Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Τη ΙΗ΄ (18η) του Αυγούστου, μνήμη των Οσίων και θεοφόρων πατέρων ημών ΒΑΡΝΑΒΑ και ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ του ανεψιού αυτού των Αθηναίων και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ του Τραπεζουντίου των εν τω όρει του Μελά ασκησάντων και εν ειρήνη τελειωθέντων.


Από τας αγράφους παραδόσεις, όσας οι Άγιοι Απόστολοι παρέδωσαν εις τους ακολούθους των και αλληλοδιαδόχως παρέπεμψαν εις ημάς, είναι και η σχετική με την προσκύνησιν των θείων Εικόνων, την οποίαν οι μεν άλλοι αγράφως, ως είπον, παρέδωσαν, ο δε ιερός Λουκάς και εμπράκτως την παρέδωσεν, επειδή ιστόρισε με χρώματα, καθώς ομολογεί η κοινή παράδοσις, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, βασταζόμενον ως βρέφος μέσα εις τας αγκάλας της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Από δε τας πολλάς εικόνας, όσας θα ιστόρησε, βεβαίως τρεις μόνον, άδεται λόγος, ότι έδειξεν εις την Θεοτόκον, τας οποίας αποδεξαμένη είπεν εκείνο το περίφημον ρήμα: «Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος δι’ εμού είη μετ’ αυτών». Από δε τας τρεις, καθώς αποδεικνύουσιν οι ιστορικοί και μαρτυρούν τα βασιλικά χρυσόβουλλα και τα Πατριαρχικά σιγγιλλιώδη γράμματα, μία μεν είναι εκείνη ήτις ευρίσκεται εις το Μέγα Σπήλαιον της Πελοποννήσου, Δευτέρα δε η του Κύκκου εις την Κύπρον, και Τρίτη η εις το όρος του Σουμελά ευρισκομένη, κοντά εις την Τραπεζούντα, ήτις ονομάζεται και Οδηγήτρια.
Ταύτην λέγουσιν ότι ο Απόστολος Λουκάς την περιέφερε πάντοτε μαζί του· πως δε, και πόθεν, και με ποίον τρόπον κατήντησεν εις το ανωτέρω όρος και ηθέλησε να παραμείνη εκεί τούτο ακούσατε παρακατιόντως. Αφού ο ιερός Λουκάς εις τας Θήβας της Βοιωτίας μετέβη εις Χριστόν, εις Χριστιανός, Ανανίας ονόματι, παρέλαβε την αγίαν εικόνα ταύτην και την έφερεν εις τας Αθήνας, δια δε τα άπειρα θαύματα όπου έκαμνε καθ’ εκάστην ημέραν εις εκείνους, όσοι προσέτρεχον εις αυτήν μετά πίστεως, ωκοδόμησαν οι Αθηναίοι Ναόν ωραιότατον έξω της πόλεως, μέσα δε εις αυτόν έβαλαν την αγίαν εικόνα και έμεινεν εκεί έως εις τον καιρόν του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν, άνθρωπός τις, Βασίλειος το όνομα, γέννημα και θρέμμα των Αθηνών από γονείς ευσεβείς, Κωνσταντίνον και Άνναν, ευσεβής εις τον Θεόν, ευλαβής εις την Θεοτόκον και πρόθυμος εργάτης των εντολών του Κυρίου, αφού έγινε τριάκοντα χρόνων εχειροτονήθη Ιερεύς, ευρίσκετο δε μαζί του και ένας ανεψιός του, Σωτήριχος ονομαζόμενος, και εχειροτονήθη και αυτός Διάκονος. Μίαν λοιπόν νύκτα, κοιμώμενος ο Βασίλειος, είδεν εις το όραμά του, ότι ελειτουργούσε, και μετά την τελείωσιν της θείας λειτουργίας του εφάνη ότι βλέπει εις τα δεξιά μέρη του βήματος μίαν ωραιοτάτην και υπέρλαμπρον κόρην περικυκλουμένην από άπειρον πλήθος ασπροφόρων νέων, και ότι εκείνη τον έβλεπε με ήμερον βλέμμα και του είπε· «Βασίλειε, σήκω το ταχύτερον με τον ανεψιόν σου Σωτήριχον, και αποχαιρετήσαντες όλα τα του κόσμου ενδυθήτε το μαναχικόν σχήμα, μετονομαζόμενοι συ μεν Βαρνάβας, ο δε Σωτήριχος, Σωφρόνιος». Ταύτα με θάμβος και τρόμον βλέπων και ακούων ο Βασίλειος, ενόμισεν ότι την ηρώτησε, ποία είναι αυτή όπου του φαίνεται και τον προστάζει αυτά και ότι εκείνη του απεκρίθη με πραότητα πάλιν, ότι είναι η Θεοτόκος Μαρία, η Βασίλισσα των Αγγέλων και ότι με τούτο τον παρεθάρρυνε πάλιν, ώστε αδιστάκτως να υπακούση εις το πρόσταγμά της, λέγουσα τελευταίον και τούτο, ότι υπάρχει και θα υπάρχημε αυτούς όλας τας ημέρας της ζωής των. Εξύπνησε δε παρευθύς ο Βασίλειος χαρούμενος, και πάραυτα εφανέρωνε το όραμα εις τον Σωτήριχον· και λοιπόν πιστεύσαντες ολοψύχως εις τους λόγους της Θεοτόκου, διεμοίρασαν εις ολίγον καιρόν τα υπάρχοντά των εις τους πτωχούς και ανεχώρησαν από την πόλιν, χωρίς να το ηξεύρη τις. Εις δε την οδόν από παρακίνησιν του Σωτηρίχου, ή καλλίτερα να είπω, από νεύσιν της Θεοτόκου, εμβαίνοντες εις τον Ναόν εκείνον όπου, καθώς είπομεν, έβαλαν την αγίαν της εικόνα, ρίπτοντες τον εαυτόν των κατά γης έμπροσθέν της, μετά θερμών δακρύων προσηύχοντο τοιουτοτρόπως· «Αειπάρθενε Θεοτόκε, εάν θέλη και βοηθή ημάς τους αναξίους δια μεσιτείας σου η χάρις του Υιού σου και Θεού ημών εις τούτον μας τον σκοπόν, γίνου, παρακαλούμεν, βοηθός εις ημάς, καθώς μας υποσχέθης και οδήγησέ μας έως εις τον τόπον εκείνον εις τον οποίον ηθέλησας να δοξάζεσαι, δια να ευαρεστήσωμεν και ημείς εις σε και εις τον γεννηθέντα εκ σου, και να αξιωθώμεν δια σου και της εκ δεξιών του στάσεως». Ευθύς τότε ακούουν, ω των εξαισίων θαυμασίων σου Δέσποινα! Φωνήν από την αγίαν Εικόνα όπου έλεγεν· «Ακολουθήσατέ με αδιστάκτως και ακόπως κατ’ Ανατολάς, διότι ιδού προπορεύομαι, τέκνα μου, καθώς σας προείπα, και σας συνοδεύω προς το όρος του Μελά, το οποίον ηγάπησα»· και εν ταυτώ με την φωνήν βλέπουν την αγίαν Εικόνα, όπου έβγαινεν από τον Ναόν, και εβάσταζον αυτήν δύο Άγγελοι, και ολίγον κατ’ ολίγον υψώνετο, έως ου υψώθη έως εις τα σύννεφα και πλέον δεν εφαίνετο. Περιπατούντες λοιπόν με φόβον και χαράν ενυκτώθησαν, οπότε βλέπει πάλιν ο Βασίλειος εις τον ύπνον του, ότι ανέβη επάνω εις εν υψηλότατον και σύνδενδρον όρος, και εκεί περιστρέφων παντού τα βλέμματά του, του εφάνη, ότι βλέπει πάλιν εις τα δεξιά μέρη την αγίαν Εικόνα όπου έλαμπεν υπέρ τον ήλιον με πλήθος τριγύρω της αναρίθμητον ασπροφόρων νέων, και ότι ήκουεν από αυτήν φωνήν τοιαύτην· «Μη φοβηθής, Βασίλειε, διότι εγώ είμαι· αφού λοιπόν ενδυθής, καθώς σου προείπον, το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών ομού με τον ανεψιόν σου, τρέχε να φθάσης με την ιδικήν μου οδηγίαν το όρος όπου βλέπεις εκεί πέραν όπου εγώ αναπαύομαι, διότι όταν μου οικοδομήσης εκεί Ναόν θα συναθροισθούν πολλοί δι’ αγάπην ασκήσεως, και θα εύρουν ανάπαυσιν εις τας ψυχάς των». Ταύτα ειπούσα η Θεοτόκος έγινεν άφαντος· εξύπνησε δε ο Βασίλειος, και ανατέλλοντος του ηλίου συνέχισε χαρούμενος τον δρόμον ομού με τον Σωτήριχον. Περιπατούντες κατήντησαν εις εν Μοναστήριον, εις το οποίον ήτο εις ενάρετος Ηγούμενος, Θεόδουλος, όστις τους εδέχθη με πολλήν προθυμίαν και επεριποιήθη αυτούς πλουσίως, προγνωρίζων από θείαν αποκάλυψιν τον ερχομόν των. Ούτος αφού του διηγήθη ο Βασίλειος όλην την οπτασίαν, την οποίαν προ ολίγου είδεν εις το όρος, και όσα επροστάχθη, ευθύς εκούρευσεν αυτούς Μοναχούς, καθώς η Θεοτόκος του ελάλησε, τους ενέδυσε τα Μοναχικά ενδύματα, και τον μεν Βασίλειον μετωνόμασε Βαρνάβαν, τον δε Σωτήριχον, Σωφρόνιον, διδάξας δε αυτούς επί μίαν εβδομάδα την μοναδικήν πολιτείαν, τους απέλυσε με ειρήνην, κλαίοντας και οδυρομένους τον αποχωρισμόν εκείνης της Αδελφότητος και μάλιστα του καλλίστου εκείνου ποιμένος. Αναχωρήσαντες εκείθεν και πορευόμενοι προς Ανατολάς, βλέπουν πάλιν προσευχόμενοι την ακόλουθον νύκτα εκστατικοί την Υπερύμνητον Θεοτόκον με υπέρλαμπρον φως, περικυκλουμένην από πλήθος Αγγέλων, και καλούσαν κατ’ όνομα και τους δύο λέγουσα· «Ειρήνη υμίν· διότι εγώ είμαι· μη φοβείσθε, αλλά περιπατείτε χαίροντες την οδόν όπου σας φέρει με την ιδικήν μου οδηγίαν εις το όρος». Ούτως επορεύοντο χαρούμενοι και μετά τρεις ημέρας φθάνουν εις την Κολώνειαν πόλιν, εις την οποίαν ήτο τότε Επίσκοπος ο Πέτρος, ο θείος του θαυμαστού εκείνου αναχωρητού Κυριακού, όστις υποδεχθείς αυτούς μετά χαράς, αφού έμαθεν από αυτούς την κατάστασιν και τον σκοπόν των, χειροτονεί Ιερέα τον Σωφρόνιον, φιλοξενήσας δε αυτόν τρεις ημέρας, τους απέλυσεν εν ειρήνη. Εκείθεν διεκθόντες από την Μονήν όπου είναι εις το Σείρι της Ελλάδος, την ογδόην ημέραν έφθασαν εις Λάρισαν, δια να προσκυνήσουν το λείψανον του Αγίου Αχιλλείου· εκείθεν δε έρχονται την τρίτην ημέραν εις το όρος των Κελλίων, εις το οποίον, περιερχόμενοι τα ασκητήρια των Μοναχών, είδον ένα ενάρετον άνδρα εστολισμένον με ιερωσύνην και με προφητικόν χάρισμα. Έπειτα κατασπασθέντες και την λάρνακα ενός μυροβλήτου βαρβάρου, ο οποίος από λήσταρχος, όπου ήτο πρότερον, μετανοήσας άκρως ηγίασε και ευηρέστησεν εις τον Θεόν, ανεχώρησαν από το όρος, και περιήρχοντο προς το μέρος της Μεσημβρίας πόλεις και χώρας διαφόρους, έως ότου έφθασαν εις τι Μοναστήριον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκείθεν πάλιν επαναστραφέντες κατά την Μακεδονίαν, έρχονται εις την Θεσσαλονίκην, όπου κατασπασθέντες την θήκην του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου, συναπαντώσιν έπειτα Μοναχόν τινα, Λάζαρον καλούμενον, ο οποίος μανθάνων δι’ αυτούς από θείαν αποκάλυψιν της Θεοτόκου, ότι από συνέργειαν του φθονερού δαίμονος επλανήθησαν από την εις το Άγιον Όρος οδόν, τους προϋπήντησε, και οδηγών αυτούς προς το όρος, τους άφησε εις τους πρόποδας αυτού εις τι Μοναστήριον, δια να διδαχθούν από τον Ηγούμενον την Μοναχικήν τάξιν, και να ίδουν και τα άλλα Μοναστήρια, αυτός δε πηγαίνων εις το Βατοπαίδιον, το ιδικόν του Μοναστήριον, μετά τρεις μήνας υπεδέχθη και εκείνους όπου ήλθον εκεί. Ο δε Ηγούμενος της Μονής, μανθάνων από αυτόν τα περί των ξένων τούτων Μοναχών και ότι είναι δούλοι της Θεοτόκου, εδόξασε τον Θεόν και τους προσεκάλεσεν εμπρός εις όλην την Αδελφότητα της Μονής, τους ησπάσθη με ευλάβειαν, και αυτός και οι άλλοι αδελφοί, και τους εφιλοξένησε κατά την συνήθειαν μίαν εβδομάδα. Μετά ταύτα ο προειρημένος Λάζαρος είπεν εις τον Ηγούμενον να απολύση τους ξένους Μοναχούς, διότι ήσαν προσκαλεσμένοι από την Θεοτόκον εις τον τόπον όπου αυτή ηγάπησεν· αλλ’ εκείνος δεν συγκατέβαινε, το περισσότερον δια ωφέλειαν των αδελφών. Ο δε Λάζαρος του έλεγεν· «Είναι αδύνατον να μείνουν ούτοι εδώ, πάτερ, ότι ουδέ εγώ, λέγει, δεν εισηκούσθην, αν και παρεκάλεσα πολλά δια τούτο την Θεοτόκον, και δια να καταλάβης το θέλημα της Θεομήτορος, έλα να υπάγωμεν εις τον λιμένα». Καταβαίνοντες δε οι δύο, ιδού και βλέπουν πλοίον πλησιάζον εις τον λιμένα. Εξελθών δε ο ναύκληρος και ερωτώμενος, τους διηγείτο, ότι ήλθαν να πάρουν τους δύο ξένους Μοναχούς, οι οποίοι είναι εδώ, τους εξεχώριζε δε έκαστον με το όνομά του, ότι χθες, λέγει, εις το πέλαγος, μη έχοντες νερόν, και ολιγοψυχήσαντες από την δίψαν, παρακαλούσαμεν τον Θεόν να μας δώση ευνοϊκόν άνεμον να πλεύσωμεν δια την Κύπρον, εν τω μεταξύ δε ολίγον υπνώσας, μου εφάνη ότι είδον γυναίκα τινά βασιλικά εστολισμένην, ήτις έλαμπεν υπέρ τον ήλιον, παρέστεκαν δε πέριξ αυτής ωραιότατοι τινές λευκοφόροι νέοι. Ταύτα βλέπων ετρόμαξα, και τότε λέγοι μοι η Βασίλισσα, καλούσά με κατ’ όνομα· «Δεν είναι, ναύκληρε Θωμά, το πλεύσιμόν σου, καθώς μελετάς, δια την Κύπρον, αλλά επανάστρεψε εις το λιμάνι του Άθωνος όρους, και ζήτησε να εύρης δύο Μοναχούς Αθηναίους, Βαρνάβαν και Σωφρόνιον καλουμένους, και αφ’ ου τους πάρης, φέρε τους εις Μαρωνίαν την πόλιν», ευθύς δε έγινεν άφαντος. Ακούσας ταύτα ο Ηγούμενος εδόξασε τον Θεόν και την Υπεραγίαν Θεοτόκον· καλέσας δε τους Οσίους τους απέλυσε, και αποχαιρετισθέντες απεχωρίσθησαν κλαίοντες εις τα ίδια έκαστος. Αφού εισήλθον οι Όσιοι εις το πλοίον και εταξίδευσαν, την τετάρτην ημέραν έφθασαν εις Μαρωνίαν, εκεί δε ανταμώσαντες τον Επίσκοπον, και ερωτώμενοι από αυτόν, του έλεγαν πως τάχα υπάγουν από τον Άθωνα εις την Ιερουσαλήμ χάριν προσκυνήσεως· ο δε Επίσκοπος, ελέγχων την υπόκρισίν των, λέγει προς αυτούς· «Και πως λοιπόν ταξιδεύοντες δια την Ιερουσαλήμ, εβγήκατε από το πλοίον, όπου εγώ το βλέπω και αρμενίζει κατά Ανατολάς»; Εκείνοι δε ζητήσαντες εις τούτο συγχώρησιν, τον παρεκάλεσαν να μη φανερώση εις κανένα τον σκοπόν των, αλλά το ταχύτερον να τους αποστείλη· ο δε Επίσκοπος τους λέγει· «Σας συμβουλεύω να υπάγετε κατά το παρόν, προπεμπόμενοι παρ’ εμού, εις το Παππίκιον όρος, δια να θαυμάσητε τα ευρισκόμενα εκεί πολλά και περίφημα Μοναστήρια, περισσότερον δε τους Μοναχούς και Ασκητάς, έπειτα πηγαίνετε την οδόν σας». Ούτοι συγκατένευσαν· τους προέπεμψε δε ο Επίσκοπος δίδων εις αυτούς οδηγόν και επιστολήν δια τον Προεστώτα του πρώτου εκεί Μοναστηρίου. Εκείνος δε γνωρίζων την κατάστασίν των από την επιστολήν όπου ανέγνωσε, και θέλων να τους δοκιμάση, τους ηρώτησε με αυστηρότητα, λέγων προς αυτούς· «Σεις πόθεν είσθε; Ότι εγώ σας βλέπω, όπου υποκρίνεσθε την ευλάβειαν, χωρίς να είσθε ενάρετοι». Στρεφόμενος δε και εις τον οδηγόν των Βησσαρίωνα, του λέγει· «Διατί έφερες εδώ αυτούς τους πλάνους και σκανδαλοποιούς; Δεν ήκουσες τον αββάν Βαρσανούφιον όστις παραγγέλλει, τους ακαταστάτους Μοναχούς να μη τους δεχώμεθα παντελώς μέσα εις το Μοναστήριον, αλλ’ έξω εις την θύραν να τους δίδωμεν τα χρειαζόμενα και να γλυτώνωμεν από αυτούς, δια να μη τύχη και εμβαίνοντες πλανήσουν τους αδελφούς»; Ταύτα δε ειπών και λαβών αυτούς από την χείρα τους έβγαλεν έξω του Μοναστηρίου. Τούτο έκαμεν ο θαυμαστός εκείνος Ηγούμενος, δια να γνωρίση αν ήσαν αληθινά ενάρετοι και ευλαβείς, και δια τούτο επρόσταξε να μη τους δοθή μήτε φαγητόν, μήτε ποτόν, αλλά μήτε να συνομιλήση τις μοναστηριακός με αυτούς έως τρεις ημέρας. Οι δε αληθινοί δούλοι του Θεού, χωρίς να σκανδαλισθούν, υπέμειναν αγόγγυστα εμπρός εις τον πυλώνα, ζητούντες από την Θεοτόκον τα συμφέροντα. Την δε τρίτην ημέραν βλέπει την Θεοτόκον ο Ηγούμενος εις τον ύπνον του, και του λέγει· «Ιδού, εδοκίμασας τους ιδικούς μου δούλους και τους εγνώρισας ειλικρινείς από την υπομονήν την οποίαν έδειξαν, δυναμούμενοι υπ’ εμού· όθεν τώρα παράλαβε αυτούς και αναπαύσας ολίγον, απόλυσον να υπάγουν κατά Ανατολάς, εμπόδισον δε αυτούς από την περιήγησιν του όρους». Αφού λοιπόν εξύπνησεν ο Ηγούμενος, στέλλει τον προειρημένον Βησσαρίωνα και τους καλεί, όταν δε ήλθαν τους λέγει πάλιν με αυστηρότητα. «Ποίοι άνθρωποι είσθε σεις; Και από ποίον τόπον; Και που υπάγετε, ούτω άφοβα ποιμαίνοντες τον εαυτόν σας»; Εκείνοι δε με θερμά δάκρυα, κύπτοντες κάτω την κεφαλήν, είπον· «Μεγάλην χάριν σοι ομολογούμεν, τίμιε πάτερ, δια την ωφέλειαν την οποίαν ελάβομεν από την αγιωσύνην σου τώρα, παρά εις κανένα άλλον καιρόν· τώρα λοιπόν εις τας χείρας σου εμπιστευόμεθα εαυτούς και εκείνο όπου σε φωτίση ο Θεός κάμε εις ημάς». Εκείνος δε, κρύπτων τα όσα του εφανέρωσεν η Θεοτόκος, τους λέγει· «Δεν θέλω να περιτριγυρίσετε το όρος, αλλά να πηγαίνετε τον δρόμον σας». Εκείνοι δε παρεκάλουν αυτόν, να παραμείνουν εις το Μοναστήριον έως τρεις χρόνους, δια να μάθουν εντελώς την Μοναχικήν τάξιν και πολιτείαν· τότε φανερών εις αυτούς ολίγον το θέλημα της Θεοτόκου λέγει· «Ούτω, τέκνα μου, εφάνη εύλογον εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εις την Πανάχραντον Μητέρα του, να υπάγετε τον δρόμον σας κατά ανατολάς, δι’ εκείνο όπου και εκινήσατε». Όθεν κρίνοντες ότι είναι θεάρεστα εκείνα όπου τους είπεν ο Ηγούμενος, τον απεχαιρέτησαν και αυτός εναγκαλισθείς αυτούς τους ησπάσθη και ύστερον ανεχώρησαν. Περιπατούντες δε καθ’ οδόν έψαλλον οι δύο δια τους Μοναχούς όπου είδον εις το Μοναστήριον, οι οποίοι περεβάλλοντο σχεδόν με τους Αγγέλους εις την αρετήν, λέγοντες τα του Δαβίδ· «Ιδού δη τι καλόν, ή τι τερπνόν, αλλ’ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό;… Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ Αγγέλους». Έλεγε δε ο ιερός Βαρνάβας εις τον σοφόν Σωφρόνιον· «Ας μη φοβηθώμεν, τέκνον, τον κόπον της μοναδικής πολιτείας, μηδέ να λογαριάζωμεν τον εαυτόν μας ως τα περιπλανώμενα όρνεα, αλλ’ ως λογικοί όπου είμεθα, έχοντες την χάριν του Χριστού, όστις ούτως ηθέλησεν εις ημάς, ας λέγωμεν βοώντες· Κύριος φωτισμός και σωτήρ ημών, τίνα φοβηθησόμεθα; Κύριος υπερασπιστής ημών, από τίνος δειλιάσομεν»; Με τοιαύτα και άλλα παρόμοια παραθαρρύνοντες ο εις τον άλλον, και αγωνιζόμενοι εις την αρετήν ο ιερός Βαρνάβας, ο οποίος δια την παντοτεινήν της καρδίας του κατάνυξιν και την αδιάκοπον ροήν των δακρύων ήτο άλλος υιός παρακλήσεως, διώρισε δια κανόνα, κάθε ημέραν ομού με τας συνήθεις ώρας να τελειώνη το μισόν ψαλτήριον και την νύκτα το υπόλοιπον· του οποίου την ανάγνωσιν, όχι όταν ήσαν παιδία, αλλά περιπατούντες, με φιλοπονίαν την έμαθον. Περιπατούντες λοιπόν και ψάλλοντες με χαράν της ψυχής των, έφθασαν εις ένα ποταμόν, Έβρον ονομαζόμενον, ο οποίος ήτο ξεχειλισμένος από το πολύ νερόν, διότι ήτο ο μην Σεπτέμβριος· και οι μεν εντόπιοι έλεγον, ότι είναι αδύνατον να τον περάσουν, έως ότου να καταβή και να ολιγοστεύση το νερόν του ποταμού· οι δε Όσιοι έμειναν το εσπέρας εις τας όχθας του ποταμού, μη ευρίσκοντες πως να περάσουν, και παρακαλούντες τον Θεόν. Την δε αυγήν, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Κατέβη ο ποταμός, και τον επέρασαν σχεδόν αβρόχοις ποσίν· αφού δε είδον το θαύμα εκείνοι οι οποίοι παρετήρουν να καταβή ο ποταμός, διεπέρασαν και το ανήγγειλαν εις την χώραν· οι δε χωρικοί τρέχοντες έφθασαν τους Οσίους, και τους προσεκάλουν εις την χώραν των, δια να ευλογήσουν τους αγρούς των, τους οποίους κατέτρωγαν επί τρία ήδη ολόκληρα έτη η ακρίδα. Οι δε δεν ηθέλησαν, ως τάχα να μη ήσαν άξιοι εις τούτο· όθεν εγύρισαν οι εντόπιοι άπρακτοι, αν και πολύ τους παρεκάλεσαν. Αφού δε ήλθον να περάσουν τον ποταμόν, και τον εύρον περισσότερον πλημμυρισμένον παρά πρότερον, στρέφουσιν οπίσω εις τους Οσίους, και τους παρακαλούν μετά δακρύων να τους ελεήσουν, λέγοντες, ότι η ακρίδα έπεσεν ως σύννεφον και βλάπτει τα γεννήματά των. Τότε οι Όσιοι, συμπονέσαντες τα δάκρυά των, εγονάτισαν και προσηυχήθησαν εις τον Κύριον, λέγοντες· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, όστις έκαμες τα πάντα με μόνον τον λόγον σου, και λαβών χώμα από την γην έπλασας τον άνθρωπον, και με λογικήν ψυχήν και με την εικόνα σου τον ετίμησες, συ όστις δίδεις εις τα κτήνη και τα πετεινά τροφήν, όστις εις τον καιρόν της ενσάρκου παρουσίας σου με ολίγους άρτους εχόρτασας πολλάς χιλιάδας, συ, πανάγαθε Δέσποτα, διάθρεψε και τούτους, όσοι επικαλούνται το πανάγιόν σου όνομα, με την παντοδύναμον και μεγαλόδωρον δεξιάν σου, και λυπήσου όλους αυτούς και ημάς. Ναι, παρακαλούμεν σε, Κύριε Ιησού Χριστέ, όπως είπας, αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, δώσε και εις ημάς τους αμαρτωλούς και αναξίους δούλους σου, οι οποίοι με πίστιν σου ζητούμεν, Δέσποτα, το μέγα σου έλεος· και ελευθέρωσε τούτους από την φθοροποιόν ταύτην ακρίδα, ήτις κατατρώγει τα γεννήματα και την τροφήν των δούλων σου, δια της χάριτος του ανάρχου σου Πατρός, και του Αγίου σου Πνεύματος, δια πρεσβειών της Παναχράντου Μητρός σου. Αμήν». Και ω του θαύματος! Ως σύννεφον έφυγεν η ακρίς και πίπτουσα επνίγη μέσα εις τον ποταμόν· ούτω δε εδοξάσθη ο Θεός δια των Οσίων του. Έπειτα περιερχόμενοι διαφόρους πόλεις και χώρας, κατήντησαν εις Κύμψαλλον, και φιλοξενηθέντες εις την Μονήν του Τιμίου Προδρόμου, ήτις ήτο εκεί, ανώρθωσαν ένα Μοναχόν, όστις κατέκειτο πολλούς χρόνους παράλυτος, θεραπεύσαντες αυτόν με το ηγιασμένον ύδωρ το οποίον του έδωσαν και ελούσθη. Τούτο δε ο Τίμιος Πρόδρομος απεκάλυψε προς τον άρρωστον εις τον ύπνον του· διότι οι Όσιοι από την πολλήν των ταπεινοφροσύνην συστελλόμενοι δεν συγκατένευαν εις την προσευχήν που τους ηνάγκαζεν ο Ηγούμενος να κάμουν δια τον άρρωστον· το νερόν όμως όπου έφερε βιαζόμενος ο θείος Βαρνάβας, το ηυλόγησε προσευχηθείς ούτω· «Ο Θεός ο αόρατος και ακατάληπτος, ο τον παράλυτον εν τη Προβατική κολυμβήθρα ιασάμενος τη παρουσία σου, ελθέ και νυν αοράτως ώδε, και ίασαι τον δούλον σου Αυξέντιον Μονάχόν εκ της περιεχούσης αυτόν ασθενείας, δια πρεσβειών της Παναχράντου σου Μητρός· συ γαρ ει ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών, και σοι την δόξαν αναφέρομεν συν τω ανάρχω σου Πατρί, και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας. Αμήν». Μετά δε την ευχήν αφήκαν τους αδελφούς, οι οποίοι τους ευφημούσαν δια την θεραπείαν του ασθενούς, κρυφίως δε τρέχοντες εμβήκαν μέσα εις το δάσος του όρους. Εκείθεν επήγαν την άλλην ημέραν εις το Ρούσιον, πόλιν της Θράκης, εις εν Μοναστήριον, και κρούσαντες την πύλην επροστάχθησαν να προσμείνουν έξω φιλοξενούμενοι έως το Σάββατον· επειδή είχον εκεί συνήθειαν τας πέντε ημέρας της εβδομάδος την Τεσσαρακοστήν να έχουν κλειστήν την θύραν της Μονής· το δε Σάββατον ο Ηγούμενος τους ηρώτησε, ποίοι είναι, και πόθεν έρχονται και που υπάγουσι, και μαθών ότι χάριν ωφελείας περιέρχονται τα Μοναστήρια, τους ηυχήθη κατά τον πόθον των. Έμειναν λοιπόν εκεί φιλοξενούμενοι το Σάββατον και την Κυριακήν, και εκοινώνησαν τα άχραντα Μυστήρια· ύστερον συναντήσαντες εκεί ενάρετόν τινα αδελφόν από το όρος του Λάτρου, Αμβρόσιον καλούμενον, ακούοντες δε αυτόν ευφημίζοντα τους Μοναχούς και τα Μοναστήρια του Λάτρου, αποχαιρετήσαντες τους αδελφούς ανεχώρησαν έχοντες συνοδοιπόρον τον Αμβρόσιον, όστις τους εθέρμαινε την καρδίαν δια την περιήγησιν του Λάτρου. Όθεν απονεύοντες από Ανατολής εις Νότον ήλθον εις δέκα ημέρας εις την Έφεσον και ελθόντες την μεσημβρίαν εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου δια να προσευχηθούν και να τον θεωρήσουν, εύρον τας θύρας κεκλεισμένας, προβάλλοντες δε ως κλείδα την προσευχήν, ω του θαύματος! Παρευθύς ήνοιξαν μόναι των αι θύραι, αφού δε εμβήκαν μέσα και προσηυχήθησαν, εξελθόντες διηυθύνοντο κατά το Λάτριον, αφήσαντες ανοικτάς τας πύλας του Ναού. Ο δε Επίσκοπος της Εφέσου, όταν του ανήγγειλεν ο κανδηλανάπτης ότι εύρεν ανοικτάς τας θύρας και τας κλείδας εις την θέσιν των και ότι κανέν πράγμα δεν έλειπεν, στοχαζόμενος ώραν πολλήν, είπεν εις αυτόν, ότι κρυφός τις δούλος του Θεού εθαυματούργησε τούτο το παράδοξον. Φθάσαντες την πέμπτην ημέραν εις το Λάτρον (εις το οποίον λέγουσιν ότι οι αρχηγοί των Ασκητών μετετόπισαν από τα Μοναστήρια της Αιγύπτου, από θείαν αποκάλυψιν, και μετώκησαν εις τον καιρόν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δια τας συχνάς επιδρομάς των εις την Αίγυπτον Βλεμμύων Αράβων), συναπαντούν εξερχόμενοι από την Μονήν των Κελιβάρων ένα πνευματοφόρον και προφητικόν άνδρα, ο οποίος εκπλήττων αυτούς με τούτο, ότι τους εχαιρέτησε κατ’ όνομα, τους ηρώτησε δια τον οδηγόν των Αμβρόσιον, που έμεινε και διατί απεχωρίσθη από την καλήν των συντροφίαν· μετά δε τούτο προσεκάλεσε τους ξένους εις την τράπεζαν, την οποίαν προσέταξε τον μαθητήν του και ητοίμασε, λησμονών από την πολλήν του χαράν να κάμη την συνειθισμένην επιτραπέζιον ευχήν. Ερχόμενος δε έπειτα εις τον εαυτόν του, επέπληξε τον μαθητήν του λέγων· «Τι είναι τούτο όπου έκαμες, τέκνον, και δεν με ενεθύμισας δια την ευχήν, την οποίαν εγώ από την πολλήν μου προς τους ξένους χαράν ελησμόνησα; Διότι ολίγον έμεινε να λείψουν οι άρτοι από τον κόφινον, επειδή δεν τους ηυλογήσαμεν σήμερον· ή τάχα αρέσκεσαι να πηγαίνης καθ’ ημέραν εις την οικουμένην δια παραμικρόν άρτον»; Ευθύς τότε εγερθέντες από την τράπεζαν έκαμαν την συνειθισμένην ευχήν επάνω εις τον κόφινον. Έπειτα λέγει εις τον μαθητήν του· «Λάβε, τέκνον, από την τράπεζαν τα ανευλόγητα τεμάχια του έρτου, και βάλε από εκείνα που ηυλογήσαμεν τώρα». Ο δε μαθητής επήγε να πάρη και ευρίσκει τον κόφινον (ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ!) γεμάτον από νωπούς και καθαρούς άρτους· τότε φοβηθείς εβόησε· «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός». Ο δε γέρων λέγει· «Βλέπεις, τέκνον, ποίαν μεν εγκατάλειψιν ήθελε μας προξενήσει σήμερον η ιδική σου παράλειψις, ποίαν δε δύναμιν έχει η ευχή του Τρισαγίου, και μάλιστα εις την παρουσίαν τούτων των δούλων του Θεού»; Αφού λοιπόν έφαγαν με ευχαρίστησιν, επέρασαν όλην την νύκτα συνομιλούντες τα ψυχοσωτήρια· προς δε το εξημέρωμα τους προείπεν ο γέρων εκείνα όπου έμελλον να τους συναπαντήσουν εις τον δρόμον, ότι μέλλουν να περιπέσουν εις τους ληστάς, και έπειτα τους απέλυσεν εν ειρήνη. Περιπατούντες διέπλευσαν τον Μαίανδρον ποταμόν και ήλθον εις ένα μικρόν βουνόν. Οι δε κλέπται, οίτινες εφύλαττον εις την υπώρειαν, ώρμησαν έξαφνα με υψωμένα τα ξίφη εναντίον των, καθ’ ην ώραν εκείνοι εκοιμώντο, εζητούσαν δε απ’ αυτούς να εύρουν αργύρια, και μη ευρίσκοντες τίποτε άλλο από τα τρίχινα ράσα όπου εφορούσαν, τους εφοβέριζαν ευθύς να τους κατασφάξουν, αν δεν φέρουν αφεύκτως να τους δώσουν τα αργύρια όπου έχουν κεκρυμμένα εις την γην· εκείνοι δε φέροντες Μάρτυρα τον Θεόν, έλεγον· «Δεν έχομεν, τέκνα, περισσότερον από αυτά τα ενδύματα όπου βλέπετε, και από τον ξύλινον τούτον Σταυρόν», τον οποίον και δεικνύοντες με την δεξιάν χείρα, έλεγον· «Ούτος είναι όλος μας ο πλούτος, ούτος είναι ο θησαυρός μας, ούτος είναι η ελπίς της σωτηρίας μας». Ευθύς δε με τον λόγον έλαμψεν ο Τίμιος Σταυρός, και καθώς τον είδον οι λησταί, πάραυτα έρριψαν κάτω τα όπλα και έπεσαν εις τους πόδας των Πατέρων, ζητούντες συγχώρησιν και μετανοούντες, όχι μόνον δια τα τωρινά εκείνα κακά, αλλά και δι’ όλα εκείνα όπου ετόλμησαν και έκαμαν πρότερον. Ο δε ιερός Βαρνάβας, όστις είχεν εις τα χείλη του λάμπουσαν την χάριν του Πνεύματος, υπενθυμίζων εις αυτούς από το εν μέρος την άφευκτον κρίσιν της φοβεράς εκείνης ημέρας και την ακόλουθον αιώνιον κόλασιν, και από το άλλο πάλιν, παρηγορών τας ψυχάς των με το παράδειγμα εκείνων, όπου ο Κύριος όχι μόνον τους εδέχθη, αφού μετενόησαν, αλλά και τους εδικαίωσε και τελευταίον προσευχηθείς δια την σωτηρίαν των, τους έφερεν εις κατάνυξιν και μετάνοιαν. Τότε οι ανθρωπόμορφοι εκείνοι λύκοι εξέβαλον όλοι εν ταυτώ μίαν φωνήν με εν στόμα, λέγοντες· «Πάτερ τίμιε, ιδού από την σήμερον σου παραδίδομεν τας ψυχάς και τα σώματά μας, και καθώς γνωρίζεις ούτως οικονόμησε τας ψυχάς μας». Εξετάζοντος δε του θείου Βαρνάβα έκαστον εξ αυτών πόθεν και ποίας καταστάσεως ήτο πριν γίνη ληστής και από ποίαν αιτίαν κατήντησε να γίνη τοιούτος, ο εις του είπεν· «Εγώ, πάτερ, εστάθην δούλος ενός διεστραμμένου αυθέντου και δια την κακογνωμίαν του φεύγων, δεν υπέφερον πλέον να γίνω άλλου τινός δούλος, αλλά από συνεργείαν του δαίμονος έγινα τούτο όπου με βλέπεις». Ο δε άλλος λέγει· «Εγώ εφόνευσα τον αδελφόν μου, επειδή δεν συγκατένευε να μοιράσωμεν την πατρικήν μας κληρονομίαν, και φεύγων ήλθον και ηνώθην με τον άνθρωπον τούτον». Ο δε τρίτος είπε· «Εγώ από μικράς σχεδόν ηλικίας επεδιδόμην εις την κλοπήν και επειδή ήκουσα κάποτε, ότι πηγαίνουν από ένα τόπον βασιλικόν φόρον εις την Κωνσταντινούπολιν, παραμονεύων εις εν δύσβατον μέρος εφόνευσα τους περισσοτέρους ανθρώπους εξ αυτών, όμως δεν ημπόρεσα να κυριεύσω τον θησαυρόν, και δια τούτο ήλθον φεύγων από εκείνους όπου εζήτουν να με συλλάβουν και συνηριθμήθην με τούτους τους δύο, και έγινα τρίτος· και έχομεν εδώ δέκα χρόνους τώρα, όσοι δε περιπέσουν εις τας χείρας μας, τους απογυμνώνομεν και με την μάχαιραν τους φονεύομεν· αλλ’ επειδή τώρα, συνεργεία του Αγίου Θεού, όστις δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού αλλά αγαπά την μετάνοιάν του και την σωτηρίαν του, εγνωρίσαμεν σας τους Αγίους Πατέρας, σας παρακαλούμεν, δια αγάπην αυτού του Σωτήρος Θεού, να μη παραβλέψητε την σωτηρίαν μας». Ο δε ιερός Βαρνάβας, αφού τους ήκουσεν, είπε· «Τέκνα μου, αν δεν σας πνίγουν οι βρόχοι της απελπισίας, αλλά δεικνύετε καθαράν και ανυπόκριτον την υπακοήν εις εμέ, δια δε τα κακά όπου εκάμετε, δεικνύετε καθαράν την μετάνοιαν, ελάτε να γίνετε καθώς και ημείς· διότι ούτος είναι ο τρόπος, και αύτη εστίν η οδός της σωτηρίας σας». Εκείνοι δε ευθύς ως ήκουσαν αυτά, ουδέ να γυρίσουν να κυττάξουν πλέον τα όπλα δεν ηθέλησαν, αλλά χαρούμενοι ηκολούθησαν τους Οσίους τούτους Πατέρες, βεβαιώνοντες αυτούς, ότι δεν θ’ αποχωρισθούν παντελώς πλέον απ’ αυτούς. Επαναστρέψαντες είτα εις την Έφεσον, επήγαν να προσκυνήσουν τον Αρχιερέα, έχοντες συνακολουθούντας ως πρόβατα και τους προειρημένους ληστάς· εις τον οποίον διηγήθησαν και κατά μόνας όσα έπαθον και έκαμον εις την οδόν και τον παρεκάλεσαν προς τούτοις και δια τα μοναχικά φορέματα, που εχρειάζοντο οι αρχάριοι εκείνοι Μοναχοί. Ο δε Αρχιερεύς τους μεν ποτε ληστάς ποιών ρασοφόρους Μοναχούς, τους ενέδυσε τα μοναχικά ενδύματα, τους δε Πατέρας φιλοξενήσας τους διώρισε και κατοικίαν δι’ ανάπαυσιν. Εκείνην δε την νύκτα του εφάνη εις τον ύπνον του Ιωάννης ο Θεολόγος και του λέγει: «Ούτοι είναι εκείνοι οι δύο Μοναχοί, των οποίων εγώ προ ολίγου ήνοιξα τας πύλας του Ναού, αλλά το ταχύτερον απόστειλον αυτούς εις το Γαλήσιον όρος, γράφων επιστολήν εις τον εκεί Ηγούμενον, ώστε εκείνους μεν όπου συ από ληστάς έκαμες Μοναχούς να τους συναριθμήση με τους ιδικούς του αδελφούς, τον δε Βαρνάβαν και Σωφρόνιον να τους αφήση να υπάγουν εις τον προορισμόν των». Εξυπνήσας λοιπόν ο Αρχιερεύς εκάλεσε κατά μόνας τους δύο Πατέρας, και τους ηρώτησεν ορκίζων αυτούς να μη του κρύψουν τίποτε από την κατάστασίν των, πληροφορών αυτούς ότι θέλει φυλάξει εχεμυθίαν. Εκείνοι δε, εις μεν την αρχήν εσυστέλλοντο ονομάζοντες εαυτούς αμαρτωλούς, τελευταίον όμως, φοβηθέντες τον ορκισμόν, διηγήθησαν εις αυτόν όλα απ’ αρχής μέχρι τέλους, και εκείνος εναγκαλιζόμενος αυτούς με τας δύο του χείρας τους κατεφίλησε με το άγιον φίλημα και τους λέγει· «Επειδή σεις, ω τέκνα, εξεθαρρεύσατε εις εμέ το ιδικόν σας απόκρυφον, ουδέ εγώ δεν θα κρύψω από σας εκείνο το οποίον μοι εφανέρωσεν εις τον ύπνον ο Θεολόγος Ιωάννης δια σας· δια τούτο σας ώρκισα, δια να γνωρίσω από το ιδικόν σας μυστήριον οποίον είναι το ιδικόν μου, απατηλόν ή αληθινόν; Γνωρίζων λοιπόν τώρα το ιδικόν μου και το ιδικόν σας μυστήριον, ότι είναι σύμφωνα, ξεθαρρεύω και εγώ εις σας τα κρύφιά μου». Και ούτω φανερώνων και αυτός εκείνα τα οποία του απεκαλύφθησαν δι’ αυτούς, τους απέστειλε με ένα του κληρικόν εις το Γαλήσιον όρος, δίδων εις αυτούς και επιστολήν εις τον πρώτον του όρους, εις την οποίαν του έγραφε ποίαν περιποίησιν έπρεπε να κάμη εις τους ξένους. Όταν λοιπόν ήλθον εις το όρος, ο εκεί πρώτος, υποδεξάμενος και φιλοξενών αυτούς, τους μεν αρχαρίους Μοναχούς συνηρίθμησε με τους αδελφούς της Μονής, τον δε Βαρνάβαν και τον Σωφρόνιον την τρίτην ημέραν τους απέλυσε με ειρήνην θαυμάζων την ακτημοσύνην των. Επορεύοντο λοιπόν χαίροντες και δοξάζοντες τον Θεόν δι’ όλα εκείνα όπου έκαμεν εις αυτούς· ελθόντες δε την τρίτην ημέραν εις την Σμύρνην, απ’ εκεί διέβησαν την πέμπτην ημέραν εις την Μυτιλήνην, και την ακόλουθον εις την Καλλίπολιν, και εκείθεν εις την Λάμψακον, εις την οποίαν ευρίσκετο το ιερόν σώμα του ιεράρχου και θαυματουργού Παρθενίου, το οποίον ευλαβώς ασπασάμενοι μεγάλως εφιλοξενήθησαν από τον τότε Επίσκοπον, όστις εθαύμασε και δια τα άλλα προτερήματα των ανδρών, αλλά και δια την ανυποδησίαν των. Μεταβάντες από εκεί εις την πλησίον πόλιν Κύζικον, αναβαίνουσιν εις τον Μέγαν Αγρόν, εις το όρος της Σιγγριανής· του οποίου θαυμάσαντες την κεχαριτωμένην τοποθεσίαν και την εκεί περίφημον Μονήν, ήθελον να απομείνουν και εκεί, εάν δεν ηναντιώνοντο εις το θέλημα του Θεού. Ως τόσον ο Ηγούμενος της Μονής, χαιρετίζων αυτούς κατ’ όνομα, τους λέγει· «Ποίοι είναι, τέκνα, οι διαλογισμοί οι αναβαίνοντες εις τας καρδίας σας; (διότι ήτο δια προφητικού χαρίσματος εστολισμένος ο ανήρ)· δεν γίνεται τούτο, δεν γίνεται· αδύνατον να απομείνητε σεις εδώ· αλλ’ αφού αναπαυθήτε ολίγον, πρέπει να αποπλεύσητε εις την Κωνσταντινούπολιν, και εκεί θα σας φανερωθή τι πρέπει να κάμετε». Αφού λοιπόν οι Όσιοι ήκουσαν ταύτα, μεταβαλόντες γνώμην απεχαιρέτησαν τον Ηγούμενον και ανέβησαν από εκεί με πλοίον εις εξ ημέρας εις την Κωνσταντινούπολιν. Εξερχόμενοι δε από το πλοίον, εκεί όπου εσυλλογίζοντο που τάχα να καταλύσωσι προς ώραν, ιδού έρχεται εις Μοναχός από την Μονήν του Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου, και μανθάνων ότι είναι ξένοι και νεόφερτοι και δεν έχουν, η καλύτερον να είπω, δεν ηξεύρουν που να κλίνουν την κεφαλήν, τους επήρεν εις το Μοναστήριόν του και φιλοξενών αυτούς τρεις ημέρας τους έδειξε τα εις την Πόλιν αξιόλογα Μοναστήρια και Εκκλησίας· μετά δε ταύτα, αποχαιρετήσαντες τον αδελφόν, κατέβησαν εις το λιμένα δια να αποπλεύσουν, και ευδοκία της Θεοτόκου ευρίσκοντες εν πλοίον από την Τραπεζούντα, το οποίον ητοιμάζετο να αναχωρήση εις τα οπίσω, εμβήκαν μέσα εις αυτό και την δεκάτην ημέραν έφυασαν, και εξερχόμενοι από το πλοίον επήγαν εν ώρα εσπερινού εις την Βασιλικήν Εκκλησίαν της Παντανάσσης Θεοτόκου της Χρυσοκεφάλου· αφού δε απέλυσεν ο εσπερινός, τους εδέχθη φιλικώς ο Αρχιερεύς, και την επομένην ημέραν επήγαν εις τον Ναόν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και ιαματικού Ευγενίου του Τραπεζουντίου και προσεκύνησαν την αγίαν του κάραν. Εξελθόντες είτα από την πόλιν, το βράδυ εκοιμήθησαν εις εν μικρόν Μοναστήριον της Θεοτόκου· και ιδού τους ήλθε πάλιν θείον όραμα εις τον ύπνον των, και τους ωνείδιζεν, ότι αμελούν και αναπαύονται· επειδή δε έλεγον εκείνοι ότι δεν ηξεύρουν την οδόν, τους είπεν η φωνή εκείνη· «Τον Πυξίτην ποταμόν ζητήσατε και αναβαίνοντες αυτόν περιπατείτε έως εις τας πηγάς του». Αφού λοιπόν εξύπνησαν και ήρχισαν να περιπατούν τον Πυξίτην ποταμόν, τον οποίον ζητήσαντες εύρον, λέγει ο Σωφρόνιος εις τον Βαρνάβαν· «Καθώς βλέπω, Πάτερ, κακοτοπίας έχομεν να περιπατήσωμεν, και άρτους δεν επήραμεν, αλλά να επαναστρέψω, αν σοι φαίνεται εύλογον, εις την πόλιν, να αγοράσω άρτους». Ο δε Βαρνάβας υπενθύμιζεν εις αυτόν τα θαυμάσια όπου έπραξεν ο Κύριος εις την έρημον, και τους λόγους τους οποίους είπεν εις εκείνον, όστις ηπόρησε παρομοίως, συνεβούλευε δε αυτόν να μη φροντίζη περί άρτων, αλλ’ εκείνος δεν εισήκουσε και στρέφων οπίσω έτρεχε δια να αγοράση άρτους· αφού όμως απεμακρύνθη ολίγον, εσκόνταψεν εις πέτραν τον πόδα του τόσον κακώς, ώστε και ο όνυξ του μεγάλου δακτύλου του ποδός του έπεσε, και αυτός από τον πολύν πόνον κατέπεσεν εις την γην· τρέξας δε ο Βαρνάβας πλησίον του λέγει· «Βλέπεις, τέκνον, τον μισθόν της παρακοής; Τόσους πολλούς δρόμους περιπατήσαντες, πουθενά δεν επάθαμεν κανέν κακόν, τώρα δε, με το να παρακούσης, επειράχθημεν». Ωμολόγησε δε εκείνος ότι έσφαλε, και ο Βαρνάβας, κάμνων έμπλαστρον από το χόρτον το ευρεθέν εκεί, με τα ιδικά του δάκρυα, κατέδεσε την πληγήν· ήτο δε ώρα σχεδόν έκτη. Περιπατούντων λοιπόν εις κακοτοπίας, την ερχομένην ημέραν υγιαίνων το πόδα ο Σωφρόνιος ηρώτα τον Βαρνάβαν δια το έμπλαστρον, από ποίον χόρτον ήτο· και εκείνος χαμογελών λέγει· «Δεν είναι από το χόρτον, τέκνον, αλλά από τον Θεόν η υγεία σου». Εκεί δε όπου περιπάτουν άσιτοι και άποτοι και την δευτέραν ημέραν, δοξολογούντες με ευφροσύνην ψυχής τον Κύριον, ιδού (θαυμαστή είναι,Δέσποινα, η Πρόνοιά σου!) συναντούν ένα Μοναχόν, όστις εξ αποκαλύψεως της Θεοτόκου έφερεν εις αυτούς τρεις άρτους, τυρόν και αυγά. Ευχαριστήσαντες λοιπόν τον Θεόν εις αυτά, και ενδυναμωθέντες από την τροφήν όπου έφαγον, κατέλυσαν ερχόμενοι το βράδυ εις εν χωρίον, Κουσπίδα λεγόμενον, πλησίον εις τον Πυξίτην ποταμόν, εις τους πρόποδας του όρους, εις την οικίαν φιλοξένου τινός ψαρά. Επειδή δε έμαθον, ότι τα ψάρια τα οποία έφαγον εψαρεύθησαν από τον Πυξίτην ποταμόν, ο οποίος τρέχει από το πλησίον όρος, το ονομαζόμενον Μελάς, παρεκάλουν ορκίζοντες τον ψαράν να τους οδηγήση εις το όρος εκείνο, εκείνος δε είπεν εις αυτούς, ότι ασφαλής οδηγός είναι αυτός ο ίδιος ο ποταμός. Όθεν σηκωθέντες ευθύς το πρωϊ περιεπάτουν, ελπίζοντες έως εσπέρας, ή καν την ερχομένην ημέραν, να ιδούν το ποθούμενον σπήλαιον, το οποίον και έγινε. Την δε ερχομένην ημέραν, από μεσονυκτίου κατά την συνήθειάν των προσευχόμενοι, βλέπουν, ανατέλλοντος του ηλίου, το όρος· και εις αυτό κατά την δύσιν (ω των θαυμασίων σου, Δέσποινα!) πλήθος άπειρον χελιδόνων, των οποίων των οποίων άλλαι μεν εισήρχοντο εις το σπήλαιον, άλλαι δε εξήρχοντο. Συμπεράναντες λοιπόν από το φαινόμενον, ότι πλησίον, μάλλον δε, ότι εις χείρας των έχουν το ζητούμενον, διεπέρασαν τον ποταμόν και ανέβαινον το όρος με πολύν κόπον, καθό σύνδενδρον και απεριπάτητον, αποκλίνοντες όλον προς το μέρος όπου επέτων αι χελιδόνες. Αφού δε επλησίασαν κοντά εις το σπήλαιον, ηπόρουν μη έχοντες από που και με τι τρόπον να αναβούν, διότι ήτο και από τα δύο μέρη κρημνός και χάος. Ενώ δε εστοχάζοντο τριγύρω με απορίαν, ιδού εν από τα υψηλότερα δένδρα (ω των θαυμασίων σου, Δέσποινα!) έρχεται και πίπτει αφ’ εαυτού κατ’ ευθείαν εις το σπήλαιον, και έγινεν ως σκάλα· ούτω δε αναβάντες εις το σπήλαιον εδόξαζον εκθαμβούμενοι τον Θεόν, τα δε χελιδόνια, επειδή ήσαν άπειρα το πλήθος και ως ασυνήθιστα από ανθρώπους, ίσως δε και από τον διάβολον κινούμενα, ερχόμενα με πολλήν ορμήν, τόσον δυνατά εκτυπούσαν τας κεφαλάς των Οσίων, ώστε από τον πολύν πόνονο ιερός Βαρνάβας είπεν εις αυτά· «Τι είναι τούτο το κακόν; Μήπως ήλθομεν να πάρωμεν τα πουλιά από την φωλεάν σας; Το σπήλαιον χωρεί και σας, εάν θέλετε· ει δε μη, αναχωρείτε· διότι ημείς κατ’ εικόνα Θεού εγίναμεν». Και ευθύς με τον λόγον (ω του θαύματος!) τα μεν χελιδόνια άφησαν τας φωλεάς των και έφυγαν όλα, από δε την κορυφήν του όρους ήστραψε φως· και ιδού βλέπουν επάνω εις μίαν υψηλήν πέτραν την σεβασμίαν εικόνα της Θεοτόκου, περί της οποίας είπομεν. Ευφρανθέντες λοιπόν υπερβολικά και δοξάσαντες τον Θεόν και την Θεοτόκον, ήρχισαν να καθαρίζουν το σπήλαιον από την ακαθαρσίαν όπου είχε· ηπόρουν δε συλλογιζόμενοι, διότι ο τόπος ήτο άνυδρος, πως να οικοδομήσουν τον Ναόν της Θεοτόκου. Ως τόσον ενθυμηθέντες τα νερά τα οποία ανέβλυσεν ο Θεός εις τους αχαρίστους Εβραίους από την άνικμον πέτρα, και έχοντες και αυτοί την αυτήν χάριν της πίστεως, καθώς είναι γεγραμμένον· «Επίστευσα, διό ελάλησα», καταφεύγουν εις τον Θεόν με προσευχήν και νηστείαν, λέγοντες· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο τον ισραηλιτικόν λαόν ποτε τη κραταιά σου χειρί, δια του Μωϋσέως ελευθερώσας της πικράς δουλείας του Φαραώ, και εν ερήμω εκ πέτρας ύδωρ διψώντι πηγάσας, ο τον Θεοσβίτην Ηλίαν εκ του ξηρού χειμάρρου ποτίσας, Συ και ημάς δια της Παναχράντου σου Μητρός ελευθερωθέντας των αιγυπτιακών του κόσμου ταραχών, ως οίδας, διάθρεψον· ναι, Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, μη παρίδης τους δούλους σου· αλλ’ ως ποτε επί Ηλιού, διανοίξας τους καταρράκτας του ουρανού ύδωρ κατέπεμψας, ούτω και νυν, δια της Παναχράντου σου Μητρός, ύδωρ πιείν διψώσιν ημίν επίδος, δεόμεθα, ίνα και εν τούτω τω τόπω δοξασθή σου το Πανάγιον Όναμα, συν τω ανάρχω σου Πατρί, και τω παναγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Στραφέντες είτα και προς την Σεβασμίαν Εικόνα της Θεοτόκου, εδέοντο ταύτα· «Δέσποινα Θεοτόκε Αειπάρθενε, η εκ των κοσμικών παγίδων ημάς ελευθερώσασα και διασώσασα έως ώδε εις τον τόπον τούτον, ον ηγάπησας, επίβλεψον επί τους δούλους σου, υπερύμνητε, και μνήσθητι ων επηγγείλω· έχεις και γαρ τη βουλήσει την δύναμιν σύνδρομον, ως μητρικήν κεκτημένη την παρρησίαν προς τον πάντα δυνάμενον· πήγασον ουν ημίν ύδωρ εν τώδε τω τόπω και προς αναψυχήν της ημών ασθενείας και προς οικοδομήν του ιερού σου Ναού, ίνα εν τούτω δοξάζοντές σε και τον εκ σου τεχθέντα Κύριον, τον εν Πατρί και Πνεύματι προσκυνούμενον, και τα ευάρεστα αυτώ ποιήσαντες, καταξιωθώμεν δια σου και της των ουρανών βασιλείας». Και μετά το Αμήν (ω ταχίστων δωρεών σου, Δέσποινα!), εξήλθε φωνή από την αγίαν Εικόνα, λέγουσα· «ιδού, αγαπητοί, σας δίδεται νερόν από την άνικμον πέτραν παντοτεινόν και ιαματικόν, όχι μόνον δίψης σωματικής, αλλά και κάθε ασθενείας εις εκείνους που το πίνουν μετά πίστεως». Και ευθύς με την φωνήν εσχίσθη η πέτρα, η οποία ήτο επάνω του σπηλαίου, υποκάτωθεν της αγίας Εικόνος, και εστάλαξε μεγάλας σταγόνας ύδατος, καθώς και έως την σήμερον φαίνεται, διότι δεν παύει ούτος ο θεόβρυτος σταλαγμός. Ευχαριστήσαντες όθεν τον Κύριον, απέβαλον έκτοτε κάθε ολιγοψυχίαν και αμφιβολίαν εις όσα τους υπεσχέθη η Θεοτόκος· και προς μεν το παρόν τότε έκαμον καθώς ηδυνήθησαν πρόχειρα εις μίαν γωνίαν του σπηλαίου εν κελλίον, και μένοντες άσιτοι δέκα επτά ημέρας, ετρέφοντο με τα ευρισκόμενα εκεί χόρτα. Ο δε Κύριος, όστις και τον Προφήτην Ηλίαν έτρεφέ ποτε με τα όρνεα, ουδέ τας τούτων γαστέρας άφησεν εις πολύν καιρόν αστηρίκτους από άρτον· διότι ο Ηγούμενος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου εις το Ζαβουλών, ήτοι Βαζελών προς την Δύσιν, δι’ αποκαλύψεως του Προδρόμου έστειλεν εις αυτούς τρεις Μοναχούς, και τους έφεραν με τον ημίονον αρκετά τα χρειαζόμενα· και όχι μόνον τούτο, αλλά και όταν οικοδομούσαν παρεκκλήσιον εις το όνομα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, φιλόχριστοί τινες ελθόντες τους εβοήθησαν προθυμότατα (διότι έφθασε και ευφημίσθη η αρετή των) από το πλησίον χωρίον Κουσπίδα. Εγκαινιάσαντες λοιπόν το παρεκκλήσιον, το οποίον έκτισαν, με τους ευλαβεστάτους κληρικούς όπου έστειλαν και τους έφεραν από τον Επίσκοπον της Τραπεζούντος, ήρχισαν να κτίζουν και τον Ναόν της Θεοτόκου, επειδή όλοι οι εις τα γύρω χωρία φιλόχριστοι έφερον εις αυτούς πλούσια τα χρειαζόμενα εις την οικοδομήν των. Αφού δε ετελειώθη ο θείος Ναός της Θεοτόκου, ανέβη να τον ίδη με πολλούς άλλους προσκυνητάς και ο ευσεβέστατος βασιλεύς Τραπεζούντος, Αυγουστάλιος Κορτίκιος, όστις θαυμάζων πολλά την ωραιότητα του Ναού και την ακτημοσύνην των Οσίων, και την χάριν την οποίαν η λαμπρά ζωή και η διδασκαλία των ήστραπτε, τους έδιδε δύο λίτρας χρυσίου· εκείνοι όμως δεν το εδέχθησαν, λέγοντες, ότι όσοι πραγματεύονται τον πολύτιμον εκείνον μαργαρίτην, δεν χρειάζονται εκείνα τα οποία χρειάζονται οι πραγματευταί των φθαρτών· αντί δε του χρυσίου τον παρεκάλεσαν να ενθυμίση εις τον Επίσκοπον δια τον εγκαινιασμόν του Ναού, τον οποίον έκτισαν, διότι τούτο χρειάζονται. Ο δε βασιλεύς, λυπηθείς πολύ δια την ελεημοσύνην του, την οποίαν δεν εδέχθησαν, εσυλλογίζετο την δυσκολίαν και τον πολύν κόπον, ακόμη και το επικίνδυνον όπου είχεν η εις το σπήλαιον ανάβασις, εξαγαγών δε ικανά αργύρια από τον κόλπον του, τα έβαλεν αναχωρών κρυφά μέσα εις εν μέρος της Μονής, παρακαλών τους Οσίους με εν σημείωμα, το οποίον έκλεισε μέσα, να δεχθούν αφεύκτως αυτήν την μικράν του δωρεάν, και να ευκολύνουν την ανάβασιν του σπηλαίου δια να είναι εις τον καθένα εύκολος η ανάβασις. Επιστρέψας εις την Τραπεζούντα ενεθύμισεν εις τον Επίσκοπον δια τον εγκαινιασμόν του Ναού, μάλιστα επήρεν αυτόν και επήγαν μαζί, ενεκαινιάσθη δε ο Ναός της Θεοτόκου εις τους 386 χρόνους από Χριστού. Οι δε Όσιοι από τα αργύρια του βασιλέως όχι μόνον την ανάβασιν του σπηλαίου διώρθωσαν, αλλά και κοιμητήριον ακόμη έκτισαν υποκάτω εις το ιερόν βήμα του Ναού. Από τότε λοιπόν φημιζόμενα αφ’ ενός μεν τα θαύματα, τα οποία έκαμνεν η αγία Εικών εις όσους με πίστιν προσέτρεχον, και αφ’ ετέρου η αγγελική ζωή των Οσίων, εκ τούτου επερίσσευε τόσον ο αριθμός των Μοναχών όπου εκεί εμόναζον και εκείνων όπου ήρχοντο εις προσκύνησιν, ώστε ο ιερός Βαρνάβας έκτισε και Ξενοδοχείον εις την υποκάτωθεν πεδιάδα, κοντά εις το σπήλαιον, δια να αναπαύωνται από την μακράν των οδοιπορίαν οι ερχόμενοι, ούτω δε να γίνεται εις αυτούς η εις το σπήλαιον ανάβασις ευκολωτέρα. Προς δε τούτοις έκτισε και ιερόν Ναόν των ισαποστόλων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, παρακινούμενος δ’ εκ τούτου και ο ιερός Σωφρόνιος έκτισε και αυτός άλλον Ναόν εις το όνομα της Αγίας Βαρβάρας· οι οποίοι Ναοί φαίνονται σωζόμενοι μέχρι της σήμερον, έχοντες και γλυκύτατον ύδωρ τρεχούμενον. Ο δε ιερός Βαρνάβας, μιμούμενος τους παλαιούς Οσίους, Αντώνιον, Παχώμιον και Ιλαρίωνα, εις τας διωρισμένας τεσσαρακοστάς και νηστίμους ημέρας, αναχωρών από το Μοναστήριον (διότι αντί εαυτού άφηνε τον ανεψιόν του να φροντίζη δι’ αυτό, καθό αρκετόν τότε πλέον ίνα διδάσκη τους αδελφούς), διέτριβε κατά μόνας εις την επάνωθεν έρημον, τρεφόμενος μόνον με τα ευρισκόμενα εκεί άγρια χόρτα. Και ποτε, κατ’ Αύγουστον μήνα, προσευχόμενος και ομιλών κατά μόνας με τον Θεόν, εκεί εις το ασκητήριον, ων δε σχεδόν εξηντλημένος από την ασιτίαν, είδε θαυμαστόν φως· και καθό μεν έχων προητοιμασμένην και ατάραχον την καρδίαν του, ίστατο ομοίως ατάραχος· το δε φως εκείνο ήτο προμήνυμα της παρουσίας της Θεοτόκου, και ουχί φως του σκοτεινού πνεύματος, το οποίον, ως λέγει ο θείος Παύλος, μεταμορφούται εις Άγγελον φωτός, ήτις εφάνη εις αυτόν ως Μήτηρ του ανεσπέρου φωτός, καθώς Εκείνη ηθέλησε, και αυτός ηδύνατο να ίδη, κρατούσα δε εις την δεξιάν της τον Τίμιον Σταυρόν και εις την αριστεράν κλάδον ελαίας παρεθάρρυνεν αυτόν λέγουσα ποία είναι, και δίδουσα εις αυτόν εκείνα τα οποία εκρατούσεν εις τας χείρας Της λέγει εις αυτόν· «Λάβε τον αρραβώνα τούτον, δια την από του κόσμου τούτου αναχώρησιν· διότι μετά την μνήμην της εορτής μου, την τρίτην ημέραν μέλλει να αναχωρήσης με ειρήνην και να προστεθής εις τους πατέρες σου». Αφού ήκουσε ταύτα ο Όσιος, κλίνας τα γόνατα παρεκάλει και δια τον ανεψιόν του, όστις υπέμεινε και εκείνος τους αυτούς αγώνας. Η δε Κυρία Θεοτόκος του είπεν· «Μη ανησυχής δι’ εκείνον, ότι εις και ο αυτός τάφος θέλει είναι και των δύο σας»· ευθύς δε έγινεν άφαντος. Επανέστρεψε τότε ο Όσιος από την έρημον εις το σπήλαιον όλως ηλλοιωμένος και παρηγορήθησαν και οι αδελφοί και αυτός· αυτός μεν διότι τους εύρεν ειρηνικούς, εκείνοι δε διότι απήλαυσαν υγιά τον πατέρα των. Μετά δε την αγρυπνίαν της Κυριακής και την απόλυσιν της λειτουργίας, την οποίαν ο ιερός Βαρνάβας ομού με τον Σωφρόνιον ελειτούργησαν, επάνω εις την τράπεζαν διηγήθη εις τους αδελφούς μίαν τοιαύτην παραβολήν λέγων· «Μου διηγήθη εις από τους πατέρας, ότι ήτο εις Ηγούμενος ενός Μοναστηρίου· ο δε βασιλεύς ακούων δι’ εκείνον, έστειλε γραμματοφόρον τινά κόμητα, και τον εκάλεσεν ίνα έλθη ενώπιόν του· ο δε Ηγούμενος, μη δυνάμενος να εναντιωθή εις τον βασιλέα, εκάλεσε τους αδελφούς της Μονής και τους λέγει· «Δεν ηξεύρω, τέκνα, πως το έπαθεν ο βασιλεύς και ενεθυμήθη την ιδικήν μου ταπεινότητα και με προσκαλεί, καθώς βλέπετε, με τα ίδια του γράμματα· και εγώ μεν τώρα υπάγω, χωρίς να ηξεύρω πόσα έχουν να μου συμβούν, ουδέ τι έχει να γεννήση η αυριανή ημέρα· σεις δε, τέκνα, ηξεύρετε ότι νύκτα τε και ημέραν δεν έπαυσα από του να συμβουλεύω τον κάθε ένα σας τα ψυχοσωτήρια. Καθώς λοιπόν παρελάβετε την τάξιν και τον κανόνα της Μονής, ούτω να τα κρατήτε». Μετά ταύτα αποχαιρετήσας αυτούς ανεχώρησεν. Αφού δε επήγεν εις τον βασιλέα και τον επροσκύνησε, και τον υπεδέχθη μετά χαράς, επλησίασε την μητέρα του βασιλέως παρακαλών αυτήν να προστατεύη την Μονήν, από την οποίαν αυτός ανεχώρησε, και εκείνη, νεύσαντος του βασιλέως, κατεστάθη επίτροπος, ώστε να μη τολμά τις ποτε να βλάπτη με κανένα τρόπον την από τότε βασιλικήν εκείνην Μονήν. Ο δε βασιλεύς επήρε και άλλον ένα από τους αδελφούς της Μονής εις την υπηρεσίαν του». Έπειτα πάλιν τους λέγει· «Ηννοήσατε, τέκνα, την παραβολήν»; Εκείνοι δε είπον· «Όχι, πάτερ, αν συ ο ίδιος δεν μας την εξηγήσης». Και εκείνος είπεν· «Την παραβολήν, τέκνα, ύστερον από ολίγον καιρόν μέλλετε να καταλάβετε· συ δε, τέκνον μου Σωφρόνιε, επειδή καθώς βλέπεις εγήρασα, και τον καιρόν του θανάτου μου δεν τον ηξεύρω, ύπαγε και φέρε μου εδώ χάρτην και μελάνην, δια να διατάξω εις σας, τα πνευματικά μου τέκνα, οι οποίοι ομού με εμέ εβαστάσατε το βάρος και τον ασκητικόν καύσωνα της ημέρας, μίαν περιληπτικήν διδασκαλίαν και κανόνα δια παρηγορίαν σας».
Η Διαθήκη του Οσίου Βαρνάβα.                                                                                                                                                                                           «Εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν».                                                                                                                        Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εν Τριάδι Αγία υπό πάντων προσσκυνούμενος και δοξαζόμενος, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με την χάριν του οποίου δια της Θεοτόκου είθε να διαφυλαχθώμεν ειρηνικοί και από τον εχθρόν μας ανεπιβούλευτοι· εγώ μεν τώρα, ω τέκνα, υπάγω εις τον Θεόν, και ο καιρός της αναχωρήσεώς μου έφθασε. Σεις δε, εν όσω έχετε καιρόν, πρέπει να φροντίσετε δια τας ψυχάς σας, ηξεύροντες καλώς, ότι μετά την παρούσαν ζωήν δεν ισχύει τίποτε η μετάνοια, αλλ’ εδώ μεν είναι ο καιρός των αγώνων, εκεί δε ο της πληρωμής και των στεφάνων· και ότι τα γλυκά και χαροποιά του κόσμου τούτου γλυκαίνουν και χαροποιούν εις ολίγον καιρόν την αίσθησιν μόνον, ευθύς δε φθείρονται και χάνονται· αλλά η ευφροσύνη και η λύπη των μελλόντων είναι παντοτεινή. Επειδή δε από αμέλειαν και μόνον εκπίπτομεν από την σωτηρίαν την επιθυμητήν, πρέπει να φυλάξωμεν με κάθε τρόπον και με όλην μας την δύναμιν, συνεργούντος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Αειπαρθένου αυτού Μητρός, τας σωτηρίους του εντολάς, την πίστιν και την ελπίδα, αι οποίαι ενεργούνται μάλιστα με την αγάπην, την εις τον Θεόν και την εις τον πλησίον· διότι ο Θεός, καθώς λέγει ο ηγαπημένος Ιωάννης, αγάπη είναι και όστις μένει εις την αγάπην, με τον Θεόν μένει, και ο Θεός με αυτόν· ο δε Κύριος λέγει· με τούτο θα γνωρίσωσιν όλοι, ότι είσθε ιδικοί μου μαθηταί, εάν έχετε αγάπην αναμεταξύ σας. Αλλά και ο Απόστολος λέγει· εάν έχω τα πάντα, και αγάπην δεν έχω, τίποτε δεν ωφελούμαι. Κοντά δε εις την αγάπην πρέπει να επιδιώκωμεν και την καθαρότητα του σώματός μας, δια να κατοικήση η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις ημάς τους εμψύχους ναούς του, και να γεμίση τας ψυχάς μας από τον αγιασμόν και την ευωδίαν του,αποφεύγοντες τας κοσμικάς συνομιλίας και τα ηδονικά φαγητά. Να αποφεύγωμεν τα πάθη και όλα μεν τα άλλα, ιδιαιτέρως δε όσα βλάπτουν την φιλαδελφίαν, σπουδάζοντες με κάθε τρόπον να φυλάττωμεν το ειρηνικόν και ήμερον ήθος, ώστε και αν συμβή ποτε να οργισθώμεν αναμεταξύ μας, να μη βασιλεύη ο ήλιος επάνω εις την οργήν μας, καθώς είναι γεγραμμένον, αλλά την ιδίαν ημέραν να επιστρέφωμεν εις το καλόν, την αγάπην, διότι χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν να ίδωμεν τον νοητόν ήλιον. Να φυλάττωμεν τας θυρίδας των αισθήσεών μας δια των οποίων εισέρχεται ο θάνατος, καθώς λέγει η Γραφή, τας δε προσβολάς των κακών λογισμών μηδέ εις την αρχήν να μη δεχώμεθα, δια να μη εμφωλεύσουν εντός μας και μας προξενούν έπειτα κόπους δια να τας διώξωμεν, επειδή γίνονται δυσκολονίκητοι, αλλά να τας αποπέμπωμεν έξω με τα όπλα της νηστείας και της προσευχής και των δακρύων και ιδιαιτέρως με την ενθύμησιν του θανάτου και της κολάσεως, ετοιμαζόμενοι κάθε ώραν δια την υπάντησιν του Χριστού. Να μη εμπιστευώμεθα εις την σάρκα μας, και να μη ανοίγωμεν θύραν εις τα πάθη, τρώγοντες χορταστικά· αλλά όταν σκιρτά και ατακτή η σάρξ, να την θλίβωμεν, ταπεινώνοντες αυτήν με πόνους και νηστείαν, ώστε και αυτόν τον καθημερινόν άρτον μεμετρημένον και κρίθινον να τον τρώγωμεν, τον δε οίνον να μη πολυμεταχειριζώμεθα. Να μιμώμεθα τα κατορθώματα και τας αρετάς των μακαρίων πατέρων μας, και να παραμένωμεν εις την έρημον έως τέλους, εις την οποίαν και προσεκλήθημεν, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι, δια να μη εισέλθωμεν εις πειρασμόν. Να πλουτούμεν τον αναφαίρετον και τιμιώτατον πλούτον της μακαρίας ταπεινοφροσύνης και της αμερίμνου ακτημοσύνης, ευχαριστούμενοι εις τας διατροφάς και τα σκεπάσματα όπου έχομεν, καθώς παραγγέλλει ο ουρανοβάμων Απόστολος. Όποιος νομίζει ότι στέκει, να μη υπερηφανεύεται εις τον πλούτον της αρετής του, και να μη τον αναφέρη εις την ιδικήν του δύναμιν, ή να μη κατακρίνη, ως ο Φαρισαίος εκείνος, εκείνους όπου δεν κατορθώνουν την αρετήν, δια να μη πάθη υπερηφάνειαν και πέση· αλλά εάν τις αγαπά να κατακρίνη, τον εαυτόν του μάλιστα ας κατακρίνη παντοτεινά, εξετάζων, εάν λησμονή τα οπίσω κατορθώματα, να εξαπλώνεται και να προθυμοποιήται εις τα έμπροσθεν. Να μη λησμονήτε την φιλοξενίαν, ώστε και αυτούς τους πόδας των ξένων να νίπτετε με ταπεινοφροσύνην, μιμούμενοι τον Χριστόν, όστις και το επρόσταξε, δια να απονίψωμεν ομού με το νίψιμον των ξένων ποδών και το ιδικόν μας μεγαλώτατον αρρώστημα, την οίησιν, λέγω, και να την θεραπεύσωμεν. Από τας πολλάς και διαφόρους κακοτοπίας της μετανοίας, και από τους διαφόρους τρόπους τους καθαρτικούς της πολυπλόκου αμαρτίας, να κυνηγούμεν τον πλέον ευκολώτερον και ακοπίαστον, ότι τα δάκρυα της τεθλιμμένης καρδίας, η νηστεία, η προσευχή, η χαμαικοιτία, και ό,τι άλλο ωφέλιμον της μετανοίας ιατρικόν, κατορθώνεται με κόπον, αλλά το να συγχωρήσωμεν εκείνους οι οποίοι πταίουν εις ημάς, και χωρίς κόπον μας προξενεί την συγχώρησιν, και σφοδρότερον λυπεί εκείνον ο οποίος μας ελύπησεν, επειδή θα τον κάμνη να αισθανθή και το σφάλμα του, και να γίνη ο πρότερον αχάριστος ευχάριστος εις εκείνον που τον συνεχώρησε. Ταύτα, αδελφοί και πατέρες, ολίγα από πολλά, διέταξα εγώ εις σας τελευταίον, σεις δε ωσάν φρόνιμοι, προσθέτοντες και τα περισσότερα, μη αμελείτε να νουθετήτε τους αρχαρίους τα καλά και ψυχοσωτήρια, παρακινούντες αυτούς το περισσότερον με το ιδικόν σας παράδειγμα εις τον αγώνα της αρετής, επειδή εις εκείνην την φοβεράν ημέραν θέλουν ζητηθούν αι ψυχαί των από τας ιδικάς σας χείρας. Αλλά και οι αρχάριοι χρεωστείτε, καθώς παραγγέλλει ο Απόστολος, να πείθεσθε εις τους Ηγουμένους σας και να υποτάσσεσθε κατά πάντα εις τους προεστώτας της αδελφότητος· επειδή και αυτοί αγρυπνούν δια τας ψυχάς σας, διότι μέλλουν να δώσουν απολογίαν· και ούτω, καθώς λέγει ο Κύριος, άλλοι μεν προπορευόμενοι, άλλοι δε ακολουθούντες, θα έχετε εξ άπαντος και την Υπερύμνητον Θεοτόκον δια της χάριτος της αγίας Εικόνος της προστάτριαν, ώστε να φροντίζη και να σας βοηθή εις όλα τα ψυχοσωτήρια. Ταύτα αφού υπηγόρευσεν ο θείος Βαρνάβας, επήρεν από τον Σωφρόνιον τον κονδυλοφόρον και έγραψε και άλλην διδασκαλίαν ιδιοχείρως, γράψας ούτω: Όποιος, τέκνα μου γενόμενος Μοναχός παραμείνη έως τέλους εις τούτον τον ερημικόν και απαρηγόρητον τόπον της στενοχωρίας, και φυλάττη την μοναχικήν ακολουθίαν και τάξιν απαρασάλευτον, του δίδω εγγυήτριαν την ιδίαν Θεοτόκον, ότι εξ άπαντος εις την ημέραν της κρίσεως θα λάβη συγχώρησιν από τον δίκαιον Κριτήν, δι’ όσα ως άνθρωπος έσφαλεν εις τούτον τον κόσμον· διότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να λησμονήση εκείνα που εκοπίασεν εδώ ο καθείς καθώς ηδυνήθη, και να μη του αποδώση την σωτηρίαν του, αν φυλάττη και τα άλλα της Μοναχικής τάξεως, και προς τούτοις και τον Κανόνα της προσευχής, τον οποίον εγώ ο ταπεινός διέταξα, να δοξολογή επτά φοράς την ημέραν τον Κύριον, Όρθρον μετά της Πρώτης Ώρας, Τρίτην, Έκτην, Ενάτην Ώραν, Εσπερινόν, Απόδειπνον και Μεσονυκτικόν, και δεν απολείπηται και από την θείαν λειτουργίαν, εκείνος δε όστις ηξεύρει γράμματα να αποστηθίζη και το ιερόν Ψαλτήριον, ότι και ο Μοναχός, με την απονέκρωσιν των παθών, ψαλτήριον του Αγίου Πνεύματος είναι και λύρα και τύμπανον, σφάζων με την μάχαιραν του πνεύματος το τριμερές της ψυχής, τον θυμόν, την κακήν επιθυμίαν και την υπερηφάνειαν. Εκείνοι λοιπόν όπου φυλάττουν αυτά δεν είναι μακράν από την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι εγώ ηξεύρω, ότι μετά την ιδικήν μου θανήν ο τόπος ούτος θα γίνη ακατοίκητος ικανούς χρόνους, και θα ερημώση από τας συχνάς επιδρομάς και θλίψεις και ενοχλήσεις των εθνικών, αλλ’ η Μήτηρ του Θεού ημών Χριστού πάλιν θα δοξάση τον ιδικόν της Βασιλικόν Οίκον, γεμίζουσα αυτόν ομοίως ως και πρότερον από Μοναχούς· εκείνοι όμως, οι οποίοι θα συναχθούν τότε, θα είναι φίλαυτοι περισσότερον και φιλοκτήμονες, παρά ακτήμονες και φιλήσυχοι, έχοντες σκοπόν και τέλος της αρετής που μεταχειρίζονται, όχι αυτό το καλόν, αλλά την φιλαυτίαν το περισσότερον· επισφραγίζων λοιπόν την διαθήκην μου, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, γράφω ούτω.                                                             Ο ελάχιστος των Ιερομονάχων και προεστώς της εν τω Μελά Σεβασμίας Μονής της Θεοτόκου                                                                               Αυγούστου 18 κατά το 412 έτος από Χριστού                                                                                                                                                                     ΒΑΡΝΑΒΑΣ  ΕΞ  ΑΘΗΝΩΝ
Κοντά λοιπόν εις εκείνα τα οποία εγγράφως διέταξε, διδάσκων και άλλα κατόπιν περισσότερα τους παρόντας με το στόμα, και ευξάμενος δι’ αυτούς, και δίδων και λαμβάνων συγχώρησιν, εκείνους μεν εξαπέστειλεν εις διακονίαν, τον δε Σωφρόνιον, υποκρινόμενος πρόφασιν, ότι τάχα διψά, εζήτησε να υπάγη να του φέρη νερόν από την βρύσιν της Αγίας Βαρβάρας ειπών· «Δια να πίω και να σε ευλογήση η ψυχή μου, και να μένης ευλογημένος». Όταν λοιπόν έλειπεν ο Σωφρόνιος εις το νερόν, ο ιερός Βαρνάβας εισερχόμενος με σπουδήν και ταχύτητα εις τον Ναόν, εφόρεσε την ιερατικήν στολήν, και φιλών με δάκρυα την αγίαν Εικόνα της Θεοτόκου, έβαλε την διαθήκην του επάνω εις την αγίαν Τράπεζαν, προσευξάμενος θερμώς υπέρ των αδελφών· έπειτα εξελθών εμβήκεν εις το κοιμητήριον, και παρέδωκεν εκεί εις χείρας Θεού την αγίαν του ψυχήν, χωρίς να λάβη καν αίσθησιν ουδέ μιας ασθενείας. Ο δε Σωφρόνιος τρέχων επανέστρεψε (διότι υπωπτεύθη από την διαθήκην και τρόπον τινά, επρογνώρισε το πλάσμα) και ζητών αυτόν παντού εις το σπήλαιον, τελευταίον τον εύρε μέσα εις το κοιμητήριον όπου ανελπίστως ύπνωσε με συστολήν τον ύπνον, ο οποίος πρέπει εις τους μακαρίους, και επεριχύθη εις το νεκρόν σώμα και με στεναγμούς και δάκρυα έλεγε θρηνών ταύτα· «Ανεχώρησας, λοιπόν, πάτερ, ο οδηγός της σωτηρίας μου, αφήνων εμέ ούτω αίφνης; Ώστε πλάσμα και υπόκρισις ήτο, καθώς φαίνεται, η δίψα του νερού, και μου επρόσθεσε κόπον και πόνον επάνω εις το πρόσταγμά σου, δια να μη ευρεθώ παρών και απολαύσω τας πλουτοποιούς ευχάς σου, ο οποίος εδίψησες όχι δίψαν νερού, αλλά το να υπάγης εις τον Χριστόν»! Κυλιόμενος δε εμπρός εις τους αγίους πόδας του, εφώναζε· «Παράλαβε και εμέ, πάτερ, καθώς μου υπεσχέθης». Αναμεταξύ δε εις αυτά, γενόμενος ως εκστατικός, εσηκώθη και έτρεξεν εις τον Ναόν, και κατασπασάμενος την αγίαν Εικόνα, επήρε την διαθήκην του μακαρίου πατρός, και υπέγραψε και αυτός μέσα εις αυτήν ούτω. «Αειπάρθενε Θεοτόκε, διαφύλαξε με ειρήνην και ομόνοιαν τους αδελφούς μας, όσοι προσέρχονται μετά πίστεως εις τούτον τον θείον Ναόν σου, και δίδε τους όλα τα ζητήματα τα οποία είναι δια την σωτηρίαν των, δια πρεσβειών του αγαπητού σου και πατρός ημών Βαρνάβα. Σεις δε, αδελφοί και πατέρες και τέκνα του Κυρίου αγαπητά, φυλάξατε προθύμως αυτά τα οποία διέταξεν εδώ ο κοινός πατήρ ημών Βαρνάβας, και ακολουθείτε τα ίχνη του με όλην σας την δύναμιν, και μη λυπείσθε, διότι η Υπερευλογημένη Θεοτόκος, δια πρεσβειών του πιστού της δούλου και διδασκάλου μας, δεν παύει από του να σας διαφυλάττη και να σας σκέπη, δια να παρασταθήτε άξιοι εις την μέλλουσαν ημέραν της κρίσεως εκ δεξιών του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· ου η χάρις και το άπειρον έλεος εύχομαι να διατηρή αβλαβείς όλους σας. Αμήν». Αφού δε έγραψεν αυτά, έθεσε πάλιν τον χάρτην επάνω εις την αγίαν Τράπεζαν, αυτός δε φορέσας όλην την ιερατικήν του στολήν, εμβήκεν εις το κοιμητήριον, και σχηματίζων τον εαυτόν του κατά το συνειθισμένον, εκοιμήθη ειπών· «Κύριε, εις χείρας σου αποθέτω την ψυχήν μου», και ούτω προσετέθη και ο ιερός Σωφρόνιος εις τον πνευματικόν του πατέρα. Οι δε αδελφοί, οι οποίοι εστάλησαν εις διακονίαν, ερχόμενοι το βράδυ και μη ευρίσκοντες κανένα από τους πατέρας, επληγώθησαν κατά την καρδίαν, και όμως ενόμισαν κατά το παρόν, ότι περιέρχονται εις την ανωτέραν έρημον, καθώς είχον συνήθειαν· αφού δε και εκεί εζήτησαν και δεν τους εύρον, εθρηνούσαν την ορφανίαν των, ονομάζοντες συχνά τους φωστήρας, τους προστάτας, τους αγαπητοτάτους πατέρας των, και ηπόρουν αναμεταξύ των λέγοντες ο ένας εις τον άλλον: «τάχα επροτίμησαν να συγκατοικούν με τα θηρία παρά με ημάς τους απειθείς; Ή τάχα με τον Θεόν, και απέθαναν, καθώς ο θείος πατήρ το υπέδειξε πρότερον με την παραβολήν εκείνην την οποίαν μας είπε»; Μανθάνοντες δε από ένα αναγνώστην τα γενόμενα, τρέχοντες εμβήκαν εις το κοιμητήριον, και ευρόντες αυτούς ανεστέναξαν μετά κλαυθμού, κατακόπτοντες τον εαυτόν των απαρηγόρητα, δια εκείνα τα οποία ανελπίστως έβλεπαν. Εμβαίνοντες μετά ταύτα οι αδελφοί εις τον Ναόν παρεπονούντο εις την Θεοτόκον δια εκείνο όπου έγινε, τρόπον τινά έξω φρενών γενόμενοι· λαβόντες όμως έπειτα από την Αγίαν Τράπεζαν την διαθήκην των Οσίων, και διαβάζοντες τα γεγραμμένα παρηγορήθησαν ικανώς, και διώρισαν εις το εξής να αναγινώσκεται η Κατήχησις εκείνη κάθε ημέραν εις τον Όρθρον, δια ενθύμησιν και των παραγγελμάτων εκείνων τα οποία διετάχθησαν, και των Πατέρων εκείνων οι οποίοι τα διέταξαν. Κάμνοντες δε τα συνειθισμένα μνημόσυνα των θείων Πατέρων, μετά τας τεσσαράκοντα ημέρας των, εκλέξαντες ένα από τους αδελφούς τον εψήφισαν δια Ηγούμενον και τον εχειροτόνησαν, καθώς είναι το πρέπον με την επίθεσιν των χειρών του Επισκόπου Τραπεζούντος. Πολιτευόμενοι δε καθώς διελάμβανεν η διάταξις των πατέρων, επρόκοπταν καθ’ εκάστην εις το έμπροσθεν· το δε πλήθος εκείνων, οι οποίοι συνέτρεχαν από παντού, δεν έλειπαν από του να φέρουν κάθε ημέραν σχεδόν εκείνους όπου όχι μόνον υπέφερον από διαφόρους ασθενείας, αλλά και ηνωχλούντο από ακαθάρτους δαίμονας, οι οποίοι και ευθύς ιατρευόμενοι εγύριζαν εις τας οικίας των δοξάζοντες τον Θεόν και μεγαλύνοντες την Αειπάρθενον Θεοτόκον. Εν όσω λοιπόν ήνθει η βασιλεία των Ρωμαίων, ήτο ευτυχισμένη και σεβασμία η Μονή· αφού δε εις το ύστερον μετεβλήθη η κατάστασις της ρωμαϊκής πολιτείας, ήρχισε και η Μονή να απομαραίνεται, επειδή η συχνή επιδρομή των βαρβάρων και εκείνους οι οποίοι επροαιρούντο να έλθουν εις προσκύνησιν τους ημπόδιζε και τον αριθμόν των Μοναχών τον ωλιγόστευεν· ώστε προβαίνοντος του καιρού παντάπασιν ηρημώθη σχεδόν, καθώς το προείπεν ο θείος Βαρνάβας, διότι οι εθνικοί, οι οποίοι ανεμποδίστως ελήστευαν πρότερον τους τριγύρω πλησιοχώρους τόπους, αφού ήκουσαν και δια την περίφημον ταύτην Μονήν, αναβαίνοντες εις το όρος ήρπαζον τα πράγματα της Μονής, τους δε Μοναχούς, όσους συνέλαβον, έδειραν δια να φανερώσουν κεκρυμμένον τάχα θησαυρόν, και τελευταίον τους εφόνευσαν. Έπειτα οι μεν άλλοι λαβόντες την Αγίαν Εικόνα επάνω εις το όρος εσυλλογίζοντο να την συντρίψουν, δια να πάρουν τον χρυσόν στολισμόν που ήτο επάνω της. Ένας δε από τούτους έτρεχε να τους εμποδίση, λέγων εις αυτούς· «Ας λυπηθώμεν, αδελφοί, την εστολισμένην αυτήν εικόνα και ας μη την συντρίψωμεν, δια να την πωλήσωμεν με περισσοτέραν τιμήν εις τους Χριστιανούς». Όμως τα θηρία εκείνα δεν επείθοντο, αλλά ρίπτοντες αυτήν κατά γης κατεβίβασαν τον πέλεκυν και την εκτύπησαν από τα οπίσω· ευθύς δε, (ω του θαύματος!) εξήλθε φλοξ από την εικόνα και κατεκάησαν οι δύο εκείνοι ασεβείς, από εκείνο δε το σύνδενδρον και κατεσκιασμένον μέρος δεν έμεινεν εις το μετά ταύτα ουδέ και χλωρόν χόρτον, αλλά κατεμαύρισεν έως τριών ωρών διάστημα και από τότε ο τόπος εκείνος ωνομάσθη Καμμένα. Οι δε άλλοι βάρβαροι, αρπάζοντες την αγίαν κάραν του θείου Βαρνάβα με την αργυράν θήκην της, εκράτησαν την θήκην, την δε αγίαν κάραν ρίπτοντες εις τον Πυξίτην ποταμόν, ο οποίος έτρεχεν εκείθεν, ανεχώρησαν. Οι δε πατέρες, όσοι φεύγοντες εγλύτωσαν, γυρίζοντες την νύκτα εις την Μονήν, ελυπούντο εξ όλης των της ψυχής, το περισσότερον δια την διαρπαγήν της σεβασμίας Εικόνος και της ιεράς κάρας. Μη δυνάμενοι όμως να κάμουν τίποτε, εκοιμήθησαν με λύπην, το πρωϊ δε εμβαίνοντες εις τον Ναόν, κατά την συνήθειαν, βλέπουν (ω του θαύματος!) την αγίαν Εικόνα εις τον τόπον της εστημένην με τον πρότερον στολισμόν της. Βλέποντες δε ότι η Εικών ήτο από τα οπίσω κτυπημένη με τον πέλεκυν εθαύμαζον απορούντες, ότι διετηρείτο πάλιν ακεραία. Μαθόντες δε τα γενόμενα από εκείνον τον ληστήν, όστις εσώθη από την φλόγα, εδόξασαν τον Θεόν και την Υπεραγίαν Θεοτόκον, και ούτως ήλλαξαν την λύπην εις χαράν· διότι και την αγίαν κάραν του θείου Βαρνάβα ολίγον ύστερον την απέκτησαν· ο δε τρόπος της ευρέσεώς της είναι θαυμαστός, διότι πολλάκις την νύκτα έβλεπαν εις τας αντιπέραν όχθας του ποταμού ένα στύλον πυρός έως εις τον ουρανόν υψηλόν, και απορούντες τι τάχα να ήτο το φαινόμενον, εσυστέλλοντο να διαβούν και να εξετάσουν το πράγμα. Ένας δε βουκόλος της Μονής, πηγαίνων εις τον ποταμόν να ποτίση τα ζώα, γυρίζων ήλθε και τους εμήνυσεν, ότι είδε μίαν κάραν μέσα εις σχήμα πέτρας, η οποία ευωδίαζεν· οι δε πατέρες συμπεραίνοντες, ότι ο στύλος του πυρός ταύτην εφανέρωνε, καταβάντες την επήραν με λαμπάδας και υμνολογίας και την απέθεσαν εις την Μονήν, ευχαριστούντες τον Θεόν και την Θεοτόκον· ούτω δε αυξάνοντες επλήθυναν οι αδελφοί εις την Μονήν, έως ου πάλιν από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι άλλους μεν έδερναν και κατεπλήγωναν και άλλους εφόνευαν, κατήντησεν η Μονή εις τόσην ερημίαν, κατά συγχώρησιν Θεού, ώστε ουδέ επίστευέ τις σχεδόν πάντάπασιν, ότι εστάθη ποτέ κατοικητήριον Μοναχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου