιπόν την εικόνα είδον εις το ύψος μετά του οφθέντος Ναού, έλεγε δε η Θεοτόκος προς αυτούς· «ω άνθρωποι, τι μάτην κοπιάζετε φερόμενοι εναντίον του θελήματος του Υιού μου και θέλετε να επιστρέψετε εις τα όπισθεν; Εγώ δια του ανέμου θέλω σας φέρει ομού με το πλοίον εις τον τόπον όπου ευρίσκεται ο Ναός μου αυτός δια να τον ιστορήσετε (εικονογραφήσετε). Μάθετε δε ότι δεν θα δυνηθήτε πλέον να επιστρέψετε από εκεί, αλλά θα γίνετε Μοναχοί εις εκείνην την Μονήν, εις αυτήν δε την Μονήν θα διαμείνετε έως τέλους της ζωής σας. Έχετε όμως θάρρος, διότι εγώ θέλω είμαι βοηθός σας εις πάσας τας ανάγκας σας και μεσίτης προς τον Υιόν μου υπέρ της σωτηρίας των ψυχών σας, αλλά και την αιώνιον βασιλείαν θέλετε κληρονομήσει, ένεκα των Οσίων θεραπόντων ημών Αντωνίου και Θεοδοσίου των κτιτόρων του αγίου εκείνου οίκου μου». Ταύτα ακούσαντες, και ότι δεν θα δυνηθούν να επιστρέψουν πάλιν εις τους οίκους αυτών, μάλλον απεφάσισαν να επιστρέψουν εις τα οπίσω και πολλά καμόντες δεν ηδυνήθησαν, το δε πλοίον μάλλον εις τα έμπροσθεν ωθούμενον προέβαινεν. Αποκαμόντων λοιπόν άφησαν το πλοίον να πλέη όπου η ορμή του ανέμου έφερεν αυτό κατά την θείαν βούλησιν· όθεν διαπλέον ευρέθη δια του ποταμίου ρεύματος κάτωθεν της Μονής, και εξελθόντες του πλοίου ανέβησαν εις την Μονήν προς τον Ηγούμενον Νίκωνα και είπον εις αυτόν ως δήθεν δυσαρεστούμενοι· «Ημείς μεν, ω Ηγούμενε, επληρώθημεν εις Κωνσταντινούπολιν παρά των υμετέρων μοναχών, ίνα εικονογραφήσωμεν τον Ναόν της Μονής σας, αλλ’ ημείς εκεί μη ιδόντες το μέγεθος και το ύψος ελάβομεν ολίγην ποσότητα χρημάτων μη επαρκούσαν εις την εκδούλευσιν και δαπάνην ημών· ας έλθουν λοιπόν οι δύο εκείνοι γέροντες οι συμφωνήσαντες μεθ’ ημών, όπως κατά το μέγεθος και το ύψος του Ναού γίνη και η συμφωνία, ει δε μη, ας λάβουν τα χρήματα τα οποία έδωκαν εις ημάς και ημείς επιστρέφομεν εις τον τόπον ημών». Ο δε Όσιος Νίκων ουδεμίαν είδησιν περί τούτων έχων, θαυμάσας είπεν εις αυτούς· «Μετά ποίων γερόντων, ω τέκνα, την συμφωνίαν εποιήσατε;» Εξιστορούντων δε αυτών τους χαρακτήρας των δύο Μοναχών, ηννόησεν ο Όσιος Νίκων ότι περί των Οσίων έλεγον και ότι πρόκειται δια θαυμάσιον τι γεγονός, το οποίον έκαμον οι Όσιοι προς αυτούς δια την εικονογράφησιν του Ναού. Έφερε δε τας εικόνας των Οσίων Αντωνίου και Θεοδοσίου και έδειξεν αυτούς· οι δε ιδόντες τας μορφάς των εικόνων απαραλλάκτους προς τας των συμφωνησάντων μετ’ αυτών, είπον· «Ούτοι είναι τω όντι», εζήτουν δε να ίδουν αυτούς, νομίζοντες ότι έζων έτι. Τότε είπε προς αυτούς ο Νίκων· «Τεκνία, ούτοι δεν υπάρχουσιν ήδη προς ημάς, αλλά προ χρόνων εκοιμήθησαν εν Κυρίω· προνοούσι δε δια την Μονήν αυτών αοράτως». Οι δε ζωγράφοι προς απόδειξιν των ισχυρισμών των παρέστησαν μάρτυρας εμπόρους τινάς συνεπιβάτας του πλοίου, οίτινες και αυτοί ευρέθησαν παρόντες εις Κωνσταντινούπολιν, ότε οι δύο Όσιοι ταύτα συνεφώνουν και συμπλεύσαντες ήλθον και εζήτουν να ίδουν τους δύο γέροντας· ο δε Όσιος Νίκων, δεικνύων εις αυτούς τας μορφάς των εικόνων των Οσίων, επληροφόρει αυτούς, ότι προ χρόνων εκοιμήθησαν. Τότε οι ζωγράφοι εγνώρισαν ότι θαυμάσιον γεγονός ετελέσθη εις αυτούς και είπον· «Όντως δούλοι Θεού αληθείς ήσαν και μετά θάνατον ζώσι και δύνανται να βοηθήσωσιν ημάς». Όθεν μετανοήσαντες έβαλον μετάνοιαν ζητούντες συγχώρησιν, ήρχισαν δε διηγούμενοι απ’ αρχής τα όσα συνέβησαν εις αυτούς. Τότε και οι οικοδόμοι, οίτινες ανήγειραν εκ βάθρων τον Ναόν, διηγήθησαν εις τους ζωγράφους τα όσα και εις εκείνους συνέβησαν, και ότι τα όμοια και αυτοί εδοκίμασαν, πάντες δε εδόξασαν τον Θεόν και την Θεοτόκον εμεγάλυνον και τους Οσίους ετίμων ως θαυμαστούς και σημειοφόρους. Οι δε έμποροι εκείνοι, οι συνελθόντες μετά των ζωγράφων, είχον κατά θείαν πρόνοιαν μεθ’ εαυτών εν τω πλοίω βαβάς διαφόρους, τας οποίας ηγόρασαν από την Κωνσταντινούπολιν εις εμπορίαν αυτών, επιτηδείας εις εικονογράφησιν Ναού· οίτινες κατανυχθέντες, αφιέρωσαν εις την Μονήν όλας εκείνας τας βαφάς, ούτω δε ήρχισαν να ζωγραφίζουν μετά πολλής προθυμίας. Ότε δε ετελείωσεν η εικονογράφησις του μεγάλου τρούλλου ήρχισαν να ζωγραφίζουν την Πλατυτέραν των ουρανών, έσωθεν της κόγχης του αγίου Βήματος. Ως δε ετελείωσεν, εξήστραψε παραδόξως το πρόσωπον της Θεοτόκου και έλαμψεν ως ήλιος. Εφάνη δε μία περιστερά εξελθούσα εκ του στόματος της εικόνος, ήτις πετάξασα εκάθισεν επί του εις την κορυφήν του τέμπλου Σταυρού, από εκεί περιήλθεν όλα τα πρόσωπα των ζωγραφισθέντων εις τας καμάρας Αγίων, πάλιν δε εισήρχετο θαυμασίως εις το στόμα της νεοζωγραφισθείσης Θεοτόκου, εξήρχετο δε πάλιν και περιήρχετο τας αγίας μορφάς του Ναού. Όθεν πληροφορηθέντες οι αγιογράφοι, ότι η χάρις της Θεομήτορος κατεσκήνωσεν εις τον Ναόν, έβαλον περισσοτέραν επιμέλειαν εις την λοιπήν εικονογράφησιν, ετελειώθη δε ο Ναός με λαμπράς εικονογραφίας, ως άλλη σκηνή του μαρτυρίου, περικαλλέστερος δε και του σολομωντείου Ναού εφάνη. Μετά την τελείωσιν της εικονογραφήσεως βαλόντες μετάνοιαν και οι ζωγράφοι εκουρεύθησαν Μοναχοί και έμειναν έως εσχάτης αυτών αναπνοής εις την Μονήν, καθώς και οι οικοδόμοι, οίτινες εκοιμήθησαν εν αυτή τη Μονή και ετάφησαν εις το σπήλαιον Πετζέρσκβοϊ, μένουσι δε τα άγια αυτών λείψανα σώα, αδιάφθορα θαυμασίως, μετ’ άλλων οσίως πολιτευσαμένων και ενταφιασθέντων εις εκείνην την Μονήν. Εις δε των οικοδόμων είχεν αναγκαίαν τινά υπόθεσιν εις τον τόπον αυτού, λαβών δε άδειαν ίνα απέλθη και τελειώσας αυτήν, επιστρέψας εύρε τους συντρόφους και συναδέλφους αυτού κεκοιμημένους, ελυπείτο δε διότι δεν επρόφθασε να συνακολουθήση τους συνεργάτας αυτού, όθεν ήλθεν εις το κοιμητήριον ένθα έκειντο τα λείψανα των Οσίων. Εκεί ευρών τόπον εν μέσω αυτών, έπεσε και αυτός και εκοιμήθη εν Κυρίω, αναμένοντες ομού την κοινήν εξανάστασιν, ίνα συναπολαύσωσι τον μισθόν του έργου αυτών εκ χειρός του δικαίου μισθαποδότου Θεού· αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου